Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής

Ανάληψη του Χριστού

Κάθε χρόνο 40 μέρες μετά την Ανάσταση του Χριστού και μία μέρα μετά την Απόδοση του Πάσχα γιορτάζουμε την Ανάληψή του. Τι σημαίνει όμως Ανάληψη του Χριστού; Τι γιορτάζουμε ακριβώς;

Η Ανάληψη του Χριστού
Η Ανάληψη του Χριστού

1. Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;

Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’ αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;

Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό, αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην «αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας» του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία, ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την θεραπεία της μεγάλης πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.

3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;

Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).

4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;

Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.

5. Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;

Είχαν ήδη φτάσει στη μεσαία κορυφή του Όρους. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην οποία στήθηκε ο Σταυρός. Ανοιχτή ήταν επίσης και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την αχάριστη πόλη των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Και ενώ αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί για τελευταία φορά –τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλ. αυτά που βρίσκονταν σε διάσταση. Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη.

Τι πρωτόγνωρη και μοναδική που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης! Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Γραφή, όμως η ανάληψή του έγινε με πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί πάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του. Όσον αφορά στην νεφέλη εκείνη, επρόκειτο για το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Όπως η κάθοδός του και η Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), έτσι και τώρα «συνανέρχεται» (ανεβαίνει μαζί με το Άγιο Πνεύμα) γιατί Εκείνο τον παρακολουθεί και συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.

6. Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι;

Ενώ ατένιζαν έκθαμβοι στον ουρανό οι άγιοι Απόστολοι, δύο άνδρες παρουσιάστηκαν σ’ αυτούς ντυμένοι με λευκή στολή. Ήταν άγγελοι οι δύο αυτοί άνδρες που είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή για να μη φοβίσουν τους μαθητές. Και ήταν λευκοφόροι για να φανερωθεί η αγνότητά τους και το διαφωτιστικό και χαρμόσυνο μήνυμα τους το οποίο είχαν αποσταλεί να παραδώσουν. Τους απόστειλε ο Χριστός που αναλήφθηκε, για να τους παρηγορήσει την στιγμή της λύπης τους για τον αποχωρισμό του, αλλά και να τους διαφωτίσει ότι ο αόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στα δεξιά του Θεού Πατρός και ότι θα κατεβεί και πάλι στη γη για να κρίνει όλους τους ανθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

7. Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων;

«Άνδρες Γαλιλαίοι», τους είπαν, «γιατί στέκεστε με το βλέμμα σας προσηλωμένο στους ουρανούς; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίον σήμερα βλέπετε να αναλαμβάνεται, θα επανέλθει για να κρίνει τον κόσμο, και η επάνοδός του θα είναι ίδια με την ανάληψή του». Δηλαδή, θα έλθει από τον ουρανό φορώντας το ίδιο άχραντο Σώμα, το οποίο παρέλαβε από τα αίματα της αγνής Παρθένου, και το οποίο θα έχει επάνω του χαραγμένες τις πληγές που έλαβε στο πάθος του. Τώρα μόνο εσείς οι λίγοι τον βλέπετε να ανέρχεται στον ουρανό, όταν όμως επανέλθει, όλες οι φυλές της γης θα τον δουν να κατεβαίνει από εκεί με δόξα επάνω σε νεφέλες. Η ένδοξη αυτή κατάβασή του θα αποβεί πρόξενος μακαριότητας και χαράς για όσους έζησαν δίκαια. Για τους αμαρτωλούς όμως θα είναι αιτία θλίψεως και συμφοράς.»

8. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας;

Αυτά άκουσαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον Σωτήρα στην Ανάληψή του και ύστερα επέστρεψαν με χαρά στα Ιεροσόλυμα. Η χαρά τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί έμαθαν οριστικά, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους είναι Θεός αληθινός, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, όχι για να εγκαταλείψει τη γη, αλλά για να την ενώσει με τον ουρανό. Η χαρά τους ήταν επίσης πολύ μεγάλη γιατί πήραν την ευλογία του Σωτήρα τους στην Ανάληψή του. Με αυτήν την ευλογία η ολιγάριθμη Εκκλησία των μαθητών, το μικρό εκείνο ποίμνιο, αυξήθηκε μέσα σε ένα μικρό διάστημα και έγινε πολύ μεγάλη, και παίρνοντας την χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχτηκε στην Εκκλησία εκείνη που εγκαθιδρύθηκε σε όλα τα μέρη της γης.

9. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;

Ενώ αυτά συνέβαιναν στη γη εξ αιτίας της Ανάληψης, στους ουρανούς οι Άγγελοι έστηναν μεγαλειώδες πανηγύρι. Οι τάξεις των Αγγέλων που υπηρέτησαν τον Σωτήρα επάνω στη γη και τον συνόδευαν τώρα στην θεία του Ανάληψη καλούσαν τις άνω ταξιαρχίες να ανοίξουν τις ουράνιες πύλες για να εισέλθει ο Βασιλεύς της Δόξης. «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών,» ψάλλει ο προφητάναξ Δαυίδ, «και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Επειδή με το σωτήριο πάθος του έγινε ο Σωτήρας Χριστός ενδοξότερος και υψηλότερος –όπως το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος: «Εταπείνωσε το εαυτόν του και έγινε υπήκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου Σταυρικού, γι’ αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε το υπέρ παν όνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι’ αυτό απαιτούν και οι πύλες του ουρανού να γίνουν υψηλότερες για να τον υποδεχτούν επάξια. Επίσης, επειδή η δόξα του νικητή του Άδη και του θανάτου, που δεν χώρεσε στην μικρή γη, πλήρωσε τους ουρανούς, απαιτούν να υψωθούν και εκείνοι (οι Άγγελοι) στην εμφάνισή του.

