Ο Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853)

Ο Θεόφιλος Καΐρης (19 Οκτωβρίου 1784 – 13 Ιανουαρίου 1853) ήταν κορυφαίος Νεοέλληνας διαφωτιστής, φιλόσοφος, διδάσκαλος του Γένους και πολιτικός.

Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.
Προτομή του Θεόφιλου Καΐρη στην κεντρική πλατεία της Χώρας της Άνδρου.

Ο Βίος του Θεόφιλου Καΐρη

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 από επιφανή οικογένεια του νησιού. Γονείς του ήταν ο πρόκριτος Νικόλαος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία.

Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών, τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στα 1802 ιδρύθηκε το Ελληνομουσείον, η Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Καΐρης φοίτησε στην Ακαδημία και ταυτόχρονα εργαζόταν προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες στο σπίτι του Χατζή Διαμαντή, γαμπρού του Γρηγορίου Σαράφη, καθηγητή της σχολής. Στην Ακαδημία διδάχθηκε φιλολογία και φιλοσοφία από το Γρηγόριο Σαράφη και μαθηματικά και φυσικές επιστήμες από τον περίφημο διδάσκαλο της εποχής Βενιαμίν το Λέσβιο. Ακολουθώντας τον Σαράφη συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή της Πάτμου, όπου δίδασκε ο Δανιήλ Κεραμεύς και στη Σχολή της Χίου, όπου δίδασκαν ο Αθανάσιος Πάριος και ο Δωρόθεος Πρώιος. Το 1801 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε Διάκονος αλλάζοντας το όνομα του από Θωμάς σε Θεόφιλος. Το 1803 με δαπάνες του θείου του και μερικών πλουσίων Κυδωνιατών έφυγε στην Ευρώπη. Αρχικά διέμεινε στην Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι, και κατέληξε στην Πίζα, όπου σπούδασε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσική και παρακολούθησε μαθήματα φυσιολογίας στην ιατρική σχολή.

Το 1807 μετέβη στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις φιλοσοφικές σπουδές του και συνδέθηκε στενά με το μεγάλο νεοέλληνα διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή.

Ο Θεόφιλος Καΐρης διδάσκει

Το 1808 προσκλήθηκε από τους Κυδωνιάτες προκρίτους να αναλάβει τη διεύθυνση της Σχολής τους στη θέση του Βενιαμίν του Λέσβιου, ο οποίος υπέφερε από τα μάτια του. Ο Καΐρης αρνήθηκε να διακόψει τη φοίτησή του. Στις 11 Ιουλίου 1810 επαναλήφθηκε η πρόσκληση προς τον Καΐρη και τότε επέστρεψε στις Κυδωνιές. Όμως οι έφοροι της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης θέλησαν να τον αποσπάσουν στη δική τους σχολή ως διευθυντή της. Πράγματι το Φεβρουάριο του 1811 ανέλαβε τη διεύθυνση της όμως στο τέλος του έτους απεχώρησε εξαιτίας της άρνησης των υπευθύνων να τηρήσουν την αρχική συμφωνία τους ως προς τις αποδοχές του και επέστρεψε στις Κυδωνίες. Στα 1812 αποχώρησε προσωρινά από την Ακαδημία Κυδωνιών λόγω των διαφωνιών μεταξύ Σαράφη και Βενιαμίν Λεσβίου και εγκαταστάθηκε για λίγο στην Άνδρο.

Έπειτα από παράκληση των Κυδωνιατών επέστρεψε στην Ακαδημία (1814) και δίδαξε φυσική, μαθηματικά και χημεία. Εμπλούτισε, βοηθούμενος από τον Αδαμάντιο Κοραή, τη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας με ελληνικά και ξένα συγγράμματα και την εφοδίασε με όργανα φυσικής, χημείας, αστρονομίας και γεωγραφίας. Το 1819 ίδρυσε στη Σχολή  τυπογραφείο. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παππά.

Δίδαξε στην Ακαδημία ως την καταστροφή των Κυδωνιών από τους Τούρκους στις 2 Ιουνίου του 1821. Έπειτα μαζί με εκατό μαθητές του πέρασαν στα Ψαρά, όπου με κήρυγμά του στο ναό του Αγίου Νικολάου προέτρεψε τους Ψαριανούς να ξεσηκωθούν. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Άνδρο και ύψωσε πρώτος την επαναστατική σημαία στις 10 Μαΐου 1821, σε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και έως την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια

Κατά την Επανάσταση συμμετείχε στην εκστρατεία του Ολύμπου το Μάρτιο του 1822, με διοικητή το Γρηγόριο Σάλα, όπου και δέχθηκε τρία τραύματα. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου με εντολή της Υπέρτατης Διοικήσεως συγκρότησε στρατιωτικό σώμα από εξόριστους Κυδωνιάτες.

Παρακολούθησε τις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821 – 15 Ιανουαρίου 1822) χωρίς επίσημη ιδιότητα, επειδή δεν εκπροσωπούνταν οι Κυκλάδες. Τον Νοέμβριο του 1822 εκλέγεται από τους κατοίκους της Άνδρου πληρεξούσιος παραστάτης της Άνδρου για τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (29 Μαρτίου – 27 Απριλίου 1823), ενώ στη συνέχεια είχε ενεργό συμμετοχή και το Μάιο του ίδιου έτους έγινε μέλος επιτροπής για την επεξεργασία και διόρθωση των «εγκληματικών νόμων» και του «οργανισμού των δικαστηρίων». Στην επιδημία τύφου, που ξέσπασε στο Ναύπλιο το 1824, παρά την κλονισμένη υγεία του βοήθησε με αυταπάρνηση τους χειμαζόμενους.

Τον Απρίλιο του 1824 υπέβαλε παραίτηση από το αξίωμα του βουλευτή για λόγους υγείας, που έγινε δεκτή από το Βουλευτικό Σώμα με ευχαριστίες. Οι Ανδριώτες, όμως, επέμειναν να τους εκπροσωπεί στο Βουλευτικό. Το Σεπτέμβριο του 1824 επέστρεψε στην Πελοπόννησο ως παραστάτης Άνδρου για τη Γ’ Βουλευτική Περίοδο -ανέλαβε προσωρινά την προεδρία του Βουλευτικού Σώματος- και τον Οκτώβριο συμμετείχε σε επιτροπή για τη σύνταξη οργανισμού των επαρχιακών σχολείων.

Στα 1826 εξελέγη πληρεξούσιος Άνδρου για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (6 – 16 Απριλίου 1826), αλλά δεν συμμετείχε στις εργασίες της, επειδή διατελούσε μέλος του Βουλευτικού Σώματος.

Το 1828 ευρισκόμενος στην Αίγινα του ζητήθηκε να προσφωνήσει τον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια κατά την τελετή υποδοχής στο μητροπολιτικό ναό στις 12 Ιανουαρίου 1828.

Ο Θεόφιλος Καΐρης στα μετεπαναστατικά χρόνια

Έχοντας σκοπό την ίδρυση ορφανοτροφείου για τα ορφανά των αγωνιστών της Επανάστασης ταξιδεύει από το 1832 σε Ιταλία, Γαλλία,  Αγγλία, Αυστρία, Κάτω Ρωσία,  Μολδαβία και  Κωνσταντινούπολη για τη συγκέντρωση δωρεών από ομογενείς.

Το 1835 ο Βασιλέας Όθωνας τού απένειμε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του την περίοδο του Αγώνα. Ο Καΐρης, όπως και ο άλλος διδάσκαλος του Γένους  Θεόκλητος Φαρμακίδης, σε μία πράξη αποδοκιμασίας προς το καθεστώς της αντιβασιλείας των Βαυαρών δεν απεδέχθη την τιμή. Την ίδια στάση κράτησε και όταν του προσεφέρθη η έδρα της Φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837).

Εγκαινίασε το Ορφανοτροφείο του το Σεπτέμβριο του 1835 δεχόμενος αρχικά τριάντα ορφανά και την επόμενη χρονιά το έθεσε σε πλήρη λειτουργία. Στη σχολή του ορφανοτροφείου διδάσκονταν όλα τα μαθήματα που παραδίδονταν στα ευρωπαϊκά σχολεία με τη βοήθεια σύγχρονων επιστημονικών οργάνων. Η παιδαγωγική μέθοδος του Καΐρη στηρίζονταν στην ελεύθερη έκφραση του μαθητή και το φιλελευθερισμό. Ο ίδιος μάλιστα ονόμαζε τα μαθήματα «συνδιαλέξεις». Μαθητές της σχολής δεν ήταν μόνο τα ορφανά αλλά και νέοι από εύπορες οικογένειες που επιθυμούσαν να διδαχτούν από τον πρωτοπόρο δάσκαλο.

Ο Θεόφιλος Καΐρης και η Θρησκεία

Ο Θεόφιλος Καΐρης ανέπτυξε μία προσωπική θρησκεία τη «Θεοσέβεια» επηρεασμένος από τους Γάλλους δεϊστές. Μία μονοθεϊστική διδασκαλία με δικές της τελετές λατρείας και αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου. Για αυτή του τη θρησκευτική θεωρία θεωρήθηκε σύντομα αιρετικός και επικίνδυνος τόσο από τη βαυαροκρατία, που έβλεπε στο πρόσωπο του έναν αφυπνιστή του λαού, όσο και από την επίσημη Εκκλησία.

Η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Κυνουρίας Διονύσιο ζήτησε από τον Καΐρη να προβεί σε «ομολογία πίστεως», την οποία εκείνος απέκρουσε ως καταπιεστική της συνείδησής του. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, ενδίδοντας στις πιέσεις της Ιεράς Συνόδου, διέταξε τον αρχηγό του στόλου Κωνσταντίνο Κανάρη να πλεύσει με τη ναυαρχίδα του στόλου στην Τήνο για να πάρει από εκεί το διοικητή της Τήνου και να τον πάει στην Άνδρο, ώστε μαζί με το Μητροπολίτη Άνδρου να καλέσουν ενώπιον τους τον Καΐρη.

Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο και το οποίο, παρά τη δήλωση του ότι δε δίδασκε θεολογία αλλά φιλοσοφία («Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα είς δύναται, ο εκ του μηδενός παραγαγών το Σύμπαν. Η θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλον ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι αυτή είνε απόρροία της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της θεοσεβείας, ούτε προσηλυτιστής υπέρ αυτής»), αποφάσισε στις 23 Οκτωβρίου 1839 την καθαίρεση του, ως αρχηγού άλλης θρησκείας που ονομαζόταν «θεοσεβισμός». Ως Γραμματέας της Συνόδου, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπερασπίστηκε το φιλόσοφο και προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να τον μετακινήσει από τις θέσεις του, προτείνοντας εν τέλει να του επιτραπεί η έξοδος από την Ελλάδα, όπως επιθυμούσε, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα. Στον αντίποδα ο κληρικός  Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων ηγήθηκε της συντηρητικής μερίδας που επιθυμούσε την εξόντωση του Καΐρη.

Με βασιλικό διάταγμα στις 28 Οκτωβρίου 1839, τέθηκε υπό περιορισμό στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο για να «μεταμεληθεί» και παρέμεινε επί ένα ολόκληρο χειμώνα σε ένα σκοτεινό υπόγειο και αρρώστησε βαριά. Η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία ανησυχώντας για ενδεχόμενη κατακραυγή σε περίπτωση θανάτου του τον μετέφερε στο μοναστήρι της Θήρας όπου παρέμεινε υπό καλύτερες συνθήκες επί δύο χρόνια σε απομόνωση.

Έπειτα από την ανάγνωση της καθαίρεσης στους ναούς της επικράτειας, διέταξε την απέλασή του από τη χώρα. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839  το  Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Καΐρη και της διδασκαλίας του. Στις αρχές Απριλίου 1842 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και τόσο η Ελληνική Πρεσβεία όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούμενα την άφιξή του, επιχειρούν να τον απομονώσουν στο πλοίο που τον μεταφέρει, ανήσυχο το δεύτερο, για την μεγάλη προσέλευση επισκεπτών στον Καΐρη. Μετά δεκαήμερης φρούρησής του στο πλοίο, ανεχώρησε για την Αγγλία. Στο Λονδίνο έμεινε για δύο χρόνια όπου δίδαξε φιλοσοφικά μαθήματα και και την  θεοσεβικήν διδασκαλίαν του.

Ο Θεόφιλος Καΐρης επιστρέφει στην Ελλάδα και δικάζεται

Με τη Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Καΐρης, με τη βοήθεια του παλαιού συμμαθητή του Ιωάννη Κωλέττη, επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο όπου συνέχισε τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου του.

Παρά τις εκθέσεις των δύο αλληλοδιαδόχων νομαρχών Κυκλάδων, Αμβροσιάδη και Ζυγομαλά, που διαβεβαίωναν ότι ο Καΐρης δεν έκανε προσηλυτισμό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Βόλβης, στηριζόμενος σε έγγραφο της Συνόδου, διέταξε τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου  να προβεί σε δίωξη του Καΐρη και των συνεργατών του. Ο εισαγγελέας Ν. Σιούπης άσκησε δίωξη και ο ανακριτής Σύρου Σταύρος Λογοθέτης ξεκίνησε τακτική ανάκριση που τερματίσθηκε με το από 26 Απριλίου  1852 παραπεμπτικό βούλευμα, επικυρωμένο με το 2693/1852 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών.

Το δικαστήριο της Σύρου (με πρόεδρο τον Ι. Δοξαρά, συνέδρους τους Σταύρο Λογοθέτη, Δ.Α. Βαφειάδη, Αλέξανδρο Αλεξάνδρου και Ι. Πρεζάνη, Εισαγγελέα το Ν. Στούπη, κατηγορούμενους τους Θεόφιλο Καΐρη, Γρηγ. Δεσποτόπουλο, Σπυρ. Γλαυκωπίδη, Θ. Λουλούδη ή Μονοκόνδυλο και Συνηγόρους υπερασπίσεως τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Ι. Σαρίπολο και τον Ιω. Παλαιολόγο) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 181/21.12.1852 καταδικαστική απόφαση, με φυλακίσεις για όλους και ειδικότερα διετή φυλάκιση για τον Θεόφιλο Καΐρη.

Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα στις 13 Ιανουαρίου 1853 άφησε την τελευταία του πνοή.

Το σκήνωμά του ενταφιάστηκε σε χώρο του λοιμοκαθαρτηρίου Ερμούπολης, αφού ο τοπικός ιερέας δεν παρείχε άδεια ταφής στο κοιμητήριο, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Την επομένη της ταφής του άγνωστοι βέβηλοι άνοιξαν τον τάφο του διδασκάλου τεμάχισαν τη σορό του και έριξαν μέσα στα σωθικά του ασβέστη.

Οκτώ ημέρες μετά το θάνατό του ο Άρειος Πάγος με την υπ. αριθ. 19/19.1.1853 απόφασή του απάλλαξε των κατηγοριών και αθώωσε το Θεόφιλο Καΐρη.

Οι θρησκευτικές ιδέες του Θεόφιλου Καΐρη

Ο ίδιος ο Θεόφιλος Καΐρης δεν αυτοσυστηνόταν ως εισηγητής ή ιδρυτής νέας Θρησκείας ή νέας Εκκλησίας. Θεωρούσε τον Θεό ως μόνο δάσκαλο της Θεοσέβειας. Ο Καΐρης όριζε την Θεοσέβεια ως εκείνη τη δύναμη προς την οποία ο άνθρωπος προς «τον απόλυτον και απεριόριστον του υπέρτατου Όντος και Θεού των όλων τείνει σεβασμόν και εξ αυτού αναπτυχθείσα ενέργεια», είναι «εν πνεύματι και αληθεία του υψίστου και μόνου λατρευτέου Όντος άμεσος και έμμεσος λατρεία».

Για τον Χρήστο Γιανναρά επρόκειτο για μια ιδιότυπη θρησκοληψία μυστικιστικού ηθικισμού. Ο ίδιος συγγραφέας γενεαλογεί το θεωρητικό-μεταφυσικό και ηθικο-πρακτικό μέρος του Καΐρειου θρησκευτικού συστήματος στις μεταρρυθμιστικές φιλοδοξίες του Κοραή και γενικά των Διαφωτιστών. «Πρόκειται για ένα τυπικό Δεϊσμό». Για τον Γιάννη Καρά, Διευθυντή Ερευνών στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, «ο Θεόφιλος Καΐρης δεν ήταν άθεος. Πιστεύει εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητήν ουρανού και γη, ορατων τε πάντων και αοράτων».

Κριτική για τον Θεόφιλο Καΐρη

Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τον θεωρεί «ευσεβή και ζηλωτή κληρικό», ο οποίος όμως περιέπεσε σε πλάνες.«Ήταν προικισμένος με μεγάλες πνευματικές δυνάμεις, με τις οποίες μπορούσε πράγματι να αναγεννήσει την Ελλάδα, αλλά η θρησκευτική του πλάνη ανέκοψε απότομα το μορφωτικό του έργο». Για τον Γεώργιο Σκληρό, ο οποίος σε άρθρο του στον Νουμά επιθυμεί να καταδείξει τη διαφορά ανάμεσα σε μεταφυσική και διαλεκτική μέθοδο, λέει για τον Καΐρη, πως «καταδιώχτηκε». Έτσι πεθαίνουν όσοι «προτρέχουν της εποχής των». Για τον Charles Frazee, ο Καΐρης, «ήταν τοσο ατομιστής, ώστε υποβαθμιζόταν η διδασκαλία του». Όπως η Έλλη Σκοπετέα σημειώνει, ο Καΐρης ήταν «μοναδικής συνέπειας ζηλωτής των ιδεών του διαφωτισμού. Και από την παραφροσύνη, αν όχι και από την καταστροφή, τον σώζει η θεοσέβεια». «Προοδευτικός δάσκαλος πριν από την Επανάσταση, συνεπής στον θρησκευτικό του αντικομφορμισμό» για τον Κιτρομηλίδη.

https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόφιλος_Καΐρης

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία του Κατάκολου (1821)

Η ναυμαχία του Κατάκολου αφορά σε μία σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά άγνωστη, όταν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 αντιμετώπισε σφοδρή επίθεση του Καρά-Αλή που με τα βαριά εξοπλισμένα σκάφη του έφερε σε δυσμενή θέση τους Έλληνες ναυτικούς. Την κρίσιμη όμως εκείνη στιγμή ο Σπετσιώτης Μπόντασης επιχείρησε τόλμημα από το οποίο σώθηκε όλη η μοίρα.

Η ναυμαχία του Κατάκολου στις 30 Σεπτεμβρίου 1821
Το Κατάκολο

Όπως αναφέρεται, προχώρησε ταχύτατα με τη Νάβα του ανάμεσα από τουρκικά πλοία. Εκείνα αντί να στρέψουν τα πυροβόλα εναντίον του φοβούμενα ότι το Σπετσιώτικο πλοίο ήταν πυρπολικό έσπευσαν να απομακρυνθούν σε αρκετή απόσταση. Τότε ο Μπόντασης εξαπέλυσε εκεί μια βάρκα γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και της έβαλε φωτιά δημιουργώντας τεχνητό καπνό στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπνός ήταν τόσο πολύς ώστε μετά από λίγο τα πλοία έγιναν αφανή μεταξύ τους και ο Μποντασης γύρισε γρήγορα στα ελληνικά.

