Η ναυμαχία του Κατάκολου (1821)

Η ναυμαχία του Κατάκολου αφορά σε μία σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά άγνωστη, όταν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 αντιμετώπισε σφοδρή επίθεση του Καρά-Αλή που με τα βαριά εξοπλισμένα σκάφη του έφερε σε δυσμενή θέση τους Έλληνες ναυτικούς. Την κρίσιμη όμως εκείνη στιγμή ο Σπετσιώτης Μπόντασης επιχείρησε τόλμημα από το οποίο σώθηκε όλη η μοίρα.

Η ναυμαχία του Κατάκολου στις 30 Σεπτεμβρίου 1821
Το Κατάκολο

Όπως αναφέρεται, προχώρησε ταχύτατα με τη Νάβα του ανάμεσα από τουρκικά πλοία. Εκείνα αντί να στρέψουν τα πυροβόλα εναντίον του φοβούμενα ότι το Σπετσιώτικο πλοίο ήταν πυρπολικό έσπευσαν να απομακρυνθούν σε αρκετή απόσταση. Τότε ο Μπόντασης εξαπέλυσε εκεί μια βάρκα γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και της έβαλε φωτιά δημιουργώντας τεχνητό καπνό στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπνός ήταν τόσο πολύς ώστε μετά από λίγο τα πλοία έγιναν αφανή μεταξύ τους και ο Μποντασης γύρισε γρήγορα στα ελληνικά.

Οι Τούρκοι πιστεύοντας ότι η φλεγόμενη βάρκα ήταν το Σπετσιώτικο πλοίο φοβήθηκαν την εφόρμηση προς πυρπόληση και άρχισαν να κανονιοβολούν κατά της εστίας του καπνού και έτσι τα ελληνικά πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν ακτοπλούντα και να περάσουν γύρω από το Κατάκολο.

Πηγή: https://olympia.gr/2018/09/30/η-άγνωστη-ιστορία-της-ναυμαχίας-του-κα/

Please follow and like us:
error0

Η Χαιρεκακία

Η χαιρεκακία, η αίσθηση της ευχαρίστησης των ανθρώπων που απορρέει από τη δυστυχία των άλλων, είναι ένα οικείο συναίσθημα για πολλούς- ίσως ειδικά κατά την διάρκεια αυτής τη εποχής που κυριαρχούν τα social media.

Η χαιρεκακία, η αίσθηση της ευχαρίστησης των ανθρώπων που απορρέει από τη δυστυχία των άλλων
Χαιρεκακία

Αυτό το συχνό, αλλά ακόμη δυσνόητο, συναίσθημα μπορεί να μας παρέχει ένα πολύτιμο τρόπο για να δούμε την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, υποστηρίζει μία ανασκόπηση ψυχολόγων από το Emory University.

Η ανασκόπηση που δημοσιεύεται στο journal New Ideas on Psychology βασίστηκε σε στοιχεία από τρεις δεκαετίες κοινωνικής, αναπτυξιακής, προσωπικής και κλινικής έρευνας για να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο ώστε να εξηγήσει συστηματικά την χαιρεκακία. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι η χαιρεκακία περιλαμβάνει τρία ξεχωριστά και αλληλένδετα στοιχεία: επιθετικότητα, αντιπαλότητα και δικαιοσύνη, τα οποία έχουν ξεχωριστή αναπτυξιακή προέλευση και συσχέτιση με την προσωπικότητα.

Η απανθρωποίηση

Η απανθρωποποίηση φαίνεται να βρίσκεται στον πυρήνα της χαιρεκακίας, λέει ο ψυχολόγος Γουάνγκ και πρώτος συγγραφέας της μελέτης. Τα ερεθίσματα που προκαλούν την χαιρεκακία, όπως οι εντάσεις μεταξύ των ομάδων, τείνουν επίσης να προωθούν την απανθρωποποίηση.

Η απανθρωποποίηση παρουσιάζεται όταν αντιλαμβανόμαστε ότι σε ένα άτομο ή σε μία ομάδα εκλείπουν εκείνα τα χαρακτηριστικά που ορίζουν τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος. Αυτή η αντίληψη μπορεί να είναι λεπτή, όπως αν υποθέσουμε ότι κάποιο μέλος ομάδας από μία διαφορετική εθνότητα δεν νιώθει όλο το φάσμα των συναισθημάτων όπως νιώθει κάποιος που είναι μέλος της ομάδας, σε κάθε περίπτωση με καταφανείς τρόπους, όπως η εξίσωση των σεξουαλικών παραβατών με τα ζώα.

Τα άτομα που συχνά θεωρούν απάνθρωπους τους άλλους έχουν μια προδιάθεση σε αυτό. Η απανθρωποποίηση μπορεί επίσης να είναι περιστασιακή, όπως για παράδειγμα οι στρατιώτες που εξαθλιώνουν ως άτομο τον αντίπαλο μόνο κατά την διάρκεια της μάχης.

Η βιβλιογραφική ανασκόπηση παρουσιάζει ισχυρές ενδείξεις ότι η τάση να βιώνουμε χαιρεκακία δεν παρουσιάζεται μόνη της, αλλά ότι επικαλύπτεται ουσιαστικά με άλλα σκοτεινά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως ο  σαδισμός, ο ναρκισσισμός και η ψυχοπάθεια. Επιπλέον διαφορετικές μορφές της χαιρεκακίας μπορεί να σχετίζονται κάπως διαφορετικά με αυτά τα κακόβουλα χαρακτηριστικά.

Ένα πρόβλημα με τη μελέτη του φαινομένου είναι η έλλειψη ενός ορισμού της χαιρεκακίας, κάτι που κυριολεκτικά σημαίνει «χαλαρή χαρά» στα γερμανικά. Από τους αρχαίους χρόνους, μελετητές καταδίκασαν την χαιρεκακία ως κάτι κακό, ενώ άλλοι την αντιλήφθηκαν ως ηθικά ουδέτερη ή ακόμη και αρετή.

Η χαιρεκακία είναι ένα μυστηριώδες φαινόμενο που είναι δύσκολο να αποτυπωθεί και αναλυθεί. Είναι ένα είδος ζεστής και ψυχρής εμπειρίας που συνδέεται με μια αίσθηση ενοχής. Μπορεί να σε κάνει να αισθανθείς περίεργα όταν νιώθεις ευχαρίστηση ακούγοντας ότι κάποια κακά πράγματα συμβαίνουν σε κάποιον άλλο.

Τρεις θεωρίες για τη χαιρεκακία

  1. Η θεωρία του φθόνου επικεντρώνεται σε μια ανησυχία για την αυτό-αξιολόγηση και μείωση των οδυνηρών συναισθημάτων.
  2. Η θεωρία της αξιοπρέπειας συνδέει την χαιρεκακία με την ανησυχία για την κοινωνική δικαιοσύνη και την αίσθηση ότι κάποιος έλαβε την ατυχία που του άξιζε να του συμβεί.
  3. Η θεωρία των ενδο-συγκρούσεων μεταξύ των μελών των ομάδων σχετίζεται με την κοινωνική ταυτότητα και τη χαιρεκακία που ένιωσαν μετά την ήττα των μελών της αντίπαλης ομάδας, όπως κατά την διάρκεια αθλητικών και πολιτικών διαγωνισμών.

Το άρθρο της ανασκόπησης υποστηρίζει μια ενιαία και κινητήρια θεωρία: Όσον αφορά στην αυτό-αξιολόγηση, την κοινωνική ταυτότητα και την δικαιοσύνη, αυτές αποτελούν τρία κίνητρα που οδηγούν τους ανθρώπους στην χαιρεκακία. Αυτό που απομακρύνει τους ανθρώπους από την χαιρεκακία είναι η ικανότητα να νιώθουν ενσυναίσθηση για τους άλλους και να τους αντιλαμβάνονται ως πλήρεις ανθρώπους και να δείχνουν ενσυναίσθηση γι’ αυτούς.

Οι απλοί άνθρωποι μπορεί προσωρινά να χάσουν την ενσυναίσθηση τους για τους άλλους. Αλλά όσοι παρουσιάζουν συγκεκριμένες διαταραχές προσωπικότητας και αντίστοιχα χαρακτηριστικά- όπως η ψυχοπάθεια, ο ναρκισσισμός ή ο σαδισμός- είναι είτε λιγότερο ικανοί είτε έχουν λιγότερα κίνητρα να βάλουν τον εαυτό τους στην θέση των άλλων.

Χαιρεκακία, συναίσθημα για όλους

Όλοι βιώνουμε το αίσθημα της χαιρεκακίας αλλά δεν μας αρέσει να το σκεφτόμαστε πολύ επειδή δείχνει πόσο αμφίθυμοι μπορούμε να γίνουμε με τους συνανθρώπους μας. Όμως η χαιρεκακία επισημαίνει τις ανησυχίες μας και είναι σημαντικό να την μελετάμε με συστηματικό τρόπο αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη φύση.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthrapsyxologias/prosopikotita/synaisthimatiki-noimosyni/6044-i-xairekakia-sxetizetai-me-tin-pio-skoteini-plevra-tis-anthropinis-fysis.html

Please follow and like us:
error0

Ο «Δον Κιχώτης»

Δον Κιχώτης

Η μάχη με τους ανεμόμυλους

Ο Δον Κιχώτης πέρασε δεκαπέντε μέρες στη βολή του σπιτιού του, και ασχολιόταν με τις υποθέσεις του, χωρίς τίποτα να δείχνει ότι ήθελε να ξαναρχίσει τις τρέλες του. Όλο αυτό το διάστημα κουβέντιασε πολύ με το γεωργό, το χωριανό του, έναν καλοκάγαθο άνθρωπο, αλλά χωρίς πολύ μυαλό στο κεφάλι του. Από τα πολλά που του είπε, τις τόσες υποσχέσεις που του έκανε, στο τέλος έπεισε το δύστυχο χωρικό να μπει στη δούλεψή του ως ιπποκόμος. Ανάμεσα στα άλλα, του έλεγε ο Δον Κιχώτης, πως αν ερχόταν μαζί του με την καρδιά του, γιατί – ποιος ξέρει – όλο και θα του τύχαινε κάποια περιπέτεια από την οποία θα έβγαινε νικητής, θα τον διόριζε διοικητή σε ένα νησί. Με αυτήν, αλλά και με πολλές άλλες υποσχέσεις, ο Σάντσο Πάντσα, έτσι λεγόταν ο χωρικός, άφησε γυναίκα και παιδιά και πήγε ιπποκόμος του Δον Κιχώτη. Ο Δον Κιχώτης βάλθηκε να βρει χρήματα. Αφού πούλησε κάποια πράματα, έβαλε ενέχυρο κάποια άλλα, και ξεπούλησε τα υπάρχοντά του όσο-όσο, συγκέντρωσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Ύστερα, ανακοίνωσε στο Σάντσο Πάντσα τη μέρα και την ώρα που θα ξεκινούσαν, ώστε να πάρει μαζί του ό,τι του ήταν απαραίτητο. Πάνω απ’ όλα του είπε να πάρει προμήθειες για το ταξίδι. Εκείνος δέχτηκε και, μάλιστα, του είπε πως μπορούσε να φέρει και το γαϊδούρι του που ήταν πολύ καλό, γιατί ήταν συνηθισμένο στα μεγάλα ταξίδια. Χωρίς να αποχαιρετήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του ο Σάντσο Πάντσα, όπως ούτε και ο Δον Κιχώτης την οικονόμο και την ανεψιά του, βγήκαν νύχτα από το χωριό χωρίς να τους δει κανείς. Έκαναν πολύ δρόμο, μέχρι να βεβαιωθούν ότι κανείς δε θα τους έβρισκε, όσο και να τους έψαχνε, ώσπου στο τέλος ξημέρωσε. Πήραν το δρόμο τους κουβεντιάζοντας, όταν είδαν στον κάμπο καμιά τριάντα με σαράντα ανεμόμυλους. Ο Δον Κιχώτης, μόλις τους αντίκρισε, είπε στον ιπποκόμο του:«Η τύχη οδηγεί τα βήματά μας.» Βλέπεις εκεί φίλε μου Σάντσο Πάντσα, τριάντα, ίσως και λιγότερους, τεράστιους γίγαντες που ενάντια τους θα πολεμήσω και θα τους πάρω τη ζωή;», «Μα ποιους γίγαντες;» είπε ο Σάντσο.», «Εκείνους εκεί κάτω, δεν βλέπεις;» απάντησε ο αφέντης του, μερικοί μάλιστα έχουν χέρια μακριά ίσαμε δυο λεύγες.», «Κοιτάξτε αφέντη μου,» παρατήρησε ο Σάντσο «εκείνα εκεί κάτω που φαίνονται έτσι δεν είναι γίγαντες, αλλά ανεμόμυλοι, και αυτά που μοιάζουν με χέρια είναι τα φτερά του που, καθώς ο άνεμος τα γυρίζει, κάνουν τη μυλόπετρα να αλέθει.», «Πώς φαίνεται ότι δεν έχεις ιδέα από περιπέτειες! Αυτοί εκεί είναι γίγαντες και, αν φοβάσαι, πήγαινε στην άκρη να προσευχηθείς, όσο θα δίνω την άνιση μάχη ενάντια τους.». Και με αυτά τα λόγια, σπιρούνιασε το Ροσινάντη χωρίς να δίνει σημασία στις φωνές του ιπποκόμου. Ήταν τόσο πεισμένος ότι οι ανεμόμυλοι ήταν γίγαντες, που δεν το κατάλαβε ούτε καν, όταν τους πλησίασε. Στο μεταξύ, τους φώναζε: «Μη φεύγετε δειλά και άνανδρα πλάσματα, ένας και μόνο ιππότης σάς επιτίθεται!» Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε αέρας, τα μεγάλα φτερά των ανεμόμυλων άρχισαν να κινούνται και βλέποντάς το αυτό ο Δον Κιχώτης είπε: «Ε λοιπόν, και περισσότερα από το Βριάρεω χέρια να κινήστε, θα το πληρώστε!». Και με αυτά τα λόγια, πιστεύοντας πως η κυρά του η Δουλσινέα, όπως την είχε ικετεύσει, θα του συμπαραστεκόταν σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή, καλύφθηκε καλά με την ολοστρόγγυλη λεπτή του ασπίδα, κατέβασε οριζόντια τη λόγχη, κάλπασε με όλη του τη φόρα και όρμησε με δύναμη πάνω στον πρώτο ανεμόμυλο που βρέθηκε μπροστά του. Έδωσε ένα χτύπημα με τη λόγχη του στο φτερό του ανεμόμυλου, αλλά ο αέρας το μετακίνησε με τόση ορμή που έσπασε στα δυο τη λόγχη και ξεπέταξε μακριά στα χωράφι άλογο και καβαλάρη. Ο Σάντσο έτρεξε με το γάιδαρό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να βοηθήσει τον αφέντη του, αλλά, όταν έφτασε στο μέρος όπου είχε πέσει, ο Δον Κιχώτης δεν μπορούσε να κουνήσει. «Ο Θεός το ξέρει, είπε ο Σάντσο, μια ώρα δεν φώναζα στην ευγένειά σας να προσέξει καλά τι κάνει, γιατί δεν ήταν γίγαντες, αλλά ανεμόμυλοι;», «Πάψε φίλε μου Σάντσο», απάντησε ο Δον Κιχώτης, «τα πράγματα στον πόλεμο, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αλλάζουν διαρκώς. Και μάλιστα, όσο το σκέφτομαι, τόσο πείθομαι ότι εκείνος ο μάγος ο Φρεστώνας μεταμόρφωσε αυτούς τους γίγαντες σε ανεμόμυλους για να μου στερήσει τη δόξα που θα κέρδιζα αν τους νικούσα. Όμως δεν θα καταφέρουν τίποτα τα φθονερά του μάγια απέναντι στην καλοσύνη του σπαθιού μου!». Και με τη βοήθεια του Σάντσο καβάλησε και πάλι το άλογό του. Εκείνη τη νύχτα την πέρασαν ανάμεσα στα δέντρα. Μάλιστα ο Δον Κιχώτης έκοψε και ένα κλαδί από κάποιο δέντρο και στην άκρη του έμπηξε τη μεταλλική αιχμή από τη λόγχη του που είχε σπάσει. Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα ο Δον Κιχώτης, καθώς η σκέψη ήταν στην κυρά του τη Δουλσινέα. Αντίθετα, ο Σάντσο, που είχε γεμάτο το στομάχι του, κοιμήθηκε μονορούφι.

Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Πηγή: https://www.ispania.gr/arthra/logotexnia/586-don-kixwths-apospasma

Please follow and like us:
error0

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616)

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (Miguel de Cervantes Saavedra, 29 Σεπτεμβρίου 1547 – 22 Απριλίου 1616) ήταν Ισπανός συγγραφέας, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ο μεγαλύτερος συγγραφέας στην ισπανική γλώσσα και ο κατ’ εξοχήν μυθιστοριογράφος παγκοσμίως. Το έργο του ανήκει χρονικά στην «χρυσή εποχή» (περ. 1492-1648) της Ισπανίας, κατά την οποία παρατηρήθηκε εξαιρετική άνθηση στις τέχνες.

Η περιπετειώδης και γεμάτη οδύνες ζωή του κύλησε ανάμεσα στην περίοδο του μεγαλείου της Ισπανίας και στην αρχή της παρακμής της, πράγμα που αποτυπώνεται στο διασημότερο μυθιστόρημά του, ο Δον Κιχώτης, που συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταφρασμένο σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και έχοντας υποβληθεί σε συστηματική ανάλυση και κριτικό σχολιασμό από τον 18ο αιώνα. Το έργο αυτό επηρέασε γενιές πεζογράφων, όχι μόνο στον ισπανόφωνο, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι το πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο, μετά τη Βίβλο.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Στρατιωτικός, μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, λογιστής
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Τα πρώτα χρόνια του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1547 στα περίχωρα της Μαδρίτης, στην πόλη Αλκαλά δε Ενάρες. Ήταν το τέταρτο από τα επτά παιδιά του Ροδρίγο δε Θερβάντες, ενός πλανόδιου χειρουργού και φαρμακοποιού με άστατο βίο.

Από πολύ μικρός αγαπούσε να διαβάζει ό,τι έβρισκε μπροστά του και να γράφει στίχους. Το 1569 δημοσίευσε το πρώτο γνωστό του έργο σ’ έναν τόμο με ελεγείες για την τρίτη σύζυγο του βασιλιά Φιλίππου Β’, Ελισάβετ, ο πρόωρος θάνατος της οποίας είχε βυθίσει στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στρατιωτικός

Το 1570 και σε ηλικία 23 χρονών κατατάχθηκε στο στρατό και την επόμενη χρονιά είχε την τύχη και την ατυχία μαζί να πάρει μέρος στην περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7 Οκτωβρίου 1571.

Στην «πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι», όπως είχε πει ο ίδιος, ο χριστιανικός στόλος υπό τον ισπανό πρίγκιπα Δον Χουάν της Αυστρίας με αρτιότερο οπλισμό και καλύτερη τακτική νίκησε κατά κράτος τον στόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν σχεδόν αήττητος έως τότε, και ανέκοψε την επεκτατική πολιτική του Σουλτάνου προς την Ευρώπη.

Το πλοίο «Μαρκησία», στο οποίο ήταν στρατολογημένος ο Θερβάντες, βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγάλης σύγκρουσης και κανείς από το πλήρωμά του δεν τον ξεπέρασε σε γενναιότητα, όπως μαρτυρούν πολλές αξιόπιστες πηγές. Αν και ταλαιπωρούνταν από πυρετό, αρνήθηκε να κατέβει από το κατάστρωμα και τραυματίστηκε δύο φορές στο στήθος, ενώ μία τρίτη σφαίρα τού έκοψε το αριστερό χέρι «προς μεγαλύτερη δόξα του δεξιού», όπως είπε.

Έπειτα από μία περίοδο ανάρρωσης στη Μεσίνα της Σικελίας, ο Θερβάντες επέστρεψε στην Ισπανία και τον Απρίλιο του 1572 πήρε μέρος στην αποτυχημένη εκστρατεία για την κατάληψη της Τύνιδας. Το 1575, υπηρετώντας στη Νεάπολη (Νάπολι) ζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά, με αίτημα να προαχθεί στο βαθμό του λοχαγού, παρότι είχε μόλις πέντε χρόνια υπηρεσίας στο στράτευμα.

Η αιχμαλωσία του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Στις 20 Σεπτεμβρίου αναχώρησε με πλοίο για τη Μαδρίτη, προκειμένου να υποστηρίξει το αίτημά του. Έξι ημέρες αργότερα, το πλοίο του αποκόπηκε από τα υπόλοιπα και δέχθηκε επίθεση κουρσάρικων καραβιών. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αδελφό του Ροδρίγο και οι δυο τους μαζί με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες οδηγήθηκαν στο Αλγέρι, έδρα διαβόητων πειρατών για πολλά χρόνια.

Έως το 1580, οπότε απελευθερώθηκε με την καταβολή λύτρων, προσπάθησε πολλές φορές να δραπετεύσει, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1576 οργάνωσε μία τέτοια απόπειρα, αλλά ένας ντόπιος που είχε πληρωθεί για να απελευθερώσει τον Θερβάντες, τον αδελφό του και άλλους ισπανούς αιχμαλώτους, τους εγκατέλειψε με αποτέλεσμα να συλληφθούν και να αντιμετωπιστούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα.

Στις αρχές του 1577, κληρικοί από το Τάγμα του Ελέους έφθασαν στο Αλγέρι με 300 κορόνες, που είχαν συγκεντρώσει οι συγγενείς του Θερβάντες. Τα χρήματα αυτά απέφεραν μόνο την απελευθέρωση του αδελφού του Ροδρίγο, ο οποίος μηχανεύτηκε ένα τολμηρό σχέδιο για την απελευθέρωση και του αδελφού του Μιγέλ. Στα περίχωρα του Αλγερίου, ένας άρχοντας της πόλης είχε ένα παραλιακό εξοχικό σπίτι και μέσα στον κήπο υπήρχε μια σπηλιά. Με τη συνδρομή του ισπανού κηπουρού, που ήταν κι αυτός αιχμάλωτος, ο Θερβάντες κρύφτηκε στη σπηλιά μαζί με άλλους 13 συγκρατούμενούς του, περιμένοντας την άφιξη μιας φρεγάτας που θα τους μετέφερε πίσω στην πατρίδα.

Η ηρωική στάση του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Το πλοίο έφθασε όπως ήταν προγραμματισμένο στη διάρκεια της νύχτας, αλλά έγινε αντιληπτό και οι 14 φυγάδες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του κυβερνήτη Χασάν Πασά, ενός Οθωμανού αξιωματούχου, διαβόητου για τη σκληρότητά του. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στάθηκε θαρραλέα απέναντί του και ανέλαβε όλη την ευθύνη για την απόδραση των 14. Ο Χασάν εντυπωσιάστηκε από την ηρωική του στάση και τον εξαγόρασε για την προσωπική του υπηρεσία.

Ο Θερβάντες επιχείρησε και άλλες φορές να αποδράσει, παρότι για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε αλυσοδεμένος. Σε μία από τις απόπειρές του καταδικάστηκε σε 2.000 μαστιγώσεις, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε.

Η οικογένειά του συνέχισε τις προσπάθειες για την απελευθέρωσή του. Ο πατέρας του απηύθυνε έκκληση στον βασιλιά, υπενθυμίζοντάς του τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει ο γιος του, ενώ η μητέρα του συγκέντρωνε χρήματα, τα οποία εμπιστεύθηκε σε δύο μοναχούς του Τάγματος της Αγίας Τριάδας. Οι δύο μοναχοί έφθασαν στο Αλγέρι στις 29 Μαΐου 1580, ακριβώς την περίοδο που έληγε η θητεία του Χασάν Πασά. Τα χρήματα ήταν λιγότερα από τα 500 χρυσά δουκάτα που ζητούσε ο Οθωμανός αξιωματούχος, αλλά χριστιανοί έμποροι της πόλης προθυμοποιήθηκαν να καλύψουν τη διαφορά.

Έτσι, στις 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, ο Θερβάντες, που επρόκειτο να ακολουθήσει τον Χασάν στην Κωνσταντινούπολη ως δούλος του, κηρύχθηκε ελεύθερος και του επετράπη να αναχωρήσει από το Αλγέρι. Στις 24 Οκτωβρίου 1580, πάτησε επί ισπανικού εδάφους ύστερα από χρόνια και αμέσως κατευθύνθηκε προς την Μαδρίτη.

Νέα αρχή για τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Με την επιστροφή του στη Μαδρίτη άρχισε και πάλι να γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα, που όμως δεν τού απέφεραν έσοδα. Έπρεπε να αναζητήσει εργασία έξω από τη λογοτεχνία για τα προς το ζην.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1584 νυμφεύτηκε την κατά 18 χρόνια νεώτερή του Καταλίνα δε Σαλαθάρ ι Παλάθιος, παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της. Του προσφέρθηκαν ως προίκα μερικοί αμπελώνες κι ένας κήπος με οπωροφόρα δέντρα, ποικιλία από έπιπλα, τέσσερις κυψέλες και 45 πουλερικά. Ένα ή δύο χρόνια νωρίτερα, ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες είχε αποκτήσει μία κόρη, την Ισαβέλα, από μία πρόσκαιρη σχέση του με την Άννα Φράνκα δε Ρόχας. Από τη γυναίκα του δεν απέκτησε παιδιά.

Ο θάνατος του πατέρα του, τον Ιούνιο του 1585, αύξησε τις ευθύνες του και τα οικονομικά του προβλήματα, αφού τώρα πια είχε να φροντίσει μια οικογένεια με πολλές γυναίκες, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αδελφές του και μία ανιψιά του. Το γράψιμο εξακολουθούσε να μην του προσπορίζει έσοδα.

Το 1587 μετακόμισε στη Σεβίλλη και ανέλαβε υπηρεσία στον εφοδιασμό του ισπανικού ναυτικού. Όμως, η παράνομη κατάσχεση ενός φορτίου σιταριού της Εκκλησίας τού στοίχισε λίγες μέρες φυλάκισης κι ένα αφορισμό. Παράλληλα, συνέχιζε να γράφει και τον Μάιο του 1595 κέρδισε το πρώτο βραβείο στον ποιητικό διαγωνισμό της Θαραγόθα, με έπαθλο τρία χρυσά κουτάλια.

Τον Σεπτέμβριο του 1597 βρέθηκε και πάλι στη φυλακή, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες, επειδή παράκουσε μία διαταγή να παρουσιαστεί στη Μαδρίτη εντός 20 ημερών.

«Δον Κιχώτης»

Αγάλματα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη
Αγάλματα του Δον Κιχώτη και
του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη

Το 1605 εξέδωσε τον πρώτο τόμο από το έργο που τον έκανε αθάνατο, τον «Δον Κιχώτη» με τον τίτλο «Η ζωή και οι άθλοι του εφευρετικού ευπατρίδη Δον Κιχώτη της Μάντσας». Το έργο αυτό, ως το 1615, όταν κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος του, γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες έζησε σε μία κρίσιμη ιστορική περίοδο της Ισπανίας, όταν άρχιζε να καταρρέει το παλιό καθεστώς της φεουδαρχίας και των ευγενών. Γι’ αυτό σατιρίζει με λεπτή ειρωνεία εκείνους που πίστευαν στα παλιά ιδανικά και ήθελαν να νεκραναστήσουν τις δόξες των ιπποτών.

