Η Λέρος (5000π.Χ-…)

Η Λέρος είναι το νοτιότερο νησί στη συστάδα των Βόρειων Δωδεκανήσων. Είναι, όπως και η Πάτμος, νησί με πεδινές εκτάσεις και χαμηλούς λόφους. Η ψηλότερη κορυφή είναι το Κλειδί. Από τον Πειραιά απέχει 171 μίλια. Πρωτεύουσα της Λέρου είναι ο Πλάτανος με τον οποίο έχουν ενωθεί οι οικισμοί Αγία Μαρίνα και Παντέλι, κάτω από το κάστρο και δεσπόζει σε λόφο ψηλά. Λιμάνι του νησιού είναι το Λακκί (Πόρτο Λάγκο των Ιταλών, που δημιούργησαν εκεί μια «ευρωπαϊκή» πόλη). Με τα σημαντικά οχυρωματικά έργα των Ιταλών στο λιμάνι, το Λακκί έφτασε να θεωρείται από τους καλύτερους ναύσταθμους της Ευρώπης.

Η Λέρος
Αεροφωτογραφία του 1943 από το Λακκί Λέρου

Η Λέρος κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια. Στην τοποθεσία Παρθένι βρέθηκαν λείψανα Νεολιθικού οικισμού. Πρώτοι κάτοικοι της αναφέρονται οι Κάρες, οι Λέλεγες και οι Φοίνικες. Κατόπιν έρχονται οι Λύκιοι και οι Ετεοκρήτες, την εποχή της θαλασσοκρατίας του Μίνωα.

Αργότερα φτάνουν οι Δωριείς, που τους διώχνουν οι Ίωνες και επικρατούν στο νησί. Συμμετείχε στην τρωική εκστρατεία, σύμφωνα με τον Όμηρο. Μάλιστα, την ηγεσία της αποστολής ανέλαβαν δύο εγγονοί του Ηρακλή, ο Άντιφος και ο Φείδιππος. Το 494π.Χ. η Λέρος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες.

Την εποχή που ακολουθεί, το νησί εντάσσεται στις συμμαχικές πόλεις, που, υπό την ηγεσία των Αθηναίων, αποτέλεσαν τον αμυντικό σύνδεσμο εναντίον των Περσών. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων. Περιήλθε στο τέλος του στους Σπαρτιάτες. Οι Πέρσες επανήλθαν, αλλά διώχθηκαν οριστικά με τη νικηφόρα προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Νομίσματα και επιτύμβιες στήλες με ονόματα Μακεδόνων φανερώνουν μια αδιάλειπτη ιστορική πορεία, από τα κλασικά στα ελληνιστικά χρόνια. Φρούριο, που η ανέγερση του ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, είναι το Μπρούζι, που βρίσκεται στη νότια είσοδο του κόλπου της Αγίας Μαρίνας.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Λέρος ακολουθεί την τύχη των υπολοίπων Δωδεκανήσων. Για την τοπική ιστορία σημαντικό γεγονός αποτελεί η απόφαση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού να παραχωρήσει μεγάλο τμήμα της Λέρου στον κατά κόσμο Ιωάννη Λατρινό, τον μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο Πάτμου. Φτάνοντας στην Πάτμο ο Χριστόδουλος χτίζει στο Παρθένι τη μικρή εκκλησία και το μετόχι του Αγίου Γεωργίου, με υλικά από τον αρχαίο ναό της Άρτεμης. Όμως, οι κάτοικοι ήταν αντίθετοι με την απόφαση του αυτοκράτορα και το 1087 ξεσηκώθηκαν. Ένα χρυσόβουλο που εκδόθηκε τον Ιούλιο της χρονιάς εκείνης μας πληροφορεί για τη μεταφορά των εξεγερμένων από το «Κάστρο των Λεπίδων» «ένεκα ερίδων των μοναχών και των κατοίκων».

Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου κατέλαβαν τη Λέρο. Το νησί δέχεται αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές, κυρίως το 1455 και το 1456. Συχνές είναι και οι επισκέψεις του τουρκικού στόλου. Το 1505 και το 1508 επιτίθεται στη Λέρο ο Κεμάλ Ρέις. Τη δεύτερη φορά διέθετε δύναμη 4.000 ανδρών για την πολιορκία. Χρησιμοποίησε στην έφοδο 26 σκάλες, 4 κανόνια και 4 μπομπάρδες. Η πολιορκία κράτησε τέσσερις μέρες, αλλά απέτυχε. Τον Ιανουάριο του 1523, η Λέρος, μετά την πολιορκία, παραδίνεται στους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν.

Οι Λέριοι, όπως όλοι οι Δωδεκανήσιοι, θα πάρουν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκοκρατία στη Λέρο θα κρατήσει μέχρι τις 13 Μαΐου 1912, οπότε αποβιβάστηκαν στο νησί τα ιταλικά στρατεύματα. Η τουρκική φρουρά δεν μπόρεσε να προβάλει καμία αντίσταση.

Παρά τα σχέδια των Ιταλών, η ελληνικότητα των κατοίκων της Λέρου και των Δωδεκανήσων γενικότερα παρέμεινε ακλόνητη. Δεν ήταν λίγοι οι νέοι που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. 

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά είναι ένα μικρό νησάκι άγονο και αλίμενο έκτασης 42 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικρό νησάκι, όμως, κατάφερε να αναδειχθεί σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά ήταν κατοικημένα από τους αρχαίους χρόνους. Εγκαταλείφθηκε όμως την βυζαντινή περίοδο. Τον 17ο αιώνα Έλληνες από την Εύβοια, την Θεσσαλομαγνησία, τη Δυτική Ήπειρο και αργότερα τη Χίο, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τουρκική καταπίεση και αναζητούσαν καλύτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν στα Ψαρά. Σύμφωνα με τον Νικόδημο, τον  ιστορικό του νησιού, ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στα Ψαρά ήταν ο Ανδρέας ο Καναλιεύς, από τα Κανάλια, χωριό του Πηλίου, το 1643 μαζί με την οικογένεια του και 17 οπλοφόρους. Στο νησί υπήρχαν Οθωμανοί κάτοικοι που πουλούσαν τα κτήματα τους στον ολοένα και αυξανόμενο ελληνικό πληθυσμό και έφευγαν.

Στην αρχή οι Ψαριανοί καλλιέργησαν τη γη, αλλά όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε γη παραγωγή δεν επαρκούσε και έτσι αναγκάστηκαν να στραφούν στη θάλασσα και στο εμπόριο. Κατασκεύασαν πλοιάρια (σακολέβες) και με κεφάλαια των Χιωτών και των Σμυρναίων ταξίδευαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλομαγνησία για να ανταλλάξουν τα δικά τους εμπορεύματα με άλλα πιο αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση τους.

Γύρω στα 1740 το νησί, σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Richard Pococke, είχε περίπου 1.000 κατοίκους και στα 1785, σύμφωνα με το νεαρό Άγγλο γιατρό και περιηγητή Julius Griffiths, είχε 1.500 κατοίκους περίπου και καλοχτισμένα σπίτια. Ο Γάλλος βοηθός του προξένου, Auguste de Jassaud, γράφει ότι το νησί ήταν πετρώδες, υπήρχαν αμπελώνες, ελαιώνες, πορτοκαλεώνες και κήποι που καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Υπήρχαν μοναστήρια εκκλησίες και στο νοτιοδυτικό τμήμα του 2.500 καλοχτισμένες και πολυόροφες κατοικίες, καταστήματα, καφενεία, μια πλούσια αγορά και ναυπηγεία, στα οποία είχαν κατασκευαστεί έως το 1802 περισσότερα από 150 πλοία. Οι Ψαριανοί για να προφυλαχθούν από πειρατικές επιδρομές έφτιαξαν ένα κάστρο, στο οποίο αποσύρονταν κάθε βράδυ με τα ζώα τους.

Εφαρμόζοντας δημοκρατική διοίκηση οι Ψαριανοί, έρχονταν κάθε χρόνο το Μάρτιο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και εξέλεγαν 40 άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία αναδείκνυαν τους νέους δημογέροντες. Στη συνέλευση οι παλαιοί δημογέροντες έδιναν στους νέους τις σφραγίδες της διοίκησης που ήταν δύο, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα και για να σφραγιστεί ένα έγγραφο έπρεπε να είναι παρόντες και οι τέσσερις δημογέροντες. Οι δημογέροντες ασκούσαν τη διοίκηση, εκτελούσαν τις αποφάσεις της συνέλευσης, εισέπρατταν τους φόρους και δίκαζαν κοινές υποθέσεις των πολιτών.