Οι Τούρκοι πιστεύοντας ότι η φλεγόμενη βάρκα ήταν το Σπετσιώτικο πλοίο φοβήθηκαν την εφόρμηση προς πυρπόληση και άρχισαν να κανονιοβολούν κατά της εστίας του καπνού και έτσι τα ελληνικά πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν ακτοπλούντα και να περάσουν γύρω από το Κατάκολο.

Πηγή: https://olympia.gr/2018/09/30/η-άγνωστη-ιστορία-της-ναυμαχίας-του-κα/

Please follow and like us:
error0

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος (1781-1849)

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς (Νέδουσα Μεσσηνίας, 1781 – Πειραιάς, 25 Σεπτεμβρίου 1849), ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Ο Νικηταράς σε μεγάλη ηλικία

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος γεννήθηκε το 1781 στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας, όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γ. Τερτσέτης: «Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ εναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι».

Οικογένεια του Νικήτα Σταματελόπουλου

Γονείς του είναι ο Σταματέλος, αγωνιστής της περιοχής του Λεονταρίου και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Αικατερίνης και της Μαρίας συζύγου του Ακοβίτη Γιωργάκη Μεταξά (Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη), καθώς και της συζύγου του Δημητρίου Κάρτσωνα, από τα Αρφαρά, το όνομα της οποίας είναι άγνωστο. Από τα αδέλφια του γνωστά είναι ο Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816) και ο Νικόλαος Σταματελόπουλος.

Ο Βίος του Νικήτα Σταματελόπουλου

Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του από την Μεγάλη Αναστάσοβα (καθώς ήταν πολεμικός – από τους Τούρκους, σε ηλικία 16 χρονών πολέμησε στην Πάρο με Ρώσικα στρατεύματα) βρήκε καταφύγιο στο νεοσύστατο τότε μικρό συνοικισμό του Λεονταρίου σημερινό χωριό «Τουρκολέκα» Μεγαλόπολης. Εκεί γεννήθηκε ο γιος του Γιάννης (1805) και αδελφός του Νικηταρά όπου θανατώθηκε βάναυσα από τους Τούρκους το 1816 μαζί με τον γερο-Σταματέλο στην Μονεμβασιά και αγιοποιήθηκε αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας».

Το 1816, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του

Ο Νικηταράς στην Ελληνική Επανάσταση

Με την έκρηξη της Επανάστασης, ο Νικήτας Σταματελόπουλος πήρε μέρος στην πρώτη Μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 24 Απριλίου του 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι). Μετέπειτα, στη Μάχη των Δολιανών, ο Νικηταράς που κρατούσε με λίγους άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει χιλιάδες Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του εκείνη την ημέρα, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς.

Όταν η Τρίπολη καταλήφθηκε από τους Έλληνες, ο Νικήτας Σταματελόπουλος δε ζήτησε κανένα λάφυρο για τον εαυτό του και όταν του πρόσφεραν ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί, το έκανε δώρο στην προσωρινή Κυβέρνηση. Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ’ όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. Κατά τη διάρκεια της μάχης μάλιστα έσπασε τρία σπαθιά και όταν έσπασε και το τέταρτο το χέρι του έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε γιατρός για να του ανοίξει το χέρι και να βγάλει το σπαθί. Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία (26 – 28 Ιουλίου 1822). Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα.

Ο Ρωσόφιλος Νικήτας Σταματελόπουλος

Επί Καποδίστρια και Όθωνα ανήκε στο Κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων). Η Ελληνική Κυβέρνηση, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο Κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον Βασιλιά Όθωνα με κάποιον Ρώσο Πρίγκιπα, συνέλαβε το Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε, σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας. Ο Νικηταράς είχε εμπλακεί σε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, και είχε προδοθεί η δράση των συνωμοτών από πρώην μέλος. Στην επακόλουθη δίκη που ακολούθησε δεν προσκομίστηκαν αφού είχαν προλάβει να τα καταστρέψουν, ενοχοποιητικά στοιχεία τα οποία να μπορούσαν να αποδείξουν έστω την σύσταση «μυστικής εταιρείας» για αυτό και αθωώθηκε.

Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς, η υγεία του ήταν εξασθενημένη από τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του. Έπασχε από ζάχαρο χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει σε μεγάλο βαθμό την όρασή του. Του χορηγήθηκε «άδεια επαιτείας» στον χώρο όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Ευαγγελίστριας κάθε Παρασκευή. Το 1843, όταν ο Βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να δώσει Σύνταγμα στην Ελλάδα, οπότε του απονεμήθηκε ο Βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 68 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί Δίπλα από το Θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Μάχες του Νικήτα Σταματελόπουλου

  • Μάχη του Βαλτετσίου
  • Μάχη των Δολιανών
  • Άλωση της Τριπολιτσάς
  • Μάχη των Δερβενακίων
  • Μάχη του Αγιονορίου
  • Μάχη του Μεχμέταγα
  • Μάχη της Αράχωβας

Τιμητικές Διακρίσεις για το Νικήτα Σταματελόπουλο

Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον υπέρ Ανεξαρτησίας των Ελλήνων αγώνα, μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους έλαβε τις παρακάτω τιμητικές διακρίσεις:

1. Το 1834 του απονέμεται ο βαθμός του Συνταγματάρχη του Τακτικού Στρατού και διορίζεται Στρατιωτικός Νομοεπιθεωρητής

2. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1835 εγκρίθηκε η απονομή του Αργύρου σταυρού του Αγώνα (Αργυρού Αριστείου). Το σχετικό δίπλωμα υπογράφηκε από τη Βασίλισσα Αμαλία και τέθηκε η ανάγλυφη Μεγάλη του Κράτους Σφραγίδα, στις 20 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου)1836. Το Πρωτότυπο του Διπλώματος φυλάσσεται, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των οποίων αποτελεί ιδιοκτησία . Ακριβές αντίγραφο, τηρείται στο Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο της Τοπικής Κοινότητας Αρτεμισίας του Δήμου Καλαμάτας. Δωρεά του Σμηνάρχου (ΤΥΕ) ε.α. Ηλία Λαζάρου (Ιστοριοδίφη – Ερευνητή) και συντάκτη της παρούσης παραγράφου .

3. Στις 23 Ιανουαρίου 1835 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /23-1-1835 , τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος .

4. Την 1 Ιανουαρίου 1838 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /1-1-1838 τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος.

5. Το 1843 προάγεται από Συνταγματάρχης σε Υποστράτηγο (τότε δεν υπήρχε ο ενδιάμεσος Βαθμός του Ταξιάρχου).

6. Το 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής.

7. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νικηταράς

Please follow and like us:
error0

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο «Γέρος του Μωριά».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρ΄ώνης

Ο Βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.

Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.

Στη μάχη των Δερβενακίων (26 – 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).

Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.

Η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην άλωση της Τριπολιτσάς

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεων τους, προς την περιφέρεια Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. ‘Εως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες. Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα.

Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε από την αναγνώριση του ως αρχιστρατήγου της Καρύταινας από τους Κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους.

Στη διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και ως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, ο Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς), ο Παναγιώτης Κεφάλας, ο Αναγνωσταράς, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετιμεζαίοι κ.α.

Από τον Απρίλιο του 1821 που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/809

Please follow and like us:
error0

Η άλωση της Τριπολιτσάς (1821)

Η άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται στη νεότερη ελληνική ιστορία η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, έξι μήνες μετά από την έναρξη της επανάστασης του 1821. Ελληνικές δυνάμεις, υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ύστερα από τρίμηνη πολιορκία καταλαμβάνουν την Τρίπολη, όπου είχαν συγκεντρωθεί 40.000 Τούρκοι. Η άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους Τούρκους και την πρώτη μεγάλη νίκη της Επανάστασης.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς ή η σφαγή της Τριπολιτσάς ονομάζεται η κατάληψη της πόλης της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821
Η άλωση της Τριπολιτσάς

Η Τριπολιτσά πριν την άλωση

Η Τριπολιτσά ήταν την εποχή εκείνη το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ιδρύθηκε ως Τρίπολις περίπου τον 14ο αιώνα στη θέση τριών ερειπωμένων οικισμών: της Μαντίνειας, της Τεγέας και των Αμυκλών ή του Παλλαντίου και ήδη από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως.

Οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770 κατά τα Ορλωφικά που όμως έληξαν άδοξα και οδήγησαν στη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.

Διοικητής της Πελοποννήσου τότε ήταν ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς. Όταν έμαθε για την πολιορκία από την Ήπειρο όπου πολεμούσε τον Αλή πασά, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη. Άλλοι ηγέτες των Τούρκων ήταν ο Δεφτερντάρης, ο Σιέχ Νετσίπ εφέντης και ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, όλοι Πελοποννήσιοι. Διοικητές της πόλης ήταν ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ, αλλά μεγάλη ήταν η επιρροή της γυναίκας του Χουρσίτ. Η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί.

Οι κάτοικοι της πόλης πριν από την επανάσταση ανέρχονταν σε 15.000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι. Με την έναρξη των εχθροπραξιών, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, με συνέπεια να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της και να φτάσει στους 30.000 κατοίκους. H πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων, αλλά, είχε άφθονο πόσιμο νερό, λόγω των πηγαδιών της.

Αρκετοί αρχιερείς και προεστοί είχαν προστρέξει εντός των τειχών της πόλης, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για τη σχεδιαζόμενη εξέγερση. Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι ήταν στην αρχή απλώς σε περιορισμό μέσα στην πόλη, αλλά καθώς η πολιορκία στένευε, φυλακίστηκαν «εις καθησύχασιν του όχλου», όπως αναφέρει ο Φραντζής. Οι όμηροι έζησαν πέντε μήνες σε τραγικές συνθήκες και πολλοί από αυτούς πέθαναν.

Η ζωή στα στρατόπεδα της Τριπολιτσάς

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα.

Οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου του επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν και να φέρουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις δυσκολίες.

Μετά την έκρηξη της Επανάστασης και την επιτυχή έκβαση της Μάχης στο Βαλτέτσι στην Τριπολιτσά είχε συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των Οθωμανών της Πελοποννήσου.

Η πολιορκία της Τριπολιτσάς

Τον Αύγουστο μαθεύτηκε ότι ο Κιαμήλμπεης θα μετέφερε ενισχύσεις και πολεμοφόδια και τότε ο Κολοκοτρώνης διέταξε κι ανοίχθηκε τάφρος (γράνα) πάνω στον δρόμο που θ’ ακολουθούσαν οι Τούρκοι, αλλά ο Κιαμήλμπεης δεν βγήκε τελικά. Βγήκαν όμως στις 10 Αυγούστου πάνω από 4.000 Τούρκοι και συγκέντρωσαν άφθονα τρόφιμα από τα γύρω χωριά. Στην επιστροφή τους τούς επιτέθηκαν οι Έλληνες που τους είχαν στήσει ενέδρα στην τάφρο, υπέστησαν βαριές απώλειες και όλες οι τροφές και τα ζώα έπεσαν στα χέρια των πολιορκητών. Η μάχη αυτή, της Γράνας, έφερε σε απόγνωση τους πεινασμένους ήδη Τούρκους.

Η πολιορκία της πόλης ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1821. Ως αρχιστράτηγος είχε οριστεί ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ενώ την ανώτατη ηγεσία είχε ο Δημήτριος Υψηλάντης ως απεσταλμένος του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρου Υψηλάντη. Επί της ουσίας όμως αρχηγός της πολιορκίας ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Έως τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περικυκλώσει την Τριπολιτσά από Πάπαρη, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, αλλά οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου) αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο και συνέβαλαν καταλυτικά στην επιχείρηση εναντίον της Τριπολιτσάς. Παραμονές της άλωσης, η δύναμη των πολιορκητών είχε φθάσει στους 10.000 άνδρες. Η πόλη υπέφερε από πείνα, καθώς  οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Μέρα με την ημέρα η πολιορκία γινόταν πιο ασφυκτική. Οι πολιορκούμενοι ερχόντουσαν σε συμφωνίες με τους πολιορκητές για να εξασφαλίσουν τρόφιμα καταβάλλοντας χρήματα ή ανταλλάσοντας τα όπλα τους. Όσοι Τούρκοι είχαν τη δυνατότητα, προσπαθούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Έλληνες οπλαρχηγούς για να εξασφαλίσουν την ασφαλή έξοδό τους από την πόλη καταβάλλοντας υψηλά ποσά.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος είχε την εποπτεία όλης της επιχείρησης, αν και στη πράξη δεν μετρούσε ο λόγος του, και ενώ είχαν ήδη εκδηλωθεί επιδημίες στην πόλη, πρότεινε παράδοση της πόλης υπό ευνοϊκούς όρους, αλλά αυτή απορρίφθηκε από τους Τούρκους. Από την άλλη, ο Κολοκοτρώνης δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει το πλήθος των στρατιωτών του στους οποίους οι οπλαρχηγοί είχαν υποσχεθεί αμοιβή και μερίδιο από τα λάφυρα.

Οι συμφωνίες πριν την άλωση της Τριπολιτσάς

Επειδή οι Αλβανοί εντός της πόλης, η φρουρά του πασά, θεωρήθηκε ότι ήταν προσκείμενοι στον Αλή των Ιωαννίνων, προτάθηκε να γίνει συμφωνία μεταξύ αυτών και των πολιορκητών, ώστε να αποδυναμωθεί η άμυνα της πόλης. Ο Ελμάσμπεης ήλθε σε συμφωνία με τον Κολοκοτρώνη: οι Αλβανοί θα έφευγαν με τα όπλα τους και όλη τους την αποσκευή, τα χαρέμια και τους επισημότερους Τούρκους, τον Κεχαγιάμπεη δηλαδή, τον καϊμακάμη, τον καδή καθώς και με μερικούς άλλους που δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Υπόσχονταν δε να πολεμήσουν κατά του σουλτάνου μόλις επέστρεφαν ασφαλείς στην Ήπειρο. Δόθηκαν όμηροι από πλευράς Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Η συμφωνία αυτή προκάλεσε αναστάτωση και έντονες προστριβές μεταξύ Αλβανών και Τούρκων.

Η σφαγή

Οι μπέηδες και αγάδες άρχισαν να συσκέπτονται στην Τριπολιτσά για τους όρους της παράδοσης, καθώς έβλεπαν ότι πια δεν υπήρχε ελπίδα. Αλλά, ο στρατιώτης Εμμανουήλ Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη και οι Έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Αποφασίστηκε ότι οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα δύο τρίτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο θα πήγαινε στο Εθνικό Θησαυροφυλάκιο. Η μοιρασιά θα ήταν ισότιμη και η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Υπήρχαν και ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο, ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Οι Κεχαγιάμπεης, Κιαμήλμπεης και άλλοι επίσημοι Τούρκοι επικηρύχθηκαν. Οι Αλβανοί έκαναν μαύρη αγορά τροφίμων και νερού και πήραν τους καθυστερούμενους μισθούς τους, αφού απέκλεισαν τον Κεχαγιάμπεη στο σαράι του. Οι Έλληνες έδιναν τρόφιμα και έπαιρναν όπλα και πολύτιμα αντικείμενα. Αν και οι οπλαρχηγοί έβλεπαν αυτές τις συναλλαγές, δεν τις εμπόδισαν, καθώς οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν όπλα.

Οι Έλληνες εισήλθαν στην πόλη και προέβησαν σε εκτεταμένες σφαγές κατά των Τούρκων. Επί 3 ημέρες έσφαζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, πρωτοστατώντας σε πρωτοφανείς βιαιότητες. Υπολογίζεται ότι περίπου 15.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. Μόνο κατά την τρίτη ημέρα μετά την άλωση ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να περιορίσει τις εχθροπραξίες των Ελλήνων.

Τα οφέλη από την άλωση της Τριπολιτσάς

Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ελάχιστα ήταν τα υλικά οφέλη για την Επανάσταση, αφού τα λάφυρα, η λεία, έγιναν αντικείμενο αρπαγής και ούτε καν το ένα τρίτο της δεν έφτασε στο περίφημο εθνικό θησαυροφυλάκιο. Ο Υψηλάντης, ο πάντοτε μετριοπαθής, που ήθελε την παράδοση της πόλης ακριβώς για να ενισχυθεί με τον πλούτο της ο αγώνας, όταν επέστρεψε στην Τριπολιτσά μάταια προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να καταθέσουν μέρος των λαφύρων που είχαν αρπάξει στον κοινό α

Η Άλωση της Τριπολιτσάς, από ηθικής άποψης, αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης, ενώ η σύλληψη και η εκτέλεση του σχεδίου ανέδειξε τον Κολοκοτρώνη σε αρχηγό της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά. Η Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό. Οι ισχυρότεροι πολεμιστές της Πελοποννήσου νικήθηκαν και όλοι η χερσόνησος, πλην λίγων φρουρίων, περιήλθε στους Έλληνες.

Κατά τον Απόστολο Βακαλόπουλο «Η άλωση της Τριπολιτσάς τονώνει πολύ το ηθικό των Πελοποννησίων…από τη στιγμή εκείνη η επανάσταση όχι μόνο εξυψώνεται στη συνείδηση όλων των Ελλήνων, αλλά και προχωρεί ουσιαστικά και παίρνει πια καθολικότερο χαρακτήρα».

Πηγή: https://www.militaire.gr/i-alosi-tis-tripolitsas-san-simera-to-1821/

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η Φιλική Εταιρεία «συνομωσίας» (1814-1821)

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Οδησσό στις 14 Σεπτεμβρίου 1814 από τρεις εμπόρους, τον Νικόλαο Σκουφά, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Εμμανουήλ Ξάνθο, σύμφωνα με τη διαδεδομένη αντίληψη. Η νεότερη ιστορική έρευνα προσεγγίζει κριτικά τις πληροφορίες για τον χρόνο ίδρυσης της Εταιρείας ενώ καίριος ήταν ο ρόλος τουλάχιστον ενός ακόμη προσώπου, του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου.

Τα μέλη της εταιρείας περνούσαν από διαδικασία μύησης, «δένονταν» με όρκο
Ο όρκος στη Φιλική Εταιρεία

Σκοπός της Φιλικής Εταιρείας

Στόχος της μυστικής αυτής εταιρείας ήταν η συνεργασία και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανατροπή της οθωμανικής κυριαρχίας και την απελευθέρωση των Ελλήνων και ευρύτερα των χριστιανικών πληθυσμών της Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι πρωτεργάτες της βάσισαν το μοντέλο οργάνωσής της στις μυστικές οργανώσεις της εποχής. Λέσχες και εταιρείες με πνευματικό ή εκπαιδευτικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο των οποίων καλλιεργούνταν οι εθνικές ιδέες των Ελλήνων, προϋπήρχαν. Η Φιλική Εταιρεία ωστόσο αποτελούσε μια μυστική, επαναστατική οργάνωση. Ο μυστικός χαρακτήρας της εξηγεί εν μέρει τον περιορισμένο και αμφίσημο χαρακτήρα των τεκμηρίων που άφησε πίσω της.

Μέλη της Φιλικής Εταιρείας

Γεγονός είναι ότι κανένας από τους «ιδρυτές» της δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσιος ή ιδιαίτερα επιφανής, με τη στενή σημασία του όρου. Η Εταιρεία δραστηριοποιήθηκε κυρίως στη Ρωσία και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στελεχώθηκε στην αρχική της φάση από έναν μικρό σχετικά αριθμό εμπόρων. Η πρώτη φάση δραστηριοποίησης της Εταιρείας δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα επιτυχής. Η Εταιρεία διευθυνόταν από έναν κλειστό ηγετικό κύκλο. Αντίθετα με τη στερεοτυπική εικόνα της, αρχικά δεν στρατολόγησε πολλά νέα μέλη, δεν είχε μαζικές προσχωρήσεις, δεν εδραιώθηκε στα μεγάλα εμπορικά ή πνευματικά κέντρα του ελληνισμού. Στην ομάδα της Φιλικής Εταιρείας δεν περιλαμβάνονται αποκλειστικά πολύ ισχυροί και πλούσιοι επιχειρηματίες αλλά ακόμη και γραμματικοί ή υπάλληλοι εμπορικών οίκων. Τα μέλη της εταιρείας περνούσαν από διαδικασία μύησης, «δένονταν» με όρκο και λειτουργούσαν στο πλαίσιο μιας αυστηρής εσωτερικής ιεραρχίας. Η αιωρούμενη φήμη για την ύπαρξη μιας «Αόρατης Αρχής» που καθοδηγούσε την Εταιρεία παρέπεμπε φυσικά στη Ρωσία και καλλιεργούσε την απαραίτητη για τη διεύρυνσή της και την προώθηση των στόχων της πεποίθηση ότι μια μεγάλη δύναμη θα βρισκόταν στο πλευρό των κατακτημένων.

Δυσκολίες της εποχής

Οι δυσκολίες και η περιπλοκότητα του εγχειρήματος δεν πρέπει να υποτιμώνται. Οι απολυταρχικές εξουσίες της εποχής αντιμετώπιζαν με πυγμή τις εξεγέρσεις. Επίσης, οι οθωμανικές Αρχές πληροφορούνταν τις εξελίξεις ενώ ήταν εξαιρετικά καχύποπτες για τις κινήσεις των υπόδουλων πληθυσμών τους μέσα και έξω από την Αυτοκρατορία.

Ο προσανατολισμός της Φιλικής Εταιρείας

Οι στρατηγικές και οι προσανατολισμοί της Εταιρείας βαθμιαία άλλαξαν. Η Εταιρεία μετέφερε τη δραστηριότητά της στην Κωνσταντινούπολη και άρχισε να στρατολογεί μέλη μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο πρόωρος θάνατος του Σκουφά (1818) και στη συνέχεια και άλλων ιδρυτικών και επιτελικών στελεχών της οργάνωσης είχε το δικό του μερίδιο στον αναπροσανατολισμό της. Σταδιακά, αυξήθηκε ο αριθμός των μελών της, χωρίς όμως να χάσει τον χαρακτήρα της κλειστής, συνωμοτικής οργάνωσης. Οι τριβές και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των ηγετικών στελεχών της Εταιρείας, οι οποίες έφτασαν ως και τη φυσική εξόντωση αντιπάλων, μαρτυρούν τις διαφορετικές επιδιώξεις και τους ανταγωνισμούς που ανέκυψαν. Παρά τις δυσκολίες και τους κλυδωνισμούς, η οργάνωση παρέμεινε σταθερή στη βασική της επιδίωξη. Ο χαρακτήρας όμως και η σύνθεσή της άλλαξαν σταδιακά.

Η Φιλική Εταιρεία στον ελλαδικό χώρο

Εκτός από τη δραστηριοποίησή της στην Κωνσταντινούπολη, η Εταιρεία κινήθηκε επίσης και στρατολόγησε μέλη κυρίως στην Πελοπόννησο και στα νησιά του Ιονίου, σε περιοχές δηλαδή όπου συμπαγείς χριστιανικοί πληθυσμοί και τοπικές ηγετικές ομάδες αποτελούσαν βασικές ομάδες στόχευσής της. Η προσχώρηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη αλλά και άλλων ισχυρών προεστών και κληρικών της Πελοποννήσου αποτυπώνουν μια νέα δυναμική. Οι σχεδιασμοί και οι επιδιώξεις τοπικών ηγετικών ομάδων γίνονται σταδιακά ευκρινέστερες στο εσωτερικό της Εταιρείας.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας

Παράλληλα, η αναζήτηση αρχηγού αποτέλεσε βασική μέριμνά της προκειμένου μεταξύ άλλων να διασφαλισθεί και η συμβολική λειτουργία της θεωρίας της «Αόρατης Αρχής». Οι επαφές με τον κερκυραϊκής καταγωγής υφυπουργό του Τσάρου της Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια απέβησαν άκαρπες. Έτσι, η Εταιρεία προσέγγισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, γόνο φαναριώτικης οικογένειας και υπασπιστή του τσάρου, ο οποίος δέχθηκε να αναλάβει την αρχηγία το 1820. Παρά τις αρχικές επιδιώξεις της Εταιρείας αλλά και τις προσπάθειες του ίδιου του Υψηλάντη, οι απόπειρες συνεργασίας με άλλους χριστιανικούς λαούς και πληθυσμούς δεν καρποφόρησαν ενώ η εξέγερση στη Μολδοβλαχία απέτυχε.

Η Πελοπόννησος κέντρο της Επανάστασης

Η επανάσταση τελικά ξεκίνησε και προχώρησε στην Πελοπόννησο. Παρά το γεγονός ότι τον προετοίμασε, η Φιλική Εταιρεία δεν διατήρησε κατ’ αποκλειστικότητα ηγεμονικό ρόλο στον Αγώνα. Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας θα εξελισσόταν πιο ευνοϊκά στην Πελοπόννησο, μακριά από τα αρχικά κέντρα δραστηριοποίησης των Φιλικών και θα ακολουθούσε τον δρόμο του δημιουργώντας νέες πραγματικότητες και νέους πρωταγωνιστές. Ακόμη και αν δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στους χρόνους και στις χρονολογίες της Ιστορίας, οι επέτειοι αποτελούν πάντα καλή ευκαιρία για να ξανασκεφτούμε αλλά και να διερευνήσουμε το παρελθόν.

Πηγή: https://www.tovima.gr/2013/12/28/society/filiki-etaireia-ta-mystika-tis-organwsis-kai-i-epanastasi-toy-21/

Please follow and like us:
error0

Η Ναυμαχία του Γέροντα

Η Ναυμαχία του Γέροντα ή της Μανδαλιάς υπήρξε πολεμική ναυτική συμπλοκή της Επανάστασης του 1821 κατά την οποία οι Έλληνες κατήγαγαν μεγάλη νίκη εναντίον του συνασπισμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Έλαβε χώρα στις 29 Αυγούστου 1824 στον κόλπο του Γέροντα (Τσάταλα), απέναντι από τη Λέρο. Αρχηγοί του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ήταν ο Αιγύπτιος Ισμαήλ Γιβραλτάρ και ο Τούρκος Χοσρέφ Πασάς, ενώ τον ελληνικό στόλο, που συνεπικουρούνταν από πυρπολικά από την Ύδρα και τις Σπέτσες, διοικούσε ο Ανδρέας Μιαούλης.

Η Ναυμαχία του Γέροντα ή της Μανδαλιάς
Ναυμαχία του Γέροντα

Μετά την καταστροφή της Κάσου (29 Μαΐου 1824) και των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), το ηθικό του ελληνικού ναυτικού είχε καταπέσει. Η βοήθεια που παρείχε ο χεβίδης της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι στον Σουλτάνο Μαχμούτ έθετε σε κίνδυνο την Ελληνική Επανάσταση. Στόχος του Μωχάμετ Άλι ήταν να συντρίψει το ελληνικό ναυτικό για να μπορέσει ο γιος του Ιμπραήμ Πασάς να αποβιβασθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στη Πελοπόννησο και να καταστείλει την ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, το έπαθλο για τον πανέξυπνο Αλβανό εκ Καβάλας ήταν μεγάλο. Αν επιτύγχανε τον στόχο του, ο σουλτάνος θα τον επιβράβευε με την παραχώρηση της Κρήτης και της Πελοποννήσου.

Στο πλαίσιο του κοινού τουρκοαιγυπτιακού σχεδίου, ο Τούρκος ναύαρχος Χοσρέφ Πασάς επιχείρησε στις αρχές Αυγούστου του 1824 να καταλάβει τη Σάμο. Ο ελληνικός στόλος, που αποτελείτο από υδραίϊκα, σπετσιώτικα και λίγα ψαριανά πλοία, τον εμπόδισε να πλησιάσει το νησί με μια σειρά συγκρούσεων, που κράτησαν περίπου μία εβδομάδα. Ο Χοσρέφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει με τον στόλο του ανάμεσα στην Κω και την Αλικαρνασσό και να περιμένει ενισχύσεις από τον στόλο του Ιμπραήμ, που κατέφθασε στην περιοχή στις 19 Αυγούστου.

Πέντε ημέρες αργότερα έγιναν οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο στόλων, οι οποίες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Η αποφασιστική ναυμαχία δόθηκε στις 29 Αυγούστου, ημέρα Παρασκευή. Τα εχθρικά πλοία προσπάθησαν να κυκλώσουν τα ελληνικά, αλλά ο Μιαούλης με εννέα πλοία και δύο πυρπολικά προχώρησε προς τον κόλπο του Γέροντα. Τα αιγυπτιακά πλοία, που κάλυπταν το δεξιό άκρο του εχθρικού στόλου, αποφάσισαν να τα χτυπήσουν, καθώς ήταν απομονωμένα. Ο Παπανικολής προσπάθησε να τα εμποδίσει να πλησιάσουν τα πλοία του Μιαούλη, αλλά δέχθηκε ομαδικό πυρ και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφού έκαψε πρώτα το πυρπολικό του. Η νηνεμία που επικρατούσε στη θάλασσα δεν επέτρεψε τη δράση των πυρπολικών του Ματρόζου, του Πιπίνου και του Νικόδημου.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε γύρω στο μεσημέρι, όταν ο άνεμος έγινε ευνοϊκός για τον ελληνικό στόλο. Τα ελληνικά πλοία διείσδυσαν ανάμεσα στα εχθρικά, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται πλέον για ναυμαχία εκ παρατάξεως (θα ήταν χαμένη υπόθεση για τον ελληνικό στόλο, λόγω της ποιοτικής και ποσοτικής υπεροχής του εχθρού), αλλά για μια σύγκρουση, όπου όλα μαζί τα πλοία μάχονταν ανακατεμένα. Η κίνηση τακτικής του Μιαούλη ευνοούσε τα πυρπολικά, που ανέλαβαν δράση, κρίνοντας την έκβαση της ναυμαχίας.

Ο σπετσιώτης μπουρλοτιέρης Λάζαρος Μουσούς κατόρθωσε να προσκολλήσει το πυρπολικό του σ’ ένα αιγυπτιακό μπρίκι. Έντρομοι οι 300 άνδρες που αποτελούσαν το πλήρωμά του έπεσαν στη θάλασσα και το μπρίκι ακυβέρνητο παρασύρθηκε από το ρεύμα και λίγο πιο κάτω ανατινάχθηκε. Δύο πυρπολικά υπό τους Παπαντώνη και Βατικιώτη κατόρθωσαν να κολλήσουν σε μια μεγάλη αιγυπτιακή φρεγάτα με 44 κανόνια, η οποία κάηκε μέσα σε λίγα λεπτά, παρασύροντας στον βυθό τούς περισσότερους από τους 1.100 άνδρες του πληρώματός της.

Μετά τη δυσμενή γι’ αυτόν εξέλιξη, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος άρχισε να υποχωρεί προς την Κω, ενώ ο ελληνικός αγκυροβόλησε και πάλι στον Γέροντα. Η επιτυχία αυτή του ελληνικού ναυτικού αναπτέρωσε το ηθικό των ανδρών του, διέσωσε τη Σάμο και καθυστέρησε την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

Η ναυμαχία του Γέροντα είναι μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης του ’21. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν τόσο πολύ άνισες, που η θετική έκβαση της ναυμαχίας για τους Έλληνες προκάλεσε τον θαυμασμό των ξένων. Ο Γάλλος ναύαρχος Εντμόν Ζιριέν ντε λα Γκραβιέρ (1812-1892), αναφερόμενος στη ναυμαχία του Γέροντα, παρατηρεί: «Η ναυτική ιστορία ίσως να μην έχει σελίδα περισσότερο ενδιαφέρουσα από αυτήν για έναν ναυτικό».

Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/662

Please follow and like us:
error0

Η Μάχη της Καλιακούδας (1823)

Η μάχη της Καλιακούδας ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 1821 με νικηφόρα έκβαση για τους Τούρκους.

Η μάχη της Καλιακούδας ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 1821 με νικηφόρα έκβαση για τους Τούρκους.
Η Μάχη της Καλιακούδας

Η εξέλιξη των γεγονότων

Τα προηγηθέντα

Μετά τον ηρωικό θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στη Μάχη στο Κεφαλόβρυσο, επικεφαλής του στρατιωτικού του σώματος ανέλαβε ο αδερφός του Κώστας, ο οποίος θεωρούσε αυτονόητο να έχει και τη γενική αρχηγία των επαναστατικών δυνάμεων της περιοχής όπως συνέβαινε προηγουμένως με το Μάρκο. Όμως τούτες τις βλέψεις του Κώστα Μπότσαρη τις αμφισβητούσε εκ μέρους της αντίπαλης φάρας ο Ζυγούρης Τζαβέλλας, τριτότοκος γιός του Λάμπρου Τζαβέλλα. Γνωστές, άλλωστε, οι παραδοσιακές κόντρες μεταξύ των Σουλιώτικων πολεμικών οικογενειών που ανέκαθεν εποφθαλμιούσαν οφίτσια και καπετανάτα! Έτσι και ο Ζ. Τζαβέλλας επεδίωκε την πρωτοκαθεδρία από το γκουβέρνο! Τότε ο έπαρχος Δυτ. Στερεάς Κων/νος. Μεταξάς, πονηρός και διπλωμάτης, για να κατευνάσει τα πνεύματα και θέλοντας παράλληλα να πριμοδοτήσει έμμεσα το Τζαβέλλα, ανέθεσε διαφορετικά καθήκοντα στους οπλαρχηγούς και έτσι βάσει αυτής της σκόπιμης κατανομής παραγκώνισε τον Κώστα Μπότσαρη (στέλνοντάς τον στα γεφύρια του Αλαήμπεη στο Βλοχό) λειτουργώντας επί της ουσίας προς όφελος του Ζυγούρη Τζαβέλλα ο οποίος ήταν αυτός που τελικά παρέμεινε στην Ευρυτανία στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Έτσι, λοιπόν, λίγες ημέρες μετά την περίφημη μάχη του Κεφαλόβρυσου, συναντάμε πολλούς εκ των οπλαρχηγών στο στρατόπεδο του Ζ. Τζαβέλλα ο οποίος είχε πιάσει τα υψώματα πάνω από το Τρανό Χωριό (Μεγάλο Χωριό) Ευρυτανίας. Εκεί ο Ζυγούρης με καμιά 600αριά Σουλιώτες από τη δική του Τζαβελέικη φάρα, δείχνει αποφασισμένος για σύγκρουση με τον εχθρό, επιζητώντας κατ’ αυτό τον τρόπο και την έμπρακτη κατοχύρωση της αρχηγίας, αλλά και τη δόξα και την καταξίωση ούτως ώστε να μη φανεί κατώτερος από τον αποθανόντα θρυλικό Μάρκο των Μποτσαραίων.

Ο Ζυγούρης Τζαβέλλας θεωρεί ότι ο Μουσταή Πασάς θα πρέπει οπωσδήποτε να χτυπηθεί στην άγρια ορεινή Καλιακούδα, τοποθεσία ιδανική για θανατερό καρτέρι, έτσι ώστε να ανακοπεί ο δρόμος της εχθρικής στρατιάς προς το Μεσολόγγι. Στέλνει, λοιπόν, μήνυμα στον έπαρχο Μεταξά, ζητώντας του να τον ενισχύσει με ένοπλα σώματα, ακόμη και από το Μοριά, με σκοπό να δοθεί με όσο δυνατόν καλύτερους όρους η μάχη παρεμπόδισης του Μουσταή μέσα στο, κατάλληλο για ανταρτοπόλεμο, Ευρυτανικό έδαφος.

Η Διοίκηση τελικά εγκρίνει αποστολή 2000 ενόπλων Πελοποννησίων  υπό την αρχηγία του Α. Λόντου. Όμως ο Τουρκικός στόλος έχει πιάσει τις ακτές της Αιτωλίας και η δύναμη αυτή δεν μπορεί να διαπεραιωθεί άμεσα. Όμως, μέσω κάποιου άλλου ελεύθερου σημείου, κάπου στον Κορινθιακό κόλπο, περνούν έγκαιρα και κατορθώνουν να φτάσουν στην Καλιακούδα 300 ένοπλοι με επικεφαλής το Γιώργη Ροδόπουλο. Οι υπόλοιποι, σύμφωνα με αναφορές της εποχής, προσπαθούν και αυτοί, αν και αργοπορημένα, να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση. Γρηγορότερα ανηφορίζει ο Νίκος Πετιμεζάς με 600. Κοντά στο Ζυγούρη Τζαβέλλα βρίσκονται ήδη αρκετοί Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί όπως ο ξακουστός Νικολός Μήτσου Κοντογιάννης από την Υπάτη με 200 πολεμιστές, ο περίφημος Καστανιώτης με 200, ο Γιολδάσης από το Σοβολάκο με 150, ο Κώστας Σιαδήμας του Αποκόρου με 100, καθώς και κάμποσοι Ευρυτάνες μικροκαπεταναίοι με τους δικούς τους μαχητές. Όλοι οι συγκεντρωμένοι αριθμούν περίπου 2500 άνδρες.

Ο Ζυγούρης Τζαβέλλας δεν κωλυσιεργεί και ως επικεφαλής οργανώνει αμέσως την επιχείρηση. Στα νότια οχυρά υψώματα της Καλιακούδας, ακριβώς πάνω από εκεί που περνά η καίρια διάβαση προς την Αιτωλία, στήνει πολλά γερά ταμπούρια και κατανέμει τη συντριπτική πλειοψηφία των αγωνιστών στα ανάλογα πόστα. Απομένει ένα κρίσιμο στενό πέρασμα, ανάμεσα σε απότομους γκρεμούς και απόκρημνους βράχους, το οποίο υπόσχονται να φυλάσσουν οι Γιολδάσης και Σιαδήμας με 200 άντρες.

Εν τω μεταξύ ο Μουσταή πασάς που εδρεύει στο Καρπενήσι, παίρνει χαμπέρι για το τι συμβαίνει. Σύμβουλοί του τον παροτρύνουν να αποφύγει την παγιδευμένη Καλιακούδα και να ακολουθήσει άλλο ασφαλές δρομολόγιο μέσω Φραγκίστας. Ο Μουσταής αρνείται, τόσο για να μην πληγεί το γόητρό του όσο και για να εξολοθρεύσει κάθε εστία αντίστασης στην πάντα ανυπότακτη Ευρυτανία ούτως ώστε να μην υφίσταται παρενοχλήσεις κατά την κάθοδό του. Έτσι αποφασίζει να περάσει από την Καλιακούδα. Από τις 27 Αυγούστου τα εχθρικά στρατεύματα αναπτύσσονται γύρω από τις θέσεις των εξεγερμένων. Ο Πασάς της Σκόρδας είχε 15.000 Τουρκαλβανούς. 

