Ο Πειραιάς ανά τους αιώνες

Ο Πειραιάς είναι σημαντικό βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο της χώρας μας, αποτελώντας το μεγαλύτερο σε επιβατική κίνηση λιμένα της Ευρώπης, συνδέοντας ακτοπλοϊκά την πρωτεύουσα με τα νησιά του Αιγαίου και αποτελώντας ένα σημαντικό προορισμό για κρουαζιερόπλοια εντός της Μεσογείου.

Ο Πειραιάς ανά τους αιώνες
Αναπαράσταση νεωσοίκων από το Ναυτικό Μουσείο Πειραιά

Η αρχή του Πειραιά

Η χερσόνησος της Πειραϊκής που σήμερα σχηματίζει τον φυσικό προστατευτικό ανατολικό βραχίονα του λιμανιού του Πειραιά, κάποτε ήταν νησί.

Οι προσχώσεις του Κηφισού στην αρχή δημιούργησαν μια ελώδη λιμνοθάλασσα που οι λιγοστοί αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής ονόμαζαν «Αλίπεδο». Με τις συνεχείς προσχώσεις, η λιμνοθάλασσα μεταβλήθηκε σε έλος που ο Κίμωνας (μετά το 461π.Χ.) μπάζωσε με ογκόλιθους και χαλίκια για να δημιουργηθεί η στέρεη βάση, πάνω στην οποία χτίστηκαν τα μακρά τείχη.

Το έλος ήταν περιοχή μέσα από την οποία γινόταν το πέρασμα από το νησί στην ακτή και αντίστροφα. Κι από το ρήμα «περαιώ» που σημαίνει «περνάω» ονομάστηκε Πειραιεύς, σήμερα Πειραιάς.

Αρχικά ο Πειραιάς ήταν ένα χωριό στο οποίο κατοικούσαν αγρότες, τόσο άσημο ώστε μαζί με τις κοινότητες Φαληρέων, Θυμοιταδών και Ξυπεταιόνων, ανήκε στο «τετράκωμον Ηράκλειον». Έτσι κι αλλιώς, οι Αθηναίοι για λιμάνι χρησιμοποιούσαν το Φάληρο.

Τα τείχη και τα πλοία του Πειραιά

Ο Θεμιστοκλής ήταν εκείνος που διείδε την αξία του Πειραιά και πρότεινε στους Αθηναίους να στήσουν εκεί ναύσταθμο. Και όταν στα 493π.Χ. εκλέχτηκε επώνυμος άρχοντας, άρχισε την εφαρμογή των σχεδίων του.

Τα αποτελείωσε μετά τους Περσικούς πολέμους, όπως γράφει ο Θουκυδίδης: «Έπεισε λοιπόν τους Αθηναίους ο Θεμιστοκλής να συμπληρώσουν και την οχύρωση του Πειραιά, γιατί είχε τη γνώμη ότι η θέση του Πειραιά, με τα τρία φυσικά λιμάνια ήταν πολύ επίκαιρη και ότι η οχύρωση του θα παρείχε στους Αθηναίους πολλά πλεονεκτήματα ν΄αποκτήσουν μεγάλη δύναμη.Γιατί αυτοί είχαν καταστεί λαός ναυτικός (ο Θεμιστοκλής πρώτος τόλμησε να πει ότι Αθηναίοι όφειλαν να στρέψουν την προσοχή τους στην θάλασσα). Αμέσως λοιπόν μόλις οι Αθηναίοι ενέκριναν την πρόταση του Θεμιστοκλή, άρχισαν οι πρώτες εργασίες για την οχύρωση του Πειραιά κάτω από τις οδηγίες και την επίβλεψη του».

Το τείχος ήταν αρκετά πλατύ ώστε να μπορούν άνετα να διασταυρωθούν και να συνεχίσουν ανεμπόδιστα την πορεία τους δύο άμαξες. Δεν χρησιμοποιήθηκαν χαλίκια και λάσπη: οι πέτρες προσαρμόζονταν μεταξύ τους πελεκημένες κατάλληλα και δένονταν με σίδερο και μολύβι.

Επί περίπου έναν αιώνα, ο Πειραιάς γνώρισε συνεχή και αλματώδη ανάπτυξη και έφτασε να ανταγωνίζεται σε εξάπλωση και έργα την Αθήνα, της οποίας έγινε το επίνειο. Στα 404π.Χ., με την αθηναϊκή ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος γκρέμισε τα τείχη. Η πόλη έπεσε σε μαρασμό για πέντε χρόνια.

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και από το 399π.Χ., ο Κόνων ξανάχτισε τα τείχη, έχτισε ναούς και βωμούς και έδωσε νέα ώθηση στο λιμάνι που τόνωσε στη συνέχεια ο ρήτορας Λυκούργος, εκλεγμένος ταμίας της Αθήνας. Η «σκευοθήκη» του Φίλωνα μπορούσε να χωρέσει τα σκεύη χιλίων πλοίων. Στα 351π.Χ., η δύναμη του στόλου που ναυλοχούσε στον Πειραιά ήταν 383 τριήρεις. Στα 325π.Χ., έφτασαν τις 392 συν 19 πλοία με τέσσερις σειρές κουπιά.

Ο Πειραιάς και οι Ρωμαίοι

Η ακμή του Πειραιά συνεχίστηκε ως το 87π.Χ., όταν τον πολιόρκησε ο Ρωμαίος Σύλλας. Ο θυμός του για την αδυναμία του να πάρει την πόλη που προστατευόταν από απόρθητα τείχη είχε μετατραπεί σε μανία, καθώς οι πολιορκημένοι τον έβριζαν από τις επάλξεις και του φώναζαν άσχημα υπονοούμενα για τη γυναίκα του, Μετέλλα. Στα 86π.Χ. οι Ρωμαίοι μπήκαν στην πόλη. Ο Σύλλας ξέσπασε όλη του τη λύσσα και την εκδικητικότητα στα κτίρια του Πειραιά. Τα πάντα εκτός από τους ναούς ισοπεδώθηκαν. Η πόλη ερήμωσε.

Τους επόμενους 19 αιώνες το λιμάνι έμεινε σχεδόν ακατοίκητη. Μόνο ένα μαρμάρινο λιοντάρι έστεκε στην είσοδο του άλλοτε πολύβοου λιμανιού. Η ονομασία Πειραιάς ξεχάστηκε. Το λιοντάρι έγινε αιτία να το βαφτίσουν Πόρτο Λεόνε. Μετά, ούτε το λιοντάρι έμεινε. Το πήραν και ακόμα βρίσκεται στη Βενετία, ενώ ένα αντίγραφο του κοσμεί την κεντρική είσοδο του λιμανιού του Πειραιά.

Ο Πειραιάς μετά την απελευθέρωση

Μετά την απελευθέρωση Υδραίοι και Μανιάτες εγκαταστάθηκαν πρώτοι στην περιοχή. Ο Πειραιάς άρχισε να αναπτύσσεται πάλι. Στα 1830 μετρήθηκαν 3.000 κάτοικοι. Στα 1833, η πόλη ανακηρύχθηκε δήμος. Στα 1900 οι κάτοικοι είχαν φτάσει τους 50.000. Στα 1920, είχαν γίνει 130.000. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή πάνω από 100.000 πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα. Το λιμάνι γνώρισε την καταστροφή όταν βομβαρδίστηκε ανηλεώς στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όταν, το 1944, οι Γερμανοί εγκατέλειψαν τη πρωτεύουσα, ανατίναξαν όλες τις λιμενικές εγκαταστάσεις. Ξαναχτίστηκε με κονδύλια από το «Σχέδιο Μάρσαλ».

«Ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών

Η ιδέα για την «ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών, σωματικά και ψυχικά, δεν ήταν βέβαια καινούρια, αλλά ήταν η ακραία απόληξη του κύματος ευγονικής που σάρωνε ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα πολλές χώρες της Ευρώπης καθώς και τις ΗΠΑ.


«Ευθανασία» ανεπιθύμητων ασθενών
Η επιστολή εξουσιοδότησης της επιχείρησης που υπογράφηκε από το Χίτλερ

Η επιχείρηση για την «ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών

Ενδεικτικό των προτεραιοτήτων της ναζιστικής δολοφονικής μηχανής ήταν πως την 1η Σεπτέμβρη 1939, μαζί με την κήρυξη του φονικότερου καταγεγραμμένου πολέμου στην ιστορία, υπογράφηκε προσωπικά από το Χίτλερ ένα έγγραφο με το οποίο εγκαινιαζόταν η συστηματική επιχείρηση «ευθανασίας» χιλιάδων ΑμεΑ και ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές, στο όνομα της διατήρησης της φυλετικής καθαρότητας του γερμανικού έθνους.

Ο Φύρερ, με το εν λόγω έγγραφο, το οποίο δεν είχε τυπική νομική ισχύ, ακριβώς επειδή οι ναζί δεν ήθελαν να δημοσιοποιήσουν το νέο τους έγκλημα, εξουσιοδοτούσε τον επικεφαλής της καγκελαρίας του Ράιχ Φίλιπ Μπούλερ, καθώς και τον προσωπικό του γιατρό, Καρλ Μπραντ, «να διευρύνουν τις αρμοδιότητες ιατρών που θα καθοριστούν ονομαστικά, ώστε όσοι έχουν στα ανθρωπίνως δυνατά όρια εκτίμησης κριθεί ανίατα ασθενείς να λάβουν έναν ελεήμονα θάνατο».