Ωστόσο, οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αγγέλων, βλέποντας ανθρώπινο σώμα να μεταφέρεται πάνω από αυτούς, καταλαμβάνονταν από θάμβος και έκπληξη. Γιατί, όπως ένας άνθρωπος που βλέπει Άγγελο στη γη καταλαμβάνεται από έκπληξη φόβου, έτσι και οι ασώματοι Άγγελοι, βλέποντας τότε ένα σώμα να υψώνεται μέσα σε νεφέλη, ζητούσαν έκθαμβοι να μάθουν γι’ αυτό το παράδοξο θέαμα, ζητώντας δυο φορές να βεβαιωθούν, Ποιος είναι αυτός ο Βασιλεύς της Δόξης; Μαθαίνοντας, όμως, ότι είναι ο ισχυρός στους πολέμους Κύριος, που πάλεψε με τον διάβολο και τον κατέβαλε, που τώρα ανέρχεται στους ουρανούς, απορούν, πως το υπέρλαμπρο εκείνο σώμα είναι ερυθρό, και ρωτούν, «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ; ;» όπως ψάλλει ο πρώτος των προφητών, «ερύθημα ιματίων αυτού εκ Βοσόρ; Ούτος ωραίος εν στολή αυτού» (Ησαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο γήινος που έρχεται φορώντας σάρκα σαν υπέρλαμπρο και ερυθρό ιμάτιο; Γιατί γήινος είναι η ερμηνεία του Εδώμ και σάρξ είναι το Βοσόρ, και το σημείο αναφοράς εδώ είναι το δοξασμένο εκείνο Σώμα του Δεσπότη Χριστού που φαινόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς σαν ερυθρό γιατί έφερε επάνω του τον τύπο των πληγών της άχραντης πλευράς, των χειρών και των ποδών.

10. Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού;

Πως όμως φαίνονταν οι πληγές σ’ εκείνο το άφθαρτο σώμα; Ήταν θέμα οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη (ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο. Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ’ εκείνο το αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους. Επίσης, διατήρησε τις πληγές του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού μέχρι το θρόνο της μεγαλοσύνης του. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Θεάνθρωπος διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει, ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει γι’ αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός» (Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην βασιλεία των ουρανών. Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πως εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε στην στενή οδό της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο.

Πηγή: http://www.diakonima.gr/2012/05/24/η-ανάληψη-του-κυρίου-ημών-ιησού-χριστο/

Στον Ευρυμέδοντα ποταμό (468 π.Χ.-467π.Χ.)

Γύρω από τη μάχη στον Ευρυμέδοντα ποταμό είναι πολλές οι διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών. Υπάρχει ασυμφωνία σχετικά με τη χρονολόγηση της, την τάξη που ακολουθήθηκε στις επιχειρήσεις -αν έγινε πρώτα η ναυμαχία ή η πεζομαχία- καθώς και για την απήχηση που είχε η νίκη στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, ώστε να σπεύσουν να γίνουν μέλη, όσες δεν ήταν, της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Το 468π.Χ. έκλειναν δέκα χρόνια από την ίδρυση της συμμαχίας και εκτός από τις επιχειρήσεις της Θράκης, της Σκύρου και της Καρύστου, οι δυνάμεις της συμμαχίας δεν είχαν δράσει κάπου αλλού, αφού άλλωστε ο σκοπός της συμμαχίας ήταν άλλος. Στο διάστημα αυτό οι εισφορές των συμμάχων καταβάλλονταν κανονικά και ο περσικός κίνδυνος φαινόταν να έχει απομακρυνθεί οριστικά.

Η Νάξος, μόνο, είχε αποστατήσει. Αλλά αυτή η αποστασία κατεστάλη με τις ενέργειες του Κίμωνα, που έδρασε ως «αστυνόμος» της συμμαχίας. Ο κίνδυνος, όμως, να ακολουθήσουν και άλλες πόλεις το παράδειγμα της αποσοβήθηκε για ένα διάστημα από την ανάγκη που παρουσιάστηκε να αναληφθεί σοβαρή δράση εναντίον των Περσών. Στην προσπάθεια που αποφάσισαν να αναλάβουν οι Αθηναίοι έπρεπε να πετύχουν, γιατί από την έκβαση της εξαρτιόταν το μέλλον της συμμαχίας.

Στον Ευρυμέδοντα ποταμό
Ο Ευρυμέδοντας ποταμός

Ο Κίμων στον Ευρυμέδοντα παταμό

Ο Κίμων ορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Αποδείχτηκε εξαίρετος στρατηγός και οι μεγάλες επιτυχίες του αύξησαν καταπληκτικά το γόητρο της Αθήνας στους συμμάχους, αλλά και την προσωπική επιβολή του Κίμωνα σε όλες τις τάξεις της Αθήνας.

Ο Πλούταρχος αποδίδει στον Κίμωνα μια μεταβολή που είχε γίνει στις αθηναϊκές τριήρεις αυτήν την εποχή, ώστε να είναι πλατύτερες και να υπάρχει έτσι χώρος όχι μόνο για τους ερέτες αλλά και για οπλίτες. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε απαραίτητη για την επιθετική μορφή που προβλεπόταν να πάρει ο αγώνας εναντίον των Περσών. Τα πλοία εκτός από τα πληρώματα τους, έπρεπε να διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις έτοιμες για απόβαση στην ξηρά και για άμεση επίθεση εναντίον του εχθρού.

Τριακόσια πλοία συγκέντρωσε ο Κίμων στην Κνίδο της Καρίας και στο ακρωτήριο Τριόπιον. Τα διακόσια ήταν αθηναϊκά και εκτός από τους ερέτες είχαν μέσα γύρω στους 5.000 οπλίτες. Στις εκατό συμμαχικές τριήρεις, εκτός από τους ερέτες, υπήρχαν και μερικοί τοξότες. Από την Καρία τράβηξαν οι Έλληνες προς την Παμφυλία και έφτασαν στην Φάσηλι, ελληνική πόλη που ήταν ακόμα υπό την κυριαρχία των Περσών και βρισκόταν απέναντι από την στρατιωτική τους βάση στον Ευρυμέδοντα ποταμό.

Ο Κίμων πρότεινε στους Φασηλίτες να αποστατήσουν από τους βάρβαρους. Επειδή όμως εκείνοι αρνήθηκαν, αναγκάστηκε και να πολιορκήσει την πόλη και να λεηλατήσει τη γύρω περιοχή με το στρατό του. Η δυσάρεστη αυτή κατάσταση λύθηκε με την επέμβαση των Χίων συμμάχων, που έχοντας παλαιούς δεσμούς με τους Φασηλίτες, σκέφτηκαν να στείλουν μηνύματα στους πολιορκημένους στέλνοντας τα με βέλη που έρριχναν στην πόλη. Τελικά, συμφωνήθηκε να γίνει μέλος της συμμαχίας η Φάσηλις και να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των Περσών.

