Ιστορία

Με τον όρο Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη, δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Η ιστορία μελετά κυρίως γραπτές πηγές που μας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν ενώ ως προϊστορία αναφέρεται η εποχή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές δεν μας είναι κατανοητές. Η μελέτη των γεγονότων περιλαμβάνει την καταγραφή τους, αλλά και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτά, όπως και τους γενικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης.

Η Ιστορία

Ιστορία
Προτομή του Ηροδότου
Θεωρείται ο Πατέρας της Ιστορίας

Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ως εξελισσόμενη επιστήμη υφίσταται διαρκείς αλλαγές και μετασχηματισμούς, παράγοντας διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Ο ιστορικός ερευνά τις τάσεις της κοινωνίας σε διάφορες περιόδους και σε διάφορους τομείς, τις οικονομικές συνθήκες, την εξέλιξη του πολιτισμού, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Υπάρχει ιστορία των εθνών, ιστορία της μουσικής, ιστορία της ιατρικής, ιστορία της αρχιτεκτονικής κ.λ.π. Οι ιστορικοί πάντως εκφράζουν διάφορες απόψεις για το αντικείμενό τους, θεωρώντας το άλλοι επιστήμη και άλλοι τέχνη. Επίσης διαφορετικές απόψεις εκφράζονται και για την δυνατότητα της ιστορίας να είναι αντικειμενική, όπως γενικά και για τη φιλοσοφία της ιστορίας.

Περίοδοι της Ιστορίας

  1. Προϊστορική εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του ανθρώπου έως το 3500 π.Χ. περίπου και εξετάζεται από την Προϊστορία.
  2. Αρχαιότητα: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 3500 π.Χ. έως το 476 μ.Χ.και εξετάζεται από την Αρχαία Ιστορία.
  3. Μεσαίωνας: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 476 έως το 1500 περίπου και εξετάζεται από τη Μεσαιωνική Ιστορία.
  4. Νεότερη Εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1500 μ.Χ. έως σήμερα και εξετάζεται από τη Σύγχρονη Ιστορία.

Ακολουθούν άρθρα από την ελληνική και παγκόσμια ιστορία.

  • Εργάσιμες ώρες και ώρες σχόλης

    Στις μητρικές κοινότητες τους οι Ευρωπαίοι δεν δεσμεύονταν, όπως στη μεταβιομηχανική εποχή, από μια σαφή διάκριση μεταξύ εργασιακού και ελεύθερου χρόνου. Οι εργάσιμες ώρες και οι ώρες της σχόλης αλληλοδιαπλέκονταν. Στην πράξη ο ελεύθερος χρόνος έτεινε να κυριαρχεί στη ζωή των κοινωνικών τάξεων. Ο μη ακριβής προσδιορισμός των εργασιακών υποχρεώσεων ήταν εν μέρει συνέπεια της μη ακριβούς μέτρησης του χρόνου.

    Εργάσιμες ώρες και ώρες σχόλης

    Εργάσιμες ώρες

    Ο βιομηχανικός χρόνος καθοριζόταν από το φως της ημέρας, με τις χειμερινές εργάσιμες μέρες να είναι πιο σύντομες από τις θερινές κατά δύο ώρες και το ημερομίσθιο αντίστοιχα χαμηλότερο. Για τους περισσότερους εργαζόμενους, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, ο μη ακριβής προσδιορισμός του εργάσιμου χρόνου συνεπαγόταν και την απουσία εργασιακής πειθαρχίας. Η ανάπαυση από την εργασία ήταν αποδεκτή και ενθαρρυνόταν.

    Τα ρολόγια είχαν μπει για τα καλά στη ζωή των ανθρώπων τον 17ο αιώνα. Παρά τη μέτρηση του χρόνου όμως ήταν δύκολος ο διαχωρισμός του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου, καθώς η εργασία μπορεί να ήταν επαχθής αλλά δεν ενείχε ακόμη το στοιχείο της αυστηρής πειθαρχίας. Η μισθωτή εργασία δεν κυριαρχούσε στην καθημερινή ζωή, όπως στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες.

    Η εργασία σπάνια ήταν ένα προσωπικό, εξατομικευμένο φορτίο. Τα άτομα έτειναν να συνεισφέρουν στο ομαδικό προϊόν εργασίας αντί να εργάζονται αποκλειστικά για τον εαυτό τους. Έτσι σε μια αγροτική οικογένεια τα διάφορα μέλη της είχαν προκαθορισμένες υποχρεώσεις, που πιθανόν να κάλυπταν μικρό μόνο μέρος της ημέρας. Υπήρχε η δυνατότητα τα νεαρά άτομα να εργάζονται αλλού, προκειμένου να μάθουν κάποια τέχνη. Η απασχόληση τους ως μαθητευόμενοι ή ως εργατών στις πόλεις αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση της ζωής τους.

