Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς (912-969)

Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς (912 – 11 Δεκεμβρίου 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963 έως το 969. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην αναζωπύρωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα.

Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς
Ο Νικηφόρος Β΄΄ Φωκάς

Ο Βίος του Νικηφόρου Β΄ Φωκά

O Νικηφόρος Β΄Φωκάς καταγόταν από τη μεγάλη στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ακολούθησε και ο ίδιος στρατιωτική σταδιοδρομία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαγίστρου. Το 960, με την ιδιότητα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (Άραβες). Συγκέντρωσε το βυζαντινό στρατό στα Φύγελα της Μ. Ασίας, κατέπλευσε στον κόλπο του Αλμυρού και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Στρατοπέδευσε κοντά στο Xάνδακα (σημ. Ηράκλειο), την πρωτεύουσα της Κρήτης, επιχειρώντας ταυτόχρονα επιθέσεις εναντίον των τειχών και εξορμήσεις στο εσωτερικό, για να υποτάξει ολόκληρο το νησί. Ύστερα από εννέα μήνες δραματικής πολιορκίας, το Μάρτιο του 961, κατέλαβε το Χάνδακα και επανέφερε την Κρήτη στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος.

Πριν από την αναχώρησή του, ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά το νησί (αφήνοντας μάλιστα για τη θρησκευτική στήριξη, αναμόρφωση και τον επανεκχριστιανισμό του νησιού, τον εκ του Πολεμονιακού Πόντου καταγόμενο Άγιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε») και άφησε αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα, όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Ωστόσο, η νέα πρωτεύουσα δεν κατάφερε να επιβληθεί, με αποτέλεσμα ο Χάνδακας να αναβιώσει και να γίνει έπειτα από λίγο το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Κρήτης. Κατά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, τελέστηκε θρίαμβος ενώπιον του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ και μεγάλου πλήθους.

Ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄Φωκάς

Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’, η χήρα του Θεοφανώ κάλεσε το Νικηφόρο στην πρωτεύουσα, έχοντας πρόθεση να του ζητήσει προστασία για τα παιδιά της και την ίδια. Με την άφιξή του στην Πόλη, και μπροστά στην απαστράπτουσα ομορφιά της Θεοφανούς, φαίνεται ότι την ερωτεύτηκε ειλικρινά και ξέχασε τους προηγούμενους όρκους του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Η αυτοκράτειρα, παρ’ όλα αυτά, με χαρά δέχτηκε το γάμο που της πρότεινε ο Νικηφόρος, διότι προστάτευε σε μεγάλο βαθμό τα οικογενειακά και προσωπικά της συμφέροντα, με προστάτη έναν αδέκαστο και αφοσιωμένο στρατιώτη. Έτσι, ο Νικηφόρος Φωκάς παντρεύτηκε την Θεοφανώ και τον Αύγουστο του 963 στέφθηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας από τον πατριάρχη Πολύευκτο.

Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή, τους οποίους είχε εγκαινιάσει με επιτυχία σε όλα τα επίπεδα. Απομάκρυνε τους Άραβες από την Κιλικία, ανακατέλαβε την Κύπρο και προσάρτησε μεγάλο μέρος της Συρίας, προχωρώντας έως την Τρίπολη. Παράλληλα, έδειξε ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των βυζαντινών συμφερόντων στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Επιβεβαίωσε έτσι τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο και εκτίναξε τα σύνορα της αυτοκρατορίας έως πέρα από τον ποταμό Ευφράτη. Με ανάλογη ευαισθησία αντιμετώπισε και τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, επιχειρώντας σύντομη εκστρατεία κατά μήκος των βυζαντινο-βουλγαρικών συνόρων και καταλαμβάνοντας χωρίς δυσκολίες όλα τα σημαντικά φρούρια.

Ωστόσο, η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις.

Η δολοφονία του Νικηφόρου Β΄Φωκά

Ο ανιψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνιση του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ’ ολίγο να του έσωζε τη ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη.

Τα μέλη της συνωμοσίας είχαν ορίσει την 10η Δεκεμβρίου ως την ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου τους για την δολοφονία του αυτοκράτορα. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Θεοφανώ (από τους πρωτεργάτες της συνωμοσίας) είχε βοηθήσει στην είσοδο των υπολοίπων μελών κρυφά στο παλάτι ντύνοντας τους με γυναικεία ρούχα, κάτω από τα όποια έκρυβαν τα φονικά τους όπλα. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο όποιος είχε ηγετικό ρολό σε αυτήν την συνωμοσία, για να μην κινήσει υποψίες βρισκόταν στο Πέραν. Ωστόσο οι ενέργειες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες και έφτασαν στα αυτιά του Νικηφόρου. Αυτός ανήσυχος έστειλε τον Μιχαήλ, έναν από τους πιο έμπιστους ευνούχους του, όπως πίστευε, για να ερευνήσει το παλάτι. Αυτός όμως από ότι φαίνεται είχε ταχθεί με το μέρος της Θεοφανούς και έτσι δεν ανέφερε τίποτα το ασυνήθιστο στον αυτοκράτορα. Τη νύχτα αυτή, όπως αναφέρεται από τον Λέοντα τον Διάκονο, μια τρομερή χιονοθύελλα είχε ξεσπάσει στην Πόλη. Οι συνεργάτες του Τσιμισκή φοβούνταν μήπως δεν κατάφερνε να διασχίσει εγκαίρως τον φουρτουνιασμένο Κεράτιο κόλπο καθώς επέβαινε σε μικρή βάρκα και δεν είχε δάδα αναμμένη, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς των τειχών. Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι, έτοιμος για δράση.

Ο αυτοκράτορας, ανυποψίαστος για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δίπλα του, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα, συνήθεια που είχε αποκτήσει όσο καιρό ήταν στρατιωτικός, σε μια γωνία του αυτοκρατορικού δωματίου. Την προκαθορισμένη ώρα οι συνωμότες οδηγημένοι από κάποιον έμπιστο του αυτοκράτορα βρέθηκαν στην κάμαρά του. Όταν είδαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι άδειο τους κυρίευσε τρόμος και πανικός γιατί πίστευαν ότι η συνωμοσία τους είχε αποκαλυφθεί και οι αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες τους είχαν στήσει παγίδα για να τους συλλάβουν την ώρα που θα εκτελούσαν την αποτρόπαια ενέργειά τους. Τελικά τη λύση την έδωσε πάλι ο έμπιστος του Φωκά που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, δείχνοντας τους την σκοτεινή γωνία του δωματίου που κοιμόταν ο Νικηφόρος. Τότε ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης τράβηξε το ξίφος του και κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα στον αυτοκράτορα με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Την στιγμή αυτή φαίνεται να ξύπνησε ο Νικηφόρος και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξεφύγει, χτυπήθηκε στο πρόσωπο από το σπαθί του ταξίαρχου αλλά δεν σκοτώθηκε. Στην τραγική κατάσταση που βρισκόταν, τυφλωμένος απ τα αίματα, ανήμπορος να αντιδράσει και εγκαταλελειμμένος από όλους, έστρεψε τις τελευταίες του ελπίδες στην Παναγία που τόσο ευλαβούταν. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Οι αυτοκρατορικοί φρουροί θορυβημένοι από τον φασαρία μπήκαν στην καμάρα. Όταν αντίκρισαν το ακέφαλο σώμα του Νικηφόρου μέσα σε μια λίμνη αίματος κατάλαβαν ότι είχαν φτάσει πολύ αργά.

Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας Ιωάννη Τσιμισκή. Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παραπεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για το Νικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».

Ο άνθρωπος Νικηφόρος Β΄Φωκάς

Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας.

Πριν γίνει αυτοκράτορας, ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε τη σωματική αντοχή και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Πριν παντρευτεί τη Θεοφανώ, ήταν χήρος και είχε ορκιστεί αποχή.

Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και, αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος. Λίγο αργότερα, με ιδιαίτερη διακριτικότητα παντρεύτηκε τη Θεοφανώ, αντιμετωπίζοντας όμως εκκλησιαστικές αντιδράσεις, κυρίως του πατριάρχη Πολύευκτου, διότι ήταν νονός κάποιου από τα παιδιά της Θεοφανούς. Η στρατιωτική του πολιτική ήταν απόλυτα επιτυχής, ήταν όμως μάλλον κακός διπλωμάτης, προκαλώντας αναταραχή στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Δυτικούς, τους Βούλγαρους και τους Ρως. Γνωστό είναι το περιστατικό με το Λιουτπράνδο, απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α’. Ατυχώς δε, έλαβε μέτρα ευνοϊκά για τη μεγάλη γαιοκτησία, με αποτέλεσμα να γίνει αντιπαθής στο λαό.

Βοήθησε τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη να χτίσει την πρώτη μονή του Αγίου Όρους, τη σημερινή Μεγίστη Λαύρα, θέτοντας ένα επίσημο πλαίσιο λειτουργίας της μονής και όλης της περιοχής. Λέγεται ότι κάτω από το αυτοκρατορικό ένδυμα φορούσε ράσα και είχε εκδηλώσει την επιθυμία να εγκαταλείψει το θρόνο και να γίνει μοναχός. Αξίζει να σημειωθεί η προσπάθειά του να τιμήσει ως μάρτυρες όλους τους στρατιώτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων του με τους μουσουλμάνους. Η προσπάθεια αυτή όμως βρήκε αντίθετους την Εκκλησία και ως εκ τούτου ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του.

Σήμερα, μία Φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομά του, και πιο συγκεκριμένα η Φ/Γ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ (F-466).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νικηφόρος_Β’_Φωκάς

Please follow and like us:
error0

Αφιλόξενα Περιβάλλοντα

Υψηλότατες θερμοκρασίες, απόκοσμα χρώματα και εξαιρετικά αντίξοες και αφιλόξενες για την παρουσία ζωής συνθήκες χαρακτηρίζουν την περιοχή γύρω από το ηφαίστειο Νταλόλ στη βόρεια Αιθιοπία. Οι υδροθερμικές λίμνες που βρίσκονται εκεί θεωρούνται ότι είναι κάποια από τα πιο αφιλόξενα περιβάλλοντα που μπορεί να συναντήσει κανείς στη Γη- και, σύμφωνα με νέα έρευνα, κάποιες εξ αυτών φαίνονται να είναι εντελώς κενές ζωής.

Αφιλόξενα Περιβάλλοντα

Διαφορετικές μορφές ζωής στον πλανήτη μας έχουν προσαρμοστεί έτσι ώστε να επιβιώνουν υπό κάποιες εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, όπως μέρη που είναι εξαιρετικά θερμά, εξαιρετικά όξινα κλπ, ανέφερε,  σύμφωνα με δημοσίευμα του Live Science, η Πουριφικασιόν Λόπεζ Γκαρσία, διευθύντρια ερευνών του Γαλλικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών και senior author της έρευνας. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον θα ήταν δυνατόν μια μορφή ζωής να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον που συνδυάζει πολλά από αυτά τα «αφιλόξενα» χαρακτηριστικά, όπως τα νερά του Νταλόλ.