Ένας ξεπεσμένος ιππότης της Ισπανίας, ο Αλφόνσος Κιχάνο, που μεταβαπτίζεται από τον συγγραφέα σε Δον Κιχώτη – κιχότε ισπανικά σημαίνει πανοπλία – νομίζοντας πως είναι ο μεγαλοπρεπέστερος και γενναιότερος ιππότης του καιρού του, ντύνεται μία πανάρχαια και σκουριασμένη πανοπλία, καβαλικεύει ένα ψωραλέο άλογο, τον Αχαμνόεντα, κι έχοντας για ιπποκόμο του έναν πονηρό και φιλοχρήματο χωριάτη, τον Σάντσο Πάντσα, ξεκινάει για να καταπλήξει τον κόσμο με τα κατορθώματά του.

Η ξαναμμένη φαντασία του βλέπει παντού εχθρούς, που τους πολεμάει και γελοιοποιείται πάντοτε. Το πρώτο χάνι που συναντάει προβάλλει στα μάτια του σαν τεράστιο φρούριο. Μερικοί ανεμόμυλοι του φαίνονται πελώριοι γίγαντες. Ένα κοπάδι πρόβατα τα εκλαμβάνει σαν πολυάριθμο στρατό. Τα γεμάτα με κρασί ασκιά ενός πανδοχείου θεωρούνται πελώριοι γίγαντες.

Ο Δον Κιχώτης επιτίθεται εναντίον όλων αυτών και συνεχώς ρεζιλεύεται. Οι ανεμόμυλοι τον παρασύρουν με τα φτερά τους, οι βοσκοί των κοπαδιών τον κυνηγούν με τις πέτρες και τα κατατρυπημένα ασκιά καταβρέχουν με το περιεχόμενό τους τον Σάντσο. Πάντοτε γελοιοποιημένος, ο Δον Κιχώτης συλλαμβάνεται από τους φίλους του και επιστρέφει στην πόλη κλεισμένος σ’ ένα κλουβί και φορτωμένος σε μία άμαξα, που τη σέρνουν βόδια.

Πάντα, όμως, αμετανόητος ξαναφεύγει και φιλοξενείται από ένα ζεύγος ευγενών, που αφού διασκεδάσει μαζί του, τον πείθει να ξαναγυρίσει πίσω στο σπίτι του. Ο Δον Κιχώτης πείθεται τελικά και όταν πεθαίνει, αφήνει παραγγελία «τα δικά του παθήματα να γίνουν μαθήματα στους άλλους».

Ο κόμης Λέμος και ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Για τον συγγραφέα του «Δον Κιχώτη», όλος αυτός ο θρίαμβος είχε ασήμαντη οικονομική σημασία. Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου, θα δανειστεί 450 ρεάλια από τον τυπογράφο του για να τα βγάλει πέρα.

Ένας καβγάς με μαχαιρώματα έξω από το σπίτι του στο Βαγιαδολίδ τον Ιούνιο του 1605, γεγονός που οδήγησε αυτόν και τους δικούς του στη φυλακή ως υπόπτους, του θύμισε ότι εξακολουθούσε να ζει κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Για τρία ολόκληρα χρόνια ύστερα απ’ αυτό το περιστατικό ο Θερβάντες χάθηκε από τον κόσμο, για να ξαναεμφανιστεί το 1608 στη Μαδρίτη. Εκεί τον περίμεναν καινούργιοι μπελάδες νομικού χαρακτήρα γύρω από πολλά και ποικίλα οικονομικά και οικογενειακά ζητήματα.

Ο σωτήρας του ήταν τελικά ο Κόμης Λέμος, αντιβασιλιάς της Νεάπολης, που τον βοήθησε να ξεπεράσει τα οικονομικά του προβλήματα και να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο γράψιμο τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το 1613 εκδόθηκε ένα από τα σημαντικά έργα του με τίτλο «Υποδειγματικά Μυθιστορήματα», το οποίο αφιέρωσε στον Κόμη Λέμος, όπως και το δεύτερο μέρος του «Δον Κιχώτη».

Στον πρόλογο του έργου διαβάζουμε αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα, που είναι τώρα 65 χρονών. «Χαρακτηριστικά αετήσια, μαλλιά καστανά, φρύδια λεία και δίχως αυλακιές, μύτη κανονική, ασημένιο γένι που πριν από είκοσι χρόνια ήταν χρυσάφι, μακριά μουστάκια, μικρό στόμα, δόντια μόλις έξι, κι αυτά σε κακή κατάσταση και άσχημα κατανεμημένα, ώστε να μην ανταποκρίνονται το ένα στο άλλο, ύψος ανάμεσα στα δυο άκρα, ούτε ψηλός ούτε κοντός, χρώμα μάλλον ανοιχτό παρά σκούρο, με βαριούς κάπως ώμους και όχι τόσο σβέλτος στα πόδια».

Ο Θερβάντες πέθανε στις 22 Απριλίου 1616, σε ηλικία 68 ετών, και την επομένη τάφηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδας στη Μαδρίτη.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1987

Please follow and like us:
error0

Αντικοινωνική συμπεριφορά στους εφήβους

Αντικοινωνική συμπεριφορά και κλείσιμο στον εαυτό είναι φαινόμενα τα οποία είναι πιθανότερο να εμφανιστούν στους εφήβους που αφιερώνουν περισσότερες από τρεις ώρες τη μέρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media), σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Social media
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Η εσωτερίκευση περιλαμβάνει την κοινωνική απόσυρση και τη μοναξιά, τη δυσκολία αντιμετώπισης του άγχους και της κατάθλιψης, καθώς και τη δυσκολία έκφρασης των συναισθημάτων τους. Το αντίθετο πρόβλημα εξωτερίκευσης είναι η επιθετικότητα προς τους άλλους, η ανυπακοή, η γενικότερη αντικοινωνική συμπεριφορά κ.ά.

Οι ερευνητές της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς της Βαλτιμόρης, με επικεφαλής την Κίρα Ριμ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό ψυχιατρικής «JAMA Psychiatry», εξέτασαν στοιχεία για σχεδόν 6.600 παιδιά 13 έως 17 ετών, συσχετίζοντας σε βάθος τριετίας το χρόνο που περνούσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την ψυχική τους υγεία.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι όσο αυξάνεται ο χρόνος στα social media, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα για προβλήματα εσωτερίκευσης, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με αντίθετα προβλήματα συμπεριφοράς. Δεν βρέθηκε συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση social media και μόνο, στα προβλήματα εξωτερίκευσης.

«Πολλές μελέτες έχουν βρει σχέση ανάμεσα στα ψηφιακά ή κοινωνικά μέσα και στην υγεία των εφήβων, αλλά ελάχιστες μελέτησαν το ζήτημα σε βάθος χρόνου. Η μελέτη μας δείχνει ότι οι έφηβοι που περνάνε πολλές ώρες στα social media, είναι πιθανότερο να αναφέρουν προβλήματα εσωτερίκευσης μετά από ένα χρόνο. Δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οπωσδήποτε τα social media προκαλούν τα προβλήματα ψυχικής υγείας, αλλά θεωρούμε ότι ο λιγότερος χρόνος στα social media μπορεί να είναι καλύτερος για την υγεία των εφήβων», δήλωσε η Ριμ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι περίπου το 17% των εφήβων που εξετάσθηκαν δεν έκαναν καθόλου χρήση social media. Το 32% αφιέρωναν σε αυτά λιγότερο από 30 λεπτά τη μέρα, το 31% μισή ώρα έως τρεις ώρες, το 12% τρεις έως έξι ώρες, ενώ το 8% -δηλαδή ένα παιδί στα δέκα- πάνω από έξι ώρες τη μέρα (σ.σ. είναι απορίας άξιο πώς βρίσκουν χρόνο για τα μαθήματα τους και τις εξωσχολικές δραστηριότητες…).

Το 9% των παιδιών (σχεδόν ένα στα δέκα) είχαν μόνο προβλήματα εσωτερίκευσης, το 14% μόνο εξωτερίκευσης, το 18% και τα δύο, ενώ το 59% μικρά έως καθόλου προβλήματα. Δεν βρέθηκαν διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, όσον αφορά τη σχέση χρόνου στα social media και ψυχικής υγείας.

Πηγή: https://www.tovima.gr/2019/09/12/science

Please follow and like us:
error0

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (1571-1610)

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (ιταλ.: Michelangelo Merisi da Caravaggio, 29 Σεπτεμβρίου 1571 – 18 Ιουλίου 1610), γνωστός περισσότερο απλά ως Καραβάτζιο, ήταν Ιταλός ζωγράφος, το έργο του οποίου ανήκει χρονικά στα τέλη του 16ου έως τις αρχές του 17ου αιώνα. Αν και οι πρώιμοι πίνακές του περιλάμβαναν κυρίως προσωπογραφίες, σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους θρησκευτικών σκηνών. Το νατουραλιστικό ύφος του και η ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης των αποστόλων και των μαρτύρων στα έργα του θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσαν τις βλέψεις της Αντιμεταρρύθμισης. Με την τεχνική του κιαροσκούρο κατάφερε να ενισχύσει το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα της πίστης, ενώ συνολικά η επαναστατική τεχνική των δραματικών φωτοσκιάσεων του τενεμπρισμού, όπως την εισήγαγε ο Καραβάτζιο, σφράγισε την μπαρόκ  σχολή της ζωγραφικής.

Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πρώτους μοντέρνους ζωγράφους, ενώ σημαντική θεωρείται η συνολική επίδρασή του στην ευρωπαϊκή ζωγραφική. Παρά την επίδραση που είχε το έργο του στην εποχή του, αλλά και τις ισχυρές αντιδράσεις που προκάλεσε, περιέπεσε σε λήθη τους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, για να επανέλθει στο προσκήνιο κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας και διατηρώντας έως σήμερα περίοπτη θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.

Ο ζωγράφος, Michelangelo Merisi da Caravaggio (Ιταλικά)
Michelangelo Merisi da Caravaggio 

Ο Βίος του Καραβάτζιο

Τα νεανικά του χρόνια

Ο Καραβάτζιο γεννήθηκε το 1571, χρονολογία που επιβεβαιώνεται από μία πρόσφατη ανακάλυψη ενός συμβολαίου με το οποίο ανέλαβε μαθητευόμενος του ζωγράφου Σιμόνε Πετερτσάνο. Πιθανή ημερομηνία γέννησής του θεωρείται η 29η Σεπτεμβρίου, ημέρα γιορτής του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Ο πατέρας του, Φέρμο ήταν διακοσμητής-αρχιτέκτονας και εργαζόταν στην υπηρεσία του Φραγκίσκου Α΄ Σφόρτσα, μαρκησίου του Καραβάτζιο. Σύμφωνα με έγγραφα της εποχής, συμπεραίνεται πως η οικογένεια Μερίζι ήταν εγκατεστημένη στο Μιλάνο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1570, τουλάχιστον μέχρι το θάνατο του Φέρμο Μερίζι από πανούκλα στις 20 Οκτωβρίου 1577. Εξαιτίας της απώλειας τόσο του πατέρα του όσο και του θείου του, η μητέρα του μεγάλωσε τα πέντε συνολικά παιδιά της οικογένειας υπό συνθήκες οικονομικής ανέχειας. Μετά το θάνατο του Φραγκίσκου Σφόρτσα, την προστασία του νεαρού Καραβάτζιο ανέλαβε η οικογένεια των Κολόννα, συνδεόμενη δι’ επιγαμίας με αυτήν των Σφόρτσα.

Ο Καραβάτζιο μαθήτευσε για τέσσερα χρόνια δίπλα στον ζωγράφο Σιμόνε Πετερτσάνο που καταγόταν από το Μπέργκαμο και ήταν μαθητής του Τιτσιάνο. Σχετικά με την δραστηριότητά του κατά την περίοδο της μαθητείας του, ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές. Ήδη στις 6 Απριλίου του 1584 καταγράφεται η παρουσία του στο Μιλάνο, ως μαθητευόμενου του Πετερτσάνο, ενώ νομικά έγγραφα της περιόδου, που πραγματεύονται την κληρονομιά των αδελφών Μερίζι, μαρτυρούν πως ήταν κάτοικος του Καραβάτζιο το Σεπτέμβριο του 1589, τον Ιούνιο του 1590 και στα τέλη Μαρτίου του 1591. Θεωρείται πιθανό πως κατά το ίδιο διάστημα επισκέφτηκε τη Βενετία όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Τζορτζόνε και του Τιτσιάνο.

Στις 11 Μαΐου 1592, οριστικοποιήθηκε το μοίρασμα της οικογενειακής του περιουσίας και ο ίδιος πώλησε το μερίδιο που του απέμενε – μια μικρή έκταση γης – ενώ φαίνεται πως δεν επέστρεψε έκτοτε ποτέ στον τόπο της καταγωγής του, τουλάχιστον όπως αυτό συμπεραίνεται από την απουσία σχετικών αναφορών σε άλλα σύγχρονα έγγραφα στην ευρύτερη περιοχή της Λομβαρδίας. Θεωρείται πιθανό πως αναζήτησε απλώς την επαγγελματική του ανέλιξη σε άλλες πόλεις, ωστόσο σύμφωνα με τον ιστορικό και βιογράφο του Τζοβάννι Πιέτρο Μπελόρι, εγκατέλειψε την περιοχή εξαιτίας ενός διαπληκτισμού του. Μία παρόμοια αναφορά συναντάται και στην πρώτη βιογραφία του Καραβάτζιο από τον Τζούλιο Μαντσίνι, σύμφωνα με την οποία είχε σκανδαλώδη συμπεριφορά λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του.