Με αυτό το δημογεροντικό σύστημα διοικήθηκε το νησί ως το 1815, οπότε για να αντιμετωπιστούν οι φατρίες έναν διοικητή που εκλεγόταν επίσης κάθε χρόνο. Ο διοικητής ασκούσε την εκτελεστική εξουσία πάντοτε με την έγκριση των δημογερόντων. Τότε χώρισαν και την σφραγίδα της Παναγίας σε πέντε κομμάτια και έδωσαν το κεντρικό στο διοικητή. Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε ως το 1821, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή των Ψαρών.

Εντυπωσιακό είναι ότι όλοι οι Ψαριανοί γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, που τους δίδασκαν οι ιερείς, ενώ τους νεαρούς ναύτες μάθαιναν γράμματα οι μεγαλύτεροι σύντροφοι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο στο νησί το σύστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μώρος και το 1806 με έξοδα του Ιωάννη Βαρβάκη χτίστηκε το σχολείο, το οποίο διατηρήθηκε ως την καταστροφή των Ψαρών.

Τα Ψαρά υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον καπουδάν πασά. Έναντι του προνομίου της αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν, ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν έναν αριθμό ναυτών στον οθωμανικό στόλο, 50 έως 100 εν καιρώ ειρήνης και 200 εν καιρώ πολέμου. Αργότερα έστελναν ετερόχθονες και στο τέλος μόνο τα χρήματα για τη συντήρηση ενός τέτοιου σώματος. Με την υποχρεωτική αυτή υπηρεσία οι Ψαριανοί μάθαιναν την τέχνη του πολέμου.

Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς του 1718 μεταξύ Βενετών και Τούρκων, που έφερε ειρήνη στο Αιγαίο, άρχισε να αναπτύσσεται η εμπορική ναυτιλία των Ψαρών και των άλλων νησιών, την οποία ενίσχυσε η Πύλη με τις πολλές διευκολύνσεις που παρείχε στους Έλληνες πλοιάρχους για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών κρατών.

Το νησάκι των Ψαρών εμφανίζεται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμη δύναμη στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1769-1774). Τον Ιούνιο του 1770 μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου στην Πελοπόννησο ο Αλέξιος Ορλόφ, ως αρχηγός του στόλου, έπλευσε προς το Αιγαίο και ξεσήκωσε πολλά νησιά. Οι Ψαριανοί αρχικά απέφευγαν να συμπράξουν με τους Ρώσους. Μετά τη ναυμαχία, όμως, του Τσεσμέ, όπου ο ρωσικός στόλος καταναυμάχησε τον οθωμανικό, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της μελλοντικής τους ελευθερίας και επαναστάτησαν.

Τότε μετέτρεψαν 25 σακολέβες, από τις 36 που διέθεταν, σε καταδρομικά και κατασκεύασαν και 46 μικρότερα πλοία, τις γαλιότες, που ήταν καταλληλότερα ως καταδρομικά.

Με τα πλοία τους άρχισαν τις καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας, της Συρίας, αλλά και σε ελληνικά νησιά, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774), με την οποία έληξε ο πρώτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση οι Ψαριανοί. Οι εισηγήσεις όμως, του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, στον καπουδάν πασά Χασάν μπέη, και κυρίως η κακή κατάσταση μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ του τουρκικού στόλου, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον τους, συνετέλεσαν ώστε οι Ψαριανοί να αμνηστευτούν και να μην υποστούν καμία συνέπεια. Επωφελήθηκαν μάλιστα από τα πλεονεκτήματα της συνθήκης του 1774 εξασφάλισε στην Ρωσία, η οποία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη ρωσική σημαία, που διευκόλυνε τα ταξίδια τους, προώθησαν το εμπόριο τους  μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1774 ήταν οι σακολέβες, ενώ τις γαλιότες -τα καταδρομικά- τις κατέστρεψαν για να μην εγείρουν τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι τους και να αποκαλούν τα Ψαρά «Κιουτσούκ Μάλτα», δηλαδή «Μικρή Μάλτα» και τους Ψαριανούς «χιρσίζ αντάμ» δηλαδή «κλέφτες».

Όταν ξέσπασε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος η Πύλη για να αποφύγει τη συμμετοχή των Ψαριανών απαίτησε από αυτούς να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στόλο τα δύο μεγάλα πλοία των Μαρκή Μηλαΐτη και των αδελφών Μαμούτη.

Δεν επαναστάτησαν οι Ψαριανοί, αλλά δεν έλειψαν από το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο Νικολής Αποστόλης, ο μετέπειτα ναύαρχος των Ψαρών. Μετά την ήττα του Κατσώνη κοντά στην Άνδρο από τον οθωμανικό στόλο, ενισχυμένο με αλγερινά πλοία, οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς «λαμπρινούς» -όπως λέγονταν οι οπαδοί του Κατσώνη- μεταξύ των οποίων και δέκα Ψαριανούς, που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απαγχονίστηκαν. Με τη συνθήκη του Ιασίου με την οποία έληξε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, διατηρήθηκαν τα προηγούμενα προνόμια των προηγούμενων συνθηκών.

Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ψαρών σημειώθηκε μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Η εξαφάνιση του βενετσιάνικου ναυτικού και η κάμψη του γαλλικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για να κυριαρχήσουν οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους τα Ψαρά συγκέντρωσαν τεράστια κέρδη μονοπωλώντας το εμπόριο των σιτηρών. Φόρτωναν σιτάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές στα λιμάνια της Δυτικής Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό που επέβαλλε ο αγγλικός στόλος.

Η συσσώρευση τόσης δύναμης και πλούτου στα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οφείλεται στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας στη ναυτιλία και στο ναυτεμπόριο. 

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη ναυπήγηση των πλοίων και τη διεξαγωγή του εμπορίου συνεταιρίζονταν κεφαλαιούχοι, ναυτικοί, ξυλουργοί, ξυλέμποροι, σχοινοποιοί, εργατοτεχνίτες και έμποροι τροφίμων. Μοιράζονταν έτσι το κόστος και τον κίνδυνο της ναυτιλίας, αλλά και τα τεράστια κέρδη που απέφερε το εμπόριο στη θάλασσα. Κύριοι παράγοντες των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν οι κεφαλαιούχοι-πλοιοκτήτες, που τότε ονομάζονταν νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες, και οι ναύτες, που αποκαλούνταν σύντροφοι, ή συντροφοναύτες. Τα κέρδη χωρίζονταν σε τρία μερίδια, ένα έπαιρνε το πλοίο, ένα το πλήρωμα και το τρίτο οι κεφαλαιούχοι. Κατά την ίδια αναλογία επιμερίζονταν οι ζημιές.

Μετά την επικράτηση της ειρήνης το 1815 το ψαριανό ναυτικό εμπόριο υπέστη κάμψη γιατί σταμάτησε η κερδοσκοπία, οι τιμές μειώθηκαν και το αγγλικό και γαλλικό εμπόριο ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο. Η οικονομική αυτή κρίση ίσως ένας από τους λόγους που επιτάχυναν την επανάσταση. Οι Ψαριανοί μετέτρεψαν τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και μπήκαν στον Αγώνα. 

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα (1798-1814)

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα είναι εκείνοι που ενώθηκαν με τις δυνάμεις του Γάλλου αυτοκράτορα κατά τη  διάρκεια της εκστρατείας και ενώ ήδη υπηρετούσαν του Μαμελούκους ηγεμόνες (που ήλεγχαν την Αίγυπτο σε ημιανεξάρτητο από την Τουρκία καθεστώς).

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα
Οι Έλληνες του Ναπολέοντα

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα είχαν αρχηγό τον Νικόλαο Τσεσμελή ή Παπάζογλου. Ο Παπάζογλου γεννήθηκε στο Τσεσμέ της Μικράς Ασίας στις 15 Αυγούστου 1758. Γόνος εύπορης οικογένειας, γιος ιερέα, απέκτησε γρήγορα καλή μόρφωση και βαθύ θρησκευτικό αίσθημα. Ο ανήσυχος χαρακτήρας του τον οδήγησε σύντομα στους δρόμους των μισθοφόρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του όπου υπήρχε πολεμική δράση.

