Η Άννα Κομνηνή (1083 – 1153)

Η Άννα Κομνηνή (1 Δεκεμβρίου 1083 – 1153) ήταν Βυζαντινή  πριγκίπισσα, ιστορικός και ιατρός, από τις σημαντικότερες μορφές της πνευματικής ζωής της αυτοκρατορίας κατά τον 12ο αιώνα, κόρη και πρωτότοκο παιδί του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού και της αυτοκράτειρας Ειρήνης Δούκαινας. Ήταν επίσης εγγονή της Άννας Δαλασσηνής.

Θεωρείται η πρώτη γυναίκα ιστορικός. Στο ιστορικό της έργο Αλεξιάς  καθρεφτίζεται η μεγάλη παιδεία της, η αρχαιομάθειά της, η εξοικείωσή της με την Αγία Γραφή και προπαντός η αφοσίωση και ο θαυμασμός της για τον πατέρα της.

Η Άννα Κομνηνή
Η Άννα Κομνηνή

Ο Βίος της Άννας Κομνηνής

Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1083 στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης όπου γεννιούνταν τα παιδιά των αυτοκρατόρων και έτυχε επιμελέστατης μόρφωσης και παιδείας. Το 1091  μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του αυτοκράτορα  Μιχαήλ Ζ΄ ενώ, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δούκα, το 1097, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο.

Όταν το 1118 πέθανε ο πατέρας της, οργάνωσε συνωμοσία κατά του νόμιμου διάδοχου, του αδελφού της Ιωάννη, η οποία απέτυχε εξαιτίας της άρνησης του συζύγου της να πάρει μέρος σε αυτήν.

Η ιστορικός Άννα Κομνηνή

Το 1137, μετά τον θάνατο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου, αποσύρεται στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέγραψε μεταξύ του 1137 και του 1148 την Αλεξιάδα, σε 15 βιβλία (κεφάλαια). Στο έργο της κατέγραψε την ιστορία του πατέρα της Αλεξίου Α΄ μεταξύ 1069 και 1118. Η γλώσσα και η μορφή του κειμένου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του  αττικισμού. Το έργο της αποτελεί σημαντική πηγή για την Α΄ Σταυροφορία και είναι επίσης πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει.

Πέθανε μετά το 1148, αλλά άγνωστο ακριβώς πότε. Από την Αλεξιάδα  φαίνεται ότι ζούσε μέχρι και το 1148, οπότε είναι πιθανό ότι πέθανε λίγο αργότερα, το 1149 ή το 1153 ή το 1154. Τάφηκε κοντά στον πατέρα της, στη Μονή Παμμακάριστου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είχε αφιερώσει στην Άννα Κομνηνή το ομώνυμο ποίημα, δημοσιευμένο το 1920.

Η οικογένεια της Άννας Κομνηνής

Παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο τον νεότερο και είχε τέκνα:

  • Αλέξιος π. 1102 – π. 1161/67, μέγας δούκας (ναύαρχος).
  • Ιωάννης π. 1103 – μετά το 1173.
  • Ειρήνη π. 1105 – ; .
  • Μαρία π. 1107 – ; .

Τα τέκνα της είχαν το επώνυμο (Κομνηνός) Βρυέννιος, όπως και η Άννα είχε το επώνυμο (Δούκαινα) Κομνηνή.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άννα_Κομνηνή

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Πολύς θόρυβος έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για το κλείσιμο των εκκλησιών, για να αποφευχθεί μια πιθανή μόλυνση των πιστών από τον κορωνοϊό COVID-19. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που κλείνουν οι εκκλησίες. Έκλεισαν και τον 19ο αιώνα για παρόμοιο λόγο. Ήταν ένα από τα μέτρα του Καποδίστρια για να αντιμετωπιστεί μια επιδημία που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν πολύ πιστός Χριστιανός. Ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν ακόμα και θρησκόληπτο. Πολλές από τις πράξεις του μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα. Θεωρούσε τον εαυτό του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και ήρθε σε σύγκρουση με όποιον θεωρούσε ότι την απειλούσε. Όμως ο Καποδίστριας ήταν επίσης ένας υπεύθυνος ηγέτης που ήταν έτοιμος να λάβει δύσκολες αποφάσεις και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος είχε απελπιστεί με την κατάσταση που ανέλαβε. Ήταν χειρότερη απ’ ό,τι φοβόταν. Ο Ιμπραήμ βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε κανένα σταθερό έσοδο. Οι Έλληνες ζούσαν από την γενναιόδωρη αμερικανική βοήθεια (ιδιωτική, όχι κρατική). Δεν θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα όταν ξέσπασε και η επιδημία πανώλης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας θεωρούσε ότι τα πρώτα δύο μέτρα που έπρεπε να λάβει μια κυβέρνηση αμέσως μετά την εμφάνιση επιδημίας σε μια περιοχή είναι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στις οικίες όλων των κατοίκων και το κλείσιμο των εκκλησιών. Οι εκκλησίες έκλεισαν για αόριστο χρονικό διάστημα και οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Οι Έλληνες τον σέβονταν, τον θαύμαζαν και κυρίως τον εμπιστεύονταν. Διότι ο Καποδίστριας ήταν επίσης και ένας πολύ καλός γιατρός και μάλιστα με αξιόλογη πρακτική πείρα που απέκτησε πολύ πριν ασχοληθεί πλήρως με την πολιτική.

Στις 20 Αυγούστου του 1828 εξέδωσε Ψήφισμα «Περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψηφ. 15/20.8.1828). Εκεί προβλέπεται το εξής στο άρθρο 285, εδ. 3. «Εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες.» Οι δε κάτοικοι υποχρεώνονται να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Ψηφίσματος, τα προληπτικά μέτρα εφαρμόζονται ΑΜΕΣΩΣ μόλις εμφανιστεί επιδημία στην Ελλάδα ή στα σύνορα της Ελλάδας. Το ψήφισμα υπογράφει ο ίδιος ο Κυβερνήτης («Ι.Α. Καποδίστριας»), καθώς και ο Γραμματέας της Επικράτειας («Σ. Τρικούπης»).

Δεν είναι βέβαιο από πού μεταδόθηκε η πανώλη, οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Αιγύπτιους. Επιπλέον είχαν παρουσιαστεί τα πρώτα κρούσματα πανώλης στην Εύβοια και στην Κέα από τα τέλη Ιανουαρίου του 1828. Πάντως η επιδημία χτύπησε σχεδόν ταυτόχρονα Έλληνες (στην Ύδρα πρώτα) και Αιγύπτιους (στο κάστρο της Μεθώνης) στις αρχές Απριλίου. Ο Καποδίστριας έστειλε στις 17 Απριλίου 1828 τον γιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Καλογερόπουλος κατάλαβε αμέσως ότι η κατάσταση ήταν κρίσιμη και έλαβε ο ίδιος τα πρώτα αυστηρά μέτρα με εξουσιοδότηση της κυβέρνησης. Ένα από αυτά ήταν το κλείσιμο των Εκκλησιών.

Ο Καλογερόπουλος ενημέρωσε την Κυβέρνηση και ο Καποδίστριας, χωρίς να διστάσει, ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να αντιμετωπίσει την επιδημία. Έστειλε στις 18 Απριλίου στα δύο νησιά τον Γενικό Έφορο Υγείας Αναστάσιο Λόντο και τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο για να κάνουν την πρώτη επιθεώρηση. Στις 21 Απριλίου έδωσε εντολή στον συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο να οργανώσει μια θαλάσσια υγειονομική αλυσίδα γύρω από τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας μια γολέτα και πέντε ένοπλες λέμβους. Κανονικός ναυτικός αποκλεισμός δηλαδή.

Ακόμη, έστειλε ειδικούς απεσταλμένους σε όλες τις επαρχίες της ηπειρωτικής Ελλάδας και όλα τα νησιά, ενημερώνοντας τις τοπικές διοικήσεις για τα μέτρα που ελήφθησαν και παρέχοντας αναλυτικές οδηγίες για τα μέτρα που θα πρέπει να υιοθετηθούν σε τοπικό επίπεδο για να δημιουργηθούν υγειονομικές ζώνες. Διόρισε έκτακτους επιτρόπους στην Πελοπόννησο και τους ζήτησε να αναχωρήσουν αυθημερόν για τις επαρχίες ευθύνης τους.

Στις 22 Απριλίου ο Κυβερνήτης εξέδωσε διάγγελμα στο οποίο τόνιζε: «Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκπληρώσω το καθήκον μου είναι να επισκεφτώ ο ίδιος τους τόπους που έχουν πληγεί και να λάβω αυστηρά μέτρα για να προφυλάξω από την επιδημία την υπόλοιπη Ελλάδα». Αμέσως μετά αναχώρησε για να επισκεφτεί τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας τη ρωσική φρεγάτα «Ελένη». Στις 24 Απριλίου επισκέφτηκε τις Σπέτσες. Εκεί συσκέφθηκε με τους δημογέροντες και τους τοπικούς γιατρούς. Διόρισε τον Ιωάννη Κωλέττη, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για τις Σπέτσες. Τον εφοδίασε με στρατιωτικές δυνάμεις και αναλυτικές οδηγίες. Στις 25 Απριλίου έφτασε στην Ύδρα ο Ολλανδός ναύαρχος του ρωσικού στόλου Λογγίνος Χέυδεν (ένας από τους τρεις ναυάρχους στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου) με δύο δίκροτα και ένα μπρίκι και συναντήθηκε με τη φρεγάτα «Ελένη» στα ανοικτά της Ύδρας. Ο Κυβερνήτης συνάντησε τον Ναύαρχο, τηρώντας όλες τις υγειονομικές προφυλάξεις και ζήτησε τη βοήθειά του στον έλεγχο της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης.