Για να διαπιστώσουν εάν αυτό το περιβάλλον ξεπερνά τα όρια αντοχής της ζωής στον πλανήτη μας, οι ερευνητές εξέτασαν μια σειρά δειγμάτων άλμης, από λίμνες με εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση αλατιού στην περιοχή. Κάποιες ήταν εξαιρετικά θερμές, αλμυρές και όξινες, ενώ άλλες ήταν πολύ θερμές και αλμυρές, αλλά δεν ήταν πολύ όξινες. Οι επιστήμονες ανέλυσαν όλο το γενετικό υλικό που βρέθηκε στα δείγματα για να εντοπίσουν οργανισμούς που ζούσαν εκεί.

Κάποιες από τις πιο «ήπιες» λίμνες ήταν γεμάτες χλωριούχο νάτριο, κάτι που κάποιοι μικροοργανισμοί μπορούν να αντέξουν. Τα πλέον αφιλόξενα περιβάλλοντα είχαν υψηλές συγκεντρώσεις άλατος που βασίζεται στο μαγνήσιο, κάτι που είναι καταστροφικό για τη ζωή, επειδή το μαγνήσιο διασπά την κυτταρική μεμβράνη, όπως είπε η Λόπεζ Γκαρσία.

Σε αυτά τα εξαιρετικά ακραία περιβάλλοντα, που ήταν πάρα πολύ όξινα, θερμά και περιείχαν άλατα μαγνησίου, οι ερευνητές δεν βρήκαν DNA- και ως εκ τούτου καθόλου ίχνη ζωντανών οργανισμών, σύμφωνα με τη μελέτη. Οι επιστήμονες βρήκαν ένα μικρό ίχνος DNA από μονοκύτταρους οργανισμούς (αρχαία), εάν «επέβαλλαν τις συνθήκες» σε αυτά τα δείγματα, σημείωσε η Λόπεζ Γκαρσία. Ωστόσο, ακόμα και έτσι, θεωρείται πως μάλλον πρόκειται για μόλυνση από κάποια κοντινή περιοχή, από τον άνεμο ή από ανθρώπους.

Στις λιγότερο αφιλόξενες λιμνούλες οι ερευνητές βρήκαν μεγάλη ποικιλία μικροβίων- κυρίως αρχαία. «Η ποικιλότητα των αρχαίων είναι πολύ πολύ μεγάλη και προκαλεί έκπληξη» είπε η Λόπεζ Γκαρσία. Ερευνητές ανακάλυψαν κάποια αρχαία που είναι γνωστό πως ζουν σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση άλατος και κάποια που δεν ήταν γνωστό πως μπορούν να επιβιώσουν υπό τέτοιες συνθήκες.

Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι υπάρχει μία διαβάθμιση στα ακραία περιβάλλοντα, κάποια από τα οποία φιλοξενούν ζωή και άλλα όχι- και αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει ως προς τις έρευνες για ύπαρξη ζωής αλλού στο σύμπαν. «Υπάρχει αυτή η ιδέα…πως οποιοσδήποτε πλανήτης με νερό σε υγρή μορφή στην επιφάνεια είναι κατοικήσιμος» είπε. Ωστόσο, όπως δείχνουν οι λίμνες στην Αιθιοπία, το νερό «μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά δεν επαρκεί».

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/entry/vretheke-meros-ste-ye-poe-den-mporei-na-epiviosei-zoe_gr_5dcd7161e4b0d43931d0bf40?utm_hp_ref=gr-episteme

Please follow and like us:
error0

Ο Ναπολέων Ζέρβας (1891-1957)

Ο Βίος του Ναπολέοντα Ζέρβα

Ο Ναπολέων Ζέρβας γεννήθηκε το 1891 στην Άρτα, πατέρας του ήταν ο Νικόλαος Ζέρβας- πολέμησε το 1897 για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους-και μητέρα του η Ευανθία το γένος Κωνσταντοπούλου. Η οικογένεια των Ζερβαίων, σαν γνήσια Σουλιώτικη φάρα, πρωτοστάτησε στους αγώνες κατά του Αλή πασά και πολλοί από αυτούς υπήρξαν οπλαρχηγοί στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος ο Ζέρβας υπαινισσόταν την ιστορική καταγωγή του λέγοντας πολλές φορές: «Είμαι Ναπολέων, είμαι και Ζέρβας».

Ο Ναπολέων Ζέρβας
Ο Ναπολέων Ζέρβας (δεύτερος από αριστερά)

Ο Ναπολέων Ζέρβας στρατιωτικός

Ο Ναπολέων Ζέρβας το 1910 κατατάσσεται ως εθελοντής οπλίτης στο στράτευμα, τα χρόνια είναι δύσκολα απαιτούν αγώνες και θυσίες και ο ίδιος το ξέρει καλά. Επηρεασμένος από το κίνημα στο Γουδί και τον «Στρατιωτικό σύνδεσμο» είναι φανατικός υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Πολεμά στους Βαλκανικούς και προάγεται τιμητικά στο βαθμό του Ανθυπασπιστή «επ’ανδραγαθία». Το 1914 αποφοιτά από τη Σχολή Υπαξιωματικών. Σαν γνήσιος Φιλελεύθερος και σφόδρα αντιβασιλικός στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού προσχωρεί στο κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» το 1916. Μάλιστα για ένα διάστημα θα διατελέσει και υπασπιστής της τριανδρίας Βενιζέλου-Δαγκλή-Κουντουριώτη.

Το 1917 πολεμά στο Μακεδονικό μέτωπο εναντίον των Γερμανοβουλγάρων. Εξαιτίας του θάρρους και της ανδρείας του το 1920 φτάνει στο βαθμό του Ταγματάρχη «επ’ ανδραγαθία». Το ’21 επιστρέφει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Ζέρβας, μαζί με μια ομάδα βενιζελικών αξιωματικών εξορίζεται αυτοβούλως στην Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στο στράτευμα μετά την Μικρασιατική καταστροφή ως Ταγματάρχης. Το καλοκαίρι του 1925 διορίζεται Φρούραρχος Αθηνών από το στρατιωτικό καθεστώς του Πάγκαλου.

Ένα χρόνο μετά θα αλλάξει «στρατόπεδο» και θα ανατρέψει τον Πάγκαλο στο πλευρό του Γεωργίου Κονδύλη. Παρ’ όλα αυτά ο Κονδύλης θα αξιώσει τη διάλυση των δύο Ταγμάτων Δημοκρατικής Φρουράς, των οποίων ηγούνταν οι Ζέρβας, Ντερτιλής. Αποτέλεσμα ήταν οι αιματηρές συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας και η οριστική διάλυση των Ταγμάτων. Οι δύο αξιωματικοί πέρασαν από Στρατοδικείο και αμνηστεύτηκαν αργότερα (1928) από την κυβέρνηση του Βενιζέλου.

Ο Ζέρβας αποστρατεύεται με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά ακόμη και στον πόλεμο του ’40 δεν του επετράπη να πολεμήσει τον εισβολέα. Σύντομα όμως θα οδηγούνταν στην κορύφωση ενός προσωπικού μεγαλείου, ικανού να τον συμπεριλάβει στο πάνθεο των Ηρώων της νεότερης Ελληνικής ιστορίας.

Στις 27 του Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Στις 14 Απριλίου ο Ναπολέων Ζέρβας θα φυλακισθεί στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη για δύο ολόκληρες βδομάδες. Γράφει ο έμπιστος του Ζέρβα, Μιχάλης Μυριδάκης (Αγώνες της Φυλής – Εθνική Αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ 1941-1944, τόμος Ά, σελ. 15): «Ο Ζέρβας από τις φυλακές του Μακρυγιάννη με πόνο στην ψυχή και συντριβή έβλεπε τους υπερφίαλους Γερμανούς να υψώνουν τον αγκυλωτό σταυρό στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως κι αυτός ευρισκόταν φυλακισμένος σαν επικίνδυνος αγγλόφιλος…».

Και ενώ οι γερμανόφιλοι αφέθηκαν ελεύθεροι, μετά την είσοδο των Γερμανών, η κράτηση του Ζέρβα έγινε αυστηρότερη. Το καθεστώς του Μεταξά δεν του συγχωρεί τις μυστικές του επαφές με τους Βρετανούς. ‘Ηδη απο τον Φλεβάρη του ’41 ο Ζέρβας συναντήθηκε με τον Άντονυ Ήντεν στην Αθήνα με σκοπό τη δημιουργία αντάρτικου εναντίον των Γερμανών. Ο Ζέρβας βλέποντας μπροστά από την εποχή του, πρότεινε στον Ήντεν να εφαρμόσει την θεωρία του «εδαφικού πολέμου», δηλαδή του ανταρτοπολέμου. Πίστευε ότι έτσι θα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά οι Γερμανοί.

Την ίδια περίοδο ακριβώς, έστελνε υπομνήματα στον Άγγλο ναύαρχο Τερλ για τον ίδιο σκοπό. Τον Μάρτιο του 1941, ο Ζέρβας παρέδωσε σε Βρετανό αξιωματικό μία λίστα με γερμανόφιλους αξιωματικούς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι πρίν την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ο Ζέρβας είχε παρευρεθεί μία τουλάχιστον φορά σε μυστική συνάντηση με γερμανόφιλους παράγοντες. Επειδή ο Ζέρβας ήταν φανατικός αγγλόφιλος, δεν αποκλείεται να λειτούργησε εκείνη την περιόδο σαν πληροφοριοδότης των Βρετανών.

Άλλωστε, λίγο πριν την κατάληψη της πόλης των Αθηνών από τα χιτλερικά στρατεύματα και οι γερμανόφιλοι και οι αγγλόφιλοι διαφωνούσαν με την πολιτική του Μεταξά, αμφότεροι για δικούς του λόγους. Η φασιστική Γκεστάπο θα τον στοχοποιήσει, γιατί ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε τη σημασία του ανταρτοπολέμου, θα τον καλέσει αρκετές φορές στα κρατητήρια της με αποκορύφωμα την τελευταία του «επίσκεψη» μια νύχτα του Ιουλίου του 1942. Εκεί οι Γερμανοί θα του ξεκαθαρίσουν ότι γνωρίζουν τη συνομωτική του δράση και τις επαφές του με τους Άγγλους, ωστόσο δεν είχαν αποδείξεις.

Παρ’όλα αυτά τον ενημέρωσαν πως «αν όμως σε συλλάβουμε, αύριο ή μεθαύριο, θα σε εκτελέσουμε». Αυτή η απειλή των Γερμανών σε συνδυασμό με τις απειλές του Μπάμπη Κουτσογιαννόπουλου, ηγετικού μέλους του «Προμηθέα ΙΙ» συνδέσμου των Βρετανών με την Αθήνα, θα επισπεύσουν την έξοδο του Ζέρβα στο βουνό. Αργότερα θα αποδειχτεί ο σκοτεινός ρόλος του Κουτσογιαννόπουλου με τις δυσμενέστατες εκθέσεις που έστελνε στους Άγγλους για τον Ζέρβα.