Στις εκβολές του Ευρυμέδοντα βρίσκονταν οι πεζικές και ναυτικές δυνάμεις των Περσών. Οι Πέρσες εκτός από τα τριακόσια πενήντα πλοία, φοινικικά κυρίως, που είχαν συγκεντρώσει εκεί, περίμεναν να φθάσουν από την Κύπρο, που είχαν και πάλι καταλάβει, ογδόντα ακόμα φοινικικά πλοία.

Ο Κίμων εκμεταλλεύτηκε τη διστακτικότητα των Περσών αρχηγών, που δεν αποφάσιζαν να δώσουν ναυμαχία με τους Έλληνες αν δεν έφταναν οι ενισχύσεις από την Κύπρο. Έτσι, με αιφνιδιαστική επίθεση στις εκβολές του ποταμού, κατόρθωσε να συντρίψει τον περσικό στόλο και να αιχμαλωτίσει ή να καταστρέψει διακόσια εχθρικά πλοία.

Την ίδια μέρα, μετά τη ναυμαχία, οι ελληνικές τριήρεις πλησίασαν στη στεριά, αποβίβασαν τους στρατιώτες και επιτέθηκαν στο περσικό πεζικό. Η πεζομαχία που ακολούθησε ήταν πολύ σκληρή και οι απώλειες των συμμάχων σημαντικές, κατόρθωσαν, όμως, οι Έλληνες να διαλύσουν τις εχθρικές δυνάμεις. Πολλοί Πέρσες σκοτώθηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν, και στο στρατόπεδο τους, όταν το κατέλαβαν, οι σύμμαχοι βρήκαν πλουσιώτατα λάφυρα.

Ο Κίμων υπολογίζοντας να αιφνιδιάσει και τα ογδόντα φοινικικά πλοία που θα έρχονταν από την Κύπρο, χωρίς να φαντάζονται ότι θα τον δουν ξαφνικά μπροστά τους, έπλευσε προς τα εκεί αμέσως. Στη ναυμαχία που ακολούθησε οι Φοίνικες έπαθαν πραγματική πανωλεθρία. Την άνοιξη του 465π.Χ. ο Κίμων οδηγώντας τέσσερις τριήρεις ξεκαθάρισε στην Χερσόνησο τα υπολείμματα των περσικών δυνάμεων, που είχαν εγκατασταθεί εκεί από 513π.Χ.

Συνέπειες της νίκης στον Ευρυμέδοντα ποταμό

Ύστερα από την εκμηδένιση των πεζικών και ναυτικών τους δυνάμεων οι Πέρσες δεν μπορούσαν πια να σταθούν στο Αιγαίο. Το κύρος της συμμαχίας μετά την εντυπωσιακή νίκη, είναι φυσικό να υψώθηκε αφάνταστα και όλες οι ελληνικές πόλεις να πείσθηκαν πως η ελευθερία τους ήταν εξασφαλισμένη, εφόσον οι Αθηναίοι είχαν το πρόσταγμα, ως ηγέτες της συμμαχίας. Είναι φυσικό, αφού οι Πέρσες είχαν νικηθεί, κάθε πόλη της Καρίας, της Λυκίας, της Ιωνίας, που έβλεπε αναγκαία την υποστήριξη της Αθήνας για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της από τους βαρβάρους να προσχώρησε τότε στη συμμαχία.

Στην Αθήνα, από τα λάφυρα που έφερε μαζί ο στρατός, πέρα από τις τιμές των νεκρών, τα αφιερώματα και τις ευχαριστίες στην θεά Αθηνά, ο Κίμων φρόντισε να γίνει το νότιο τείχος της Ακρόπολης, να «καλλωπισθεί το άστυ», να φυτευθούν στην αγορά πλατάνια και να γίνει ο χώρος της Ακαδημίας από άγονος και χέρσος τόπος σε θαυμάσιο άλσος. Τότε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πραγματοποιήθηκε η θεμελίωση των Μακρών Τειχών, που τα ονόμασαν Σκέλη, ένα δύσκολο τεχνικό έργο, γιατί χρειάσθηκε για τη στήριξη τους σε «τόπους ελώδεις και διαβρόχους» να γίνει ειδική εργασία: χρησιμοποιήθηκε πολύ χαλίκι και μεγάλες πέτρες και το τείχος που υψώθηκε αργότερα ήταν συμπαγές, από πέτρες δηλαδή σε ολόκληρο το πλάτος του.

Σκύρος και Κάρυστος

Σκύρος και Κάρυστος, ένα νησί και μια πόλη που δεν είχαν γίνει μέλη της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η πρώτη γιατί είχε καταληφθεί από πειρατές και η δεύτερη γιατί τηρούσε ουδετερότητα ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και τους Πέρσες. Το να τις πάρουν με το μέρος τους οι Αθηναίοι ήταν ζήτημα μείζονος σημασίας για τη συμμαχία λόγω των γεωστρατηγικών θέσεων τους, αφού οι εμπορικοί δρόμοι του Αιγαίου περνούσαν από αυτές τις δύο πόλεις.

Μετά την εκστρατεία στη Θράκη και την κατάληψη της Ηιόνας το 475π.Χ. από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα, παρουσιάστηκε μια νέα ευκαιρία για την Αθηναϊκή Συμμαχία. Στο δρόμο των πλοίων της, προς το βορειοανατολικό Αιγαίο βρισκόταν η Σκύρος, άγονο νησί που δεν ήταν δυνατόν να θρέψει τους κατοίκους του. Το είχαν από καιρό καταλάβει οι Δόλοπες, που επιδίδονταν στην πειρατεία και έτσι αποτελούσαν κίνδυνο για την ελεύθερη διακίνηση των εμπορικών πλοίων. 

Εκείνη ακριβώς την εποχή οι κάτοικοι του νησιού βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί είχαν συλλάβει θεσσαλικά εμπορικά πλοία, που είχαν αράξει στο Κτήσιο, και άρπαξαν τα είδη που υπήρχαν μέσα. Το γεγονός καταγγέλθηκε στη Δελφική Αμφικτιονία. Οι Θεσσαλοί έμποροι ζητούσαν από τη Σκύρο αποζημίωση για την αρπαγή. Οι κάτοικοι βρέθηκαν σε αδιέξοδο γιατί δεν μπορούσαν να καταβάλουν κανενός είδους αποζημίωση και κάλεσαν τον Κίμωνα να του παραδώσουν την πόλη.