    Η επαχθής εργασία ήταν πάντα συλλογική. Οι αγγαρείες που επιβάλλονταν από τις φεουδαρχικές αρχές στη δυτική Ευρώπη, και που απέρρεαν από τη δουλοπαροικία στη ανατολική, προέρχονταν από ένα σύστημα μέσα στο οποίο ζούσαν οι αγρότες και αποδέχονταν τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπαγόταν, ακόμα και αν ταυτόχρονα δυσανασχετούσαν για αυτές.

    Παρόλο που δεν ήταν αυστηρά δομημένη η εργασία είχε και αυτή τους κανόνες της. Όλη η αγροτική δραστηριότητα προκαθοριζόταν με σαφήνεια, υπό κανονικές συνθήκες, από την τοπική κοινότητα. Οι ημέρες και οι εποχές της σποράς, του κουρέματος των προβάτων, του θερισμού, του αλωνισμού και των άλλων εργασιών ήταν προκαθορισμένες με βάση το τοπικό κλίμα και στην τοπική οικονομία. Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να υπολογιστεί το ποσοστό του χρόνου που αφιερωνόταν στην «εργασία». Στις αγροτικές κοινότητες η νόρμα ήταν οι ώρες απασχόλησης να επαρκούν για την εξασφάλιση των μέσων επιβίωσης της κοινότητας.

    Η έμφαση στις δραστηριότητες της σχόλης και η απουσία εργασιακής πειθαρχίας θα δημιουργούσαν προβλήματα στους εργοδότες μιας μεταγενέστερης περιόδου, οι οποίοι παραπονιόνταν ιδιαίτερα για το γεγονός ότι οι εργάτες δεν τηρούσαν την εργάσιμη εβδομάδα και αντιμετώπζαν την Δεύτερα σαν προέκταση της Κυριακής. Οι εργαζόμενοι από την πλευρά τους είχαν συνείδηση των υποχεώσεων τους αλλά προτιμούσαν να επιλέγουν εκείνοι τις ημέρες ή τις ώρες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Επρόκειτο, επομένως, για μία κατάσταση «εναλλασσόμενων φάσεων εντατικής εργασίας και σχόλης, κατά τις οποίες οι άνθρωποι καθόριζαν οι ίδιοι τους εργασιακούς ρυθμούς».

    Οι εκκλησιαστικές αρχές συνάντησαν πολλές δυσκολίες στην πρσπάθειά τους να πείσουν τους πιστούς να διαχωρίσουν τον εργασιακό από τον θρησκευτικό χώρο. Ήταν σύνηθες φαινόμενο στο μεγαλύτερο τμήμα της καθολικής Ευρώπης περισσότερο από το 1/3 των ημερών του έτους να αποτελούν επίσημα ημέρες αργίας. Οι υποχρεωτικές θρησκευτικές αργίες ήταν πολύ λιγότερες, οι υπόλοιπες ήταν πολυήμερες εορτές των τοπικών κοινοτήτων. Με ένα τόσο μεγάλο αριθμό αργιών ήταν σύνηθες να εργάζεται κανείς αδιακρίτως καθ΄όλη τη διάρκεια του έτους ακόμα και όταν αυτό συνέπιπτε με κάποιους θρησκευτικούς εορτασμούς. Η Αντιμεταρρύθμιση έκανε προσπάθειες να περιορίσει αυτήν την πρακτική επιβάλλοντας τις εορταστικές αυτές περιόδους ως περιόδους απόλυτης αργίας. Πρόθεση της Εκκλησίας ήταν ο διαχωρισμός του ιερού από το κοσμικό.

    Εργάσιμες ώρες και ώρες σχόλης

    Σχόλη

    Η σχόλη στην προβιομηχανική Ευρώπη δεν ήταν μια διακριτή έννοια. Υπήρχαν πολλές περιστασιακές δραστηριότητες, κυρίως για τις ανώτερες τάξεις, που επέτρεπαν στους ανθρώπους να επιδίδονται σε αθλήματα, διασκεδάσεις και παιχνίδια. Για το μεγαλύτερο, όμως, τμήμα του πληθυσμού, η σχόλη δεν ήταν μια διακριτή περίοδος ανάπαυσης που εναλλασσόταν σε περιόδους εργασίας, αλλά ένας παραδοσιακός χρόνος ενασχόλησης με μικροπροβλήματα γειτονείας και ζητήματα που δεν συνδέονταν άμεσα με την παραγωγικότητα. Η σχόλη περιελάμβανε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς την οικογένεια, την κοινότητα, την Εκκλησία, την αφιέρωση χρόνου στην ερωτοτροπία, ίδίως γαι τους άγαμους.

    Η σχόλη δεν ήταν προνόμιο του ατόμου, αλλά μία συλλογική δέσμευση όλων των μελών της κοινότητας. Αποτελούσε μια ζωτική διάσταση των καλών ενδοκοινοτικών σχέσεων, εκφρασμένη είτε σε εορτές και αθλητικές δραστηριότητες, είτε απλά πίνοντας συντροφιά στο πανδοχείο. Όταν λειτουργούσε σωστά, ενδυνάμωνε τους κοινωνικούς δεσμούς και απέτρεπε τις συγκρούσεις στο εσωτερικό των κοινοτήτων. Η σχόλη δεν είχε διαχωριστεί από την εργασία ούτε αποτελούσε ένα καταφύγιο από αυτήν. Αντίθετα ήταν ένα συμπλήρωμα των εργασιακών δραστηριοτήτων των μελών της κοινότητας.

    Από τη στιγμή που οι νέοι αποτελούσαν σημαντικό αριθμητικά τμήμα του πληθυσμού, αυτοί έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο στη συλλογική ψυχαγωγία, ιδιαίτερα στις κοινοτικές δραστηριότητες κατά το θερισμό, στους εορτασμούς και στους γάμους. Οργανωμένες νεανικές ομάδες υπήρχαν πολλές τόσο στα χωριά όσα και στις πόλεις με αναγνωρισμένα καθήκοντα, όπως την επίβλεψη της ορθής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των μελών της προς την κοινότητα. Παρόλο που οι ομάδες αυτές υπό κανονικές συνθήκες ήταν αποκλειστικά αντρικές είχαν μερικές φορές και οι γυναίκες κάποιο ρόλο: στη Roussillon τα κορίτσια έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο σε αυτές, οργάνωναν λαϊκές τελετουργίες και ήταν υπεύθυνες για τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες της κοινότητας.

    Ένα σημαντικό τμήμα του ελέυθερου χρόνου των νέων αφιερωνόταν περισσότερο στην εξοικείωση με το άλλο φύλο και σε μεταγενέστερη φάση με την ερωτοτροπία. Οι συναντήσεις αυτές πραγματοποιούνταν μέσα σε πλαίσιο περιορισμών που επιβάλλονταν από την οικογένεια και την κοινότητα και συνήθως υπόκεινταν δε αυστηρούς κανόνες. Η οικιακή και κοινοτική εργασία έφερνε κοντά τους νέους, όπως οι ομάδες γνεσίματος στη γερμανική ύπαιθρο όπου νερά άτομα και των δυο φύλων έρχοντα κοντά. Αυτές οι ομάδες αποτελούσαν μια κοινή ψυχαγωγική δραστηριότητα στις αγροτικές κοινωνίες και συνέβαλλαν επίσης και στην εξεύρεση γαμήλιου συντρόφου.

    Στα πληβεία στρώματα η ερωτοτροπία μπορεί να περιελάμβανε και προχωρημένα ερωτικά χάδια. Στοιχεία από τη Γαλλία και τη Γερμανία δείχνουν ένα εντυπωσιακό εύρος ανεκτών σεξουαλικών πρακτικών, που έφταναν στα όρια της συνουσίας. Βασικός σκοπός ήταν η ψυχαγωγία στη διάρκεια των χρόνων που προηγούνταν του γάμου. Επαφές για παρόμοιους σκοπούς δημιουργούνταν και με άλλες κοινότητες, ιδιαίτερα τις ημέρες των εμποροπανηγύρεων και των κοινωτικών εορτασμών, προάγοντας με τον τρόπο αυτό και την κοινωνική συνοχή.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen

  • Πόλεμοι

    Στην Ευρώπη μετά την Αναγέννηση η έξαρση της συλλογικής βίας χαρακτηρίστηκε ως ένα νέο θλιβερό φαινόμενο. Μια βία που την αναδεικνύουν όχι μόνο οι πόλεμοι αλλά και κάθε μορφή κοινωνικής σύγκρουσης. Ευρωπαίοι λόγιοι, που στο παρελθόν επιφύλασσαν το χαρακτηρισμό του βαρβάρου μόνο γι΄ αυτούς που ζούσαν πέραν των ορίων του δυτικού χριστιανικού κόσμου, τώρα πλέον αποδέχονταν πως και οι Ευρωπαίοι ήταν ικανοί για πράξεις βιαιότητας.

    Πόλεμοι

    Σε μια περίοδο που το μέγεθος των στρατών ήταν σχετικά μικρό, οι απώλειες στα πεδία των μαχών αποτελούν την ηπιότερη των συνεπειών ενός πολέμου. Μια παρατεταμένη πολιορκία έτεινε να αυξάνει τη θνησιμότητα, ιδιαίτερα ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό. Υπήρχαν επίσης και κάποιες ασυνήθεις περιπτώσεις, όπως της ισπανικής Αρμάδας το 1588, που κόστισε στους Ισπανούς 15.000 άνδρες.

    Μπορεί να υποστηριχθεί ότι πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν είχαν υψηλό ανθρώπινο κόστος. Ακόμα και έτσι, οι επιπτώσεις τους δεν μπορούν να υποτιμηθούν: οι στρατιώτες μετέδιδαν διάφορες επιδημίες, επιδείνωναν τον λιμό και ορισμένες φορές διέπρατταν φρικαλέες ωμότητες. Κατά κανόνα, ήταν ο άμαχος πληθυσμός που υπέφερε περισσότερο.

    Οι πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα ήταν μια σχετικά ειρηνική περίοδος στη δυτική Ευρώπη, με εξαίρεση την Ιταλία. Στα τέλη του όμως αυτού του αιώνα ο πόλεμος είχε εξαπλωθεί παντού, και στην ξηρά και τη θάλασσα, είτε πρόκειται για εμφύλιες και θρησκευτικές συγκρούσεις είτε για πολέμους με τους Τούρκους. Και οι στρατοί άρχισαν να μεγαλώνουν σε μέγεθος.

    Οι γαλλικοί θρησκευτικοί πόλεμοι (1562-98) είχαν βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές: κατά τη σφαγή της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου εξοντώθηκαν 3.000 Προτεστάντες στο Παρίσι και άλλοι 20.000 στην υπόλοιπη Γαλλία. Πολλές περιοχές υπέστησαν τρομερές απώλειες, η Rouen απώλεσε το 1/4 των κατοίκων της την περίοδο 1562-1594. Υπήρχαν όμως, και θετικές εξελίξεις την περίοδο αυτή. Η δεκαετία του 1580 χαρακτηρίζεται από γενικότερη πληθυσμιακή αύξηση στην Ευρώπη. Στην Βουργουνδία οι γεννήσεις και οι γάμοι αυξάνονταν σταθερά κατά τη διάρκεια των πολέμων, παρουσιάζοντας μια μείωση μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1590 όταν ο λιμός μάλλον και όχι ο πόλεμος ευθυνόταν για τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι θρησκευτικοί πόλεμοι είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για το γεγονός ότι η συνολική αύξηση του πληθυσμού στη Γαλλία ήταν χαμηλότερη από αυτή σε κάθε άλλη δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Η θνησιμότητα, όμως, δεν ήταν αρκετά υψηλή ώστε να αντιστρέψει την αυξητική τάση έως τη δεκαετία του 1580.

    Την ίδια περίοδο στις Κάτω Χώρες είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος. Ο Ογδοηκονταετής Πόλεμος (1568-1648) διαίρεσε τη χώρα σε ένα βόρειο τμήμα και σε ένα νότιο. Κατά την πρώτη φάση του εμφυλίου ο βορράς επλήγη σε μεγάλο βαθμό, αλλά από τα τέλη του 16ου αιώνα, ήταν ο νότος που υπέστη κυρίως τις συνέπειες του εμφυλίου. Μετά το 1630, όταν οι κουυρσάροι της Δουνκέρκης έπληξαν με επιτυχία το εμπόριο της Βόρειας Θάλασσας, δέχθηκαν οι Ενωμένες Επαρχίες ένα σοβαρό πλήγμα. Μια σειρά παραγόντων συνέβαλαν ώστε ο νότος να υποστεί το μεγάλο βάρος της καταστροφής.

    Στη Γαλλία τις βαρύτερες συνέπειες είχε η εξέγερση της Σφενδόνης με επίκεντρο κυρίως το Βορρά, την περιοχή γύρω από το Παρίσι. Μια αναφορά για την περιοχή μιλά για: «μικρά και μεγάλα χωριά, δρόμους γεμάτους αποφορά από τα εκτεθειμένα πτώματα ζώων και ανθρώπων, τα πάντα να έχουν μετατραπεί σε βόθρους και στάβλους, και πάνω από όλα, οι άρρωστοι και οι ετοιμοθάνατοι, χωρίς ψωμί, κρέας, φάρμακα, ζεστασιά, ένα κρεβάτι, σκεπάσμτα, και χωρίς ιερέα, γιατρό ή κάποιον να απαλύνει τη δυστυχία τους».

    Στην περιοχή που ξέσπασε η εξέγερση, η σοδειά καταστράφηκε. Παρ΄ όλο που αιτία όλων των δεινών ήταν ο πόλεμος, στην πράξη η αυξημένη θνησιμότητα οφειλόταν κυρίως στις επιδημικές ασθένειες που μετέδιδαν οι στρατιώτες. Οι πληθυσμιακές απώλειες στην περιοχή γύρω από το Παρίσι ανήλθαν περίπου στο ένα πέμπτο του πληθυσμού.

    Ο Τριαντακονταετής Πόλεμος (1618-48) είναι ο πιο γνωστός των δεινών αυτής της περιόδου. Παρ΄όλο που κείμενα της εποχής συνέβαλαν στην υπερτίμηση των συνεπειών του πολέμου, λεπτομερείς έρευνες επιβεβαίωσαν την παραδοσιακή ιστορική θεώρηση του φαινομένου. Ταυτόχρονα, βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επιδημικές ασθένειες, ιδιαίτερα η εκτεταμένη επιδημία πανώλης του 1634-6, ήταν κυρίως υπεύθυνες για τη θνησιμότητα της περιόδου.

    Πόλεμοι

    Ένας πόλεμος που έχει προ πολλού λησμονηθεί, αλλά και οι συνέπειες του φτάνουν έως τις μέρες μας, ήταν αυτός του 1640-68 μεταξύ Ισπανίας και Πορτογαλίας, που τερματίστηκε με την αναγνώριση από την Ισπανία της πορτογαλικής ανεξαρτησίας. Πολυετείς αψιμαχίες και επιδρομές εκατέτωθεν της μεθορίου μετέτρεψαν κάθε μεγάλη πόλη σε στρατιωτικό κέντρο με ισχυρή φρουρά, κατέστρεψαν κατά περιόδους τόσο την αγροτική όσο και την κτηνοτροφική παραγωγή, διόγκωσαν τη μετανάστευση και οδήγησαν σε πληθυσμιακή συρρίκνωση.

    Παρ΄όλο που σε ορισμένες περιοχές απαιτήθηκε έως και μια γενιά για να ανακάμψουν στα προπολεμικά τους πληθυσμιακά επίπεδα, πολλές κατάφεραν να το επιτύχουν αυτό με εντυπωσιακή ταχύτητα. Ο απόλυτος μηδενισμός γάμων και γεννήσεων σε ορισμένες κοινότητες ήταν παροδικός. Καθώς η κρίση όδευε προς το τέρμα της, νοικοκυριά που είχαν χάσει τον ένα γονέα άρχισαν να αναζητούν τον αντικαταστάτη τους και το απόθεμα άγαμων γυναικών ήταν πλέον διαθέσιμο για τους άνδρες που αναζητούσαν σύζυγο. Οι γάμοι, πρώτοι και δεύτεροι αυξήθηκαν εκθετικά.

    Στο Nördlingen, στη διάρκεια των τεσσάρων μηνών της πανώλης, και στη στρατιωτικής κρίσης στα τέλη του 1634, τέλεστηκαν μόνο τρεις γάμοι. Όταν η πανώλη υποχώρησε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, σημειώθηκε μια κατακόρυφη αύξηση των γάμων: τους πρώτους τέσσερις μήνες του 1635 τελέστηκαν 121. Αυτό το κύμα γάμων οδήγησε σε μια κατακόρυφη αύξηση των γεννήσεων, γεγονός που βοήθησε τα αστικά κέντρα αλλά και την ύπαιθρο να ανακάμψουν από τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry kamen

  • Επιδημίες

    Τόσο κατά τον 16ο όσο και κατά τον 17ο αιώνα σειρά φαινομένων επέδρασαν αρνητικά στη διαμόρφωση των δημοφραφικών δεικτών. Η κυρίαρχη πραγματικότητα της ζωής είναι ο θάνατος, αποδεκτή χωρίς αντίσταση εφόσον ήταν αναπόφευκτη. Στην πράξη, για τους περισσότερους ανθρώπους το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν ήταν μια συνεχής πηγή θνησιμότητας, σπάνια, όμως, είχαν συνείδηση αυτού του γεγονότος. Οι φόβοι τους εστιάζονταν κυρίως στις ξαφνικές εξάρσεις θνησιμότητας που προκαλούσαν οι επιδημίες.

    Επιδημίες

    Παρόλο που η πανώλη ήταν η πλέον λοιμώδης από όλες τις επιδημίες, άλλες ασθένειες όπως η γρίπη, ο τύφος, ο τυφοειδής πυρετός και η ευλογιά, ίσως ήταν υπεύθυνες για περισσότερους θανάτους στη μακριά διάρκεια. Η γρίπη για παράδειγμα ήταν υπεύθυνη για την αγγλική αναφορά του 1588, σύμφωνα με την οποία «στην αρχή αυτού του έτους πέθαναν πολλοί από τους πλουσιότερους άνδρες της Αγγλίας, από ένα περίεργο πυρετό»: επρόκειτο για μια σοβαρή επιδημική κρίση στη διάρκεια της οποίας χάθηκε ως και το ένα δέκατο του αγγλικού πληθυσμού. Οι «πυρετοί» ήταν ένα συχνό φαινόμενο, ενώ η πανώλη αναγνωριζόταν πιο εύκολα εξαιτίας των βαρύτατων συμπτωμάτων της.

    Το ποσοστό του πληθυσμού που υπέκυπτε στη πανώλη μπορούσε να είναι τεράστιο, ιδαίτερα στα αστικά κέντρα. Πιθανολογείται πως στην επιδημία πανώλης του 1563 χάθηκε το ένα τέταρτο του πληθυσμού του Λονδίνου, σε μία περίοδο όπου η θνησιμότητα ήταν επταπλάσια από αυτή σε άλλες περιόδους.

    Οι επιδημίες εξαπλώνονταν με την επαφή. Η μετακίνηση στρατευμάτων σε περίοδο πολέμου αποτελούσε μάλλον την πλέον θανατηφόρα μορφή διάδοσής τους. Η απομόνωση ήταν το συνηθέστερο μέσο αντιμετώπισης τους: στη διάρκεια της επιδημίας του 1563 η αγγλική αυλή μετακόμισε στο Windsor. Οι αρουραίοι, φορείς μολυσμένων ψύλλων, αναγνωρίστηκαν τελικά ως οι κύριοι φορείς της ασθένειας παρόλο που κάποιες πρόσφατες μελέτες προτείνουν πως οι ψύλλοι που παρασιτούν στον άνθρωπο ήταν εξίσου υπεύθυνοι, καθώς η ταχύτητα εξάπλωσης της ασθένειας ερμηνεύεται καλύτερα από την κινητικότητα των ανθρώπων πάρα από αυτήν των λιγότερο κινητικών μαύρων αρουραίων.

    Είναι σημαντικό ότι η πανώλη ακολουθούσε τις εμπορικές οδούς και εξαπλωνόταν επίσης από τα μετακινούμενα στρατεύματα. Η απομόνωση ήταν αρκετά αποτελεσματική μέθοδος. Στην Ισπανία του 17ου αιώνα, οι πληγείσες κοινότητες απομονώνονταν με διπλές στρατηγικές φρουρές και διακόπτονταν κάθε εμπορική επαφή με τον έξω κόσμο. Ήταν, όμως, πάντα δύσκολο να ελεγχθούν οι επιδημίες που ξεσπούσαν στις ηπειρωτικές περιοχές. Από την άλλη, η διακοπή του εμπορίου διά θαλάσσης ήταν σε όλες τις περιπτώσεις αποτελεσματική: αυτή έσωσε τις Κάτω Χώρες από την αγγλική πανώλη του 1563 και την Ισπανία από την πανώλη της Μασσαλίας το 1720. Αυτή ήταν και η τελευταία γνωστή επιδημία πανώλης στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η επιδημία της Μεσσήνης το 1743 σηματοδότησε το τέλος της βασιλείας της πανώλης στη Δύση.

    Οι επιδημίες, ιδίως η πανώλη, ασκούσε κοινωνικές διακρίσεις στην επιλογή των θυμάτων τους. Θάλλοντας σε συνθήκες ρυπαρές, έπληττε πρώτα και κυρίως τις κατώτερες τάξεις. Στο Λονδίνο οι κατάλογοι θανόντων δείχνουν πως οι επιδημίες ξεσπούσαν στα φτωχότερα προάστια. Οι κοινωνικές τριβές ενισχύονταν. Με ορατές τις ενδείξεις γι΄αυτό, οι ανώτερες τάξεις θεωρούσαν τους φτωχούς υπεύθυνους της εξάπλωσης της πανώλης. Οι φτωχοί με τη σειρά τους, έφεραν βαρέως το γεγονός ότι αυτοί που διέθεταν πλούτο θα έπρεπε να εξαιρούνται και από τις συνέπειες της μάστιγας.

    Η φτώχεια και ο υποσιτισμός ήταν τα δύο κυρίως χαρακτηριστικά των θυμάτων των επιδημιών. Η διασύνδεση μεταξύ επιδημιών και φτώχειας ώθησε τις αρχές να λάβουν μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στις πόλεις. Είναι αμφίβολο, όμως, αν τα μέτρα αυτά είχαν καάποιο αποτέλεσμα. Η αδυναμία άμυνας ενάντια στις επιδημικές ασθένειες αναδεικνύει αυτό που σίγουρα αποτελούσε τη μέγιστη αδυναμία του πρώιμου νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού: την απουσία προόδου στον τομέα της ιατρικής.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen

  • Γάμοι και γεννήσεις

    Οι γάμοι στη δυτική Ευρώπη την εποχή της Αναγέννησης σπάνια ήταν δια βίου. Εξαιτίας σε μεγάλο βαθμό της υψηλής θνησιμότητας, το μέσο ζεύγος προσέβλεπε σε μία βραχύτερη γαμήλια ζωή σε σχέση με σήμερα. Μια πυρηνική οικογένεια ήταν έρμαιο όχι μόνο του θανάτου των παιδιών αλλά και του ενός γονέα. Ο πρώιμος θάνατος και όχι το διαζύγιο συνέβαλλε στην πρώιμη διάλυση των γάμων.Η δευτερογαμία αποτελούσε κατά συνέπεια κανόνα και όχι την εξαίρεση, λαμβάνοντας υπόψιν βέβαια τις οικονομικές δυνατότητες και την ευκολία πρόσβασης σε έναν δεύτερο σύντροφο.

    Γάμοι και γεννήσεις

    Σε μια γαλλική αγροτική ενορία του 17ου αιώνα, σύμφωνα με ένα σύγχρονο: «Όταν ένας άνδρας χάσει τη σύζυγό του ή αυτή τον σύζυγό της, καλεί αμέσως όλους σε γεύμα, αυτό μερικές φορές γίνεται στο σπίτι που έχει εκτεθεί το σώμα του νεκρού, και οι καλεσμένοι γελούν, πίνουν, τραγουδούν και κανονίζουν τον δεύτερο γάμο του οικοδεσπότη τους. Ο χήρος ή η χήρα δέχεται προτάσεις και εξηγεί τους λόγους αποδοχής ή απόρριψης τους: σπάνια αυτές οι γιορτές τελειώνουν πριν ολοκληρωθεί κάποιος γαμήλιος διακανονισμός».

    Το βραχύβιο της γαμήλιας ζωής και η πολύ υψηλή παιδική θνησιμότητα σημαίνει ότι το ισοζύγιο γεννήσεων και θανάτων διατηρούνταν με μεγάλη δυσκολία. Τεράστια σημασία, επομένως, θα πρέπει να αποδοθεί στα ποσοστά γεννήσεων αυτής της περιόδου. Σχεδόν σε όλα τα αστικά κέντρα οι θάνατοι, υπό κανονικές συνθήκες, υπερέβαιναν τις γεννήσεις και τα πληθυσμιακά επίπεδα συντηρούνταν μόνο με τη συνεχή μετανάστευση. Η σχετικά προχωρημένη ηλικία γάμου είχε σημαντικές επιπτώσεις στη γυναικεία γονιμότητα, καθώς οι γυναίκες άρχιζαν να τεκνοποιούν δέκα χρόνια μετά την απαρχή της εμμηνόρροιας. Αυτό το φαινόμενο έχει χαρακτηριστεί ως φυσικός μηχανισμός ελέγχου των γεννήσεων της προβιομηχανικής Ευρώπης.

    Λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι περισσότερες γυναίκες είχαν γεννήσει το τελευταίο παιδί στην ηλικία των σαράντα ετών είναι προφανές πως η μέση αναπαραγωγική περίοδος διαρκούσε 15 χρόνια, λιγότερο δηλαδή από το μισό της γόνιμης περιόδου μιας γυναίκας. Αναπόφευκτα αποτέλεσμα αυτού ήταν ο μικρότερος αριθμός παιδιών. Ένας συσχετισμός ποσοστών γονιμότητας με την ηλικία της μητέρας δείχνει ότι οι γυναίκες που παντρεύονταν σε ηλικία 25-29 ετών αποκτούσαν τέσσερα παιδιά. Στις μεγαλύτερες ηλικίες αυτό ήταν χαμηλότερο.

    Αυτός ο σχετικά χαμηλός αναπαραγωγικός ρυθμός σε μια κοινωνία με μεγάλο ποσοστό γυναικών που παρέμεναν άγαμες, είχε ως αποτέλεσμα ένα χαρακτηριστικό πρότυπο οικογένειας. Στην Ευρώπη του 20ου και του 21ου αιώνα οι οικονομικά προνομιούχες τάξεις και έθνη τείνουν να χαρακτηρίζονται από ολιγομελείς οικογένειες, οι οικονομικά ασθενέστερες κοινότητες από περισσότερο πολυπληθείς. Στην προβιομηχανική Ευρώπη ίσχυε το ακριβώς αντίθετο: οι φτωχοί είχαν λιγότερα παιδιά, οι πλούσιοι είχαν την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσουν περισσότερα.

    Η απόλυτη εξάρτηση της γονιμότητας από την ηλικία της μητέρα αποτελεί απόδειξη ότι δεν γινόταν ευρεία χρήση τεχνητών μέσων αντισύλληψης. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρχαν μηχανισμοί ελέγχου των γεννήσεων. Έχει υποστηριχθεί ότι η ίδια η επιλογή του γάμου σε σχετικά προχωρημένη ηλικία αποτελούσε αυτή καθαυτή μία συνειδητή μέθοδο ελέγχου των γεννήσεων, παρ΄όλο που κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει σε αυτήν την θεωρία το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου η χαμηλότερη ηλικία γάμου δεν διαμόρφωνε διαφορετικά ποσοστά γεννήσεων.

    Ο θηλασμός που μειώνει τις πιθανότητες σύλληψης, παρέμεινε διαδεδομένη πρακτική. Η πλέον διαδεδομένη πρακτική ελέγχου μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης ήταν η εγκατάλειψη του βρέφους μετά τον τοκετό. Θύματα αυτής της πρακτικής ήταν κυρίως τα νόθα βρέφη, αλλά έκθετα βρέφη ήταν συχνά και αυτά των γονέων πολύ φτωχών για να τα συντηρήσουν. Η πρακτική εγκατάλειψης των βρεφών στο κατώφλι των εκκλησιών και των νοσοκομείων αυξάνεται σταθερά κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο, οδηγώντας στην ίδρυση βρεφοκομείων στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen

  • Δημογραφικά στοιχεία

    Παρ΄όλο που δημογραφικά στοιχεία μπορούν να αντληθούν και από τις φορολογικές και στρατιωτικές απογραφές των αιώνων της Αναγέννησης, οι ιστορικοί στρέφονται κατά κύριο λόγο στα ενοριακά αρχεία για μια αξιόπιστη και πιο λεπτομερή εικόνα. Αποσπασματικά δεδομένα γεννήσεων, γάμων και κηδειών κρατούνται σε πολλές χώρες πριν την Μεταρρύθμιση. Ακόμα όμως και αφότου η καταγραφή αυτών των στοιχείων έγινε υποχρεωτική -στην Αγγλία μετά το 1538 στις καθολικές χώρες μετά τη σύνοδο του Τριδέντου- σπάνια ένας ιερέας ενημέρωνε τακτικά τα αρχεία. του.

    Δημογραφικά στοιχεία

    Από το 1450 περίπου ο πληθυσμός της Ευρώπης άρχισε να αυξάνεται με τρόπο, όμως, άνισο δεδομένων των σημαντικών διαφορών στη δημογραφική δομή των διαφόρων χωρών. Ο υψηλότερος ρυθμός αύξησης του πληθυσμού σημειώθηκε στον βορρά με μια αύξηση το 1600 της τάξης των δυο τρίτων σε σχέση με τα επίπεδα του 1500 στις σκανδιναβικές χώρες και μία αύξηση μεγαλύτερη του 50% στη Βρετανία και τις Κάτω Χώρες.

    Στην Κεντρική Ευρώπη, την Ισπανία και την Ιταλία ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά το ένα τρίτο , στη Γαλλία ίσως κατά το ένα όγδοο. Η πλέον εντυπωσιακή αύξηση ήταν αυτή που σημειώθηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα: ο πληθυσμός της Αμβέρσας και της Σεβίλλης διπλασιάστηκε με τη ώθηση του εμπορίου τα πρώτα εβδομήντα χρόνια του 16ου αιώνα. Η Λιόν τετραπλασίασε τον πληθυσμό της από το 1450 ως το 1550, ενώ η Ρουέν τον τριπλασίασε τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα.

    Ενώ το 1500 υπήρχε ένας μικρός αριθμός αστικών κέντρων με πληθυσμό μεγαλύτερο των 100.000 κατοίκων (Παρίσι, Νάπολη, Βενετία, Μιλάνο), το 1600 υπήρχαν τουλάχιστον εννέα (Αμβέρσα, Σεβίλλη, Ρώμη, Λισαβόνα, Παλέρμο, Μεσίνα, Μιλάνο, Βενετία, Αμστερντάμ) και τρία αστικά κέντρα με πληθυσμό μεγαλύτερο των 200.000 κατοίκων (Νάπολη, Παρίσι, Λονδίνο). Το 1700 αυτές οι τρεις πόλεις είχαν πληθυσμό μισού εκατομμυρίου και η Μαδρίτη, η Βιέννη και η Μόσχα είχαν ξεπεράσει και αυτές τους 100.000 κατοίκους.

    Τόσο σε μικρή όσο και σε μεγάλη κλίμακα, τόσο στην ύπαιθρο όσο και στα αστικά κέντρα η πληθυσμιακή αύξηση ήταν αναμφισβήτητη. Τα αίτια της δημογραφικής αυτής αύξησης δεν είναι σαφή, μπορεί όμως κανείς να επισημάνει ότι -για τις αρχές του 16ου αιώνα τουλάχιστον- τη σχετική απουσία καταστροφικών πολέμων και επιδημιών. Οι συνέπειες της πληθυσμιακής αύξησης ήταν άμεσες: συνεχής μετακίνηση πληθυσμών, αποικισμός των υπερπόντιων κτήσεων, αυξανόμενη πίεση για την αύξηση των καλλιεργήσιμων γαιών, αύξηση στις τιμές, εν μέρει ως αποτέλεσμα ζήτησης, κρίση στην αγορά εργασίας και στα επίπεδα των εργατικών αμοιβών. Σημειώθηκε επίσης μία δυσανάλογη αύξηση του αστικού πληθυσμού, ο οποίος φαίνεται πως διπλασιάστηκε στην Αγγλία κατά τον 16ο αιώνα.

    Στην Ολλανδία ο αγροτικός πληθυσμός αυξήθηκε κατά 58%, την περίοδο 1514-1622, ενώ ο αστικός κατά 471%. Η αστικοποίηση ήταν επομένως ένα ιδιαίτερο γνώρισμα αυτής της περιόδου. Ο πληθυσμός των αστικών κέντρων αυξήθηκε κυρίως μέσω της μετανάστευσης από την ύπαιθρο. Με την διόγκωση του αστικού πληθυσμού αυξήθηκε και η ζήτηση αγαθών με θετικές συνέπιες για την οικονομία. Από την άλλη, οι αρνητικές συνέπειες της αστικοποίησης ήταν η αύξηση των τιμών της γης και των ενοικίων γης και η επιδείνωση των συνθηκών ζωής των κατώτερων τάξεων. Στις αγροτικές περιοχές η πληθυσμιακή αύξηση προκάλεσε αναμφισβήτητα την αύξηση της αγροτικής παραγωγής.

    Η περίοδος πληθυσμικής αύξησης, που εγκανιάστηκε γύρω στο 1450, έλαβε τέλος μετά τη δεκαετία του 1580. Σε όλη τη μεσογειακή Ευρώπη οι δεκαετίες μετά το 1580 χαρακτηρίζονται από αναστροφή αυτής της τάσης, η οποία και επιδίδεται κυρίως στις επιδημίες. Στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι πόλεμοι της περιόδου. Στις αρχές του 17ου αιώνα το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης είχε εισέλθει σε μία φάση πληθυσμιακής στασιμότητας και σε ορισμένες περιπτώσεις μείωση. Στη νότια Ευρώπη χρειάστηκαν δύο αιώνες για να παρατηρηθεί μία ανάκαμψη στα πληθυσμιακά επίπεδα των αρχών του 16ου αιώνα.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen