Θερμοπύλες, Μώλος, Μενδενίτσα

Ήμουν αποφασισμένος να δω τις Θερμοπύλες. Έτσι με έναν βαρκάρη πέρασα για λίγο μέσα από τον κόλπο της Λαμίας, σε ένα μέρος που ονομάζεται Μώλος, κοντά στο οποίο άκουσα ότι υπάρχει μια πηγή με ζεστό νερό. Ο Μώλος ανήκει στο Βελή πασά στον οποίο πληρώνει 1.000 γρόσια το χρόνο.

Θερμοπύλες, Μώλος, Μενδενίτσα
Το μνημείο των Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες, Χαλκογραφία (19ος αιώνας)

Κατά την αποβίβαση μου, βρήκα τον αρχιεπίσκοπο Βουτονίτσας (Μενδενίτσας) να κάθεται κάτω από ένα υπόστεγο. Καταγόταν από την Ιθάκη και φαινόταν λογικός άνθρωπος. Έδωσε οδηγίες σε ένα χωρικό να με συνοδεύσει στην πηγή με το ζεστό νερό, που ήταν σε απόσταση περίπου περίπου δώδεκα χιλιομέτρων. Ξεκίνησα σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ύστερα όμως από μια δυνατή νεροποντή με κεραυνούς, βράχηκα μέχρι το κόκαλο. Ωστόσο, καθώς επιθυμούσα διακαώς να δω τις Θερμοπύλες, δεν με πείραζε καθόλου.

Και προς μεγάλη μου έκπληξη, ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα όταν ανακάλυψα το μέρος. Υπάρχει μια μεγάλη πρόσχωση στην παραλία, στους πρόποδες του βουνού. Πιστεύω, όμως, ότι το Στενό (των Θερμοπύλων) είναι ένα μέρος που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 1.600μ. από την πηγή, όπου το έδαφος είναι ακόμη σαν έλος. Ένα ποταμάκι μας βοήθησε να εξακριβώσουμε τη θέση του Στενού. Ένα ποταμάκι που κατεβαίνει από τους λόφους, ενώνεται με άλλα δύο στους πρόποδες, τα οποία αναβλύζουν από το έδαφος, και αφού διασχίσουν το δρόμο χάνονται. Το νερό είναι σε ανεκτή θερμοκρασία, κάτι περισσότερο από χλιαρό. Η πηγή έχει ακόμη το όνομα Θερμοπύλες και η κοιλάδα που οδηγεί στην θάλασσα είναι πολύ όμορφη.

Ο δρόμος είναι στενός, όπως όλοι οι παλιοί δρόμοι, αλλά το μέγεθος του δεν δήλωνε κάτι για το Στενό, μιας και δεν είναι μικρότερος από άλλους δρόμους. Πράγματι, η εικόνα του Στενού έχει αλλάξει ολοκληρωτικά. Η θάλασσα έχει υποχωρήσει 1,6 χλμ. και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια Στενό. Το ελώδες έδαφος καλλιεργείται πλέον, το νερό έχει εξαφανιστεί από το λόφο, και η Εύβοια έχει πλησιάσει πολύ στην ηπειρωτική χώρα.

Λίγο πιο πέρα φαίνεται ο μικρός λόφος πάνω στον οποίο ήταν ο τάφος του Λεωνίδα, και ακόμη πιο πέρα το μεγάλο βουνό, που περικλείει τη θεσσαλική κοιλάδα και σχηματίζει τη κορυφογραμμή του όρους Οίτη. Το τείχος των Φωκαέων, ο τάφος και η πέτρα του Ηρακλή έχουν εξαφανιστεί, και θα ήταν αβάσιμο να ψάχνω για το μονοπάτι που υπέδειξε στους Πέρσες η εσχάτη προδοσία. Πράγματι, έχουν αλλάξει όλα τόσο πολύ που το μόνο αξιοθέατο των Θερμοπυλών είναι το αξιοσέβαστο συναίσθημα των πράξεων που μαρτυρεί. Αυτές οι αναμνήσεις είναι πράγματι ενδιαφέρουσες. Η ιστορία ίσως να υπερβάλει όσον αφορά τον αριθμό των Περσών, αλλά η εθελοντική αυτοθυσία των ελεύθερων ανδρών της Ελλάδας εναντίον οποιουδήποτε αριθμού κατακτητών είναι το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο. Αυτοί οι άνδρες ήταν ελεύθεροι. Υπάκουαν μόνο στο ένστικτο της ανδρείας και στην πιο περήφανη περιφρόνηση της δουλείας.

