Γιάλτα και Αριστερά της Ελλάδας (1945)

Η διακήρυξη για την απελευθερωμένη Ευρώπη που εγκρίθηκε στη Γιάλτα από τους Ρούσβελτ, Τσόρτσιλ και Στάλιν, καθόριζε «κοινές ενέργειες» των τριών μεγάλων συμμάχων «στην επίλυση των πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων» των ευρωπαϊκών χωρών. Τουλάχιστον για την επίλυση των οικονομικών προβλημάτων των ευρωπαϊκών λαών, τον πρώτο ρόλο μπορούσαν να παίξουν οι ΗΠΑ, αφού η ΕΣΣΔ και η Αγγλία είχαν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και προσέβλεπαν στη χορήγηση μεγάλων δανείων από τον υπερατλαντικό σύμμαχό τους.

Γιάλτα και Αριστερά της Ελλάδας
Στάλιν και Τσόρτσιλ στη Γιάλτα

Σύμφωνα με τη διακήρυξη της Γιάλτας «οι τρεις κυβερνήσεις» -Βρετανία, ΗΠΑ, ΕΣΣΔ- θα βοηθούσαν από κοινού τους λαούς κάθε απελευθερωμένου ή πρώην κράτους-δορυφόρου του Άξονα στην Ευρώπη, όπου κατά τη γνώμη τους οι περιστάσεις το απαιτούσαν, στη «συγκρότηση προσωρινών κυβερνητικών εξουσιών που να αντιπροσωπεύουν πλατιά όλα τα δημοκρατικά στοιχεία του πληθυσμού», που θα «ήταν υποχρεωμένες να σχηματίσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, με ελεύθερες εκλογές, κυβερνήσεις, οι οποίες να ανταποκρίνονται στη θέληση του λαού». Οι τρεις σύμμαχοι όφειλαν, επίσης, «να συμβάλλουν, όπου αυτό ήταν απαραίτητο, στη διεξαγωγή τέτοιων εκλογών».

Στο Λευκό Οίκο, ο Τζο Μπερνς, τόνισε ιδιαίτερα τη δήλωση των τριών συμμάχων στη Γιάλτα για την απελευθερωμένη Ευρώπη και παρατήρησε ότι σύμφωνα με αυτή οι ΗΠΑ «αναλαμβάνουν ένα μερίδιο ευθύνης» για την επανεγκατάσταση δημοκρατικών κυβερνήσεων στις απελευθερωμένες ευρωπαϊκές χώρες. «Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης» οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αναμιχθούν «στη διοίκηση των ελληνικών, βουλγαρικών, ρουμανικών, ουγγρικών ή των πολωνικών υποθέσεων». Ο Μπερνς πρόσθεσε ότι «κατά τη κρίση του» οι Βρετανοί θα ήταν τώρα «ενθουσιασμένοι» που οι Αμερικανοί θα είχαν «μερίδιο ευθύνης στην Ελλάδα».

Με τη διακήρυξη της Γιάλτας οι ΗΠΑ ανελάμβαναν μια συνυπευθυνότητα για τις εξελίξεις τόσο στη Δυτική όσο και στη Ανατολική Ευρώπη, αφού τώρα πια είχαν νόμιμο δικαίωμα να συμβάλλουν «στη επίλυση των πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων των ευρωπαϊκών λαών. Πιο συγκεκριμένα: δικαιούντο να επιβλέπουν αν θα γίνονται ελεύθερες εκλογές στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και αν θα σχηματίζονται εκεί προσωρινές ή μόνιμες κυβερνήσεις που θα ανταποκρίνονται στη λαϊκή θέληση.

Η συγκεκριμένη απόφαση της διάσκεψης της Γιάλτας για την απελευθερωμένη Ευρώπη θα μπορούσε να αποτελέσει την αφορμή για την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου.

Αν οι ΗΠΑ και η Αγγλία για τους δικούς τους λόγους, δεν έδειχναν ανοχή και αμφισβητούσαν τις πολιτικές εξελίξεις στη Ανατολική Ευρώπη, υπό σοβιετική τώρα επιρροή, τότε ο Στάλιν θα έπρεπε να αντισταθμίσει αυτή την αυτήν την πίεση με τη βοήθεια των ιδεολογικών του φίλων στην Δυτική Ευρώπη και να τονίσει με τη σειρά του τις παρασπονδίες που συνέβαιναν εκεί.

Μια άσχημη πορεία των εξελίξεων στο χώρο της δυτικής επιρροής παρουσιαζόταν στην Ελλάδα μετά τα Δεκεμβριανά. Η ελληνική Αριστερά, στο σύνολο της, είδε πολύ θετικά τη διακήρυξη της Γιάλτας για τη Ευρώπη, αφού ανάμεσα στις γραμμές διέκρινε θετικά σημεία που την αφορούσαν άμεσα.

Μι αντιπροσωπεία των τριών συμμάχων στην Ελλάδα, που θα επέβλεπε τις προσεχείς εκλογές και τις τρέχουσες εξελίξεις, ίσως να απέτρεπε τις ακρότητες των νικητών του Δεκέμβρη που εκδηλώνονταν κυρίως στην επαρχία.

Έτσι, αντιπροσωπείες του ΕΑΜ επισκέπτονταν τις πρεσβείες των συμμάχων στη Αθήνα και απέδιδαν υπομνήματα που ζητούσαν τη δημιουργία διασυμμαχικής επιτροπής για τη Ελλάδα.

Το καλοκαίρι του 1945, ο «Ριζοσπάστης» σε κύριο άρθρο του τόνισε ότι «η Αγγλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Σοβιετική Ένωση έχουν ιερή και απαραβίαστη υποχρέωση τιμής… να μας εξασφαλίσουν ομαλή δημοκρατική εξέλιξη. Να στείλουν οι τρεις μεγάλοι μια επιτροπή τους που να εφαρμόσει και στην Ελλάδα τις αρχές της Γιάλτας».

Αλλά ήδη ο Στάλιν έχει εκδηλωθεί κατά της σύστασης διασυμμαχικών επιτροπών για την επίβλεψη των εκλογών στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Μια τέτοια επιτροπή που θα απεστέλλετο στην Ελλάδα θα αποτελούσε αρνητικό προηγούμενο για την ανάμειξη των Αμερικανών κα των Βρετανών στις υποθέσεις της Ανατολικής Ευρώπης.

Στις 4 Μαΐου 1945 ο Στάλιν είχε γράψει στον Τσόρτσιλ: «Δεν βλέπω ότι μπορώ να αποδεχθώ τους συλλογισμούς σας, οι οποίοι αφορούν την Ελλάδα, στο σημείο όπου προτείνετε να συστήσουμε έλεγχο των τριών δυνάμεων επί των εκλογών».

Ηγέτες της Γιάλτας και του Πότσναμ

Στη Γιάλτα συμμετείχαν οι ηγέτες των τριών μεγάλων συμμάχων, Ουίνστον Τσώρτσιλ, από την πλευρά της Αγγλίας, Φράνκλιν Ρούσβελτ, από την πλευρά των ΗΠΑ, και ο Ιωσήφ Στάλιν, από την πλευρά της ΕΣΣΔ. Στο Πότσναμ συμμετείχαν οι Χάρι Τρούμαν, από τις ΗΠΑ, Ουίνστον Τσώρτσιλ, Κλέμεντ Άτλι και Άντονι Ίντεν, διαδοχικά από την πλευρά της Αγγλίας, και ο Ιωσήφ Στάλιν, από την ΕΣΣΔ. Οι Διασκέψεις της Γιάλτας και του Πότσναμ επέβαλαν τη νέα τάξη πραγμάτων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ηγέτες της Γιάλτας και του Πότσναμ

Ουίνστον Τσώρτσιλ (1874-1965)

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ ήταν Βρετανός πολιτικός, πρωτότοκος γιος του Λόρδου Ράντολφ Τσώρτσιλ. Πριν από τον πόλεμο κατέκρινε έντονα την πολιτική των παραχωρήσεων και το Μάιο του 1940 διαδέχθηκε τον Τσάμπερλεν στην πρωθυπουργία. Στη διάσκεψη της Τεχεράνης βρέθηκε σχετικά μόνος μπροστά στις θερμές σχέσεις Ρούσβελτ και Στάλιν, αλλά στη Μόσχα και τη Γιάλτα πέτυχε τη συμφωνία με τον Στάλιν πάνω στις ζώνες επιρροής. Έχασε τις εκλογές το 1945 και παρέδωσε την πρωθυπουργία στον Άτλι. Ο Τσώρτσιλ έθεσε σε πρώτη προτεραιότητα τη διευθέτηση των πολιτικών ζητημάτων, που θα ενέκυπταν μετά το τέλος του πολέμου, και δευτερευόντως τα αμιγώς στρατιωτικά προβλήματα. Προσπάθησε, τέλος, να περιορίσει τη διαφαινόμενη επέκταση της σοβιετικής στην Ευρώπη και να διασφαλίσει τα βρετανικά συμφέροντα, κυρίως στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου, ενώ το Μάρτιο του 1946 άνοιξε πρώτος την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, μιλώντας για το «σιδηρούν παραπέτασμα».

Φράνκλιν Ρούσβελτ (1882-1945)

Ο Φράνκλιν Ρούσβελτ ήταν Αμερικανός πολιτικός και πρόεδρος των ΗΠΑ (1932-1945). Ο Ρούσβελτ ακολούθησε μια πολιτική που θα οδηγούσε στο γρήγορο τέλος του Πολέμου, συμμαχώντας με τον Στάλιν και αρνούμενος ουσιαστικά προτάσεις του Τσώρτσιλ στην Τεχεράνη για απόβαση στα Βαλκάνια. Επιθυμώντας να μην έρθει σε ρήξη με την ΕΣΣΔ, συμφώνησε στο ζήτημα της Πολωνίας, της παραχώρησε το Προτ Άρθουρ και τις Κουρίλες Νήσους, έναντι της υπόσχεσης του Στάλιν για συμμετοχή στον πόλεμο με την Ιαπωνία. Ο Ρούσβελτ πιστεύοντας πως οι μεταπολεμικές διενέξεις θα περιορίζονταν μεταξύ ΕΣΣΔ και Αγγλίας, επιφύλαξε για τον εαυτό του το ρόλο του διαιτητή και συγχρόνως πρωτοστάτησε στην ίδρυση του ΟΗΕ. Είχε ακλόνητη πίστη στην προσωπική του πειθώ, στην κατά πρόσωπο διαπραγμάτευση και ήταν επίσης αντίθετος στον απόλυτο έλεγχο των αποικιών. Πέθανε στις 12 Απριλίου 1945, την προτεραία ακριβώς της νίκης.

Ιωσήφ Στάλιν (1879-1953)

Ο Ιωσήφ Στάλιν ήταν ηγετικό στέλεχος του μπολσεβίκικου κόμματος, γενικός γραμματέας του από το 1922 και διάδοχος του Λένιν στην αρχηγία του κόμματος μετά το θάνατο του τελευταίου το 1924. Ο Στάλιν, στη διάρκεια του πολέμου, είχε συγκεντρώσει πάνω του την πολιτική και στρατιωτική εξουσία και κατάφερε να επιβάλει τις απόψεις του στο ζήτημα των μεταπολεμικών ρυθμίσεων, συμμαχώντας αρχικώς με τον Ρούσβελτ στην Τεχεράνη και με τον Τσώρτσιλ στην Γιάλτα. Πέτυχε την αποτυχία των σχεδίων του Τσόρτσιλ για απόβαση στα Βαλκάνια και ακολούθως την αναγνώριση της σοβιετικής επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη. Δεν κατάφερε, όμως, στη Διάσκεψη του Πότσναμ να επιβάλει τις απόψεις του για διαμελισμό της Γερμανίας, ενώ τηρώντας τη συμφωνία με τον Ρούσβελτ, κήρυξε τον πόλεμο κατά τη Ιαπωνίας τον Αύγουστο του 1945.

Χάρι Τρούμαν (1884-1972)

Ο Χάρι Τρούμαν ήταν Αμερικανός πολιτικός και πρόεδρος των ΗΠΑ (1945-1953) μετά το θάνατο του Ρούσβελτ. Με την απόφαση του να χρησιμοποιηθεί ατομική βόμβα εναντίον της Ιαπωνίας επέσπευσε το τέλος του πολέμου, Συμμετείχε στη Διάσκεψη του Πότσναμ τον Ιούλιο του 1945, στην οποία καθορίστηκε η τύχη της ηττημένης Γερμανίας. Ο Τρούμαν επεδίωξε το γρήγορο τέλος των αντιναζιστικών εκκαθαρίσεων και της πολιτικής της αποβιομηχάνισης της Γερμανίας, διότι πίστευε πως μια Γερμανία φτωχή και χωρίς πολιτική και οικονομική ηγεσία, θα ήτα μια εύκολη λεία για τους Σοβιετικούς, που ήλεγχαν ήδη ένα σημαντικό τμήμα της χώρας. Στις 12 Μαρτίου του 1947, ο Τρούμαν ανακοίνωσε το «Δόγμα Τρούμαν», που προέβλεπε παροχή βοήθειας στην Ασία και την Ευρώπη -ιδίως στην Ελλάδα- το οποίο ήταν ο προπομπός του «Σχεδίου Μάρσαλ» και η βάση για την δημιουργία αμέσως μετά (1949) του ΝΑΤΟ.

Κλέμεντ Άτλι (1883-1967)

Ο Κλέμεντ Άτλι ήταν Βρετανός πολιτικός και πρωθυπουργός (1945-1951). Σπούδασε νομικά στην Οξφόρδη και υπηρέτησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το βαθμό του ταγματάρχη. Πολιτεύτηκε με το Εργατικό Κόμμα. Ο Τσώρτσιλ τον τοποθέτησε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας το 1940 και το 1945 εκπροσώπησε τη Μ. Βρετανία στην Διάσκεψη του Σαν Φρανσίσκο για την ίδρυση του ΟΗΕ. Συνόδευσε τον Τσώρτσιλ στη Διάσκεψη του Πότσναμ και μετά τη νίκη του Εργατικού Κόμματος στις εκλογές της 26ης Ιουλίου 1945 έγινε πρωθυπουργός και αντικατέστησε τον Τσώρτσιλ στο Πότσναμ. Ο Άτλι συντάχθηκε με τις απόψεις του του Τρούμαν με την ανόρθωση της Γερμανίας, τάχθηκε με τρόπο αποφασιστικό υπέρ του ελέγχου της ατομικής ενέργειας και στο εσωτερικό εισήγαγε σωρεία κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως σε ζητήματα κοινωνικής πρόνοιας και κρατικοποιήσεων.

Άντονι Ίντεν (1897-1977)

Ο Άντονι Ίντεν ήταν Άγγλος πολιτικός, υπουργός εξωτερικών του Ουίνστον Τσώρτσιλ κατά το κρίσιμο διάστημα 1940-1945 και πρωθυπουργός (1955-1957). Σπούδασε στα κολλέγια του Ίτον και της Οξφόρδης, υπηρέτησε κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το 1923 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος. Το Δεκέμβριο του 1935 έγινε υπουργός Εξωτερικών, αλλά παραιτήθηκε τον Φεβρουάριο του 1938 διαφωνώντας με την υποχωρητική πολιτική του Τσάμπερλεν απέναντι στην χιτλερική Γερμανία. Συμμετείχε σε όλες τις κοσμοϊστορικές Διασκέψεις των συμμάχων στη Μόσχα, την Τεχεράνη, τη Γιάλτα, το Σαν Φρανσίσκο και το Πότσναμ. Ο Ίντεν προσπάθησε σε όλες τις Διασκέψεις να αντιδράσει στις υποχωρητικές τάσεις του Ρούσβελτ έναντι του Στάλιν και έδωσε τη θέση του το 1945 στον Έρνεστ Μπέβιν, μετά την ήττα των Συντηρητικών. Σημαντικός επίσης ήταν ο ρόλος του στα ελληνικά πολιτικά πράγματα κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών.

Σθένελος και Σθενέλη

Με το όνομα Σθένελος αναφέρονται:

Σθένελος και Σθενέλη
Ο Σθένελος με το Διομήδη
  • Γιος του Περσέα και της Ανδρομέδας. Βασίλεψε στις Μυκήνες και στο Άργος. Παντρεύτηκε την κόρη του Πέλοπα Νικίππη και απέκτησε δύο κόρες, την Αλκυόνη και τη Μέδουσα και έναν γιο, τον Ευρυσθέα, που αργότερα επέβαλε στον Ηρακλή τους 12 άθλους του. Συγκρούστηκε με τον Αμφιτρύωνα, το βασιλιά της Τίρυνθας -επειδή αυτός είχε σκοτώσει τον αδελφό του Ηλεκτρύωνα- τον κατανίκησε και προσάρτησε την Τίρυνθα στο βασίλειο του.
  • Γιος του Καπανέα και της Ευάδνης. Ανήκε στην αριστοκρατική οικογένεια του Άργους, τους Αναξαγορίτες. Ήταν ένας από τους επτά Επιγόνους που εξεστράτευσαν κατά της Θήβας και την κυρίευσαν. Επειδή ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, όπου πολέμησε πολύ γενναία. Ήταν πιστός φίλος και σύντροφος του Διομήδη, ηνίοχος στο άρμα του, και μπήκε πρώτος στην Τροία μαζί με τους άλλους που ήταν κλεισμένοι στον Δούρειο Ίππο. Στα ιστορικά χρόνια υπήρχε στο Άργος τάφος και άγαλμα του.
  • Γιος του Άκτορα και σύντροφος του Ηρακλή στον πόλεμο του με τις Αμαζόνες. Ο Σθένελος σκοτώθηκε στην Παφλαγονία, όπου και τάφηκε. Αργότερα, όταν πέρασαν από εκεί οι Αργοναύτες, η Περσεφόνη του έδωσε την άδεια να παρουσιαστεί σε αυτούς και να τους ζητήσει να χτίσουν μνημείο της στην παραλία.
  • Παππούς του Μίνωα και γιος του Ανδρόγεου. Ήταν και αυτός σύντροφος του Ηρακλή, που τον ακολούθησε από την Πάρο, όπου βρισκόταν, στην εκστρατεία τους κατά των Αμαζόνων. Σαν ανταμοιβή ο ήρωας, έδωσε σε αυτόν και τον αδελφό του Αλκαίο, το νησί της Θάσου. Είναι πιθανό ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με το προηγούμενο.
  • Ένας από τους 50 γιους του Αιγύπτου, που τον απέκτησε με την Τυρία. Παντρεύτηκε τη Σθενέλη για να τον σκοτώσει αυτή κατ’ εντολή του πατέρα της Δαναού, την πρώτη νύχτα του γάμου τους.
  • Πατέρας του Κύκνου, που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο του όμορφο πουλί.

Οινούσσες, εκδικητές του Πατριάρχη

Οι Οινούσσες πήραν το όνομα τους από τα καλά κρασιά τους. Είναι ένα μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα ανάμεσα στη Χίο και τη μικρασιατική χερσόνησο της Ερυθραίας. Δίπλα τους υπάρχει το «φρέαρ των Οινουσσών», το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου. Το μοναδικό νησί που κατοικείται είναι η Οινούσσα, που λέγεται και Αγνούσα. Οι περισσότερες εκκλησίες της είναι τάματα ναυτικών. Πολιούχος της είναι ο Άγιος Νικόλαος.

Οινούσσες

Το όνομα της νησιωτικής συστάδας είναι αρχαίο. Το αναφέρουν ο Εκαταίος (545-474π.Χ), ο Ηρόδοτος που τις έλεγε Οινουσσαίες (484-410.Χ.) και ο Θουκυδίδης (470-395π.Χ). Τα νησιά ήταν ακατοίκητα, αλλά ιδιοκτησία των κατοίκων της Χίου από παλιά. Αναφέρεται μάλιστα ότι, όταν οι κάτοικοι της μικρασιατικής Φώκαιας αναγκάστηκαν να εκπατριστούν, καθώς την πόλη τους κατέλαβαν οι Πέρσες, ζήτησαν από τους Χιώτες να τους πουλήσουν τις Οινούσσες για να εγκατασταθούν εκεί. Οι Χιώτες δεν τις πούλησαν, επειδή φοβήθηκαν να έχουν τόσο κοντά έναν ανταγωνιστή τους στη θάλασσα. Οι Φωκαείς, τελικά, εγκαταστάθηκαν στην Κορσική.

Οι Οινούσσες παρέμειναν ακατοίκητες ως τα τέλη του 18ου αιώνα μ.Χ., όταν τις αποίκησαν κάτοικοι από τα Καρδάμυλα της Χίου. Έφυγαν όλοι στην Άνδρο, την Εύβοια και στην Πελοπόννησο, όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821. Τα νησιά ήταν ξεμοναχιασμένα και τα νέα από την Κωνσταντινούπολη δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικά.

Από την 1η Μαρτίου του 1821 είχε γίνει γνωστό στην Υψηλή Πύλη ότι στις παραδουνάβιες ηγεμονίες είχε ξεσπάσει επανάσταση με αρχηγό τον υπασπιστή του τσάρου Αλέξανδρο Υψηλάντη. Αντιδρώντας ο σουλτάνος Μαχμούτ ετοίμαζε θρησκευτικό πόλεμο, φανατίζοντας τους Τούρκους. Προγραμμάτισε γενική σφαγή των χριστιανών.

Όμως ο θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων σεΐχ-ουλ-ισλάμ Χατζή Χαλίλ εφέντης αρνήθηκε να υπογράψει τον φετφά. Την ίδια ώρα, 49 Φαναριώτες που κατείχαν θέσεις υπέγραψαν κοινή δήλωση ότι «το γένος αγνοεί την επαναστατικήν εταιρείαν». Στις 23 Μαρτίου διαβάστηκε στις εκκλησίες αμνηστία του σουλτάνου προς τους επαναστάτες με την προϋπόθεση ότι θα κατέθεταν τα όπλα και αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο αφορισμός υπογράφτηκε με τη σκέψη ότι έτσι θα γλίτωναν οι Έλληνες της Πόλης. Όμως, στις 24 Μαρτίου 1821, οι Τούρκοι άρχισαν να σφάζουν όποιον είχε ίδιο όνομα με κάποιον επαναστάτη.

Στις 10 Απριλίου 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν και τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ . Τα νέα για τη δολοφονία του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη της Ορθοδοξίας συντάραξαν τον Ελληνισμό και το αίσθημα της εκδίκησης γέμισε τις ψυχές των μαχητών. Στα τέλη Απριλίου, ο ελληνικός στόλος βρισκόταν στη θέση «του Πασά η βρύση», στη Χίο. Στις 29 με 29 Απριλίου μια τουρκική νηοπομπή βγήκε από τον Ελλήσποντο, μεταφέροντας μουσουλμάνους προσκυνητές στη Μέκκα. Ένα από τα πλοία αυτά αιχμαλωτίστηκε από πλοίο Ψαριανών που κατέβασαν τους επιβάτες στη μικρασιατική ακτή και κράτησαν το πλοίο με τις αποσκευές. Ένα πλοίο αιχμαλωτίστηκε στις Οινούσσες από τους Υδραίους πλοιάρχους Πινότση και Σαχτούρη.

Μέσα σε αυτό βρισκόταν και ο πρώην πλέον, εξαιτίας της άρνησης του να υπογράψει τον φετφά για τη σφαγή των χριστιανών σεΐχ-ουλ-ισλάμ Χατζή Χαλίλ εφέντης μαζί με το χαρέμι του και την 15χρονη κόρη του. Είχε μαζί του πολύτιμα αντικείμενα ανυπολόγιστης αξίας, άλλα ως δώρα στον Μωχάμεντ Άλη, ηγεμόνα της Αιγύπτου, και άλλα για να τα αφιερώσει στη Μέκκα. Οι ναύτες τον αναγνώρισαν, αγνοούσαν, όμως, ότι είχε φερθεί έντιμα και ότι είχε πια καθαιρεθεί από τον ίδιο τον σουλτάνο. Το μόνο που γνώριζαν ήταν ότι ο ορθόδοξος ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης είχε απάνθρωπα δολοφονηθεί από μουσουλμάνους και αυτοί είχαν μπροστά τους τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη των μουσουλμάνων. Τον έσφαξαν επί τόπου.

Σφαγιάστηκαν και όλοι οι υπόλοιποι Τούρκοι και Τουρκάλες που βρίσκονταν στο πλοίο παρά την προσπάθεια των δυο πλοιάρχων να τηρηθούν τα νόμιμα και να αποβιβαστούν οι επιβάτες στην ακτή, όπως έγινε με εκείνους του πλοίου που αιχμαλώτισαν οι Ψαριανοί.

Μοιράστηκαν το θησαυρό αγκυροβόλησαν μακριά από τα άλλα πλοία του ελληνικού στόλου, προφανώς για να μην ελεγχθούν, καθώς η πολεμική λεία πρέπει να μοιράζεται σε όλους με ένα τμήμα της να πηγαίνει στο εθνικό ταμείο για τις ανάγκες του Αγώνα. Οπωσδήποτε, η σφαγή του πρώην σειχ-ουλ-ισλάμ έγινε γνωστή και έγινε αντικείμενο σπουδαίας εκμετάλλευσης από τους Οθωμανούς αλλά και από τους πρεσβευτές των Ευρωπαίων στη Κωνσταντινούπολη.

Ειπώθηκε ότι η σφαγή του Γρηγορίου Ε’ είχε γίνει ως αντίποινα για τη σφαγή του μουσουλμάνου θρησκευτικού ηγέτη. Οι Έλληνες της Διασποράς έκαναν μεγάλες προσπάθειες να πείσουν τους Ευρωπαίους ότι έγινε το ακριβώς αντίθετο.

Στα ίδια χρόνια όσοι είχαν φύγει από τις Οινούσσες επέστρεψαν. Στα 1912, εντάχθηκαν στην ελληνική επικράτεια. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εκεί αστυνομικό και τελωνειακό σταθμό καθώς και πλήρες δημοτικό σχολείο.

Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (21 Νοεμβρίου)

Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (γνωστές συνήθως στην καθομιλουμένη ως «στρατός», αν και ο Στρατός Ξηράς είναι Κλάδος) είναι οι στρατιωτικές δυνάμεις που διαθέτει η Ελλάδα και περιλαμβάνουν τον Στρατό Ξηράς, το Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία και υπάγονται στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Επίσημα ιδρύθηκαν το 1828.

Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις
Εθνόσημο

Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις

Δομή και ηγεσία

Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (Άρθρο 45). Η χάραξη της στρατηγικής και των κατευθύνσεων των Ενόπλων Δυνάμεων γίνεται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.), στο οποίο προΐσταται ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας είναι ο κυβερνητικός φορέας έκφρασης του οργανωτικού πλαισίου της διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων. Το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ) είναι υπεύθυνο να αποφασίζει και να εισηγείται στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας (Υ.ΕΘ.Α.) ο,τιδήποτε έχει σχέση με την στρατηγική, τον σχηματισμό και γενικότερα τον τρόπο λειτουργίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ η Διαρκής Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής είναι αρμόδια για την επεξεργασία, εξέταση και ψήφιση νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Πολιτικός προϊστάμενος των Ενόπλων Δυνάμεων είναι ο εκάστοτε Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Φυσικός τους προϊστάμενος είναι ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (A/ΓΕΕΘΑ), ο οποίος είναι ο μοναδικός Έλληνας στρατιωτικός που κατά την μεταπολεμική περίοδο φέρει το βαθμό του ΣτρατηγούΝαυάρχου ή Πτεράρχου, αναλόγως του Κλάδου από τον οποίο προέρχεται. Υπάρχουν τρεις ακόμη φυσικοί προϊστάμενοι των Ε.Δ., ένας για κάθε Κλάδο: ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Α/ΓΕΣ), ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Α/ΓΕΝ) και ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (Α/ΓΕΑ). Κάθε ένας από τους τρεις Κλάδους συγκροτείται από Αρχηγείο, Διοικήσεις, Σώματα και άλλες ανεξάρτητες Υπηρεσίες και Διοικήσεις.

Αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων

Σύμφωνα με το Νόμο, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν ως αποστολή την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της Ελλάδας, την εξασφάλιση του εθνικού της χώρου και την αποφασιστική τους συμβολή στην επίτευξη των στόχων της πολιτικής της χώρας, όπως αυτοί καθορίζονται από την Πολιτική Εθνικής Άμυνας. Το τελευταίο επιτυγχάνεται μέσω μιας συνεχώς επικαιροποιημένης στρατηγικής εθνικής ασφάλειας και άμυνας η οποία εξασφαλίζει την προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, τον σεβασμό των διεθνών συνόρων και συνθηκών, την τήρηση του διεθνούς δικαίου και την ειρηνική επίλυση των διαφορών.

Σε ειρηνική περίοδο οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν ως κύρια έργα:

  • Τη συνεχή επαγρύπνηση για την ασφάλεια του εθνικού χώρου.
  • Τη διατήρηση της υψηλής επιχειρησιακής ετοιμότητας για την αποτροπή και την αποτελεσματική αντιμετώπιση κινδύνων και απειλών, καθώς και την εξασφάλιση δυνατότητας άμεσης αντίδρασης μέσω της συνεχής εκπαίδευσης και των ασκήσεων.
  • Τη συνεισφορά στη διεθνή ασφάλεια και ειρήνη καθώς και σε υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή μας σε διεθνείς οργανισμούς (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΗΕ, ΟΑΣΕ) ή διακρατικών συμφωνιών.
  • Τη συμβολή σε δραστηριότητες κοινωνικής αρωγής και υποστήριξης των κρατικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών.

Ενέργειες

Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν λάβει μέρος σε πολλές διεθνείς επιχειρήσεις καθώς και στο εσωτερικό της χώρας. Άλλες περιλαμβάνουν την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, όπως πυρκαγιές και πλημμύρες εντός και εκτός της επικρατείας με αποστολή μέσων, προσωπικού και υλικού στις πληγείσες περιοχές. Τέλος, σημαντική είναι η συνεισφορά των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας με την αποστολή μέσων (κυρίως ναυτικών μονάδων), όπως στην επιχείρηση Enduring Freedom σε διάφορες περιοχές του κόσμου.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ένοπλες δυνάμεις έχουν κατακριθεί για την δράση τους. Επίσης, για την χρήση τους για την επικάλυψη των αδυναμιών του κράτους να παρέχει κοινωνική πρόνοια σε όλη την Ελλάδα, την οικονομική ενίσχυση της τοπικής κοινωνίας στην οποία υπάγονται διάφορα φυλάκια ή στρατόπεδα, καθώς και την αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών και την καταστολή εσωτερικών εχθρών.

Στελέχωση Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων 1975-2020

Το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελείται από αξιωματικούς απόφοιτους της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων, μόνιμους υπαξιωματικούς (Σ.Μ.Υ.), έμμισθους επαγγελματίες οπλίτες (ΕΠ.ΟΠ., Ε.ΕΦ.ΟΠ., Ο.Β.Α.) και από επαγγελματίες οπλίτες μακρόχρονης θητείας (Ε.Μ.Θ.) Οι οπλίτες που αμείβονται ως επαγγελματίες και στους τρεις κλάδους είναι περίπου 40.000 (με αυξητική τάση) ενώ οι υπόλοιποι είναι στρατεύσιμοι που υπηρετούν τη θητεία τους, στους οποίους αποδίδεται ένα συμβολικό ποσό για τη προσφορά τους κατά τη διάρκειά της. Επίσης, συμμετέχουν οι εθνοφύλακες και οι έφεδροι.

Η υποχρεωτική θητεία από το 2009 καθορίστηκε σε 9 μήνες για τον Στρατό Ξηράς, για όλους τους άρρενες ενήλικους Έλληνες, ενώ στο Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία η διάρκεια είναι 12 μήνες (9 μήνες για υπηρεσία σε συγκεκριμένες παραμεθόριες περιοχές). Το ποσοστό κάλυψης των αναγκών με στρατιώτες υποχρεωτικής θητείας, καθώς και το συνολικό μέγεθος των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων έχει μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες (όπως και σε άλλες χώρες).

Όρκος

Ο όρκος προς τη Σημαία και το Ευαγγέλιο ή τα Ιερά Σύμβολα της πίστης του καθενός, ορίζεται από το Άρθρο 3 του Στρατιωτικού Κανονισμού 20-1 και είναι υποχρεωτικός για κάθε νεοσύλλεκτο που εντάσσεται στο στράτευμα.

Ορκίζομαι να φυλάττω πίστιν εις την Πατρίδα.
Υπακοήν εις το Σύνταγμα
τους Νόμους και τα Ψηφίσματα του Κράτους.
Υποταγήν εις τους ανωτέρους μου, να εκτελώ προθύμως και άνευ αντιλογίας τας διαταγάς των.
Να υπερασπίζω, με πίστιν και αφοσίωσιν, μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός μου, τας Σημαίας.
Να μην τας εγκαταλείπω, μηδέ να αποχωρίζομαι ποτέ απ’αυτών.
Να φυλάττω δε ακριβώς τους Στρατιωτικούς Νόμους, και να διάγω εν γένει ως πιστός και φιλότιμος Στρατιώτης.

Ο οποιοσδήποτε που υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις θεωρείται μέλος του μόνο αν έχει δώσει τον στρατιωτικό όρκο. Τον όρκο τον δίνουν όλοι, ανεξάρτητα αν είναι μόνιμοι, εθελοντές ή κληρωτοί. Ο Όρκος, για τους κληρωτούς δίδεται στο τέλος της τρίτης εβδομάδας και αφότου έχει παρουσιαστεί και μόνο τότε θεωρείται κανονικός στρατιώτης. Τότε λαμβάνει και τη στρατιωτική του ταυτότητα και μπορεί να αρχίσει να βγαίνει από το στρατόπεδο. Επίσης, μετά την ορκωμοσία μπορεί πλέον να κάνει ένοπλες υπηρεσίες.

Ο όρκος αυτός δεσμεύει κάθε αξιωματικό, υπαξιωματικό και κληρωτό για όσο καιρό υπηρετεί. Αν και δεν ζητείται μετά την ορκωμοσία να τον απαγγείλει κάποιος, θεωρείται ότι πρέπει ο κάθε ένστολος να τον ξέρει διότι πρέπει να γνωρίζει σε τι έχει ορκιστεί και τι έχει δεσμευτεί να τηρεί. Ο Όρκος είναι επίσης δεσμευτικός για όλους τους ένστολους, αστυνομικούς, λιμενικούς, πυροσβέστες και όλους όσους εκτελούν υπηρεσία σε σώματα ασφαλείας.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις τιμώνται στις 21 Νοεμβρίου κάθε έτους, που είναι η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, Προστάτιδας των Ενόπλων Δυνάμεων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ελληνικές_Ένοπλες_Δυνάμεις

Αλληλεγγύη Ελλήνων-Αρμενίων

Τόσο οι Αρμένιοι κατά τη διάρκεια των ελληνικών διωγμών, όσο και οι Έλληνες κατά την Αρμενική Γενοκτονία δεν επέδειξαν σημαντική αλληλεγγύη. Μερικοί απέδωσαν το γεγονός αυτό στο παραδοσιακό οικονομικό και κοινωνικό τους ανταγωνισμό. Αλλά ο ανταγωνισμός αυτός -που είχε επηρεάσει σε μερικές μόνο περιπτώσεις τη στάση των Ελλήνων κατά τις αρμενικές σφαγές του 1890 ή ακόμα και του 1909- δεν είχε πια θέση κατά τη δραματική δεκαετία 1913-1922.

Αλληλεγγύη Ελλήνων-Αρμενίων
Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος

Η έκταση των ελληνικών διωγμών και κυρίως η φρικαλεότητα της Αρμενικής Γενοκτονίας δεν άφηνα πια προοπτικές για ειρηνική και παραγωγική διαβίωση των δύο χριστιανικών λαών μέσα στην τουρκική επικράτεια. Στο σύνολο εξάλλου του ελληνικού πληθυσμού δεν παρουσιάστηκαν κρούσματα συμμετοχής στις καθημερινές εκποιήσεις της κινητής και ακίνητης περιουσίας των αφανισμένων πια Αρμενίων ιδιοκτητών τους, στις οποίες όμως συμμετείχαν άλλες θρησκευτικές κοινότητες.

Συνεπώς τα αίτια της γενικής αδράνειας της μιας εθνότητας κατά τη διάρκεια των παθημάτων της άλλης θα πρέπει να τα αναζητήσουμε στις αδυσώπητες ανάγκες της αυτοπροστασίας τους. Εξάλλου, την περίοδο αυτή έλειπε η δυνατότητα κάποιας αποτελεσματικής παρέμβασης της ηγεσίας τους προς την Υψηλή Πύλη. Το αρμενικό πατριαρχείο είχε ουσιαστικά κλείσει μετά την εξορία του πατριάρχη Ζαβέν και οι Αρμένιοι εκπρόσωποι στο οθωμανικό Κοινοβούλιο, μαζί με τους πνευματικούς ταγούς του αρμενικού στοιχείου της αυτοκρατορίας , είχαν εξολοθρευθεί ευθύς εξαρχής.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με προκαθήμενο τον γέροντα και ανήμπορο Γερμανό Ε’ δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει ούτε καν για τις διώξεις του δικού του ποιμνίου. Με το τέλος άλλωστε των Βαλκανικών Πολέμων η Πύλη είχε εκκαθαρίσει σχεδόν εξ ολοκλήρου τις πολιτικές της υπηρεσίες από τους αξιωματικούς ελληνικής και αρμενικής καταγωγής.

Ειδικότερα για τους Έλληνες υπήρχε ο φόβος ότι με την παραμικρή αφορμή θα συμπεριλαμβάνονταν και αυτοί στο ίδιο «τρέχον πρόγραμμα» των σφαγών. Εξάλλου οι απελάσεις και οι διώξει των Ελλήνων δεν ανεστάλησαν ούτε κατά τη διάρκεια της Αρμενικής Γενοκτονίας, άσχετα αν εν τω μεταξύ είχαν ατονήσει οι φόβοι σε βάρος των εκτοπισμένων ελληνικών πληθυσμών.

Τον άμεσο κίνδυνο της γενικής σφαγής των Ελλήνων της Τουρκίας επέσειαν και οι εντολές από την Αθήνα, που υπογράμμιζαν την ανάγκη για αυτοσυγκράτηση από οποιαδήποτε πράξη θα προκαλούσε τις νεοτουρκικές αρχές σε νέες αιματηρές επιδόσεις, τη φορά αυτή σε βάρος των ομογενών. Ο γενικός φόβος των Ελλήνων -διάχυτος σε προξενικά έγγραφα- καταγράφηκε και σε μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν από κοντά τη Γενοκτονία.

Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν και οι λαμπρές εξαιρέσεις: πέρα από τις επανειλημμένες επίσημες και ανεπίσημες διαμαρτυρίες επωνύμων εκκλησιαστικών αξιωματούχων όπως του μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθου, προς τις οθωμανικές αρχές και τους τοπικούς παράγοντες του νεοτουρκικού κομιτάτου, έχουμε και τις προσπάθειες ανωνύμων ανθρώπων να ανακουφίζουν με ποικίλους τρόπους τους διωκόμενους συνανθρώπους τους ή ακόμα και να τους σώσουν- άλλοτε κρύβοντας τους στα σπίτια τους και άλλοτε φυγαδεύοντας τους σε ασφαλέστερα μέρη.

Στη διάρκεια των διωγμών τους οι δύο εθνότητες ανέβηκαν στο Γολγοθά τους χωρίς κοινές και, πολύ λιγότερο συντονισμένες αντιδράσεις. Υπάρχουν βέβαια κάποια δείγματα απεγνωσμένης κοινή ένοπλης αντίστασης, όπως αυτή του Ιουνίου 1915, στη διάρκεια εξέγερσης Ελλήνων κα Αρμενίων φυγόστρατων στο Καραχισάρ του Πόντου ή του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου με την ανταρτική δράση τουλάχιστον δύο ελληνοαρμενικών ομάδων σε ορεινές περιοχές της επαρχίας Αμισού.

Αλλά οι σημαντικότερες περιπτώσεις κοινής αντίστασης ανήκουν χρονολογικά στη μετά τη Γενοκτονία περίοδο. Τα ελληνοαρμενικά ανταρτικά σώματα που είχαν συγκροτηθεί στα ορεινά του Πόντου το φθινόπωρο του 1915 από λιποτάκτες του τουρκικού στρατού και κυρίως από φυγάδες των «ταγμάτων εργασίας», έδρασαν μετά τον Ιανουάριο του 1917. Κοινή εξάλλου αντιτουρκική στρατιωτική δράση υπήρχε στις συνοριακές περιοχές της Τουρκίας μετά τη διάλυση του ρωσικού μετώπου στον Καύκασο και τη δημιουργία της νεαρής Αρμενικής Δημοκρατίας (1918). Στα 1920 θα αρχίσει επίσης κοινή δράση Ελλήνων και Αρμενίων ατάκτων στην περιοχή της Νικομήδειας και στη συνέχεια, λίγο πριν από την ελληνική κατάρρευση, ανατολικά της Σμύρνης.

Κάπως διαρκέστερη ήταν η ευρεία ελληνοαρμενική συνεργασία στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, που άρχισε με τις ευλογίες του Βενιζέλου αμέσως μετά τη ανακωχή του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918, και έληξε άδοξα και τραγικά με τη μικρασιατική καταστροφή.

Οι διωγμοί των Ελλήνων και των Αρμενίων

Οι διωγμοί του θρακικού, του μικρασιατικού και του ποντιακού ελληνισμού στα 1913-1914 και 1916-1922 και η Αρμενική Γενοκτονία στα 1915-1916, παρά τις ποσοτικές διαφορές, αποτελούσαν όψεις του ίδιου νομίσματος, της πολιτικής δηλαδή των Νεοτούρκων να επιτύχουν -με τη μέθοδο των απελάσεων και των εκτοπισμών ή και της προμελετημένης φυσικής εξόντωσης- το δραστικό εκτουρκισμό των αλλογενών στοιχείων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οι διωγμοί των Ελλήνων και των Αρμενίων
Γριά Αρμένισσα περιμένει το θάνατο από την πείνα και τις κακουχίες

Οι διωγμοί των Ελλήνων του 1913-1914 απετέλεσαν την αρχική φάση του σχεδίου. Άλλωστε συνδυάστηκαν και με τις πρώτες προσπάθειες για την αναγκαστική ανταλλαγή των μουσουλμάνων της Μακεδονίας με τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης. Ακολούθησε η Γενοκτονία των Αρμενίων. Στην περίπτωση των διώξεων των Ελλήνων του Πόντου -με τις οποίες ολοκληρώθηκε το σχέδιο- εφαρμόστηκαν ταυτόχρονα οι μέθοδοι που είχαν δοκιμαστεί στα 1913-1914 και στα 1915-1916.

Το γεγονός εξάλλου ότι τα πρώτα πογκρόμ εναντίον των ελληνικών πληθυσμών στην Ανατολική Θράκη και τη Δυτική Μακεδονία δεν απλώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και ότι τελικά ανεστάλησαν στο βιλαέτι του Αϊδινίου, αλλά όχι στη Μικρασιατική ενδοχώρα, υποδηλώνει την ίδια επιλεκτική τακτική έναντι των Αρμενίων των ίδιων περιοχών. Αλλά και η μεθοδολογία των εκτοπίσεων στις αφιλόξενες ανατολικές και νοτιοανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας ήταν επίσης πανομοιότυπη. Ακόμα και η υποχρεωτική στρατολόγηση στα περιβόητα «τάγματα εργασίας» εφαρμόστηκε σχεδόν ταυτόχρονα στους Έλληνες και στους Αρμενίους με ανάλογα για τους δύο μοιραία αποτελέσματα.

Η εκτίμηση για τον ενιαίο χαρακτήρα της πολιτικής των Νεότουρκων έναντι των δύο χριστιανικών ενοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν διάχυτη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Άλλωστε οι διωγμοί τους πραγματοποιούνταν παράλληλα και, μερικές φορές, σε συνδυασμό μεταξύ τους. Οι ελληνικές μάλιστα πρεσβευτικές και προξενικές εκθέσεις της περιόδου της Γενοκτονίας συχνά δεν κάνουν διάκριση μεταξύ του ενός και του άλλου λαού.

Από την πλευρά τους οι Τούρκοι επεδίωκαν με τις διώξεις του ελληνικού στοιχείου να προκαλέσουν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο εναντίον των Γερμανών και των συμμάχων τους, για να την χρησιμοποιήσουν ως πρόσχημα όχι μόνο για να πάρουν τη ρεβάνς της ήττας τους στους Βαλκανικούς Πολέμους, αλλά και για να έχουν τη δυνατότητα να να ολοκληρώσουν την εξουδετέρωση και των χριστιανικών πληθυσμών. Η αρμενική συμμετοχή στο ρωσικό μέτωπο της Υπερκαυκασίας το χειμώνα του 1914-1915 αποτέλεσε το βασικό επιχείρημα του νεοτουρκικού καθεστώτος για να δικαιολογήσει τους εκτοπισμούς των Αρμενίων.

Ο ιδιαίτερα αιματηρός χαρακτήρας της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν θα πρέπει να αποδοθεί αυστηρά στο μίσος των Τούρκων για την αρμενική εθνότητα, αλλά και σε άλλα αίτια: οι Αρμένιοι μη διαθέτοντας εθνική εστία, ήταν αποστερημένοι, από τη μια μεριά, κάποιας υποτυπώδους έστω, όπως οι Έλληνες, διπλωματικής υποστήριξης, από την άλλη, δεν μπορούσαν να υπαχθούν στη μεθοδολογία της εκβιαστικής ανταλλαγής των πληθυσμών. Για λόγους άλλωστε πολιτικούς αναβλήθηκε και η ελληνική φάση του ενιαίου εκείνου «προγράμματος» εθνοκάθαρσης: το Βερολίνο παρέβαινε συνεχώς αποτρεπτικά στη νεοτουρκική ηγεσία, σε μια προσπάθεια να κρατήσει την αμφιταλαντευόμενη Ελλάδα στην ουδετερότητα. Επιπλέον δεν ήθελε να εξασθενίσει η θέση του βασιλιά Κωνσταντίνου έναντι του Βενιζέλου, ο οποίος επικαλούμενος την ανάγκη της σωτηρίας των ομογενών από τις διώξεις, πάσχιζε να επιτύχει είτε τη σύμπηξη ενός βαλκανικού αντιτουρκικού συνασπισμού είτε ακόμα και την κήρυξη πολέμου εναντίον της Τουρκίας, με την υποστήριξη βέβαια της Αντάντ.

Τελικά η εξέλιξη των άτυχων, και για τις δύο εθνότητες, πολέμων τους με τους Τούρκους εθνικιστές στα 1918-1922 πρόσφεραν de facto στους κεμαλιστές την ποθητή «λύση» και του ελληνικού και του αρμενικού τους προβλήματος: η μαζική έξοδος των Ελλήνων και των λειψάνων των Αρμενίων από τα ανατολικά προς τον Καύκασο και από τα δυτικά και νότια προς τη Σμύρνη και από εκεί προς την Ελλάδα το 1919-1922, σε συνδυασμό με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, αποσόβησε ipso facto την επανάληψη της ολικής τους εξολόθρευσης.

Ωνιομανία, μία ψυχαναγκαστική διαταραχή

Ωνιομανία=ώνια(ψώνια)+μανία, δηλαδή η μανία για τα ψώνια.

Ωνιομανία
Ωνιομανία

Έρευνες δείχνουν ότι η ευκολία που προσφέρουν οι διαδικτυακές αγορές, μπορεί να χειροτερέψει την παρόρμηση των ανθρώπων με την επονομαζόμενη «ωνιομανία» ή «ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών».

Η διαταραχή αυτή είναι υπό συζήτηση σχετικά με το αν μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστή διάγνωση και δεν έχει συμπεριληφθεί ακόμα στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM).

Υπάρχει μία περίοδος πάνω από 100 χρόνια κλινικών περιστατικών, η οποία περιγράφει δυσλειτουργικές καταναλωτικές συνήθειες ή αγοραστικές υπερβολές, οι οποίες εμποδίζουν την καθημερινή ζωή και συσχετίζονται με σημαντική κλινική δυσφορία και δυσλειτουργίες σε σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας, υποστηρίζει η Μούλερ, επικεφαλής ψυχολόγος στο τμήμα Ψυχοσωματικής Ιατρικής και Ψυχοθεραπείας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ανόβερο, στη Γερμανία.

«Η ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών ορίζεται ως μια ακραία ενασχόληση με τις αγορές και την κατανάλωση και με έντονη παρόρμηση για ψώνια, η οποία βιώνεται ως εμμονική», λένε οι ερευνητές.

Μπορεί επίσης να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα, όπως ενοχές και λύπη μετά την ολοκλήρωση των αγορών, μια αίσθηση έλλειψης ελέγχου, οικογενειακές διαμάχες σχετικά με τις υπερβολικές αγορές και οικονομική δυσφορία.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών θεωρείται ότι επηρεάζει περίπου το 5% των ανθρώπων παγκοσμίως και πλέον, στον 21ο αιώνα, έχει επεκταθεί διαδικτυακά.

Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Comprehensive Psychiatry, κατέγραψε τις διαδικτυακές αγοραστικές συνήθειες 122 ασθενών, οι οποίοι είχαν ήδη διαγνωσθεί με την ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών.

Οι ασθενείς οι οποίοι συμμετείχαν στην έρευνα ήταν ηλικίας 20 έως 68 ετών (με ένα μέσο όρο περίπου 43 ετών) ενώ πάνω από το 75% ήταν γυναίκες. Όλοι είχαν ήδη αναζητήσει θεραπεία για τον εθισμό τους στις αγορές, συνήθως γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία.

Από τους συμμετέχοντες ζητήθηκε να συμπληρώσουν ένα αριθμό διαγνωστικών ερωτηματολογίων, συμπεριλαμβανομένων των “Ερωτηματολόγιο Εθισμού στο Διαδίκτυο” (Internet Addiction Test) και “Ερωτηματολόγιο για τις Παθολογικές Αγορές” (Pathological Buying Screener). Επίσης, όλοι οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν για συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης.

«Ορισμένα άτομα με ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών ίσως να προτιμούν να ψωνίζουν σε φυσικά καταστήματα και όχι σε διαδικτυακά, γιατί εκτιμούν τη δυνατότητα να αγγίζουν το εμπόρευμα, να δοκιμάζουν τα αγαθά, να απολαμβάνουν το συναρπαστικό παραδοσιακό περιβάλλον των λιανικών αγορών και να βιώνουν την άνετη κοινωνική αλληλεπίδραση με τους πωλητές», δηλώνουν οι ερευνητές.

Ωστόσο, κάποιοι άνθρωποι με ωνιομανία ίσως να αναπτύσσουν μία ιδιαίτερη έλξη προς τις διαδικτυακές αγορές, επειδή περιλαμβάνουν μια τεράστια ποικιλία προϊόντων. «Επίσης, είναι εύκολες, γρήγορες και τους δίνουν τη δυνατότητα να αγοράσουν απαρατήρητοι και στα κρυφά», προσθέτουν οι ερευνητές.

«Όλα συνηγορούν στην επέκταση της παραδοσιακής ψυχαναγκαστικής διαταραχής αγορών στη διαδικτυακή λιανική αγορά», συμπεραίνουν.

«Δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα επαρκής έρευνα για διαταραχές όπως η ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών, η οποία είναι μέρος μιας αναδυόμενης ομάδας διαταραχών με την ονομασία συμπεριφοριστικοί εθισμοί», σημειώνει ο Δρ. Πέτρος Λεβούνης, Πρόεδρος του τμήματος Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή Ρούτγκερς στο Νιου Τζέρσι και επικεφαλής υπηρεσιών στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Νιούαρκ, στο Νιου Τζέρσι.

«Οι συμπεριφοριστικοί εθισμοί περιλαμβάνουν το ψυχαναγκαστικό μαύρισμα, το τζόγο και το ψυχαναγκαστικό διαδικτυακό gaming. Ωστόσο, περιλαμβάνουν επίσης συμπεριφορές που είναι συνήθως μέρος της καθημερινής ζωής και οι οποίες είναι χρήσιμες για πολλούς ανθρώπους, όπως η άσκηση, το φαγητό, η αποστολή email και μηνυμάτων και οι αγορές», προσθέτει.

«Όμως αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα, είναι ότι για τους εθισμένους ανθρώπους αυτές οι συμπεριφορές είναι σαν ένα είδος ναρκωτικού», λέει ο Δρ. Λεβούνης. «Και όσο λιγότερα εμπόδια υπάρχουν για την καταπολέμηση της εθιστικής συμπεριφοράς, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα εμφάνισης αρνητικών επιπτώσεων».

«Οπότε αν έχεις ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών και ξέρεις ότι δεν χρειάζεται να πας στο εμπορικό κέντρο για να ψωνίσεις, αφού όλα βρίσκονται μόνο ένα “κλικ” μακριά σου, αυτό λειτουργεί πολύ προτρεπτικά και σίγουρα έχει την ικανότητα να μετατρέψει τη διαταραχή σου σε πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από ό,τι ήταν μέχρι τώρα», συνοψίζει.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/texnologia/diadiktyaki-eksartisi/8345-oniomania-mia-nea-psyxanagkastiki-diataraxi-gia-tis-diadiktyakes-agores.html

Ο πλούτος των Αρμενίων ως το 1915

Το 1915, η περιουσία και ο πλούτος των Αρμενίων κατασχέθηκαν από την κυβέρνηση των Νεοτούρκων. Οι Αρμένιοι θανατώθηκαν ή εκτοπίστηκαν. Το υπουργείο Οικονομικών της Τουρκίας έλαβε λεπτομερείς καταστάσεις αυτών των περιουσιών. Τα χρήματα μεταφέρθηκαν εκτός Τουρκίας σε αυστριακές και γερμανικές τράπεζες. Η αξία αυτού του χρυσού θα υπερέβαινε σήμερα τα 320.000.000 δολάρια, χωρίς τους τόκους.

Ο πλούτος των Αρμενίων

Ασφάλειες ζωής

Η απληστία των Νεοτούρκων δεν περιορίστηκε μόνο στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Το 1916, ο Ταλαάτ πασάς, υπουργός Εσωτερικών ζήτησε από τον πρέσβη των ΗΠΑ Χένρι Μοργκεντάου να του υποβάλει έναν πλήρη κατάλογο όλων των Αρμενίων που είχαν ασφάλειες ζωής σε αμερικανικές ασφαλιστικές εταιρείες, διότι, όπως είπε, είναι σχεδόν όλοι τους νεκροί, χωρίς να έχουν αφήσει πίσω ζωντανούς απογόνους. Συνεπώς, σύμφωνα με το νόμο, τα χρήματα αυτά έπρεπε να περάσουν στα ταμεία της οθωμανικής κυβέρνησης. Το ίδιο αίτημα υποβλήθηκε σε όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Ακίνητη περιουσία

Εκτός από τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα και ασφάλειες ζωής, υπήρχε και η ακίνητη περιουσία των Αρμενίων. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το συνολικό αριθμό των οικογενειών των Αρμενίων οι οποίες είχαν ιδιόκτητα σπίτια, παρ’ ό’ αυτά ήταν πολύ σημαντικές.

Υπάρχουν πληροφορίες για την κοινοτική ιδιοκτησία. Το καθολικό πατριαρχείο της Κιλικίας τηρούσε λεπτομερή μητρώα των εκτάσεων και των ακινήτων που του ανήκαν. Ολόκληρη αυτή η περιουσία χάθηκε μαζί και το πατριαρχείο στο Σις, το οποίο καταλήφθηκε και καταστράφηκε, ενώ ο καθολικός πατριάρχης και όσοι ιερείς σώθηκαν, εκδιώχθηκαν εκτός Κιλικίας, στη Συρία και στη συνέχεια στο Αντιλιάς του Λιβάνου.

Το αρμενικό πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, η επίσημη κεφαλή της αρμενικής κοινότητας, που αναφερόταν κατ’ ευθείαν στο σουλτάνο, τηρούσε μητρώο των εκκλησιών, των μοναστηριών και των σχολείων που ανήκαν στη δικαιοδοσία του. Το 1912, η κυβέρνηση των Νεοτούρκων διέταξε τις μειονοτικές κοινότητες να ετοιμάσουν καταστάσεις όλων των περιουσιακών τους στοιχείων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.

Ο πατριάρχης Μαγακιά Ορμακιάν είχε ήδη έτοιμη μια ανά επαρχία καταγραφή των αρμενικών εκκλησιών, μοναστηριών και σχολείων, ως παράρτημα στο βιβλίο του « Η Αρμενική Εκκλησία», που πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά, το 1910. Ο κατάλογος του πατριάρχη περιλαμβάνει 2.39 εν λειτουργία ναούς της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας στην Οθωμανική αυτοκρατορία εξαιρουμένων αυτών της Κωνσταντινούπολης.

Στην Ειρηνευτική Διάσκεψη των Παρισίων, το 1919, οι επικεφαλής της αρμενικής αντιπροσωπείας Αβεντίς Αχοριάν και Μπογός Νουμπάρ πασά, υπέβαλαν έκθεση με τίτλο «Κατά προσέγγισιν πίνακας των ζημιών που υπέστη το Αρμενικό Έθνος στην τουρκική Αρμενία και την Αρμενική Δημοκρατία του Καυκάσου». Η έκθεση αναφέρει 1.860 εκκλησίες, 229 μοναστήρια, 1.439 σχολεία, 29 γυμνάσια και ιεροδιδασκαλεία και 42 ορφανοτροφεία. Τα πιο αξιόπιστα στοιχεία, ωστόσο, είναι αυτά που συγκέντρωσαν οι Ραϊμόν Κεβορκιάν και Πολ Παμπουτζιάν στη μεγάλη έκδοση του 1992, «Οι Αρμένιοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τις παραμονές της Γενοκτονίας». Τα στοιχεία αυτά αναφέρουν 2.538 ναούς, 451 μοναστήρια και 1996 σχολεία.

Ο «Κατά Προσέγγισιν Πίνακας» περιείχε στοιχεία και για τις ανθρώπινες απώλειες. Περίπου 1.800.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους ή εξορίστηκαν. Και δεδομένου ότι τα 3/4 των θυμάτων ήταν αγρότες υπολογίστηκε ότι χάθηκαν κτίρια, (οικίες, στάβλοι, μύλοι, αποθήκες), καλλιεργημένες και μη εκτάσεις, οικιακός εξοπλισμός, προσωπικά αντικείμενα, φυτικό κεφάλαιο, ζωικό κεφάλαιο, αποθέματα τροφών, ζωοτροφές. Έτσι, η ζημία για κάθε μία από τις 270.000 οικογένειες της υπαίθρου υπολογίστηκε στις 17.000, δηλαδή σε 4.600.000.000 φράγκα.

Το ύψος των ζημιών που υπέστησαν οι 90.000 αρμενικές οικογένειες στα αστικά κέντρα, εκτός Κωνσταντινούπολης, ανέρχονταν σε 36.000 φράγκα ανά οικογένεια, ή συνολικά σε 3.235.000.000. Συγκριτικά μικρότερο, 75.000.000 φράγκα, ήταν το ποσό που υπολογίστηκε για την απώλεια χιλιάδων σχολείων, εκκλησιών και άλλων κοινοτικών εγκαταστάσεων. Δηλαδή συνολικά οι απώλειες έφταναν τα 8 δισ. φράγκα. Σε αυτά προστέθηκε η «αξία» της ανθρώπινης ζωής, 5.000 φράγκα, για κάθε άνθρωπο που βρήκε το θάνατο κατά τη διάρκεια των σφαγών, περίπου 7 δισ. φράγκα! Το συνολικό ύψος των ζημιών σε τιμές 1919 ανερχόταν στα 14,5 δισ. φράγκα. Με σημερινές τιμές περίπου 100 δισ. δολάρια.

Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος της κινητής περιουσίας λεηλατήθηκε από τον όχλο. Τα σπίτια, τα κτήματα και τα καταστήματα καταλήφθηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές και τα χρήματα είτε κρατήθηκαν από τα μέλη των επιτροπών είτε στάλθηκαν στο κεντρικό θησαυροφυλάκιο.

Συνθήκες για αποζημίωση

Η πρώτη συνθήκη μεταξύ της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Αρμενίας και της Τουρκίας, η Συνθήκη του Μπατούμ του Ιουνίου 1918, εγγυάτο περιουσιακά δικαιώματα και απέβλεπε αποζημιώσεις προς τους ιδιοκτήτες όσων είχαν κατασχεθεί.

Στο δικαίωμα των Αρμενίων να διεκδικήσουν περιουσίες που είχαν επισήμως καταγραφεί αναφέρεται ρητά και το άρθρο 144 της Συνθήκης των Σεβρών (Αύγουστος 1922), που ορίζει ρητά: 1. την κατάργηση του νόμου του 1915 περί «εγκαταλελειμμένων περιουσίων», 2. την επιστροφή των Αρμενίων στα σπίτια τους και 3. την αποκατάσταση και επανόρθωση των επιχειρήσεων και όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας.

Το συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών καλούνταν να συγκροτήσει επιτροπές διαιτησίας για την εξέταση των αρμενικών διεκδικήσεων. Η Τουρκία και η Αρμενική Δημοκρατία είχαν συνυπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών. Ακόλουθες συνθήκες και συμφωνίες, του Αλεξανδραπόλ (1920), της Μόσχας (1921), του Καρς (1921) και της Άγκυρας (1922), όλες υπογεγραμμένες από την Τουρκία, περιελάμβαναν ειδικές διατάξεις γαι τις μειονοτικές περιουσίες, που ποτέ δεν εφαρμόστηκαν.

Τέλος, η Συνθήκη της Λωζάννης του Ιουλίου 1923, που ισχύει μέχρι σήμερα, προέβλεπε προστασία των μειονοτήτων, υπό την προϋπόθεση να είναι πολίτες της Τουρκίας. Η τουρκική κυβέρνηση την επομένη της υπογραφής της Συνθήκης εξέδωσε νέο νόμο, με τον οποίο απαγόρευε στους Αρμενίους της Κιλικίας και των ανατολικών περιοχών που είχαν «μεταναστεύσει» να επιστρέψουν στην Τουρκία.

Η καταστροφή των αρμενικών μνημείων

Οι τουρκικές κυβερνήσεις κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να εξαφανίσουν κάθε ίχνος αρμενικού πολιτισμού στα ιστορικά αρμενικά εδάφη. Τη δεκαετία του ’50 άλλαξαν τα ονόματα των πόλεων, χωριών και οικισμών των ανατολικών επαρχιών. Καθώς δε οι Τούρκοι ιστορικοί συνέχιζαν να αναθεωρούν και να παραποιούν την ιστορία, οι νεότερες γενιές των Αρμενίων με μεγάλη δυσκολία θα βρουν τους τόπους που κατοικήθηκαν από τους προγόνους τους.

Οι ναοί και τα μνημεία, ως αδιάψευστη μαρτυρία της ιστορικής παρουσίας των Αρμενίων, προκαλούν μεγάλο πονοκέφαλο στους συνεχιστές της Γενοκτονίας, και όσο μεγαλύτερο ο αριθμός τους τόσο δυσκολότερη η εκστρατεία παραπληροφόρησης.

Μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν από τους Τούρκους για να καταστραφούν τα αρμενικά μνημεία:

  • Εκ προθέσεως καταστροφή με εμπρησμό ή εκρηκτικά ναών, αστικών κτιρίων και κατοικιών κατά την περίοδο των σφαγών.
  • Συνακόλουθη καταστροφή μνημείων με χρήση εκρηκτικών ή του πυροβολικού.
  • Εκούσια εγκατάλειψη των μνημείων και καταπάτηση τους από τους αγρότες. Οι περίτεχνα λαξευμένες πέτρες των προσόψεων των αρμενικών ναών ήταν θαυμάσιο προκάτ οικοδομικό υλικό.
  • Μετατροπή των αρμενικών ναών σε τεμένη, μουσεία, αθλητικά κέντρα, αποθήκες, στάβλους.
  • Καταστροφή λόγω παντελούς απουσίας μέτρων συντήρησης.
  • Κατεδάφιση για κατασκευή δρόμων, γεφυρών ή άλλων δημόσιων έργων.
  • Εξουδετέρωση της αρμενικής ταυτότητας των μνημείων απαλείφοντας τις αρμενικές επιγραφές.
  • Εσκεμμένη απόδοση μνημείων, τουριστικής κυρίως σημασίας, σε τουρκική αρχιτεκτονική, συνήθως των Σελτζούκων του Μεσαίωνα. Τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα είναι οι ναοί του Αγταμάρ και του Καρς, του 10ου αιώνα, που κατασκευάστηκαν πριν οι Σελτζούκοι Τούρκοι εμφανιστούν στην ιστορία.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων του 1915

Η Γενοκτονία των Αρμενίων του 1915 ήταν η υπέρμετρα βίαιη ιστορική στιγμή, που ξερίζωσε έναν λαό από την εθνική του εστία, διακόπτοντας μια αξιοσημείωτη υλική και πνευματική-πολιτιστική παρουσία τουλάχιστον τριών χιλιετιών.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων
Αρμενία
(Με πράσινο πλαίσιο η διάδοση των Αρμενίων ως το 1893.
Με ροζ πλαίσιο η Αρμενία έως τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ.)

Πριν την Γενοκτονία των Αρμενίων

Μια από τις πλέον απροσδόκητες και για τον αρμενικό λαό πιο τραγική μεταμόρφωση στη σύγχρονη ιστορία ήταν η διαδικασία με την οποία, από το 1908 ως το 1914 , οι φαινομενικά φιλελεύθεροι και οπαδοί της ισότητας Νεότουρκοι μετατράπηκαν σε ακραίους σοβινιστές, διατεθειμένους να δημιουργήσουν μία νέα τάξη και να εξαλείψουν το Αρμενικό Ζήτημα, εξοντώνοντας τον αρμενικό λαό. Η εκμετάλλευση των αδυναμιών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από την Ευρώπη συνέβαλε σε αυτή την διαδικασία. Οι Νεότουρκοι οραματίζονταν ένα νέο ομοιογενές κράτος στη θέση της εξασθενημένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το 1913, η υπερεθνικιστική φατρία του κόμματος Ένωση και Πρόοδος αποκτά τον έλεγχο της κυβέρνησης. Έκτοτε, στην πολιτική σκηνή κυριαρχεί η τριανδρία αποτελούμενη από από τον υπουργό Πολέμου Εμβέρ, τον υπουργό Εσωτερικών και στη συνέχεια μεγάλο βεζίρη Ταλαάτ και τον στρατιωτικό διοικητή της Κωνσταντινούπολης και αργότερα υπουργό Ναυτικών Τζελάλ.

Στα ταραγμένα χρόνια πριν την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και παρ’ όλες τις αύξουσες ενδείξεις τουρκικού εξτρεμισμού, οι Αρμένιοι συνεχίζουν να παραμένουν νομιμόφρονες, ενώ οι διακρίσεις και οι συνεχιζόμενες διώξεις, ιδιαίτερα του αγροτικού αρμενικού πληθυσμού, συνηγορούσαν για το αντίθετο.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το διεθνές ενδιαφέρον για το Αρμενικό Ζήτημα ανανεώνεται. Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θέτουν εκ νέου το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία, από τη μία πλευρά και η Γερμανία, η Αυστρο-Ουγγαρία και η Ιταλία, από την άλλη, έφτασαν τελικά σε μια συμβιβαστική διευθέτηση σύμφωνα με την οποία η Τραπεζούντα και οι έξι αρμενικές επαρχίες της Τουρκίας (Ερζερούμ , Σεβάστειας, Χαρπούτ, Ντιγιαρμπακίρ, Μπιλίς και Βαν) θα συνενώνονταν σε δύο διοικητικές περιοχές με ευρεία τοπική αυτονομία, με την εγγύηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και την επίβλεψη γενικών επιθεωρητών που θα επιλέγονταν.

Η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το καλοκαίρι του 1914, παρεμπόδισε την εφαρμογή του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων και ανησύχησε βαθιά τους Αρμένιους ηγέτες. Αν η Οθωμανική αυτοκρατορία έμπαινε στον πόλεμο στον πλευρό των κεντρικών δυνάμεων, το αρμενικό οροπέδιο θα γινόταν θέατρο συγκρούσεων ενός ρωσοτουρκικού πολέμου. Καθώς η Αρμενία ήταν διαμοιρασμένη ανάμεσα στα δύο κράτη, οι Αρμένιοι θα υπέφεραν τα πάνδεινα, άσχετα με το ποιος θα κέρδιζε τον πόλεμο.

Γι’ αυτό οι Αρμένιοι ηγέτες παρότρυναν τους Νεότουρκους συναδέλφους τους να τηρήσουν ουδέτερη στάση και να σώσουν την αυτοκρατορία από την καταστροφή. Παρά τις συμβουλές και τις εκκλήσεις των Αρμενίων η γερμανόφιλη φατρία των Νεότουρκων, υπό την ηγεσία του Εμβέρ και του Ταλαάτ, υπέγραψε μια μυστική συμφωνία με τους Γερμανούς τον Αύγουστο του 1914, η οποία απέβλεπε στη δημιουργία ενός νέου τουρκικού κράτους, που θα περιελάμβανε την ρωσική Υπερκαυκασία και κεντρική Ασία.

Η είσοδος της Τουρκίας στον πόλεμο, με την επίθεση κατά των ρωσικών ναυτικών εγκαταστάσεων τον Οκτώβριο του 1914, εκμηδένισε κάθε πιθανότητα επίλυσης του Αρμενικού Ζητήματος μέσω διοικητικών μεταρρυθμίσεων. Οι Νεότουρκοι ηγέτες απέκλιναν προς τη νεοπαγή ιδεολογία του τουρκισμού, που επρόκειτο να υποκαταστήσει ην αρχή του εξισωτικού οθωμανισμού, και να δικαιώσει τη χρήση βίας για τη μετατροπή της ετερογενούς αυτοκρατορίας σε ένα ομοιογενές κράτος βασισμένο στην αρχή ενός έθνους και ενός λαού.

Οι όποιες επιφυλάξεις υπήρχαν ακόμη και μετά την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο εγκαταλείφθηκαν σαν αποτέλεσμα της τραγικής εκστρατείας στον Καύκασο. Σε αυτήν την εκστρατεία ο Εμβέρ πασάς θυσίασε ένα ολόκληρο στρατό στην παράλογη από στρατιωτική άποψη έμμονη ιδέα του να προελάσει ως το Μπακού και την Κααπία θάλασσα, μέσα στο καταχείμωνο και της απόβασης των Συμμάχων στην Καλλίπολη τον Απρίλιο του 1915, σε ένα αποτυχημένο ελιγμό με σκοπό την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και τη θέση της Τουρκίας εκτός μάχης.

Η μεγάλη αυτή στρατιωτική ήττα της Τουρκίας, συνδυασμένη με την απειλή των Συμμάχων κατά της πρωτεύουσας, επέτρεψε στους εξτρεμιστές Νεότουρκους, να μεταβάλουν τους Αρμενίους σε αποδιοπομπαίους τράγους, κατηγορώντας τους για προδοσία και πείθοντας τους απρόθυμους συντρόφους ότι είχε έρθει η ώρα να λύσουν το Αρμενικό Ζήτημα για πάντα.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων

Τη νύχτα της 23ης προς την 24η Απριλίου του 1915, ένας μεγάλος αριθμός Αρμενίων πολιτικών, θρησκευτικών και πνευματικών ηγετών της Κωνσταντινούπολης -πολλοί από τους οποίους ήταν φίλοι και γνωστοί των Νεότουρκων ηγετών- συνελήφθησαν, εκτοπίστηκαν στην Ανατολία και φονεύθηκαν.

Το Μάιο, ο υπουργός των Εσωτερικών Ταλαάτ πασάς, ισχυριζόμενος ότι το κράτος δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στους Αρμενίους, ότι οι τελευταίοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους εχθρούς και ότι ήταν έτοιμοι να επαναστατήσουν σε όλη την επικράτεια, διέταξε την εκτόπιση τους από τις πολεμικές ζώνες σε κέντρα επανεγκατάστασης -στην πραγματικότητα στις ερήμους της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Και πράγματι, οι Αρμένιοι εκτοπίστηκαν όχι μόνο από τις πολεμικές ζώνες, αλλά και από όλη τη αυτοκρατορία.

Το πιο φρικτό μαρτύριο επιφυλασσόταν για τις γυναίκες και τα παιδιά, που οδηγούνταν επί εβδομάδες μέσα από βουνά και ερήμους και συχνά υφίσταντο ακατονόμαστους εξευτελισμούς. Πολλές από αυτές έθεσαν τέρμα στη ζωή τους και στη ζωή των παιδιών τους πέφτοντας σε γκρεμούς ή σε ποτάμια, προκειμένου να σωθούν από τους εξευτελισμούς και τα μαρτύρια.

Με αυτόν τον τρόπο ένα ολόκληρο έθνος διαλύθηκε και ο αρμενικός λαός χάθηκε από την πατρίδα του στην οποία ζούσε για τρεις χιλιάδες χρόνια. Χιλιάδες από τους επιζήσαντες και τους πρόσφυγες που είχαν σκορπιστεί στις αραβικές επαρχίες και την Υπερκαυκασία έμελλε να πεθάνουν από την πείνα, τις επιδημίες και τις κακουχίες.

Υπήρχε πρόθεση να εξαλειφθεί ακόμη και η μνήμη του αρμενικού έθνους; οι εκκλησίες και τα μνημεία βεβηλώθηκαν και τα μικρά παιδιά αρπάχτηκαν από τους γονείς τους, τους δόθηκαν νέα ονόματα και στάλθηκαν στα ορφανοτροφεία για να ανατραφούν σαν Τούρκοι.