Έλαβε μέρος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη σύμπραξη Τούρκων και Ελλήνων κατά των επιδρομέων Αλβανών στην Πελοπόννησο το 1779, ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο φαναριώτικο περιβάλλον , έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις των δυνάμεων της Τουρκίας κατά των Αυστριακών, μετέσχε των εμφυλίων ταραχών των Μαμελούκων, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως οπλαρχηγός Άραβα ηγεμόνα, για να καταλήξει στην Αίγυπτο στην υπηρεσία των Μαμελούκων ως αρχηγός του ναυτικού για επτά χρόνια, συσπειρώνοντας γύρω του περίπου 300 Έλληνες ναυτικούς. Το σώμα του αγωνίστηκε άξια στο πλευρό των Αιγυπτίων ηγεμόνων κατά του Βοναπάρτη, προκαλώντας συχνά τον απέραντο θαυμασμό του ίδιου.

Με την τελική ήττα και υποχώρηση των αιγυπτιακών δυνάμεων ο Ναπολέοντας τον προσκάλεσε να πολεμήσει υπό τη γαλλική σημαία. Πράγματι ο Παπάζογλου κατατάχθηκε στον γαλλικό στρατό στις 18 Αυγούστου 1798. Αρχικά, επιφορτίστηκε με το καθήκον να επανδρώσει με έμπειρους ναύτες τα πλοία που θα χρησίμευαν στην εξασφάλιση του ανεφοδιασμού του γαλλικού στρατού. Σύντομα έδειξε δείγματα υπακοής και ανδρείας στον Βοναπάρτη που διέταξε τη σύνταξη τριών ελληνικών λόχων, με 100 άνδρες έκαστος, υπεύθυνων για τη μεταφορά των ταχυδρομείων. Προβίβασε τον Παπάζογλου σε λοχαγό, δυόμισι μόλις μήνες μετά την κατάταξη στον γαλλικό στρατό, και του ανέθεσε τη διοίκηση του συγκροτηθέντος ελληνικού λόχου στο Κάιρο. Στο εξής η άνοδος του στα αξιώματα θα ήταν ραγδαία.

Ο Ναπολέοντας υποσχέθηκε αμνηστία και αμοιβές σε όσους Έλληνες ναυτικούς θα προσχωρούσαν στο γαλλικό στρατόπεδο. Σύντομα, λοιπόν, ο γαλλικός στρατός στρατολόγησε πολλούς Έλληνες, πεζούς και ναύτες, που πριν υπηρετούσαν στο στρατό των Μαμελούκων. Στα αρχεία του Γαλλικού υπουργείου στρατιωτικών, αλλά και στα απομνημονεύματα των Γάλλων στρατιωτικών γίνεται λόγος για το θάρρος και το ζήλο που επιδείκνυαν οι Έλληνες. Η διάκριση στις μάχες οδηγούσε κατ’ επανάληψη σε παρασημοφόρησή τους. Ο Παπάζογλου προβιβάστηκε σε ταγματάρχη στις 22 Ιουνίου 1799 και υπό την εποπτεία του συγκροτήθηκαν ακόμη δύο ελληνικοί λόχοι.

Η εκστρατεία στην Αίγυπτο είχε άδοξο τέλος για τους Γάλλους και σημαντικές απώλειες για τους Έλληνες. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1801 οι Γάλλοι συνθηκολόγησαν και αποχώρησαν. Το ελληνικό τάγμα συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Γαλλία για ακόμη 14 έτη, παρά τη σταδιακή φθίνουσα πορεία του. Η δύναμη των λόχων είχε ήδη περιοριστεί στους 400 άνδρες που ακολούθησαν τον Παπάζογλου στη Δύση, με αποτέλεσμα την έκδοση διατάγματος το 1802 που προχωρούσε στη συγχώνευση της ελληνικής με την κοπτική λεγεώνα. Το νέο αυτό σώμα είχε διοικητή τον Παπάζογλου και υποδιοικητή ένα Κόπτη συνταγματάρχη. Η στολή της ελληνικής λεγεώνας αρχικά ήταν εκείνη των αρματολών, κατά την περίοδο αυτή αντικαταστάθηκε από αυτή του γαλλικού ελαφρού πεζικού. Ο μισθός εξομοιώθηκε με εκείνον των γαλλικών συνταγμάτων.

Ωστόσο, η αδράνεια του σώματος και μετά την εκκένωση της Αιγύπτου από τα γαλλικά στρατεύματα, αλλά και το άχαρο καθήκον της φρούρησης των πόλεων της μεσημβρινής Γαλλίας, οδήγησαν πολλούς, διψώντες ίσως για νέες περιπέτειες, σε λιποταξία. Το 1806 ο αυτοκράτορας Ναπολέοντας διέταξε να μεταβούν οι ακροβολιστές στην Δαλματία όπου θα συμμετείχαν στις επιχειρήσεις των Γάλλων εναντίον των Ρώσων. Στη συνέχεια το στράτευμα έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του συνασπισμού Γάλλων και Αλή πασά για την κυριαρχία των Ιονίων Νήσων, εναντίον των Ρώσων, επιχειρήσεις στις οποίες ο Παπάζογλου κέρδισε και τη εύνοια του Αλή πασά.

Με τη δεύτερη γαλλική κατοχή των Ιονίων Νήσων και τη συνθήκη του Τιλσίτ το 1807, αλλά και την κατάληψη της Πάργας από τους Γάλλους το ίδιο έτος, ακολούθησε νέα αδράνεια για το γαλλικό στράτευμα κατά την περίοδο 1807-1809, οπότε καθήκον του απετέλεσε η φύλαξη θέσεων στη Δαλματία.

Το 1809 το σώμα υπηρέτησε στην Κέρκυρα και στην προάσπιση των Ιονίων Νήσων από τους Άγγλους. Με την πάροδο των ετών η συρρίκνωση του καθιστούσε προβληματική την ουσιαστική προσφορά του, ενώ διαδοχικές προσπάθειες ανανέωσης του κατά καιρούς δεν απέδωσαν. Τελικά, οι ακροβολιστές κατέληξαν σε μικρό τάγμα στην υπεράσπιση της Αγκόνας, γνωρίζοντας μια τελευταία αναλαμπή, ενώ από καιρό ήδη ο Παπάζογλου δεν βρισκόταν μαζί τους. Είχε ταχθεί στην υπεράσπιση της Πάργας, αυτή τη φορά από τα στρατεύματα του Αλή πασά και των Άγγλων.

Η Γαλλία έχοντας να αντιμετωπίσει την άνοδο των Άγγλων στο Ιόνιο ήδη από το 1809 αλλά και εξαντλημένη από την εξολόθρευση του γαλλικού στρατού στις ρωσικές στέπες το 1812 και με συνασπισμένες τις δυνάμεις Αγγλίας-Αυστρίας-Ρωσίας-Πρωσίας εναντίον της από το 1813, προσπαθούσε μάταια να κρατήσει τις κτήσεις της στο Ιόνιο. Ήταν μάλιστα τόση η θέρμη με την οποία αγωνίστηκε η γαλλική φρουρά με επικεφαλής τον Παπάζογλου που για την υπεράσπιση της Πάργας, που οι νικητές Άγγλοι της επέτρεψαν να μεταβεί ένοπλη, αν και αιχμάλωτη, στην Κέρκυρα, τελευταίο προπύργιο των Γάλλων στο Ιόνιο.

Με τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας το 1814 οι Γάλλοι αποσύρθηκαν και από την Κέρκυρα. Ο Παπάζογλου πήγε στη Μασσαλία όπου βρήκε το σώμα των ακροβολιστών σε διάλυση. Σύντομα την πτώση του Ναπολέοντα ακολούθησε η αποστράτευση των αξιωματικών που θεωρήθηκαν βοναπαρτικοί. Ανάμεσα τους και ο Παπάζογλου που με πενιχρή σύνταξη πέθανε το 1819 φτωχός και άρρωστος.