Ο Κίμων επειδή έβλεπε ότι η θέση της Σκύρου είχε πολύ μεγάλη σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο και ήθελε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει την κατοχή της για τους σκοπούς της συμμαχίας έδιωξε τους Δόλοπες από εκεί και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους. Δεν αρκέστηκε σε αυτό. Η Αθηναϊκή Συμμαχία ήταν στο ξεκίνημα της. Μετά τις πρώτες επιτυχίες, ήταν πολιτική ανάγκη να δοθεί στους ηγεμόνες της Αθηναίους θεϊκή επικύρωση, που να καταξιώνει τις ενέργειες τους. Παλιός Δελφικός χρησμός όριζε στους Αθηναίους να μεταφέρουν από τη Σκύρο τα λείψανα του Θησέα στην Αττική. Ο Δόλοπες, όμως, δε θέλησαν ποτέ να μαρτυρήσουν τη θέση του τάφου του Αθηναίου ήρωα, ούτε να επιτρέψουν στους Αθηναίους να ψάξουν το νησί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά την κατάληψη της Σκύρου, οι σχετικές προσπάθειες τελεσφόρησαν. Με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια πάνω σε τριήρη, μετέφερε ο Κίμων τα οστά του ήρωα, όπου τοποθετήθηκαν στο Θησείο.

Η Κάρυστος ήταν η μόνη πόλη της Εύβοιας που δεν είχε θελήσει να γίνει μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Επειδή η θέση της είχε πρωταρχική σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο, και επειδή όπως είχε μείνει ουδέτερη, αν παρουσιάζονταν πάλι οι Πέρσες, υπήρχε κίνδυνος να χρησιμοποιούσαν την Κάρυστο και το λιμάνι της ως βάση για ενδεχόμενες επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων, προέκυψε η ανάγκη να εξασφαλισθεί η συμμετοχή της στη συμμαχία.

Έτσι οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον Κίμωνα μεταξύ του 474π.Χ. και 472π.Χ. να εκστρατεύσει εναντίον της για να τη πείσε με τη βία να ενταχθεί στη συμμαχία.  Οι Δρύοπες, κάτοικοι της πόλης, προέβαλαν γενναία αντίσταση στους συμμάχους – ο Κίμων πολύ εύστοχα, δεν χρησιμοποίησε άλλους Ευβοείς στην επιχείρηση. Οι Δρύοπες αφού αγωνίστηκαν στην περιοχή της Καρυστίας και έχασαν αρκετές μάχες, κλείστηκαν μέσα στα τείχη της πόλης, όπου και πολιορκήθηκαν από τους Αθηναίους. Παρ΄ όλη την αντίσταση τους που κράτησε καιρό, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να δεχθούν τους όρους των Αθηναίων.

Με αυτές τις δύο επιχειρήσεις η Σκύρος και η Κάρυστος έγιναν μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Ηιόνα

Στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα, προς τα ανατολικά υπήρχε μια πόλη με το το όνομα «Ηιόνα», που αργότερα έγινε το επίνειο της Αμφίπολης. Εκεί για αρκετά χρόνια είχε εγκατασταθεί περσική φρουρά. Την Ηιόνα διοικούσε από χρόνια ο Πέρσης Βόγης.

Ηιόνα
Ερείπια Ηιόνας

Ο Κίμων στην Ηιόνα

Προς τα εκεί έπλευσε από το Βυζάντιο, το 476π.Χ. ο στόλος των συμμάχων με αρχηγό τον Κίμωνα. Την πόλη προστάτευε ισχυρό τείχος και η κατάληψη της δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επειδή την εποχή εκείνη δεν υπήρχε πολιορκητική τέχνη, και λόγω του ισχυρού της τείχους η πόλη δεν μπορούσε να κυριευθεί. Ο Κίμων μπορούσε να υπολογίζει μόνο σε παράδοση. Υποχρεώθηκε έτσι να συνεχίσει τις επιχειρήσεις όλο το χειμώνα περιμένοντας να εξαντληθούν τα εφόδια και τα τρόφιμα των αντιπάλων.

Ο Κίμων πρότεινε στον Βόγη, ότι αφού κάποια στιγμή θα τελείωναν εφόδια και τρόφιμα και βοήθεια από τους Πέρσες δεν ήταν δυνατό να έρθει, να του παραδώσει την πόλη. Επίσης, ο Κίμων του υποσχέθηκε ότι θα άφηνε ελεύθερους τους Πέρσες να φύγουν στη Μικρά Ασία.

Ο υπερήφανος, όμως, Βόγης ενώ είχε κάθε δικαιολογία να συνθηκολογήσει, δεν δέχθηκε να συζητήσει καν τις προτάσεις του Κίμωνα. Έφθασε, όμως, η στιγμή, που κάθε ελπίδα για το Βόγη χάθηκε. Τότε φάνηκε και το στρατηγικό δαιμόνιο του Κίμωνα. Εφάρμοσε μια πρωτοφανή για την εποχή εκείνη λύση, που έμεινε θρυλική: έστριψε τα νερά του Στρυμόνα προς το πλίθινο τείχος της πόλης, οπότε ήταν ζήτημα χρόνου η διάβρωση του κάτω μέρους του περιβόλου. Με το ρήγμα που θα γινόταν θα έπεφτε το πάνω μέρος του τείχους και οι Έλληνες θα ορμούσαν μέσα στην πόλη. Επειδή τα τρόφιμα είχαν ήδη εξαντληθεί ο Βόγης «άναψε μεγάλη φωτιά, έσφαξε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, τις παλακίδες, τους υπηρέτες και τους έριξε στη φωτιά. Πήρε έπειτα όλο το χρυσάφι και το ασήμι της πόλης και τα σκόρπισε από το τείχος στον Στρυμόνα. Και αφού έκανε όλα αυτά έπεσε και ο ίδιος στη φωτιά. Γι΄αυτό επαινείται μέχρι σήμερα από τους Πέρσες», σημειώνει ο Ηρόδοτος.

Η άλωση της Ηιόνας άνοιξε τον δρόμο και για την πόλη του Δορίσκου που ήταν το τελευταίο οχυρό των Περσών στη Θράκη. Από τη στιγμή που η Ηιόνα απελευθερώθηκε και αρκετές πόλεις στα παράλια της Θράκης ήταν μέλη της Α΄Αθηναϊκής συμμαχίας, ο Δορίσκος έχοντας πια απομονωθεί τελείως, δεν ήταν δυνατόν να μείνει για πολύ καιρό ακόμα στα χέρια των Περσών.