Ο οδηγός μου ανέφερε ότι, κατά την παράδοση, το μέρος ήταν θάλασσα μέχρι το βάθος του βράχου, πάνω στο οποίο ήταν προσαρμοσμένοι μπρούντζινοι κρίκοι για να δένουν τα πλοία. Υπάρχουν επίσης ερείπια ενός κτιρίου κοντά στο σημείο που έφτασα, που ίσως να είναι αυτά του ναού όπου συναθροίζονταν οι Αμφικτιονίες.

Η δημοσιά περνάει από το Μώλο. Εγώ πήγα από τα βουνά και έφτασα στη Μενδενίτσα, περίπου δύο ώρες απόσταση από τις Θερμοπύλες. Είναι μια μικρή πόλη με μοναστήρι και ένα μεγάλο κάστρο. Πρέπει να υποθέσω ότι το μέρος κατοικούνταν από τη αρχαιότητα. Αν δεν είναι το Θρόνιο στην περιφέρεια της Λοκρίδας, που λέγεται ότι ήταν στην πεδιάδα, πρέπει να καταλήξω ότι ήταν αυτό το μέρος.

Ο λαουτζίκος των Ελλήνων, που ζει γύρω από τη Λαμία και τον Μώλο, δεν γνωρίζει την ανδρεία που σηματοδοτούν οι Θερμοπύλες, και οι ατελείς θεσμοί τους δεν τους έχουν εμφυσήσει ακόμη τον εκλεπτυσμένο και φλογερό πόθο της ελευθερίας. Αλλά είναι γενναίοι. Έχουν αρκετή συναίσθηση της κακοδαιμονίας τους, αλλά όχι αρκετή κινητικότητα για να την απαλείψουν. Μπορεί ωστόσο κάποια μέρα, όταν βοηθηθούν από το εξωτερικό και κινητοποιηθούν από αυτά τα παθήματα τους, να ενεργήσουν όπως τους αξίζει.

Έχοντας δει αυτά που ήθελα να δω επέστρεψα το βράδυ στο Μώλο. Κοιμήθηκα σε ένα μίζερο χάνι πάνω στο πάτωμα και το πρωί συνέχισα το ταξίδι μου.

Nicholas Biddle

Η Σπάρτη (περίπου 1300π.Χ.-…)

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του Νομού Λακωνίας, στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ.

Η Σπάρτη
Η Σπάρτη και ο Ταΰγετος

Η αρχαία Σπάρτη

Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται και από τον Όμηρο στα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς, ένα διαφορετικό ελληνικό φύλο. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και αρχίζουν να επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περιοίκους και κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. συγκροτούν τη γνωστή, σύμφωνα με τους νόμους του Λυκούργου, κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία και θα νικήσουν το Άργος. Θα καταφέρουν να υποτάξουν τη Μεσσηνία και μέρος της Αρκαδίας και θα συνάψουν αρκετές συμμαχίες, με πρώτη σύμμαχό τους την Τεγέα. Όλα αυτά μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ..

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη των Πλαταιών, ζητήθηκε από τη Σπάρτη να αναλάβει επιθετικό πόλεμο στη Μικρά Ασία κατά των Περσών αλλά αρνήθηκε. Αυτή την ευκαιρία άρπαξε η Αθήνα που δημιούργησε την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Περσών στη Μικρά Ασία και την Κύπρο ως το 451 π.Χ.. Η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη φοβήθηκε και αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Μετά από αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η ελπίδα ότι η Σπάρτη θα κυβερνούσε δίκαια την Ελλάδα, αλλά εγκατέστησε ηγεμονία που δυσαρέστησε όλους και οδήγησε σε δύο πολέμους, τον Βοιωτικό πόλεμο ή Κορινθιακό το 396-387 π.Χ. και τον πόλεμο με τη Θήβα. Στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στρατός ηττήθηκε κατά κράτος από τους Θηβαίους που είχαν επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας ο ενωμένος στρατός της Σπάρτης, της Αθήνας και των συμμάχων τους κατάφερε ένα μεγάλο πλήγμα στη Θήβα και τους δικούς της συμμάχους χωρίς όμως να προκύψει οριστικός νικητής και η Ελλάδα να βυθιστεί στην αβεβαιότητα για πολλά χρόνια. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα μικρό ελληνικό βασίλειο του βορρά, τη Μακεδονία, η οποία υπό την ηγεσία του Φιλίππου Β’ συνέτριψε τους Ιλλυριούς το 358 π.Χ.. Τα επόμενα χρόνια η Μακεδονία θα κυριαρχήσει στην Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ η Σπάρτη θα συνεχίσει να βυθίζεται στην εσωτερική της κρίση και μετά τη μάχη της Μεγαλόπολης και της Σελλασίας η Σπάρτη θα καταρρεύσει τελείως μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π.Χ.).