Παρά το γεγονός πως δεν διαθέτουμε αναφορές σε συγκεκριμένα έργα που φιλοτέχνησε σε νεαρή ηλικία, η εκπαίδευση του και εν γένει η πνευματική κίνηση στο νότο της Ιταλίας θα πρέπει να είχαν καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της τέχνης του. Ο Μαντσίνι δίνει επίσης μία από τις λίγες αναφορές σχετικά με την εκπαίδευσή του, σύμφωνα με την οποία σπούδασε στο Μιλάνο για τέσσερα ή έξι χρόνια. Tα πρώιμα έργα του Καραβάτζιο θεωρούνται επηρεασμένα από τον Πετερτσάνο αλλά και άλλους καλλιτέχνες του Μιλάνου, ενώ δεν μπορούν να αποκλειστούν και επιρροές από τον Τζορτζόνε, τον Τιτσιάνο ή ακόμη και από τον Τζοβάννι Μπελλίνι. Ειδικότερα, στο Μιλάνο είχε δημιουργηθεί εκείνη την εποχή μία νέα σχολή ζωγραφικής, που αντλούσε έμπνευση από την καθημερινότητα, ενώ αρκετοί ζωγράφοι είχαν απορρίψει τη σχολή του μανιερισμού.

Ο Καραβάτζιο στη Ρώμη

Άρρωστος Βάκχος, πιθανό προσωπογραφία του Καραβάτζιο,  Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη.
Άρρωστος Βάκχος,
Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη.

Η εγκατάσταση του Καραβάτζιο στη Ρώμη τοποθετείται χρονικά την περίοδο 1588-92, όταν είχε ήδη αποκτήσει σημαντική εμπειρία στο εργαστήριο του Πετερτσάνο, ωστόσο δεν υπάρχουν σύγχρονες πηγές για τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Μαντσίνι, μετέβη στη Ρώμη σε ηλικία είκοσι ετών (1591), ενώ ασαφές είναι επίσης αν ταξίδεψε εκεί από το Μιλάνο ή αν, όπως αναφέρει ο Μπελόρι, μεσολάβησε η επίσκεψή του στη Βενετία. Η παλαιότερη εκτενής αναφορά στον άσημο τότε Καραβάτζιο φαίνεται πως είναι ένα αρχειακό έγγραφο σχετικά με τις προκαταρκτικές ανακρίσεις που πραγματοποίησε στις 11 και 12 Ιουλίου του 1597 ο συμβολαιογράφος του δικαστηρίου της Ρώμης, Tommaso de Richis, σχετικά με μία υπόθεση εγκλήματος που ωστόσο δεν οδηγήθηκε σε δίκη, ενώ ο ίδιος δεν είχε ανάμιξη σε παραβατική συμπεριφορά αλλά εμφανίστηκε ως μάρτυρας. Οι πίνακες του Καραβάτζιο δεν ανταποκρίνονταν στην κυρίαρχη τάση εκείνης της περιόδου που ήταν ο μανιερισμός και θεωρείται μάλλον απίθανο να έβρισκαν αγοραστές. Επίδραση στην πορεία του Καραβάτζιο είχε αρχικά ένας πλούσιος ιεράρχης, ο Pandulfo Pucci, ο οποίος του πρόσφερε στέγη και τροφή με αντάλλαγμα αντιγραφές διαφόρων θρησκευτικών πινάκων που αναλάμβανε ο Καραβάτζιο, έργα που ωστόσο δεν έχουν διασωθεί. Σύντομα, ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε την οικία του Pucci και λίγο αργότερα προσβλήθηκε από βαριά ασθένεια, κοινή για εκείνη την εποχή, που τον ανάγκασε να περάσει περίπου έξι μήνες στο νοσοκομείο των απόρων Santa Maria della Consolazione. Εκεί, χάρη στις προσπάθειες του ηγούμενου του νοσοκομείου, ο οποίος ήταν γνωστός της οικογένειας των Pucci, αντιμετωπίστηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα και τελικά η ζωή του σώθηκε. Το διάστημα που βρισκόταν στο νοσοκομείο, εμπνεύστηκε και ένα από τα πιο γνωστά έργα του, τον Άρρωστο Βάκχο, που θεωρείται πως πρόκειται για αυτοπροσωπογραφία. Νωρίτερα, ο Καραβάτζιο πιθανότατα εργάστηκε στο εργαστήριο του Λορέντζο Σιτσιλιάνο, μέτριου καλλιτέχνη της εποχής που ειδικευόταν στην κατασκευή προτομών. Βέβαιη θεωρείται η παραμονή του Καραβάτζιο στην οικία του μανιεριστή ζωγράφου Τζουζέπε Τσέζαρι, του επονομαζόμενου Καβαλιέρ ντ’ Αρπίνο, για διάστημα περίπου οκτώ μηνών, αν και οι σχετικές αναφορές σε πρωτογενείς πηγές δεν είναι πάντα σύμφωνες. Κατά τον Μπελόρι, ο Καραβάτζιο εργάστηκε αποκλειστικά ως ζωγράφος λουλουδιών και φρούτων, φιλοτεχνώντας ορισμένες εξαιρετικές συνθέσεις. Με δεδομένο πως η προσωπική συλλογή του Αρπίνο δεν περιέχει έργα αυτού του είδους, εικάζεται πως είτε δεν διασώθηκαν είτε πουλήθηκαν από τον Αρπίνο χωρίς την υπογραφή του δημιουργού τους.

Δουλεύοντας στο πλευρό του Αρπίνο, ο Καραβάτζιο ήρθε σε επαφή με αρκετούς πλούσιους φιλότεχνους στην πόλη της Ρώμης, καθώς επίσης και με εμπόρους τέχνης. Αυτή η περίοδος θα πρέπει να αποτέλεσε και την πρώτη κατά την οποία ο Καραβάτζιο κατάφερε να πουλήσει πίνακές του. Περίπου το 1594, εγκατέλειψε τον Αρπίνο αποφασισμένος να ακολουθήσει μία αυτόνομη πορεία ως ζωγράφος. Ευνοήθηκε από τη γνωριμία του με τον Φαντίνο Πετρινιάνι, ο οποίος του παραχώρησε στέγη και πιθανώς προώθησε έργα του βοηθώντας στην πώλησή τους σε εκκλησιαστικούς κύκλους. Αναφέρεται ότι αυτή την περίοδο φιλοτέχνησε πλήθος έργων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο πίνακας Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο (1596/97, Ρώμη, πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι). Το συνεσταλμένο και περίτεχνο ύφος που καλλιέργησε σε αυτά τα έργα αντλούν από την τεχνοτροπία της βόρειας Ιταλίας ενώ ορισμένα στοιχεία της σύνθεσης στην Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο παραπέμπουν στη βενετική παράδοση.

Παρά τις γνωριμίες του με τον καλλιτεχνικό κόσμο της Ρώμης, επέλεξε να συναναστρέφεται με άλλους άπορους ζωγράφους και να ακολουθεί έναν σκανδαλώδη – για τα πρότυπα της εποχής – τρόπο ζωής, με αποτέλεσμα να έχει και συχνά προβλήματα με την αστυνομία του Βατικανού. Σε αναζήτηση χρημάτων για την επιβίωσή του, στράφηκε σε έναν Γάλλο έμπορο τέχνης με το όνομα Maestro Valentino, ο οποίος τον συμβούλεψε να ζωγραφίσει θρησκευτικούς πίνακες καθώς είχαν μεγάλη ζήτηση. Ωστόσο, ο Καραβάτζιο φαίνεται πως αγνόησε τις συμβουλές του Valentino, καθώς ανάμεσα στα έργα του εκείνης της περιόδου συγκαταλέγονται κυρίως πίνακες με καθημερινά θέματα, από τους οποίους αποκόμισε λίγα χρήματα. Αργότερα, ο Καραβάτζιο φαίνεται πως τελικά πείστηκε να πραγματοποιήσει το πρώτο του θρησκευτικό έργο, το οποίο όμως δεν βασιζόταν σε κάποιο δημοφιλές θέμα όπως η Σταύρωση, αλλά έφερε τον τίτλο Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου (1595). Το τελικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με άλλους πίνακες της ίδιας περιόδου του εξασφάλισε την εκτίμηση αρκετών φιλότεχνων και μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα πρώτα ώριμα έργα του που σηματοδότησε τις απαρχές του μπαρόκ και προανήγγειλε τις μεταγενέστερες θρησκευτικές συνθέσεις του.

Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου, Connecticut, Wadsworth Atheneum
Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου,
Hartford Connecticut, Wadsworth Atheneum

Ο Καραβάτζιο γίνεται διάσημος ζωγράφος

Το επόμενο διάστημα, ο καρδινάλιος Φραντσέσκο Μαρία ντελ Μόντε, εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του Καραβάτζιο, τού πρόσφερε τροφή και στέγη την οποία εκείνος αποδέχτηκε. Ο ντελ Μόντε βρισκόταν στο επίκεντρο των καλλιτεχνικών κύκλων της Ρώμης και ο Καραβάτζιο κατόρθωσε να πραγματοποιήσει διασυνδέσεις με ισχυρούς πάτρονες αλλά και διακεκριμένους ποιητές που με τη σειρά τους προέβαλαν το έργο του. Παρέμεινε στην οικία του τουλάχιστον μέχρι τις 19 Νοεμβρίου του 1600, ενώ στην κατοχή του ντελ Μόντε βρέθηκαν αργότερα δέκα πίνακες του Καραβάτζιο. Εξελίχθηκε σημαντικά, προσφέροντας – κυρίως θρησκευτικούς – πίνακες μεγάλης αξίας. Ζωγράφισε θέματα που σπάνια είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ενώ κάτω από την πίεση των καρδινάλιων, να αποτυπώσει γνωστά βιβλικά θέματα, τα απέδωσε με ένα τρόπο που απείχε από τα καθιερωμένα πρότυπα της εποχής, θυμίζοντας συχνά σκηνές της καθημερινότητας. Ένα παράδειγμα που αποτυπώνει τον αντισυμβατικό χαρακτήρα της τέχνης του Καραβάτζιο αποτελεί ο πίνακας Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο (1596-1597), όπου παριστάνεται η Παναγία με μαλλιά σε έντονο κόκκινο χρώμα και σε αντιδιαστολή με τα ξανθά μαλλιά του Χριστού. Στα τέλη του 16ου αιώνα, ο Καραβάτζιο ήταν ένας αναγνωρισμένος για το ταλέντο του ζωγράφος. Το 1599 ανέλαβε επίσης μία σημαντική παραγγελία για την διακόσμηση του παρεκκλησίου Κονταρέλλι της εκκλησίας του Αγίου Λουδοβίκου των Γάλλων (San Luigi dei Francesi) στην Ρώμη, έργο για το οποίο ήταν υποψήφιοι αρκετοί ακόμη καθιερωμένοι ζωγράφοι. Αν και δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένος ο λόγος που ο Καραβάτζιο ανέλαβε τελικά την παραγγελία, θεωρείται πιθανό πως καταλυτικό ρόλο είχε η επιρροή του ντελ Μόντε.

Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, Πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι, Ρώμη
Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, Πινακοθήκη Ντόρια Παμφίλι, Ρώμη

Η φήμη που απέκτησε μέσα από αυτά τα έργα, είχε ως αποτέλεσμα να αναλάβει μία ακόμη σημαντική παραγγελία για ένα παρεκκλήσι στην εκκλησία Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο. Το συμβόλαιο της συγκεκριμένης συμφωνίας, ανακαλύφθηκε το 1920 και αναφέρεται συνολικά σε δύο έργα που θα παρέδιδε ο Καραβάτζιο. Τα θέματα της παραγγελίας ήταν η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου. Οι πρώτες εκδοχές του έργου απορρίφθηκαν, πιθανόν διότι θεωρήθηκαν προκλητικές, αλλά τελικά ο Καραβάτζιο παρέδωσε με καθυστέρηση το έργο, σε μία μορφή που έγινε αποδεκτή.

Η περίοδος 1602 – 1606 αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγική και δημιουργική για τον Καραβάτζιο. Παράλληλα, συνοδεύτηκε και από προβλήματα με τη δικαιοσύνη. Εξαιτίας μιας δημόσιας αρνητικής κριτικής του κατά του ζωγράφου Τζοβάννι Μπαλιόνε, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος κυρίως χάρη στην επέμβαση ορισμένων καρδινάλιων και του μαρκησίου Τζουστινιάνι. Το 1604, ένας συμβολαιογράφος με το όνομα Μαριάνο Πασκαλόνε, εμφανίστηκε αιμόφυρτος στην αστυνομία δηλώνοντας πως ο Καραβάτζιο είχε αποπειραθεί να τον σκοτώσει. Ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε τότε τη Ρώμη και αναζήτησε καταφύγιο στη Γένοβα, στο πλευρό του πρίγκιπα Μάρτσο Κολόννα. Επέστρεψε στη Ρώμη όταν, για άγνωστους λόγους, ο Πασκαλόνε απέσυρε τις κατηγορίες εναντίον του. Παρά την κακή φήμη που είχε αναπτύξει, η προστασία του από τον πρίγκιπα Κολόννα του έδωσε την ευκαιρία να λάβει αρκετές παραγγελίες, μεταξύ αυτών και μία για την εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Του ανατέθηκε να ζωγραφίσει μία Παναγία, έργο που θα αποτελούσε μία πολύ σημαντική ευκαιρία για την καταξίωση κάθε ζωγράφου. Παρόλα αυτά, ο Καραβάτζιο επέλεξε να ολοκληρώσει το έργο υιοθετώντας μία πλήρως αντισυμβατική προσέγγιση, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ιερόσυλη και ασεβής. Στον πίνακα που παρέδωσε, αποτύπωσε την Παναγία ως μία κοινή θνητή, την Αγία Άννα σαν μια άσχημη γερασμένη γυναίκα και τον Χριστό εντελώς γυμνό παρότι δεν ήταν σε βρεφική ηλικία. Το έργο φυσικά απορρίφθηκε, στερώντας από τον Καραβάτζιο την ευκαιρία να λάβει επίσημη αναγνώριση ως ζωγράφος.