Η προσωπική εμπάθεια του για τον Στρατηγό, σε συνδυασμό με την αδικαιολόγητη συμπάθεια προς το ΕΑΜ οδήγησε πολλούς στο να υποθέσουν ότι ο Κουτσογιαννόπουλος ήταν πράκτορας του ΕΑΜ. Τελικά ο Ζέρβας μαζί με την ηρωική ολιγομελή ομάδα του θα ανέβουν στο βουνό την 23η Ιουλίου 1942. Από εκείνη την ημέρα ο ΕΔΕΣ, που προϋπήρχε από το 1938, απέκτησε τη στρατιωτική-αντάρτικη ταυτότητα του τις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ).

Η πρώτη ρίψη των Άγγλων γίνεται δύο μήνες μετά, στις 29 Αυγούστου 1942, εξαιτίας του Κουτσογιαννόπουλου αλλά και του Σεφεριάδη, υπεύθυνου για τις ρίξει και αποδεδειγμένου πράκτορα του ΕΑΜ, που δυσπιστούσαν απέναντι σε πρωτοπόρους αξιωματικούς όπως ο Ζέρβας και ο Ψαρρός, αλλά δεν δίσταζαν να τροφοδοτούν λήσταρχους όπως ο Καραλίβανος και βεβαίως το ΕΑΜ. Η πίκρα του Ζέρβα τον πρώτο καιρό στο βουνό ήταν έντονη και για έναν άλλο λόγο, στο Βάλτο όπου αρχικά εγκατέστησε το αρχηγείο του οι χωρικοί προσπάθησαν τον παραδώσουν στους Ιταλούς γιατί έτσι πίστευαν ότι δεν θα τους βρει κανένα κακό. Θυμόταν ο Κομνηνός Πυρομάγλου τα λόγια του Ζέρβα πριν φύγουν για το βουνό: «Μην παραξενεύεσαι όταν σου λένε πως το αντάρτικο είναι τρέλα. Οι στιγμές είναι σκληρές και δύσκολες. Τους έχει φύγει η ψυχή. Η καρδιά τους μίκρυνε. Πρέπει πρώτα να ξεκινήσει ο ένας. Εκεί που θα πάμε αντρειώνεται ο άνθρωπος». Γαύροβο, Γοργοπόταμος, Σκουληκαριά, Νεράιδα, Πάργα, Παραμυθιά, Πρέβεζα, Μενίνα, Δωδώνη είναι μερικές από τις μεγαλύτερες μάχες του Ζέρβα κατά των Γερμανοϊταλών.

Στον Γοργοπόταμο (25-26 Νοεμβρίου 1942) η ενωμένη εθνική αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΛΑΣ, σε συνεργασία με τους ηρωικούς Άγγλους σαμποτέρ έστειλε το μήνυμα στον εχθρό. Ο Ζέρβας σαν αρχηγός της επιχείρησης, με τη δραστική ενίσχυση του Βελουχιώτη και του ανυπέρβλητου Έντυ Μάγιερς, εφήρμοσε το σχέδιο της ανατίναξης της γέφυρας με αποτέλεσμα να επικηρυχθεί από τους Ιταλούς, που τον ζητούσαν νεκρό ή ζωντανό.

Μετά από τα γεγονότα αυτά ο ΕΛΑΣ θέλησε να μονοπωλήσει την αντίσταση, αφανίζοντας όλες τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις πλήν του Ζέρβα. Απόρροια αυτού, ήταν και οι δήθεν συνεργασίες του Ζέρβα με τους ναζί. Τον Δεκέμβρη του 1942 ο Βελουχιώτης θα δείξει τις προθέσεις του με τα όσα συνέβησαν στην μονή της Ροβέλιστας, όπου ενώ πήγε με σκοπό την αιματοχυσία, άλλαξε στάση όταν αντιλήφθηκε ότι ο Ζέρβας είχε πληροφορηθεί τους σκοπούς του και ήλεγχε την περιοχή.

Όσον αφορά την συνεργασία του Ζέρβα με τον εχθρό, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά από τους πρωταγωνιστές της αντίστασης για μια τέτοια ενέργεια. Όπως και οι Βρετανοί σύνδεσμοι αναιρούν την συγκεκριμένη κατηγορία. Ο Έντυ Μάγιερς στο βιβλίο του «Η Ελληνική Περιπλοκή ( σελ. 261)» αναφέρει ότι η φήμη αυτή ήταν στημένη διάδοση των Γερμανών, με σκοπό να προκαλέσουν εμφύλιο πόλεμο και συνεχίζει (σελ. 275): «Από την άνοιξη του 1942, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην ύπαιθρο, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ άρχισε να ζημιώνει την υπόθεσή του δείχνοντας έλλειψη ανοχής ( υπερβολική για τα δικά μας πρότυπα ) απέναντι σε οποιοδήποτε ανταγωνιστή του στο πεδίο της μάχης και δίνοντας στους μεταπολεμικούς του στόχους μεγαλύτερη προσοχή σε σχέση με τον αγώνα του ενάντια στον κοινό εχθρό. Θεωρούσε σαν δεδομένο ότι όσοι δεν ήταν πραγματικά μαζί του, ήταν εναντίον του και συμπεριφερόταν ανάλογα».

Για την ίδια ακριβώς περίοδο στο βιβλίο του «Περιπέτεια με τους αντάρτες ( σελ. 213)» ο Νίκολας Χάμμοντ αναφέρει: «Επειδή ο ΕΛΑΣ δεν μπορεί να ελπίζει τώρα πια ότι θα εξολοθρεύσει τον ΕΔΕΣ, θέλει να τον κρατήσει περιορισμένο σε μικρή περιοχή και να τον συκοφαντεί με τον προπαγάνδα του».

Επίσης, η γενική έκθεση του Άρη Βελουχιώτη προς το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ τον Οκτώβρη του 1943 αναιρεί την ψευδή κατηγορία, όπως άλλωστε και ο επίσημος ιστορικός του ΕΛΑΣ Σόλωνας Γρηγοριάδης. Οι ανταρτικές δυνάμεις του Στρατηγού θα αντέξουν κάτω από ταυτόχρονες επιθέσεις Ελασιτών – Γερμανών καθόλη την διάρκεια Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1943. Οι απώλειες θα είναι τεράστιες και σε μερικές περιοχές θα προκαλέσουν την διάλυση μερικών μονάδων του ΕΔΕΣ.

Την επόμενη χρονιά, το 1944, θα αρχίσει η αναδιοργάνωση των μονάδων της οργάνωσης, καθώς και η δημιουργία νέων μεραρχιών όπως η Χ και η ΙΧ, που θα γράψουν σελίδες δόξας κατά την διάρκεια της επιχείρησης Κιβωτός του Νώε, τον Σεπτέμβριο του ’44. Τελικά, οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν τον Φλεβάρη του 1945 ύστερα απο αδικαιολόγητη απαίτηση των Άγγλων, αποδεικνύοντας το βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν στην πλάτη του Ζέρβα. Ο Χάιντς Ρίχτερ, στο » Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, τόμος Β’, σελίδα 221″ αναφέρει: «Δεν αρκούσε να αποστρατευθούν οι ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, διότι η ηθική και πολιτική δύναμη του ΕΔΕΣ θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Έπρεπε να υποστή μια ηθική και στρατιωτική υποταγή. Και τότε καταστρώθηκε το ύπουλο σχέδιο να τσακισθή ο ΕΔΕΣ από τον ΕΛΑΣ. Για να βεβαιωθούν ότι θα πραγματοποιηθή το ποθητό αποτέλεσμα, οι Βρετανοί πήραν ορισμένα μέτρα ( τα οποία θα αναφέρουμε εν συνεχεία). Όταν όμως ο ΕΛΑΣ δεν κατόρθωσε να υπερισχύσει αμέσως εναντίον του ΕΔΕΣ και ο τελευταίος ήρχισε αμυντικόν αγώνα, το B.B.C. διέδωσε, ότι ο ΕΔΕΣ διαλύθηκε. Για να μην διαψευσθή, όμως, οι Βρετανοί διέταξαν την εκκένωση της περιοχής από τον ΕΔΕΣ για να διατηρηθή έτσι ο μύθος της διαλύσεώς του…».  

Ο Ναπολέων Ζέρβας πολιτικός

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1945 ο Ναπολέων Ζέρβας θα πολιτευτεί και θα ιδρύσει το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος (ΕΚΕ). Στις εκλογές της 31 Μαρτίου 1946 το ΕΚΕ εξέλεξε 22 βουλευτές. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950  το ΕΚΕ πήρε το 3,65% κι εξέλεξε 7 βουλευτές. Στις εκλογές του1952, ενώ το ΕΚΕ είχε ενσωματωθεί στο κόμμα των Φιλελευθέρων, ο Ζέρβας δεν κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής. Διετέλεσε 4 φορές υπουργός, άνευ Χαρτοφυλακίου, Δημόσιας Τάξεως, Δημοσίων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας. Η πολιτική ήταν το όνειρό του, αν και δεν πέτυχε και πολλά πράγματα.

Αναμφίβολα, το προσωπικό μεγαλείο του, ήταν την περίοδο 1942-1944. Ο Σόλωνας Γρηγοριάδης χαρακτήρισε τον Ζέρβα «πολέμαρχο αληθινό» για τα όσα χτυπήματα κατάφερε στον κοινό εχθρό. Οι επικριτές του, προσπάθησαν να μειώσουν την προσφορά του, λέγοντας ότι ανέβηκε στο βουνό και στο αντάρτικο για προσωπικά οφέλη.

Αναμφισβήτητα είχε και προσωπικά κίνητρα και βλέψεις. Ενδιαφερόταν για το μέλλον του. Στην παγκόσμια ιστορία, σε όλες τις περιόδους, οι μεγάλες προσωπικότητες είχαν και προσωπικές βλέψεις. Η τεράστια προσφορά του Ζέρβα στην πατρίδα δεν ήταν δυνατόν να ήταν μόνο απόρροια των βλέψεών του. Ο Διονύσης Μπενετάτος, γραμματέας της Επιτροπής του ΕΑΜ Αθήνας, έγραψε για τον Ζέρβα (βλ. «Το χρονικό της Κατοχής», σελ. 78-79): «Ο Ναπολέων Ζέρβας με τα εκτεταμένα ενδιαφέροντά του, επιζητούσε από το ένα μέρος μια θέση στον αγώνα της Εθνικής Αντιστάσεως από ιστορική φιλοδοξία εναρμονισμένη με τις οικογενειακές παραδόσεις των Ζερβαίων και τις ανάγκες του αγώνα εναντίον των κατακτητών και από το άλλο μέρος ο Ζέρβας απέβλεπε, σαν συνέχεια της αντιστάσεως, με έρεισμα τον αγώνα εναντίον των κατακτητών, να προβληθή σαν πολιτικός αρχηγός με αξιώσεις να κυβερνήσει την χώρα μετά την απελευθέρωση... Πριν προχωρήσουμε σε περισσότερη ανάλυση της αντιμετωπίσεως των προσωπικών επιδιώξεων του Ζέρβα θα είμαστε άδικοι αν δεν αναγνωρίσουμε ότι ο Ζέρβας δόθηκε ολότελα στον αγώνα της Εθνικής Αντιστάσεως με το αναμφισβήτητο θάρρος που είχε και την ικανότητα που τον διέκρινε, διακινδυνεύοντας τα πάντα, τον εαυτό του, την οικογένειά του ολόκληρη και τις οικογένειες των αδελφών του. Η πράξη της αυτοθυσίας καλύπτει την σκιά των υποκειμενικών επιδιώξεων, όπως και η πορεία του αγώνα κάλυψε πολλά άλλα προηγούμενα σφάλματα και παρεκτροπές του Ναπολ. Ζέρβα…».

Αν δούμε την ζωή του Ζέρβα, αυτή είναι συνυφασμένη με την δράση και την ανατροπή. Συμμετείχε σε κινήματα, διετέλεσε Φρούραρχος Αθηνών και ήρθε σε ρήξη με πρόσωπα σημαντικά της τότε Αθήνας, όπως ο εκδότης Λαμπράκης καθώς και ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, λόγω των συνεχών και αναλυτικών ερευνών του Ζέρβα στους λογαριασμούς του τελευταίου. Οπωσδήποτε, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας.

Άφησε την τελευταία του πνοή την 10η Δεκεμβρίου 1957, μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία από καρδιακή ανεπάρκεια. Η σορός του μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη και εξετέθηκε για λαϊκό προσκύνημα. Πλήθος κόσμου ακολούθησε την νεκρική πομπή, ενώ όλος ο πολιτικός κόσμος έδωσε το παρόν. Οι φίλοι και συμπολεμιστές του Στρατηγού δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Ο λόγος μάλιστα, του Κομνηνού Πυρομάγλου, για τον φίλο και αρχηγό του, ήταν συγκλονιστικός. 

Ο Άρης Βελουχιώτης για τον Ναπολέοντα Ζέρβα

«Έχει ο τακτικός στρατός άλλον άντρα σαν κι’ αυτόν;» αυτά τα λόγια φέρεται να είπε ο Άρης Βελουχιώτης στους αντάρτες του, για τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα. Η παραδοχή αυτή και μόνο από τον Άρη, τον μεγαλύτερο πολέμιο του Στρατηγού, είναι αρκετή για να αναιρέσει τις όποιες κατηγορίες-θεωρίες αναπτύχθηκαν από την αριστερά, από την μεταπολίτευση και μετά.

Πηγή: https://ellas2.wordpress.com/2014/12/10/ναπολέων-ζέρβας-ένας-αληθινός-πολέμα/

Please follow and like us:
error0

Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας

Γρηγόριος Ξενόπουλος

Πηγή: https://www.youtube.com/

Please follow and like us:
error0

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951)

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (9 Δεκεμβρίου 1867 − 14 Ιανουαρίου 1951) ήταν Ζακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων. Διετέλεσε αρχισυντάκτης στο θρυλικό πια περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων κατά την περίοδο 1896 – 1948. Κατά την αρχισυνταξία του Ξενόπουλου στο περιοδικό ήταν και ο βασικός του συντάκτης. Είναι χαρακτηριστική η υπογραφή του Σας ασπάζομαι, Φαίδων, που χρησιμοποιούσε στις επιστολές που υποτίθεται έστελνε στο περιοδικό. Ήταν ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Εστία, το οποίο εκδίδεται ακόμα και σήμερα. Το 1931 έγινε ακαδημαϊκός. Μαζί με τους Παλαμά, Σικελιανό και Καζαντζάκη ίδρυσε την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας ήταν και πρώτος πρόεδρος (1934-37).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος

Ο Βίος του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Ο πατέρας του, Διονύσιος, καταγόταν από τη Ζάκυνθο, με απώτατες ρίζες από την Πελοπόννησο: οι Ξυνήδες ή Ξυνόπουλοι είχαν εγκατασταθεί στη βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο τον 16ο αιώνα . Η μητέρα του Ευθαλία από την Πόλη με απώτατες ρίζες από την Καισάρεια. Ο πατέρας του είχε πάει αρχικά στην Αθήνα όπου στα χρόνια του Όθωνα κατατάχθηκε στο ιππικό και «ανδραγάθησε στην καταδίωξη της ληστείας». Όμως επειδή θεώρησε πως αδικήθηκε στις κρίσεις και τις προαγωγές — είχε φτάσει μέχρι το βαθμό του υπίλαρχου— έφυγε για την Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Η μητέρα του Ευθαλία ήταν μία από τις αδελφές ενός φίλου του πατέρα του Διονύσιου, του Νικόλαου Θωμά, φαρμακοποιού του Φαναρίου και μυρεψού του Πατριαρχείου, με τη μεσολάβηση του οποίου και έγινε ο γάμος των δύο. Η μητέρα του είχε Φαναριώτική καταγωγή και ήταν αδελφή του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Καλλίνικου. Έντεκα μήνες μετά τη γέννησή του μετέβη στη Ζάκυνθο. Ο Ξενόπουλος είχε άλλα πέντε αδέλφια: τη Μαρία-Αναστασία που πέθανε μωρό, την Όλγα, τον Στέφανο, την Αικατερίνη (πέθανε το 1934) και τη Χαρίκλεια, η οποία ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και πέθανε το 1973. Ο Ξενόπουλος συντηρούσε οικονομικά μέχρι το θάνατό της τη μητέρα του και μετά με τη διαθήκη του μερίμνησε για την αδελφή του Χαρίκλεια. Ο Γρηγόριος έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ζάκυνθο, μέχρι το 1883, όταν γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει Φυσικομαθηματικά, μετά από προτροπή του φίλου του Νικολάου Μοτσενίγου (αδερφού του συμμαθητή του Ξενόπουλου Σωτηρίου Μοτσενίγου), ο οποίος σπούδαζε ήδη φυσικομαθηματικός στην Αθήνα. Τις σπουδές του δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ: από το πρώτο ήδη έτος είχε αρχίσει την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, η οποία ήταν και η μοναδική πηγή εσόδων του.

Από το 1892 εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στην Αθήνα και το 1894 νυμφεύθηκε την Ευφροσύνη Διογενίδη. Το ζευγάρι χώρισε ενάμιση χρόνο μετά, ενώ είχαν ήδη αποκτήσει μια κόρη και ο συγγραφέας νυμφεύθηκε ξανά το 1901 τη Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία απέκτησε άλλες δύο κόρες.

Συνεργάστηκε με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών στις οποίες δημοσίευε μελέτες, άρθρα, διηγήματα και μυθιστορήματα. Το 1894 ανέλαβε τη διεύθυνση της Εικονογραφημένης Εστίας, το 1896 έγινε αρχισυντάκτης του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων, του οποίου ήταν και συνδρομητής κατά τα παιδικά του χρόνια. Από το 1901 ως το 1912 δημοσίευε στο περιοδικό Παναθήναια λογοτεχνικά έργα και μελέτες και από το 1912 άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα Έθνος  γράφοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες. Το 1927 ίδρυσε το περιοδικό  Νέα Εστία, του οποίου ήταν διευθυντής ως το 1934. To 1939 έγινε μέλος της πρώτης επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Στη Κατοχή συμμετείχε στην ελληνόφωνη ιταλική εφημερίδα Κουαδρίβιο  που προήγαγε την συνεργασία με τους Ιταλούς.

Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 1951 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

Το πεζογραφικό έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Ξενόπουλος ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας. Έγραψε πάνω από 80 μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1888 με το μυθιστόρημα Ο ανθρωπος του κόσμου. Αυτό και το επόμενο μυθιστόρημά του, Νικόλας Σιγαλός (1890), «αθηναϊκά» μυθιστορήματα, ήταν αποτυχημένα. Έπειτα στράφηκε στην έμπνευση από την πατρίδα του και έγραψε κάποια από τα καλύτερά του έργα, Μαργαρίτα Στέφα (1893), Κόκκινος βράχος (1905). Ακολούθησαν έργα «αθηναϊκά», τα σημαντικότερα από τα οποία είναι Ο πόλεμος (1914) και Οι μυστικοί αρραβώνες (1915) και το «ζακυνθινό» Λάουρα (1915), επίσης ένα από τα καλύτερά του. Η πιο φιλόδοξη συγγραφική του απόπειρα ήταν η κοινωνική τριλογία Πλούσιοι και φτωχοί (1919), Τίμιοι και άτιμοι (1921), Τυχεροί και άτυχοι (1924). Τα δύο πρώτα αναγνωρίζονται ως τα καλύτερα και πιο ώριμα έργα του. Άλλα αξιόλογα έργα του που ακολούθησαν είναι τα: Αναδυομένη  (1925), Ισαβέλλα  (1923), Τερέζα Βάρμα-Δακόστα (1925).

Τα έργα του διαδραματίζονται στην Αθήνα και τη Ζάκυνθο. Θεωρείται ο εισηγητής του «αστικού μυθιστορήματος», δηλαδή του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται στα αστικά κέντρα. Βασικό θέμα στα έργα του είναι ο έρωτας, κυρίως έρωτας μεταξύ ατόμων από διαφορετικές τάξεις.

Η ικανότητά του να γράφει εύκολα και γρήγορα τον οδήγησε κάποιες φορές σε «εκπτώσεις» ως προς την ποιότητα. Πολλοί τον κατηγόρησαν, όταν άρχισε να δημοσιεύει μυθιστορήματα σε συνέχειες, ότι έκανε πολύ εύκολα παραχωρήσεις στα γούστα του αναγνωστικού κοινού και ότι χρησιμοποιούσε συχνά προκλητικές για την εποχή ερωτικές σκηνές για να κερδίζει χρήματα. Όλοι όμως επισημαίνουν αρετές του έργου του, όπως η αφηγηματική ευχέρεια, η ικανότητα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η παρατηρητικότητα.

Το αστικό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Τα έργα του Ξενόπουλου είναι περισσότερο για ψυχαγωγία παρά για φιλολογική ανάλυση. Ο αστικός ρεαλισμός που επικρατούσε αυτή την εποχή στην Ευρώπη και στην Αμερική επηρεάζει και τα έργα του Ξενόπουλου. Για το λόγο αυτό ο Ξενόπουλος θεωρείται από πολλούς εισηγητής του αστικού μυθιστορήματος με προσπάθειες για την αντανάκλαση της ίδιας της πραγματικότητας. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Ξενόπουλος ανήκει στη γενιά του 1880, χρονολογία η οποία αποτελεί σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Αρχή νεοελληνικής αναγέννησης με τον Κωστή Παλαμά αλλά και τον Εμμανουήλ Ροΐδη με το μυθιστόρημα του Η Πάπισσα Ιωάννα).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος υπήρξε γνώστης της σχετικής παράδοσης αλλά και καινοτόμος νεωτεριστής. Η στροφή του προς τον αστικό ρεαλισμό υπήρξε βασικά ιδιάζουσα παρέκκλιση από την ηθογραφία. Ο αστικός ρεαλισμός χρησίμευε για την κάλυψη του κενού – την απουσία ενός μέσου στρώματος αναγνωστών που θα λειτουργούσε ως ενδιάμεσος χώρος για μια πολύπλευρη ανάπτυξη λογοτεχνικής γραφής. Τα πρώτα του μυθιστορήματα εξελίσσονται στην Αθήνα με υλικό τη φοιτητική ζωή, πριν ο συγγραφέας κλείσει τα 30. Παραμένει πάντα ο ψυχογράφος. Ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί περιστατικά και από την ίδια του τη ζωή με τρόπο όμως που αυτά να περνάνε σαν φανταστικά.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος θεατρικός συγγραφέας

Το πρώτο του θεατρικό έργο, Ο ψυχοπατέρας, παρουσιάστηκε το 1895. Από τις αρχές του αιώνα άρχισε να συνεργάζεται με τη Νέα Σκηνή του Κων/νου Χρηστομάνου. Τα σπουδαιότερα θεατρικά του έργα είναι: Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας (1904), η Στέλλα Βιολάντη (1909, με την Μαρίκα Κοτοπούλη), Φοιτηταί. Ο Ξενόπουλος έγραψε συνολικά 46 διαφορετικά θεατρικά έργα. Το 1901 πρωταγωνίστησε μαζί με τον  Παλαμά για την ίδρυση της Νέας Σκηνής και χάρη στη γνώση ξένων γλωσσών ενημερωνόταν έγκαιρα για σημαντικά πνευματικά συμβάντα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Έγραφε προλόγους για τον Ίψεν και ζούσε το θέατρο, ζυμωνόταν η καθημερινή ζωή του με αυτό. Πολλά δράματα του είχαν αρχικά γραφτεί ως πεζογραφήματα και έπειτα μεταφέρθηκαν στη σκηνή. (Π.χ. Έρως εσταυρωμένος – Στέλλα Βιολάντη). Μετέφρασε και διασκεύασε αρκετά ξένα έργα και η στάθμη της γραφής του ήταν σε όλες τις περιπτώσεις υψηλά. Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές δραματουργικών διαγωνισμών και το Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας εγκαινιάστηκε στα 1932 με δικό του έργο «Ο θείος Όνειρος».

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο σοσιαλισμός

Ο Ξενόπουλος, αν και προερχόταν από εύπορη οικογένεια δεν ήταν αριστοκράτης. Παρακολουθούσε ωστόσο τα προβλήματα των ανερχόμενων αστών όσο και των πιο φτωχών. Ερχόμενος στην Αθήνα έφερε μαζί του την ιδέα του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού. Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με τον Δρακούλη και τους άλλους επικεφαλής του σοσιαλιστικού κόμματος, ενώθηκε με αυτούς και βοήθησε στην έκδοση των σοσιαλιστικών εφημερίδων «Άρδην» και «Κοινωνία». Το 1885 έγινε μάλιστα συντάκτης του «Άρδην». Τις θέσεις του για το σοσιαλισμό μπορούμε να δούμε καλύτερα στο Πλούσιοι και Φτωχοί. Ο Ξενόπουλος πίστευε σ΄ένα σοσιαλισμό που θα άλλαζε την κοινωνία χωρίς βίαιες ανατροπές. Σιγά-σιγά οι άνθρωποι θα καταλάβαιναν το συμφέρον τους, οι πλούσιοι και οι φτωχοί θα έρχονταν σε συνεννόηση χωρίς βία. Μόνο ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να βάλει τέλος στο διαχωρισμό των 2 φυλών. Το ιδανικό του σοσιαλισμού θα εξασφάλιζε σε κάθε άνθρωπο οποιασδήποτε ράτσας τροφή, κατοικία και ενδυμασία, αλλά δεν μπορεί να καταλήξει ποτέ σε μία εντελώς ισότητα. Αρχικά ο Ξενόπουλος θεώρησε τις σοσιαλιστικές ιδέες τις μόνες που θα μπορούσαν να διορθώσουν την ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Ωστόσο την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδεών δεν την ήθελε βίαια με ανατροπές και επαναστάσεις που θα δημιουργούσαν θύματα. Με την άνοδο του πνευματικού επιπέδου του λαού –πίστευε- θα καταλάβαιναν οι άνθρωποι το πραγματικό τους συμφέρον. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε το γράψιμο ως οφειλή διαπαιδαγώγησης και έργο ευθύνης υπέρ του συνόλου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρηγόριος_Ξενόπουλος

Please follow and like us:
error0

Η Κορυτσά (4000π.Χ.-…)

Η Κορυτσά (αλβανικά: Korçë «Κόρτσε») είναι πόλη στη νοτιοανατολική Αλβανία και έδρα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται κοντά στα ελληνικά σύνορα και ο πληθυσμός της είναι 77.994 (απογραφή 2011), καθιστώντας τη την έκτη μεγαλύτερη πόλη στην Αλβανία. Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 850 μ. και περιβάλλεται από τα όρη Μοράβα. Σήμερα η Κορυτσά είναι βιομηχανική περιοχή. Παράγει ζάχαρη, οινόπνευμα,  μπύρα, δέρματα και υφαντουργικά προϊόντα. Η Κορυτσά παλιά ήταν το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ  Κωνσταντινούπολης,  ΘεσσαλονίκηςΙωαννίνων, Αλβανίας κλπ.

Η Κορυτσά
Η Κορυτσά

Το όνομα της Κορυτσάς

Το όνομα Κορυτσά έχει σλαβική ρίζα. Προέρχεται από το σλαβικό Gorica (Γκόριτσα, «βουνάκι»). Το όνομα της σε άλλες γλώσσες: Βλάχικα  Curceaua ή Cоrceaо, Βουλγαρικά Goritsa και Τουρκικά Görice.

Η Ιστορία της Κορυτσάς

Η Κορυτσά στην Αρχαιότητα

Έχουν βρεθεί νεολιθικά λείψανα που δείχνουν ότι ο χώρος κατοικήθηκε από το 4000 π.Χ. και μετά. Η Εποχή του Χαλκού διήρκεσε από το 3000 π.Χ. έως 2100 π.Χ. Στην πεδιάδα της Κορυτσάς εισήχθη η Μυκηναϊκή κεραμεική κατά την ύστερη Εποχή του Ορείχαλκου (Υστεροελλαδική ΙΙΙc) και έχει υποστηριχθεί ότι οι φυλές που ζούσαν στην περιοχή αυτή πριν τις μεταναστεύσεις της Γεωμετρικής Εποχής πιθανότατα μιλούσαν μια  βορειοδυτική Ελληνική διάλεκτο. Η περιοχή κατά την περίοδο αυτή η περιοχή είχε κατοικηθεί από τα αρχαία ελληνικά φύλα, των Χαόνων και των Μολοσσών, που ήταν δύο από τα τρία σημαντικότερα ελληνικά φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή της Ηπείρου. Η περιοχή βρισκόταν στα σύνορα Ιλλυρίας και Ηπείρου και, σύμφωνα με μια ιστορική ανασύνθεση, κυβερνιόταν από μια δυναστεία Ιλλυριών μέχρι το 650 π.Χ. και στη συνέχεια από μια δυναστεία Χαόνων. Την περίοδο αυτή περιοχή κατοικείτο από Ελληνικές φυλές της βορειοδυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδας, πιθανόν Χάονες ή Μολοσσούς, που ήταν δύο από τις τρεις μεγαλύτερες Ηπειρωτικές φυλές, που κατοικούσαν στην περιοχή της  Ηπείρου. Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν κοντά στη σημερινή Κορυτσά μια επιτύμβια πλάκα του 2ου ή 3ου αιώνα μ.Χ., που απεικονίζει δυο Ιλλυριούς σιδεράδες να κατεργάζονται σίδερο σε ένα αμόνι.

Μεσαίωνας και Οθωμανική κυριαρχία

Η νεότερη πόλη χρονολογείται από το τέλος του 15ου αιώνα, οπότε ο Ηλίας Χότζα ανέπτυξε την Κορυτσά κατά τις εντολές του Σουλτάνου  Μωάμεθ Β΄. Η Οθωμανική κατοχή άρχισε το 1440, και, μετά το ρόλο του Χότζα στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453, του αποδόθηκε ο τίτλος «Ηλίας Μπέη Μιραχόρ». Η Κορυτσά ήταν σαντζάκι του βιλαετίου  του Μοναστηρίου ως Γκιορίτσε. Η πόλη άρχισε να ακμάζει όταν η γειτονική Μοσχόπολη λεηλατήθηκε από τα Αλβανικά στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788. Η Κορυτσά εκτός από σημαντικό εμπορικό αποτέλεσε και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με πλήθος ελληνικών σχολείων να λειτουργούν σε αυτή. Η οργάνωση των επαγγελματικών συντεχνιών και της χρηματοδότησης της τοπικής εκπαίδευσης ήταν εφάμιλλη του αγγλοσαξονικού τραστ. Στους «Γενικούς Κανονισμούς των κοινών καθιδρυμάτων της πόλεως Κορυτσάς», που συντάχθηκαν το 1875, το σύνολο των δωρεών και κληροδοτημάτων συγκεντρώνονταν σε κοινό ταμείο με την ονομασία «λάσσο» και εποπτεύονταν από ειδική επιτροπή.

Η Κορυτσά τον 20ό αιώνα

Αρχές του 20ού αιώνα

Η Οθωμανική κυριαρχία επί της Κορυτσάς διήρκεσε μέχρι το 1912. Αν και η πόλη και τα περίχωρά της προβλεπόταν να αποτελέσουν τμήμα του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878. Η Συνθήκη του Βερολίνου της ίδιας χρονιάς επανέφερε την περιοχή στην Οθωμανική κυριαρχία. Το 1910 η Ορθόδοξη Συμμαχία της Κορυτσάς υπό τον (Αλβανό) Μιχαήλ Γραμμένο ανακήρυξε την ίδρυση Αλβανικής Εκκλησίας. αλλά οι Οθωμανικές αρχές αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν. Η εγγύτητα της Κορυτσάς στην Ελλάδα, που διεκδικούσε όλο τον Ορθόδοξο πληθυσμό ως Ελληνικό, οδήγησαν στην εμπλοκή της στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Οι Ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά στις 6 Δεκεμβρίου 1912 και στη συνέχεια προχώρησαν στη φυλάκιση των Αλβανών εθνικιστών της πόλης. Η ενσωμάτωσή της στην Αλβανία αμφισβητήθηκε από την Ελλάδα, που τη διεκδικούσε ως τμήμα της Βορείου Ηπείρου και είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση του τοπικού Ελληνικού πληθυσμού, που ζήτησε την επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Αυτή η εξέγερση κατεπνίγη αρχικά από τους διοικητές της Αλβανικής χωροφυλακής, που αποτελείτο από 100 Αλβανούς υπό το Θεμιστοκλή Γερμενί με αποτέλεσμα ο τοπικός Ελληνοορθόδοξος επίσκοπος Γερμανός και άλλα μέλη του δημοτικού συμβουλίου να συλληφθούν και να απελαθούν. Εντούτοις σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (Μάιος 1914) η πόλη αποτέλεσε τμήμα της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, εντός των ορίων του πριγκιπάτου της Αλβανίας. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η πόλη πέρασε υπό τον έλεγχο τον βορειοηπειρωτικών δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσόντο Βάρδα.

Η βορειοηπειρωτική σημαία που υψώθηκε στο μητροπολιτικό μέγαρο της Κορυτσάς στις 22 Μαρτίου 1914.
Η βορειοηπειρωτική σημαία

Τον Οκτώβριο του 1914 η πόλη περιήλθε στην Ελληνική διοίκηση. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) ξέσπασε μια τοπική εξέγερση και με στρατιωτική και ντόπια βοήθεια η Κορυτσά περιήλθε στον έλεγχο του Κινήματος Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου, συντρίβοντας τις βασιλικές δυνάμεις. Εντούτις, λόγω των εξελίξεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή πέρασε γρήγορα στον έλεγχο των Γάλλων (1916-1920). Στο διάστημα αυτό δεκατέσσερις εκπρόσωποι της Κορυτσάς και του Συνταγματάρχη Ντεκουάν υπέγραψαν πρωτόκολλο που ανακήρυσσε την Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς, υπό τη στρατιωτική προστασία του Γαλλικού στρατού και με πρόεδρο το Θεμιστοκλή Γερμενί. Τελικά παρέμεινε τμήμα της Αλβανίας, όπως καθορίστηκε από τη Διεθνή Επιτροπή Συνόρων, που επιβεβαίωσε τα σύνορα της χώρας του 1913. Ως το 1925 όλα τα ελληνόφωνα εκπαιδευτικά ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν βάσει κρατικών αποφάσεων, καθώς η πόλη δεν περιλαμβάνονταν στην αναγνωρισμένη από το αλβανικό κράτος «ελληνική μειονοτική ζώνη».

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Αλβανικός εθνικισμός ενέπνευσε πολλούς να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν τα στοιχεία της Τουρκικής μουσικής από την Αλβανική κουλτούρα, επιθυμία που εντάθηκε μετά την ανεξαρτησία του 1912. Μουσικά συγκροτήματα, που σχηματίστηκαν αυτή την εποχή, όπως το Λίρα Χόρους, που ιδρύθηκε το 1922 με βάση την Καστοριά, έπαιζαν ποικιλία Ευρωπαϊκών ρυθμών, όπως εμβατήρια, βαλς, εθνικιστικά και ερωτικά τραγούδια, όπως σερενάτες.

Στην περίοδο του μεσοπολέμου η πόλη έγινε φυτώριο Κομμουνιστικής δραστηριότητας. Ο μελλοντικός δικτάτορας της Αλβανίας Ενβέρ Χότζα ζούσε εκεί και ήταν τόσο μαθητής όσο και δάσκαλος στη Γαλλική σχολή της πόλης. Το μυστικό Κομμουνιστικό κίνημα της Κορυτσάς έγινε ο πυρήνας του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας του Χότζα.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Κορυτσά

Ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά το 1939, μαζί με την υπόλοιπη χώρα. Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο έγινε η κύρια προκεχωρημένη βάση της Ιταλικής αεροπορίας. Εντούτοις η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνόντων Ελληνικών δυνάμεων κατά την πρώτη φάση της ελληνικής αντεπίθεσης. Η Κορυτσά παρέμεινε υπό ελληνικό έλεγχο μέχρι τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Το διάστημα εκείνο την πόλη διοικούσε προσωρινό συμβούλιο αποτελούμενο από ένδεκα Έλληνες και τέσσερις Αλβανούς εκπροσώπους.

Κατά την κατοχή η πόλη έγινε σημαντικό κέντρο Κομμουνιστογενούς αντίστασης στις δυνάμεις κατοχής του Άξονα. Η ίδρυση του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας – Κομμουνιστικό κόμμα – ανακηρύχθηκε επίσημα στην Κορυτσά το 1941. Η Αλβανική κυριαρχία αποκαταστάθηκε το 1944 με την αποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων.

Η Κορυτσά μετά τον πόλεμο

H περιοχή υπέφερε από το δικτατορικό καθεστώς του Χότζα όπως η υπόλοιπη Αλβανία, αν και είναι συζητήσιμο κατά πόσο αυτό έγινε σε τόσο μεγάλο βαθμό. Ο Χότζα καταπολέμησε κυρίως τους πλούσιους, ασχέτως αν αυτοί είχαν συχνά αγωνιστεί κατά της Ναζιστικής και Φασιστικής κατοχής. Αμέσως μετά τον πόλεμο πολλοί διέφυγαν στη  Βοστώνη των ΗΠΑ, σε μια κοινότητα Αλβανοαμερικανών, που είχαν ήδη μεταναστεύσει εκεί.

Μετά το 1990 η Κορυτσά ήταν μια από τις έξι πόλεις όπου το Νέο Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε όλες τις έδρες. Η λαϊκή επανάσταση το Φεβρουάριο του 1991 έληξε με το γκρέμισμα του καθεστώτος του Χότζα.

Η Θρησκεία της Κορυτσάς

Επί αιώνες η Κορυτσά έχει υπάρξει σημαντικό θρησκευτικό κέντρο των Ορθόδοξων Χριστιανών. Έχει μεγάλη Ορθόδοξη κοινότητα και από το 1670 είναι έδρα Ορθόδοξου Μητροπολίτη. Υπάρχει επίσης μεγάλη Σουνιτική κοινότητα μέσα και γύρω από την πόλη. Το Ισλάμ  εισήχθη στην πόλη το 15ο αιώνα από τον Ηλίας Χότζα (Μιραχόρι), διάσημο Αλβανό γενίτσαρο, που συμμετείχε ενεργά στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ενα από τα αρχαιότερα τζαμιά χτίσθηκε στην Αλβανία από αυτόν, το Τζαμί Ηλίας Μιραχόρι. Στην πόλη υπάρχει επίσης μια κοινότητα Μπεκτασήδων. Το βασικό κέντρο των Μπεκτασήδων της περιοχής είναι ο Τεκές Τουράν.

Η εκπαίδευση στην Κορυτσά

Το πρώτο σχολείο, Ελληνόγλωσσο, στην πόλη ιδρύθηκε το 1724, με την υποστήριξη των κατοίκων του γειτονικού Βιθκούκι. Το σχολείο αυτό καταστράφηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 αλλά ξαναχτίστηκε το 1830. Το 1857 λειτουργούσε στην πόλη Ελληνικό σχολείο θηλέων. Το 19ο αιώνα διάφοροι ντόπιοι ευεργέτες όπως ο Ιωάννης Πάγκας δώρησαν χρήματα για την προώθηση της Ελληνικής παιδείας και πολιτισμού στην Κορυτσά, όπως το Μπάγκειο Γυμνάσιο. Ομοίως λειτουργούσαν επίσης στην πόλη αυτή την περίοδο νηπιαγωγεία, οικοτροφεία και σχολεία. Στο πλαίσιο αυτό ιδρύθηκε το 1850 ένα ειδικό κοινοτικό ταμείο, το Ταμείο Λάσσον, από τον τοπικό Ορθόδοξο επίσκοπο Νεόφυτο, με σκοπό να υποστηρίξει την Ελληνική πολιτιστική δραστηριότητα στην Κορυτσά.

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι ντόπιοι Αλβανοί εξέφραζαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να εκπαιδεύονται στη μητρική τους γλώσσα. Η Αλβανική διανόηση της διασποράς από την Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι προσπάθησε αρχικά να αποφύγει τον ανταγωνισμό με τους προύχοντες της Κορυτσάς που ήταν υπέρ του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι πρότειναν την εισαγωγή της Αλβανικής γλώσσας στα υπάρχοντα Ελληνορθόδοξα σχολεία, πρόταση που απορρίφθηκε από το Οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθεί το 1887 το πρώτο Αλβανόγλωσσο σχολείο από την οργάνωση «Ντρίτα» και να χρηματοδοτηθεί από ντόπιους προύχοντες. Πρώτος διευθυντής ήταν ο Παντελί Σοτίρι (1842-1892). Ο Ναίμ Φρασερί (1846-1900), ο εθνικός ποιητής της Αλβανίας, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση του σχολείου. Ως υψηλόβαθμος πολιτικός στο υπουργείο παιδείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατόρθωσε να πάρει την επίσημη άδεια για το σχολείο. Οι Οθωμανικές αρχές έδωσαν άδεια μόνο για τα παιδιά Χριστιανών να εκπαιδεύονται στα Αλβανικά, αλλά οι Αλβανοί δεν ακολούθησαν αυτό τον περιορισμό και επέτρεψαν την παρακολούθηση και σε παιδιά Μουσουλμάνων, με αποτέλεσμα το σχολείο να κλείσει από τις Οθωμανικές αρχές το 1902.

Το σχολείο αυτό ακολούθησε το πρώτο Αλβανικό σχολείο θηλέων το 1891. Ξεκίνησε από το Γερασίμ Κιριαζί (1858–1894) και αργότερα λειτούργησε από τις αδερφές του Σεβαστή και Παρασκευή (1880-1970) Κιριαζί, μαζί με την Πολυξένη Λουαράσι (Δεσπότι). Μεταγενέστεροι συνεργάτες ήταν οι Γκρίγκορ Τσίλκα και Φινέας Κένεντι του Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Αποστολής της Βοστώνης.

Όταν η πόλη ήταν υπό Γαλλική διοίκηση το 1916 (Δημοκρατία της Κορυτσάς τα Ελληνικά σχολεία έκλεισαν και άνοιξαν 200 Αλβανόφωνα και Γαλλόφωνα σχολεία. Λίγους μήνες αργότερα τα Ελληνικά σχολεία ξανάνοιξαν, ως αντάλλαγμα και αποτέλεσμα της προσχώρησης της Ελλάδας στη συμμαχία της Αντάντ, όπου ανήκε η Γαλλία. Σαν αντίδραση έγινε η ίδρυση του Αλβανικού Εθνικού Λυκείου το 1917.

Η πόλη στεγάζει το Πανεπιστήμιο Φαν Νόλι, που ιδρύθηκε το 1971 και έχει σχολές Γεωπονική, Παιδαγωγική, Επιχειρήσεων, Νοσηλευτική και Τουριστική.

Μετά την κατάρρευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας τοπικές κοινότητες εξέφρασαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να αναβιώσουν το πολιτιστικό τους παρελθόν, ιδιαίτερα με την επαναλειτουργία των Ελληνικών σχολείων. Τον Απρίλιο του 2005 άνοιξε στην Κορυτσά το πρώτο δίγλωσσο Ελληνοαλβανικό σχολείο, μετά από 60 χρόνια απαγόρευσης της Ελληνικής εκπαίδευσης. Πέραν αυτού λειτουργούν στην πόλη 17 Ελληνόγλωσσα ιδρύματα.

Η οικονομία της Κορυτσάς

Μετά την καταστροφή της γειτονικής Μοσχόπολης, στο τέλος του 18ου αιώνα, η Κορυτσά αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Τον 20ο αιώνα ανέπτυξε και σημαντική βιομηχανία. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει σημαντικές γεωργικές εκτάσεις.

Τον 20ό αιώνα η Κορυτσά απέκτησε σημαντικό βιομηχανικό δυναμικό, πέραν του ρόλου της ως εμπορικού και αγροτικού κέντρου. Το οροπέδιο, στο οποίο βρίσκεται η πόλη, είναι πολύ γόνιμο και μια από τις κύριες σιτοπαραγωγές περιοχές της Αλβανίας. Οι τοπικές βιομηχανίες περιλαμβάνουν κατασκευή πλεκτών, υφασμάτων, αλεύρων, μπίρας και ζάχαρης. Κοιτάσματα λιγνίτη εξορύσσονται στα γειτονικά βουνά, όπως το Μπόριε-Ντρένοβε. Στην πόλη παράγεται η γνωστή σε όλη τη χώρα «Μπίρα Κόρτσα». Σύμφωνα με επίσημες πηγές η πόλη έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα. Η πλειοψηφία των ξένων επενδύσεων προέρχεται από Έλληνες, καθώς και από κοινές Ελληνοαλβανικές επιχειρήσεις.

Αδελφοποιημένες πόλεις

  •  Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
  •  Ιωάννινα, Ελλάδα
  •  Κλουζ-Ναπόκα, Ρουμανία
  •  Μιτροβίτσα, Κόσοβο
  •  Βερόνα, Ιταλία
  •  Λος Αλκάθαρες, Ισπανία

https://el.wikipedia.org/wiki/Κορυτσά

Please follow and like us:
error0

Ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Ο Γεώργιος Δροσίνης (9 Δεκεμβρίου 1859 – 3 Ιανουαρίου 1951) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής στην ποίηση και της  ηθογραφίας στην πεζογραφία. Η πρώτη ποιητική του συλλογή Ιστοί Αράχνης σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής ενώ το διήγημά του Χρυσούλα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία» το 1883.

Ο Γεώργιος Δροσίνης
Ο  Γεώργιος Δροσίνης

Ο Βίος του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε σε ένα αρχοντικό της Πλάκας στην Αθήνα από γονείς Μεσολογγίτες. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον  εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μεταγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της τέχνης στο εξωτερικό, στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του  Βερολίνου, στη Γερμανία, χωρίς όμως να πάρει κάποιο πτυχίο. Επίσης ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών (μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά) που επιδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό τους λόγο και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Η Εστία», το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή  εφημερίδα το 1894. Παράλληλα με την λογοτεχνική προσφορά του, συνεισέφερε σημαντικά σε πολλούς τομείς της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της χώρας: ήταν γραμματέας του «Συλλόγου προς διάδοση ωφελίμων βιβλίων» που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας από το 1899. Ιδρυτής του Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδας το 1922, διευθυντής του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας (1914-1920) και 1922-1923 και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926.

Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά και από το 1939 έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997.

Στο μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη και το οποίο περιλαμβάνει: Τις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του, Περιοδικά και λεξικά, προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και πλούσιο λαογραφικό υλικό.

  • Στον 1ο όροφο βρίσκεται ή δανειστική βιβλιοθήκη και το τμήμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών με ελεύθερη πρόσβαση στο Ίντερνετ.
  • Η αριστερή αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Συλλογές βιβλίων παλιά αναγνωστικά, οικογενειακές φωτογραφίες και τις πρώτες εκδόσεις του Ιστορικού λεξικού της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας των Αθηνών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών που απονεμήθηκε στον Δροσίνη, την ιδιόγραφη διαθήκη του και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενά του.
  • Η δεξιά αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του καθώς φυλάσσονται μεταφρασμένα παραμύθια, παρτιτούρες με μελοποιημένα ποιήματα, παλιοί τόμοι των εικονογραφημένων περιοδικών Εστία, της Διάπλασης Των Παίδων, Σχολικά Βοηθήματα, την λαογραφική βιβλιοθήκη, Το Ημερολόγιο Της Μεγάλης Ελλάδας, Χειρόγραφα, Επιστολές, Σχετικά άρθρα από ελληνικές και ξένες εφημερίδες, Προσωπικά του είδη και το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής που του απονεμήθηκε για την πνευματική του προσφορά.
  • Ο 3ος όροφος είναι ειδικά διαμορφωμένος για τις επισκέψεις μαθητών. Περιλαμβάνει αφιερώματα του ίδιου του λογοτέχνη και των ηρώων των ποιημάτων του όπως της Αμαρρυλίδος, της Αμυγδαλιάς και του Μπάρμπα-Δήμου, ένα παλιό γραμμόφωνο με δίσκους, λαογραφικό υλικό και αφίσες από πίνακες γνωστών ζωγράφων και οι οποίες τυπώθηκαν στην Λειψία για λογαριασμό του περιοδικού της Εστίας.

Στο μουσείο οργανώνονται εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σε ομάδες επισκεπτών και σε μαθητές σχολείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της «Ακαδημίας Αθηνών», ενώ το 1947 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος για το βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του, το οποίο τελικά απονεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ (André Gide).

Το έργο του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γ. Δροσίνης ασχολήθηκε εξίσου με την πεζογραφία και την ποίηση, αλλά σημαντικότερο θεωρείται το ποιητικό του έργο. Άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα ποιήματά του το 1878 στην εφημερίδα «Ραμπαγάς», με το ψευδώνυμο «Αράχνη». Ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών, που επεδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό λόγο, να τον απαλλάξουν από τον στόμφο και την απαισιοδοξία της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας. Η χρονολογία έκδοσης της πρώτης του ποιητικής συλλογής, το 1880, είναι το ορόσημο της εμφάνισης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Ο Δροσίνης συνέχισε να υπηρετεί την ποίηση ως το τέλος της ζωής του, χωρίς όμως η ποιητική του τέχνη να παρουσιάσει κάποια εξέλιξη.

Τα πεζογραφικά έργα του Δροσίνη εντάσσονται στον χώρο της  ηθογραφίας: απεικονίζουν σκηνές από την αγροτική ζωή, ήθη, έθιμα και παραδόσεις του λαού της υπαίθρου. Ο συγγραφέας εξ άλλου ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη Λαογραφία (ήταν ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) και είχε ασχοληθεί με τη συλλογή τραγουδιών, εθίμων και παραδόσεων. Το κύριο γνώρισμά των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του είναι ο ειδυλλιακός  χαρακτήρας. Παρ’ όλο που στην ποίηση ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού, οι γλωσσικές του επιλογές στην πεζογραφία ήταν συντηρητικότερες, κάτι που αποτελεί μια από τις βασικές αδυναμίες του πεζογραφικού του έργου.

Ποίηση

  • Ιστοί Αράχνης, 1880
  • Σταλακτίται, 1881
  • Ειδύλλια , 1884
  • Αμάραντα , 1890
  • Γαλήνη (1891-1902) , 1902
  • Φωτερά Σκοτάδια (1903-1914) , 1915
  • Κλειστά βλέφαρα (1914-1917) , 1918
  • Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες (1912-1921), 1921
  • Το μοιρολόι της όμορφης, 1927
  • Θα βραδιάζη (1915-1922), 1930
  • Είπε: (1912-1932), 1932
  • Φευγάτα Χελιδόνια (1911-1935), 1936
  • Σπίθες στη στάχτη, 1940
  • Λαμπες, 1947

Μυθιστορήματα

  • Αμαρυλλίς, 1886
  • Το βοτάνι της ζωής, 1901
  • Το βοτάνι της αγάπης, 1901
  • Έρση (μυθιστόρημα), 1922
  • Ειρήνη (μυθιστόρημα), 1945

Συλλογές διηγημάτων

  • Αγροτικαί επιστολαί, 1882
  • Διηγήματα και αναμνήσεις, 1886
  • Διηγήματα των αγρών και της πόλεως, 1904
  • Το ανθισμένο ξύλο-Τρεις εικόνες (διηγήματα), 1948

Παραμύθια

  • Παιδικά παραμύθια, 1889
  • Ελληνική Χαλιμά. Τα ωραιότερα παραμύθια του ελληνικού λαού, 1921 και 1926

Άλλα

  • Παράδοξος γάμος (κωμωδία μονόπρακτη), 1878
  • Το μήλον (κωμωδία), 1884
  • Τρεις ημέραι εν Τήνω 1888
  • Αι μέλισσαι 1890
  • Αι όρνιθες 1895
  • Το ψάρευμα 1908
  • Συλλογαί φυσικής ιστορίας 1912
  • Οι τυφλοί 1924
  • Η σκοπευτική άσκησις του έθνους 1938
  • Ο κυνηγός 1948
  • Ημερολόγιο της πολιορκίας του Μεσολογγίου 1958
  • Γεώργιος Νάζος 1966
  • Επιστολαί του Νικολάου Γύζη 1969
  • Ο Μπαρμπα-Δήμος 1974
  • Θαλασσινά τραγούδια 1884
  • Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδόσεις δωρική 1972

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Δροσίνης

Please follow and like us:
error0

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.

Νίκος Γκάτσος

Πηγή: https://www.youtube.com/

Please follow and like us:
error0

Ο Νίκος Γκάτσος (1911-1992)

Ο Νίκος Γκάτσος (8 Δεκεμβρίου 1911 – 12 Μαΐου 1992) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής, μεταφραστής και στιχουργός.

Ο Νίκος Γκάτσος
Ο Νίκος Γκάτσος

Ο Βίος του Νίκου Γκάτσου

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος, από τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική, πέθανε στο πλοίο και τον πέταξαν στον Ατλαντικό.

Τέλειωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην κοντινή Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 μετέβη στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης.

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και την αδερφή του και άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του, μικρά σε έκταση και με κλασικό ύφος, στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931-32) και «Ρυθμός» (1933). Την ίδια περίοδο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα στα περιοδικά «Μακεδονικές Ημέρες», «Ρυθμός» και «Τα Νέα Γράμματα» (για τον Κωστή Μπαστιά, την Μυρτιώτισσα και τον Θράσο Καστανάκη αντίστοιχα), ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τα «Καλλιτεχνικά Νέα» και τα «Φιλολογικά Χρονικά». Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1936. Συνδέθηκε με το ρεύμα του ελληνικού υπερρεαλισμού.

Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε είναι η ποιητική σύνθεση «Αμοργός» (Αετός, 1943), η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με επίδραση στους νεότερους ποιητές, σημαδεύοντας την σύγχρονη ελληνική ποίηση. Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το «Ο ιππότης κι ο θάνατος» (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο «Αμοργός», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.

Ο Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Αφορμή υπήρξε το έργο «Ματωμένος γάμος» του Ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που το μετέφρασε το 1943, εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 1945 και ανέβηκε από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1948. Μετέφρασε δύο ακόμη θεατρικά έργα του Λόρκα, «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» (1954) και «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» (1959), και όλα μαζί με τις μεταφράσεις των ποιημάτων «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» και «Παραλογή του μισούπνου» από το 1990 και μετά εκδίδονται συγκεντρωμένα στον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Θέατρο και ποίηση», απόδοση Νίκου Γκάτσου. Μετέφρασε, επίσης, επτά μονόπρακτα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς (1955-59), τη «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε δε Βέγα (1959), τον «Ιώβ» του Άρτσιμπαλντ Μακ Λης (1959), τον «Πατέρα» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (1962), το «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα« του Ευγένιου Ο΄Νηλ (1965) και άλλα που εκδίδονται σταδιακά από τις Εκδόσεις Πατάκη. Παράλληλα και για βιοποριστικούς λόγους συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» ως μεταφραστής και με την Ελληνική Ραδιοφωνία ως μεταφραστής, διασκευαστής και ραδιοσκηνοθέτης.,

Η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου, ωστόσο, είναι στο τραγούδι ως στιχουργού. Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεώτερους συνθέτες. Γράφοντας συνήθως πάνω στη μελωδία, με πρώτο το «Χάρτινο το φεγγαράκι», μίλησαν στις καρδιές του κόσμου πολλά μεμονωμένα τραγούδια του, καθώς κυκλοφορούσαν σε δισκάκια 45 στροφών, αλλά και ως αυτούσιοι κύκλοι όπως η «Μυθολογία» (1965), το «Ένα μεσημέρι» (1966), η «Επιστροφή» (1970), το «Σπίτι μου σπιτάκι μου» (1972), οι «Δροσουλίτες» 1975, η «Αθανασία» (1976), «Τα παράλογα» (1976), το «Ρεμπέτικο» (1983), ο Χειμωνιάτικος ήλιος, οι Μύθοι μιας γυναίκας, η Σκοτεινή μητέρα, η «Ενδεκάτη εντολή» (1985) ή οι «Αντικατοπτρισμοί» (1993). Το σύνολο του στιχουργικού του έργου βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο «Όλα τα τραγούδια» (εκδ. Πατάκη, 1999).

Ποιήματα και στίχοι του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Δανέζικα, Ισπανικά, Ιταλικά, Καταλανικά, Κορεατικά, Σουηδικά, Τουρκικά, Φινλανδικά.

Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του, ενώ το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

Το έργο του Νίκου Γκάτσου

Ποίηση

  • Αμοργός (ποίημα) (1943). Η μοναδική ποιητική σύνθεση που εξέδωσε ο Γκάτσος. Η δεύτερη έκδοσή της (1963) στον Ίκαρο. Στην 3η έκδοση (1969) προστίθενται τα ποιήματα «Ο Ιππότης και ο Θάνατος (1513)» και «Ελεγείο», που είχαν πρωτοδημοσιευθεί σε περιοδικά το 1947 και το 1946 αντιστοίχως. Νέα έκδοση, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2000.
  • Φύσα Αεράκι Φύσα Με Μη Χαμηλώνεις Ίσαμε (Ίκαρος, 1992). Ευρύτατη συλλογή τραγουδιών του Νίκου Γκάτσου, την οποία είχε καταρτίσει ο ίδιος. Περιλαμβάνονται και αρκετά ανέκδοτα τραγούδια ή κύκλοι τραγουδιών του.
  • Δάνεισε τα Μετάξια στον Άνεμο (Ίκαρος, 1994). Μετά τον θάνατο του ποιητή βρέθηκαν σ’ ένα φάκελο «λιγοστά ολοκληρωμένα ή ημιτελή ποιήματα, που προηγήθηκαν της Αμοργού και που, τρόπον τινά, αποτελούν τον προάγγελό της», σημειώνει στον πρόλογό του ο επιμελητής της έκδοσης Ευγένιος Αρανίτσης, ο οποίος έκανε και την επιλογή των «καταλοίπων» που περιλαμβάνονται στο βιβλίο.
  • Τα προ της «Αμοργού» ποιήματα (1931-1933)
  • Το τραγούδι του παλιού καιρού (1936)
  • Το ελεγείο (1946)

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Γκάτσος

Please follow and like us:
error0

Οι Άγιοι Σαράντα (7ος αιώνας π.Χ.-…)

Οι Άγιοι Σαράντα (αλβ.Saranda) είναι πόλη και ομώνυμος δήμος του νομού Αυλώνα στη νότια Αλβανία. Βρίσκεται σε έναν ανοικτό κόλπο του Ιονίου Πελάγους στην κεντρική Μεσόγειο, περίπου 14 χλμ. ανατολικά του βόρειου άκρου της Κέρκυρας. Η πόλη των Αγίων Σαράντα έχει πληθυσμό περίπου 41.173 (εκτίμηση 2013). Σε κοντινή απόσταση βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης του Βουθρωτού, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Οι Άγιοι Σαράντα θεωρούνται ένα από τα δύο κέντρα της ελληνικής κοινότητας στην Αλβανία.

Οι Άγιοι Σαράντα
Οι Άγιοι Σαράντα

Το όνομα των Αγίων Σαράντα

Το σημερινό όνομα των Αγίων Σαράντα προέρχεται από το όνομα του Βυζαντινού μοναστηριού των Αγίων Σαράντα προς τιμή των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας. Τα ερείπια του μοναστηριού σώζονται στον λόφο πάνω από την πόλη. Ο κεντρικός ναός, πρωτοβυζαντινής εποχής, έχει δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό του και αψίδες σε όλο το μήκος των πλευρών του. Στον περίβολο του ναού λέγεται ότι υπήρχαν 40 εκκλησίες, μία για κάθε μάρτυρα της Σεβαστείας. Ο κεντρικός ναός περιγράφεται από τους ιστορικούς ως πρωτοβυζαντινής τεχνοτροπίας με δύο σειρές κολόνες στο εσωτερικό και αψίδες σε κάθε πλευρά. Υπό την Τουρκική κυριαρχία το όνομα έγινε Αγιά Σαράντι και στη συνέχεια «Σαραντόζ». Λόγω της Βενετικής επιρροής στην περιοχή, συχνά εμφανιζόταν σε Δυτικούς χάρτες με το Ιταλικό όνομα Σάντι Κουαράντα (Santi Quaranta). Η χρήση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά την ίδρυση του Πριγκιπάτου της Αλβανίας, λόγω της πρώτης Ιταλικής κατοχής της περιοχής (1917-1920). Κατά τη δεύτερη κατοχή, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπενίτο Μουσολίνι άλλαξε το όνομα σε Porto Edda, προς τιμή της μεγαλύτερης κόρης του. Μετά την αποκατάσταση της Αλβανικής ανεξαρτησίας η πόλη απέκτησε το όνομα Σαράντα (Saranda).

Η Ιστορία των Αγίων Σαράντα

Η πόλη είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης του  Ογχησμού, που κατοικείτο από το ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων, της βορειοδυτικής αρχαιοελληνικής ομάδας, και άκμασε ως το επίνειο της πρωτεύουσάς τους Φοινίκης αλλά και στους Ρωμαϊκούς χρόνους, καθώς ήταν εμπορικός σταθμός για το εμπόριο μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας.

Η πόλη δέχθηκε επιδρομή των Οστρογότθων το 551 μ.Χ., ενώ την ίδια εποχή έγινε επίσης στόχων πειρατικών επιδρομών Γοτθικών πλοίων. Σε μεσαιωνικό χρονικό του 1191 ο οικισμός φαίνεται ότι είχε εγκαταλειφθεί, ενώ η παλιά μεσαιωνική ονομασία του δεν μνημονευόταν πλέον. Από τότε το τοπωνύμιο προήλθε από το όνομα της γειτονικής Ορθόδοξης  βασιλικής εκκλησίας των Αγίων Σαράντα, που χτίστηκε τον 6ο αιώνα, 1χλμ. νοτιοανατολικά του κέντρου της σημερινής πόλης.

Το 1878 ξέσπασε ελληνική εξέγερση και οι επαναστάτες ανέλαβαν τον έλεγχο των Αγίων Σαράντα και του Δέλβινου, αλλά κατεστάλη από τα Οθωμανικά στρατεύματα, που έκαψαν 20 χωριά στην περιοχή.

Οι Άγιοι Σαράντα τον 20ό αιώνα

Η περιοχή συμπεριελήφθη στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1913). Καταλήφθηκε δύο φορές από την Ελλάδα, το 1913 και από το 1914 ως το 1916, τη δεύτερη φορά από Έλληνες αντάρτες από την Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου. Το 1914 ξεκίνησαν στους Αγίους Σαράντα διαπραγματεύσεις μεταξύ εκπροσώπων της προσωρινής κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου και εκείνης της Αλβανίας, που συνεχίστηκαν στη γειτονική Κέρκυρα και τερματίστηκαν με την αναγνώριση την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου μέσα στο νεοϊδρυθέν Αλβανικό κράτος.

Καταλήφθηκε στη συνέχεια από την Ιταλία μεταξύ 1916 και 1920, ως τμήμα του Ιταλικού Προτεκτοράτου της νότιας Αλβανίας. Οι Άγιοι Σαράντα καταλήφθηκαν από τις Ιταλικές δυνάμεις το 1939 και ήταν στρατηγικό λιμάνι κατά την Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο που ακολούθησε, η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνουσών Ελληνικών δυνάμεων στις 6 Δεκεμβρίου του 1940. Η κατάληψη αυτού του στρατηγικού λιμανιού επιτάχυνε περισσότερο την Ελληνική διείσδυση προς βορράν. Μετά τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, η πόλη επέστρεψε στον έλεγχο των Ιταλών. Στις 9 Οκτωβρίου 1944 η πόλη καταλήφθηκε από ομάδα Βρετανών καταδρομέων υπό τον Ταξίαρχο Τομ Τσόρτσιλ και ντόπιων παρτιζάνων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) υπό τον Ισλάμ Ραντοβίτσκα. Η εμπλοκή των Βρετανικών στρατευμάτων θεωρήθηκε προβληματική από το ΕΑΜ, που θεωρούσε ότι οι Βρετανοί θα χρησιμοποιούσαν την πόλη ως βάση τους και θα εγκαθιστούσαν στην περιοχή τους συμμάχους τους από την Ελλάδα, καθώς Βρετανικά έγγραφα δείχνουν ότι δυνάμεις του ΕΔΕΣ συμμετείχαν επίσης στην επιχείρηση. Πάντως τα Βρετανικά στρατεύματα αποχώρησαν γρήγορα από την περιοχή, αφήνοντάς τη στις Αλβανικές κομμουνιστικές δυνάμεις.

Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει Ελληνική κοινότητα στην πόλη, αν και μικρότερη. Βέβαια, συνεχίζουν να λειτουργούν τα Ελληνικά σχολεία, καθώς επίσης και οι εκκλησίες.

Η οικονομία των Αγίων Σαράντα

Χάρη στην πρόσβασή τους στις ακτές και στο Μεσογειακό κλίμα τους, οι Άγιοι Σαράντα έχουν γίνει σημαντικός τουριστικός προορισμός μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, αν και οι επισκέπτες είναι σχεδόν αποκλειστικά Αλβανοί και Έλληνες. Οι Άγιοι Σαράντα, καθώς και το υπόλοιπο της Αλβανικής Ριβιέρας, σύμφωνα με το Guardian, προόρισται να γίνει το νέο «ανεξερεύνητο στολίδι» της υπερπλήρους Μεσογείου. Έτσι ο τουρισμός είναι η κύρια οικονομική δραστηριότητα, ενώ μεταξύ των άλλων είναι η υπηρεσίες, η αλιεία και οι κατασκευές. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2008, ήταν 8,32%. Θεωρείται ότι η οικογενειακή και εποχιακή εργασία στον τουρισμό κατά τη θερινή περίοδο συμβάλλει στο μετριασμό του πραγματικού ποσοστού ανεργίας. Πρόσφατα η πόλη έχει βιώσει μια έντονη ανεξέλεγκτη κατασκευαστική δραστηριότητα, που μπορεί να υπονομεύσει τις μελλοντικές τουριστικές προοπτικές της. Από το 2012 το Λιμάνι των Αγίων Σαράντα είναι υπό επέκταση για τον ελλιμενισμό κρουαζιερόπλοιων. Το 2014 οι Άγιοι Σαράντα φιλοξένησαν το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Dea.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιοι_Σαράντα

Please follow and like us:
error0