Η εκστρατεία στη Θράκη ήταν η πρώτη επιχείρηση της συμμαχίας. Η επέκταση της κυριαρχίας των Αθηναίων σε αυτήν την περιοχή άνοιγε νέους ορίζοντες για την πόλη. Μπορούσαν να υπολογίζουν οι Αθηναίοι ότι μέσα σε λίγο διάστημα θα είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν εκεί τους δικούς τους αποίκους και να εκμεταλλευτούν τις σπουδαίες πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Γι’ αυτό θέλησαν να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην πρώτη τους επιτυχία, αφού με αυτή άρχιζε «μια νέα εποχή». Για πρώτη φορά ο δήμος επέτρεψε να στηθεί από τον Κίμωνα στην Αγορά λίθινη -ίσως τρίεδρη- στήλη με τρία επιγράμματα που τα αναφέρει ο Πλούταρχος στον «Βίο» του Κίμωνα:

«Ήταν γενναίοι και εκείνοι που κάποτε με το φοβερό σπαθί τους προκάλεσαν πείνα μεγάλη στα παιδιά των Περσών στην Ηιόνα, στις όχθες του Στρυμόνα, και πρώτοι προκάλεσαν στους εχθρούς απελπισία.»

«Αυτή είναι η ανταμοιβή από τους Αθηναίους στους ηγεμόνες ως ευεργεσία για μεγάλα αγαθά. Βλέποντας κάποιος από τους μεταγενέστερους αυτά, θα φιλοτιμηθεί να αγωνιστεί κι αυτός για τις κοινές υποθέσεις».

«Από αυτήν την πόλη κάποτε μαζί με τους Ατρείδες κίνησε για τη ιερή Τροία ο Μενεσθέας, για τον οποίο ο Όμηρος ότι έφτασε εκεί ανάμεσα στους θωρακοφόρους Δαναούς άριστος ηγέτης μάχης. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αταίριαστο για τους Αθηναίους να ονομάζονται ηγέτες του πολέμου και συνάμα της γενναιότητας».

Κίμων Μιλτιάδου (506π.Χ.-450π.Χ)

Ο Κίμων γεννήθηκε γύρω στο 506π.Χ.. Ήταν γιος του Μιλτιάδη, στρατηγού της μάχης του Μαραθώνα. Μετά την καταδίκη του πατέρα του σε μεγάλο χρηματικό πρόστιμο και τον άδοξο θάνατό του, ο Κίμων πέρασε τα νεανικά του χρόνια με πολλές δυσκολίες και στερήσεις και αρκετά άτακτα, κατηγορούμενος ακόμα και για σχέσεις με την αδελφή του Ελπινίκη.

Κίμων Μιλτιάδου
Κίμων Μιλτιάδου

Δεν ευτύχησε να πάρει την απαραίτητη μόρφωση. Ήταν όμως προικισμένος από τη φύση με τις αρετές της δικαιοσύνης και της τόλμης, και με την ενηλικίωση του υπέδειξε εξαιρετική πολιτική συγκρότηση με χαρακτηριστική την επιλογή του να συνταχθεί από τους πρώτους με την άποψη του Θεμιστοκλή να εγκαταλείψουν οι Αθηναίοι την πόλη και να συγκρουστούν με τους Πέρσες στη θάλασσα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το παράδειγμα του το ακολούθησαν και άλλοι Αθηναίοι, και η γενναία αυτή στάση θύμισε στους συμπολίτες του το τρόπαιο στο Μαραθώνα του πατέρα του.

Λίγα χρόνια μετά τη Σαλαμίνα οι Αθηναίοι, κουρασμένοι από τον Θεμιστοκλή που τελικά τον κατηγόρησαν για προδοτική συνεργασία με τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία και τους Πέρσες, ανέδειξαν αρχηγό του αριστοκρατικού κόμματος τον Κίμωνα (471π.Χ.), που είχε την αμέριστη συμπαράσταση και του Αριστείδη.

Ο στρατηγός Κίμων

Στο πλαίσιο των πολέμων των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Μικρά Ασία ο Κίμων κέρδισε τη συμπάθεια των συμμάχων ως στρατηγός των Αθηναίων λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του Παυσανία και συνετέλεσε να αναγνωρισθεί η Αθήνα αρχηγική δύναμη. Με τη συγκρότηση λοιπόν της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία μετέχουν οι πόλεις της Ιωνίας και πολλά νησιά του Αιγαίου, ο Κίμων αναλαμβάνει σημαντικές πρωτοβουλίες με πρώτη του επιτυχία την άλωση της Ηιόνας, κοντά στον Στρυμόνα (475π.Χ.) που μέχρι τότε την κατείχαν οι Πέρσες. Ύστερα κατέλαβε τη Σκύρο, απαλλάσσοντας την από το πειρατικό γένος των Δολόπων και μεταφέροντας στην Αθήνα τα οστά του Θησέα.

Οι πολεμικές επιτυχίες του Κίμωνα εναντίον των Περσών συνεχίζονται με τη συντριβή τους στις εκβολές του Ευρυμέδοντα ποταμού της Παμφυλίας στη Μικρά Ασία (467π.Χ.). Στη θάλασσα και στη στεριά ο Κίμων σημειώνει νίκες που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είναι ανώτερες και από τις νίκες στη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές, αφού οι Πέρσες υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα και να μην ενοχλούν πια τις Ιωνικές πόλεις. Και τα παρακείμενα νησιά μέχρι την εποχή του Περικλή.

Οι επιτυχίες του Κίμωνα συνεχίζονται με την κατάληψη της Θάσου που αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία (464π.Χ.) ενώ συνάμα εκδηλώνεται και η πρώτη ζηλόφθονη αντίδραση των πολιτικών του αντιπάλων στην Αθήνα (με αρχηγούς τον Εφιάλτη και τον Περικλή) που τον κατηγόρησαν για δωροδοκία του από τον βασιλιά των Μακεδόνων για να μην καταλάβει τα χρυσωρυχεία της Θράκης. Αυτή η κατηγορία δεν απέδωσε αλλά η πολιτική ζηλοφθονία συνεχίστηκε με νέες κατηγορίες εναντίον του Κίμωνα για φιλολακωνισμό, ιδίως μετά την ταπεινωτική επιστροφή του αθηναϊκού στρατού από τη Σπάρτη που είχε κληθεί να βοηθήσει τη Λακεδαίμονα στον πόλεμο εναντίον των Μεσσηνίων, αλλά διατάχθηκε εύσημα να επιστρέψει άπρακτος. Επειδή υπέρμαχος της αποστολής βοήθειας ήταν ο Κίμων, χρέωσαν σε αυτόν την ταπείνωση οι πολιτικοί του αντίπαλοι και πέτυχαν τον εξοστρακισμό του. Οι περιπλοκές, όμως, στις σχέσεις Αθήνας-Σπάρτης και η γνήσια πατριωτική του στάση στη μάχη της Τανάγρας (457π.Χ.) συνετέλεσαν στην ανάκληση του Κίμωνα από την εξορία με ψήφισμα του Περικλή και στην εξομάλυνση των σχέσεων των δύο πόλεων με υπογραφή πενταετών σπονδών (453π.Χ), στις οποίες σημαντικότατο ρόλο έπαιξε ο Κίμων. 