Επρόκειτο για την αρχή της Επιχείρησης Τ4, που πρόσθεσε άλλη μια σελίδα φρίκης και ντροπής στο μακρύ κατάλογο των ναζιστικών ανοσιουργημάτων. Η ιδέα για την «εκκαθάριση» των σωματικά και ψυχικά ανεπιθύμητων ασθενών δεν ήταν βέβαια καινούρια, αλλά ήταν η ακραία απόληξη του κύματος ευγονικής που σάρωνε ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα πολλές χώρες της Ευρώπης καθώς και τις ΗΠΑ, με γνωστότερο παράδειγμα τη Σουηδία, όπου οι υποχρεωτικές στειρώσεις ψυχικά ασθενών, αναπήρων, αλλά και «αντικοινωνικών» ατόμων, ήταν πρακτική που σταμάτησε μόλις τη δεκαετία του ’70.

Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα την ευθανασία της «ανάξιας ζωής», η ιδέα ανήκε στον αυστριακό ψυχολόγο Άντολφ Γιοστ, που το 1895 κυκλοφόρησε τη μπροσούρα Το δικαίωμα στο θάνατο. Σε αυτή όριζε πως η αξία της ζωής ενός ανθρώπου ορίζεται από την αξία που έχει για το ίδιο το άτομο, δηλαδή την αναλογία χαράς και πόνου που βιώνει, καθώς και από το κόστος και τα οφέλη που συνεπάγεται για το κοινωνικό σύνολο η ύπαρξή του. Σε περίπτωση που το «ισοζύγιο» ήταν αρνητικό, ο θάνατος πρόβαλε ως θετική εναλλακτική. Κατά μία ειρωνεία της τύχης, ο ίδιος ο Γιοστ πέθανε πάμφτωχος σε ηλικία μόλις 34 ετών σε ψυχιατρείο του Ζόραου.

Παρόλα αυτά, οι ιδέες του δεν ξεχάστηκαν, και στη δεκαετία του ’20 άρχισαν να προπαγανδίζονται εκ νέου στη Γερμανία από το νομικό Καρλ Μπίντινγκ και τον ψυχίατρο και νευρολόγο Άλφρεντ Χόχε, με το έργο Η νομιμοποίησης εξόντωσης της ανάξιας ζωής.

Οι ναζί υιοθέτησαν με ενθουσιασμό τις ιδέες των συγγραφέων και το 1929, πριν ακόμα έρθουν στην εξουσία δηλαδή, ο Χίτλερ διακήρυσσε στο ετήσιο κομματικό συνέδριο της Νυρεμβέργης πως Ο παραμερισμός 700.000 – 800.000 των πιο αδύναμων ανάμεσα σε ένα εκατομμύριο νεογνά κάθε χρόνο σημαίνει ενδυνάμωση κι όχι αποδυνάμωση του έθνους. Στην ίδια διοργάνωση, μερικά χρόνια αργότερα, το 1935, ο Χίτλερ ανακοίνωσε στον επικεφαλής των ιατρών του Ράιχ, Γκέρχαρντ Βάγκνερ πως σκόπευε να κάνει στην άκρη τους ανίατα ψυχικά ασθενείς, το αργότερο στην περίπτωση ενός μελλοντικού πολέμου.

Η «ευθανασία» των παιδιών

Πρόδρομος της επιχείρησης Τ4 ήταν η λεγόμενη «ευθανασία των παιδιών». Σύμφωνα με έγγραφο του υπουργείου εσωτερικών του Ράιχ στις 18 Αυγούστου 1939, που έφερε την ένδειξη «αυστηρά απόρρητο», μαιευτήρες και μαίες, όπως και τα νοσοκομεία στα οποία εργάζονταν υποχρεούνταν να ενημερώνουν το κράτος αν υπήρχαν νεογέννητα που έφεραν «ύποπτα» χαρακτηριστικά σωματικής ή νοητικής στέρησης. Αρχικά το όριο ηλικίας θεσπίστηκε στα 3 έτη, σύντομα όμως περιέλαβε και ασθενείς ως 16 ετών. Μετά την αποστολή των φακέλων, μια επιτροπή αποφάσιζε ποια παιδιά θα κατέληγαν στο πρόγραμμα ευθανασίας και ποια θα επιζούσαν.

Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου το μέλλον των παιδιών θα καθορίζονταν από τους γιατρούς σε μεταγενέστερο χρόνο, ανάλογα με την εξέλιξη της αναπηρίας ή της ασθένειάς τους στο μέλλον.

Αλλά και τα καταδικασμένα σε θάνατο παιδιά χρησίμευαν επί μήνες ως πειραματόζωα κλινικών μελετών, ενώ οι εγκέφαλοί τους αφαιρούνταν μετά θάνατο για περαιτέρω εξέταση. Οι ιθύνοντες προσπαθούσαν να αποδίδουν τους θανάτους σε φυσικά αίτια, υποσιτίζοντας τα παιδιά και κρατώντας τα σε χώρους χωρίς θέρμανση, με αποτέλεσμα να θερίζουν οι πνευμονίες, ο τύφος και η φυματίωση. Σε πολλές ακόμα περιπτώσεις η εξόντωση επέρχονταν με σταδιακή χορήγηση υπερδοσολογίας βαρβιτουρικών και μορφίνης, που έμπαιναν στο φαγητό ή χορηγούνταν ενέσιμα ως δήθεν «φάρμακα κατά του τύφου».

Τίργκαρτεν 4 ή Τ4

Το ξέσπασμα του πολέμου πράγματι ριζοσπαστικοποίησε, όπως είχε προαναγγείλει ο Χίτλερ, τη δολοφονική διάθεση του καθεστώτος έναντι των ΑμεΑ και των ψυχικά ασθενών, έτσι ώστε από τον Οκτώβρη του 1939 ξεκίνησε η εφαρμογή του προγράμματος και σε βάρος ενηλίκων, οι οποίοι είχαν καθοριστεί κατ’ αρχάς σε 70.000. Η υπηρεσία που ανέλαβε το καθήκον αυτό στεγαζόταν στην οδό Τίργκαρτεν 4 στο Βερολίνο, εξού και στην ιστοριογραφία επικράτησε ο όρος Τ4 για ολόκληρη τη βιομηχανία εξόντωσης ασθενών.

«Ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών
Ανάκτορο Ζόνενσταϊν στην Πίρνα της Σαξονίας. Εδώ θανατώθηκαν περίπου σε θαλάμους αερίων 13000 περίπου ασθενείς καθώς και 1000 αιχμάλωτοι στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Στόχος ήταν η εξάλειψη των ανίατων κληρονομικών ασθενειών και η μείωση του κόστους περίθαλψης των ασθενών. Όλα τα νοσοκομεία, άσυλα και παρεμφερείς δομές υποχρεούνταν να καταγράψουν όλους τους ασθενείς που έπασχαν από σχιζοφρένεια, επιληψία, εγκεφαλίτιδα, νοητική στέρηση, παράλυση, νόσο Χάντιγκτον, άνοια, επίσης όλους όσοι διέμεναν πάνω από 5 χρόνια σε ένα ίδρυμα ή είχαν διαπράξει ποινικά αδικήματα, όπως και τους αλλοδαπούς και τους μη άριους τρόφιμους. Ακολουθούσε και πάλι η αξιολόγηση μιας επιτροπής, που έκρινε τη ζωή, το θάνατο ή την αναμονή για διεξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο μέλλον.

Οι μελλοθάνατοι μεταφέρονταν αρχικά σε «ενδιάμεσα ιδρύματα», κυρίως ψυχιατρεία, για να καθησυχάζονται οι συγγενείς, αλλά και να αποφεύγεται ο συνωστισμός σε αυτά καθεαυτά τα «Ιδρύματα θανάτου». Όταν οι ασθενείς κατέφθαναν στον προορισμό τους, γδύνονταν, ζυγίζονταν, μετριούνταν και φωτογραφίζονταν, πριν εξεταστούν για τελευταία φορά από τους γιατρούς, που στόχο είχαν να εφεύρουν μια αληθοφανή αιτία θανάτου για το πιστοποιητικό που θα εκδιδόταν αργότερα. Οι ασθενείς στέλνονταν τάχα για μπάνιο, σε θαλάμους αερίων, που τότε χρησιμοποιήθηκαν πιλοτικά για πρώτη φορά, όπου διοχετεύονταν μονοξείδιο του άνθρακα. Στη συνέχεια τα πτώματα καίγονταν σε κρεματόρια, ενώ νωρίτερα τους αφαιρούνταν τα χρυσά δόντια.

Στις 31 Γενάρη 1941, ο Γκέμπελς σημείωνε στο ημερολόγιο του: Συζήτηση με το Μπούλερ για τη σιωπηλή εκκαθάριση ψυχασθενών. 40.000 έφυγαν, 60.000 ακόμα πρέπει να φύγουν. Είναι μια σκληρή, αλλά αναγκαία δουλειά. Και πρέπει να γίνει τώρα. Ο Μπούλερ είναι ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτό.