Τα κίνητρα των Ελλήνων που τάχθηκαν ένθερμα στις υπηρεσίες του Ναπολέοντα είναι δύσκολα ανιχνεύσιμα. Ίσως δεν επρόκειτο μόνο για μισθοφόρους που συσπειρώθηκαν γύρω από έναν άξιο αρχηγό και έμειναν πιστοί τόσα χρόνια γοητευμένοι από την προσωπικότητα του. Δεν είναι γνωστές οι πεποιθήσεις του Παπάζογλου για την απελευθέρωση του έθνους. Ο ίδιος ήταν φορέας της κλασικής παιδείας και πιθανότατα δεν έμεινε ασυγκίνητος στην αναβίωση των ιδεών της αρχαιότητας για ελευθερία και ισότητα μέσω της Γαλλικής Επανάστασης. Τόσο λοιπόν για εκείνον όσο και για τους Έλληνες που τον ακολούθησαν, ίσως ο Ναπολέοντας ήταν αυτός που θα οδηγούσε την Ελλάδα στην ελευθερία. Με την άφιξη του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο οι Έλληνες εκείνοι ενδεχομένως είδαν να πλησιάζει μια σύγκρουση με την Οθωμανική αυτοκρατορία γι’ αυτό και δεν δίστασαν να ταχθούν στην υπηρεσία των Γάλλων. Γι’ αυτό πάλι, ίσως, μετά το άδοξο τέλος της εκστρατείας στην Αίγυπτο, πολλοί ήταν εκείνοι που απογοητευμένοι δεν ακολούθησαν τους Γάλλους. Αλλά και όσοι πορεύθηκαν προς τη Γαλλία βρήκαν πιθανότατα εκεί τις προϋποθέσεις εκείνες της ελευθερίας και της ισότητας μέσα στις οποίες ενδυναμωνόταν η ελπίδα να αγωνιστούν.

Ανεξάρτητα από τα κίνητρα συμμετοχής στο σώμα, η θητεία Ελλήνων πολεμιστών στα γαλλικό στρατόπεδο, όπως εξάλλου και οι υπηρεσίες τους σε άλλες ξένες δυνάμεις, σήμαινε στρατιωτική εκπαίδευση, εμπειρία και απόκτηση γνώσεων που αξιοποιήθηκαν αργότερα στον Ελληνικό Αγώνα απελευθέρωσης, στον οποίο πολλοί πρωτοστάτησαν ως αξιωματικοί ή οπλαρχηγοί.

Έγριπος

Και το νησί της Εύβοιας και η μεγαλύτερη πόλη που ονομάζονται Έγριπος μια προφανής διαστρέβλωση του ονόματος Εύριπος, το οποίο οι Τούρκοι προφέρουν Γριμπός ή Εγριμπός.

Το σαντζάκι του Εγρίπου (Εύβοιας) περιελάμβανε τους καζάδες της Αθήνας, της Θήβας, της Λιβαδειάς, των Σαλώνων και της Αταλάντης, αλλά τα έσοδα από όλες αυτές τις περιοχές τα διαχειρίζονται βοεβόδες, οι οποίοι διορίζονται κάθε χρόνο από την Πύλη. Η δύναμη του πασά σε καιρό ειρήνης δεν ξεπερνά τα όρια του νησιού.

Έγριπος
Χαλκίδα

Αυτόν τον καιρό ο πασάς απουσιάζει και η διακυβέρνηση είναι στα χέρια του μουσελίμη. Τα έσοδα από την επαρχία ανέρχονται σε περίπου 400 γρόσια και προέρχονται από την πώληση της δεκάτης όλων των χωραφιών που δεν είναι φέουδα, ή από τα χωράφια του σπαχή που έχουν προσαρτηθεί στην επαρχία, καθώς επίσης και από τους δασμούς και το χαράτσι, από το φόρο στα σιτηρά και άλλα καταναλωτικά προϊόντα, και από τις δωροδοκίες για να επιτραπεί η απαγορευμένη εξαγωγή καλαμποκιού και βουτύρου. Η κύρια παραγωγή του νησιού είναι το κρασί. Μόνο από την Κύμη και τον Καστρεβαλά 20.000 βαρέλια των 54 οκάδων στέλνονται στη Σμύρνη και τη Μαύρη Θάλασσα, η μέση τιμή των οποίων στην περιοχή είναι 5 γρόσια το βαρέλι. Σιτάρι και λάδι εξάγονται μόνο όταν οι συνθήκες παραγωγής και ζήτησης είναι ευνοϊκές. Εξάγονται επίσης μικρές ποσότητες σαπούνι, βαμβάκι, μαλλί, πίσσα και νέφτι.

Ο Ρώσος πρέσβης αναγκάστηκε από τους ανωτέρους του να εγκαταλείψει την ευχάριστη διαμονή του στην Αθήνα και να έρθει σε αυτό το μίζερο μέρος, όχι εξαιτίας του εμπορίου, που είναι μικρό αλλά επειδή εδώ είναι η κατοικία του κυβερνήτη αυτού του μέρους της Ελλάδας, και με αυτόν τον τρόπο προστατεύει καλύτερα τα πολυάριθμα ελληνικά πλοία που τώρα πλέουν υπό ρωσική σημαία, ή εκείνα της Δημοκρατίας των Επτανήσων.

Για την προσωπική του προστασία θεώρησε απαραίτητο να πάρει στη δούλεψη του έναν γενίτσαρο με το όνομα Χασάν και επώνυμο Καραμπερέρ ή Μαύρο Πιπέρι, εξαιτίας της σκούρας επιδερμίδας του και της φήμης που απέκτησε εδώ στα νιάτα του, έχοντας σκοτώσει πολλούς συμπατριώτες του σε καυγάδες, για τους οποίους οι Τούρκοι της Χαλκίδας είναι ευρέως γνωστοί.

Τα καλύτερα χωράφια του νησιού βρίσκονται στα χέρια τριάντα τούρκικων οικογενειών που κατοικούν κυρίως στην Κάρυστο, στις Ροβιές, στους Ωρεούς, στον Καστρεβαλά και σε μερικά άλλα μικρότερα μέρη, και αποτελούν ολόκληρο τον τουρκικό πληθυσμό του νησιού. Οι χριστιανοί είναι πέντε φορές περισσότεροι, αλλά στην πόλη του Εγρίπου δεν αποτελούν ούτε το ένα τρίτο των κατοίκων. Πολλά σπίτια έξω από την πόλη είναι κατεστραμμένα και ακατοίκητα, ειδικά στη νότια πλευρά. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πανούκλα που χτύπησε τον πληθυσμό.

Η πόλη παίρνει νερό από πηγάδια, τα καλύτερα από τα οποία, που ήταν παλιάς τεχνοτροπίας, φράχτηκαν πριν μήνες από τη λάσπη που δημιούργησε μια δυνατή βροχόπτωση που διήρκεσε 48 ώρες. Η διάσημη Αρετούσα, που συγκλονίστηκε από σεισμούς τα προηγούμενα έτη, έχει εξαφανιστεί εντελώς.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαίας Χαλκίδας είναι κάποια κομμάτια άσπρου μαρμάρου στους τοίχους των τζαμιών και των σπιτιών, καθώς και το μπούστο κάποιου αγάλματος στον τοίχο ενός σπιτιού στο κάστρο. Το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου παραμένει στην πόρτα του κάστρου. Πολλά από τα καλύτερα σπίτια είναι βενετσιάνικης κατασκευής και υπάρχει και μία εκκλησία με υπερυψωμένο μυτερό τρούλο κα γοτθικά παράθυρα που προφανώς κτίστηκε από τους ίδιους ανθρώπους, καθώς το μέρος βρισκόταν υπό την κατοχή τους τρεις αιώνες πριν τους διαδεχθεί ο Μωάμεθ ο Β΄ το 1470.

Το πιο χαρακτηριστικό τουρκικό μνημείο είναι ένα τεράστιο κανόνι, όπως αυτό στα Δαρδανέλια, που υπερασπίζεται τη νότια πλευρά του κάστρου. Αυτό το κάστρο κατασκευάστηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων. Τετράγωνοι πύργοι ανεγέρθηκαν πριν από την εφεύρεση της πυρίτιδας και ενώθηκαν με βενετσιάνικους προμαχώνες αρχαίας κατασκευής και με τουρκικούς ασβεστωμένους τοίχους και πολεμίστρες. Υπάρχει μια ξερή τάφρος, που μπορούσε να πλημμυρίσει κατά βούληση, αλλά τώρα είναι γεμάτη σκουπίδια. Η πλευρά του κάστρου καταλαμβάνεται από το τουρκικό νεκροταφείο, πέρα από το οποίο είναι η χριστιανική πόλη περιτριγυρισμένη από τείχη σε αξιολύπητη κατάσταση, που κυκλώνουν το ακρωτήριο του κάστρου με μορφή μισοφέγγαρου, από κόλπο σε κόλπο.

