Η Μύκονος αλλιώς (4000π.Χ.-…)

Γεωλογικά, η Μύκονος είναι η πιο νεαρή προέκταση της ελληνικής κεντρικής ραχοκοκαλιάς, η μακρινή δισεγγονή της Βόρειας Εύβοιας: η πελαγονική οροσειρά ξεκίνησε να ανορθώνεται μέσα από τη θάλασσα πριν από 140 εκατομμύρια χρόνια. Μια στενή καμπούρα που ξεκινούσε από τη σημερινή περιοχή στα βόρεια του ποταμού Αξιού, περνούσε τον Όλυμπο και στη σημερινή Ανατολική Θεσσαλία κι έφτανε ως τη Βόρεια Εύβοια.

Ακολούθησαν η Αττική με τη Νότια Εύβοια κι ενωμένη μαζί της η Άνδρος και με αυτήν η Τήνος. Στα 35 εκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή μας εμφανίστηκε τελευταία στη σειρά η Μύκονος. Με έδαφος τραχύ και άνυδρο. Με κοιτάσματα μαγγανιούχου σιδήρου, χαλκού και γαληνίτη. Με πυριτική άμμο.

Το λευκό και ο ασίγαστος άνεμος χαρακτηρίζουν την πρωτεύουσα Μύκονο ή Χώρα που από μόνη της είναι ένα ατελείωτο αξιοθέατο, καθώς ο παραδοσιακός κυκλαδίτικος χαρακτήρας έχει προστατευτεί ως διατηρητέος οικισμός: ανεμόμυλοι, εκκλησάκια, σπιτάκια, στενά δρομάκια, όλα λευκά.

Η ιστορική πορεία των κατοίκων του νησιού είναι συνδεδεμένη με αυτή των λοιπών Κυκλάδων. Ευρήματα πείθουν ότι το νησί ήταν κατοικημένο από την τελευταία τουλάχιστον χιλιετία της Εποχής του Λίθου (4000π.Χ.). Ως τώρα δεν έχουν βρεθεί μαρτυρίες ικανές να μας διαφωτίσουν για την ακριβή της θέση στον ευρύτερο Κυκλαδικό πολιτισμό της Εποχής του Χαλκού.

Ο μυθικός Άνιος που στάλθηκε από τον Ραδάμανθυ να αποικίσει τη Δήλο, φέρεται να είχε γιο τον Μύκονο που έδωσε το όνομα του στο νησί. Η μυθολογική σύνδεση της με τον Ηρακλή και τη Γιγαντομαχία, καθώς και η γειτνίαση της με τη Δήλο επιβεβαιώνουν ότι αργότερα κατοικήθηκε από τους Ίωνες.

Στην κλασική εποχή διέθετε τουλάχιστον δύο αξιόλογες πόλεις: τη Μύκονο στη θέση της σημερινής χώρας και την Πάνορμο. Από την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της ρωμαϊκής κατάκτησης σώζονται ερείπια τριών πύργων ενώ κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξε ορμητήριο πειρατών, χωρίς αυτό να εμποδίσει δύο μοναχούς από την Εκατονταπυλιανή της Πάρου να ιδρύσουν μοναστήρι στην περιοχή της Άνω Μεριάς (Παναγία Τουρλιανή, 1542).

Η εξέλιξη των πειρατικών πλοίων έφερε τους Μυκονιάτες να διαθέτουν ακμαία ναυτιλία τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Από τους πρώτους που επαναστάτησαν στα νησιά, προσέφεραν στον Αγώνα 22 πολεμικά πλοία με 130 πυροβόλα. Εντάχθηκαν στη μοίρα του Υδραίου Γιακουμάκη Τομπάζη.

Η Μύκονος των Μαυρογένηδων

Η Μύκονος ήταν ο τόπος αποκατάστασης του ονόματος των Μαυρογένηδων που έτυχε να συνδεθούν με το νησί από την εποχή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Η αριστοκρατική οικογένεια των Μαυρογένηδων καταγόταν από το Βυζάντιο. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, τα μέλη της οικογένειας έφυγαν για την Πελοπόννησο, την Πάρο και τη Μύκονο.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας βρήκαν τρόπο να προσεγγίσουν τους σουλτάνους και να τους υπηρετήσουν με το αζημίωτο. Γύρισαν στο Φανάρι. Ο Νικόλαος Μαυρογένης έγινε ηγεμόνας της Βλαχίας και της Μολδαβίας και αντιστράτηγος των Τούρκων στον πόλεμο κατά των Ρώσων. Ήταν μισητός στους Έλληνες αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε τον σουλτάνο να τον αποκεφαλίσει (1790), όταν νικήθηκε.

Ο Στέφανος Μαυρογένης ήταν μεγάλος λογοθέτης και διερμηνέας του τουρκικού στόλου, στα 1821, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Αποκεφαλίστηκε στις διώξεις. Ο Σπυρίδων Μαυρογένης ήταν, ως το 1902, προσωπικός γιατρός του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ. Και ο γιος του Αλέξανδρος, το 1902, διορίστηκε από τους Τούρκους ηγεμόνας της Σάμου.

Δεν ήταν, όμως, όλοι οι Μαυρογένηδες προσκυνημένοι. Εγγονή του Στέφανου Μαυρογένη, η Μαντώ ζούσε στην Τεργέστη με τον πατέρα της Νικόλαο, όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Πλούσια, νέα και όμορφη, δεν έπαυε να είναι φλογερή πατριώτισσα. Μάζεψε όσα χρήματα μπορούσε και έφυγε στη Μύκονο όπου ζούσαν οι συγγενείς της. Εξόπλισε δύο πλοία και συγκρότησε δικό της στρατιωτικό σώμα. Το νησί φλογιζόταν από τον ενθουσιασμό της.

Ο Καπουδάν πασάς ενοχλήθηκε ιδιαίτερα όταν έμαθε τι γινόταν. Όχι να ξεσηκώνουν τους ραγιάδες και οι γυναίκες. Έστειλε τον τουρκικό στρατό να πνίξει την επανάσταση στο νησί. Η τουρκική απόβαση στη Μύκονο έγινε στις 3 Οκτωβρίου του 1822. Πρώτοι βγήκαν στη στεριά 100 αλγερινοί πειρατές, ο φόβο και ο τρόμος των θαλασσών. Σάστισαν όταν είδαν μια γυναίκα με το γυμνό σπαθί στο χέρι να οδηγεί τους άνδρες εναντίον τους.

Η Μαντώ και οι δικοί της ρίχτηκαν πάνω τους με τόση ορμή, ώστε τους έριξαν στα νερά. Την ίδια τύχη είχαν κι όσοι Τούρκοι ακολούθησαν. Κάτω από τις ξέφρενες ιαχές των Ελλήνων, ο εχθρός έκρινε πως ήταν πιο φρόνιμο να αποχωρήσει. Η Μαντώ έγινε σύμβολο του Αγώνα. Η δημοσιότητα που δόθηκε ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να περιμένει κάποιος, στην προσπάθεια να προωθηθεί η ελληνική υπόθεση. Για την ίδια τη Μαντώ, η απόβαση στη Μύκονο αποτελούσε μόνο την αρχή. Με τους άνδρες της, πέρασε στην ηπειρωτική Ελλάδα και συνέχισε να πολεμά όπου χρειαζόταν. Η απελευθέρωση τη βρήκε δοξασμένη και πάμφτωχη.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας την εγκατέστησε στο Ναύπλιο και της απένειμε τον τίτλο της επίτιμης αντιστρατήγου. Το σπίτι της βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Δημητρίου Υψηλάντη. Ένα ειδύλλιο αναπτύχθηκε ανάμεσα τους αλλά δεν κράτησε πολύ, λόγω ψευδών φημών από μέρους πολιτικών αντιπάλων του Δημητρίου Υψηλάντη.

Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε και η Μαντώ εξορίστηκε στη Μύκονο, το 1832. Έζησε στην Πάρο ως το 1848. Πολλοί συγγενείς της συνέχισαν να πλουτίζουν υπηρετώντας τους σουλτάνους.

Τήνος, το νησί της Μεγαλόχαρης

Σε απόσταση 82 μιλίων από τον Πειραιά βρίσκεται η ημιορεινή Τήνος, ανάμεσα στην Άνδρο (βορειοδυτικά) και τη Μύκονο (νοτιοανατολικά), αποτελώντας το κέντρο της ορογένεσης που υπήρξε συνέχεια της Εύβοιας, ενώ στα νοτιοδυτικά υπάρχει η Σύρος. Νησί πασίγνωστο για τη Μεγαλόχαρη και για το τριήμερο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στο ναός της, καθώς και της 25ης Μαρτίου, οπότε και εορτάζει ο περικαλλής ναός, που είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Η Τήνος είναι πατρίδα μεγάλων καλλιτεχνών και ανεξάντλητη πηγή θαυμαστού μαρμάρου.. Η μαρμαρογλυφία είναι έμφυτη στους Τηνίους. Ο γλύπτης Δημήτριος Φιλιππότης μας έδωσε τον περίφημο Ξυλοθραύστη, τον Θεριστή, το μνημείο Αβέρωφ κ.α. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς κόσμησε το Α΄ νεκροταφείο με την Κοιμωμένη του. Ο ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας δίδαξε στην Ανωτάτη Σχολή Κάλων Τεχνών και άφησε σπουδαία έργα από την ελληνική ιστορία (Πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη, απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε΄), ηθογραφίες (η ορφανή, η αρραβωνιασμένη) και προσωπογραφίες.

Ο ζωγράφος Νικόλαος Γύζης ήταν καθηγητής της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου, ενώ έργα του κοσμούν τις Πινακοθήκες Μονάχου, Αθήνας, Δρέσδης. Ανάμεσα στα σπουδαία έργα του είναι τα Τάμα, Ιουδίθ, Κρυφό Σχολείο.

Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Τήνος ή Χώρα στην οποία δεσπόζει ο ιδρυμένος το 1823 μεγαλοπρεπής ναός της Μεγαλόχαρης. Στα βόρεια βρίσκεται ο Πύργος ή Πάνορμος, ο δεύτερος σε μέγεθος οικισμός του νησιού, με Σχολή Καλών Τεχνών και άφθονο Μάρμαρο. Βορειοδυτικά της χώρας βρίσκεται ο οικισμός Κιόνια με το ναό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης. Σκαρφαλωμένα στο βουνό στο Ξώμπουργο ή Εξώμβουργος βρίσκονται τα ερείπια αρχαίας πόλης και το βενετικό κάστρο που οι Τούρκοι κατέστρεψαν όταν κατάφεραν να το πάρουν. Στη δυτική πλευρά του Η Κορδιανή γίνεται εκτυφλωτική το μεσημέρι και παράξενη το βράδυ καθώς είναι χτισμένη ολοκληρωτικά με μάρμαρο.

Η Τήνος κατοικημένη συνεχώς από την Νεολιθική Εποχή δέχθηκε νωρίς Ίωνες αποίκους από την Αττική που ίδρυσαν πόλη στη θέση του σημερινού Ξώμπουργου. Τον 8ο π.Χ. αιώνα δέθηκε στο άρμα της Ερέτριας από το οποίο απαλλάχτηκε το 670π.Χ. Από τότε άρχισε η εποχή της ακμής της. Με τη συνένωση 12 οικισμών δημιουργήθηκε η αρχαία πόλη, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Χώρα, ενώ στα βορειοδυτικά χτίστηκε ο ναός του Ποσειδώνα.

Τον 3ο αιώνα π.Χ. γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της στα χρόνια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Νωρίτερα η Τήνος, όπως και άλλα νησιά, είχε κατακτηθεί για λίγο από τους Πέρσες, οι οποίοι την ανάγκασαν να ενισχύσει με μια τριήρη τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην κορύφωση της ναυμαχίας η τριήρης των Τηνίων πέρασε στην πλευρά των Ελλήνων, δημιουργώντας ρήγμα στη διάταξη των Περσών.

όταν οι Βενετοί κατακτητές επέλαυναν στο Αιγαίο την Τήνο μαζί με τη Μύκονο κατέλαβαν οι αδελφοί Γκίζι, Ανδρέας και Ιερεμίας. όταν ο τελευταίος Γκίζι πέθανε στα 1390, με τη διαθήκη του άφησε το νησί στην Βενετία. Οι νέοι Βενετοί επικυρίαρχοι έχτισαν το κάστρο στο Ξώμπουργο και αντιστάθηκαν νικηφόρα στις τουρκικές επιθέσεις του 1537 και αργότερα.

Το νησί έπεσε στους Τούρκους μόλις το 1715. Τ’οτε το Ξώμπουργο ξεθεμελιώθηκε και οι κάτοικοι κατέβηκαν και έχτισαν την Χώρα κοντά στην παραλία. Μετείχαν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και υπήρξαν από τους πρώτους ελεύθερους Έλληνες πολίτες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μαζί με τις υπόλοιπους Κυκλαδίτες, τους Πελοποννήσιους και τους Στερεοελλαδίτες.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά είναι ένα μικρό νησάκι άγονο και αλίμενο έκτασης 42 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικρό νησάκι, όμως, κατάφερε να αναδειχθεί σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά ήταν κατοικημένα από τους αρχαίους χρόνους. Εγκαταλείφθηκε όμως την βυζαντινή περίοδο. Τον 17ο αιώνα Έλληνες από την Εύβοια, την Θεσσαλομαγνησία, τη Δυτική Ήπειρο και αργότερα τη Χίο, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τουρκική καταπίεση και αναζητούσαν καλύτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν στα Ψαρά. Σύμφωνα με τον Νικόδημο, τον  ιστορικό του νησιού, ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στα Ψαρά ήταν ο Ανδρέας ο Καναλιεύς, από τα Κανάλια, χωριό του Πηλίου, το 1643 μαζί με την οικογένεια του και 17 οπλοφόρους. Στο νησί υπήρχαν Οθωμανοί κάτοικοι που πουλούσαν τα κτήματα τους στον ολοένα και αυξανόμενο ελληνικό πληθυσμό και έφευγαν.

Στην αρχή οι Ψαριανοί καλλιέργησαν τη γη, αλλά όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε γη παραγωγή δεν επαρκούσε και έτσι αναγκάστηκαν να στραφούν στη θάλασσα και στο εμπόριο. Κατασκεύασαν πλοιάρια (σακολέβες) και με κεφάλαια των Χιωτών και των Σμυρναίων ταξίδευαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλομαγνησία για να ανταλλάξουν τα δικά τους εμπορεύματα με άλλα πιο αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση τους.