Στις 24 Aυγούστου 1944 ο Χίτλερ έδωσε προφορικά την εντολή στους Μπούλερ και Μπραντ να ανασταλλεί η επιχείρηση Τ4, συνεχίστηκε όμως κανονικά το πρόγραμμα παιδικής ευθανασίας, καθώς και μεμονωμένες θανατώσεις ενήλικων ασθενών σε ιδρύματα. Επίσης, τρία από τα επίσημα ιδρύματα θανάτου παρέμειναν εν λειτουργία ως το τέλος του πολέμου, για τη θανάτωση αιχμαλώτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που ήταν πλέον πολλοί άρρωστοι για να εργαστούν. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο πρόωρος τερματισμός της Τ4 οφείλεται περισσότερο στο γεγονός πως την ίδια περίπου εποχή κορυφώθηκε η επιχείρηση εξόντωσης των Εβραίων και άλλων «μιασμάτων» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με αποτέλεσμα οι «σπεσιαλίστες του θανάτου» να είναι πλέον απαραίτητοι σε άλλες δομές. Ο τελικός αριθμός των θυμάτων είναι δύσκολο να υπολογιστεί, εκτιμάται όμως πως πέρα από τους 70.000 βεβαιωμένους νεκρούς της Τ4, οι συνολικές θανατώσεις όλων των συστηματικών και μεμονωμένων ευθανασιών μπορεί να ανέρχονται και περί τις 300.000.

Οι αντιδράσεις

Ο λόγος που περιορίστηκε το πρόγραμμα ευθανασίας αποδίδεται συνήθως στις εκτεταμένες για τα δεδομένα του Γ’ Ράιχ αντιδράσεις. Γεγονός που είχε να κάνει πως εν προκειμένω η εγκληματική δράση δεν στοχοποιούσε «μόνο» Εβραίους, κομμουνιστές, ομοφυλόφιλους και γενικά apri ori δαιμονοποιημένους αντιπάλους και μειονότητες, αλλά και τα παιδιά, τους συγγενείς και τους φίλους, «άριων» και κατά τα λοιπά απόλυτα νομοταγών πολιτών.

Δεν είναι τυχαίο που στις αντιδράσεις πρωτοστάτησαν επίσκοποι κυρίως της καθολικής, αλλά και της – ακόμα πιο στενά συνδεδεμένης με το κράτος – προτεσταντικής εκκλησίας, μαζί με συγγενείς θυμάτων, αλλά και μεμονωμένους διευθυντές κι εργαζόμενους στα ιδρύματα όπου γινόταν η διαλογή των προς εξόντωση ασθενών.

Η τύχη των εγκληματιών

Παρά την εξόφθαλμη παρανομία της υπόθεσης, ακόμα και με βάση το δίκαιο της ναζιστικής Γερμανίας, ένας και μόνο δικαστής τόλμησε να ορθώσει το ανάστημά του στη θεσμική ορθότητα της διαδικασίας. Επρόκειτο για το δικαστή Λόταρ Κρέισιγκ, από το Βραδεμβούργο του Χάβελ, που αναλάμβανε συστηματικά κηδεμονίες παιδιών με αναπηρία ή ψυχικές παθήσεις, τα οποία είχαν εγκαταλείψει ή αδυνατούσαν να κρατήσουν οι γονείς τους. Ο Κράισιγκ θορυβήθηκε όταν διαπίστωσε πως αυξανόμενος αριθμός των παιδιών υπό την ευθύνη του δηλώνονταν ως νεκρά.

Το 1940 διαβίβασε την υποψία του για μαζικές δολοφονίες των ασθενών αυτών στο υπουργείο δικαιοσύνης, απ’ όπου προσπάθησαν να τον φιμώσουν, ενημερώνοντάς τον πως η επιχείρηση γινόταν υπό την αιγίδα του Μπούλερ. Ο Κράισιγκ τότε δε δίστασε να υποβάλλει μήνυση κατά του διευθυντή της καγκελαρίας για φόνο, ενώ εξέδωσε διαταγές απαγόρευσης μεταφοράς παιδιών υπό την κηδεμονία του από τα ιδρύματα στα οποία φιλοξενούνταν. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Κράισιγκ δε συνελήφθη, ωστόσο βγήκε σε αναγκαστική σύνταξη ώστε να ανακοπεί η ενοχλητική του δράση

Σε ό,τι αφορά την τύχη των γιατρών, νοσηλευτών και υπόλοιπων συμμετεχόντων στην εξόντωση των ανεπιθύμητων ασθενών, η μεταπολεμική αστική δικαιοσύνη αντιμετώπισε με εξαιρετική επιείκια την περίπτωσή τους. Από τις 438 συνολικά ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν, κυρίως σε βάρος γιατρών και δευτερευόντως δικαστών για το θέμα, μόλις το 6,8% έφτασε τελικά στα δικαστήρια, με τη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων να λήγει με χαμηλές ποινές, αλλά και αρκετές αθωώσεις.

Ο μόνος που λογοδότησε για τα εγκλήματά του (που δεν περιλάμβαναν μόνο την επιχείρηση Τ4), ήταν ο Καρλ Μπραντ, στη λεγόμενη Δίκη των Γιατρών, όπου καταδικάστηκε και εκτελέστηκε το 1948. Όσο για το βασικό διοργανωτή της επιχείρησης, το Φίλιπ Μπούλερ, είχε προλάβει να αυτοκτονήσει λίγες μέρες μετά τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας, στις 19 Μαΐου 1945.

Σήμερα υπάρχουν πολλά μνημεία διάσπαρτα σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας που υπενθυμίζουν το έγκλημα, χρειάστηκε όμως να περάσουν 65 χρόνια από το τέλος του πολέμου, ώστε η Γερμανική Ψυχιατρική Εταιρεία να ζητήσει το 2010 επίσημα συγγνώμη για τα δεινά και την αδικία που προκάλεσαν στα θύματα και τους συγγενείς τους Γερμανοί και Γερμανίδες ψυχίατροι στο όνομα της ψυχιατρικής και για την υπερβολικά μακροχρόνια σιωπή, ωραιοποίηση και απώθηση των γεγονότων που ακολούθησε μετέπειτα.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr

Ο Χρήστος Μηλιόνης, ο οπλαρχηγός

Με την Άρτα είναι συνδεδεμένο το δημοτικό τραγούδι που περιγράφει ένα επεισόδιο με τον κλέφτη της Δωρίδας, τον Χρήστο Μηλιόνη. Το συμβάν χρονολογήθηκε στα 1750, όταν ο οπλαρχηγός Χρήστος Μηλιόνης, μαζί με τον οπλαρχηγό του Βάλτου Μήτσο Τσεκούρα, εισέβαλαν στην πόλη της Άρτας και αιχμαλώτισαν δυο αγάδες και τον καδή.

Ο Χρήστος Μηλιόνης, ο οπλαρχηγός
Η σφραγίδα του Χρήστου Μηλιόνη

Ο Μηλιόνης τους έσερνε στα απάτητα μέρη του και έστειλε μήνυμα ότι ήθελε λύτρα για να τους ελευθερώσει. Ο μουσελίμης (επίτροπος του πασά) της Άρτας κάλεσε τον Έλληνα προεστό, Μαυρομάτη, και τον δερβέναγα Μουχτάρ Κλεισούρα και τους είπε ότι θα πάρει τα κεφάλια του,ς αν δεν φροντίσουν ο Χρήστος Μηλιόνης να σκοτωθεί.

Οι δυο τους βρέθηκαν σε απόγνωση: ούτε ήταν εύκολο να δολοφονηθεί ο οπλαρχηγός ούτε καν ήταν απλή υπόθεση να τον πλησιάσει κάποιος. Θυμήθηκαν ότι ο Μηλιόνης είχε τον Αλβανό Σουλεϊμάνη βλάμη (αδελφοποιητό). Εκείνος θα μπορούσε να τον πλησιάσει, αν τον έπειθαν να κάνει τη δουλειά. Τον εντόπισαν και του έταξαν μεγάλη αμοιβή, αν κατόρθωνε να σκοτώσει τον Μηλιόνη. Εκείνος δέχτηκε.

Τον πρόφτασε στην περιοχή του Αλμυρού. Ο Μηλιόνης χάρηκε που τον είδε, του έστρωσε τραπέζι κι έβαλε να τους φέρουν καλό κρασί. όσο περνούσε η ώρα, τόσο οι τύψεις βασάνιζαν τον Σουλεϊμάνη. Στο τέλος, δεν άντεξε και του τα είπε όλα. Για να μην πάει στράφι το ταξίδι του, ζήτησε από τον Μηλιόνη να παραδοθεί: «Χρήστο σε θέλει ο βασιλιάς. Σε θέλουν και οι αγάδες». Φυσικά ο Μηλιόνης αρνήθηκε: «Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκους δεν προσκυνάει». Λόγο στο λόγο αρπάχτηκαν και αποφάσισαν να λύσουν τη διαφορά με μονομαχία: «Με το τουφέκι έτρεξαν ο ένας να φάει τον άλλον, Φωτιά εδώσαν στη φωτιά, κι επέσαν εις τον τόπο».

Οι δυο μονομάχοι σκοτώθηκαν με αποτέλεσμα οι συνωμότες της Άρτας και τη δουλειά τους να κάνουν και την αμοιβή να γλυτώσουν. Η σφραγίδα του Χρήστου Μηλιόνη κοσμεί σήμερα το μουσείο της Ιστορικής Εταιρείας της Αθήνας. Επάνω της είναι σκαλισμένη η χρονολογία «1744».