Ο κόλπος στη βόρεια πλευρά του Εγρίπου ονομάζεται Άγιος Μηνάς, ενώ αυτός στη νότια πλευρά Βούρκο ή Βούλκο, όνομα που έχει άμεση σχέση με τη ρηχή και λασπώδη μορφή του. Αυτός ο κόλπος επικοινωνεί μέσω ενός στενού ανοίγματος με ένα μακρύ πορθμό με στροφές, που εκτείνεται περίπου 6χλμ. έως ότου συναντήσει ένα δεύτερο στενό άνοιγμα, όπου βρίσκεται ένας πύργος πάνω σε ένα χαμηλό σημείο της ευβοϊκής ακτής, στην πεδιάδα των Βασιλικών. Μόνο βάρκες μπορούν να προσεγγίσουν στη νότια πλευρά του Εγρίπου, πιο πέρα από τον πύργο. Από το Βορρά δεν υπάρχει δυσκολία προσέγγισης, καθώς ο κόλπος έχει βάθος 4 οργιές ή περισσότερο από 6μ. κοντά στα τείχη. Ούτε υπάρχει κίνδυνος στο αραξοβόλι, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ολόκληρος ο πορθμός, ανάμεσα στο νησί και την ενδοχώρα, μαστίζεται από άγρια μπουρίνια από τα βουνά. Ο Εύριπος για να ακριβολογούμε δεν είναι μεγαλύτερος από στενότερο κομμάτι του πορθμού ανάμεσα στους πρόποδες του βουνού Καραμπαμπά και τα δυτικά τείχη του κάστρου, χωρίζεται, σε σχέση με το πλάτος του, σε ανόμοια μέρη, από ένα μικρό τετράγωνο κάστρο χτισμένο πάνω σε ένα βράχο, το οποίο έχει στρογγυλό πύργο στη βορειοδυτική πλευρά του. Μια πέτρινη γέφυρα, μήκους 18-20μ., συνδέει τη βοιωτική ακτή με αυτό το κάστρο, στο οποίο εισέρχονται από κινητή γέφυρα κοντά στο βορειοανατολικό τμήμα. Μια άλλη ξύλινη γέφυρα, μήκους 100μ., η οποία μπορεί να σηκωθεί και από τις δύο πλευρές για να επιτρέπει το πέρασμα των πλοίων, συνδέει το μικρό κάστρο με την πύλη του μεγάλου κάστρου και βρίσκεται σε έναν πύργο που εξέχει από τα τείχη. Το εσωτερικό κανάλι λέγεται ότι πάντα είχε βάθος γύρω στα 3μ.. Κάτω από την πέτρινη γέφυρα το νερό είναι πολύ πιο ρηχό.

Οι άνθρωποι του Εγρίπου πιστεύουν ότι το μικρό κάστρο στο βράχο του Ευρίπου δεν υπήρχε τον καιρό των Βενετών αλλά χτίστηκε από τους Τούρκους αμέσως μετά την κατάκτηση. Ο Κορονέλι, ωστόσο, ένα χρόνο πριν την κατάκτηση της Αθήνας και την πολιορκία του Νεγροπόντε (Εύβοια) από τους Βενετούς, δηλώνει ότι για την είσοδο του από τη Βοιωτία πρώτα διέσχισε μια πέτρινη γέφυρα με 5 καμάρες, με μήκος περίπου 30 βήματα, μετά πέρασε στη βάση του βενετσιάνικου πύργου πάνω από την πόρτα του οποίου βρισκόταν ακόμη το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου (αν και οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μέρος για 200 χρόνια), και μπήκε στην πόλη πάνω από μια ξύλινη κινητή γέφυρα. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αρκετές για να εξηγήσουν ότι ο κυκλικός πύργος είναι βενετσιάνικος, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι του έργου είναι τουρκικό. Ο δρόμος επικοινωνίας της πέτρινης γέφυρας με το τμήμα πάνω από το εσωτερικό κανάλι τώρα περνάει μέσα από τη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου, ενώ ο κυκλικός πύργος παραμένει στα δεξιά, πράγμα που συμφωνεί με τον Κορονέλι.   

William Martin Leake

Πλαταιές και Θήβα

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από τη Λιβαδειά με σκοπό να φτάσουμε στις Πλαταιές. Σύντομα φτάσαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα, που έχει σύνορο την κορυφογραμμή του βουνού Λιμπέθριο (Χλωμός). Καθώς συνεχίσαμε, είδαμε τον Ορχομενό στην πλευρά της πεδιάδας και μετά τη λίμνη Κωπαΐδα που φαινόταν να έχει συρρικνωθεί αρκετά. Είδαμε επίσης και λίγο την κορυφογραμμή του βουνού Ελικώνα. Αρκετές ώρες μετά φτάσαμε στην πόλη της Παραπουγκιάς, που λέγεται ότι είναι τα Λεύκτρα. Προχωρώντας περίπου ένα μίλι ανακαλύψαμε ερείπια που δείχνουν καθαρά ότι εδώ θα πρέπει να ήταν μια αρχαία πόλη που δεν μπορεί να είναι άλλη από τα Λεύκτρα, όπου νίκησε ο Επαμεινώνδας τους Σπαρτιάτες. Βρίσκεται σε μια μικρή πεδιάδα και πάνω από τα ερείπια της πόλης είναι τα χωράφια με το σιτάρι. Δεν αξίζει να προσέξεις κανένα από τα ερείπια. Γι’ αυτό συνεχίσαμε για τις Πλαταιές.

Πλαταιές και Θήβα
Γκραβούρα που απεικονίζει τον Παυσανία

Στις Πλαταιές σταματήσαμε για να εξετάσουμε τα ερείπια της διάσημης πόλης που είναι χτισμένη σε έναν λοφίσκο στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Το σύγχρονο χωριό ονομάζεται Κόχλα. Το ύψωμα, που ήταν η ακρόπολη, είναι ένα επιβλητικό μέρος και ξεχωρίζει από κάποια ερείπια. Παραμένουν ακόμη ίχνη από τα τείχη της πόλης. Κοντά την Ακρόπολη βρίσκεται ένα ογκώδες ερείπιο, που έχει τη μορφή μεγάλου τείχους φτιαγμένου από τεράστιες πέτρες και δύο εξοχές. Αυτό πρέπει να ήταν είτε ένα μέρος του τείχους, είτε, το πιθανότερο, μέρος μιας ταβέρνας που προοριζόταν γι’ αυτούς που έρχονταν για επίσκεψη και θυσία. Κοντά στην ακρόπολη, και μέσα την πεδιάδα, υπάρχει μια ωραία πηγή που αναφέρεται και από τον Παυσανία και γύρω από αυτήν τεράστια ερείπια κτιρίων. Στην γύρω περιοχή υπάρχουν κάποιες σαρκοφάγοι. Αυτά είναι όσα μπορέσαμε να δούμε από αυτό το φημισμένο μέρος, στο οποίο, ηττήθηκε ο περσικός στρατός του Μαρδόνιου.

Η πεδιάδα που ανήκει στην πόλη είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά προς το παρόν δεν καλλιεργείται ιδιαίτερα. Όλη η Βοιωτία είναι μια πραγματικά γοητευτική περιοχή. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο όμορφη ποικιλία λόφων και πεδιάδων και ταυτόχρονα τόσο πλούσιο έδαφος.

Από τις Πλαταιές συνεχίσαμε για τη Θήβα. Μόλις φτάσαμε στην πόλη, πρώτα περιμέναμε τον πασά, που είχε έρθει από τη Λιβαδειά. Έμεινε τρεις μέρες και παρά τις διαμαρτυρίες έβαλε φόρους 12.000 γρόσια. Η Θήβα είναι μια πόλη 1.500 ή 2.000 ψυχών, οπότε ο φόρος αυτός ήταν πολύ βαρύς. Ο βλοσυρός πασάς μας δέχτηκε με ευγένεια και διέταξε να πάρουμε τα άλογα μας χωρίς καθυστέρηση. Είναι πολύ ωραίος άνδρας παρά την καστανή μακρά γενειάδα του. Τον βρήκαμε να καπνίζει ένα μεγάλο ναργιλέ, περιτριγυρισμένο από Τούρκους στους οποίους θα έπρεπε να δώσουμε ένα δώρο, αλλά το ξεχάσαμε. Ο πασάς μας οδήγησε στον κυβερνήτη, που μας βρήκε σπίτι να κοιμηθούμε.