Η εξορία και ο θάνατος του

Στις 29 Μαΐου του 1606, κατά τη διάρκεια λογομαχίας, o Καραβάτζιο σκότωσε με μαχαίρι ένα νεαρό ονόματι Ρανούτσιο Τομασσόνι. Τα αίτια ενδεχομένως να ήταν οικονομικά ή/και ερωτικά ή πολιτικά. Ο ίδιος τραυματίστηκε αλλά κατάφερε να διαφύγει, ενώ οι φίλοι του που ήταν παρόντες στο επεισόδιο φυλακίστηκαν. Για την πράξη του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και εξορία, γεγονός που έδινε το δικαίωμα σε κάθε μέλος της αστυνομίας του Βατικανού να τον εκτελέσει επιτόπου. Ο Καραβάτζιο εγκατέλειψε μεταμφιεσμένος τη Ρώμη αφού αναζήτησε μάταια καταφύγιο στους πρώην προστάτες του. Πρώτο σταθμό της περιπλάνησής του αποτέλεσε η Νάπολι, όπου παρέμεινε αρχικά για περίπου οκτώ μήνες.

Παρά την μεγάλη του επιτυχία και φήμη, εγκατέλειψε την πόλη και έφυγε για την Μάλτα. Η πιο πιθανή αιτία της μετακίνησής του θεωρείται η πρόθεσή του να γίνει Ιππότης του Τάγματος της Μάλτας, ώστε να μπορεί πιο εύκολα να διεκδικήσει μια απονομή χάριτος από τον Πάπα και να επιστρέψει στο μέλλον στη Ρώμη. Εκεί έζησε για περίπου πέντε μήνες, διάστημα στο οποίο ολοκλήρωσε το έργο Ο Άγιος Ιερώνυμος στο σπουδαστήριο του για τον καθεδρικό ναό της Βαλέτας. Άλλοι αξιοσημείωτοι πίνακες της ίδιας περιόδου είναι ο τεραστίων διαστάσεων Αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή (ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του Καραβάτζιο), η προσωπογραφία του Μεγάλου Μάγιστρου Alof de Wignacourt, καθώς και ο Ερωτιδέας που κοιμάται, έργο που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το ασκητικό πνεύμα των Ιπποτών. Ο Καραβάτζιο τελικά εκδιώχθηκε από το τάγμα, χαρακτηριζόμενος ως «διεφθαρμένος και ρυπαρός» (putridum et foetidum) και κατέφυγε στη Σικελία, αρχικά στις Συρακούσες και αργότερα στη Μεσσίνα.

Ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, Καθεδρικός Ναός Αγίου Ιωάννη, Βαλέτα, Μάλτα,  (ο μοναδικός πίνακας που φέρει την υπογραφή του Καραβάτζιο),
Ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, Καθεδρικός Ναός Αγίου Ιωάννη, Βαλέτα, Μάλτα

Το 1609 επέστρεψε στη Νάπολι όπου έγινε εναντίον του απόπειρα δολοφονίας, οι λόγοι της οποίας παραμένουν άγνωστοι. Το καλοκαίρι του 1610 αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και έφτασε με πλεούμενο στο κοντινό στη Ρώμη λιμάνι Πόρτο Έρκολε που βρισκόταν υπό ισπανική κατοχή, ενώ πιθανότατα σταμάτησε να ζωγραφίζει. Εκεί φέρεται να συνελήφθη και να εξαγόρασε την απελευθέρωσή του, τα ίχνη του όμως χάνονται σε αυτό το σημείο. Στις 28 Ιουλίου, δημοσιεύτηκε η είδηση του θανάτου του διάσημου ζωγράφου, ενώ τρεις ημέρες αργότερα μία νέα δημοσίευση αναφερόταν σε θάνατό του από σοβαρή ασθένεια. Ως επίσημη ημερομηνία θανάτου του θεωρείται η 18η Ιουλίου, ωστόσο παραμένει υπό διερεύνηση τόσο ο ακριβής χρόνος όσο και η αιτία του θανάτου του.

Το έργο του Καραβάτζιο

Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου, Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, Ρώμη
Η Σταύρωση του Αγίου Πέτρου,
 Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, Ρώμη

Το έργο του Καραβάτζιο συχνά αντιμετωπίστηκε αρνητικά στην εποχή του, κυρίως λόγω του σκανδαλώδους τρόπου με τον οποίο αποτύπωνε τα θέματά του, ωστόσο ακόμη και οι επικριτές του αναγνώριζαν το ταλέντο του. Η ζωγραφική του θεωρείται πως διαμόρφωσε καταλυτικά τη μπαρόκ σχολή, επιδιώκοντας να ανατρέψει τον μανιερισμό των παλαιότερων ζωγράφων. Διαμόρφωσε ένα ρεαλιστικό ύφος στη ζωγραφική, με έντονα στοιχεία δραματοποίησης και θεατρικότητας. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο των έργων του αποτελούσε η χρήση των φωτοσκιάσεων και των φωτεινών αντιθέσεων (κιαροσκούρο). Αν και η τεχνική αυτή είχε αναπτυχθεί πριν από τον Καραβάτζιο, εκείνος την υιοθέτησε με απόλυτο τρόπο και θεωρείται πως αποτέλεσε τον ιδανικό εκφραστή της. Το δεδομένο στυλ έμεινε γνωστό στην ιστορία της τέχνης ως τενεμπρισμός, δηλαδή ελεύθερη τεχνική η οποία χρησιμοποιεί το σκοτάδι σαν ουσιαστικό στοιχείο ενός έργου.

Ζωγράφιζε με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς προπαρασκευαστικά σχέδια και χρησιμοποιώντας μοντέλα εκ του φυσικού, τα οποία απεικόνιζε απ’ ευθείας στον καμβά. Λεπτομερείς έρευνες πάνω σε πίνακές του, φανερώνουν πως απουσίαζαν ίχνη σχεδίου, ενώ χρησιμοποιούνταν μόνο κάποιες αδρές χαράξεις, κυρίως για τον καθορισμό της σύνθεσης και της θέσης των μοντέλων. Θεωρείται πως η χρήση ζωντανών μοντέλων αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο για το ρεαλισμό που αναζητούσε να αποδώσει.

Μετά το θάνατό του, η φήμη του εξασθένισε γρήγορα και το όνομά του ουσιαστικά εξαφανίστηκε από καταλόγους. Ο πρώτος του βιογράφος ήταν ο ζωγράφος Τζοβάννι Μπαλιόνε, ο οποίος δεν έτρεφε συμπάθεια προς το έργο του. Πολλοί από τους πίνακές του αποδόθηκαν σε άλλους ζωγράφους, ενώ παράλληλα έργα που δεν του ανήκαν αποδόθηκαν σε αυτόν. Μετά από μια μακροχρόνια λήθη, το έργο του Καραβάτζιο άρχισε να επανεκτιμάται στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο Wolfgang Kallab, μελετώντας κάποιους πίνακες, αναγνώρισε σε αυτούς πολλά κοινά στοιχεία και τελικά μετά από ενδελεχή έρευνα τους απέδωσε στον Μικελάντζελο Μερίζι. Εκείνη την εποχή, ελάχιστα ήταν γνωστά για τον Καραβάτζιο, ενώ μόλις ένα έργο έφερε την υπογραφή του. Ωστόσο, με έναυσμα την έρευνα του Kallab και την μεσολάβηση και άλλων ειδικών, σύντομα ξεκίνησε να αποκαλύπτεται το κυρίως σώμα του έργου του Καραβάτζιο. Στην ανάδειξη του έργου του σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης η ανακάλυψη σχετικών εγγράφων στις πόλεις όπου έζησε και δημιούργησε ο Καραβάτζιο.

Το γεγονός είναι ότι το έργο του Καραβάτζιο επηρέασε γενιές καλλιτεχνών του νέου ύφους του μπαρόκ. Ανάμεσά τους οι Τζοβάννι Μπαλιόνε, Λεονέλλο Σπάντα, Οράτσιο Τζεντιλέσκι, Κάρλο Σαρατσένι, Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι, οι Καραβατζιστές της Ουτρέχτης, Φλαμανδοί (Ρούμπενς και Άμπραχαμ Γιάνσσενς, Γάλλοι (Ζωρζ ντε Λα Τουρ και Σιμόν Βουέ) και Ισπανοί (Φρανθίσκο Ριμπάλτα και Χοσέ Ριμπέρα).

Το 1920, ο ιστορικός τέχνης Roberto Longhi μελέτησε περαιτέρω τη δομή και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου του, ισχυριζόμενος πως μεταγενέστεροι καλλιτέχνες όπως ο Γιοχάννες Βερμέερ ή ο Ρέμπραντ δεν θα είχαν υπάρξει χωρίς τον Καραβάτζιο, ενώ η τεχνική ζωγράφων όπως ο Ντελακρουά ή ο Εντουάρ Μανέ θα ήταν ριζικά διαφορετική. Ο Αμερικανός ιστορικός Μπέρναρντ Μπέρενσον επίσης σχολίασε πως «εκτός από τον Μιχαήλ Άγγελο, κανένας Ιταλός ζωγράφος δεν άσκησε τόσο έντονη επιρροή». Οι νέες έρευνες και κριτικές πάνω στο έργο του Καραβάτζιο ενίσχυσαν τη φήμη του και οδήγησαν σε μία πρώτη σημαντική έκθεση με τίτλο Καραβάτζιο και Καραβατζιστές (Caravaggio e dei Caravaggeschi), μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα ακολούθησαν και άλλες εκθέσεις για τον Καραβάτζιο, ο οποίος είχε πλέον αναγνωριστεί ως μεγάλος ζωγράφος του παρελθόντος.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Καραβάτζο

Please follow and like us:
error0

«Σπασμένο Καράβι»

Ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο ποιητής
Ο Γιάννης Σκαρίμπας

Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθειά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

Γιάννης Σκαρίμπας

Πηγή; https://www.sansimera.gr/anthology/344

Please follow and like us:
error0

Ο Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984)

Ο Γιάννης Σκαρίμπας αν και γεννημένος στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας, ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα, καθώς η πόλη αποτελεί σημείο αναφοράς στα κείμενά του. Mιλάει γι’ αυτήν με έναν βαθύτατο ερωτισμό σαν να απευθύνεται σε αγαπημένη γυναίκα.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας, ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας
Ο Γιάννης Σκαρίμπας

Ο Βίος του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893 στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα. Ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο σχολαρχείο του Αιγίου και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα στο Α’ Γυμνάσιο Πατρών. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια (πρώην Νέα Ψαρά) και το 1915 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα, για να εργαστεί εκεί ως εκτελωνιστής.

Εκεί, στη Χαλκίδα, όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο του με την Ελένη Κεφαληνίτη, το 1919, άνοιξε τελωνειακό γραφείο, απέκτησε πέντε παιδιά και έζησε μια ζωή εμπόλεμη, δημιουργώντας έργα αιφνιδιαστικά, πρωτότυπα, ανεξάρτητα από σχολές και ρεύματα, μνημεία μιας προσωπικής τέχνης και υλικά μιας δικής του μυθολογίας.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα –όπως ο Καρυωτάκης με την Πρέβεζα, ο Καβάφης με την Αλεξάνδρεια, ο Παπαδιαμάντης με τη Σκιάθο–, την έκανε σημείο αναφοράς στην ποίησή του, της έδωσε υπόσταση ερωτικού αντικειμένου και, ως σύμβολο ή ως μεταφορά, η επαρχιακή αυτή πόλη του μεσοπολέμου έγινε η σφραγίδα του ποιητικού του κόσμου.

Το έργο του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας εμφανίστηκε στα γράμματα κατά τη δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, σε μια περίοδο που η λογοτεχνία περνούσε κρίση, καθώς οι συγγραφείς εκείνου του καιρού (Καρκαβίτσας, Θεοτόκης κ.α.), επαναλάμβαναν σχεδόν ο ένας τον άλλον, χωρίς να προσθέτουν τίποτα καινούργιο. Για αυτή του την εμφάνιση έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό «Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης», το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα. Βραβεύεται ακόμα για τη συλλογή διηγημάτων του «Καημοί στο Γριπονήσι» σε λογοτεχνικό διαγωνισμό και εξέδωσε τις συλλογές «Το θείο τραγί» και «Η μαθητευόμενη των τακουνιών». Έγραψε και μυθιστορήματα μεταξύ των οποίων είναι ο «Μαριάμπας», «Το σόλο του Φίγκαρο», «Το Βατερλώ των δυο γελοίων», το θεατρικό «Ο ήχος του κώδωνος» και τις ποιητικές συλλογές «Ουλαλούμ» και «Ευατούληδες».

Ξεχωριστή περίπτωση για την ελληνική λογοτεχνία ο Γιάννης Σκαρίμπας, ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη της, ως ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Yπήρξε βιβλιοκριτικός και αιφνιδίασε ως οργισμένος αρθρογράφος ή επιστολογράφος. Δικομανής αλλά και μανιώδης καραγκιοζοπαίχτης, (δημιούργησε όλες τις φιγούρες του θεάτρου σκιών), ο Σκαρίμπας ήταν μια μοναδική, αυθεντική προσωπικότητα που έζησε και δημιούργησε στη Xαλκίδα, φιλοδοξώντας μάλιστα να την προάγει σε κέντρο της περιφερειακής λογοτεχνίας, γιατί πίστευε -πιθανόν δεν είχε άδικο- ότι οι επαρχιώτες συγγραφείς αγνοούνται ή παραγκωνίζονται από τους Aθηναίους συναδέλφους τους.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας και ο υπερρεαλισμός

Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Σουρεαλιστής χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο αναρχικό και παράδοξο ενώ καταστρέφει τους παραδοσιακούς θεσμούς της αφήγησης, παραβιάζει τη σύνταξη και τη γραμμική της τάξη και καταγράφει την πραγματικότητα όπως εκείνος την εννοεί και την αντιλαμβάνεται. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα γιατί τόσο το εικονοπλαστικό του ύφος όσο και ή ιδιόρρυθμη γλώσσα πού χρησιμοποίησε στα έργα του, προκάλεσε αίσθηση για την εποχή εκείνη. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας, ενώ τον διακατείχε ένα ιδιαίτερο πάθος και αγάπη για τον Καραγκιόζη, τον οποίο θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου, αφού μέσα από αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα και οι καημοί του λαού.

Το τέλος του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του τη ζωή στη Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.

Η προτομή του, φιλοτεχνημένη από τον σπουδαίο Ευβοιώτη γλύπτη Αντώνη Καραχάλιο, βρίσκεται στην Χαλκίδα. Στην βάση της υπάρχει πλάκα με στίχους ενός από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Σκαρίμπα εξαιτίας και της μελοποίησης του.

Φίλοι του Γιάννη Σκαρίμπα

Οι συντοπίτες του, που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, δύο μήνες μετά το θάνατό του (1984) ίδρυσαν τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Φίλοι του Σκαρίμπα» τιμώντας μέχρι σήμερα τη μνήμη του. Δημιούργησαν, ακόμη, με τη βοήθεια του δήμου «Mουσείο Σκαρίμπα», όπου στεγάζονται τα περισσότερα αντικείμενα της προσωπικής του ζωής, οι εκδόσεις όλων των βιβλίων του, ό,τι γράφτηκε γι’ αυτόν από πνευματικούς ανθρώπους, οι φιγούρες του Kαραγκιόζη που έφτιαχνε και γενικά ό,τι έχει σχέση με τον ίδιο και το έργο του.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας σήμερα

Αρκετοί συνθέτες και τραγουδοποιοί έχουν μελοποιήσει ποιήματα του μεγάλου Χαλκιδέου συγγραφέα και ποιητή. Ανάμεσα τους και οι Γιάννης Σπανός και Διονύσης Τσακνής. Ο Διονύσης Τσακνής μελοποίησε 12 ποιήματα του και πραγματοποίησε την μουσική παράσταση Εαυτούληδες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Η εργογραφία του Γιάννη Σκαρίμπα

  • Καϋμοί στο Γριπονήσι, διηγήματα (1930)
  • Το θείο τραγί, διηγήματα (1933)
  • Μαριάμπας, μυθιστόρημα (1935)
  • Ουλαλούμ, ποιήματα (1936)
  • Το σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα (1939)
  • Εαυτούληδες, ποιήματα (1950)
  • Ο ήχος του κώδωνος, θέατρο (1950)
  • Το Βατερλώ δύο γελοίων, μυθιστόρημα (1959)
  • Η μαθητευομένη των τακουνιών, τρεις νουβέλες (1961)
  • Βοϊδάγγελοι, ποιήματα (1968)
  • Άπαντες στίχοι, ποιήματα (1970)
  • Το ’21 και η αλήθεια, Η τράπουλα και Οι γαλατάδες, ιστορία (1971–1977)
  • Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας, θέατρο (1971)
  • Η περίπολος Ζ΄, χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972)
  • Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, διηγήματα (1973)
  • Φυγή προς τα εμπρός, μυθιστόρημα (1976)
  • Τρεις άδειες καρέκλες, διηγήματα (1976)
  • Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, θέατρο (1977)
  • Τα πουλιά με το λάστιχο, χρονογραφήματα (1978)
  • Τα καγκουρώ, θέατρο (1979)
  • Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, αντιδιηγήματα (1979)
  • Η κυρία του τραίνου, θέατρο (1980)
  • Ο πάτερ Συνέσιος, θέατρο (1980)

https://eviaportal.gr

Please follow and like us:
error0

Η Φλώρινα (6000 π.Χ.-…)

Η Φλώρινα είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Φλώρινας και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας στην Δυτική Μακεδονία. Η πόλη της Φλώρινας βρίσκεται σε υψόμετρο 687 μέτρων και έχει πληθυσμό 17.686 κατοίκους (απογραφή 2011).

Άποψη της Φλώρινας από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα προς τα ΒΑ
Η Φλώρινα

Ιστορία της Φλώρινας

Η Φλώρινα στην Αρχαιότητα

Η Φλώρινα κατοικείται τουλάχιστον από το 6.000 π.Χ. καθώς ευρήματα μαρτυρούν την πρώτη εγκατοίκηση. Ο παραλίμνιος προϊστορικός οικισμός του Αγίου Παντελεήμονα, που βρίσκεται 3 χλμ. δυτικά της σύγχρονης εγκατάστασης, παρουσιάζει εκτεταμένη διάρκεια κατοίκησης, η οποία καλύπτει χρονικά 5300 χρόνια και εκτείνεται στο σύνολο σχεδόν της Νεολιθικής Εποχής και Εποχής του Χαλκού (6500-1200 π.Χ.).

Η περιοχή κατακλύστηκε από ελληνόφωνα φύλα γύρω στο 19ο αιώνα π.Χ. όταν η βορειότερη Πελαγονία ήταν ένα από τα δύο κύρια κέντρα του ελληνόφωνου κόσμου (το δεύτερο ήταν η Χαονία). Τους αμέσως επόμενους αιώνες, ελληνόφωνα φύλα όπως οι Αχαιοί και οι Αιολείς μετανάστευσαν νοτιότερα, υπό την πίεση των Βρυγών. Η γη των Βρυγών αποτελούσε μέρος της αρχαίας Λυγκηστίδος (η περιοχή οφείλει την ονομασία της στον πρώτο μυθικό βασιλιά της, τον ήρωα και αργοναύτη Λυγκέα). Ήταν πάντα αυτόνομο κράτος με δυναστεία που συγγένευε με τους Βακχιάδες της Κορίνθου. Εντούτοις, το εθνικό υπόβαθρο της περιοχής παρέμεινε ελληνικό, και αφού αποχώρησαν οι Βρύγες στη Μικρά Ασία (15ος αιώνας π.Χ.), τους επόμενους αιώνες, σημείωσε ιδιαίτερη πληθυσμιακή ανάπτυξη. Αυτό οδήγησε σε νέα μετανάστευση νοτιότερα κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. που έμεινε γνωστή ως κάθοδος των Δωριέων. Στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονος, υπάρχει αρχαιολογικός χώρος οικισμού που κατοικούνταν αδιάλειπτα από το 16ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ. και από το 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ. 

Οι σπουδαιότερες πόλεις ήταν η Ηράκλεια που ίδρυσε ο Φίλιππος το 352 π.Χ. στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η Φλώρινα, η Κέλλα (σημερινή Κέλλη), η Βεύο (σημερινή Βεύη) και η Μελιτώνα (σημερινή Μελίτη) με κατοίκους Έλληνες Δωρικής καταγωγής. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ηροδότου στο κεφάλαιο του Ουρανία (137) για τη Λεβαία, που σήμερα ανήκει στο Δήμο Φιλώτα: «Του δε Αλεξάνδρου τού έβδομος γενέτωρ Περδίκκας εστί ο κτησάμενος… την τυραννίδα τρόπω τάδε εξ’ ργεως έφυγον ες Ιλλυριούς των Τημένου απογόνων τρεις αδελφέοι, Γαυάνης τε και Αέροπος και Περδίκκας… απίκοντο ες Λεβαίην πόλιν… οι δε απικόμενοι ει άλλην γην της Μακεδονίας οίκησαν πέλας των κήπων…». Ιδρυτής της Λυγκηστικής δυναστείας ήταν ο Βρομερός, πατέρας του Αρραβαίου και παππούς της γιαγιάς του Αλεξάνδοου του Γ’ του Μεγάλου. Ο Φίλιππος ο Β’ -πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου – προσάρτησε την περιοχή στο Βασίλειο της Μακεδονίας. Η περιοχή γνωρίζει μεγάλη ακμή στην ελληνιστική περίοδο. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στην επιφάνεια την ελληνιστική πόλη των Πετρών (κοντά στο Αμύνταιο) και ομόχρονη με την Πέλλα και το Δίον και την Ακρόπολη Ηράκλειας (στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονα πάνω από τη Φλώρινα).

Η Φλώρινα στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή

Όπως μαρτυρεί η ανεύρεση λατινικών επιγραφών και ρωμαϊκών αγγείων και νομισμάτων, ο σημαντικός αυτός οικισμός επιβίωσε ως το τέλος της ρωμαϊκής αρχαιότητας, χάρη στην εξαιρετικά στρατηγική θέση του, καθώς ασκούσε έλεγχο σε δυο σπουδαίους δρόμους, δηλαδή στη ρωμαϊκή Εγνατία οδό και στο δρόμο που έφερνε, μέσω των στενών του Πισοδερίου, από την περιοχή των Πρεσπών στον κάμπο της Φλώρινας. Η θέση της πόλης ως φυσικό πέρασμα από το λεκανοπέδιο Πρεσπών προς το λεκανοπέδιο Λυγκηστίδας ανάμεσα στα όρη Βαρνούντας και Βέρνο, δημιούργησε την ανάγκη για την κατασκευή φρουρίου ήδη από την αρχαιότητα. Λόγω της στρατηγικής της θέσης έγινε συχνά πεδίο μαχών, κάτι που εμπόδισε την ανάπτυξή της. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής έπαιξε η Εγνατία οδός. Το 148 π.Χ. όταν η Μακεδονία γίνεται Ρωμαϊκή Επαρχία, η περιοχή της Φλώρινας υπάγεται στην 4η Τοπαρχία της «Άνω Μακεδονίας». Αργότερα κατά τη Βυζαντινή περίοδο το φρούριο κτίστηκε ψηλότερα στους πρόποδες του Βαρνούντα  και έμεινε γνωστό ως «Κάστρο του Χλερηνού». Γι αυτό και ο οικισμός κατά το μεσαίωνα αναφέρεται ως «Χλερηνός» και εξελίχθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή, σε πόλη. Το όνομα «Χλερηνός» προέρχεται πιθανώς από τη λέξη «χλωρό» λόγω του κλίματος και της βλάστησης της περιοχής.

Η Φλώρινα επί Οθωμανικής κυριαρχίας

Επί Τουρκοκρατίας η Φλώρινα ήταν τοπικό εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων της Μουσουλμάνοι. Το 16ο αιώνα δρα στην περιοχή ο αρματολός Τσολάκης. Από τη Φλώρινα κατάγονταν ο νεομάρτυρας Αγαθάγγελος που μαρτύρησε το 1727 στο Μοναστήρι. Στις αρχές του 19ου αιώνα η Φλώρινα, κείμενη βορείως της νοητής γραμμής που αποτελούσε το βόρειο όριο της συμπαγούς ελληνοφωνίας στη Μακεδονίας, ήταν μία νησίδα ελληνογλωσσίας σε μία εν πολλοίς αλλόφωνη ενδοχώρα, που, ως έδρα μητρόπολης όπου λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία, δρούσε ως εστία εξελληνισμού των Αλβανών, Βλάχων και Σλάβων που συνέρρεαν από την ύπαιθρο στην πόλη, δίχως, ωστόσο, να εξαλειφθεί η αλλοφωνία. Κατά το 1821 οι Έλληνες ήταν περίπου 80 οικογένειες. Οι Φλωρινιώτες συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Σημαντικότερος αγωνιστής, ήταν ο Αγγελίνας που πολέμησε, μεταξύ άλλων, και στην Κρήτη. Φλωρινιώτες επίσης, πολέμησαν στο Μεσολόγγι. Μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ήταν οι αδελφοί Λουκάς και Νικόλαος Νεδέλκος, καταγόμενοι από την περιοχή της Φλώρινας. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν στην κεντρική πλατεία της πόλης τους 7 σημαντικότερους προκρίτους, και τους κρέμασαν. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Φλώρινα είναι σημαντικό κέντρο μεταποίησης καπνών, διάσημη για τα καπνοξηραντήριά της.

Οι Εθνικοί Ανταγωνισμοί της Φλώρινας

Ως αποτέλεσμα του εξελληνιστικού ρόλου που διαδραμάτιζε το ελληνικό σχολείο, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μεγάλο τμήμα των κατοίκων της Φλώρινας, ιδίως οι νέοι, συνήθιζαν να μιλούν τα ελληνικά και στο σπίτι τους. Το 1881 οι Έλληνες οπλαρχηγοί Ναούμ Κωνσταντινίδης (ή Καραναούμ ή Ορλίνης) και Νάιδος εισέβαλαν με το σώμα τους στην πόλη και απήγαγαν τον Οθωμανό καϊμακάμη (έπαρχο), σε μια προσπάθεια να σταματήσουν οι διώξεις των ανταρτών της  Επανάστασης του 1878. Μετά την Επανάσταση του 1878 που είχε αναστατώσει την περιοχή, και την ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους, άρχισαν να εμφανίζονται στην περιοχή της Φλώρινας, πολυάριθμες Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες, σταλθείσες από τη Βουλγαρία με σκοπό να πιέζουν τους κατοίκους να μεταστραφούν στην Βουλγαρική Εξαρχία. Μάλιστα, όταν το 1885 πήρε τα όπλα και άρχισε να δρα στην περιοχή ο καπετάν Τσανάκας, ως αντίδραση στις Βουλγαρικές επιθέσεις, οι Οθωμανικές αρχές, παρόλο που η ομάδα ντύνονταν με την τοπική Ελληνική φουστανέλα και μιλούσε ελληνικά, ήταν πεπεισμένες ότι επρόκειτο για Βουλγαρική ομάδα, που προσπαθούσε να παραπλανήσει τις αρχές ως προς την καταγωγή της. Οι Βούλγαροι προκειμένου να δελεάσουν τους Έλληνες μαθητές να εγγραφούν στο σχολείο τους, είχαν εισάγει και την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι μαθητές του εν λόγω σχολείου ήταν ελάχιστοι κατά το 1883, και συνεχώς μειώνονταν, αφού προσέτρεχαν στα Ελληνικά σχολεία της πόλης. Το 1884 η Κοινότητα Φλωρίνης έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς την Υψηλή Πύλη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, για τις ψευδείς και παραποιημένες στατιστικές του πληθυσμού που διοχέτευαν εντέχνως οι Βούλγαροι προς τους Ευρωπαίους, και αρκετές είχαν μάλιστα υιοθετηθεί, διατρανώνοντας την Ελληνική τους συνείδηση. Κατά την επίσημη Οθωμανική απογραφή του 1885, στην υποδιοίκηση Φλώρινας οι Έλληνες αποτελούσαν τα 2/3 του συνολικού πληθυσμού, παρόλο που οι Βούλγαροι με διάφορες μεθοδεύσεις είχαν κατορθώσει, να χαρακτηρίζονται οι σλαβόφωνοι Έλληνες, ως «πατριαρχικοί Βούλγαροι» (ήταν η πρώτη φορά που εισάχθηκαν οι έννοιες «πατριαρχικοί» και «εξαρχικοί» κατ’ απαίτηση των Βουλγάρων).