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο

Το 395 μ.Χ. πέρασαν από την Ήπειρο και τη λεηλάτησαν οι Γότθοι του Αλάριχου. Πεντέμισι αιώνες μετά ακολούθησαν οι Γότθοι του Γενζέριχου, οι πρώτοι Σκλαβήνοι και μετέπειτα Σλάβοι, οι Βούλγαροι το 10ο αιώνα, ξανά και πιο καταστροφικά οι ίδιοι το 1040, ώσπου στα 1081 έφτασαν και εγκαταστάθηκαν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου που την έκαναν ορμητήριο εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Από τότε και μετά άρχισε μια μακρά περίοδος κατακτήσεων και αιματοχυσίας, αλλά και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα δεσποτάτα και στα αλβανικά κρατίδια.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο
Χάλκινο νόμισμα του Ροβέρτου Γυισκάρδου

Τα Δεσποτάτα της Βόρειας Ελλάδας

Όταν, στα 1204, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Δ’ Σταυροφορίας, γεννήθηκε το ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου κατέκτησε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και έπειτα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η Βυζαντινή «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούργιο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσα τους: των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν και έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας από την μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν και ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον Δεσπότη της Ηπείρου στα χρόνια 1258-1261.

Τη χρονιά αυτή οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Τα αλβανικά κρατίδια

Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στο Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν να απλώνονται και να αναδιπλώνονται. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός στην Αλβανία. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπόθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη τα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: τη βεντέτα.

Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέκηδες του Βορρά και όσοι έφευγαν για να γλυτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας το δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά, αλλά ενέπνεαν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων τους: η κόρη του Συμεών Ούρεση, Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Ιωάννινα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν το άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιος της, Ησαύ, παντρεύτηκε μια Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μαι τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός και εξεστράτευσε εναντίον ενός από τ αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του και έμεινε ηγεμόνας στα Ιωάννινα ως το 1412 περίπου, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη. Μετά, ήρθαν οι Τούρκοι (1430).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ψυχική ανθεκτικότητα: Όταν νικάμε τις δυσκολίες

Η ψυχική ανθεκτικότητα και η σημασία της

Ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα ενός ατόμου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις αντιξοότητες και τις προκλήσεις που έρχονται στη ζωή του και να εξελιχθεί θετικά, να βρει τις ισορροπίες στη ζωή του μετά από στρεσογόνες καταστάσεις και να βρει ξανά την ελπίδα του.

Ψυχική ανθεκτικότητα: Όταν νικάμε τις δυσκολίες

Η ψυχική ανθεκτικότητα δε συνεπάγεται απαραίτητα μια εύκολη ζωή

Το να έχει κάποιος ψυχική ανθεκτικότητα δε σημαίνει απαραίτητα ότι δεν έχει βιώσει δύσκολες καταστάσεις στη ζωή του. Επίσης, δε σημαίνει ότι δεν έχει χάσει ποτέ την ελπίδα του ή δεν έχει πονέσει. Αντιθέτως, σημαίνει ότι έχει βιώσει δύσκολες καταστάσεις αλλά έχει αναπτύξει εφόδια, έχει μάθει να αναγνωρίζει τα συναισθήματα του και έχει αναπτύξει αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης έτσι ώστε να μπορεί με μεγαλύτερη ευκολία να αντεπεξέλθει στις αντιξοότητες.

Ανάπτυξη ψυχικής ανθεκτικότητας

Φαίνεται ότι το επίπεδο της ανθεκτικότητας μας εξαρτάται από τα άτομα με τα οποία περνούμε χρόνο. Δημιουργήστε πηγές στήριξης και συναναστραφείτε με άτομα που νοιάζονται για εσάς και μπορούν να σας βοηθήσουν πρακτικά ή συναισθηματικά κατά την περίοδο που αντιμετωπίζετε μια δυσκολία. Το να λαμβάνεις ή να δίνεις στήριξη και αγάπη φέρνει θετικά συναισθήματα.

Αποδεχθείτε την πραγματικότητα της κατάστασης, τα συναισθήματα και τους φόβους σας και εστιάστε στο πως μέσα από τη στρεσογόνα κατάσταση μπορείτε να γίνεται πιο λειτουργικοί. Μια κατάσταση είναι αρνητική, μόνο αν εμείς την ορίσουμε ως τέτοια. Αποδεχθείτε ότι η κατάσταση σας έχει προκαλέσει κάποιες δυσκολίες, αλλά προσπαθήστε να δείτε και τη θετική της πλευρά.

Αποδεχθείτε τις απογοητεύσεις του παρελθόντος και εστιάστε στο πως μπορείτε να κρατήσετε τα μαθήματα που έχετε πάρει έτσι ώστε να έχετε ένα πιο ευτυχισμένο παρόν και μέλλον.

Θέστε στόχους, αυτό θα σας βοηθήσει βλέπετε τις δυσκολίες ως προκλήσεις και όχι σας προβλήματα εάν ξέρετε τι στόχους έχετε και εστιάζεστε στο πως να τους επιτύχετε.

Πιστέψτε στη δύναμη που κρύβετε μέσα σας. Το γεγονός ότι βιώνετε μια δύσκολη κατάσταση τώρα, δε σημαίνει ότι δεν έχετε τη δύναμη να το ξεπεράσετε. Αυτό που διαφοροποιεί τα ανθεκτικά άτομα είναι η ικανότητα τους να αντιλαμβάνονται ότι τώρα αντιμετωπίζουν μια δυσκολία, αλλά μπορούν να τη ξεπεράσουν και να πάρουν μαθήματα από αυτή, να απαγκιστρωθούν όντας ακόμα δυνατότεροι.

Αλλάξτε τον τρόπο σκέψης σας και τον τρόπο που αξιολογείτε τις καταστάσεις, έτσι ώστε να αναπτύξετε μια θετική στάση προς τη ζωή σας. Έρευνες έχουν δείξει ότι η πλειονότητα των ανθρώπων εστιάζει στα αρνητικά παρά στα θετικά συναισθήματα.

Πηγή: https://www.psychology.gr

Κατάρες Αθηναίων

Οι αρχαίοι Αθηναίοι συνήθιζαν να στέλνουν κατάρες στους αντιπάλους τους αφήνοντας πλάκες με χαραγμένα ξόρκια πάνω σε τάφους. Όταν, τον 3ο αιώνα π.Χ., η πρακτική αυτή απαγορεύτηκε δια νόμου, έσπευσαν να βρουν νέο τρόπο για να μεταφέρουν τις κατάρες τους στον Κάτω Κόσμο.

Κατάρες Αθηναίων

Οι αγγελιοφόροι των Αθηναίων

Οι Αθηναίοι πίστευαν ότι οι ψυχές όσων είχαν πεθάνει πρόωρα, δηλαδή των ανύπαντρων, των παιδιών, αλλά και των πεσόντων στο πεδίο της μάχης, περιπλανιόνταν για αρκετό καιρό ανήσυχες πάνω από τον τόπο ταφής τους. Μάλιστα, θεωρούσαν ότι αναλαμβάνουν καθήκοντα αγγελιοφόρων μεταξύ του άνω και του κάτω κόσμου. Για το λόγο αυτό, κάθε φορά που κάποιος ήθελε να στείλει μία κατάρα και να εισακουστεί από τον Άδη, κατέφευγε σε «επαγγελματίες» που χάραζαν τα κατάλληλα ξόρκια πάνω σε μολύβδινες πινακίδες και έπειτα τις τοποθετούσαν στον τάφο ενός πρόσφατα και πρόωρα πεθαμένου. Πάνω στην πινακίδα δεν αναγραφόταν το όνομα του αποστολέα, παρά μόνο του αποδέκτη. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι κατάρες γίνονταν με στόχο τη νίκη σε κάποια δικαστική διαμάχη, την επαγγελματική επιτυχία μέσω της εξάλειψης του ανταγωνισμού, τη νίκη σε αθλητικές διοργανώσεις και φυσικά τη διευθέτηση υποθέσεων έρωτα και μίσους. Για παράδειγμα, μία από τις πλάκες που έχουν βρεθεί, απεικονίζουν το αιδοίο μίας νεόνυμφης γυναίκας με το όνομα Γλυκερία. Αυτός που έστειλε την κατάρα, ζήλευε το γάμο της και ήθελε το κακό της. Σε σπάνιες περιπτώσεις, για εχθρούς ή προδότες της πόλης οργανώνονταν δημόσιες κατάρες, στις οποίες καλούνταν να συμμετάσχουν όλοι οι Αθηναίοι.

Κατάρες και Δημήτριος ο Φαληρεύς

Ωστόσο, περί τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ., όταν τη διακυβέρνηση ανέλαβε ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, θέσπισε αυστηρούς νόμους για τη διαφύλαξη της ιερότητας του χώρου του νεκροταφείου και την εξάλειψη της «μαύρης μαγείας». Μεταξύ άλλων, απαγόρευσε την εναπόθεση πινακίδων με ξόρκια και κατάρες πάνω στους τάφους, καθώς η πράξη αυτή συνιστούσε ασέβεια στους νεκρούς. Η νομοθεσία του Δημητρίου ήταν κατηγορηματική. Οι Αθηναίοι, όμως, δεν μπορούσαν να αποβάλουν μία συνήθεια αιώνων τόσο εύκολα.