Η Θήβα τώρα ονομάζεται τα Θήβα, ή συνήθως στη Βοιωτία τα Φήβα, από την εύκολη αντικατάσταση του Θ με το Φ, που συνέβαινε στη αρχαιότητα. Οι Τούρκοι τη λένε Στήφα, Η πόλη βρίσκεται σε ένα λόφο πάνω σε ένα λόφο και οριοθετείται περιμετρικά με τους γειτονικούς λόφους, που υψώνονται περίπου 50 μέτρα πάνω από τη πεδιάδα, και βρίσκεται 3χλμ βόρεια από το ψηλότερο σημείο της οροσειράς. Οροθετείται προς τα ανατολικά και δυτικά από τα φαράγγια δύο μικρών ποταμών, και περιζώνεται από ένα κατεστραμμένο τείχος που αποτελείται από υλικά διαφόρων εποχών, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε σε διάφορα σημεία ρωμαϊκά πλακόστρωτα και μεγάλα τετράγωνα κομμάτια ελληνικού ρυθμού. Σε ένα χαμηλό ύψωμα στο βόρειο άκρο υπήρχε ένας πύργος, ο οποίος μαζί με ένα άλλο πύργο με ακρινή πύλη στην βορειοανατολική πλευρά έχουν πιο στιβαρή κατασκευή από το κατεστραμμένο τείχος, και αποτελούνται κυρίως από αρχαία υλικά.

Η Θήβα έχει 750 οικογένειες, από τις οποίες οι 250 είναι τουρκικές. Οι δρόμοι είναι στενοί και τα σπίτια βρίσκονται το ένα πλάι στο άλλο. με λίγους κήπους. Προς τα νότια, ανάμεσα στην πόλη και την οροσειρά, υπήρχε ένα χώρος όπου παλαιότερα βρισκόταν η Κάτω Θήβα, που διασχίζεται από ένα ποτάμι πάνω σε καμάρες, το οποίο ακόμη και σήμερα μεταφέρει νερό στην πόλη από το δυτικό ποτάμι. Η περιοχή έχει 64 χωριά, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρά.

Στη Θήβα όπως και στις άλλες πόλεις της Ελλάδας, που συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί που ήταν και οι αντίστοιχες αρχαίες πόλεις, οι αρχαιότητες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από κομμάτια αρχιτεκτονικής και γλυπτικής ή από μάρμαρα με επιγραφές, διάσπαρτα ανάμεσα στα σπίτια, στα τζαμιά, στα λουτρά και τις βρύσες, στα τείχη, στις σκάλες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Ούτε ένα κτίριο δεν μπορεί να βρεθεί, αν και είναι πολύ πιθανόν κάποια απομεινάρια πρέπει να είναι ανακατεμένα με τις σύγχρονες κατασκευές ή θαμμένα κάτω από αυτές. Στην πλευρά της Κάτω Θήβας και προς τα νότια της πόλης, όπου η πρόσβαση είναι ευκολότερη, μπορεί να βρίσκονται ακόμη ερείπια κάτω από το έδαφος.

Η Θήβα, η πόλη του Πίνδαρου και η έδρα του πολέμου και της ελευθερίας, έχει ξεχάσει το όνομα του ποιητή και το πνεύμα των ηρώων της. Είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει αντίτυπο των έργων του στη Θήβα και μπορούμε όλοι εύκολα να δούμε ότι οι Θηβαίοι είναι βουλιαγμένοι στην σκλαβιά. Αφού τα είδαμε όλα, αφήσαμε τη Θήβα.

Nicholas Biddle

Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Αχαρνής

Οι Αχαρνής, κωμωδία του Αριστοφάνη, έχουν πρωταγωνιστή τον Δικαιόπολι. Ο Δικαιόπολις απελπισμένος από τις κακουχίες και τις στερήσεις του πολέμου, εν προκειμένω του Πελοποννησιακού, αποφασίζει να υπογράψει μόνος του ειρήνη με τους Σπαρτιάτες. Στην αρχή παρουσιάζεται να διεκτραγωδεί τα δεινά του πολέμου. Στη συνέχεια ενώ περιμένει τον απεσταλμένο του από τη Σπάρτη παρακολουθεί μια συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου έρχονται σε συζήτηση τα πιο άσχετα θέματα και ανεβαίνουν στο βήμα οι πιο αλλοπρόσαλλοι ομιλητές. Επιτέλους αναγγέλλεται η αποδοχή της ειρήνης, που πρότεινε στους Λακεδαιμόνιους και ο Δικαιόπολις ετοιμάζεται να γιορτάσει το μεγάλο γεγονός.

Τη στιγμή όμως εκείνη ορμά επιθετικός ο χορός από Αχαρνιώτες καρβουνιάρηδες που έχουν όφελος από τη συνέχιση του πολέμου. Γιαν κερδίσει τη συμπάθεια τους ο Δικαιόπολις δανείζεται τα κουρέλια ενός ήρωα του Ευριπίδη. Οι μισοί πείθονται, ενώ οι άλλοι μισοί ζητούν την βοήθεια του στρατηγού Λάμαχου, που ετοιμάζεται για τη μάχη. Ο Δικαιόπολις έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις διαφόρων ατόμων απέναντι στην ειρήνη του: ενός κακόμοιρου Μεγαρίτη, που έρχεται να πουλήσει τις κόρες του για γουρουνόπουλα, ενός συκοφάντη καιροσκόπου, που γυρεύει να επωφεληθεί από την καινούργια κατάσταση, ενός Βοιωτού, που θέλει να συνεχίσει να εμπορεύεται «εν ειρήνη» όπως και «εν πολέμω» και τώρα φέρνει εκλεκτά εδέσματα για τον εορτασμό της ειρήνης. Το έργο κλείνει με έναν ευρηματικό αντιθετικό διάλογο ανάμεσα στον Λάμαχο, που γυρίζει πληγωμένος από τη μάχη, και στον Δικαιόπολι, που εμφανίζεται αγκαλιασμένος με δύο όμορφες εταίρες.

Αχαρνής

Αχαρνής

……………………………………………………………………………………

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Αχ, πόση ο έρημος σκορδαλιά έχω χάσει. Μα να ο Αμφίθεος γυρίζει από τη Σπάρτη. Χαίρε, Αμφίθεε!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Μένα μου λές! Στάσου ν’ ανασάνω απ’ την τρεχάλα πρώτα. Οι Αχαρνιώτες με κυνηγούν και τρέχω να ξεφύγω.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Και τι συμβαίνει;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Εγώ, βαστώντας τη συνθήκη ειρήνης για σένα ερχόμουνα γοργά, αλλά κάποιοι γέροντες Αχαρνής με μυριστήκαν, ξερακιανοί, σκληροί σαν το πουρνάρι, σαν ξύλο από σφεντάμι, κοτσωνάτοι, πολεμιστές παλιοί του Μαραθώνα. Μου βάλαν τις φωνές: «Άτιμε, φέρνεις συνθήκη ειρήνης τώρα που έχουμε κόψει τα αμπέλια μας;». Και γέμισαν με πέτρες τους κόρφους τους, εγώ όπου φύγει φύγει, κι αυτοί με πήραν καταπόδι με φωνάρες.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε πα να σκούζουν; Έχεις τη συνθήκη;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Αμέ, τριών λογιών σου φέρνω. Τούτη είναι πεντάχρονη, δοκίμασε την.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πουφ!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Πώς είναι;

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε μου αρέσει αυτή, βρωμοκοπάει, κατράμι, καραβιών ετοιμασίες.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Δοκίμασε απ’ αυτήν. Δεκάχρονη είναι.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Τούτη βρωμάει ξινίλες, συζητήσεις με συμμάχους, πρεσβείες και χασομέρι.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Για δες αυτή, τριάντα χρόνια ειρήνη σου υπόσχεται, στεριάς και του πελάγου.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ωχ! Διονύσια, αυτή αμβροσία και νέκταρ μοσχομυρίζει, άμα την πιεις, δεν λέει «κάνε προμήθεια για τρεις ημέρες», παρά σου κράζει «άντε όπου γουστάρεις». Λοιπόν, αυτή διαλέγω, συμφωνώ, την πίνω, κι ας πάνε να βουρλιστούν οι Αχαρνιώτες. Απ’ του πολέμου εγώ λευτερωμένος τα βάσανα, θα πάω να γιορτάσω τα αγροτικά Διονύσια στα χωράφια.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Φεύγω κι εγώ, μη μ’ έβρουν οι Αχαρνιώτες.

…………………………………………………………………………………….

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης (452π.Χ.-388π.Χ.)

Ο Αριστοφάνης, ο κωμικός αυτός ποιητής, γεννήθηκε το 452 ή 455π.Χ. στα πιο λαμπρά και πιο ειρηνικά χρόνια της Αθήνας, τον καιρό του Περικλή. Η επαφή του αφ’ ενός με τον Όμηρο, τον Ησίοδο, την χορική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση και αφ’ ετέρου η παρατήρηση των σύγχρονων κοινωνικών δρώμενων και της ζωής των απλών Αθηναίων σφράγισαν την προσωπικότητα του και την ποιητική του φυσιογνωμία. Στα έργα του παρελαύνουν σημαντικοί άνδρες Αθηναίοι, όπως ο Ευριπίδης, ο Σωκράτης, ο Κλέων. Επίσης αποτυπώνονται γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το κλεινόν άστυ.

Ο Αριστοφάνης
Ο Αριστοφάνης

Φαίνεται ότι ανήκε στην τάξη των μικροκτηματιών και μικροτεχνιτών, και ένιωσε αμεσότερα από οποιονδήποτε άλλον την φθορά που προξένησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Απέδιδε τις συμφορές που είχαν βρει την Αθήνα στους πολεμοκάπηλους ιθύνοντες του κράτους, που άλλο δεν τους ενδιέφερε από το να μείνουν στην εξουσία ακόμα και σε βάρος της ειρήνης και της ευημερίας του κράτους. Οι απλοί όμως άνθρωποι ανησυχούσαν ιδιαίτερα για την ηθική παρακμή της εποχής τους, την οποία απέδιδαν στις ανατρεπτικές ιδέες των φιλοσόφων. Νοσταλγούσαν τα παλαιότερα χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν πιο σταθερά και οι άνθρωποι έδειχναν σεβασμό στις ηθικές αξίες. Επιφανειακά δέχονταν την δημοκρατία, κατά βάθος όμως την απέρριπταν, εφόσον ήταν αδύνατον να ανεχθούν τις σύμφυτες αδυναμίες της. Θα προτιμούσαν την επιστροφή στην εποχή των μαραθωνομάχων, όταν τόσο η διακυβέρνηση του κράτους, όσο και η νοοτροπία των ανθρώπων διέπονταν από αναμφισβήτητους ηθικούς νόμους.

Ο Αριστοφάνης εμφανίζεται στα έργα του ως άνθρωπος συντηρητικών αντιλήψεων, ένθερμος και ειλικρινής θιασώτης της ειρήνης. Η εξαιρετική ευρηματική του σάτιρα στρέφεται εναντίον όλων εκείνων που επιχειρούν να αλλοιώσουν την εικόνα ενός ήρεμου κόσμου, όπως τον ονειρευόταν ο μέσος Αθηναίος πολίτης. Καυτηριάζει και σατιρίζει τους στρατιωτικούς, π.χ. το Λάμαχο, που άλλο δεν επιζητούν παρά τον πόλεμο, του τολμηρούς πολιτικούς, π.χ. τον Κλέωνα, που παρασύρουν τους πολλούς σε επικίνδυνα μονοπάτια, τους σοφιστές, αντιπρόσωπο των οποίων θεωρεί των Σωκράτη, που δίδασκαν μεθόδους πειθούς, κα όχι τρόπους αναζήτησης της αλήθειας, τους δραματουργούς, π.χ. τον Ευριπίδη που έριχναν άπλετο φως σε άγνωστες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής και κλόνιζαν καθιερωμένες αξίες.

Εναντίον όλων αυτών υψώνει το ανάστημα του ο αριστοφανικός απλός Αθηναίος, ένας μικροαστός, που παλεύει να προβάλει, με όσες δυνάμεις διαθέτει, τα δικά του αιτήματα. Όταν δεν καταφέρνει να πείσει, τότε καταφεύγει στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν, όπως εκείνος θέλει.

Ο Αριστοφάνης πέθανε το 388π.Χ. λίγο μετά την παράσταση της κωμωδίας του Πλούτος.

Ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψε συνολικά 44 κωμωδίες, από τις οποίες σώζονται ακέραιες οι εξής 11: Αχαρνής, Ιππής, Νεφάλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσαι, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι και Πλούτος.

Η Πάτμος (1300π.Χ.-…)

Η Πάτμος είναι γνωστή για το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην κορυφή του λόφου. Γύρω και κάτω από το μοναστήρι απλώνεται ο παραδοσιακός οικισμός της Χώρας. Θυμίζει τόπο άλλης εποχή καθώς τα γραφικά δρομάκια και τα σπίτια εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της άμυνας ενάντια σε κάθε εισβολή, ενώ εκκλησίες με ηλικία ως και πέντε αιώνες αλλά και μοναστήρια δημιουργούν εικόνα βυζαντινού περιβάλλοντος. Στην κατηφοριά το σπήλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πραγματική αποκάλυψη για τον επισκέπτη, συμπληρώνει την ατμόσφαιρα της μυσταγωγίας.

Η Πάτμος
Η Πάτμος

Από την Πάτμο και στην Πάτμο

Ο Όμηρος αναφέρει ότι και άνδρες από την Πάτμο συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως και οι Λέριοι, ακολούθησαν τους Κώες στην Τροία. Το νησί έχει συνδεθεί με τους μύθους που αναφέρονται στα συμβάντα μετά την άλωση της Τροίας και την επιστροφή των ηγετών της εκστρατείας στις εστίες τους.

Απαλλαγμένοι από τον Αγαμέμνονα, που δολοφόνησαν στο λουτρό του, ο σφετεριστής του θρόνου του Άργους, Αίγισθος, και η χήρα του βασιλιά, Κλυταιμήστρα, μπορούσαν πια να χαρούν και το βασίλειο και τον έρωτά τους. Για επτά χρόνια κανένας δεν τους ενόχλησε, στα οκτώ επέστρεψε ο Ορέστης. Είχε φυγαδευτεί στη Φωκίδα, δεκάχρονο παιδί τότε, όταν δολοφόνησαν τον πατέρα του, Αγαμέμνονα. Σκότωσε τον Αίγισθο και τη μητέρα του Κλυταιμήστρα.

Οι τραγικοί ποιητές περιγράφουν με περίσσιο πάθος τα δεινά του, ώσπου να καθαριστεί από το διπλό φονικό και να πάρει το θρόνο του βασιλείου. Κυνηγημένος από τις Ερινύες, βρέθηκε στην Πάτμο. Το «βεβαιώνει» και μια επιγραφή, που σώζεται ως σήμερα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Όταν τα νησιά πέρασαν στη ρωμαϊκή κατοχή, τίμησαν την παράδοση. Κάθε ανεπιθύμητο τον έστελναν στην Πάτμο ή στη Λέρο. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονταν και πολλοί χριστιανοί, που έτσι γλύτωσαν τα βασανιστήρια και την σταύρωση. Ο αυτοκράτορας Τίτος Φλάβιος Δομιτιανός (51-96μ.Χ.) διαδέχθηκε τον αδελφό του Τίτο το 86μ.Χ. Κατεδίωξε τους Χριστιανούς και κυβέρνησε με σκληρότητα. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης, δίδασκε στην περιοχή της μικρασιατικής Εφέσου. Ήταν ένα από τους Δώδεκα Αποστόλους, αγαπημένος μαθητής του Ιησού. Στα 91μ.Χ. οι άνθρωποι του Δομιτιανού τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Πάτμο.

Η Δομιτία Λογγίνα είχε χωρίσει τον πρώτο της άνδρα για να παντρευτεί τον αυτοκράτορα, απέκτησε εραστή κάποιον χορευτή και διώχθηκε από την αυλή. Ανακλήθηκε με απαίτηση του λαού, γιατί η Λογγίνα ήταν δημοφιλής λόγω των αγαθοεργιών της. Η Λογγίνα οργάνωσε συνωμοσία που κατέληξε στη δολοφονία του αυτοκράτορα. Ο Ιωάννης αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Έφεσο όπου συνέχισε τη διδασκαλία του. Πέθανε εκεί γύρω στο 100μ.Χ. Στο διάστημα της εξορίας του, κλεισμένος στο βαθύ σκοτεινό σπήλαιο της Πάτμου, που φέρει το όνομά του, έγραψε την «Αποκάλυψη». Τα επόμενα χρόνια η Πάτμος ερήμωσε.

Η Πάτμος, πνευματικό κέντρο του ελληνισμού

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου χτίστηκε πάνω τσο λόφο με τις προδιαγραφές κάστρου. Ο ναός της Άρτεμης που βρισκόταν στην ίδια θέση, ξηλώθηκε και τα μάρμαρα του χρησιμοποιήθηκαν στο χτίσιμο του μοναστηριού που έχει ισχυρές οχυρώσεις και επάλξεις για την άμυνα εναντίον του όποιου εχθρού.

Με τον καιρό εξελίχθηκε σε σπουδαίο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού και έγινε έδρα πατριαρχικού έξαρχου με τον ηγούμενο να αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη.