Ο Μεσαίωνας της Σπάρτης

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Λακωνίας οι οποίες εγκαταλείφθηκαν τον 4ο αιώνα μ.Χ., τόσο η Σπάρτη όσο και το Γύθειο συνέχισαν να κατοικούνται, παρά τους σεισμούς (όπως αυτός του 365), τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43. Προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού όμως η πόλη ερημώνει, αν και είναι πιθανό η ακρόπολη να συνέχισε να χρησιμοποιείται.

Στο Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Σπάρτης εγκατέλειψαν την περιοχή για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, τη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, μετά από μια σλαβική επιδρομή το 587-588 μ.Χ.. Παρόλα αυτά θεωρείται πλέον απίθανο ότι μια εισβολή προκάλεσε τη φυγή των κατοίκων στη Μονεμβασία και στη Σικελία. Η ίδια η Μονεμβασιά είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης δεν έδινε μεγάλη σημασία σε μία μικρή περιοχή του θέματος Πελοποννήσου και κάποιες σλαβικές φυλές στα ορεινά, όπως οι Μηλιγγοί, κατάφεραν να παραμείνουν ανεξέλεγκτες μέχρι την έλευση των Φράγκων.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων της Δ’ Σταυροφορίας πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους, ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Τις τύχες του τόπου καθορίζει μία τοπική αρχοντική οικογένεια, οι Χαμάρετοι. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία τo 1210. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά. Ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς και για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά.

Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την είχαν εγκαταλείψει και είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για περισσότερη ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους (εκτός από λίγα κάστρα) το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σπάρτη τον 19ο αιώνα

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Στις 20 Οκτωβρίου του 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Τα σχέδια της πόλης έκανε ο Βαυαρός Friedrich Stauffert, με βάση τις αρχές του νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδιασμού που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα συμμετρικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία συγκλίνουν προς την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης και την περιβάλλουν εν μέρει. Ο σχεδιασμός αυτός αφορούσε μια πόλη 100.000 κατοίκων. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία ακολούθησε αργότερα τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Παρότι τα σχέδια της οθωνικής περιόδου δεν ακολουθήθηκαν πιστά, η Σπάρτη παραμένει και σήμερα μια πόλη που διακρίνεται για την καλή ρυμοτομία της, τους δενδροφυτεμένους φαρδείς δρόμους, τα πάρκα και τις μεγάλες πλατείες της, καθώς και για τα πολλά παλιά κτήρια που διατηρούνται σε άριστη κατάσταση.

Κατά τη δεκαετία του 1930, με την ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων και την κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, διαμορφώθηκε σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Σήμερα η Σπάρτη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επαρχιακής πόλης που η βασική της οικονομία στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση αυτής της παραγωγής και στον τουρισμό.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί, ωστόσο, οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών – τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wikiΣπάρτη

Η μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.)

Η μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη το 480 π.Χ. (παράλληλα με τη ναυμαχία του Αρτεμισίου) μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα.

Χάρτης της περιοχής που έγινε η μάχη των Θερμοπυλών με την σύγχρονη ακτογραμμή και ανακατασκευασμένη την ακτογραμμή του 480 π.Χ
Χάρτης των Θερμοπυλών

Τα γεγονότα πριν τη μάχη των Θερμοπυλών

Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι’ αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου. Οι Πέρσες, οι οποίοι κατά τις αρχαίες πηγές είχαν εκατομμύρια άνδρες στρατό και κατά τις σύγχρονες εκατό με τριακόσιες χιλιάδες άνδρες, έφθασαν στα στενά στις αρχές του Σεπτεμβρίου.

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, από όπου ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα και όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Εκείνη την περίοδο, οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν τα Κάρνεια, ενώ ήταν επίσης η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων – μια σύγκρουση εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ιεροσυλία. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Έφοροι της Σπάρτης θεώρησαν ότι η επείγουσα κατάσταση ήταν σοβαρή δικαιολογία για να στείλουν στρατό με αρχηγό τον Λεωνίδα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας : είτε η Σπάρτη θα χαθεί είτε θα χάσει ένα βασιλιά.