Οι «καταραμένες» πινακίδες

Λίγες μέρες πριν, ανασκαφές στην περιοχή του Κεραμεικού αποκάλυψαν αρχαιολογικά ευρήματα που ρίχνουν φως στην πολυτάραχη εποχή των απαγορεύσεων του Δημητρίου. Στον πάτο ενός πηγαδιού ηλικίας 2.500 χρόνων, βρέθηκαν τριάντα περίπου «καταραμένες» πινακίδες που χρονολογούνται τον 3ο αιώνα π.Χ.. «Το νερό, ιδιαίτερα το πόσιμο, ήταν ιερό. Στην αρχαία ελληνική θρησκεία, προστατευόταν από τις νύμφες, οι οποίες μπορούσαν να γίνουν πολύ κακόβουλες όταν κάποιος το μεταχειριζόταν άσχημα», εξηγεί η δρ. Jutta Stroszeck, επικεφαλής της έρευνας στον Κεραμεικό. Προκειμένου να κατευνάσουν τις αγριεμένες νύμφες, οι Αθηναίοι προσέφεραν μικρούς αμφορείς που περιείχαν διαφόρων ειδών υγρά και άλλα δώρα, πετώντας τα στο νερό. Μάλιστα, υπήρχε η πεποίθηση ότι τα νερά των ποταμών και των πηγαδιών οδηγούσαν κατευθείαν στον Κάτω Κόσμο. Έτσι, οι Αθηναίοι συνειδητοποίησαν ότι υπήρχε μία εναλλακτική δίοδος μέσω της οποίας μπορούσαν πλέον να στέλνουν τις κατάρες τους: οι Νύμφες του νερού.

Οι αρχαιολόγοι, εκτιμούν ότι οι πινακίδες που βρέθηκαν, ρίχτηκαν στο πηγάδι πριν 2.500 χρόνια με αυτό το σκοπό. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι Νύμφες θα υπέκυπταν στα δώρα και θα μετέφεραν τις κατάρες στους θεούς του Κάτω Κόσμου.

Πηγή: http://www.mixanitouxronou.gr

Η Αθήνα και η Αθηνά

Η Αθήνα, η πρωτεύουσα της Ελλάδας, το κλεινόν άστυ. Από την Αθήνα πέρασαν φιλόσοφοι, ποιητές, δημοκράτες, τύραννοι, ηγέτες. Πέρασαν κατακτητές ανατολικοί και δυτικοί. Όλοι άφησαν το αποτύπωμα τους, αλλά κανείς δεν κατάφερε να εξαφανίσει την αίγλη, την σημασία, την ιστορία της, το συμβολισμό της. Άλλωστε ο Παρθενώνας στέκει εκεί, στην Ακρόπολη της, σαν θεματοφύλακας της ιστορίας της.

Η Αθήνα και η Αθηνά

Η Αθηνά, η πανέμορφη και χαϊδεμένη κόρη του Δία, προσωποποίηση της αγνότητας, της σεμνότητας και της σοφίας, ατρόμητη και ανίκητη στη μάχη, προστάτευε πολλές πόλεις. Ανάμεσα τους και η Αθήνα, που πήρε και το όνομα της, μετά τη διαμάχη με τον Ποσειδώνα. Η απαρχή της λατρείας της Αθηνάς χάνεται στα βάθη του χρόνου και συνδέεται με την εμφάνιση του ελληνικού φύλου των Ιώνων.

Πρώτη σύζυγος του Δία ήταν η Μήτιδα, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος (θηλυκή έκφραση του ωκεανού), η πιο σοφή γυναίκα της μυθολογίας και προσωποποίηση της φρόνησης.

Όταν έμεινε έγκυος η μάνα της συμβούλεψε τον Δία να απαλλαγεί από αυτήν, επειδή τα παιδιά που θα γεννούσε, θα γίνονταν πιο σοφά και πιο ξακουστά. Κατά τα πρότυπα του πατέρα του, ο Δίας έκλεισε μέσα του τη Μήτιδα, πιστεύοντας πως έτσι θα απαλλασσόταν από σύζυγο και απογόνους. Δεν υπολόγισε σωστά. Μια βαρυστομαχιά κι ένας πονοκέφαλος, τον τρέλαναν τόσο πολύ, που τον ανάγκασαν να ζητήσει απεγνωσμένα βοήθεια. Για να τον γλυτώσει ο Ήφαιστος του άνοιξε το κεφάλι με ένα σφυρί. Αμέσως ξεπετάχτηκε η Αθηνά πάνοπλη και πανώρια, με το δόρυ της έτοιμο να εξακοντιστεί εναντίον των εχθρών και τη φωνή της να τρομοκρατεί τον κόσμο με πολεμικές κραυγές.

Ο Δίας έμεινε άφωνος μπροστά στο εκθαμβωτικό θέαμα. Κάποιο άλλοι, όμως, τη έπεισαν να ηρεμήσει και ξαρματωθεί. Την ώρα που γεννιόταν η Αθηνά, από το κεφάλι του πατέρα της χυνόταν χρυσάφι που έπεσε όλο στη Λίνδο της Ρόδου. Γι’ αυτό η Αθηνά λέγεται και Λινδία ή Τελχινία, προς τιμήν των πρώτων κατοίκων του νησιού.

Η Αθηνά μεγάλωσε συντροφιά με τη φίλη της Παλλάδα. Τα παιχνίδια τους ποτέ δεν ήταν ήσυχα και κοριτσίστικα. Συνήθως, περνούσαν ώρες ατελείωτες μονομαχώντας. Κάποια στιγμή τα πράγματα οξύνθηκαν και οι δυο φιλενάδες αρπάχτηκαν για τα καλά. Ο Δίας που χάζευε από τον Όλυμπο τα καμώματα τους, φοβήθηκε για την κόρη του κι έριξε ανάμεσα τους την ασπίδα του. Η Παλλάδα τα ‘χασε για μια στιγμή κι έτσι βρήκε την ευκαιρία η Αθηνά και τη σκότωσε. Αμέσως το μετάνιωσε. Για να εξιλεωθεί, φιλοτέχνησε το άγαλμα της φίλης της και ίδρυσε ιερά στο όνομα της, τα Παλλάδια.

Η Αθηνά και η Γιγαντομαχία

Η συμβολή της Αθηνάς στη γιγαντομαχία ήταν καθοριστική. Θαρραλέα και συνετή, βοήθησε τον πατέρα της όσο λίγοι. Ονομαστή είναι η μονομαχία της με τον Γίγαντα Πάλλαντα, τον της φοβερής Στύγας, που προσπάθησε να τη βιάσει.

Η παρθένα θεά τον αντιμετώπισε σε μια πάλη ζωής και θανάτου, τον νίκησε κατά κράτος και τον σκότωσε. Μετά, πήρε το δέρμα του και με αυτό έφτιαξε την τρομερή ασπίδα της. Από τότε, απέκτησε το προσωνύμιο Παλλάδα. Νίκησε και τον Γίγαντα Εγκέλαδο, γκρεμίζοντας τον στην Σικελία, όπου και τον καταπλάκωσε. Με τις σοφές συμβουλές, ο Ηρακλής μπόρεσε να σκοτώσει τον Γίγαντα Αλκυονέα, τον οποίο παρέσυρε έξω από τα εδάφη της Παλλήνης.

Η Αθηνά κατακτά την Αθήνα

Για το πως απέκτησε την Αθήνα η παράδοση αναφέρει ότι οι δυο θεοί μάλωναν ασταμάτητα, ώσπου κλήθηκε ο Κέκροπας να κρίνει, ποιος από τους δύο πρόσφερε καλύτερο δώρο. Ο Κέκροπας πήγε στο μαντείο των Δελφών και ρώτησε. Του είπαν ότι η ελιά ήταν καλύτερη και έτσι νίκησε η Αθηνά.

Κατά μία άλλη παράδοση ο Κέκροπας κάλεσε τον λαό της Αθήνας να ψηφίσει. Οι γυναίκες ψήφισαν υπέρ της Αθηνάς και οι άνδρες υπέρ του Ποσειδώνα. Οι γυναίκες ήταν κατά μία παραπάνω από τους άνδρες και έτσι νίκησε η θεά. Ο Ποσειδώνας θύμωσε πολύ με το αποτέλεσμα και έκανε να πλημμυρίσει ο τόπος. Για να τον εξευμενίσουν οι Αθηναίοι, τιμώρησαν τις γυναίκες, στερώντας τους το δικαίωμα ψήφου. Γι’ αυτό οι γυναίκες δεν ψήφιζαν στην αρχαιότητα.