Στις 26 Απριλίου ο Κυβερνήτης μετέβη στην Ύδρα. Συσκέφτηκε με τους προκρίτους εκεί και άκουσε τις αναφορές των γιατρών. Διαβεβαίωσε τους Υδραίους ότι θα τους δώσει το ταχύτερο ό,τι βοήθεια ήταν αναγκαία, με κάθε μέσο. Ο Κυβερνήτης επέστρεψε στην Αίγινα στις 29 Απριλίου αλλά παρέμεινε πάνω στη ρωσική φρεγάτα. Από εκεί έστελνε εντολές με μεγάλο αριθμό πλοιαρίων στους διοικητές και τις κοινότητες της ελληνικής επικράτειας. Γαλλικά και βρετανικά πλοία βοήθησαν στην αυστηρή εφαρμογή της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης. Ο Κυβερνήτης αποβιβάστηκε στην Αίγινα την 1η Μαΐου και κατέλυσε στην αγροικία του Δημητρίου Βούλγαρη στον κόλπο της Περιβόλας, μια τοποθεσία με ιδιαίτερα υγιεινό κλίμα. Την ίδια ημέρα έστειλε στις Σπέτσες και την Ύδρα δύο πλοία με τρόφιμα και χρήματα για να εξασφαλιστεί η βασική διατροφή για τους φτωχότερους κατοίκους των δύο νησιών. Διόρισε τον αδελφό του, Βιάρο Καποδίστρια, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για την Ύδρα. Ο Βιάρος αναχώρησε αμέσως μαζί με τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο. Έλαβε πολύ αυστηρά μέτρα που παρέλυσαν το εμπόριο και οδήγησαν στην πρώτη σύγκρουση Υδραίων-Καποδίστρια.

Στις 3 Μαΐου η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στην Πελοπόννησο, στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και τη Σύρο δεν έχει εμφανιστεί κανένα κρούσμα. Την ίδια ημέρα η κυβέρνηση έλαβε επιστολή των προκρίτων της Ύδρας σύμφωνα με την οποία από τις 23 Απριλίου και έπειτα κανένα νέο κρούσμα δεν εμφανίστηκε, κανείς ασθενής δεν πέθανε, επιβίωσαν όλοι όσοι νοσηλεύτηκαν σε καραντίνα. Στις 4 Μαΐου επέστρεψε ο Βιάρος Καποδίστριας από την Ύδρα επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω. Κανένα νέο κρούσμα, κανένας θάνατος στην Ύδρα από 23 Απριλίου μέχρι 3 Μαΐου. Το ίδιο και στις Σπέτσες, σύμφωνα με επιστολές του Ιωάννη Κωλέττη από εκεί. Στις 5 Μαΐου η Κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει τα υγειονομικά μέτρα προφύλαξης για αόριστο χρόνο, τηρώντας τα με μεγάλη αυστηρότητα, ιδιαίτερα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο νησιών και της Πελοποννήσου.

Όμως η αρρώστια έπληξε μετά τη Μεθώνη και άλλα μέρη που βρίσκονταν ακόμα υπό αιγυπτιακό έλεγχο (όπως ο Πύργος Ηλείας). Ταυτόχρονα παρουσιάστηκαν κρούσματα στη Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, τον Πόρο και την Χαλκίδα αλλά με αυστηρά μέτρα περιορίστηκαν αμέσως. Στις αρχές Αυγούστου ο Κυβερνήτης ανακοίνωσε την άρση των μέτρων και πέρασε το Ψήφισμα 15. Στα μέσα Δεκεμβρίου, όμως, η ασθένεια έπληξε την Αχαΐα, ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα. Τον αποκλεισμό της περιοχής επέβαλε ο Κυβερνήτης με τη βοήθεια του γαλλικού στρατιωτικού σώματος, υπό τον στρατηγό Νικόλαο-Ιωσήφ Μαιζών. Τον επόμενο χρόνο, το 1829, τα κρούσματα ήταν ελάχιστα και περιορίστηκαν ακαριαία. Στον περιορισμό της επιδημίας συνέβαλλε καθοριστικά ένας φιλελεύθερος φιλέλληνας που είχε φτάσει ένα χρόνο νωρίτερα στην Ελλάδα, o ελβετός γιατρός Louis-André Gosse (1791-1873) από τη Γενεύη.

Πηγή: Protagon.gr

Η Καλαμάτα (1100π.Χ.-…)

Η Καλαμάτα είναι πόλη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του Νομού Μεσσηνίας και λιμάνι της νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Καλαμάτα έχει πληθυσμό 54.100 κατοίκους, ενώ ο Δήμος Καλαμάτας έχει πληθυσμό 69.849 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Η πόλη είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Καλάθι (παρυφή του Ταϋγέτου), στην καρδιά του Μεσσηνιακού κόλπου. Απέχει 223 χιλιόμετρα από την Αθήνα, 215 χλμ. από την Πάτρα και 715 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Έχει εύκρατο μεσογειακό κλίμα, με ήπιους χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια. Καθημερινά στο ευρύτερο αστικό κέντρο της Καλαμάτας έρχονται και εργάζονται πάνω από 50.000 άνθρωποι από τις διπλανές πόλεις Μεσσήνη, Θουρία, Μελιγαλά, Άρι κ.α. Ο Νικόλαος Πολίτης, Καλαματιανός ο ίδιος, αναφέρει ότι η Καλαμάτα πήρε το όνομα της από την Παναγία Καλομάτα. Το όνομα αυτό ήταν ήδη γνωστό από την εποχή της φραγκοκρατίας.

Η Καλαμάτα

Η ιστορία της Καλαμάτας

Στη θέση της σημερινής Καλαμάτας, και συγκεκριμένα στην περιοχή του φρουρίου της, τοποθετείται από τους μελετητές η αρχαία πόλη Φαραί, που από τον Όμηρο ονομάζεται Φηρή και ήταν «καλόχτιστη», μία από τις «επτά πεντάμορφες πολιτείες», που ήταν «όλες στο γιαλό, στο σύνορο της αμμουδάτης Πύλου και μέσα ζούνε πολυπρόβατοι και πολυγελαδάροι νοικοκυραίοι», σύμφωνα με τον Όμηρο.

Στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, κατά τη διάρκεια του Κορινθιακού πολέμου ο Πέρσης Φαρνάβαζος με τον Αθηναίο ναύαρχο Κόνωνα, έχοντας αποκτήσει τον έλεγχο στο Αιγαίο, έφτασε στη Λακεδαίμονα από τη Μήλο και «καταπλεύσας εις Φεράς εδήωσε ταύτην την πόλιν».

Μετά τη δήωση των Φαρών σιωπή καλύπτει την ιστορία της περιοχής ως τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Από το 10ο ως το 12ο αιώνα ανεγείρονται οι ναοί των Αγίων Αποστόλων στην Καλαμάτα, του Αγίου Γεωργίου στο Βλαχόπουλο, του Ταξιάρχη στην Πολίχνη, του Αγίου Βασιλείου στο Πανιπέρι, της Παναγίας της Γριβιτσιανής στο Χωματερό, του Αγίου Νικολάου στην Αίπεια, που ενισχύουν την άποψη, κατά την οποία ήδη από τον όγδοο αιώνα είχε αρχίσει η πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη του τόπου.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στους Φράγκους και τους Βενετούς, την Πελοπόννησο κατέλαβαν ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης και ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος, αμφότεροι από την Καμπανία, παρά την ηρωική αντίσταση του Λέοντος Σγουρού κυρίως στον Ακροκόρινθο και το Ναύπλιο.

Οι Φράγκοι στη συνέχεια κατέλαβαν τη βορειοδυτική και δυτική Πελοπόννησο. Το 1205 ο πάπας Ιννοκέντριο Γ’ ονόμασε τον Σαμπλίτη «Ηγεμόνα της Αχαΐας» και η Πελοπόννησος εκτός από λίγα κάστρα αποτέλεσε το Φράγκικο πριγκιπάτο. Μετά το θάνατο του, το 1209, τον διαδέχθηκε ο Βιλεαρδουίνος, που ονομάστηκε «Ηγεμόνας του πριγκιπάτου της Αχαΐας»: αναγνώρισε την κυριαρχία των Βενετών στη Μεθώνη και την Κορώνη, επιδόθηκε στην επέκταση και την οργάνωση του πριγκιπάτου σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, που διαιρέθηκε σε δώδεκα βαρονίες, μία από τις οποίες ήταν η βαρονία της Καλαμάτας και οχύρωσε σημαντικές θέσεις τα κάστρα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα.

Η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261 υπήρξε καθοριστική για τη συρρίκνωση του πριγκιπάτου. Ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος, που το 1259 είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον του Μιχαήλ Παλαιολόγου στην Πελαγονία -περιοχή της Μακεδονίας- και είχε συλληφθεί αιχμάλωτος, απελευθερώθηκε υπό τον όρο να παραδώσει στους Βυζαντινούς τέσσερα κάστρα (Μυστρά, Μονεμβασίας, Γερακιού και Μάνης).

Το Φράγκικο πριγκιπάτο εν τούτοις ήταν ισχυρό ως το 1348, όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Κατακουζηνός ανέθεσε στο γιο του Μανουήλ τη διοίκηση των Βυζαντινών κτήσεων της Πελοποννήσου. Από το χρόνο αυτό μπήκαν τα θεμέλια του Δεσποτάτου του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και τα όρια του επεκτάθηκαν σχεδόν σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Κατά την παλαιολόγεια περίοδο το Δεσποτάτο, παρά τους κλυδωνισμούς που αντιμετώπισε, οργανώθηκε διοικητικά και στρατιωτικά και υπήρξε το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο του υστεροβυζαντινού Ελληνισμού. Την εποχή αυτή και η Καλαμάτα σε καίρια θέση στο μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου, άρχισε να αναπτύσσεται, την ανάπτυξη της όμως ανέκοψε η κατάληψη της και η καταστροφή του κάστρου της από τον Μωάμεθ το 1470 κατά τη διάρκεια του πρώτου Βενετοτουρκικού πολέμου. Θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων έγινε η Καλαμάτα,και στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα κατά τους Βενετοτουρκικούς πολέμους.