 [7.220.4] ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο,
 ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι
 πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης
 πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.
 οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων
 ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί
 σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται.
[7.220.4] Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης,
νά τί σας περιμένει:ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν
τα εγγόνια του Περσέα ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα
του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα.
Κι αυτόν των ταύρων η ορμήνα τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων·
του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας
δεν τον σταματά, προ τούτην πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια.

Ο Λεωνίδας πίστευε ότι έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη, γι’ αυτό και πήρε μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν γιους. Κατά τη διάρκεια της πορείας τους, οι Σπαρτιάτες ενισχύθηκαν με άλλους 5.000 άνδρες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να παρατάξει τους Σπαρτιάτες στο κέντρο, όπου βρίσκονταν το πιο στενό σημείο των Θερμοπυλών, ενώ οι Φωκείς ανέλαβαν να χτίσουν αμυντικό τείχος – έστειλε 1.000 Φωκείς να υπερασπιστούν την Τραχίνα, καθώς απ’ εκεί οι Πέρσες μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Έλληνες. Όταν οι Πέρσες έφθασαν στην περιοχή, οι Πελοποννήσιοι έλεγαν ότι έπρεπε να κατεβούν στον Ισθμό της Κορίνθου και να αμυνθούν εκεί. Αλλά οι Φωκείς και οι Λοκροί έπεισαν τον Λεωνίδα να μείνει στο στενό.

Ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν «Μολὼν λαβέ» (αφού / εφόσον έρθεις, πάρ’τα). Η μάχη ήταν αναπόφευκτη, αλλά ο Ξέρξης προτίμησε να περιμένει τέσσερις μέρες, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπιστούν.

Στρατηγική και τακτική της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών ήταν αποτέλεσμα της απόφασης των Ελλήνων να εξουδετερώσουν το μειονέκτημα της μικρής αριθμητικής τους δύναμης, περιοριζόμενοι αποκλειστικά στην άμυνα. Απ’ την άλλη, οι Πέρσες δεν μπορούσαν να μείνουν στις Θερμοπύλες για πολύ καιρό – είτε θα υποχωρούσαν είτε έπρεπε να σπάσουν τις ελληνικές γραμμές. Οι Έλληνες οπλίτες μπορούσαν να κλείσουν το στενό πέρασμα, χωρίς να μπορεί να επιτεθεί στο περσικό ιππικό. Υπήρχε όμως ένα μονοπάτι απ’ όπου οι Πέρσες μπορούσαν να περάσουν και να περικυκλώσουν τους Έλληνες.

Μετά από τέσσερις μέρες αναμονής, οι Πέρσες επιτέθηκαν, αλλά οι Έλληνες αντιστάθηκαν για δύο μέρες. Την τρίτη μέρα, ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους Έλληνες. Όταν το έμαθε αυτό, ο Λακεδαιμόνιος βασιλεύς Λεωνίδας (των Αγιαδών) αποδεσμεύει τις συμμαχικές δυνάμεις, για να οργανωθεί νέα άμυνα των Ελλήνων νοτιότερα, κρατώντας μαζί του στις Πύλες μονάχα επίλεκτες και εθελοντικές δυνάμεις, επιπλέον από τους θρυλικούς 300 Σπαρτιάτες, δηλαδή 900 με 1000 Περίοικους Λακεδαιμόνιους, ίσως μαζί και με Είλωτες(= απόγονοι κατακτημένων Αχαιών), 400 Θηβαίοι και 700 Θεσπιείς με επικεφαλής τον Δημόφιλο, γιο του Διαδρόμου.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών και η ναυμαχία του Αρτεμισίου έληξαν ταυτόχρονα. Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Ο Θεμιστοκλής, όμως, έπεισε τους Έλληνες να μείνουν στη Σαλαμίνα, όπου πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στη Σαλαμίνα θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του Ελλησπόντου, αποφάσισε να υποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Ο Μαρδόνιος έμεινε με τους στρατιώτες που διάλεξε[. Πέρασε τον χειμώνα στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους. Το επόμενο έτος, ο Μαρδόνιος ανακατέλαβε την Αθήνα. Αλλά, οι Έλληνες, υπό την ηγεσία των Σπαρτιατών, αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, για αυτό βάδισαν για την Αττική. Ο Μαρδόνιος υποχώρησε στη Βοιωτία, για να εξαναγκάσει τους Έλληνες να πολεμήσουν στις Πλαταιές. Στη μάχη των Πλαταιών, το ελληνικό πεζικό συνέτριψε τους Πέρσες, ενώ στη μάχη της Μυκάλης, ο ελληνικός στόλος πέτυχε σοβαρή νίκη επί του περσικού στόλου.