Η Αθήνα, οι φυλές και ο τελευταίος βασιλιάς

Στη χαραυγή των ιστορικών χρόνων οι κάτοικοι της Αθήνας ήταν χωρισμένοι σε τέσσερις φυλές με τριών ειδών ονομασίες. Η πρώτη ομάδα ονομασιών ήταν είχε να κάνει με τους απογόνους του Ίωνα και περιελάμβανε τους εξής:

  1. Αιγικορείς (από τον Αιγικορέα, το γιο του ‘Ιωνα ή από την αιγίδα, τη φορεσιά αλλά και το θώρακα από γιδοτόμαρο που κάλυπτε τα σώματα τους)
  2. Αργαδείς (από τον Αργάδη, γιο του Ίωνα)
  3. Γελέοντες (από τον Γελέοντα, γιο του Ίωνα από την Ζευξίππη)
  4. Όπλητες (από τον Όπλητα, γιο του Ίωνα ή πεθερό του βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα)

Ο Ηρόδοτος ανάλογα με την προέλευση, αναφέρει άλλα ονόματα:

  1. Κραναοί, ως απόγονοι του Πελασγού Καραναού
  2. Κεκροπίδες, ως απόγονοι του αυτόχθονα Κέκροπα (υπερηφανεύονταν ότι κατάγονταν από αυτόν οι Μιλτιάδης, Κίμων και άλλοι)
  3. Ερεχθείδες, ως απόγονοι του Ερεχθέα
  4. Ίωνες, ως απόγονοι του Ίωνα

Πιο επίσημες φαντάζουν οι νομασίες των ίδιων των φυλών:

  1. Διάς, από τον Δία Πολιό, επίσημο θεό των Πελασγών
  2. Αθηναΐς, από την Αθηνά των Ιώνων
  3. Ποσειδωνία, από την πολυπληθή γενιά του Ποσειδώνα
  4. Ηφαιστιάς, από τον Ήφαιστο, γεννήτορα του Εριχθόνιου

Προτελευταίος απόγονος του Θησέα ήταν κάποιος βασιλιάς Οξύντης. Τελευταίος ο Θυμοίτης. Στον καιρό του, στην Πύλο, η γη αδυνατούσε να θρέψει όλο τον πληθυσμό. Η παράδοση αναφέρει ότι ένας γιος του Νηλέα, ο Μέλανθος, πήρε τους μισούς και τουλάχιστον Νηλείδες και έφυγε για την Αττική. Ο Παυσανίας γράφει ότι ο Μέλανθος ήταν μακρινός απόγονος του Περικλύμενου, αδελφού του σοφού Νέστορα και γιου του Νηλέα. Και ο Παυσανίας μοιάζει πιο σωστός, καθώς η παράδοση θέλει αιτία της μετανάστευσης την εκδίωξη των Νηλειδών από τους Ηρακλείδες, κάτι που έγινε πολύ αργότερα. Όπως και να έχει το ζήτημα, ο Μέλανθος πήρε όλο του το σόι κι έφυγε στην Αττική, όπου πρόθυμα τους φιλοξένησαν. Ανάμεσα σ’ αυτούς που τον ακολούθησαν ήταν και οι σπουδαίες οικογένειες Μεδοντίδες, Παιονίδες και Αλκμεωνίδες.

Σε κάποια μάχη των Αθηναίων με τους Βοιωτούς ο Μέλανθος σκότωσε το βασιλιά των αντιπάλων Ξάνθο και γλύτωσε την Αττική. Οι κάτοικοι κατήργησαν από βασιλιά τους τον Θυμοίτη, τελευταίο απόγονο του Θησέα και πρόσφεραν το θρόνο στον σωτήρα τους. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Κόδρος.

Πλήθη μετακινούμενων φυλών απείλησαν την Αττική. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν Δωριείς, την περίοδο της βίαιης καθόδου τους. Μόνο που τέτοια κάθοδος δεν υπήρξε, πέρα από την ειρηνική διείσδυση των επαρχιωτών Δωριέων στα μυκηναϊκά κέντρα. Ο Κόδρος έστειλε να ρωτήσουν το μαντείο των Δελφών, πώς θα μπορούσε να αποκρούσει τους εισβολείς. Το μαντείο χρησμοδότησε ότι θα νικήσουν εκείνοι, των οποίων ο βασιλιάς θα σκοτωθεί από αντίπαλο.

Αντιμετωπίζοντας το πεπρωμένο του ο Κόδρος ντύθηκε ζητιάνος, εισέδυσε στο στρατόπεδο των εισβολέων, άρχισε να τους κοροϊδεύει, ώσπου κάποιος από αυτούς θύμωσε και τον σκότωσε. Γρήγορα μαθεύτηκε ποιος ήταν στην πραγματικότητα. Οι εισβολείς που επίσης γνώριζαν τον χρησμό, τα μάζεψαν κι έφυγαν.

Οι Αθηναίοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κανένας δε θα βρισκόταν τόσο άξιος ώστε να διαδεχθεί τον Κόδρο. Και για να μην μπλέξουν σε διλήμματα, αποφάσισαν να καταργήσουν τη βασιλεία. Αυτό έγινε στα τέλη του 11ου π.Χ. αιώνα.

Από τους γιους του Κόδρου, ο ένας έμεινε στην Αθήνα και έγινε γενάρχης της μισής αθηναϊκής αριστοκρατίας, καθώς ακόμα κι ο σοφός Σόλωνας, ο Πεισίστρατος, ο Περικλής, ο Πλάτων και πολλοί άλλοι υπερηφανεύονταν ότι κατάγονταν από τον Κόδρο. Ο άλλος πήρε τους Πυλίους και κάμποσους Θηβαίους και μετανάστευσε. Στάθμευσε στη Νάξο και τη Σάμο και κατέληξε στην Ιωνία.

Η Αρχαία Δωδώνη, τόπος μαντικής και λατρείας

Η Αρχαία Δωδώνη υπήρξε λατρευτικό κέντρο του Δία και της Διώνης. Υπήρξε, επίσης, γνωστό μαντείο του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Προσδιορίζεται γεωγραφικά σε απόσταση περίπου 2 χλμ. από τον οικισμό της Δωδώνης και 22 χλμ. νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων. Κείται σε κλειστή, επιμήκη κοιλάδα, στους πρόποδες του όρους Τόμαρος, σε υψόμετρο 600μ.

Αρχαία Δωδώνη, τόπος θεών
Η ιερή βελανιδιά στο ναό του Δία στη Δωδώνη

Το απόμακρο μαντείο της Δωδώνης επικαλείται ο Αχιλλέας, ενώ στην ψηλόκορφη δρυ λέγεται ότι κατέφυγε ο Οδυσσέας για να γνωρίσει τη θέληση του θεού σχετικά με την επιστροφή του στην Ιθάκη. Σε αυτές τις δρύες, που μιλούν κατέφυγε η Ιώ, προσπαθώντας να ξεφύγει από την οργή της Ήρας.

Αν στα μυθολογικά αυτά δεδομένα που αναφέρονται στο ρόλο της φηγού προσθέσει κανείς το πέταγμα και τους κρωγμούς των περιστεριών, τον ήχο των λεβήτων που περιέβαλλαν την ιερή βελανιδιά, καθώς και το ρόλο των Πελειάδων και των Σελλών (ιερειών και υποφητών του μαντείου) μπορεί να σχηματίσει μια πρώτη εικόνα για τα στοιχεία εκείνα, μέσω των οποίων μεταφέρονται στους θνητούς τα θεϊκά μηνύματα του Δία.

Για την ερμηνεία της ίδρυσης του ο Ηρόδοτος προσπάθησε να συνδυάσει δύο μύθους, εκείνον που αναφέρεται σε δύο γυναίκες που ίδρυσαν μαντείο του Δία στη Λιβύη και και τη Δωδώνη, και τον άλλο που αποδίδει το ρόλο αυτό σε δύο μαύρα περιστέρια καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ταυτίζονται με τα περιστέρια, γιατί μιλούσαν βαρβαρικά και ήταν αιγυπτιακής καταγωγής. Πολύ αργότερα, ο Πλούταρχος ανήγαγε την ίδρυση του μαντείου στον Δευκαλίωνα και την Πύρρα.

Η ίδια τάση εκλογίκευσης της εικόνας του μαντείου παρατηρείται και στους νεότερους μελετητές: Δύο διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις συναντώνται στο λατρευτικό ορίζοντα του ιερού: η λατρεία της μητέρας Γης, η οποία προηγήθηκε και έφτασε στη νότια Ελλάδα και η λατρεία του Δία που ήρθε από το βορρά.

Ωστόσο, η αναζήτηση της πρωταρχικής θεότητας αποδυναμώνει την κατανόηση της φύσης και της λειτουργίας του μαντείου με την πανελλήνια ακτινοβολία. Η μακραίωνη παρουσία του χρηστηρίου του Δία, στο οποίο μάλιστα οικοδομήθηκε και ένας μικρός ναός κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και ο σημαντικός του ρόλος σχεδόν σε όλες τις εποχές απαιτούν μια συνολική θεώρηση των μυθολογικών, λογοτεχνικών και αρχαιολογικών δεδομένων.

Η αρχαιολογική σκαπάνη στη περιοχή τη Δωδώνης έφερε στο φως ένα πλήθος από αξιόλογα ευρήματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα πασίγνωστα πλέον μολύβδινα χρηστήρια-ελάσματα: τα πρώτα σε κορινθιακό αλφάβητο, ανάγονται στον 6ο αιώνα π.Χ. και φέρουν εγχάρακτες ερωτήσεις δημοσίου αλλά και ιδιωτικού χαρακτήρα. Μπορεί οι σωζόμενες απαντήσεις να είναι σπάνιες, η μυθική όμως παράδοση φέρει τον Ηρακλή ως αποδέκτη γραπτών χρησμών από πολύφυλλη δρυ, που όριζαν το τέλος των άθλων του.

Ο ιδιόμορφος αυτός τρόπος χρησμοδοσίας και οι ξεχωριστοί μηχανισμοί επικοινωνίας μεταξύ του κόσμου των θεών και του κόσμου των ανθρώπων καθιστούν αναγκαίες κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τις αναλογίες, τις συμμετρίες, τους αλληλοσυσχετισμούς και τις αντιθέσεις των στοιχείων, που απαρτίζουν την εικόνα του μαντείου.