Οι Βενετοί για να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους, που επιχειρούσαν την κατάληψη της Κρήτης, δέχτηκαν την πρόταση των Μανιατών για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου με τη βοήθεια των Ελλήνων.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι με ισχυρές δυνάμεις πεζικού και ιππικού αποβιβάστηκε στην περιοχή της Καλαμάτας και πραγματοποίησε επίθεση εναντίον της πόλης που εγκαταλείφθηκε από την τουρκική φρουρά και από τους Έλληνες κατοίκους της και στη συνέχεια πυρπολήθηκε. Η τουρκοκρατία συνεχίστηκε στην Πελοπόννησο ως το 1685, οπότε περιήλθε στους Βενετούς, στις οποίες παρέμεινε επί τριάντα χρόνια.

Η περιοχή της Καλαμάτας αποτελούσε, κατά τη δεύτερη Βενετοκρατία, μία από τις δεκαέξι διοικητικές περιφέρειες και την ίδια περίπου διαίρεση της Πελοποννήσου βρίσκουμε μετά την ανάκτηση τους από τους Τούρκους. Από τα είκοσι ή εικοσιτέσσερα βιλαέτια της Πελοποννήσου, αυτό της Καλαμάτας ήταν το πιο πυκνοκατοικημένο. Αυτό αποδίδεται στην απουσία ορεινής ενδοχώρας. Η πόλη είχε μόνο 1.362 κατοίκους το 1700, στο βιλαέτι όμως υπήρχαν περισσότεροι οικισμοί από όσους σε άλλες περιοχές.

Παρά την αισθητή μείωση του πληθυσμού κατά την τρομερή πανώλη του 1717-1718 η Καλαμάτα από τα μέσα του 18ου αιώνα ως την Ελληνική Επανάσταση αναπτύχθηκε και έγινε ένα από τα πιο ανθηρά εμπορικά κέντρα της Πελοποννήσου και. Ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε και από το λιμάνι της εξάγονταν στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στην Ιταλία και τη Μασσαλία αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα (λάδι, βαμβάκι, μετάξι, ξηρά σύκα, δέρματα, μαλλιά, τυρί). Ιδιαίτερη ακμή σημειώθηκε στην τοπική βιοτεχνία, κυρίως στη βυρσοδεψία, στη σαπωνοποιία και στη μεταξουργία και τα μεταξωτά υφάσματα, ιδίως τα μαντήλια ήταν περιζήτητα.

Οι Γάλλοι είχαν ιδρύσει υποκαταστήματα των εμπορικών τους οίκων στην Καλαμάτα και το 1721 υποπροξενείο. Ενώ οι Σκλαβούνοι έμποροι από τις Δαλματικές ακτές το τελευταίο τέταρτο του αιώνα εξασφάλισαν το αποκλειστικό εμπόριο λαδιού της περιοχής και την ίδια περίοδο οι Δουλτσινιώτες πραγματοποιούσαν μεταφορές αγροτικών προϊόντων από τα μεσσηνιακά λιμάνια.

Η εξέγερση της Πελοποννήσου κατά τα Ορλωφικά (1770-1774), στα οποία διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο η Καλαμάτα και η Μάνη με επικεφαλής τον πλούσιο έμπορο και πρόκριτο της πόλης Παναγιώτη Μπενάκη και οι καταστροφές που ακολούθησαν μετά την εγκατάλειψη του αγώνα από τους Ρώσους από αλβανικές ορδές υπήρξαν βαρύ πλήγμα για την πόλη και για την περιοχή της. Πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να καταφύγουν στα Επτάνησα , σε νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Σμύρνης. Χωριά λεηλατήθηκαν, πεδιάδες έμειναν ακαλλιέργητες και το πολυσύχναστο προηγουμένων λιμάνι της Καλαμάτας νεκρώθηκε. Μόνο μετά το 1779, όταν ο καπουδάν πασάς Χασάν εκκαθάρισε την Πελοπόννησο από τους Αλβανούς, που καταπίεζαν και τους Τούρκους, άρχισε η νέα περίοδος της οικονομικής δραστηριότητας της πόλης.

Η Καλαμάτα με την «εμπορική αριστοκρατία» της, με την κοινοτική της οργάνωση και με την πικρή εμπειρία από τη δοκιμασία των Ορλωφικών ήταν έτοιμη για τον Αγώνα του 1821. Η Καλαμάτα ήταν η πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε από τους Τούρκους κατά την Ελληνική Επανάσταση (23 Μαρτίου 1821). Πρωταγωνιστικό ρόλο στην απελευθέρωση της έπαιξε ο Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας.

Η Καλαμάτα και οι αδελφές της

Η Καλαμάτα έχει αδελφοποιηθεί με τις παρακάτω πόλεις:

  • Αμιούν, Λίβανος
  • Αγλαντζιά, Κύπρος
  • Μπιζέρτα, Τυνησία
  • Σιάν, Κίνα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Καλαμάτα

Πηγή: http://www.enet.gr

Ακάθιστος Ύμνος

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ένας ύμνος («Κοντάκιο») της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Ακάθιστος Ύμνος
«Ο Ακάθιστος Ύμνος», ορθόδοξη εικόνα. Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακάθιστου Ύμνου

Το όνομα του Ακαθίστου Ύμνου

Ο ύμνος αυτός ονομάζεται «Ακάθιστος» από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Οι πιστοί έψαλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο και την ακολουθία της εορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ο Ακάθιστος Ύμνος και η Ιστορία

Το έτος 626, και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα όμως με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δε θεωρείται απίθανο η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητος ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Ο Συνθέτης του Ακαθίστου Ύμνου

Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ύμνος ψαλλόταν ως ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, εντούτοις το πρόβλημα της σύνθεσης του Κοντακίου του Ακάθιστου Ύμνου παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα, καθώς οι μελετητές όχι μόνο δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο ποιος, πότε και γιατί συνέθεσε τον ύμνο αυτό, αλλά οι γνώμες τους εμφανίζουν και μεγάλες αποκλίσεις.

Το ποιος και το πότε βεβαίως είναι αλληλένδετα, αλλά σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου, επομένως η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερά (terminus post quem), καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν συνετέθη νωρίτερα. Από την άλλοι, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.

Η παράδοση όμως αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στο Ρωμανό. Ένας άλλος ερευνητής θεωρεί ότι ένα κοντάκιο του Ρωμανού ακολουθεί τη μουσική και το μέτρο του α’ οίκου του Ακαθίστου Ύμνου («Ἄγγελος πρωτοστάτης…»), πράγμα που κατ’αυτόν σημαίνει ότι ο Ρωμανός τουλάχιστον γνώριζε (αν δεν συνέγραψε ο ίδιος) τον Ύμνο. Τέλος, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Πλην όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά μεταρωμανικά στοιχεία. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε’ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι, πλησίασε την γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι δε ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Εξάλλου, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου, οι οποίες έχουν κάποιες σοβαρές ενδείξεις. Η μία εκδοχή, η οποία υποστηρίζεται μεταξύ άλλων και από τον καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη, αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α’ (715-730), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της Πόλης από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή, που υποστηρίζεται μεταξύ άλλων από τον Θ. Δετοράκη, βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α’ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά το μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις, θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον σύγχρονο με την πολιορκία Γεώργιο Πισίδη, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.λ.π.

Βέβαιο είναι πάντως ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού, ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος

Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελείται από 24 «οίκους» (στροφές), οι οποίοι είναι δύο ειδών. Οι περιττοί (Α-Γ-Ε…), που είναι εκτενέστεροι, αποτελούνται από δεκαοκτώ στίχους. Οι πέντε πρώτοι περιλαμβάνουν τη διήγηση, οι δώδεκα επόμενοι αποτελούν τους χαιρετισμούς, οι οποίοι απευθύνονται προς την Θεοτόκο και ο δέκατος όγδοος είναι το εφύμνιο «χαίρε νύμφη Ανύμφευτε». Οι άρτιοι (Β-Δ-Ζ…), που είναι συντομότεροι, αποτελούνται μόνο από πέντε στίχους διήγησης και το εφύμνιο «Αλληλούια». Από τους άρτιους οίκους, οι περισσότεροι αναφέρονται στο Χριστό (Θ-Κ-Μ-Ξ-Π-Σ-Υ-Χ), και μερικοί στη Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω).

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος αναφερόταν και στο αρχικό του προοίμιο (Τό προσταχθέν μυστικῶς…»). Με πηγές του την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Ακάθιστος Ύμνος περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Ο πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α’ 28).

Πηγή: https://el.orthodoxwiki.org/Ακάθιστος_Ύμνος

Ο Ηράκλειος (575-641)

Το διάστημα 602-610 αυτοκράτορας στη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ο Φωκάς. Η συμπεριφορά του απέναντι στους στρατιωτικούς και τους αξιωματικούς της αυτοκρατορίας ήταν αυταρχική. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι συγκλητικοί ήρθαν σε επαφή με τον έξαρχο της Αφρικής, τον Ηράκλειο. Ο τελευταίος επαναστάτησε κατά του Φωκά και έστειλε υπό τις διαταγές του γιου του Ηράκλειου, στόλο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος κατανίκησε τη μικρή αντίσταση του Φωκά, τον σκότωσε και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

Ο Ηράκλειος
Βυζαντινό νόμισμα με τη μορφή του Ηρακλείου

Η αυτοκρατορία, όταν ανέλαβε ο Ηράκλειος, ήταν σχεδόν υπό διάλυση. Είχε να αντιμετωπίσει στον περσικό κίνδυνο και συγχρόνως νέα αραβική απειλή. Επιπλέον, η διακυβέρνηση του Φωκά είχε απορφανίσει το στρατό και τις πολιτικές υπηρεσίες από τα καλύτερα στελέχη τους και είχε υποσκάψει τα οικονομικά του κράτους. Οι Πέρσες συνέχιζαν τις επιθέσεις και επιδρομές τους. Το 614 κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ και μετέφεραν στην πρωτεύουσα τους τον Τίμιο Σταυρό. Το 619 κατέλαβαν την Αίγυπτο, ανέκοψαν έτσι τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά, και προέλασαν προς την Κυρηναϊκή.

Τις ατυχίες στην Ανατολή συμπλήρωσαν οι ατυχίες στα Βαλκάνια. Οι Σλάβοι εξωθούμενοι από τους Αβάρους διασχίζουν το Δούναβη από το 615 και εισβάλλουν στο κράτος. Παραμένουν στη βόρεια Βαλκανική και εγκαθίστανται στην περιοχή της Κάτω Μοισίας και Σκυθίας σε συμπαγείς και συνεχείς πληθυσμούς. Προέλασαν ακόμη ως στη Θεσσαλονίκη, την οποία πολιόρκησαν, αλλά αποκρούστηκαν όμως έπειτα από σκληρό αγώνα, την αίσια έκβαση του οποίου οι ευγνώμονες κάτοικοι απέδωσαν στην επέμβαση του Αγίου Δημητρίου.

Συγχρόνως, άλλα σλαβικά φύλα, το 614, επιτέθηκαν εναντίον των Σαλώνων τα οποία κατέλαβαν. Προοδοποίησαν έτσι την κατάκτηση του βορειότερου μέρους της σημερινής Δαλματίας από τους Κροάτες (Χρωβάτους) και της σημερινής Σερβίας και Βοσνίας (Άνω Μοισίας, Δαρδανίας) από τους Σέρβους. Οι επιτυχίες των Σλάβων ενθάρρυναν τους Αβάρους, που εξεδήλωσαν επιδρομικές τάσεις εναντίον του Βυζαντίου.

Τα επανειλημμένα ισχυρά εξωτερικά χτυπήματα κλόνισαν τον αυτοκράτορα, που για μια στιγμή σκέφτηκε να μεταφέρει την έδρα τυο στην Καρχηδόνα, για να αναλάβει από εκεί αντεπίθεση εναντίον των Περσών και των άλλων εχθρών. Τον αυτοκράτορα μετέπεισε η αντίδραση του λαού, της συγκλήτου και προπαντός του πατριάρχη Σεργίου. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού από τους Πέρσες είχε αρχίσει να γεννά αισθήματα ιερού πολέμου, αισθήματα αληθινής σταυροφορίας στην ψυχή του ευσεβούς βυζαντινού λαού εναντίον του αδυσώπητου αλλόθρησκου αντιπάλου. Η εκκλησία παρέδωσε οικειοθελώς τους θησαυρούς της στον αυτοκράτορα και ο Ηράκλειος κατάφερε να πορισθεί τα αναγκαία μέσα για να συνάψει ανακωχή με τους Αβάρους και να οργανώσει νέο στρατό κατά των Περσών.

Την άνοιξη του 622, μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικού ενθουσιασμού, έπειτα από τελετή που έμοιαζε με αληθινό σταυροφορικό ξεκίνημα, ο Ηράκλειος διαπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία. Απέφυγε να κατευθυνθεί εναντίον του αντιπάλου και προχώρησε στα βάθη της Μικράς Ασίας. Με την κίνηση αυτή ανάγκασε τον περσικό στρατό που προχωρούσε εναντίον του, να αναστρέψει την κίνηση του εγκαταλείποντας όλη την πρόσω Μικρά Ασία.

Οι πρώτες συγκρούσεις με τους Πέρσες που διεξήχθησαν σε ατμόσφαιρα θρησκευτικής έξαρσης, απέβησαν υπέρ των βυζαντινών. Στα επόμενα έτη, 623-625, ο Ηράκλειος ανέλαβε σειρά εκστρατειών στη διάρκεια των οποίων νίκησε τους Πέρσες παντού, στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία, την ίδια την Περσία. Μάταια επιχείρησαν οι Πέρσες το 626, αφού συνεννοήθηκαν με τους Αβάρους, να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοπεποίθηση του λαού έπειτα από τόσες νίκες, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός, η πίστη στη θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας, της οποίας την εικόνα περιέφεραν στα τείχη, η ακατάβλητη δραστηριότητα του Πατριάρχη Σεργίου και του μαγίστρου Βώνου, έφεραν τη συντριβή των Αβαροπερσών μπροστά στα τείχη της πόλεως. Οι κάτοικοι της γεμάτοι ευγνωμοσύνη ανέπεμψαν τον ευχαριστήριο Ακάθιστο Ύμνο στη Θεοτόκο, στην οποία απέδωσαν τη λύτρωση τους.

Το επόμενο έτος, 627, ο Ηράκλειος σε νέα εκστρατεία κατανίκησε έτσι τους εξασθενημένους Πέρσες κοντά στη Νινευί και εξεβίασε την περσική υποταγή. Ο Χοσρόης Β’ δολοφονήθηκε και ο διάδοχος του Σιρόης έσπευσε να ζητήσει ειρήνη. Απόδοση όλων των βυζαντινών αιχμαλώτων και του Τιμίου Σταυρού και αναγνώριση των συνόρων του 591 ήταν οι όροι της ειρήνης, την οποία ο Βυζαντινός ηγεμόνας έπειτα από εξάχρονους σκληρούς αγώνες επέβαλε στον προαιώνιο εχθρό του Βυζαντίου.

Ανώτερη κάθε περιγραφής ήταν η υποδοχή του θριαμβευτή αυτοκράτορα, όταν επέστρεψε στην πρωτεύουσα του, το 629, φέρνοντας μαζί του τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο έσπευσε να στήσει στην αρχική του θέση στα Ιεροσόλυμα στις 14 Σεπτεμβρίου 630.

Το μέγεθος της υποδοχής δείχνει το μέγεθος του κινδύνου και της αγωνίας, από την οποία είχαν λυτρωθεί οι Βυζαντινοί. Βέβαια, η νίκη στην Ανατολή είχε πληρωθεί με απώλειες στη δυτική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Όμως, οι απώλειες των ισπανικών κτήσεων και της Δαλματίας, Άνω Μοισίας και Δαρδανίας, στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα πια Κροάτες και Σέρβοι, ήταν μηδαμινές μπροστά στην περσική ήττα.

Η ανάκτηση των μονοφυσιτικών επαρχιών από τον Ηράκλειο, επανέφερε οξύτατο το πρόβλημα της συμβίωσης των Μονοφυσιτών και Ορθοδόξων. Για να πετύχει η συνδιαλλαγή τους ο Ηράκλειος με εισήγηση του πατριάρχη Σεργίου εξέδωσε το 638 την Έκθεση στην οποία, αφού απαγόρευσε κάθε συζήτηση για τη μία ή τις δύο φύσεις ή ενέργειες του Χριστού, δεχόταν τη μία του θέληση. Δυστυχώς, όμως, και η διατύπωση αυτή δεν έγινε αποδεκτή ούτε από τους Μονοφυσίτες ούτε από τους Ορθόδοξους, μεγάλωσε τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και κατέληξε να διευκολύνει την αραβική επέκταση στις περιοχές αυτές.

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου βρίσκονται σε τρομακτική αντίθεση ως προς τα πρώτα από την άποψη των επιτυχών ενεργειών και της δραστηριότητας του αυτοκράτορα. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στη γεροντική πια ηλικία του Ηρακλείου, αλλά ακόμη στην εμφάνιση ενός νέου εχθρού, των Αράβων. Με την ταχύτητα και την αγριότητα ενός τυφώνα, οι νέοι επιδρομείς συντρίβουν και κατακτούν την Περσία και στη συνέχεια επιτίθενται εναντίον του βυζαντινού κράτους. Το 636 καταλαμβάνουν τη Συρία, το 638 την Παλαιστίνη, το 640 την Αίγυπτο. Η γρήγορη και σχεδόν άκοπη απόσπαση των περιοχών αυτών από την αυτοκρατορία, εξηγείται από την ψυχική αποξένωση των μονοφυσιτικών πληθυσμών τους από το ορθόδοξο κράτος.

Η αποξένωση και η αντίθεση αυτή φάνηκαν κατά την εφαρμογή της θρησκευτικής πολιτικής του Ηρακλείου. Στην προσπάθεια του να συμβιβάσει Μονοφυσίτες και οπαδούς του δόγματος της Χαλκηδόνας, δεν κατόρθωσε τίποτα άλλο, από το να φανατίσει περισσότερο τους Μονοφυσίτες. Υπό τις συνθήκες αυτές Σύροι και Παλαιστίνιοι θεώρησαν του Άραβες ως το μικρότερο κακό και υποτάχθηκαν στους κατακτητές, που άφησαν άλλωστε άθικτη τη ζωή, την περιουσία και τη λατρεία σ’ αυτούς που παραδίδονταν εκούσια.

Πηγή: Το Βυζαντινό Κράτος, Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ

Η γενοκτονία της Χίου (1822)

Σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ, που εγκρίθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού στις 12 Δεκεμβρίου 1948 και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιανουαρίου 1951 όταν επικυρώθηκε από τον προβλεπόμενο αριθμό κρατών, ο όρος γενοκτονία σημαίνει: «την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών με πρόθεση την καταστροφή -μερική ή ολική- μιας εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας». Με βάση λοιπόν τα παραπάνω μπορεί το έγκλημα που συντελέστηκε στη Χίο το 1822 να χαρακτηριστεί ως «Η γενοκτονία της Χίου»;

Η γενοκτονία της Χίου
Η γενοκτονία της Χίου

Οι ενέργειες που συνιστούν γενοκτονία είναι: 1) ο φόνος μελών της ομάδας, 2) η προξένηση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας, 3) η σκόπιμη επιβολή στην ομάδα συνθηκών ζωής που υπολογίζεται να επιφέρουν τη φυσική της καταστροφή ολικώς ή μερικώς, 4) η επιβολή μέτρων με την πρόθεση αποτροπής τεκνογονίας εντός της ομάδας, 5) η βίαιη μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα.

Το άρθρο 1 της Σύμβασης αναφέρει ότι «η γενοκτονία θεωρείται, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, διεθνές έγκλημα είτε διαπράττεται σε καιρό ειρήνης ή πολέμου» και τα κράτη μέλη του ΟΗΕ αναλαμβάνουν την υποχρέωση «να προλάβουν και να τιμωρήσουν» τη γενοκτονία.

Επίσης, τα κράτη-μέλη δεσμεύονται 1) να θεσπίσουν τους αναγκαίους νόμους με σκοπό να υλοποιήσουν τις πρόνοιες της, ιδιαίτερα όσον αφορά την αποτελεσματική τιμωρία,, 2) να δικάζουν τα άτομα που κατηγορούνται με τέτοια εγκλήματα στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, 3) να εκδίδουν τα άτομα αυτά, δεδομένου ότι οι πράξεις γενοκτονίας δεν θεωρούνται πολιτικά εγκλήματα.

Το άρθρο 4 της Σύμβασης διακηρύσσει ότι οι ένοχοι του εγκλήματος της γενοκτονίας θα τιμωρούνται είτε είναι συνταγματικά υπεύθυνοι άρχοντες, δημόσιοι λειτουργοί ή ιδιώτες.

Οι ακόλουθες πράξεις θεωρούνται επίσης κολάσιμες: συνωμοσία για διάπραξη γενοκτονίας, άμεση και δημόσια παρακίνηση για διάπραξη γενοκτονίας, απόπειρα διάπραξης γενοκτονίας και συνενοχή σε γενοκτονία.

Πάντως, σύμφωνα με όλα τα διεθνή δεδομένα και τα υπάρχοντα ντοκουμέντα (μαρτυρίες επιζώντων και η επιβεβαίωση τους από διπλωμάτες ξένων χωρών που υπηρετούσαν στη Χίο, και ξένων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και κορυφαίων ξένων δημιουργών -Ουγκώ, Ντελακρουά κ.α.), οι μαζικές σφαγές και οι λοιπές ενέργειες αιχμαλωσίας, αγοραπωλησίας κ.λ.π. των Ελλήνων της Χίου (γερόντων, γυναικοπαίδων, ακόμη και ασθενών και βρεφών) καθώς και άλλων περιοχών της Ελλάδας από τους Τούρκους υπεύθυνους, συνιστούν αναμφισβήτητα γενοκτονία.

Το εύλογο όμως ερώτημα είναι γιατί κάποιες χώρες και οι ηγεσίες τους αποφεύγουν να θίγουν τέτοια θέματα. Ίσως, οι ηγεσίες αυτών των χωρών να έχουν ενοχές για τα «εγκλήματα» του παρελθόντος και θέλουν με κάθε μέσο ν’ αποτρέψουν την αναβίωση εφιαλτικών αναμνήσεων και των ενδεχόμενων συνεπειών ηθικών και πολιτικών, αλλά ιδιαίτερα νομικών και οικονομικών.

Είναι, συνεπώς, κατανοητό το γεγονός ότι προφανώς εξαιτίας εξωτερικών πιέσεων, κάποιοι και στη χώρα μας είναι διστακτικοί στο να προβάλλουν το ζήτημα. Οπωσδήποτε, όμως, η καταδίκη σήμερα τέτοιων εγκλημάτων δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως καταδίκη των τωρινών ηγετών και της χώρας στην οποία ή από την οποία διαπράχθηκαν αυτά τα εγκλήματα τότε.

Όμως, κάποιοι αξιέπαινοι ηγέτες ορισμένων χωρών ζήτησαν συγνώμη για τα εγκλήματα της χώρας τους στο παρελθόν και αυτό αποδεικνύει το επίπεδο πολιτισμού τους και -το σπουδαιότερο- ότι τα παθήματα γίνονται μαθήματα ώστε οι τωρινές και οι επερχόμενες γενιές να μη γίνουν πάλι θύματα της νοσηρής νοοτροπίας εξαιτίας της οποίας η ανθρωπότητα έχει θρηνήσει πολλές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπινες ψυχές, εκτός από τις υπόλοιπες τραγικές συνέπειες.

Πηγή: https://www.enet.gr

Οι Μαυρομιχάληδες

Οι Μαυρομιχάληδες ήταν οικογένεια Μανιατών, που, αν και απόγονοι ενός «μαύρου», έφτασαν να γίνουν πρώτοι ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Οι Μαυρομιχάληδες
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Οι πρώτοι Μαυρομιχάληδες

Για τους Μανιάτες το ορφανό και από τους δύο γονείς είναι το «μαύρο». Το «μαύρο», ο Μιχαήλ, καταγόταν από Βυζαντινή οικογένεια που γύρω στα 1340 κατέβηκε στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκε στο Τσίμοβο. Το «μαύρο», ο Μιχαήλ, επέζησε. Μεγάλωσε και έγινε ο Μαύρος Μιχαήλ, ο Μαυρομιχάλης, κατά το Νικόλαο Σαρίπολο, τον συντάκτη της διακήρυξης με την οποία ο Όθων έγινε έκπτωτος.

Ο πρώτος εκείνος Μαυρομιχάλης πολλά αγόρια, ένα από τα οποία έγινε έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στη Μάνη. Εκείνου ο γιος, ο Γεώργιος, μετακόμισε στην Κορώνη όπου γνωρίστηκε με κάποιον σπουδαίο Οθωμανό. Αργότερα, ο Οθωμανός έγινε Μεγάλος Βεζύρης και κάλεσε τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, του έδωσε το αξίωμα του καπετάνιου της «καπετανίας» της Μάνης, διοικητική διαίρεση που υπήρχε και στα χρόνια των Βενετσιάνων. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης απέκτησε προνόμιο να εξοπλίζει πλοία για να μπορεί να αμύνεται κατά των πειρατών. Η γυναίκα του ήταν πολύ όμορφη. Οι ντόπιοι την έλεγαν νεράιδα. Ήταν επιβάτις σε ξένο πλοίο και για άγνωστο λόγο ο καπετάνιος του πλοίου την έβγαλε σε ένα μανιάτικο ακρογιάλι. Την είδε ο Μαυρομιχάλης, τη ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Γιοι τους ήταν ο Ιωάννης, που τον αποκαλούσαν Σκυλογιάννη και ο Πιέρος, ο πατέρας του Πετρόμπεη.

Ο Σκυλογιάννης ήταν αυτός που αμύνθηκε στη Μεσσήνη, όταν οι Τούρκοι του Χατζή Οσμάν κυνηγούσαν τους Έλληνες στα Ορλωφικά. Έπεσε στη μάχη μαζί με τους γιους του εκτός από έναν που πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο τελευταίος έγινε μωαμεθανός και βρέθηκε να είναι είναι βαλής (νομάρχης) στα νησιά του Αιγαίου, με το όνομα Σιουκιούρ Μπέης.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε το 1765. Νεαρός ακόμα διακρινόταν για την ικανότητα του να επιβάλλεται στον περίγυρο. Κι αυτήν την ικανότητα χρησιμοποιούσε πολλές φορές για να καταπραΰνει τα πάθη και τις έχθρες των οικογενειών της Μάνης. Στα 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους ισχυρούς της πόλης.

Προηγουμένως, είχε έρθει σε επαφή με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και να του ζητήσει να βοηθήσει τους Έλληνες να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Ήταν όταν οι Γάλλοι κατέλυσαν τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας και απέκτησαν τα νησιά του Αιγαίου πελάγους. Ο Ναπολέων είχε άλλα σχέδια. Του ζήτησε να τον ακολουθήσει την εκστρατεία στην Αίγυπτο και μετά θα έβλεπαν τι θα έκαναν.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης του αρνήθηκε. Ο Ναπολέων τον έστειλε να συνεννοηθεί με τον στρατηγό Ντανζελότ, διοικητή της Κέρκυρας. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Οι Γάλλοι αποχώρησαν από τα Ιόνια νησιά και ο Πέτρος Μαυρομιχάλης πέρασε στο Δυρράχιο και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη. Κατέβηκε, μετά, στη Μάνη. Την βρήκε να σπαράζεται από τον πόλεμο των οικογενειών. Και ο Πέτρος βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης. Τον κατηγόρησαν στους Τούρκους ότι αυτός έφταιγε για την όλη κακή κατάσταση.

Το 1814, έφτασαν στη Μάνη μερικά τουρκικά πλοία. Ο επικεφαλής τους εξήγησε ότι είχε αποστολή να διερευνήσει τις κατηγορίες. Οι εχθροί του Πέτρου αναθάρρησαν. Ο επικεφαλής τον κάλεσε στο πλοίο για ανάκριση. Ο Πέτρος πήγε. Δεν είναι γνωστό τι ειπώθηκε. Όμως, ο Πέτρος έφυγε ελεύθερος. Ο επικεφαλής των Τούρκων τον ακολούθησε στον πύργο των Μαυρομιχάληδων, μπήκε μέσα μόνος και επισκέφθηκε τη μάνα του Πέτρου: της φίλησε το χέρι και αποχώρησε.