Στα πλαίσια της αρχηγικής του θητείας στο αριστοκρατικό κόμμα ο Κίμων ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση, γνωρίζοντας τα προβλήματα των φτωχών, αφού και ο ίδιος πέρασε φτωχικά κάποια χρόνια της ζωής του. Οργανώνει γεύματα για τους φτωχούς συμπολίτες του και άλλου είδους ενισχύσεις, με χρήματα που είχε εξασφαλίσει από τις στρατηγίες του.

Θάνατος και Υστεροφημία του Κίμωνα

Τελευταία εκστρατεία του Κίμωνα ήταν αυτή εναντίον των Περσών στην Κύπρο, όπου και πέθανε στο Κίτιο (450π.Χ.), θάνατος που κρατήθηκε κρυφός για την ασφαλή επιστροφή του αθηναϊκού στόλου, σε βαθμό που να λέγεται ότι και νεκρός ο Κίμων νίκησε τους Πέρσες. Οι Αθηναίοι μετέφεραν τα λείψανα του λαμπρού τους στρατηγού για ταφή στην Αττική.  

Ο Πλούταρχος, στο έργο του για τον Βίο του Κίμωνα, αναφέρει ότι μετά τον Κίμωνα κανείς δεν πέτυχε σημαντική νίκη εναντίον των Περσών, αφού οι Έλληνες με τους εμφυλίους πολέμους προσέφεραν ανάπαυλα στον Πέρση βασιλιά και στη συνέχεια παρέδωσαν τις ιωνικές πόλεις βορά στη φορολογική αφαίμαξη τους από τον Πέρση μονάρχη.

Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.

Η τραγωδία της «Αντιγόνης»

Η τραγωδία της «Αντιγόνης» είναι το τρίτο κατά σειρά μέρος της τριλογίας του «Θηβαϊκού Κύκλου» του Σοφοκλή. Τα άλλα δύο είναι «Οιδίππους Τύραννος» και «Οιδίπους επί Κολωνώ». Η Αντιγόνη, πιστή στους άγραφους νόμους και στην ηθική της, θα παρακούσει τις εντολές και θα παραβεί το νόμο του βασιλιά της Θήβας, Κρέοντα, και θα θάψει το νεκρό αδελφό της, μολονότι γνωρίζει ότι αυτήν την «παρανομία» θα την πληρώσει με την ίδια της τη ζωή.

Η τραγωδία της «Αντιγόνης»
Η Ελένη Παπαδάκη ως «Αντιγόνη»

Η τραγωδία της «Αντιγόνης» (απόσπασμα)

Αντιγόνη: Ισμήνη, αγαπημένη μου αδελφούλα, ξέρεις καμιά κληροδοσιά του Οιδίποδα, που ο Δίας να μην την φύλαξε για μας, τις μόνες που απομείναμε; Κληροδοσιά βαριά; Γιατί όσο βλέπω, τουλάχιστον εγώ κανένας πόνος, καμιά κατάρα και κανένα κρίμα, καμιά ντροπή δεν έχει λείψει απ΄ τα δεινά που τυραννούν κι σε και μένα. Και τώρα, τι είναι τούτο πάλι το στερνό που ο άρχοντας μας πρόσταξε σ΄ όλη την πόλη; Άκουσες τίποτα; Ή δεν ξέρεις τι μηχανεύτηκαν για τους φίλους οι εχθροί;

Ισμήνη: Εγώ Αντιγόνη τίποτα δεν άκουσα μήτε καλό μήτε κακό για τους φίλους, αφότου μέσα σε μια μέρα, οι δυο μας τους δυο αδελφούς μας στερηθήκαμε, αφανισμένους ο ένας από το χέρι του άλλου, κι αφού πια των Αργείων ο στρατός εσκόρπισε τη νύχτα ετούτη, δε γνωρίζω πιότερο δυστυχισμένη είμαι ή καλομοίρα.

Αντιγόνη: Το φανταζόμουν, και γι΄ αυτό σε ξέβγαλα έξω απ΄ τις πύλες,  να τ΄ ακούσεις μόνη.

Ισμήνη: Μα τι συμβαίνει; Κάτι σε ταράζει, πες το.

Αντιγόνη: Και πως να μην ταράζομαι όταν ο Κρέων, τιμώντας με ταφή τον έναν από τους αδελφούς μας, άταφον ατιμάζει τον άλλον; Τον Ετεοκλή, όπως λένε, σύμφωνα με όσα ο νόμος ορίζει και με δίκαιη κρίση στη γη παρέδωσε, τιμημένος να σμίξει τις μακάριες σκιές του Κάτω Κόσμου. Όμως του Πολυνείκη το άθλιο σώμα, στους πολίτες διαλάλησε, κανείς να μην το κρύψει στη γη, να μην το κλάψει. Άταφο, αθρήνητο να μείνει, για τα όρνια τα λιμασμένα, τροφή χορταστική. Τέτοια ο καλός ο Κρέοντας διαλάλησε για σένα και για μένα -ναι, λέω και για μένα-. Και όπως ακούστηκε, όπου να ΄ναι θα ΄ρθει να το βροντοφωνάξει, εδώ, για όσους δεν το ΄μάθαν. Κι είναι το πράγμα σοβαρό. Αν κανένας την προσταγή αψηφήσει, η τιμωρία θα είναι θάνατος με λιθοβολισμό. Αυτά λοιπόν είναι τα νέα μας. Τώρα θα δείξεις αν την ευγενική γενιά σου θα τιμήσεις ή θα ντροπιάσεις.

………………………………………………………………………………..

Κρέων: Πώς τόλμησες, λοιπόν, το νόμο να πατήσεις;

Αντιγόνη: Ο Δίας δεν ήταν που με πρόσταξε, μα ούτε η Δίκη, η συγκάτοικη των θεών του Κάτω Κόσμου, όρισε στους ανθρώπους τέτοιους νόμους. Ούτε φαντάστηκα, πως τα κηρύγματα σου έχουν τόση δύναμη, ώστε τους άγραφους των θεών κι απαρασάλευτους νόμους, θνητός εσύ, να μπορείς να αψηφάς. Γιατί ΄ναι νόμοι αιώνιοι, ούτε του σήμερα, ούτε χτες, υπάρχουν από πάντα και κανείς δεν ξέρει πότε πρωτοφάνηκαν, λοιπόν, εγώ, σκοπό δεν το ΄χα, δειλιασμένη από θνητών προσταγές, να δώσω λόγο στη θεία δικαιοσύνη. Ότι θα πεθάνω το ΄ξερα, ήταν βέβαιο, και δίχως το δικό σου πρόσταγμα. Κι αν πριν της ώρας μου πεθάνω, κέρδος το λογαριάζω, γιατί εκείνος που ζει μέσα σε τόσες συμφορές, καθώς εγώ, πώς να μη λέει το θάνατό του κέρδος; Έτσι, λοιπόν, αν θα ΄χω τέτοια τύχη, διόλου δε νοιάζομαι. Θα με πονούσε, ωστόσο, αν θ΄ ανεχόμουν άθαφτος να μείνει εκείνος που γεννήθηκε απ΄ την ίδια μάνα με μένα. Άκουσες, τώρα, τι με πονεί και τι όχι, κι αν σου φαίνομαι αστόχαστη για εκείνο που έχω πράξει, ίσως ο αστόχαστος για αστόχαστη με παίρνει.

Σοφοκλέους Αντιγόνη

Αντιγόνη

Με το όνομα «Αντιγόνη» αναφέρονται πολλές μυθολογικές και άλλες ηρωίδες. Η πιο γνωστή είναι η «Αντιγόνη», της οποίας τη ζωή και τις περιπέτειες διηγούνται οι τρεις αρχαίοι Έλληνες μεγάλοι τραγικοί ποιητές, Σοφοκλής, Αισχύλος και Ευρυπίδης.

Αντιγόνη
Η Αντιγόνη με την Ισμήνη

Η Αντιγόνη ήταν κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης και αδελφή του Ετεοκλή, του Πολυνείκη και της Ισμήνης. Ο μύθος αναφέρεται για πρώτη φορά στον Όμηρο, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Ο ποιητής αναφέρει όλο το ιστορικό του Οιδίποδα και τον ακούσιο φόνο του πατέρα του. Μιλάει για το χρησμό, που ανάγκασε το Λάιο να πετάξει τον Οιδίποδα στον Κιθαιρώνα, όταν ήταν μωρό. Ο χρησμός επαληθεύεται όταν ο Οιδίποδας συναντά τυχαία τον Λάιο σε ένα τρίστρατο και τον σκοτώνει σε μια συμπλοκή. Μετά λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας και παίρνει ως έπαθλο το θρόνο της Θήβας και παντρεύεται την βασίλισσα και χήρα του Λάιου, Ιοκάστη, που είναι και μητέρα του. Η αιμομικτική, όμως, σχέση θα αποκαλυφθεί ύστερα από χρόνια και αφού έχουν γεννηθεί από αυτό το γάμο τέσσερα παιδιά.

Ωστόσο, ο Όμηρος δεν αναφέρει τη συνέχεια του μύθου, δηλαδή την μετά την αποκάλυψη της αιμομικτικής σχέσης αυτοκτονία της Ιοκάστης, την τύφλωση του Οιδίποδα και ύστερα τις περιπλανήσεις του στην Αθήνα και το θάνατό του.

Ο μύθος αυτός αναπτύχθηκε αργότερα από τους τραγικούς ποιητές και τον συνέδεσαν με τον «Θηβαϊκό Κύκλο», δηλαδή, την εκστρατεία των Επιγόνων και τον πόλεμο «Επτά επί Θήβας».

Μετά την αυτοκτονία της Ιοκάστης και την αυτοεξορία του Οιδίποδα, προσωρινός βασιλιάς της Θήβας γίνεται ο αδελφός της Ιοκάστης,  Κρέοντας. Μετά παρέδωσε την εξουσία στους γιους του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυδεύκη. Αυτοί συμφώνησαν να βασιλεύουν εναλλάξ, ένα χρόνο ο ένας, ένα χρόνο ο άλλος. Πρώτος πήρε την εξουσία ο Ετεοκλής αλλά δεν κράτησε τη συμφωνία και δεν παρέδωσε την εξουσία τον επόμενο χρόνο στον αδελφό του Πολυδεύκη. Ο τελευταίος βρήκε συμμάχους στο Άργος έξι άρχοντες και στράφηκε κατά της Θήβας. Τελικά ο πόλεμος αυτός έληξε με τη μονομαχία των δύο αδελφών κατά την οποία όμως σκοτώθηκαν και οι δύο.

Ο Κρέων δίνει διαταγή να θαφτεί μόνο ο Ετεοκλής αφού ο Πολυνείκης στράφηκε κατά της πατρίδας του και φέρθηκε σαν προδότης.

Εδώ η Αντιγόνη λαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο πια στο μύθο, αφού καλείται να διαλέξει ανάμεσα στους κρατικούς νόμους και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της, την ηθική της. Τελικά η Αντιγόνη αποφασίζει να θάψει τον Πολυνείκη και να του προσφέρει τις πρέπουσες για έναν νεκρό τιμές. Αυτό γίνεται γνωστό στον Κρέοντα και την τιμωρεί θάβοντας την ζωντανή σε μια σπηλιά, όπου βρίσκει τραγικό θάνατο.

Ολόκληρο τον «Θηβαϊκό Κύκλο» μας τον αφηγείται παραστατικά ο Σοφοκλής στην Τριλογία του («Οιδίπους Τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» και «Αντιγόνη»). Ο Ευρυπίδης στηρίζεται στον ίδιο μύθο αλλά παρουσιάζει την Αντιγόνη πιο «ανθρώπινη» με στιγμές αδυναμίας και δισταγμούς, μπροστά στο δίλημμα της.

Ο Αισχύλος χρησιμοποίησε τον ίδιο μύθο στηριζόμενος περισσότερο στον Οιδίποδα. Παρουσιάζει την Αντιγόνη να συνοδεύει τον πατέρα της, τυφλό, στις περιπλανήσεις του και να τον φέρνει στην Αθήνα, όπου ο Θησέας του παραχωρεί άσυλο, μα οι θεοί έχοντας πια δεχτεί τον εξαγνισμό του, τον παίρνουν κοντά τους μέσα σε μια λάμψη που στέλνουν από τους ουρανούς.

Άλλη ηρωίδα με το όνομα «Αντιγόνη» αναφέρεται ως κόρη του Φέρητα, γιου του Κρηθέα και μητέρα του Αργοναύτη Αστερίωνα.

Άλλη, κόρη του βασιλιά της Φθίας, Ευρυτίωνα. Την παντρεύτηκε ο γιος του Αιακού, ο Πηλέας όταν έφυγε κυνηγημένος από την Αίγινα, αφού σκότωσε τον αδελφό του Φώκο. Από το γάμο αυτό η Αντιγόνη απέκτησε μια κόρη την Πολυδώρα. Η «Αντιγόνη» αυτοκτόνησε όταν πίστεψε τις συκοφαντίες της Αστυδάμειας της γυναίκας του Άκαστου ότι ο Πηλέας επρόκειτο να παντρευτεί την κόρη του Άκαστου, Σερόπη.

Τέλος, το όνομα «Αντιγόνη» έφερε και η κόρη του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα. Όταν καυχήθηκε πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα της Τροίας, η Ήρα θύμωσε πολύ ώστε τη μεταμόρφωσε σε λευκό πελαργό. Ο μύθος λέει ότι η Αθηνά κέντησε αυτή την ιστορία στον αργαλειό της όταν διαγωνίστηκε με την Αράχνη.

Το Καστελόριζο (5.000π.Χ.-…)

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο πιο ανατολικό σημείο της ελληνικής επικράτειας, νότια στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, 72 μίλια από τη Ρόδο, 320 από τον Πειραιά. Διοικητικά, υπάγεται στην επαρχία Ρόδου και έχει εξαρτημένα νησάκια τον Άγιο Γεώργιο (ή Γευ), την Στρογγύλη (ή Υψηλή), τη Ρω και πολλές βραχονησίδες.

Το Καστελόριζο
Χαλκογραφία του Καστελόριζου του 1837

Ο ένας και μοναδικός οικισμός του (Καστελόριζο ή Μεγίστη) βρίσκεται στον μυχό κόλπου στην βορειοανατολική ακτή. Κάποτε πάνω από το λιμάνι του Καστελόριζου δέσποζε το Κάστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών. Σήμερα σώζονται μόνο λίγα τμήματά του.

Νεολιθικά ευρήματα μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού από το 5.000π.Χ. Το νησί πρέπει να υπήρξε μινωικός εμπορικός σταθμός, ενώ, στη συνέχεια, δέχτηκε Μυκηναίους αποίκους. Οικιστής του νησιού θεωρείται ο Μεγιστεύς (από τον οποίο πήρε το όνομα Μεγίστη), ενώ λατρευόταν ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στα ιστορικά χρόνια έφτασε σε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μητρόπολη αποικιών στην απέναντι μικρασιατική ακτή της Λυκίας. Εντάχθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις Α΄ και Β΄ Αθηναϊκές Συμμαχίες. Πέρασε στη ρωμαϊκή κατοχή το 79π.Χ.

Το κάστρο πάνω από το λιμάνι χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες που το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Επειδή στηρίζεται πάνω σε κόκκινα βράχια, το είπαν «Καστέλο Ρόσο» που παραφράστηκε σε Καστελόριζο, δίνοντας νέο όνομα στο νησί.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Καστελόριζου απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο και ναύλωναν τα καράβια τους στην «γραμμή» Αλεξάνδρεια (Αίγυπτο)-Ιταλία και Καραμανία (περιοχή Μικράς Ασίας)-Ιταλία, μεταφέροντας βαμβάκι και μέλι. Τον 17ο αιώνα, Νεοέλληνες μετανάστες πύκνωσαν τον πληθυσμό του νησιού. Στα μέσα του αιώνα αυτού, το νησί βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1659, οι Βενετοί έκανα απόβαση στο νησί και κατέστρεψαν το κάστρο. Αργότερα, ο Τούρκοι ξαναπήραν το νησί και επιδιόρθωσαν το οχυρό.

Στα 1788, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη Μεγάλη Αικατερίνη να επιζητεί το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο μικρός στόλος του Λάμπρου Κατσώνη, χιλίαρχου της Αυτοκράτειρας. Στα μέσα Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, με δέκα πλοία, περιέπλεε τα παράλια της Λυκίας και πολιορκούσε το Καστελόριζο. Η εκεί τουρκική φρουρά παραδόθηκε.

Ο Κατσώνης πέρασε τους Τούρκους στη μικρασιατική ακτή, κατεδάφισε το κάστρο και έπλευσε ανατολικά. Στα 1792, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στο νησί. Διώχθηκαν το φθινόπωρο του 1821, όταν έφτασε εκεί ο επαναστατικός άνεμος.

Το Καστελόριζο έμεινε στην τουρκική κατοχή μετά το διακανονισμό των συνόρων (1830). Η αλλαγή περιορίστηκε στην άφιξη ενός αγά. Το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Απογραφή του 1911 κατέγραψε εκεί 12.000 κατοίκους.

Στα 1913, έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες για σφαγές. Μοίρα του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο έσπευσε εκεί (1η Απριλίου 1913) και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχε γίνει ήταν ότι οι Καστελοριζιώτες είχαν κηρύξει την ένωση τους με την Ελλάδα, ενθουσιασμένοι με τις ελληνικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι απάντησαν φυλακίζοντας κάποιους ως «πρωταίτιους». Ο Παπαχρήστος απέφυγε να επισημοποιήσει την ένωση, αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στο Καστελόριζο και την Ελλάδα υπήρχαν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1915, ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο, καθώς οι Τούρκοι εντάσσονταν στη συμμαχία των κεντρικών αυτοκρατοριών και οι Ιταλοί ήταν ακόμα ουδέτεροι. Στα 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του Καστελόριζου, υπέρ της Ιταλίας.

Οι Γάλλοι παρέδωσαν το νησί στους Ιταλούς, την 1η Μαρτίου 1921. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), οι Ιταλοί απέκτησαν και τυπικά το νησί που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς το 1943, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. Πέντε χρόνια αργότερα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα ενσωματωνόταν και το Καστελόριζο.