Γύρω στα 1740 το νησί, σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Richard Pococke, είχε περίπου 1.000 κατοίκους και στα 1785, σύμφωνα με το νεαρό Άγγλο γιατρό και περιηγητή Julius Griffiths, είχε 1.500 κατοίκους περίπου και καλοχτισμένα σπίτια. Ο Γάλλος βοηθός του προξένου, Auguste de Jassaud, γράφει ότι το νησί ήταν πετρώδες, υπήρχαν αμπελώνες, ελαιώνες, πορτοκαλεώνες και κήποι που καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Υπήρχαν μοναστήρια εκκλησίες και στο νοτιοδυτικό τμήμα του 2.500 καλοχτισμένες και πολυόροφες κατοικίες, καταστήματα, καφενεία, μια πλούσια αγορά και ναυπηγεία, στα οποία είχαν κατασκευαστεί έως το 1802 περισσότερα από 150 πλοία. Οι Ψαριανοί για να προφυλαχθούν από πειρατικές επιδρομές έφτιαξαν ένα κάστρο, στο οποίο αποσύρονταν κάθε βράδυ με τα ζώα τους.

Εφαρμόζοντας δημοκρατική διοίκηση οι Ψαριανοί, έρχονταν κάθε χρόνο το Μάρτιο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και εξέλεγαν 40 άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία αναδείκνυαν τους νέους δημογέροντες. Στη συνέλευση οι παλαιοί δημογέροντες έδιναν στους νέους τις σφραγίδες της διοίκησης που ήταν δύο, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα και για να σφραγιστεί ένα έγγραφο έπρεπε να είναι παρόντες και οι τέσσερις δημογέροντες. Οι δημογέροντες ασκούσαν τη διοίκηση, εκτελούσαν τις αποφάσεις της συνέλευσης, εισέπρατταν τους φόρους και δίκαζαν κοινές υποθέσεις των πολιτών.

Με αυτό το δημογεροντικό σύστημα διοικήθηκε το νησί ως το 1815, οπότε για να αντιμετωπιστούν οι φατρίες έναν διοικητή που εκλεγόταν επίσης κάθε χρόνο. Ο διοικητής ασκούσε την εκτελεστική εξουσία πάντοτε με την έγκριση των δημογερόντων. Τότε χώρισαν και την σφραγίδα της Παναγίας σε πέντε κομμάτια και έδωσαν το κεντρικό στο διοικητή. Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε ως το 1821, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή των Ψαρών.

Εντυπωσιακό είναι ότι όλοι οι Ψαριανοί γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, που τους δίδασκαν οι ιερείς, ενώ τους νεαρούς ναύτες μάθαιναν γράμματα οι μεγαλύτεροι σύντροφοι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο στο νησί το σύστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μώρος και το 1806 με έξοδα του Ιωάννη Βαρβάκη χτίστηκε το σχολείο, το οποίο διατηρήθηκε ως την καταστροφή των Ψαρών.

Τα Ψαρά υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον καπουδάν πασά. Έναντι του προνομίου της αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν, ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν έναν αριθμό ναυτών στον οθωμανικό στόλο, 50 έως 100 εν καιρώ ειρήνης και 200 εν καιρώ πολέμου. Αργότερα έστελναν ετερόχθονες και στο τέλος μόνο τα χρήματα για τη συντήρηση ενός τέτοιου σώματος. Με την υποχρεωτική αυτή υπηρεσία οι Ψαριανοί μάθαιναν την τέχνη του πολέμου.

Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς του 1718 μεταξύ Βενετών και Τούρκων, που έφερε ειρήνη στο Αιγαίο, άρχισε να αναπτύσσεται η εμπορική ναυτιλία των Ψαρών και των άλλων νησιών, την οποία ενίσχυσε η Πύλη με τις πολλές διευκολύνσεις που παρείχε στους Έλληνες πλοιάρχους για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών κρατών.

Το νησάκι των Ψαρών εμφανίζεται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμη δύναμη στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1769-1774). Τον Ιούνιο του 1770 μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου στην Πελοπόννησο ο Αλέξιος Ορλόφ, ως αρχηγός του στόλου, έπλευσε προς το Αιγαίο και ξεσήκωσε πολλά νησιά. Οι Ψαριανοί αρχικά απέφευγαν να συμπράξουν με τους Ρώσους. Μετά τη ναυμαχία, όμως, του Τσεσμέ, όπου ο ρωσικός στόλος καταναυμάχησε τον οθωμανικό, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της μελλοντικής τους ελευθερίας και επαναστάτησαν.

Τότε μετέτρεψαν 25 σακολέβες, από τις 36 που διέθεταν, σε καταδρομικά και κατασκεύασαν και 46 μικρότερα πλοία, τις γαλιότες, που ήταν καταλληλότερα ως καταδρομικά.

Με τα πλοία τους άρχισαν τις καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας, της Συρίας, αλλά και σε ελληνικά νησιά, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774), με την οποία έληξε ο πρώτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση οι Ψαριανοί. Οι εισηγήσεις όμως, του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, στον καπουδάν πασά Χασάν μπέη, και κυρίως η κακή κατάσταση μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ του τουρκικού στόλου, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον τους, συνετέλεσαν ώστε οι Ψαριανοί να αμνηστευτούν και να μην υποστούν καμία συνέπεια. Επωφελήθηκαν μάλιστα από τα πλεονεκτήματα της συνθήκης του 1774 εξασφάλισε στην Ρωσία, η οποία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη ρωσική σημαία, που διευκόλυνε τα ταξίδια τους, προώθησαν το εμπόριο τους  μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1774 ήταν οι σακολέβες, ενώ τις γαλιότες -τα καταδρομικά- τις κατέστρεψαν για να μην εγείρουν τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι τους και να αποκαλούν τα Ψαρά «Κιουτσούκ Μάλτα», δηλαδή «Μικρή Μάλτα» και τους Ψαριανούς «χιρσίζ αντάμ» δηλαδή «κλέφτες».

Όταν ξέσπασε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος η Πύλη για να αποφύγει τη συμμετοχή των Ψαριανών απαίτησε από αυτούς να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στόλο τα δύο μεγάλα πλοία των Μαρκή Μηλαΐτη και των αδελφών Μαμούτη.

Δεν επαναστάτησαν οι Ψαριανοί, αλλά δεν έλειψαν από το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο Νικολής Αποστόλης, ο μετέπειτα ναύαρχος των Ψαρών. Μετά την ήττα του Κατσώνη κοντά στην Άνδρο από τον οθωμανικό στόλο, ενισχυμένο με αλγερινά πλοία, οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς «λαμπρινούς» -όπως λέγονταν οι οπαδοί του Κατσώνη- μεταξύ των οποίων και δέκα Ψαριανούς, που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απαγχονίστηκαν. Με τη συνθήκη του Ιασίου με την οποία έληξε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, διατηρήθηκαν τα προηγούμενα προνόμια των προηγούμενων συνθηκών.

Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ψαρών σημειώθηκε μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Η εξαφάνιση του βενετσιάνικου ναυτικού και η κάμψη του γαλλικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για να κυριαρχήσουν οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους τα Ψαρά συγκέντρωσαν τεράστια κέρδη μονοπωλώντας το εμπόριο των σιτηρών. Φόρτωναν σιτάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές στα λιμάνια της Δυτικής Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό που επέβαλλε ο αγγλικός στόλος.

Η συσσώρευση τόσης δύναμης και πλούτου στα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οφείλεται στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας στη ναυτιλία και στο ναυτεμπόριο. 