Η πρώτη έχει να κάνει με τον εξέχοντα ρόλο του πτερωτού βασιλείου, που διασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ των θεών και των ανθρώπων. Η παρουσία του στοιχείου αυτού στον ιερό χώρο της Δωδώνης είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μόνιμη εμφάνιση του αετού στο πλευρό του Δία της Δωδώνης έχει οδηγήσει στην ταύτιση του Δία με το σύμβολο του, σε σημείο που να έχουν λησμονηθεί η παραμερισθεί τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του βασιλιά των πτηνών. Σύμφωνα με τη θρησκευτική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, ο αετός, αγγελιοφόρος, ο μεσολαβητής της θέλησης του Δία, ενώ στα χαρακτηριστικά του θα πρέπει να προστεθούν και εκείνα που έχουν να κάνουν με το ρόλο του στην ανατροφή του Δία τη σχέση του με τη θεϊκή διατροφή, τον ουρανό, τη φωτιά, με άλλες λειτουργίες στενά δεμένες με τον πολιτισμό.

Στο σύμπλεγμα Ζευς-αετός έρχεται να προστεθεί ο σκοτεινός χαρακτήρας των περιστεριών, τα οποία είναι αναπόσπαστα δεμένα με ον ακατανόητο χαρακτήρα των θεϊκών χρησμών. Οι πέλειες, οι οποίες εκφράζουν ανάλογες λειτουργίες με αυτές του αετού, κατοχή δηλαδή της γνώσης και των μυστικών της θεϊκής διατροφής, καλύπτουν με τη σειρά τους το διάστημα που βρίσκεται κοντά στο θεϊκό αλλά και στον ανθρώπινο ορίζοντα.

Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με το σταθερά ριζωμένο στη γη κόσμο της φύσης και των ανθρώπων. Απέναντι στη συνεχή κίνηση του χώρου των πτηνών προβάλλει η φηγός, που κυριαρχεί στη μαντική διαδικασία διερμηνεύοντας με το θρόισμα των φύλλων της τα θεϊκά λόγια. Πρόκειται για ένα δέντρο που καλύπτει πολλαπλές λειτουργίες του γήινου κόσμου. Αναπόσπαστα δεμένη με τη γη, εκφράζει ό,τι σχέση με την αυτοχθονία, ενώ οι καρποί της δίνουν το στίγμα του τρόπου διατροφής που προηγήθηκε από το στάδιο της μαγειρεμένης τροφής και τη χρήση της φωτιάς. Η πρώιμη παρουσία της στον ελληνικό πολιτισμό δηλώνεται και σε μύθους που τη συνδέουν άλλοτε με τον Απόλλωνα, ο οποίος ερωτεύτηκε τη νύμφη Δρυόπη, και άλλοτε με τους Δρύοπες, που θεωρούνταν από τους πρώτους κατοίκους της ελληνικής Χερσονήσου.

Ο κατεξοχήν μαντικός χαρακτήρας της φηγού στη Δωδώνη έφερε σε δεύτερη μοίρα τα υπόλοιπα στοιχεία του μαντείου. Οι λέβητες έχουν συνδεθεί με τη μαντική λειτουργία λόγω του ιδιότυπου ηχητικού τρόπου μετάδοσης της θεϊκής βούλησης. Οι λέβητες είναι ένα όργανο με συγκεκριμένες λειτουργίες στο ανθρώπινο κοινωνικό και θρησκευτικό πεδίο.

Οι μυθικές διηγήσεις δεν αναφέρονται καθόλου στη χρήση των λεβήτων σε σχέση με τη διατροφή, αναφέρουν όμως μια περίεργη τιμωρία των προφητών που τις έριξαν στη φωτιά ή το ζεστό νερό των λεβήτων. Διαδικασία που θυμίζει τελετές αναγέννησης ή ξανανιώματος. Οι λέβητες δεν χρησιμοποιούνταν μόνο στην προετοιμασία της τροφής αλλά και εξασφαλίζουν την αθανασία, λειτουργία που είναι κατά κάποιον τρόπο αντίστοιχη με τη μαντική.

Οι προφήτες του μαντείου οι Πέλειες κατέχουν αμφίσημη θέση στο πλαίσιο του ιερού. Παραπέμπουν άλλοτε στις πέλειες-περιστέρια και άλλοτε στις νεαρές (Πελειάδες) ή γριές (Πέλειες) που διασφαλίζουν την επικοινωνία μεταξύ φύσης και θεών. Ο χαρακτήρας τους είναι σκοτεινός και συμβαδίζει με το χαρακτήρα των υποφητών του μαντείου, των Σελλών. Οι τελευταίοι έχουν συνδεθεί πότε με αντιλήψεις περί αυτοχθονίας και πότε με κοινωνικές, που σχετίζονται με τη μαντική διαδικασία και την επαφή τους με τη γη.

Ο σταθερός κόσμος της γης και ο αέναα κινούμενος κόσμος των πτηνών τελούν υπό την κυριαρχία του Δία, κατόχου της απόλυτης εξουσίας και γνώσης. Στη βασιλεία του όμως αυτή ο Ζευς συνοδεύεται και από τη Διώνη, η οποία με τις δικές της ιδιότητες και τη θεϊκή της υπόσταση ολοκληρώνει το σχήμα του θεϊκού ζευγαριού, που εποπτεύει όλα τα προβλήματα της φυσικής και ανθρώπινης τάξης.

Η εικόνα του μαντείου γίνεται κατανοητή μόνο, όταν όλα τα στοιχεία που την απαρτίζουν πάρουν τη θέση, που τους ταιριάζει στο ιδιόμορφο αυτό οικοδόμημα, το οποίο καλύπτει ολόκληρο το σύμπαν και αντανακλά τα κυριότερα προβλήματα αυτού του κόσμου. Οι πολλαπλές συνδέσεις των στοιχείων του μαντείου οδηγούν στη διαπίστωση ενός αριστοτεχνικού δημιουργήματος του ανθρώπινου πνεύματος, ενός ιερού που εκφράζει κάτω από ένα μυθικό μανδύα ό,τι συνιστά το ανθρώπινο σύμπαν: τη συνειδητοποίηση δηλαδή της ανθρώπινης φύσης σχετικά με τον περιοριστικό χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης και της ανάγκης για επικοινωνία με το θείο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εκπροσωπείται από το θεϊκό ζεύγος Δίας-Διώνη.

Έλληνας και Γραικός

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η περιοχή της Αρχαίας Δωδώνης και των σημερινών Ιωαννίνων είναι η κοινή κοιτίδα αφενός των Ελλήνων αφετέρου των ονομάτων Έλληνας και Γραικός.

Έλληνας και Γραικός

Έλληνες ονομάζονταν αρχικά μόνον οι κάτοικοι μιας μικρής περιοχής της κεντρικής Eλλάδας, της Θεσσαλικής Φθίας. Aυτή γνωρίζει ο Όμηρος ως Ελλάδα. Aχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Aρ­­γείοι είναι τα ονόματα που χαρακτηρίζουν τους Έλληνες στον Όμηρο, καθώς επίσης και το όνομα Πανέλληνες.

Tον 7ο αι. η ονομασία Πανέλληνες έχει επικρατήσει, κάτι που συναντάμε στο έργο του Ησίοδου και του Αρχίλοχου. Από το Παν-έλληνες αποσπάστηκε και γενικεύθηκε η ονομασία Έλληνες / Έλλην, εξ ού και ο τονισμός Έλλην αντί Ελλήν / Ελλάν.

Ο Θουκυδίδης, σχολιάζοντας την ποικίλη ονομασία των Eλλήνων, αναφέρει (A΄, 3): «πολλῷ γὰρ ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Tρωικῶν γενόμενος [ενν. ο Όμηρος] οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ὠνόμασεν [ενν. Έλληνες] οὐδ’ ἄλλους ἢ τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ἀνακαλεῖ».

Ο Αριστοτέλης γράφει ότι κοντά στη Δωδώνη «ώκουν οι Σελλοί και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες. Οι Αλεξανδρινοί θεώρησαν τις δύο ονομασίες ταυτόσημες. Οι Λατίνοι υιοθέτησαν τη λέξη Γραικός. Για τους λόγους αυτής της προτίμησης τους είχαν αναπτύξει ποικίλες θεωρίες. Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι από την ευβοϊκή πόλη Γραία μεταφέρθηκε το όνομα στην Κύμη, αποικία στην Ιταλία, από όπου διαδόθηκε ευρύτερα. Όμως νεότερες έρευνες έδειξαν ότι το όνομα μεταδόθηκε στην Ιταλία από τις ηπειρωτικές ακτές της Αδριατικής.

Περαιτέρω, η γενίκευση τής ονομασίας Έλληνες (από τον 6ο αι.) έγινε μέσα από τους θεσμούς που ένωναν και χαρακτήριζαν όλους τους κατοίκους τής Eλλάδας, δηλ. μέσα από τα κοινά ιερά (Δελφών και Oλυμπίας) και τους πανελλήνιους αγώνες, ιδίως τους Ολυμπιακούς, μέσα από την αίσθηση της κοινής για όλους τους Έλληνες γλώσσας, από την ενιαία ταύτιση των Ελλήνων στις πολυάριθμες αποικίες που ίδρυσαν εκτός Eλλάδος και, γενικά, μέσα από χαρακτηριστικά εθνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ηθικά, μορφωτικά, που ξεχώριζαν τους Έλληνες ως ενιαίο εθνικό σύνολο από άλλα έθνη, όπως ήταν οι λεγόμενοι βάρβαροι.