Δύο χρόνια αργότερα ξαναφάνηκε στη Μάνη. Αυτή τη φορά έφερνε το διορισμό του Πέτρου ως ηγεμόνα της Μάνης. Στο εξής, ήταν ο πανίσχυρος Πετρόμπεης. Οι εχθροί του έμαθαν ότι ο «Τούρκος», που είχε διεξαγάγει τις ανακρίσεις και αντί να συλλάβει τον Πέτρο τον έκανε μπέη, δεν ήταν άλλος από τον Σιουκιούρ Μπέη, το γιο του Σκυλογιάννη και πρώτο ξάδελφο του «κατηγορουμένου».

Ο Πετρόμπεης δεν έμεινε αργός. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο σταμάτησε τη βεντέτα ανάμεσα στις μανιάτικες οικογένειες, προσέφερε ασφάλεια στους κατοίκους της Μάνης, καταπολέμησε την πειρατεία και σχεδόν ανάγκασε το πληθυσμό να ασχοληθεί με ειρηνικές εργασίες. Στα 1818 τον επισκέφτηκε ο Φιλικός Χρυσοσπάθης. Ο Πετρόμπεης ασπάσθηκε τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας και προσέφερε χίλια γρόσια.

Την ίδια χρονιά στη Μάνη έφτασε ο Χριστόφορος Περραιβός, συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Μαζί το έφερνε συμφωνητικό συμφιλίωσης και τριών και πιο σπουδαίων οικογενειών της Μάνης, Μαυρομιχάληδες, Γρηγοράκηδες, Τρουπάκηδες. Το υπέγραψαν.

Την ίδια χρονιά ο Πετρόμπεη έστειλε στην Πετρούπολη τον Κυριάκο Καμαρινό να μάθει από τον υπουργό των εξωτερικών του τσάρου, Ιωάννη Καποδίστρια, αν στ’ αλήθεια η Ρωσία θα βοηθούσε μια ελληνική επανάσταση. Ο Καμαρινός γύρισε φέρνοντας μακροσκελή επιστολή του Καποδιστρια, με ημερομηνία 3 Αυγούστου 1819. Ο Καποδίστριας εξηγούσε στον Πετρόμπεη ότι ο τσάρος ήταν βαθιά προσηλωμένος στην Ιερή Συμμαχία και μάλλον θα πολεμούσε μαι επανάσταση παρά θα την στήριζε. Και τον απέτρεπε από οποιαδήποτε ανάλογη κίνηση. Μόνο που η επιστολή αυτή δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του Πετρόμπεη.

Ο Καμαρινός σκοτώθηκε στο γυρισμό και η ύπαρξη της επιστολής έγινε γνωστή χρόνια μετά, όταν δημοσιεύτηκαν τα αρχεία της Πετρούπολης. Αντίθετα, ο Πετρόμπεης πήρε επιστολή από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ σε απάντηση δικής του, που έστειλε στην «Ανώτατη Αρχή» της Φιλικής Εταιρείας χωρίς να ξέρει ποια ήταν αυτή. Ακολούθησε και επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ο Πετρόμπεης πείστηκε ότι ήταν σοβαρή κίνηση και όχι σαν αυτή των Ορλώφ.

Στα 1821, ήταν μαζί με εκείνους που πήραν την Καλαμάτα. Και έγινε μοχλός για τη σύσταση της Μεσσηνιακής Γερουσίας που απηύθυνε την πρώτη επίσημη ανακοίνωση προς τους ξένους ότι οι Έλληνες επαναστάτησαν.

Το 1830 ξέσπασε επανάσταση στην Πελοπόννησο εναντίον του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, με πρωτεργάτη τον αδελφό του Πετρόμπεη, Τζανή. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης προσπάθησε να διαφύγει στη Ζάκυνθο, αλλά συνελήφθη και φυλακίστηκε. Ένα χρόνο μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, μετά από πρωτοβουλία του Αυγουστίνου Καποδίστρια, ο Πετρόμπεης αποφυλακίστηκε.

Προς το τέλος της ζωής του τιμήθηκε από την Αντιβασιλεία, λαμβάνοντας διάφορα αξιώματα, όπως του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του γερουσιαστή και του αντιστρατήγου. Πέθανε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848.

Οι Μαυρομιχάληδες και η στατιστική

Σύμφωνα με τη στατιστική της Επανάστασης ήταν 49 οι Μαυρομιχάληδες που έπεσαν στον Αγώνα. Η ιστορία, όμως, καταγράφει δύο Μαυρομιχάληδες που δολοφόνησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια. Καθώς και άλλους που με τους πολιτικούς τους αγώνες προσπάθησαν να ελέγξουν την μετεπαναστατική Ελλάδα.

Το έπος του Γιλγαμές

Η μυθολογία των Σουμέριων ξεκινά από τη μετανάστευση τους από τη μυθική γενέτειρα τους, τη χώρα του Μαγκάν και κορυφώνεται με το Έπος του Γιλγαμές, το οποίο είναι και το μόνο που μας έχει σωθεί από τη λογοτεχνία των Σουμέριων.

Το έπος του Γιλγαμές

Οι Σουμέριοι δεν ήταν σημιτική φυλή. Η γλώσσα τους ανήκει στις συγκολλητικές γλώσσες. Είναι τελείως διαφορετική από τις σημιτικές και παρουσιάζει ορισμένα κοινά γνωρίσματα με τις γλώσσες της ουραλοαλταϊκής ομάδας. Δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί που βρισκόταν αυτή η μυθική χώρα του Μαγκάν, αν και πολλοί ερευνητές τοποθετούν αυτή τη χώρα στη δυτική ακτή της Ινδίας, άλλοι στον Εύξεινο Πόντο και κάποιοι άλλοι στην Κρήτη.

Το έπος του Γιλγαμές

Το έπος του Γιλγαμές περιγράφει τις περιπλανήσεις και τις περιπέτειες του Γιλγαμές, Σουμέριου βασιλιά. Στην αφήγηση διαπλέκονται δεκάδες ιστορίες, πολλές από τις οποίες θα τις συναντήσουμε στις μυθολογίες πολλών άλλων λαών, όπως οι Έλληνες και οι Εβραίοι. Χιλιετίες ολόκληρες ήταν το αγαπημένο έπος των λαών της Μεσοποταμίας, Σουμέριων Ακκαδίων, Βαβυλωνίων και Ασσυρίων, αλλά και ευρύτερα της Μέσης Ανατολής. Όπως όλα τα αρχαία έπη, το Γιλγαμές το απήγγελλαν περιοδεύοντες αοιδοί και σ’ αυτή την προφορική μορφή επιβίωσε στην παράδοση πολλών λαών.

Φυσικά υπήρχαν και γραπτά κείμενα του έπους, αλλά παρέμεναν άγνωστα ως τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν σε ανασκαφές στην αρχαία Βαβυλώνα, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πινακίδες, που είχαν επάνω τους γραμμένο με σφηνοειδή γραφή το αρχαίο κείμενο του έπους. Αργότερα, παρόμοιες πλάκες ανακαλύφθηκαν και αλλού, και από τη σύγκριση και διασταύρωση των κειμένων τους, αφενός μεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα των πρώτων, αφετέρου δε, έγινε δυνατή η ανασύνθεση του έπους και μάλιστα στις τρεις εκδοχές του, τη σουμερική, τη βαβυλωνιακή και την ασσυριακή.

Το έπος αναφέρεται στις περιπέτειες και τα ταξίδια του Γιλγαμές, βασιλιά της σουμερικής πόλης Ουρούκ, της οποίας τα ερείπια έχουν εντοπιστεί στο σημερινό νότο Ιράκ. Ο Γιλγαμές ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, τρισέγγονος του Νώε και στο έπος εμφανίζεται σαν το πρότυπο της ανδρικής δύναμης και ομορφιάς, ταυτόχρονα όμως αδυσώπητος και καταπιεστικός, ιδίως όταν υποχρέωσε τους κατοίκους της πόλης στην οποία βασίλευε, να χτίσουν τα τείχη της, με καταναγκαστική εργασία.

Οι άνθρωποι ζήτησαν βοήθεια από τους θεούς και εκείνοι έπλασαν στο χώμα τον Ενκιδού, που τον προόριζαν για αντίπαλο του Γιλγαμές. Ο Ενκιδού ήταν αρχικά αγροίκος δασόβιος, που έτρωγε όπως τα ζώα και καλά καλά δεν ήξερε να μιλά. Μια ιερόδουλος της Ουρούκ όμως ανέλαβε να τον εξανθρωπίσει και μετά από επταήμερη συναναστροφή μαζί της ο Ενκιδού έγινε κανονικός άνθρωπος. Τότε ήρθε αντιμέτωπος με τον Γιλγαμές, πάλεψαν σκληρά για πολλές ώρες και τελικά νίκησε ο Γιλγαμές, με μεγάλη δυσκολία.

Οι δύο αντίπαλοι, εκτιμώντας ο ένας τις αρετές του άλλου, συμφιλιώθηκαν και από τότε έγιναν αχώριστοι. Στη συνέχεια επιχείρησαν ένα ταξίδι σε μακρινές χώρες, που ήταν γεμάτο περιπέτειες. Κατά τη διάρκεια του συναντήθηκαν με τη θεά του έρωτα, την Ιστάρ, την οποία προσέβαλαν, ιδίως ο Ενκιδού με πολλές ύβρεις. Μετά από αυτό οι θεοί τιμώρησαν τον Ενκιδού, ο οποίος πεθαίνει, αφήνοντας τον φίλο του Γιλγαμές.

Ο Γιλγαμές περίλυπος για το θάνατο του φίλου του και φοβισμένος καθώς βλέπει και το δικό του αναπόφευκτο τέλος, αρχίζει ένα φοβερό ταξίδι στον Κάτω Κόσμο αναζητώντας την αθανασία. Η περιπλάνηση του δε θα του φέρει την αθανασία, αλλά θα τον βοηθήσει να κατανοήσει τη ζωή και θα τον προικίσει με σοφία, που θα τον απαλλάξει από το άγχος του θανάτου.

Πηγή: https://sarantakos.wordpress.com

Το πλύσιμο των χεριών

Το πλύσιμο των χεριών δεν μπήκε στη ζωή μας παρά μόλις πριν από 170 χρόνια. Τότε, και μετά κόπων και βασάνων, το «ανακάλυψε» η επιστήμη.

Το πλύσιμο των χεριών

Μοιάζει παράδοξο αν λάβει υπόψη του κανείς πως ο Πόντιος Πιλάτος «ένιψε τα χείρας του» πολλούς αιώνες πριν, ενώ το πλύσιμο των χεριών επιβάλλεται για λόγους καθαριότητας σε θρησκευτικές τελετές τόσο των Εβραίων όσο και των μουσουλμάνων. Αν υπάρχει πάντως ένας πιονέρος της επιστήμης στο πεδίο της υγιεινής των χεριών, αυτός είναι ο Ούγγρος γιατρός Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς.

Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Ζέμελβαϊς ανέλαβε καθήκοντα βοηθού καθηγητή στο γενικό νοσοκομείο της Βιέννης. Ήταν ο μόνος που προβληματίστηκε για το γεγονός πως στη μία μαιευτική κλινική του νοσοκομείου πέθαιναν πολύ περισσότερες γυναίκες από επιλόχειο πυρετό σε σχέση με την άλλη. Δεν άργησε να υποθέσει τον λόγο. Στη μία κλινική ασκούνταν γιατροί, στην άλλη μαίες. Οι πρώτοι έκαναν νεκροψίες, οι δεύτερες όχι.

Για να καταλήξει στο συμπέρασμά του, ο Ζέμελβαϊς βοηθήθηκε από την κακή τύχη ενός συναδέλφου του, ο οποίος εξέτασε ένα πτώμα έχοντας κοπεί στο χέρι με αποτέλεσμα να προσβληθεί από σηψαιμία και να πεθάνει. Συγκρίνοντας τα συμπτώματα του άτυχου γιατρού και των άτυχων λεχώνων, συμπέρανε πως η αιτία ήταν η ίδια: τα «δηλητήρια», όπως τα ονόμασε, που προέρχονταν από τα πτώματα, μετέφεραν με τα χέρια τους οι γιατροί και μόλυναν τις εγκύους.

Το επόμενο βήμα ήταν να παρασκευάσει ένα διάλυμα χλωριούχου ασβεστίου όπου απολυμαίνονταν χέρια και ιατρικά εργαλεία. Η κίνηση αποδείχθηκε σωτήρια. Πριν την παρέμβασή του η θνησιμότητα των νέων μητέρων έφτανε το 18%. Μετά την επιβολή της υγιεινής των χεριών, το ποσοστό αυτό έπεσε στο 1%.

Παρά τα θαυμαστά αποτελέσματα, όμως, η αντισηπτική μέθοδος του Ζέμελβαϊς συνάντησε ισχυρές αντιστάσεις. Ένας λόγος ήταν πως οι άνθρωποι τότε δεν πίστευαν πως μπορεί να είναι κινητοί φορείς μικροβίων. Οι γιατροί θίγονταν στην ιδέα πως μπορούσαν να προκαλούν οι ίδιοι μολύνσεις. Η πλειονότητα, εξάλλου, προερχόταν από οικογένειες της μεσαίας ή της ανώτερης τάξης της Βιέννης. Αυτοί ήταν οι «καθαροί», ενώ βρώμικοι στα μάτια τους ήταν μόνο οι εργάτες των φτωχών στρωμάτων που είχαν άλλες συνήθειες υγιεινής ή δεν είχαν και καθόλου. Ήταν προσβλητικό επομένως γι’ αυτούς να τους πει κάποιος πως τα χέρια τους ήταν βρώμικα.

Θα έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια για να επισημάνει ένας γιατρός που κατέκτησε τη φήμη, ο Λουί Παστέρ, την ανάγκη εξόντωσης των μικροβίων. Αλλά ακόμη περισσότερα για να ανακαλύψει ο Γερμανός επιστήμονας Ρόμπερτ Κοχ τον βάκιλο του άνθρακα. Και άλλα ακόμη για να εισαγάγει ένας Άγγλος χειρουργός, ο Τζόζεφ Λίστερ, την υποχρεωτική απολύμανση των χεριών στη χειρουργική. Στις αρχές του 20ου αιώνα, το πλύσιμο των χεριών δεν ήταν μια υποχρέωση των γιατρών μόνο, αλλά κάτι που έπρεπε να κάνουν όλοι.

Κανείς δεν προσβαλλόταν πια και ένας από τους λόγους ήταν η φυματίωση που θέριζε εκείνη την εποχή. Αφού αποκλείστηκε η πιθανότητα να πρόκειται για κάποια κληρονομική ασθένεια, η υγιεινή των χεριών επιβλήθηκε ως ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα προστασίας. Η εικόνα στο τέλος δεν ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Οι άνθρωποι απέφευγαν τις χειραψίες, τις αγκαλιές και τα φιλιά. Το στόμα και το δέρμα είχαν καταχωρηθεί πλέον ως εστίες μικροβίων.

Ο φόβος δεν κράτησε πολύ. Η πρόοδος της υγιεινής και η ανακάλυψη των εμβολίων και των αντιβιοτικών, νίκησε τους θανάτους από τα μικρόβια. Η καθαριότητα έφτασε να αμφισβητηθεί από τους χίπις ως μια «μη μου άπτου» συνήθεια της μπουρζουαζίας. Αλλά ακόμη και όταν πέρασε η γοητεία του κινήματος της αμφισβήτησης, η υγιεινή των χεριών δεν έγινε καθολική.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε Αμερικανούς φοιτητές το 2009, δημοσιεύθηκε σε ιατρική επιθεώρηση και αναπαράγει η εφημερίδα «Γκάρντιαν», μετά την ούρηση πλένουν τα χέρια τους το 69% των γυναικών και το 43% των ανδρών, μετά την αφόδευση το 84% και το 78% αντίστοιχα, ενώ πριν από το φαγητό μόλις το 7% των πρώτων και το 10% των δεύτερων.

Πόσο αποτελεσματικό είναι όμως το πλύσιμο των χεριών; Αναλύσεις μοντέλων σε βρετανικά νοσοκομεία έχουν δείξει πως εάν πλένει κανείς τα χέρια του πέντε με δέκα φορές περισσότερο από το συνηθισμένο, τότε μειώνει τον κίνδυνο της μόλυνσης κατά 25%. Στη μάχη κατά της εξάπλωσης μιας πανδημίας, επισημαίνεται από τους ειδικούς, το ποσοστό αυτό μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο.

Πηγή: https://www.tovima.gr/

Ο Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς (1818-1865)

Ο Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς (γερμανικά: Ignaz Philipp Semmelweis, ουγγρικά: Semmelweis Ignác Fülöp, 1 Ιουλίου 1818 – 13 Αυγούστου 1865) ήταν Ούγγρος γιατρός και επιστήμονας, γνωστός ως πρωτοπόρος των αντισηπτικών διαδικασιών.

Ο Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς
Ο Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς

Ο Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς, που περιγράφεται ως ο «σωτήρας των μητέρων», ανακάλυψε ότι η συχνότητα εμφάνισης του επιλόχειου πυρετού θα μπορούσε να μειωθεί δραστικά με τη χρήση απολύμανσης χεριών στις μαιευτικές κλινικές. Ο επιλόχειος πυρετός ήταν κοινός στα νοσοκομεία στα μέσα του 19ου αιώνα και συχνά μοιραίος. Ο Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς πρότεινε την πρακτική του πλυσίματος των χεριών με διαλύματα χλωριούχου ασβέστου το 1847 ενώ εργαζόταν στην Πρώτη Μαιευτική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου της Βιέννης, όπου οι ιατρικοί χώροι είχαν τριπλάσια θνησιμότητα από τους θαλάμους των μαιών. Δημοσίευσε ένα βιβλίο με τα ευρήματά του στην αιτιολογία, την έννοια και την προφύλαξη του επιλόχειου πυρετού.

Παρά τις διάφορες δημοσιεύσεις των αποτελεσμάτων όπου το πλύσιμο των χεριών μειώνει τη θνησιμότητα σε κάτω του 1%, οι παρατηρήσεις του έρχονταν σε αντίθεση με τις καθιερωμένες επιστημονικές και ιατρικές απόψεις της εποχής και οι ιδέες του απορρίφθηκαν από την ιατρική κοινότητα. Ο Ζέμελβαϊς δεν θα μπορούσε να προσφέρει καμία αποδεκτή επιστημονική εξήγηση για τα ευρήματά του και ορισμένοι γιατροί είχαν προσβληθεί από την πρόταση να πλύνουν τα χέρια τους και τον χλεύασαν για αυτό. Το 1865, ο ολοένα και πιο περιθωριοποιημένος Ζέμελβαϊς υποτίθεται ότι υπέφερε από μια νευρική κατάρρευση και εισήχθη σε άσυλο από συνάδελφό του. Πέθανε μόλις 14 ημέρες αργότερα, στην ηλικία των 47 ετών, αφού ξυλοκοπήθηκε από τους φρουρούς, από μολυσμένη πληγή στο δεξί του χέρι που θα μπορούσε να είχε προκληθεί από τον ξυλοδαρμό.

Η πρακτική του Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς κέρδισε ευρεία αποδοχή χρόνια μετά το θάνατό του, όταν ο Λουί Παστέρ επιβεβαίωσε τη θεωρία των μικροβίων και ο Τζόζεφ Λίστερ, ενεργώντας με βάση την έρευνα του Γάλλου μικροβιολόγου, εφάρμοσε μεθόδους υγιεινής με μεγάλη επιτυχία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιγκνάτς_Ζέμελβαϊς

Ο Αλκιβιάδης (450 π.Χ.-405 π.Χ.)

Το 450 π.Χ. γεννιέται στην Αθήνα της μεγαλύτερης ακμής ο Αλκιβιάδης. Στα σαράντα πέντε χρόνια της πολυτάραχης ζωής του, διασταύρωσε τα βήματα του με τη δόξα, την προδοσία, τον θρίαμβο, την ήττα, το κυνηγητό και τη λαμπρότητα τόσο πολλές φορές και με τόσο ακραίες εναλλαγές, που προκαλεί ίλιγγο ακόμα και σήμερα στο μελετητή της προσωπικότητας του. Ήταν η πιο φιλόδοξη, η πιο συναρπαστική και πολυσυζητημένη προσωπικότητα της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Αλκιβιάδης
Ο Αλκιβιάδης

Ο στρατηγός Αλκιβιάδης

Ο Αλκιβιάδης καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών. Πατέρας του ήταν ο Κλεινίας και μητέρα του η Δεινομάχη. Ο Αλκιβιάδης ήταν ανηψιός του Περικλή, στο σπίτι του οποίου ανατράφηκε, έζησε από μικρό παιδί μέσα στην πολυτέλεια, τη δόξα, τον πλούτο και τα κέντρα εξουσίας. Ήταν άνθρωπος εκπληκτικής ομορφιάς και χαρακτήρας απίστευτα παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Δεν υπολόγιζε ποτέ κανέναν, έκανε πράγματα ανήκουστα για την εποχή του, τόσο στα προσωπικά όσο και στην πολιτική και στρατιωτική του δραστηριότητα, όμως κατηύθυνε τον αθηναϊκό δήμο όπως ο κύριος το σκυλάκι του.

Μετά το θάνατο Περικλή το 431 π.Χ., ο Αλκιβιάδης εκλέγεται στρατηγός της Αθήνας. Είναι υπέρμαχος της συνέχειας του Πελοποννησιακού πολέμου κατά της Σπάρτης και οπαδός της παγκόσμιας, για τα δεδομένα της εποχής, κυριαρχίας της πόλης του. Διαφωνεί με την πρώτη ειρήνη που επιβάλλει η Αθήνα και μετά τη νίκη της στη Σφακτηρία και πείθει τους Αθηναίους να του εμπιστευτούν την εκστρατεία κατά της Σικελίας. Ενώ είχε ξεκινήσει επικεφαλής της μεγαλύτερης αρμάδας που είχε συγκεντρώσει ποτέ ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, τον καλούν πίσω για να απολογηθεί για την κατηγορία ότι είχε σπάσει τις Ερμές, ιερές πύλες που υπήρχαν στην πόλη.

Ο Αλκιβιάδης, έξαλλος, αφήνει την αρμάδα, αλλά δε γυρίζει στην Αθήνα. Πηγαίνει στον μεγαλύτερο εχθρό της, την Σπάρτη. Αυτοί τον υποδέχονται θερμά. Ο Αλκιβιάδης τους δίνει συμβουλές κατά της πατρίδας του. Φοβερότερη είναι η συμβουλή του να καταλάβουν και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια, για να κόψουν την Αττική στα δύο και να αποκλείσουν τα ορυχεία του Λαυρίου. Το χτύπημα για τους Αθηναίους είναι φοβερό.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, κάνει παιδί με τη βασίλισσα της Σπάρτης, Τιμαία, ενώ ο βασιλιάς Άγις απουσιάζει σε εκστρατεία. Το σκάνδαλο τον διώχνει από τη Σπάρτη και, μη έχοντας που αλλού να πάει, καταφεύγει στην αυλή του Πέρση σατράπη, Τισσαφέρνη. Εκεί γίνεται στρατηγός εναντίον των Αθηναίων και Σπαρτιατών. Με τον περσικό στόλο νικά τους Λακεδαιμόνιους, παίρνει τα περσικά και τα σπαρτιατικά λάφυρα και ξαναγυρίζει θριαμβευτής στην Αθήνα. Ο λαός, αυτός που μέχρι πριν λίγο τον θεωρούσε προδότη, τον υποδέχεται σαν ήρωα. Λίγο αργότερα όμως, οι πράξεις του τον οδηγούν σε νέα εξορία.

Πηγαίνει στη Θράκη και απομονώνεται. Όταν βλέπει ελλιμενισμένο τον αθηναϊκό στόλο στους Αιγός ποταμούς, συμβουλεύει τους ναυάρχους να πάνε το στόλο σε πιο ασφαλές μέρος. Οι στρατηγοί, με πρώτο τον Τυδέα, τον διώχνουν λέγοντας του ότι δε δέχονται συμβουλές από προδότες. Ο Σπαρτιάτης Άγις καταστρέφει τον αθηναϊκό στόλο. Οι Αθηναίοι υποψιάζονται τον Αλκιβιάδη ως υπεύθυνο για την ήττα τους.

Πλέον ο Αλκιβιάδης έχει εχθρούς τους πάντες, Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Πέρσες. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να βρει μέρος να προφυλαχθεί. Πηγαίνει στη Φρυγία, ο Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος, τρομαγμένος στην ιδέα και μόνο να έρθει στην αυλή του ένας τέτοιος δαιμόνιος τύπος, διατάζει να τον σκοτώσουν. Δολοφονείται το 405 π.Χ. από άγνωστους δράστες. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά αν ήταν Αθηναίοι, Σπαρτιάτες ή Πέρσες.

Η προσωπική ζωή του Αλκιβιάδη

Ο Αλκιβιάδης ήταν όμορφος εξωτερικά, αλλά εσωτερικά ήταν βίαιος, εγωκεντρικός και ματαιόδοξος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 416 π.Χ. κέρδισε τρία πρώτα βραβεία στις αρματοδρομίες και έγινε ο πιο διάσημος άνθρωπος της Ελλάδας. Οι γιορτές του και η απροκάλυπτη πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε μόνο με αυτές των Περσών μπορούν να συγκριθούν. Όταν πήγε στη Σπάρτη, όμως, τους εξέπληξε όλους με την αντοχή του. Ξύρισε το κεφάλι του, έκανε μπάνιο στον Ευρώτα, κοιμόταν στο πάτωμα και έτρωγε μέλανα ζωμό. Όταν πήγε στους Πέρσες, ζούσε με τη μεγαλύτερη πολυτέλεια και χλιδή.

Στην γενέτειρα του, την Αθήνα έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Χαστούκισε το δάσκαλο του, κατέστρεψε το κατηγορητήριο ενός προστατευομένου του, έβαλε στοίχημα ότι θα δείρει στην Αγορά τον πιο πλούσιο και σεβάσμιο άνθρωπο της πόλης, τον Ιππόνικο, το οποίο όχι μόνο έκανε, αλλά αργότερα παντρεύτηκε την κόρη του, Ιππαρέτη. Οι απιστίες του όμως ανάγκασαν την σύζυγο του να φύγει από το σπίτι. όταν η Ιππαρέτη πήγε στο δικαστήριο για να ζητήσει διαζύγιο, μπήκε μέσα, τη σήκωσε στα χέρια και την κουβάλησε βίαια στο σπίτι. Αρνιόταν να χάσει την περιουσία της. Στην Άβυδο παντρεύτηκε μια θεία του, στη Σπάρτη, όπως αναφέραμε παραπάνω, έκανε παιδί με τη βασίλισσα.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, ερωτικά ελκόταν και από άνδρες. Ένας εραστής του, ο Άνυτος διοργάνωσε δείπνο και τον κάλεσε. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε. Κάποια στιγμή όμως, εισέβαλε μεθυσμένος μέσα στο σπίτι του Άνυτου και απαίτησε να του δώσει τα μισά αργυρά και χρυσά σκεύη του σπιτιού. Τα πήρε και έφυγε, ενώ ο Άνυτος τον επαινούσε λέγοντας στους καλεσμένους του ότι πήρε μόνο τα μισά, ενώ μπορούσε να τα πάρει όλα.

Ο μόνος που μπορούσε να τον δαμάσει ήταν ο Σωκράτης. Η σχέση τους ήταν πνευματική και πλατωνική. Ο όμορφος, πλούσιος και ένδοξος Αλκιβιάδης παρακαλούσε το γέρο, φτωχό και ρακένδυτο Σωκράτη να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως τον απέρριπτε συστηματικά. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να συγκρατήσει το νεαρό, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τον κατευθύνει σε κάποιες στιγμές περίσκεψης, που τελικα τον οδηγούσαν σε μεγαλύτερες εκρήξεις.

Όταν έγινε Ολυμπιονίκης, αφού πήρε μέρος στην πομπή της πόλης, έκανε και μία δική του, ιδιωτική, χρησιμοποιώντας τα χρυσά αγγεία του ιερού της Ολυμπία, αλλά κανείς δεν του είπε τίποτα. ήθελε να είναι πάντα στο επίκεντρο των συζητήσεων. Μια φορά έδωσε ένα υπέρογκο ποσό για να αγοράσει ένα σκύλο και όλη η πόλη συζητούσε αυτή την απερισκεψία. Όταν έπαψε, όμως, να αποτελεί θέμα συζήτησης, έκοψε την ουρά του σκύλου, για να υπάρξει δεύτερος γύρος συζητήσεων.

Αυτός ήταν ο Αλκιβιάδης. Ακραίος, βίαιος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, παρορμητικός, επιβλητικός, καιροσκόπος, προδότης.

Πηγή: Θουκυδίδου Ιστορίαι εκδ.ΚΑΚΤΟΣ

Πηγή: Μια σταγόνα Ιστορία, Δ. Καμπουράκης, εκδ. Πατάκη