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη ναυπήγηση των πλοίων και τη διεξαγωγή του εμπορίου συνεταιρίζονταν κεφαλαιούχοι, ναυτικοί, ξυλουργοί, ξυλέμποροι, σχοινοποιοί, εργατοτεχνίτες και έμποροι τροφίμων. Μοιράζονταν έτσι το κόστος και τον κίνδυνο της ναυτιλίας, αλλά και τα τεράστια κέρδη που απέφερε το εμπόριο στη θάλασσα. Κύριοι παράγοντες των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν οι κεφαλαιούχοι-πλοιοκτήτες, που τότε ονομάζονταν νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες, και οι ναύτες, που αποκαλούνταν σύντροφοι, ή συντροφοναύτες. Τα κέρδη χωρίζονταν σε τρία μερίδια, ένα έπαιρνε το πλοίο, ένα το πλήρωμα και το τρίτο οι κεφαλαιούχοι. Κατά την ίδια αναλογία επιμερίζονταν οι ζημιές.

Μετά την επικράτηση της ειρήνης το 1815 το ψαριανό ναυτικό εμπόριο υπέστη κάμψη γιατί σταμάτησε η κερδοσκοπία, οι τιμές μειώθηκαν και το αγγλικό και γαλλικό εμπόριο ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο. Η οικονομική αυτή κρίση ίσως ένας από τους λόγους που επιτάχυναν την επανάσταση. Οι Ψαριανοί μετέτρεψαν τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και μπήκαν στον Αγώνα. 

Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος (1827)

Η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος» είναι η μόνη εφημερίδα που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του εκδότη, χωρίς οικονομική στήριξη.

Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος

Η έκδοση της πραγματοποιήθηκε σε εποχή όπου από τα τέσσερα σημαντικά φύλλα του Αγώνα κυκλοφορούσε, μόνο το ένα, η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος», το επίσημο όργανο της Διοίκησης. Υπεύθυνος συντάκτης αρχικά ήταν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, αλλά μετά την παραίτηση του ορίστηκε ο Γεώργιος Χρυσίδης, προθυμότερος να συμπορεύεται με την πολιτική εξουσία, να υπακούσει στα κελεύσματα της.

Την ανεξαρτησία της «Ανεξαρτήτου Εφημερίδος της Ελλάδος» διακηρύσσει ο Π.Κ. Παντελής, Υδραίος ναυτικός το επάγγελμα, ο οποίος δεν ανήκε στους κύκλους της πολιτικής ή της λογιοσύνης. Υπήρξε γνώριμος της οικογένειας Κουντουριώτη, στα μέλη της οποίας συνήθιζε να παρέχει μικρές υπηρεσίες, όπως μεταφορά αλληλογραφίας, προφορικά μηνύματα κλπ. Τα στοιχεία που παρέχουν οι αρχειακές πηγές, αν και καταγράφουν τη σχέση του Π.Κ. Παντελή με τους αδελφούς Κουντουριώτη, δεν δημιουργούν υποψίες ότι η έκδοση της εφημερίδας έγινε με σκοπό να εξυπηρετηθούν τα προσωπικά συμφέροντα των Υδραίων πολιτικών. Απεναντίας, ο εκδότης στο προγραμματικό του κείμενο «Ειδοποίησις» ανακοινώνει τις προθέσεις του, σχετικά με τη γραμμή και τους στόχους της εφημερίδας, οι οποίοι είναι να γράφεται μόνο η αλήθεια.

Η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος» για τους πρώτους μήνες τουλάχιστον, στάθηκε ένα όργανο ανεξάρτητο, με βασική επιδίωξη την αντικειμενική πληροφόρηση. Απόλυτα σεβαστή η πρόθεση αυτή του εκδότη, μόνο που δεν είχε διάρκεια. Και τούτο, διότι από τη στιγμή που μεταφέρθηκε στην Αίγινα, όπου είχε την έδρα του εκεί ο Κυβερνήτης, ο Παντελής Κ. Παντελής, συντάσσεται με κάποιο τρόπο με την εξουσία. Η εφημερίδα που είχε διακριθεί για την οξύτατη κριτική της απέναντι στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», απέναντι σε πρόσωπα ή θεσμούς της και σε συλλογικά σώματα, καθώς και για την παρουσίαση άρθρων και σχολίων, διατριβών με θέματα γενικού πολιτικού ενδιαφέροντος και ειδήσεων από τις τελευταίες στρατιωτικές εξελίξεις, καθώς ο Αγώνας έβαινε προς το τέλος του, προκρίνει τη συμπόρευση με τη Διοίκηση, ουσιαστικά με την εξουσία, δημοσιεύοντας νόμους, θεσπίσματα, επίσημα έγγραφα.

Ενδεχομένως ο Υδραίος εκδότης-ναυτικός πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να συμβάλλει στην κατασίγαση των παθών, που υπήρχαν ακόμα έντονα στα ελληνικά περιβάλλοντα, στη δημιουργία συνεπώς ομαλού πολιτικού βίου, μέσα στις προοιωνιζόμενες συνθήκες ελευθερίας. Για τον ίδιο λόγο δεν παύει να υπερασπίζεται, θεωρητικά τουλάχιστον, την ελευθερία του Τύπου.

Μικρή, βραχύβια εφημερίδα χωρίς ιδιαίτερη εμβέλεια, έπαιξε εν τούτοις το ρόλο της σε εποχή όπου οι τρεις σημαντικές εφημερίδες είχαν τερματίσει το βίο τους. Ενδιαφέρον δείγμα μιας έκδοσης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, είχε σίγουρα τη θέση της, την αξία και τη σημασία της στο ελληνικό δημοσιογραφικό κίνημα αυτής της περιόδου. Αγαθές μοιάζουν οι προθέσεις του εκδότη, όπως καταγράφονται από τον ίδιο στο προγραμματικό του κείμενο. Οι προθέσεις αυτές, στο βαθμό που πραγματοποιήθηκαν, κρίθηκαν θετικά και από τους συγχρόνους.

Ο Ιωάννης Φιλήμων γράφοντας για την «Ανεξάρτητο Εφημερίδα» απηχεί τη γενικότερη εντύπωση που είχε προξενήσει την εποχή που κυκλοφόρησε: «Σύνθημα έφερεν την προτίμησιν της αλήθειας. Οι δημοτικοί την εχειροκρότησαν εις τας αρχάς ως επαγγελομένην τον ιερόν σκοποόν του να εξαλείψη, ή να μετριάση τα βράζοντα πα΄θη και τα ελαττώματα εκείνων όσοι διατελούν εις την πολιτικήν και την στρατιωτικήν υπηρεσίαν. Έγραψεν αλήθιεας πολλάς, και απετέλεσε τωόντι το να συσταλώσι τινές την δημοσιότηταν…»

Ο Παντελής Κ. Παντελής επιχείρησε αρκετά χρόνια αργότερα την επανέκδοση της εφημερίδας του. Το 1843, όταν το συνταγματικό θέμα βρισκόταν σε μεγάλη ένταση και οξύτητα, ξαναμπήκε στη μαχόμενη δημοσιογραφία και κυκλοφόρησε φύλλο με τον ίδιο τίτλο «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος», μέσα από το οποίο αγωνίστηκε υπέρ της παραχώρησης Συντάγματος.

Εκδότες εφημερίδων (1821-1826)

Το 1821 ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Ο Αγώνας εξελισσόταν καθημερινά. Τα γεγονότα έπρεπε να γίνουν γνωστά σε όλους τους Έλληνες, για να ξεσηκωθούν και όσοι «ήσαν φρόνιμοι». Μόνο ένας τρόπος υπήρχε οι εφημερίδες. ήταν απαραίτητες για την αφύπνιση του Γένους. Ήταν ακόμη χρήσιμες και για την καταγραφή των Πράξεων της Πρώτης Επαναστατικής Διοίκησης του Προσωρινού Πολιτεύματος», αλλά και για την ενημέρωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, με στόχο την ενίσχυση του φιλελληνισμού. Ψυχή των εφημερίδων αυτών ήταν οι εκδότες.