Στους αλεξανδρινούς χρόνους Έλληνες και Eλληνίζοντες και Eλληνιστές ονομάζονται αυτοί που μιλούν την ελληνική γλώσσα και μάλιστα, από τον 1ο αι. π.X., την απλοποιημένη Αλεξανδρινή Kοινή έναντι της Aττικής (αττικισμός), που άρχισαν να γράφουν και να μιλούν τότε οι λόγιοι.

Το όνομα Γραικός απέκτησε καθολική χρήση κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Μάλιστα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, λίγο πριν τη άλωση της Κωνσταντινούπολης, αναφέρεται ότι συνήλθαν «Λατίνοι τε και Γραικοί», όπου το Γραικός είναι συνώνυμο του ελληνορθόδοξου.

Μέχρι της επικρατήσεως του χριστιανισμού το όνομα Έλληνες είναι απλό εθνικό. Με τον χριστιανισμό το Έλληνες παίρνει αρχικώς τη σημασία «ειδωλολάτρες, εθνικοί», αυτοί που πι­­στεύουν σε πολλούς θεούς, άρα οι μη (μονοθεϊστές) χριστιανοί και Iου­δαίοι. Αργότερα το όνομα Έλληνες σημαίνει γενικότερα τους «μη χριστιανούς» (Έλληνες και άλλους), ενώ οι κάτοικοι της Ελλάδας καλούνται Ελλαδικοί.

Οι Bυζαντινοί Έλληνες χριστιανοί, ιδίως ο κλήρος, τηρούν συχνά και για πολλούς αιώνες στάση καχυποψίας και δυσπιστίας προς την ελληνική παιδεία, που κατά βάθος τη θεωρούν αντιχριστιανική. Ωστόσο, ήδη στο Βυζάντιο, ιδίως από τον 7ο αι. κ. εξ. αρχίζει να χρησιμοποιείται σποραδικά ο όρος Έλλην.

Μετά την Επανάσταση του 1821, όλο και αποκλειστικότερα χρησιμοποιήθηκε το όνομα Έλληνας, όχι μόνο στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους, αλλά και διεθνώς.

Πηγή: https://www.babiniotis.gr

Η μουσική και το μυαλό μας

Η μουσική είναι ένας πολύ σημαντικός τρόπος διδαχής και εσωτερίκευσης ενός μηνύματος. Επομένως, χρειάζεται να δίνουμε προσοχή σε αυτό που ακούμε και στο τι παίρνουμε από αυτό, ακριβώς επειδή μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Η μουσική

Είναι γνωστό ότι η μουσική τονώνει το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου μας, το τμήμα που είναι υπεύθυνο για την ανταπόκριση στα εξωτερικά ερεθίσματα όπως τα συναισθήματα.

Η εσωτερίκευση ενός μηνύματος μπορεί να συμβεί μέσω διαφόρων τύπων επικοινωνίας. Η μουσική, ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και του τρόπου ζωής μας, είναι ένας από αυτούς. Υπάρχουν πολλά είδη που μπορεί να σας ταιριάζουν ή ακόμα και να επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτεστε και αισθάνεστε. Υπάρχουν ακόμη και τραγούδια που κάποιοι άνθρωποι τα θεωρούν ως δείγματα σύγχρονης ποίησης.

Οι στίχοι των τραγουδιών είναι ένας τρόπος μεταφοράς ενός μηνύματος στον κόσμο. Αυτό το μήνυμα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, παραμένει στο μυαλό μας, ειδικά αν το τραγούδι είναι επιτυχημένο. Ως αποτέλεσμα, κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι είναι μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου.

Η μουσική επηρεάζει το σώμα μας

Η μουσική μπορεί να έχει τεράστια επίδραση στη γνωστική μας ανάπτυξη. Είναι ένα εργαλείο χαλάρωσης που χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα. Αλλά πώς επηρεάζει το σώμα μας;

Αυτό που οι νευροεπιστήμονες ονομάζουν συναισθηματικός εγκέφαλος, είναι υπεύθυνος για τη ρύθμιση των συναισθημάτων. Περιλαμβάνει την αμυγδαλή, τον υποθάλαμο και τον θάλαμο. Επίσης γνωστό ως μεταιχμιακό σύστημα, αυτό το τμήμα του εγκεφάλου είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση όλων των αποκρίσεων του σώματός μας σε διαφορετικά περιβαλλοντικά ερεθίσματα όπως ο φόβος, η αηδία, η χαρά, η ντροπή, η ευφορία, η θλίψη κ.λπ.

Όταν ακούμε μουσική, διάφορες χημικές ουσίες ενεργοποιούνται στο κεντρικό νευρικό μας σύστημα. Αυτές οι ουσίες ενθαρρύνουν την απελευθέρωση διαφορετικών νευροδιαβιβαστών, όπως η ντοπαμίνη και οι ενδορφίνες, που μας παρέχουν μια αίσθηση ευεξίας και χαράς.

Κάποια τραγούδια είναι ικανά να δημιουργήσουν συναισθήματα. Με αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος που ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο μελωδικό μήνυμα, μπορεί να αισθανθεί την ενεργοποίηση του μεταιχμιακού του συστήματος.

Η μουσική μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο σκέψης μας

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η μουσική μπορεί να διεγείρει συναισθήματα και να επηρεάσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Για παράδειγμα, σε μια κατάσταση που απαιτεί να εκλογικεύσετε ή να λάβετε μία απόφαση, μπορεί να μειώσει το επίπεδο ενέργειας που απαιτείται. Σε έναν βαθμό, το μήνυμα που ακούτε σε ένα τραγούδι μπορεί να επηρεάσει και τον τρόπο συμπεριφοράς σας.

Σε κοινωνικό επίπεδο, οι μελωδίες έχουν τη δύναμη να δημιουργούν δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι, η μουσική ουσιαστικά ενισχύει την αίσθηση του ανήκειν σε μια ομάδα, ειδικά όταν τραγουδάμε τραγούδια που αντικατοπτρίζουν τις αξίες μίας συγκεκριμένης ομάδας.

Στην πραγματικότητα, αυτό το επιτυγχάνουν πολλοί ύμνοι. Εν τέλει, μια μελωδία και μερικοί στίχοι μπορεί να ενώσουν μια ομάδα ανθρώπων, καθιστώντας το τραγούδι σύμβολο όσων τους αντιπροσωπεύουν και τους ορίζουν.

Παράδειγμα ενός είδους μουσικής με μεγάλη επιρροή

Το μουσικό είδος R.A.C (Ροκ Ενάντια στον Κομμουνισμό) πρωτοεμφανίστηκε στη δεκαετία του ’80 ως μια παραλλαγή της ροκ μουσικής, που συνδέθηκε με το κίνημα των skinheads. Την εποχή εκείνη, οι άνθρωποι διοργάνωναν πολλές συναυλίες κατά του ρατσισμού και των αυτονομιστικών κινημάτων. Ως απάντηση, διάφορα εθνικιστικά και ακροδεξιά πολιτικά κόμματα υιοθέτησαν το είδος πανκ για την προπαγάνδα τους.

Το περιεχόμενο της μουσικής R.A.C είναι κυρίως ρατσιστικό και ξενοφοβικό. Το πρόβλημα προκύπτει βεβαίως όταν οι θεατές αρχίζουν να εσωτερικοποιούν το μήνυμα που παίρνουν και το κάνουν δικό τους. Η εξιδανίκευση μιας ομάδας ή ενός τραγουδιστή μπορεί να οδηγήσει κάποιους ανθρώπους να δικαιολογήσουν ή να υλοποιήσουν αυτό που τραγουδάει.

Επιπλέον, οι προκαταλήψεις σε αυτά τα είδη τραγουδιών μπορούν ακόμη και να αλλάξουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Κάποιοι τα χρησιμοποιούν ιδιαίτερα ως απάντηση και ως ένα γρήγορο επιχείρημα σε μια κατάσταση που απαιτεί γνωσιακή προσπάθεια. Με αυτό τον τρόπο, η μουσική κάνει τους ανθρώπους να δημιουργήσουν και να πιστέψουν μια προ-καθορισμένη ιδέα για κάτι ή κάποιον χωρίς πρώτα να κρίνουν και κατ’ επέκταση να αμφισβητήσουν εάν αυτά τα επιχειρήματα είναι όντως αληθή.

Το μήνυμα αυτού του είδους μουσικής μπορεί μερικές φορές να θολώσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της εγκληματικής συμπεριφοράς και της ελευθερίας του λόγου.

Η δύναμη της μουσικής

Τα οφέλη της μουσικής έχουν καταδειχθεί κατ’ επανάληψη σε πολλά ερευνητικά πειράματα για τη λειτουργία του εγκεφάλου και του σώματος. Επίσης, η μουσική αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της κουλτούρας μας και μπορεί κανείς να πει ότι την ορίζει και τη διαμορφώνει.

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι τα τραγούδια είναι ένας πολύ σημαντικός τρόπος διδαχής και εσωτερίκευσης ενός μηνύματος. Επομένως, χρειάζεται να δίνουμε προσοχή σε αυτό που ακούμε και στο τι παίρνουμε από αυτό, ακριβώς επειδή μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr