Τον 16ο και 17ο αιώνα ήταν κοινά απόδεκτό πως ο ρόλος της γυναίκας ως μητέρας ήταν ο πλέον απαιτητικός και δύσκολος από τα πολλαπλά καθήκοντα της, αρχής γενομένης από τον κίνδυνο του θανάτου της κατά τον τοκετό. Στους κόλπους της ανώτερης ελίτ, όπου η σημασία της παραγωγής άρρενος κληρονόμου της οικογενειακής περιουσίας ήταν ζωτική, οι γυναίκες βρισκονταν υπό τη συνεχή πίεση να τεκνοποιούν. Την μητρότητα και την ευτυχία, η οποία τη συνόδευε, υπερέβαινε η υποχρέωση παραγωγής άρρενων κληρονόμων.
Σε μια εποχή, όπου ο τοκετός ήταν τόσο επώδυνος όσο και επικίνδυνος για τη ζωή της εγκύου και του παδιού, οι γυναίκες της αριστοκρατίας και των βασιλέων έκαναν το καθήκον τους και διακινδύνευαν τη ζωή τους. Η διαρκής ανάγκη παραγωγής ζώντων βρεφών ήταν φυσικά προϊόν των υψηλών ποσοστών βρεφικής θνησιμότητας, καθώς ένα στα τρία παιδιά πέθαινε σε βρεφική ηλικία. Οι γυναίκες των ελίτ υποχρεούνταν σε αναπλήρωση των απωλειών αυτών, ιδιαίτερα εάν επέμεναν να αποκτούν κόρες και αδυνατούσαν να επιτύχουν τον επιθυμητό στόχο της απόκτησης άρρενος κληρονόμου.
Στην Ισπανία η νεαρή πριγκίπισσα του Eboli, που παντρεύτηκε τον ομώνυμο πρίγκιπα το 1557 σε ηλικία δεκαεπτά ετών, γέννησε δέκα φορές σε διάστημα δώδεκα ετών. Ήταν αρκετά σκληροτράχηλη, ώστε να επιβιώσει αυτής της εμπειρίας. Τρεις από τις τέσσερις συζύγους, αντίθετα, του Ισπανού βασιλιά Φιλίππου Β΄, πέθαναν εξαιτίας επιπλοκών κατά τον τοκετό και η δεύτερη κόρη του μονάρχη, η Catalina, πέθανε από παρόμοια αίτια σε νεαρή ηλικία.

Το ποσοστό των γυναικών που πέθαιναν κατά τον τοκετό την περίοδο αυτή δεν είναι γνωστό, πιθανώς όμως να έφτανε και το 10% σε ορισμένες περιοχές της Γαλλίας, με ποσοστά όμως μικρότερα στις αγροτικές οικογένειες. Για την Αγγλία έχει υπολογιστεί πως ο τοκετός ευθυνόταν για το 20% όλων των θανάτων γυναικών, ηλικίας μεταξύ 25 και 34 ετών. Η γνωστή παραίνεση της Madame de Sévigné (Γαλλίδα μαρκησία) προς την κόρη της, που μόλις είχε γεννήσει, να απέχει των σεξουαλικών σχέσεων για κάποιο διάστημα, δείχνει ότι οι κίνδυνοι του τοκετού αποτελούσαν κοινή συνείδηση.
Σημαντικό ρόλο στη διαδικασία του τοκετού έπαιζαν οι μαίες, οι υπηρεσίες των οποίων ήταν ζωτικές για την επιβίωση της εγκύου. Τα απομνημεύματα μιας Ολλανδής μαίας του 17ου αιώνα, της Catharina Schrader, που άρχισε να γράφει το 1693 και μέχρι το θάνατό της το 1746, αποκαλύπτουν τις εμπειρίες και τις δοκιμασίες μιας καριέρας στη διάρκεια της οποίας υποβοήθησε περίπου 4.000 τοκετούς. Η μαία, ως κάποια που φέρει τη νέα ζωή στον κόσμο, ήταν μια σεβαστή φυσιογνωμία και αποτελούσε επίσης πολύτιμο μάρτυρα στην εκδίκαση βαισμού και βρεφοκτονίας.
Με βάση την άποψη πως η αγάπη και η στοργή αναπτύχθηκαν πολύ αργά στις δυτικές κοινωνίες, ιστορικοί συχνά επισημαίνουν πώς η μητρική αγάπη ήταν φαινόμενο σπάνιο στην παραδοσιακή Ευρώπη. Η άποψη αυτή θεμελιώθηκε και σε έρευνες που έδειξαν ότι ένα στα δύο βρέφη δεν έφτανε στην ενηλικίωση. Οι μητέρες, σύμφωνα με την άποψη αυτή, αποδέχονταν το μοιραίο και καταπίεζαν τα αισθήματα στοργής προς τα παιδιά τους. Η διαδεδομένη πρακτική στη Γαλλία του 18ου αιώνα της ανάθεσης των παιδιών των ελίτ στη φροντίδα των τροφών θεωρήθηκε πως αποτελούσε σαφή ένδειξη μιας ευρύτερης τάσης.
Αυτές οι θεωρήσεις έχουν πειστικά ανασκευαστεί. Σε όλες τις προβιομηχανικές κοινωνίες η φροντίδα των βρεφών αποτελούσε τον κανόνα και η Ευρώπη δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση. Τα στοιχεία από ένα μεγάλο αριθμό σωζόμενων προσωπικών μαρτυριών από την Αγγλία δείχνουν όι στο χώρο των εγγράμματων τάξεων η στοργή προς τα παιδιά, και αντίστοιχα η θλίψη για την απώλειά τους αποτελούσε τον κανόνα. Τα παιδιά φαίνεται πως ήταν ευρόσδεκτα αλλά και αντικείμενα φροντίδας και στοργής.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, HenryKamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