Τα δυσμενή για τους Βούλγαρους, αποτελέσματα της απογραφής εντατικοποίησαν τις ενέργειές τους και εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που σημειώνονταν στην Ανατολική Ρωμυλία, βρήκαν την ευκαιρία να αποστείλουν εκατοντάδες πολυάριθμα ένοπλα σώματα σε όλη τη Μακεδονία. Στην περιοχή της Φλώρινας, η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη και η Βουλγαρική τρομοκρατία, σχεδόν παρέλυσε την οικονομική ζωή. Οι Οθωμανικές αρχές αναγκάστηκαν να εγκαταστήσουν στη Φλώρινα ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Στα τέλη του 1886, αποκαλύφθηκε η μυστική οργάνωση των Ελλήνων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, που δρούσε από το 1867 υπό τον Αναστάσιο Πηχεώνα, και ξέσπασαν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων κατοίκων, τα γνωστά Πηχεωνικά. Στην πόλη της Φλώρινας πολλοί κάτοικοι διώχθηκαν, καθώς από τις ανακρίσεις αποκαλύφθηκε ότι πολλοί Φλωρινιώτες ήταν συνεργαζόμενοι με την «νέα Φιλική Εταιρεία». Τελικά, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν αρκετοί Φλωρινιώτες, ενώ ο ιατρός Αργύριος Βούζας εξορίστηκε. Το Σεπτέμβριο του 1888, ο βοηθός  επίσκοπος Μογλενών και Φλωρίνης και Επίτροπος Φλωρίνης, Άνθιμος Πελτέκης αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Φλώρινα, προκειμένου να εγκατασταθεί για το χειμώνα στη Γευγελή για να εισπράξει τους εκεί φόρους, της μητρόπολης. Οι Βούλγαροι εκμεταλλεύτηκαν το κενό που δημιουργήθηκε στην πόλη, προκειμένου να μεταστρέψουν πολλούς κατοίκους στη Βουλγαρική Εξαρχία.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν σε 9 με 10 χιλιάδες, από τους οποίους τα 3/4 ήταν Μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι Χριστιανοί και Τσιγγάνοι. Το 1890  ο Γάλλος περιηγητής Βικτόρ Μπεράρ επισκέφθηκε την πόλη και ανέφερε πως τα 3/4 των κατοίκων (1.500 σπίτια) ήταν Μουσουλμάνοι (κυρίως Αλβανοί και Σλάβοι προσηλυτισμένοι και περίπου εκατό οικογένειες Τούρκων). Όλοι οι Χριστιανοί, περίπου 500 οικογένειες, χρησιμοποιούσαν την ελληνική και αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, εκτός από περίπου 200-300 φανατικούς νεοπροσήλυτους Βουλγάρους, που απολάμβαναν της προστασίας της τοπικής οθωμανικής διοίκησης. Κατά την Επανάσταση του 1896 – 1897, πολλοί Φλωρινιώτες ξεσηκώθηκαν ενάντια στα Βουλγαρικά ένοπλα σώματα, ενώ κατά την άφιξη των σωμάτων των Τάκη Περήφανου (Νάτσιου), Λάζου Βαρζή και Ιωάννη Τσάμη κοντά στην πόλη, προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή που οδήγησε στην εγκατάσταση ισχυρού  Οθωμανικού  στρατιωτικού αποσπάσματος 200 ανδρών στην πόλη για την καταστολή της εξέγερσης. Σύμφωνα με Αυστριακές στατιστικές του 1897, στην πόλη της Φλώρινας επικρατεί το Ελληνικό στοιχείο. Το 1898 λόγω της συνεχιζόμενης διαμάχης ανάμεσα, από τη μία, των εκπροσώπων της Ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή των προξένων Μοναστηρίου, που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική ένοπλη βία χωρίς καμία συνεννόηση και συνεργασία με την τοπική μητρόπολη Μογλενών, και από την άλλη, των Μητροπολιτών, οι κάτοικοι είχαν χωριστεί σε δύο αντιμαχόμενες πτέρυγες (φιλομητροπολιτική και αντιμητροπολιτική). Για το λόγο αυτό, ο Μητροπολίτης Ιωαννίκιος Μαργαριτιάδης απέστειλε το ίδιο έτος επιστολή προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αναλύοντας τους προβληματισμούς του για την τεταμένη κατάσταση και μάλιστα, εντός μίας ολοένα και εχθρικότερης προς τους Έλληνες Μητροπολίτες, Οθωμανικής Διοίκησης. Για τον ίδιο λόγο, το ίδιο έτος, ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος, απέστειλε επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, προτείνοντας να αποσπαστούν τα Μογλενά (Αλμωπία) από τη Μητρόπολη και να δημιουργηθεί μία νέα Μητρόπολη Πρεσπών και Φλωρίνης, ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη διοικητική οργάνωση, ανταποκρινόμενη στην ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο. Τελικά, οι προτάσεις του δεν υλοποιήθηκαν.

Την περίοδο 1899 – 1900 οι Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες στην περιοχή οργάνωσαν μαζικές δολοφονίες Ελλήνων επιφανών ανδρών, μεταξύ των οποίων και ο Φλωρινιώτης Κωνσταντίνος (Κώτσης) Πέτρου. Την ίδια χρονιά, ο αρχηγός των κομιτατζήδων στην περιοχή, Γεώργης Ιβάνωφ (Μάρκος), που γνώριζε άπταιστα ελληνικά, κατάφερε να οργανώσει πυρήνα εντός της πόλης της Φλώρινας, διαδίδοντας ότι στοχεύει στην Ελληνοβουλγαρική σύμπραξη, επιδεικνύοντας τα όπλα του που είχε φέρει λαθραία από την Αθήνα. Λόγω της εντεινόμενης Βουλγαρικής τρομοκρατίας στον τοπικό πληθυσμό, ο Έλληνας  πρόξενος  Μοναστηρίου Σταμάτης Κιουζές Πεζάς το 1901 πρότεινε τη σύσταση τριμελούς επιτροπής από Φλωρινιώτες για την οργάνωση του αγώνα και τη συγκρότηση ένοπλων Ελληνικών σωμάτων. Σε στατιστική της σχολικής χρονιάς 1901/1902 οι Έλληνες μαθητές υπερτερούσαν σαφώς έναντι των Βουλγάρων. Στις αρχές του 1902, οι Βούλγαροι, στα πλαίσια της προπαγάνδας, διέρρευσαν ψευδώς ότι θα εγκατασταθεί στη Φλώρινα Βούλγαρος επίσκοπος, κάτι που προκάλεσε νέα απογοήτευση στον Ελληνικό πληθυσμού. Προς επίρρωση των φημών μάλιστα, αντιπρόσωποι της Βουλγαρικής κοινότητας Μοναστηρίου ευχαρίστησαν δημόσια το Βαλή (Περιφερειάρχη) του Βιλαετίου Μοναστηρίου για την ευνοϊκή στάση του Σουλτάνου προς τους Βούλγαρους.

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου του 1902, ο καπετάν Κώττας Χρήστου, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τον Αναστάς Γιάγκωφ και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή, σχεδίασε επίθεση, από κοινού με τον Γιάγκωφ, στη Φλώρινα. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων κατοίκων που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ, μισητό εχθρό αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του Βουλγαρικού κομιτάτου. Έτσι, όταν επιχειρήθηκε η επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε τότε, επιστολή στον Έλληνα ιατρό Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός, η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις Οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας (Τρίβουνο), που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις ελληνικές ενέργειες. Στις αρχές του 1903, ο Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας είχε συγκροτήσει μυστική επιτροπή στη Φλώρινα με τους Φλωρινιώτες Γεώργιο Λουκά, Πέτρο Χατζητάση, Αθανάσιο Κοτλάρτζη και Στέργιο Σαπουντζή προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική βία (το 1904 ως εκπρόσωπος της “Επιτροπής Φλώρινας” στάλθηκε στην Αθήνα και επέστρεψε συνοδεύοντας τον Παύλο Μελά). Στα μέσα του 1903 τα πολυάριθμα Βουλγαρικά σώματα που δρούσαν στην περιοχή, στα πλαίσια της προετοιμαζόμενης εξέγερσης πύκνωσαν τις επιθέσεις τους, ώστε να προκαλέσουν τα Οθωμανικά αντίποινα κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Έτσι, στα μέσα του 1903 επιτροπές κατοίκων της Φλώρινας (Ελλήνων και Βουλγάρων) μετέβηκαν στο Μοναστήρι  προκειμένου να διαμαρτυρηθούν στους Ευρωπαίους προξένους και να ζητήσουν της προστασίας τους. Παρά την καταπίεση, κατά την εξέγερση του Ίλιντεν, ελάχιστοι Φλωρινιώτες συμμετείχαν,  αναφέρονται μόνο δυο αδέρφια από την πόλη της Φλώρινας.

Η Φλώρινα στο Μακεδονικό Αγώνα

Η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας στην εικόνα
Ο Νικόλαος Πύρζας

Στο Μακεδονικό Αγώνα, η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας (1880 – 1947) και ο Πέτρος Χατζητάσης, ενώ ηγετική μορφή στην περιοχή ήταν ο Ξενοφών Πούσκας. Σε απογραφή των πατριαρχικών κατοίκων της πόλης που διενεργήθηκε το 1905 από το Μητροπολίτη Μογλενών και Φλωρίνης Άνθιμο για το χωρισμό τους σε ενορίες καταγράφονται 406 ελληνορθόδοξες οικογένειες. Από το καλοκαίρι του 1906, η δράση των Ελληνικών αντάρτικων σωμάτων καρποφόρησε, και στην πόλη της Φλώρινας, καθώς και στη γύρω περιοχή, σταμάτησαν πλέον να δρουν Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Ταυτόχρονα, η Ελληνική εκπαιδευτική δραστηριότητα είχε επικρατήσει πλήρως, παρά την άστοχη παρουσία του Μητροπολίτη Άνθιμου. Τον Ιούλιο του 1907, οι Βούλγαροι δολοφόνησαν τον ιερέα της πόλης παπα-Κωνστάντιο. Σε αντίποινα ο Αρ. Γιαννόπουλος, γραμματέας της Μητρόπολης, σκότωσε τον Βούλγαρο ιερέα παπα-Ηλία. Για την ενέργειά του αυτή, συνελήφθη και εκτελέστηκε από τις Οθωμανικές αρχές. Κατά τα έτη 1906 και 1907 οι συγκρούσεις Ελληνικών και Βουλγαρικών ομάδων στην περιοχή ήταν τόσο έντονες, που οι Οθωμανικές αρχές για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση προέβαιναν σε αθρόες συλλήψεις, φυλακίσεις, αλλά και φόνους χριστιανών. Αυτό προκάλεσε μαζικές μεταναστεύσεις κατοίκων προς τις ΗΠΑ. Στα τέλη του  1907  η  Οθωμανική καταστολή απέδωσε αποτελέσματα και συνέλαβε πολλούς Έλληνες οπλαρχηγούς και οπλίτες. Έτσι, νέα ένοπλα Βουλγαρικά σώματα άρχισαν να δρουν στην περιοχή δολοφονώντας Έλληνες, όπως η δολοφονία του Γεώργιου Στεφάνου στην πόλη της Φλώρινας στα μέσα Ιανουαρίου του 1908.

Η Φλώρινα γίνεται επίσημα ελληνική πόλη

Η πόλη απελευθερώθηκε τελικά από τον ελληνικό στρατό στις 8 Νοεμβρίου του 1912, ύστερα από 527 χρόνια σκλαβιάς (1385, κατακτητής Σουλτάνος Μουράτ ο Α’) η περιοχή ελευθερώνεται αλλά όχι για πολύ, καθώς ακολουθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1916 οι σύμμαχοι απελευθέρωσαν τη Φλώρινα, που για ένα περίπου μήνα κατείχαν οι Βούλγαροι. Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, η Πρώτη Νίκη του ’40 κατά των Ιταλικών στρατευμάτων από το 33ο Σύνταγμα της Φλώρινας γέμισε χαρά τους Έλληνες. Ακολούθησε η Γερμανική κατοχή, με μέρες δραματικές για τον τόπο που, δυστυχώς, έμελλε να συνεχιστούν για άλλα πέντε περίπου χρόνια, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων το Νοέμβριο του ’44. Το 1 949 λήγει η εμφύλια σύρραξη, που διαδραματίστηκε κυρίως σ’ αυτήν την περιοχή. Την περίοδο 1951-1954 ο Νομός Φλώρινας αποκτά τα σημερινά του όρια.     

Οι σλαβόφωνοι της Φλώρινας    

Η περιοχή της Φλώρινας την περίοδο της οθωμανοκρατίας διακρίνεται για την παρουσία σλαβόφωνων πληθυσμών, οι οποίοι υπάγονταν στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ήταν μέρος του μιλλέτ (Γένους) των Ρωμιών. Σε μια αυτοκρατορία όπως η Οθωμανική, οι διακρίσεις ανάμεσα στις ομάδες που την αποτελούσαν, ήταν θρησκευτικές. Επομένως με τον όρο σλαβόφωνοι εννοούμε όλους τους κατοίκους της περιοχής που είχαν μητρική γλώσσα την σλαβική και αναγνώριζαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως πνευματικό και θρησκευτικό αρχηγό τους.

Εντάσσοντας τους σλαβόφωνους στο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκυρίες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας η συμβολή τους υπήρξε σημαντική, τόσο στην συντήρηση της ορθόδοξης παράδοσης, όσο και στην διάχυση του ορθόδοξου πολιτισμού. Και το κυριότερο, οι περισσότεροι σλαβόφωνοι στήριξαν τους αγώνες του Ελληνισμού στην Μακεδονία και για αυτόν τον λόγο προσδιορίζονταν ως φανατικοί Έλληνες, γκραικομάνοι.

Η κατάτμηση όμως του μιλλετ των ορθοδόξων έλαβε χώρα το 1870, όταν η διαμόρφωση μιας εξαρχικής-βουλγαρικής ταυτότητας διέσπασε την ελληνορθόδοξη κοινοπολιτεία των Ρωμιών. Οι σημαντικότερες αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην πολιτική και στις μακροχρόνιες βλέψεις της Βουλγαρίας, η οποία διεκδικούσε τους σλαβόφωνους της Μακεδονίας για να ανασυστήσει την Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, του έτους 1878.

Η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας είχε καθοριστικές επιπτώσεις αφού σήμανε την έναρξη του ανταγωνισμού μεταξύ των πατριαρχικών-ελληνοφρόνων σλαβοφώνων, και των εξαρχικών βουλγαροφρόνων, σλαβοφώνων, οι οποίοι αναγνώριζαν διαφορετικό θρησκευτικό αρχηγό, οι μεν τον Πατριάρχη, οι δε τον Βούλγαρο Έξαρχο. Οι αντιπαραθέσεις εκδηλώθηκαν σε δύο επίπεδα: στα σχολεία και στον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα.

Τα ελληνορθόδοξα πατριαρχικά σχολεία οδηγούσαν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και στην αφομοίωση της ελληνικής εθνο-πολιτισμικής ταυτότητας. Τα σχολεία αυτά στηρίζονταν από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, στον οποίο προήδρευε κυρίως ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Όφειλαν όμως την συγκρότησή τους πρώτα στις ελληνικές κοινότητες των πόλεων και των χωριών, της Φλώρινας, που διοικούνταν από τον ορθόδοξο Μητροπολίτη και εξέλεγαν σε τακτές χρονικές περιόδους τους άρχοντές τους: τους Δημογέροντες που ασχολούνταν με τα οικονομικά ζητήματα, τους Εφόρους που φρόντιζαν για την λειτουργία των ελληνορθόδοξων σχολείων και τους Ταμίες που ασχολούνταν με την ορθόδοξη Εκκλησία των κοινοτήτων.

Κάθε χωριό της Φλώρινας είχε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, στο πλαίσιο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων, που επέβαλε η Ευρώπη, το δικαίωμα να ιδρύει σχολεία και εκκλησίες. Στη Φλώρινα, ο Μητροπολίτης Μογλενών έμενε από το 1904 στην ορθόδοξη Μητρόπολη, έργο του Μητροπολίτη Ιωαννίκιου. Ο ελληνορθόδοξος ναός ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην έξοδο της πόλης. Τα σχολεία της κοινότητας χτίστηκαν με την αγορά του οικήματος του Ιζέτ πασά στον χώρο όπου βρίσκονται σήμερα το Α και Β Δημοτικό σχολείο και διαμόρφωσαν σταδιακά μια δίγλωσση αστική τάξη, η πλειοψηφία της οποίας προερχόταν από τα χωριά.

Μέσα σε αυτό το συγκείμενο εκλεκτές κατοικίες χτίστηκαν στο Βαρόσι, οι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν δίγλωσσοι ή σλαβόφωνοι, είχαν συνεργαστεί με το ελληνικό κράτος κατά τον μακεδονικό αγώνα και μετείχαν στον ελληνορθόδοξο βίο της κοινότητας. Παράδειγμα κατοικιών ή ξενοδοχείων μεγάλων οικογενειών γύρω από το Βαρόσι είναι οι οικίες των Σαπουντζήδων που κατάγονταν από το χωριό τότε Γκορνίτσοβο και μετά το 1925 Κέλλη, το σπίτι της οικογένειας Πύρζα, το διπλό σπίτι της οικογένειας Ανδρέου, δίπλα στην οικία Κούλη, μιας οικογένειας που καταγόταν από το τότε χωριό Άρμεντσκο και τώρα Άλωνα, η οικία Ν. Χάσου, τέως Δημάρχου της πόλης που καταγόταν από το βλαχόφωνο Πισοδέρι.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι εγκαταστάσεις πληθυσμών στην πόλη και στα χωριά της περιοχής είναι από την έναρξη του Α παγκοσμίου πολέμου και έπειτα πυκνές. Το 1914 εγκαθίστανται Μοναστηριώτες πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή της Πελαγονίας και ασκούν κυρίως αστικά επαγγέλματα. Το σημαντικότερο όμως γεγονός είναι πως το 1923 η περιοχή της Φλώρινας κατοικείται πλέον από μεγάλο αριθμό προσφύγων, που προέρχονταν από τις χαμένες ελληνικές κοιτίδες και οι οποίοι άρχισαν να αποκαθίστανται αγροτικά και αστικά από την ΕΑΠ=Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Οι σχέσεις τους με τους σλαβόφωνους γηγενείς κατοίκους απέβησαν προβληματικές, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί τα ζητήματα της αποκατάστασης, που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από τις δύο πλευρές, δηλαδή τόσο από τους πρόσφυγες, όσο και από τους γηγενείς. Και αυτό γιατί, μετά την αναχώρηση των Τούρκων, ορισμένοι εκ των γηγενών είχαν αγοράσει με χρυσές δραχμές τα κτήματά των Τούρκων, δοσοληψίες που χαρακτηρίστηκαν ήδη από το 1914 παράνομες και δεν αναγνωρίστηκαν από το ελληνικό κράτος, καθώς έλλειπαν και τα αναγκαία έγγραφα. Με την έλευση μάλιστα των προσφύγων, το ελληνικό κράτος αποδύθηκε σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τους πρόσφυγες στα κτήματα των Τούρκων, κάποια από τα οποία εφέροντο να έχουν αγοράσει οι γηγενείς, ενώ δεν μπορούσε να αποκλειστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και η χρησικτησία των συγκεκριμένων κτημάτων, ήδη από το 1914 από γηγενείς καλλιεργητές.

Εξίσου πιθανή είναι η μνημονευθείσα σε πολλές πηγές μεροληπτική ή προνομιακή μεταχείριση από το κράτος των προσφύγων, έναντι των σλαβόφωνων. Το κυριότερο είναι η αβελτηρία, η αδράνεια κάποιων από τους κρατικούς λειτουργούς ή ακόμα και από τις κεντρικές κυβερνήσεις. Απέφευγαν να εκπονήσουν νόμους και κανόνες για να λύσουν τις διαφορές προσφύγων και γηγενών που ανέκυπταν. Έτσι πολιτικοί και κόμματα αδικούσαν άλλοτε τους μεν, άλλοτε τους δε ή τους άφηναν να συγκρούονται, διαιωνίζοντας τα ζητήματα νομής και κατοχής της γης, στην ενδοχώρα της Φλώρινας, της Εορδαίας, της Κοζάνης, της Καστοριάς. Ένα ανάπηρο και αναποφάσιστο κράτος που αδυνατούσε για πολλά χρόνια να δώσει λύση στα προβλήματα της προσφυγικής αποκατάστασης Το αποτέλεσμα υπήρξε καταλυτικό: η συγκυρία της Κατοχής, ειδικά σε αυτή την περιοχή, αναπαρήγαγε παλιές ταυτότητες, αναθέρμανε διαφορές και δημιούργησε χαρακώματα.

Υπήρχαν όμως και ευχάριστες όψεις της κοινωνικής εξέλιξης στην περιοχή, όπου οι σλαβόφωνοι συμμετείχαν ως μέλη της ελληνικής εθνικής κοινότητας, μοχθώντας σύμμετρα και δημιουργικά. Στην πόλη στην οποία είχαν εγκατασταθεί μόλις οι πρόσφυγες του 1923 και ήδη από το 1914 οι πρόσφυγες της Πελαγονίας, δηλαδή της περιοχής Μοναστηρίου, το 70% των αστών προερχόταν από τους σλαβόφωνους των γύρω χωριών που είχαν σταθεί δίπλα στον Μητροπολίτη Μογλενών (Φλωρίνης) και είχαν συγκροτήσει την αστική κοινότητα. Οι ευκαιρίες που είχαν δημιουργηθεί με την ενσωμάτωση της περιοχής στο εθνικό κράτος οδήγησαν στην οικονομική ακμή των κατοίκων της πόλης την δεκαετία του 30.

Σε αυτή την παραγωγή πλούτου η συμβολή των σλαβόφωνων οικογενειών υπήρξε καθοριστική. Με την μερική μετανάστευση στις υπερπόντιες χώρες και την στήριξη του ντόπιου εισοδήματος με εμβάσματα, με την οικοδόμηση εκλεκτικίστικων κατοικιών και ιδίως με την αγορά γαιών, οι σλαβόφωνοι άλλαξαν την οικονομία και την κοινωνία της ευρύτερης περιοχής. Και καθόρισαν το μέλλον της.

Το όνομα της περιοχής της Φλώρινας

Το όνομα της περιοχής δεν είναι τυχαίο. Για την ονομασία της πόλης και του νομού υποστηρίζονται διάφορες εκδοχές:
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η ονομασία «Φλώρινα» προέρχεται από το όνομα του μυθικού Φλώριδος, ο οποίος ήταν φίλος των βασιλιάδων Ίδα και Κάστορα. Στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, ο ιστορικός Καντακουζηνός (14ος αι.) μνημονεύει τον «Φλερηνόν» ή «Χλερηνόν». Στα τουρκικά έγγραφα, που έχει εκδώσει το ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, η «Φλώρινα» αναφέρεται συχνά. Στον «Κώδικα του Παρισιού» (14ος αι.) μαρτυρείται το «Κάστρο της Φλώρινας». Σε παρισινή γκραβούρα του 1684 αναφέρεται η «Florina». Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσεμπελή (17ος αι.) καταγράφει τη “Φιλορίνα”, η «πόλη των φλουριών ή των πουλιών φλώρων». Ο Ρήγας Φερραίος αναφέρει τη «Φιλουρίνα» στη «Μεγάλη Χάρτα» του. Σύμφωνα με την πειστική ερμηνεία του ιστοριοδίφη Σωκράτη Λιάκου, από τη βυζαντινή ονομασία «Χλερηνός» προήλθε η αλ­βανόφωνη «Φολορίνα» ή «Φιλορίνα», δεδομένου ότι στη γραπτή τουρκική γλώσσα της Τουρκοκρατίας το -φ- και το -χ- γράφονται με τον ίδιο τρόπο. Από δω προφανώς, προέκυψε και η τελική ονομασία «Φλώρινα». Το βέβαιο είναι ότι η ονομασία «Χλερηνός» συγγενεύει νοημα­τικά και ηχητικά με τη «Χλωρίδα», θεά της βλάστησης, αλλά και με τη flora, τη χλωρίδα, κατά τους Ρωμαίους. Οι ονομασίες αυτές δεν είναι άσχετες με την οργιώδη βλάστηση που υπήρχε στην περιοχή και καταπλακώθηκε από βίαιες γεωλογικές ανακατατάξεις.
  

Πηγή: http://users.sch.gr/aristhodas/istoria%20ths%20florinas.htm

Πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr/istoria-ethnika-themata/i-symvoli-ton-slavofonon-ellinon-tis-florinas/

Πηγή:https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B1

Please follow and like us:
error0

Η μάχη του Καρβασαρά (1825)

Η μάχη του Καρβασαρά, που έγινε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1825, ήταν μάχη κατά των Τούρκων. Βασικοί λόγοι ήταν η έντονη εμπορική δραστηριότητα και η σημαντική στρατηγική θέση της πόλης.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Καρβασαρά
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Καθώς μαίνονταν ακόμα η πολιορκία του Μεσολογγίου, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση με την Αμφιλοχία, ο Κιουταχής ξεκίνησε από την Ήπειρο με προορισμό το Μεσολόγγι για να συνδράμει με τις δυνάμεις του. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης προέβλεψε ότι ο Καρβασαράς (σημερινή Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας) ήταν σημαντικό κέντρο εμπορίου και ότι τα στρατεύματα του Κιουταχή θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, αν ανέκοπτε την τροφοδότηση τους από τα καραβάνια. Τότε ανέλαβε δράση και κατέφθασε στην περιοχή με σκοπό να τους εμποδίσει.

Τα ξημερώματα της 28ης Σεπτεμβρίου με αρχηγό τον Γεώργιο Καραΐσκάκη, οι Έλληνες οπλαρχηγοί όρμησαν στους Τούρκους και τους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Επί τέσσερις ώρες πολέμησαν μαζί τους, αφήνοντας τους μόνο δύο επιλογές, να σκοτωθούν στη μάχη ή να ριχτούν στη θάλασσα.

Παρόλο που αμφότερες οι στρατιωτικές μονάδες ήταν μικρές σε αριθμό, η μάχη του Καρβασαρά έφερε μεγάλη νίκη για τους Έλληνες. Συνολικά 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι γλίτωσαν από τα χέρια τους πνίγηκαν στη θάλασσα. Από την πλευρά των Ελλήνων υπήρχε μόλις μία απώλεια.
Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών, ακόμα και τα ευρωπαϊκά πλοία που ήταν δεμένα στο λιμάνι, απομακρύνθηκαν εκείνο το πρωινό από τον φόβο τους.

Πηγή: https://xiromeropress.gr

Please follow and like us:
error0