Θρύλοι για τη μάχη των Θερμοπυλών

Ο Πλούταρχος, στο έργο Λακαινών Αποφθέγματα, αναφέρει ότι ο Λεωνίδας, όταν ρωτήθηκε από τη σύζυγο του, Γοργώ, τι πρέπει να κάνει αν δεν επιστρέψει, εκείνος απάντησε «ἀγαθὸν γαμεῖν καὶ ἀγαθὰ τίκτειν» (Παντρέψου ένα γενναίο άνδρα και γέννησε γενναία παιδιά). Οι Πέρσες, όταν έφθασαν στις Θερμοπύλες, έστειλαν κατασκόπους (ημεροσκόπους) για να μάθουν πόσους άνδρες είχαν οι Έλληνες. Αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι είδαν τους Σπαρτιάτες που γυμνάζονταν και χτενίζονταν, αλλά ο Ξέρξης δεν τους πίστεψε και έβαλε τα γέλια. Τότε κάλεσε τον Δημάρατο (εξόριστο Σπαρτιάτη βασιλιά) και του επανέλαβε όσα του είχαν πει οι απεσταλμένοι του. Ο Δημάρατος δήλωσε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν οι πιο γενναίοι άνδρες στην Ελλάδα και ότι είχαν την πρόθεση να υπερασπιστούν μέχρι θανάτου τα στενά και κατέληξε λέγοντας ότι αν ο Ξέρξης υποδούλωνε τους Σπαρτιάτες δεν θα υπήρχαν πια άνδρες που θα μπορούσαν να του αντισταθούν.

Ο Πλούταρχος αναφέρεται επίσης στην επίσκεψη των Περσών στη Σπάρτη πριν τη μάχη, όταν πρόσφεραν στον Λεωνίδα τη διοίκηση της Ελλάδος. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς απάντησε ότι προτιμά να πεθάνει για τους Έλληνες παρά να γίνει ο απόλυτος διοικητής τους. Αργότερα οι Πέρσες ζήτησαν την υποταγή των Ελλήνων και τότε ο Λεωνίδας απάντησε «Μολὼν λαβέ». Γνωστό είναι και το παράδειγμα του Διηνέκη, ο οποίος όταν οι Πέρσες απείλησαν ότι θα κρύψουν τον ήλιο με τα βέλη τους, απάντησε «καλύτερα, θα πολεμήσουμε υπό σκιάν» – ο Ηρόδοτος επίσης αναφέρει ότι ο Διηνέκης και οι σύντροφοί του είχαν τραβήξει το σώμα του Λεωνίδα τέσσερις φορές μέχρι που έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

Όταν έληξε η μάχη, ο Ξέρξης ρώτησε να μάθει γιατί τόσοι λίγοι Έλληνες είχαν υπερασπιστεί τα στενά. Τότε μπροστά του παρουσιάστηκαν Αρκάδες που αυτομόλησαν στο περσικό στρατόπεδο και του απάντησαν ότι οι υπόλοιποι Έλληνες συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου ο νικητής έπαιρνε ένα στεφάνι ελιάς. Ο Τιγράνης, Πέρσης στρατηγός, όταν άκουσε αυτό είπε: «παπαῖ Μαρδόνιε, κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς» (μετ. Αλίμονο, Μαρδόνιε, ενάντια σε τί άνδρες μας έφερες να πολεμήσουμε, σ’ αυτούς που δεν πολεμούν για χρήματα αλλά για την αρετή).

Τα επιγράμματα

Ο Σιμωνίδης ο Κείος, μετά τη μάχη, έγραψε ένα από τα πιο γνωστά επιγράμματα.Το επίγραμμα λέγει τα παρακάτω (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο):

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Ω ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι εδώ
ταφήκαμε, υπακούοντας στα προστάγματά τους.

Τα επιγράμματα είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε επιτάφιους και είχαν τη μορφή ελεγειακού δίστιχου. Κατά τον Τζων Ράσκιν, «η υπακοή στην υψηλότερη μορφή της δεν είναι υπακοή στους σταθερούς και υποχρεωτικούς κανόνες, αλλά μια πεπεισμένη ή εθελοντική παραχώρηση σε μια εντολή».

Σημασία της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία. Κυρίως όμως από ηθική άποψη είναι λαμπρό παράδειγμα αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και υπακοής στην πατρίδα. Η μάχη έδειξε τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των Σπαρτιατών, του καλύτερου εξοπλισμού και της έξυπνης χρήσης της διαμόρφωσης του εδάφους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html