Η μάχη της Καλιακούδας

Το πρωί της 28ης Αυγούστου 1823, οι πολυπληθείς ορδές του Μουσταή επιτίθενται κατά των οχυρωμένων μαχητών που τους φράζουν το δρόμο. Κάπου 10-12.000 χιλιάδες εναντίον 2500. Οι ξακουστοί πολεμοχαρείς μισθοφόροι, Γκέκηδες, Μιδρίτες και Λατίνοι, που αποτελούν τον ανθό της εχθρικής στρατιάς, ορμούν πάνοπλοι και με αλαλαγμούς κατά των επαναστατών. Εκείνοι αμύνονται με σθένος και ψυχή. Ο τόπος παίρνει φωτιά, αντιλαλούν οι κορφές της Καλιακούδας από τις μπαταριές, λαμποκοπούν στον ήλιο οι λάμες των σπαθιών! Ο ίδιος ο Μουσταής, έφιππος και με το ξίφος ανά χείρας, διατάζει απανωτά γιουρούσια. Η σκληρή μάχη μαίνεται για ώρες, μέχρι που βραδιάζει. Δύο δυναμικές εφόδους επιχείρησαν την πρώτη μέρα οι επίλεκτοι του Μουσταή μα και στις δύο αναχαιτίστηκαν στρώνοντας με τα άψυχα κορμιά τους τον τόπο. Κοντά πεντακόσιοι από δαύτους κείτονται νεκροί, ενώ εκατοντάδες είναι και οι τραυματίες! Οι απώλειες των αμυνομένων ελάχιστες! Ο Μουσταής τα χάνει, σκυλιάζει, αφού καταλαβαίνει ότι μόνο «περίπατος» δεν ήταν το διάβα του σε τούτες τις ευρυτανικές αετοφωλιές. Κι έτσι αρχίζει να βάζει με το νου του «κάτι άλλο»…

Εν τω μεταξύ αρκετοί από τους οπλαρχηγούς προτείνουν στο Τζαβέλλα να πραγματοποιήσουν νυχτερινή αιφνιδιαστική έφοδο κατά του εχθρού. Αυτός αρνείται πεισματικά την πρόταση καθώς πιστεύει ότι η τακτική της προηγούμενης μέρας είναι αυτή που αποδίδει. Εξαιτίας της επιμονής του Τζαβέλλα, ορισμένοι καπεταναίοι χολώνονται. Την επόμενη μέρα, 29 Αυγούστου 1823, η έφοδος των ανδρών του Μουσταή επαναλαμβάνεται αλλά αποκρούεται και πάλι με επιτυχία. Ώσπου, σε κάποια φάση της μάχης, 400 επίλεκτοι Μιδρίτες με επικεφαλής το Μουχτάρ Κιαφαζέζη περνούν “όλως περιέργως” από τη στενωπή δίοδο -που υποτίθεται ότι θα φρουρούσαν οι Σιαδήμας/Γιολδάσης- και βρίσκονται ψηλότερα, στα νώτα των αγωνιστών, εξαπολύοντας εναντίον τους ξαφνική πισώπλατη επίθεση. Τώρα οι μαχητές βρίσκονται ανάμεσα σε δύο συντονισμένα φονικά πυρά με αποτέλεσμα να αντιστραφεί η κατάσταση. Μπροστά στο δραματικό αδιέξοδο, ο Ζυγούρης Τζαβέλλας και οι άλλοι οπλαρχηγοί αποφασίζουν άμεσα έξοδο με συντονισμένο γιουρούσι μέσα από τις εχθρικές γραμμές. Μπροστά οι Σουλιώτες και ξοπίσω οι υπόλοιποι, εφορμούν με τα χαντζάρια στα χέρια καταπάνω στον εχθρό που δείχνει να αιφνιδιάζεται από την πρωτοφανή αποφασιστικότητα των επαναστατών. Μέσα σε ένα αληθινό μακελειό, εν μέσω καταιγιστικών πυρών και άγριας μάχης σώμα με σώμα, οι αγωνιστές κατορθώνουν να διασπάσουν το θανάσιμο κλοιό και να διαφύγουν, αλλά με πολύ βαριές απώλειες (170-200 νεκροί). Να σημειώσουμε, εδώ, ότι αρκετοί σκοτώθηκαν κι απ’ τα βράχια που κυλούσαν εναντίον τους από ψηλά οι Μιδρίτες. Μεταξύ των πεσόντων ο ίδιος ο Ζυγούρης Τζαβέλλας, ο Νικολός Μήτσου Κοντογιάννης, ο Δήμος Κίτσος, ο Καστανιώτης και πολλοί ακόμη διαλεχτοί αγωνιστές. Σχεδόν όλα τα εφόδια των επαναστατών πέφτουν στα χέρια του εχθρού. Όσοι διέφυγαν, σκορπίζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Άλλοι πιάνουν τα οχυρά υψώματα της Οίτης κι άλλοι μέσω του Προυσού φτάνουν στο Μεσολόγγι. Οι Σιαδήμας και Γιολδάσης συνθηκολογούν και αποσύρονται (προσωρινά).

Μετά την ήττα της Καλιακούδας, ο Μουσταής, αφού πρώτα καίει τα Ψιανά και άλλα χωριουδάκια της περιοχής, κατεβαίνει σχεδόν ανενόχλητος στην Αιτωλία κυκλώνοντας, μαζί με τον Ομέρ Βρυώνη, το Ανατολικό (σημερινό Αιτωλικό). Το Μεσολόγγι, όμως, έχει προφτάσει να οχυρωθεί.

Συνέπειες της μάχης της Καλιακούδας

Η ήττα στη μάχη της Καλιακούδας προκάλεσε διάλυση του στρατοπέδου της Καλιακούδας και συνέβαλε στη διάνοιξη του δρόμου προς το Μεσολόγγι. Ο αιφνιδιασμός βάρυνε ιδιαίτερα στην έκβαση της μάχης. Η πλημμελής φρούρηση της νότιας στενωπού ήταν προϊόν εφησυχασμού λόγω του δύσβατου και απόκρημνου εδάφους. Πρόθυμη ήταν η συμμετοχή των Πελοποννησίων, προϊόν πατριωτικής αλληλεγγύης και ορθής εκτίμησης ό,τι μετά τη Ρούμελη θα ακολουθούσε και η δική τους η σειρά. 

Υπόνοιες για προδοσία

Για το πως οι επίλεκτοι του Μουσταή πέρασαν από το «σημείο-κλειδί» και περικύκλωσαν τους μαχητές της Καλιακούδας, έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά και αντικρουόμενα. Θα αναφερθούμε στις διαφορετικές εκδοχές. Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι αμέσως μετά τη μάχη της Καλιακούδας, οι Σιαδήμας και Γιολδάσης έκαμαν «καπάκι» με τον εχθρό, εκ των πραγμάτων ενίσχυσε τις εικασίες περί προδοσίας. Οφείλουμε, όμως, να επισημάνουμε ότι και πολλοί άλλοι καπεταναίοι της ευρύτερης περιοχής υπαναχώρησαν ή και συνθηκολόγησαν μετά την ήττα της Καλιακούδας, καθώς ο εχθρός κυριάρχησε απόλυτα. Επιπλέον θα πρέπει να τονίσουμε πως εκείνη την εποχή η επιλογή μιας πρόσκαιρης-εικονικής συνθηκολόγησης, κάτω από το βάρος ειδικών αντίξοων συνθηκών και αρνητικών συσχετισμών δυνάμεων, δεν σήμαινε, κατ’ ανάγκη, προδοσία αλλά ταχτικό ελιγμό.

Τι να συνέβη άραγε; Κάποιοι άλλοι οπλαρχηγοί που, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, βρίσκονταν καθ’ οδό προς την Καλιακούδα χωρίς όμως να προλάβουν τη μάχη (Μήτσος Κοντογιάννης, Δήμος Σκαλτσάς, Ανδρέας Λόντος, Βασίλης Πετιμεζάς) σε κατοπινή γραπτή αναφορά τους προς τη Διοίκηση (1-9-1823) έκαναν λόγο για ύποπτη στάση του «άπιστου Γιολδάση». Επίσης ο έπαρχος Κ. Μεταξάς έγραψε στα απομνημονεύματά του για χρηματισμό του Σιαδήμα από το Μουσταή. Ο αγαπημένος Ευρυτάνας συγγραφέας Γιάννης Βράχας αναφέρει πως οι παλιότεροι γέροντες των Ψιανών Ευρυτανίας διηγούνταν πως ο Σιαδήμας δωροδοκήθηκε από τους Τούρκους για να τους οδηγήσει στο μονοπάτι, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα ένα μεγάλο κτήμα κοντά στο Κεφαλόβρυσο Τριχωνίας, το λεγόμενο «Σιαδμέικο τσιφλίκι». Υπήρξαν και μερικοί πιο ουδέτεροι που έκαναν λόγο απλά για εγκατάλειψη της θέσης. Αντίθετα, άλλοι ιστορικοί και μελετητές αμφισβητούν έντονα τα περί προδοσίας, όσον αφορά τους συγκεκριμένους οπλαρχηγούς, και ισχυρίζονται ότι εκείνο που συνέβη ήταν, είτε κατάληψη του κρίσιμου περάσματος από τον εχθρό μετά από ένοπλη σύγκρουση, είτε ότι υπήρξε μία εγκληματική αμέλεια στη φύλαξη λόγω ίσως και του ενθουσιασμού της νίκης της πρώτης ημέρας. Κάποιοι θεωρούν, μάλιστα, ότι εξαιτίας των ενδοανταγωνισμών των καπεταναίων και των πολιτικών που πατρόναραν τους μεν ή τους δε, κόλλησε σκόπιμα η ρετσινιά στους Σιαδήμα-Γιολδάση διότι τούτοι ίσως να μην ήταν αρεστοί για κάποια περίοδο στην κυρίαρχη πολιτική τάξη. Οι τελευταίοι μελετητές ενισχύουν την άποψή τους περί «μη προδοσίας» υπογραμμίζοντας πως αργότερα ο Σιαδήμας απαλλάχθηκε από κάθε κατηγορία στο Πολεμικό Συμβούλιο που έγινε, με πρόεδρο το Μαυροκορδάτο και γραμματέα τον Κασομούλη, και ότι εν συνεχεία σκοτώθηκε πολεμώντας στην έξοδο του Μεσολογγίου. Ο δε Γιολδάσης υπηρέτησε κι εκείνος την επανάσταση, συμμετέχοντας σε διάφορες μάχες στην Ευρυτανία, στο Μοριά, αλλά και στην Αττικοβοιωτία δίπλα στον Καραϊσκάκη, ενώ έλαβε και το βαθμό του στρατηγού.

Όπως και να ‘χει, τα σπαρμένα κόκκαλα στα υψώματα της Καλλιακούδας δύσκολα μιλούν για να μας μαρτυρήσουν την πλήρη αλήθεια για εκείνη τη «σκοτεινή πλευρά» του συγκεκριμένου ιστορικού συμβάντος! Αλλά οπωσδήποτε θυμίζουν ότι κάποτε εδώ, σε αυτά τα περήφανα Ευρυτανικά υψώματα, κάποιοι επέλεξαν να «σταθούν»! Όπως, επίσης, θυμίζουν πως και η διχόνοια κι η προδοσία έρχονται από πολύ παλιά σε τούτη τη χώρα…

Πηγή: https://eyrytixn.blogspot.com/2012/08/blog-post_26.html

Please follow and like us:
error0

Η Μάχη στα Βασιλικά Φθιώτιδας (1821)

Η Μάχη στα Βασιλικά ήταν πολεμική σύγκρουση της επανάστασης του 1821 με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες.

Η μάχη στα Βασιλικά. Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας νικούν τους Τούρκους στη Φοντάνα.
Η μάχη στα Βασιλικά. 
Πίνακας του Πέτερ φον Ες.

Τα γεγονότα της Μάχης στα Βασιλικά

Οι Τούρκοι μετά την περιστολή της επανάστασης στη Μακεδονία προχώρησαν μέσω Λάρισας προς τη Λαμία, με σκοπό να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Την εκστρατεία προς την Πελοπόννησο ανέλαβε ο Μπαϊράμ Πασάς με άλλους τρείς στρατηγούς. Η δύναμη τους αριθμούσε 8.000 πεζούς, ιππείς με πυροβολικό. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδας πληροφορήθηκαν την εκστρατεία αυτή και μαζεύτηκαν στην Εργίνα της Βουδουνίτσας για να αποφασίσουν την επόμενή τους κίνηση. Αποφάσισαν να εμποδίσουν την προέλαση των Τούρκων καταλαμβάνοντας την θέση των Βασιλικών. Αυτό πρότεινε ο Δυοβουνιώτης. Ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός με τριακόσιους άνδρες κατέλαβε το πυκνό δάσος κοντά στην είσοδο της κοιλάδας. Ο Αντώνης Κοντοσόπουλος και ο Κωνσταντής Καλύβας με άλλους εξακόσιους τοποθετήθηκε στο εσωτερικό της κοιλάδας, ενώ ο Δυοβουνιώτης μαζί με τον γιο του και άλλους χίλιους εκατό πιάσαν την έξοδο. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δεν μπορούσε να παρευρεθεί αλλά είχε στείλει ως αντικαταστάτη του τον Γιάννη Γκούρα.

Στις 25 Αυγούστου 1821 το τουρκικό ιππικό δύναμης δύο χιλιάδων που είχε σταλεί προς αναγνώριση του στενωπού αποδεκατίστηκε. Μία μέρα αργότερα, στις 26 Αυγούστου ο Μπαϊράμ Πασάς κινήθηκε με όλο του τον στρατό κατά του Κοντοσόπουλου και Καλύβα. Οι Δυοβουνιώτηδες, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας ήρθαν να ενισχύσουν, ενώ ο Παπά-Ανδρέας Κοκοβιτσιανός του επιτέθηκε από τα νώτα. Ακολούθησε γενναία μάχη, την οποία νίκησαν οι Έλληνες. Οι Τούρκοι με την δύση του ήλιου τράπηκαν σε φυγή προς την Πλατανιά, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πάνω χίλιους νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν και ο Μεμίς Πασάς, τον οποίο σκότωσε ιδιοχείρως ο Γκούρας. Επίσης έχασαν οκτακόσια άλογα, 2 πυροβόλα και 18 σημαίες. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν δέκα και τραυματίστηκαν 30, μεταξύ των οποίων και ο οπλαρχηγός Κοντοστόπουλος.

Σημασία της Μάχης στα Βασιλικά

Η νίκη των Ελλήνων ήταν μια από τις πιο λαμπρές του Ελληνικού αγώνα. Συντέλεσε στην ακύρωση της εκστρατείας των Τούρκων κατά της Πελοποννήσου.

https://el.wikipedia.org/wiki/Μάχη_των_Βασιλικών_Φθιώτιδας

Please follow and like us:
error0

Ο Μάρκος Μπότσαρης (1790-1823)

Ο Μάρκος Μπότσαρης ήταν Σουλιώτης ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ο Μάρκος Μπότσαρης νεκρός,Πίνακας από τον Ludovico Lipparini, βρίσκεται στο μουσείο της Τεργέστης στην Ιταλία
Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη

Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν ο δεύτερος γιος του Κίτσου Μπότσαρη, που ήταν μια από τις επιφανέστερες μορφές του Σουλίου. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο ηπειρωτικό σώμα που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Το 1814 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας.

Η Δράση του Μάρκου Μπότσαρη

Αρχικά ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον θείο του Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του τυράννου της Ηπείρου, του Αλή Πασά, επειδή είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους. Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεση τους, όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη του 1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα που έγινε. Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας. 

Το χαρτί της αρχιστρατηγείας


Ακολούθησαν οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα, που του έδωσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: “Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον Εχθρό”. Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα. 

Επίσης έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα που κατέληξε σε καταστροφή, ενώ βρέθηκε μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη του 1822, όπου παρασύροντας τους Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη

Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τούρκικα στρατεύματα που απέδρασαν προς την δυτική Ρούμελη. Τη νύχτα της 8ης Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000 Τούρκων του Μουσταή Πασά, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, στη μάχη που έμεινε γνωστή ως Μάχη του Κεφαλόβρυσου.

Παρά τον αρχικά ελαφρύ τραυματισμό, συνέχισε να πολεμάει και κατάφερε να νικήσει τον Μουσταφά Πασά. Όμως μια τουρκική σφαίρα τον άφησε νεκρό.

Τότε οι Σουλιώτες, αν και νίκησαν, διέκοψαν τον αγώνα για να παραλάβουν τον αρχηγό τους και τα λάφυρα. Μεταφέροντας τον νεκρό προς το Μεσολόγγι όπου τελικά τον ενταφίασαν, σταμάτησαν για λίγο στον νάρθηκα της Μονής Προυσσού όπου ευρισκόταν ο Καραϊσκάκης κατάκοιτος. Αυτός τον ασπάστηκε λέγοντας:
“Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι’ εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω”.

Ο νεκρός μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι με θριαμβική πομπή που περιγράφει ο Πουκεβίλ. Του θριάμβου προηγούνταν Τούρκοι αιχμάλωτοι, ακολουθούσαν οι αιχμαλωτισμένοι ίπποι των αξιωματικών με πολύτιμα επισάγματα και πενήντα τέσσερεις σημαίες των εχθρών. Ο νεκρός Μάρκος ήταν καλυμμένος με κυανή χλαμύδα. Ακολουθούσαν τα λάφυρα που ήταν ζώα, όπλα, σκηνές, πολεμοφόδια και άλλα στρατιωτικά εφόδια και το ταμείο των εχθρών.

Η επικήδεια τελετή έγινε στον ναό Αγίου Νικολάου των προμαχώνων.

Για τον θάνατο του Μπότσαρη γράφηκαν πολλά έντεχνα ποιήματα και δημοτικά τραγούδια. Μεταξύ των άλλων ο Δ. Σολωμός έγραψε ποίημα όπου παρομοιάζει την συρροή των Ελλήνων στην κηδεία του Μπότσαρη με την συρροή των Τρώων στην ταφή του Έκτορα.

Εθνικός ήρωας

Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας.

Απόγονοι

Ο Μάρκος Μπότσαρης είχε παντρευτεί την Χρυσούλα Καλόγερου και έκανε μαζί της πέντε παιδιά από τα οποία μόνο τα δύο επιβίωσαν όσο ο Μπότσαρης ήταν εν ζωή. Ο γιος του, Δημήτριος Μπότσαρης, ο οποίος γεννήθηκε το 1814, έγινε στρατιωτικός και διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών το 1859 και 1866-1877, ενώ οργάνωσε το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Πέθανε στις 17 Αυγούστου 1871 στην Αθήνα. Η κόρη του Μπότσαρη, Κατερίνα “Ρόζα” Μπότσαρη, γεννημένη στο Σούλι το 1818, ήταν στην υπηρεσία της Βασίλισσας της Ελλάδος Αμαλίας.


Πηγή: http://www.agioskosmas.gr

Please follow and like us:
error0