Εκδότες εφημερίδων

Νικόλαος Λουριώτης (1783-1833)

Εκδότες Εφημερίδων
Νικόλαος Λουριώτης

Ο Νικόλαος Λουριώτης ήταν αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Γόνος γνωστής ηπειρώτικης οικογένειας γεννημένος στα Ιωάννινα. Σπούδασε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στη Γενεύη. Το 1821 χρημάτισε αρχιγραμματέας της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος υπό τον Μαυροκορδάτο, αρχιγραμματέας της Επικρατείας στο Μεσολόγγι, ενώ επί Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη γραμματέας, διευθύνοντας θέματα λογιστικού. Ο Λουριώτης εμπλέκεται στην έκδοση της δεύτερης χειρόγραφης εφημερίδας στην Ελλάδα, μετά την «Εφημερίδα του Γαλαξιδιού». πρόκειται για την χειρόγραφη «Εφημερίς Αιτωλική», η οποία εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1821 στο Μεσολόγγι. Ο Λουριώτης, ως γραμματέας της Δυτική Ελλάδος, ήταν επίσης ο υπεύθυνος της τρίτης χειρόγραφης εφημερίδας, η οποία εκδόθηκε στο Αγρίνιο από το Φεβρουάριο του 1822 με τίτλο Αχελώος» και η οποία ενημέρωνε για τις αποφάσεις της γερουσίας και τις κινήσεις του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.

Λέισεστερ Στάνχοπ

Εκδότες Εφημερίδων
Λέισεστερ Στάνχοπ

Υποκόμης του Χάρινγκτον, συνταγματάρχης, φιλέλληνας, εκπρόσωπος του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου, γεννημένος στο Δουβλίνο. Υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό στη Νότια Αμερική και την Ινδία. Επηρεασμένος από τον Μπένθαμ στρέφεται προς τη πολιτική και το 1823 φτάνει στην Κεφαλλονιά, όπου βρίσκεται ήδη ο Λόρδος Μπάιρον. Έμεινε στην Ελλάδα περίπου 6 μήνες. Στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα η δράση του υπήρξε κρίσιμη για την υπόθεση τόσο του ελληνικού Τύπου όσο και του Αγώνα. Ο Στάνχοπ έφερε μαζί του πολύτιμο υλικό για τον πόλεμο, φάρμακα, πολεμοφόδια, τρία πιεστήρια, τα οποία, όπως έλεγε, θα προσέφερε« όχι στην κυβέρνηση αλλά στο κοινό», θέτοντας έτσι ουσιαστικά το ζήτημα της ελευθεροτυπίας στις απαρχές κιόλας του ελληνικού τύπου. Την επόμενη της άφιξης του συναντήθηκε με τον Μάγερ και συμφώνησαν για την έκδοση της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά». Ο Στάνχοπ συνέβαλε επίσης στην έκδοση της πρώτης αθηναϊκής εφημερίδας, όπου τυπώθηκε στη Σαλαμίνα στο δικό του πιεστήριο στις 20 Αυγούστου 1824, με τίτλο «Εφημερίς Αθηνών».

Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ (1798-1826)

Εκδότες Εφημερίδων
Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ

Ελβετός Φιλέλληνας, ήρωας της Επανάστασης του 1821 και πρωτοπόρος του ελληνικού τύπου. Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και το 1821 ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, έγινε ορθόδοξος και παντρεύτηκε την Αλτάνα Ιγγλέση. Την 1η Ιανουαρίου 1824 τυπώνει στο πιεστήριο που έφερε ο Στάνχοπ από την Αγγλία την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», η οποία εγκαινιάζει την ιστορία του Ελληνικού Τύπου. Η εφημερίδα εκδιδόταν μέχρι το 2826, οπότε και καταστράφηκε από βομβαρδισμό το οίκημα στο οποίο τυπωνόταν. Στο ίδιο πιεστήριο είχε τυπωθεί και ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονύσιου Σολωμού. Ο Μάγερ, ο αποκαλούμενος «πατέρας της ελληνικής δημοσιογραφίας», διορίστηκε το 1824 μέλος της τριμελούς Διευθύνουσας Επιτροπής του Μεσολογγίου, αγωνιζόμενος μέχρι τέλους για τη σωτηρία της πόλης και των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Οι ανταποκρίσεις του Μάγερ, που δημοσιεύθηκαν στις ευρωπαϊκές εφημερίδες, προσέφεραν τα μέγιστα στην υπόθεση του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα. πολέμησε γενναία και έπεσε κατά την έξοδο του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826, κοντά στη θέση Αρμυράκι. Μαζί του σφαγιάστηκαν και η σύζυγος του Αλτάνα και τα δυο παιδιά τους. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μεσολόγγι στον «Κήπο των Ηρώων».

Γεώργιος Ψύλλας (1794-1879)

Εκδότες Εφημερίδων
Γεώργιος Ψύλλας

Αγωνιστής του 1821, πρωτοπόρος του ελληνικού Τύπου, γεννημένος στην Αθήνα. Σπούδασε στην Πίζα μαθηματικά και φιλολογία στην Ιένα, το Τίμπιγκεν και το Βερολίνο. Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα. Συμμετείχε στις Α΄ και Β΄ Εθνοσυνελεύσεις. Ο Στάνχοπ ήρθε σε επαφή μαζί του το 1824 και συμφώνησαν να αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας, η οποία τελικά εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1824 με τίτλο «Εφημερίς Αθηνών», η οποία κυκλοφορούσε κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Ο Ψύλλας υπήρξε συνεπής φιλελεύθερος, αγγλόφιλος και ακέραιος σαν χαρακτήρας Η παρουσία του στο χώρο του Τύπου ήταν καθοριστική για τη διάδοση των γραμμάτων και των δημοκρατικών ιδεών. Εξ αιτίας των πολιτικών ανταγωνισμών πολλές φορές η θέση του Ψύλλα στην εφημερίδα αμφισβητήθηκε, χωρίς όμως ποτέ να αντικατασταθεί. Η έκδοση της Εφημερίδας σταμάτησε οριστικά τον Απρίλιο του 1826, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας των Αθηνών από τον Κιουταχή. Ο Ψύλλας διετέλεσε πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας επί Όθωνος και υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου το 1854.

Χειρόγραφες εφημερίδες

Ο Κοραής στην πολυσέλιδη επιστολή του προς τον Νεόφυτο Βάμβα παροτρύνει μεταξύ άλλων τη σύνταξη πολιτεύματος και την έκδοση εφημερίδων. Ο Κοραής είχε έγκαιρα αντιληφθεί, μέσα στη δίνη της Γαλλικής Επανάστασης, τη σημασία του Τύπου για την υπεράσπιση θέσεων και απόψεων, για την ενημέρωση και την επικοινωνία. Οι εφημερίδες ήταν απαραίτητες για την ενημέρωση των ξένων επιφυλακτικών, αν όχι εχθρικών, σε τούτη τη φάση, απέναντι στο δικαίωμα του ελληνικού λαού να αγωνιστεί για την ελευθερία. Ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός, όμως, για ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν ανύπαρκτος. Άλλη λύση δεν υπήρχε, τουλάχιστον προσωρινά, από τις χειρόγραφες εφημερίδες.

Χειρόγραφες Εφημερίδες
«Εφημερίς Αιτωλική»

Η έγκαιρη εμφάνιση των χειρόγραφων εφημερίδων, παρ’ όλο που αποτελούσε ξεπερασμένη μορφή ενημέρωσης, επιβεβαίωνε τη σημασία που απέδιδαν στη δημοσιοποίηση της πληροφόρησης σε τούτα τα κρίσιμα πρώτα χρόνια του Αγώνα.

Οι τρεις χειρόγραφες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν στη Στερεά Ελλάδα -Γαλαξίδι, Μεσολόγγι, Βραχώρι- το 1821 και 1822, δημιουργήματα της που αισθάνονταν οι φορείς της Επανάστασης για επικοινωνία με ευρύτερα στρώματα του έθνους, εκφράζουν την ώριμη πολιτική συνείδηση των ατόμων και των κύκλων από τους οποίους προήλθαν και την πίστη τους προς την αξία του Τύπου.

«Η Εφημερίδα του Γαλαξιδιού», Μάρτιος του 1821. Την αποκάλεσαν και «ψευτοεφημερίδα», γιατί πολλές ειδήσεις ήταν τόσο υπερβολικές που ήταν, εξόφθαλμα, ψευδείς, καθώς και παραποιημένα στρατιωτικά νέα, εντελώς παραποιημένα, τις περισσότερες φορές, εντελώς, φανταστικά. «Πέντε ρούσικα καράβια εξεμπαρκάρισαν ασκέρι στη Μάνη και το Νηόκαστρο, και τράβηξαν ντρίτα το κόρφο της Πάτρας για να βγάνουν το άλλο ασκέρι, το τσιμπιχανέ, και εκατό χιλιάδες φλωριά, πεσκέσι της Ρουσίας στους Ρωμαίους των αρμάτων».

Σκοπός της εφημερίδας και των υπερβολών της ήταν να τονώσουν το ηθικό των μαχόμενων Ελλήνων σε τούτη την πρώιμη ώρα, για να ενισχύσουν το φρόνημα, να υπερνικήσουν τους ενδοιασμούς των «φρονίμων», να πείσουν τους αναποφάσιστους. Από την «Εφημερίδα του Γαλαξιδιού» δεν έχει σωθεί μόνο ένα φύλλο. Ωστόσο, το μοναδικό δείγμα της πρώτης χειρόγραφης εφημερίδας, με τις φανταστικές ειδήσεις, γραμμένες μάλιστα σε δημώδη γλώσσα, επιβεβαιώνει την ανάγκη την οποία γρήγορα αισθάνθηκαν οι Έλληνες μαχητές να αποκτήσουν όργανα επικοινωνίας.

«Εφημερίς Αιτωλική», Μεσολόγγι, Αύγουστος 1821. Τρία φύλλα μας είναι γνωστά από την εφημερίδα της οποίαςς εκδότης ήταν ο Νικόλαος Λουριώτης. Η εφημερίδα κυκλοφορούσε κάθε πέμπτη μέρα, σε ένα τετρασέλιδο ή δισέλιδο, δίστηλο πυκνογραμμένο.

Η ειδησεογραφία της, πλούσια, κάλυπτε τα στρατιωτικά γεγονότα σε θάλασσα και ξηρά, τις προθέσεις και ενέργειες ατόμων ή συλλογικών σωμάτων, τις διαβουλεύσεις ανάμεσα σε Έλληνες και Αλβανούς οπλαρχηγούς και πολιτικούς για κοινή αντιμετώπιση των δυνάμεων του σουλτάνου. Δεν παραλείπουν και την ποίηση, όπως το «Άσμα της περιφήμου συμμαχίας των ενδόξων Αλβανών μετά των ηρώων Ελλήνων», στην προσπάθεια να ενδυναμώσουν το ηθικό των μαχομένων, ώστε ενωμένοι να κατανικήσουν τον ισχυρό εχθρό, να πάρουν εκδίκηση για τις κακουργίες του. όπως ήταν ο θάνατος του Αθανασίου Διάκου.

Φαίνεται ότι η Ρωσία ήταν είτε η «αγαπημένη», είτε η «ελπιδοφόρα» δύναμη για τις χειρόγραφες εφημερίδες, γιατί οι ψευδείς ειδήσεις για τη συγκεκριμένη δύναμη δεν έλειπαν και από αυτήν τη εφημερίδα. Ασχέτως όμως με τις υπερβολικές ή και εντελώς ψευδείς πληροφορίες η «Αιτωλική» έχει το πλεονέκτημα για το σημερινό αναγνώστη ότι τον εισάγει στο κλίμα και το πνεύμα που επικρατούσε στους πρώτους μήνες του Αγώνα, βοηθώντας τον να γνωρίσει τον παλμό της εποχής.

«Ο Αχελώος», Βραχώρι, Φεβρουάριος 1822, εκδότης ο Νικόλαος Λουριώτης. Άνετα θα ονομάζαμε αυτή τη χειρόγραφη εφημερίδα πρόδρομο των επίσημων κυβερνητικών φύλλων, αφού για το λίγο χρόνο που κυκλοφόρησε πραγματοποίησε το έργο που ανέλαβαν αργότερα οι εφημερίδες της Διοικήσεως. Άλλωστε αυτήν την ιδιότητα φαίνεται να επισημαίνει η σφραγίδα της Γερουσίας που μπαίνει στην αρχή της πρώτης σελίδας, αλλά και ο υπότιτλος «Εφημερίς πολιτική της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος»

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η σύνταξη και ο τρόπος με τον οποίο κυκλοφορούσαν οι χειρόγραφες εφημερίδες. Η διαδικασία φαίνεται διαφορετική από αυτή των έντυπων εφημερίδων. Στις χειρόγραφες εφημερίδες ο συντάκτης, αφού συνέλεγε το υλικό από «προφορικήν πληροφορίαν» ή από επιστολές, έγραφε ο ίδιος το πρώτο φύλλο και ενδεχομένως ένα μεγαλύτερο αριθμό. Στη συνέχεια τα φύλλα αντιγράφονταν σε περισσότερα αντίτυπα και τα έστελναν με πεζοδρόμους στις γύρω πολιτείες. Αλλά και στους τόπους όπου έφθαναν πάλι ίσχυε η ίδια διαδικασία. ο πολλαπλασιασμός δηλαδή των αντιτύπων με καινούργιες αντιγραφές.

Έτσι, με αυτές τις χειρόγραφες εφημερίδες λειτούργησε τον πρώτο καιρό ο μηχανισμός μετάδοσης των ειδήσεων στη μαχόμενη Ελλάδα, προκειμένου να εξασφαλιστεί, έστω στοιχειωδώς, η ενημέρωση του κοινού.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-1821)

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-7 Ιουνίου 1821) ήταν Ρουμάνος επαναστάτης και συνεργάτης των Φιλικών. Ξεκίνησε εξέγερση στη Μολδοβλαχία, παράλληλα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου
Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ρουμανίας (τότε Μολδοβλαχία) το 1780. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Ο Βλαντιμιρέσκου όμως πήρε αρκετά καλή μόρφωση. Υπηρέτησε στον ρωσικό στρατό και πήρε μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1816. Ο Βλαντιμιρέσκου έγινε αρχηγός αγροτικού κινήματος με στόχο την κατάργηση του φεουδαρχισμού στην περιοχή της Μολδοβλαχίας.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Οι στόχοι του κινήματος του Βλαντιμιρέσκου ήταν διαφορετικοί από τις προθέσεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη για την εξέγερση στη Μολδοβλαχία. Ο τελευταίος ήθελε να δημιουργήσει μέτωπο στην εκεί περιοχή, ώστε να διασπασθεί ο τουρκικός στρατός και να κατέβει με όσο το δυνατόν λιγότερες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο με το ξέσπασμα της Επανάστασης. Ακόμη και να εφοδιάζει την ελληνική Επανάσταση με πολεμιστές από τα πριγκιπάτα. Ο Τουντόρ Βλαντιμιρέσκου κατέβαινε με τη σημαία του εθνικού και κοινωνικού επαναστάτη. Επιζητούσε την κοινωνική μεταβολή και την ανατροπή του φεουδαρχικού-δουλοκτητικού καθεστώτος στα πριγκιπάτα.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο. Ένα μήνα πριν ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου είχε κηρύξει στην Ολτέινα την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση των πριγκιπάτων και τη συντριβή του καθεστώτος των Φαναριωτών και των Βογιάρων. Οι αγρότες προσέρχονταν με ενθουσιασμό στις γραμμές του. Το πρόγραμμα του ήταν σαφές και λαοφιλέστατο: αντικατάσταση των Φαναριωτών ηγεμόνων με Ρουμάνους διοικητές, αντιπροσωπευτική βουλή με συμμετοχή όλων των στρωμάτων του πληθυσμού, οργάνωση εθνικού στρατού και απομάκρυνση των τουρκικών φρουρών, φορολογικές μεταρρυθμίσεις υπέρ του λαού, κατάργηση του φόρου υποτέλειας των πριγκιπάτων στους Τούρκους.

Στις 2 Απριλίου ο Βλαντιμιρέσκου με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς κατέλαβε το Βουκουρέστι, μέσα σε ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού. Σε μια βδομάδα μπήκε στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης με το στρατό του. όλες οι ενδείξεις συνηγορούσαν για μια στενή συνεργασία των δύο κινημάτων που θα εξασφάλιζε την επιτυχία της εξέγερσης στα πριγκιπάτα.

Ωστόσο, μια σειρά από διεθνή και εσωτερικά γεγονότα, καθώς και οι ατελεύτητες μηχανορραφίες των Άγγλων και Αυστριακών πρακτόρων που δρούσαν στις ηγεμονίες και στην Πόλη, έφεραν τελικά τη διάσπαση. Η αγγλική διπλωματία, μόλις επεσήμανε τη σοβαρότητα της εξέγερσης στα πριγκιπάτα, έσπευσε να διακηρύξει στη ρωσική αυλή ότι «θα έβλεπε εχθρικώς πάσαν επέμβασιν της εις τας ελληνικάς υποθέσεις». Ήταν η πρώτη διπλωματική τροχοπέδη διεθνούς επιπέδου που έμπαινε στο κίνημα.

Στο μεταξύ, είχε συνέλθει στο Λάιμπαχ το συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας με στόχο τις εθνικοαπελευθερωτικές και αστικοδημοκρατικές ευρωπαϊκές λαϊκές εξεγέρσεις. Κάτω από την πίεση της Αυστρίας του Μέττερνιχ, ο τσάρος Αλέξανδρος συναινεί στην αποκήρυξη του κινήματος, ενώ από τον περίβολο του Πατριαρχείου εξαπολύεται αφορισμός του Πατριάρχη εναντίον του Υψηλάντη.

Τα διεθνούς σημασίας αυτά γεγονότα, καθώς και ο αφορισμός, επηρεάζουν το κίνημα. Από δω και στο εξής επισημαίνονται μια σειρά άστοχων πράξεων και στο ελληνικό και στο ρουμανικό στρατόπεδο, που οδηγούν στην αποτυχία της εξέγερση, αφού προηγήθηκε η μοιραία διάσπαση των Βλαντιμιρέσκου και Υψηλάντη.

Ρήξη Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η αποκήρυξη του τσάρου βάρυνε και στον Βλαντιμιρέσκου και στον Υψηλάντη. Ο πρώτος, μη διαθέτοντας φόντα πολιτικού στοχαστή, τρομοκρατήθηκε κάτω από την έντονη πίεση των Βογιάρων και των Αγγλοαυστριακών πρακτόρων, ζητάει από τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από το Βουκουρέστι και να φύγει για την Ελλάδα. Οι Βογιάροι και οι ξένοι πράκτορες του παριστούν τον Υψηλάντη σαν κίνδυνο για τα πριγκιπάτα, που στόχο έχει να εγκαταστήσει κυριαρχία κατακτητών πάνω στους Ρουμάνους. Και προς την πλευρά του Υψηλάντη γίνεται μια συστηματική διαβολή του Βλαντιμιρέσκου, τον οποίο παριστάνουν σαν έτοιμο να διαπραγματευτεί και να υπογράψει μονομερείς συμφωνίες με τους Τούρκους, προδίδοντας τη συνεργασία του με τους Φιλικούς.

Μέσα σε εκείνη τη θολή, από τα αλλεπάλληλα δυσμενή διπλωματικά γεγονότα, ατμόσφαιρα, η διαβολή έπιασε. Ο Υψηλάντης κλονισμένος στην πίστη του για τη νίκη, βλέποντας τις δυσκολίες περισσότερες από ό,τι τις προϋπολόγισε, δίνει εντολή στον Γεωργάκη Ολύμπιο να παρακολουθεί τον Βλαντιμιρέσκου. Ο Ολύμπιος δημιουργεί φιλικές προς αυτόν συνωμοτικές ομάδες μέσα στις γραμμές του Βλαντιμιρέσκου. Όταν το έκρινε σκόπιμο, οργάνωσε το κίνημα ανατροπής του από τα μέσα.

Το τέλος του Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Στο τρίτο δεκαήμερο του Μάη του 1821 ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου ανατρέπεται και συλλαμβάνεται, οδηγείται δέσμιος στο Τεργκοβίστε, περνάει από έκτακτο στρατοδικείο και τη νύχτα της 7 Ιουνίου εκτελείται. Οι μηχανορραφίες των εχθρών της εξέγερσης και της ενότητας των δύο κινημάτων στα πριγκιπάτα είχαν θριαμβεύσει.

Στις αρχές του χειμώνα του 1821 το κίνημα στα πριγκιπάτα έχει κατασταλεί εντελώς και οι Τούρκοι εγκαινίαζαν ένα απίστευτο καθεστώς τρομοκρατίας. Ωστόσο, η θυσία των αγωνιστών δεν πήγε χαμένη, παρά την αποτυχία του γενικού σχεδίου εξέγερσης στα Βαλκάνια.Η απασχόληση στα πριγκιπάτα σοβαρών τουρκικών δυνάμεων έδωσε την ευχέρεια να ανάψει και να φουντώσει μια άλλη επαναστατική εστία, ο ξεσηκωμός στην Ελλάδα.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι (1821)

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου 1821) ήταν μία από τις νικηφόρες μάχες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη κατά την έναρξη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι
Η Μάχη στο Βαλτέτσι

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Μετά την απελευθέρωση της Καρύταινας κύριος σκοπός ήταν η πολιορκία της Τρίπολης. Ο Κολοκοτρώνης είχε μείνει με λιγοστούς άνδρες και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μαζέψει αρκετό στρατό για την πολιορκία. Το στρατόπεδο που περικύκλωσε την Τρίπολη κράτησε μέχρι μέσα Μαΐου. Ο Χουρσίτ πασάς έστειλε σημαντικές δυνάμεις από τα Ιωάννινα για την καταστολή της Επανάστασης. Ο Μουσταφάμπεης κατευθύνθηκε προς την χερσόνησο. Στις 6 Μαΐου μπήκε στην Τρίπολη και η άφιξη του προκάλεσε ανησυχία στους πολιορκητές.

Η μάχη στο Βαλτέτσι

Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε αμέσως μια ισχυρή δύναμη να καταλάβει το Βαλτέτσι. Συγκεντρώθηκαν εκεί και άλλοι οπλαρχηγοί και η δύναμη τους ήταν κάτι λιγότερο από χίλιους άνδρες. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πως να οχυρωθούν και έθεσε σε ετοιμότητα τα υπόλοιπα σώματα. Στις 12 Μαΐου ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζικάριους, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα, με σκοπό να σπάσει τον αποκλεισμό εκεί και να φτάσει στη Λακωνία για να υποτάξει όλη την Πελοπόννησο. Εκείνη τη στιγμή ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στο Χρυσοβίτσι που απείχε 2,5 ώρες από το Βαλτέτσι. Δεν συμμετείχε στην αρχή της μάχης, στην οποία πολέμησαν οι Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ύστερα από τρεις ώρες κατέφτασαν ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι και ο Πλαπούτας από την Πιάνα και άρχισαν να κάνουν αντιπερισπασμό απ’ έξω στους εχθρούς. Οι πολεμιστές του Κυριακούλη αναθάρρησαν και συνέχισαν να αντιστέκονται ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι. Μετά επέστρεψε στο δικό του στρατιωτικό σώμα, όμως άλλοι ικανοί πολεμιστές έφτασαν στο χωριό για ενίσχυση τη νύχτα. Έτσι, την επομένη επαναλήφθηκε η μάχη, αλλά όσοι βρίσκονταν μέσα στο Βαλτέτσι, αντί να αμύνονται όπως την προηγούμενη, επιτέθηκαν στους αντιπάλους και σύντομα τους έτρεψαν σε φυγή. Οι εχθροί συμπαρέσυραν στη φυγή τους το κύριο σώμα του Μουσταφάμπεη, ο οποίος σώθηκε, ενώ είχε χάσει το άλογο του.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες οδηγίες ώστε όλα τα εφόδια, τα φορτηγά και τα πυροβόλα των Τούρκων να περάσουν στα χέρια των δικών μας, που πήραν και άλλα πολλά λάφυρα. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν ότι ενισχύθηκε το θάρρος των Ελλήνων. Έτσι, η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Χάνι της Γραβιάς (1821)

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Αθανάσιος Διάκος πέρασε στην αιωνιότητα, αφού θανατώθηκε με φρικτό θάνατο. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πήρε την εκδίκηση του στις 8 Μαΐου 1821. Ο Οδυσσέας, γιος του περίφημου κλεφτοκαπετάνιου Ανδρούτσου, έπιασε μαζί με άλλους 120 άνδρες το Χάνι της Γραβιάς στις ανατολικές προσβάσεις του Παρνασσού.

Χάνι της Γραβιάς

Ο Ομέρ Βρυώνης προσπάθησε να κάνει τον Ανδρούτσο να παραδοθεί, αλλά ο τελευταίος δεν δέχτηκε, και όταν η διαπραγμάτευση έγινε υβριστική και ο Τούρκος Χασάν-δερβίσης, ο διαπραγματευτής, έπεσε νεκρός σήμανε η αρχή της μάχης. Ο Ανδρούτσος με τους άνδρες του χτυπούσε ολόκληρη τη μέρα τους Τούρκους προξενώντας μεγάλες απώλειες. Τη νύχτα κατάφερε να απαγκιστρωθεί περνώντας κρυφά μέσα από τις εχθρικές τουρκικές γραμμές και να πιάσει νέες θέσεις. Αυτή η έξοδος στοίχισε στους Έλληνες μόνο 6 νεκρούς. Η αντίσταση του Ανδρούτσου τρομοκράτησε τον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος υποπτεύθηκε κλιμακωτή οργάνωση επιθέσεων φθοράς εναντίον του.

Ο Ομέρ Βρυώνη αφού έκαψε τη Λιβαδειά, ακινητοποιήθηκε στη Ρούμελη και δεν τόλμησε να κατέβει στο Μοριά, όπως όριζε το αρχικό σχέδιο της εκστρατείας. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος χτυπώντας τον Ομέρ Βρυώνη στο Χάνι της Γραβιάς, έσωσε κυριολεκτικά την επανάσταση που τότε ήταν ακόμα στα σπάργανα της.

Η αποτυχία του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ στη Ρούμελη ανάγκασε την τουρκική κεντρική διοίκηση να κινητοποιήσει νέα μεγάλη δύναμη κρούσης προς το Νότο. Αυτή τη φορά 8.000 Τούρκοι ξεκινούν από τη Μακεδονία με επικεφαλής τον Μπεϊράν πασά, που είχε εντολή να ενωθεί με το προηγούμενο εκστρατευτικό σώμα του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ πασά.

1.600 Έλληνες με αρχηγούς τον Δυοβουνιώτη, Πανουργιά και Γκούρα τους χτύπησαν στα Βασιλικά όπου σημειώθηκε μία από τις πιο νικηφόρες για τους Έλληνες και πιο αιματηρές για τους Τούρκους μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. 700 Τούρκοι έπεσαν νεκροί στην περιώνυμη μάχη και ο Μπεϊράν αναγκάστηκε να γυρίσω πίσω στη βάση του, στη Λαμία. Ταυτόχρονα, αποσύρθηκε και ο Ομέρ από τη Βοιωτία στη Λαμία και από εκεί στα Ιωάννινα. Χάρη στη σθεναρή αντίσταση των λιγοστών επαναστατικών δυνάμεων στη Ρούμελη, ανατράπηκαν καίρια και οι δύο στρατιές της εκκαθαριστικής εκστρατείας των Τούρκων στο πρώτο δίμηνο της Επανάστασης και εμποδίστηκε η προέλαση τους στην καρδιά της Επανάστασης, που ήταν ο Μοριάς.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (1797-1864)

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (πραγματικό όνομα Ιωάννης Τριανταφύλλου) ήταν Έλληνας αγωνιστής και οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στρατηγός και συγγραφέας.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης

Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη

Η πατρίς της γεννήσεως μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικίου ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε διά ξύλα εις τον λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμο, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα, μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις τον χωρίον. Σε κάμποσον καιρόν έγινα τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη και ο πατέρας μου. Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε διά νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και θα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν απόνα γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε και δεκαοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κι’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κι’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέροντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γεφύρι και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν να με πετάξουν εις το δάσος, εις το Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρησαν διά το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μάνα μου και τους λέγει: «Η αμαρτία του βρέφου θα μας χάση, τους είπε, περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε. Το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνουμε». η μητέρα μου και ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα έλεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο όπου πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά.

Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με έβαλαν να εργάζωμαι σε έναν εκατό παράδες το χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια. Αφού έκανα πολλές δουλειές, ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου. Δεν ήθελα να κάμω αυτό το έργον και μ’ έδερναν και οι αφεντάδες και οι συγγενείς. Σηκώθηκα και πήρα και άλλα παιδιά και πήγαμε εις Φήβα. Η κακή τύχη και εκεί οι συγγενείς ήρθαν και μας πιάσανε και με φέραν πίσω εις την Λιβαδειά και εις τον ίδιον αφέντη. Και την ίδια ‘πηρεσία ξακολουθούσα κάμποσον καιρόν. Τότε διά να γλιτώσω από αυτήν την ‘πηρεσίαν, ότι η φιλοτιμία μου δεν μ’ άφηνε ήσυχον ούτε μέρα ούτε νύχτα, άρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια των παιδιών και της ίδιας μου της μητέρας και έφευγα μέσα τις ράχες. Και μ’ αυτό βαρέθηκαν και με λευτέρωσαν, ότι αυτείνη η ‘πηρεσία μ’ είχε καταντήση να χαθώ.

……………………………………………………………………………..