Η βιβλιοθήκη της Μονής έφτασε να γίνει ξακουστή για το περιεχόμενο της. Ανάμεσα στα άλλα υπάρχουν εκεί και τα 33 φύλλα του «πορφυρού κώδικα» με αποσπάσματα του 6ου αιώνα από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 247 φύλλα από το βιβλίο του Ιώβ του 8ου αιώνα, καθώς και το κτητορικό έγγραφο του 1088.

Το μοναστήρι απέκτησε εξαιρετικά προνόμια με αυτοδιοίκηση που ούτε οι Βενετοί ούτε οι Τούρκοι κατήργησαν. Περιορίστηκαν μόνο να εισπράττουν χαράτσι.

Στα 1669 ο Κωνσταντινουπολίτης ομογενής Μανωλάκης Καστοριανός έφτασε στην Πάτμο και ίδρυσε την Πατμιάδα Σχολή, στο χώρο του Σπηλαίου του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στα 1713, η Σχολή είχε αναδειχθεί σε μεγάλο πνευματικό κέντρο. Στα 1799, μεταρρυθμίστηκε σε Κοινή του Γένους Σχολή. Λειτούργησε ως τα 1912, όταν το νησί πέρασε στους Ιταλούς. Σήμερα, είναι Εκκλησιαστική Σχολή.

Τον 11ο αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κλυδωνιζόταν από εξεγέρσεις, στάσεις και εισβολές. Αυτοκράτορες της μιας χρήσης άλλαζαν κάθε χρόνο, ή και κάθε μήνα. Στα 1081, η αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών κατέλαβε την εξουσία με τον Αλέξιος Α’ να παγιώνει τη θέση του ως αυτοκράτορας και να σταθεροποιεί το κράτος. Ήταν χρόνια σκοτεινού Μεσαίωνα. Ο μοναχός Χριστόδουλος Λατρινός έπεισε το αυτοκράτορα ότι στον τόπο εξορίας του Ιωάννη στην Πάτμο έπρεπε να χτιστεί μοναστήρι προς τιμήν του. Στα 1088 ο Αλέξιος εξέδωσε Χρυσόβουλο να ιδρύσει το μοναστήρι. Εκείνη την εποχή η Λέρος ανήκε στην κτηματική περιουσία της Άννας Δούκαινας. Χάρισε το νησί στο μοναστήρι ως πηγή πόρων.

Ο Ρήγας Βελεστινλής (1755-1798)

Στα χρόνια της βαριάς σκλαβιάς, όταν η Θεσσαλία στέναζε από τον τουρκικό ζυγό, γεννήθηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, στο Βελεστίνο Μαγνησίας, όπου ήταν η αρχαία πόλη Φεραί, εκ της οποίας ο Ρήγας απέκτησε το προσωνύμιο Φεραίος. Ο ίδιος ο Ρήγας πάντοτε ανέγραφε «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός» στα βιβλία κα τα έργα του κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής του, που ως προσωνύμιο χρησιμοποιούσαν τον τόπο καταγωγής τους.

Ο Ρήγας Βελεστινλής
Ο Ρήγας Βελεστινλής σε πίνακα του Θεόφιλου

Ο Ρήγας σπούδασε στα σχολεία της Ζαγοράς, όπου μελετούσε και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Δεκαοκτώ χρονών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθαίνει ξένες γλώσσες και αρχίζει να μεταφράζει το πρώτο του βιβλίο. Πάλι φεύγει και εγκαθίσταται στις Παρίστριες Ηγεμονίες, που γειτνίαζαν με την Ευρώπη και είχαν κάποια ελευθερία. Στο Βουκουρέστι αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα και έρχεται σε επαφή με τον Δημήτριο Καταρτζή. Γίνεται γραμματικός ηγεμόνων και συμμετέχει στα κοινά της περιοχής του. Εκλέγεται εκπρόσωπος της γειτονιάς του σε μια περίπτωση διάνοιξης του δρόμου και σε μια επιδημία πανώλους τού ανατίθεται ο έλεγχος των σπιτιών για τη διαπίστωση αρρώστων. Ο Ρήγας το 1790 μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Βιέννη, ως γραμματικός και διερμηνέας ενός τοπάρχου, που θα τιμούνταν από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης του Ρήγα και τη σύλληψη του συγκεκριμένου επαναστατικού σχεδίου του θα πρέπει να διαδραμάτισαν, εκτός από τις μελέτες του, και σημαντικά γεγονότα της εποχής του: τα Ορλωφικά, όπως αποκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εξέγερση των παρακινηθέντων ραγιάδων από τους απεσταλμένους της τσαρίνας Αικατερίνης, Ορλόφ, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τους εξεργεμένους Έλληνες στα χέρια των κατακτητών. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση κα ο πόλεμος των «Τριών Ιμπερίων» και οι συνθήκες που ακολούθησαν (Σιστόβ και Ιασίου) μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Πύλης αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές διέψευσαν τις ελπίδες των σκλαβωμένων, πως τάχα τα χριστιανικά κράτη θα απελευθέρωναν  τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκανικούς λαούς από τον οθωμανικό δεσποτισμό και την τυραννία.

Ο Ρήγας Βελεστινλής είχε πάρει διαβατήριο από τις αυστριακές αρχές για να μεταβεί στην Ελλάδα, αλλά, όταν έφτασε στην Τεργέστη τελευταία πόλη της επικράτειας της Αυστρίας συλλαμβάνεται, έπειτα από προδοσία ενός Έλληνα εμπόρου.  Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί την επαναστατική κίνηση του Ρήγα, γι’ αυτό και αναστατώθηκε μιας και ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωση της. Ανακρίνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται επί έξι μήνες και τελικά μεταφέρεται σιδεροδέσμιος στο Βελιγράδι, όπου παραδίδεται στους Τούρκους, οι οποίοι τον θανατώνουν με τους άλλους επτά συντρόφους του στον πύργο Ντεμπόιζα, τον Ιούνιο του 1798.

Για την απελευθέρωση της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών λαών από την οθωμανική τυραννία, ο Ρήγας ως πραγματικός ηγέτης φρόντισε για την προετοιμασία της επανάστασης και την εφαρμογή της. Έδωσε σημασία πρώτα στην ανύψωση του ηθικού των σκλαβωμένων και στη δημιουργία επαναστατικής διάθεσης για να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατά την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου χρησιμοποίησε τα δύο σημαντικά μέσα επικοινωνίας, τον ήχο και την εικόνα. Σε μια εποχή που όλοι ανυμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο Ρήγας δεν έγραψε ούτε έναν στίχο γι’ αυτόν, δεν τον ύμνησε. Εξέδωσε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τους τέσσερις στρατηγούς του και τέσσερις παραστάσεις με τα κατορθώματά του. Το πρόσφερε στους σκλαβωμένους ως πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Με το τραγούδι, με τον επαναστατικό παιάνα «Θούριο», προσπαθεί να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους και να τους ωθήσει στη μεγάλη απόφαση, την επανάσταση.

Ο Ρήγας κατά την προετοιμασία του επαναστατικού του σχεδίου σκέφτηκε πως είναι απαραίτητη η εκπαίδευση των σκλαβωμένων στην πολεμική τέχνη και σύμφωνα με τις ισχύουσες απόψεις της εποχής του, για να είναι σε θέση να αντιπαραταχθούν στο στρατό του σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό μεταφράζει το «Στρατιωτικόν Εγκόλπιον» ενός Γερμανού στρατηγού.

Την έναρξη της επανάστασης τη σχεδίαζε να γίνει από την περιοχή που βρίσκονταν οι εμπειροπόλεμοι πληθυσμοί της Μάνης και της Ηπείρου. Στη συνέχεια η επανάσταση θα επεκτεινόταν στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας και στις άλλες βαλκανικές περιοχές.

Ο Ρήγας στήριζε την επανάσταση του στις ντόπιες, γηγενείς δυνάμεις των σκλαβωμένων. Δεν υπάρχει στα έργα του έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις Ανατολής και Δύσης για βοήθεια στην επανάσταση του. Πίστευε ότι οι ξένες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και μόνο.

Με την επικράτηση της επανάστασης του, στη θέση του οθωμανικού δεσποτισμού θα δημιουργούσε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του, τη νέα τάξη πραγμάτων στο βαλκανικό χώρο, με την εφαρμογή του Δημοκρατικού Καταστατικού Συντάγματος και των Δικαίων του Ανθρώπου. Στήριζε τη νέα πολιτική κατάσταση στη δημοκρατία και όχι στην κληρονομική εξουσία. Πρότυπα του ήταν η Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών και η Γαλλική Επανάσταση.