Ιστορία
Με τον όρο Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη, δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Η ιστορία μελετά κυρίως γραπτές πηγές που μας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν ενώ ως προϊστορία αναφέρεται η εποχή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές δεν μας είναι κατανοητές. Η μελέτη των γεγονότων περιλαμβάνει την καταγραφή τους, αλλά και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτά, όπως και τους γενικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης.
Η Ιστορία

Θεωρείται ο Πατέρας της Ιστορίας
Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ως εξελισσόμενη επιστήμη υφίσταται διαρκείς αλλαγές και μετασχηματισμούς, παράγοντας διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Ο ιστορικός ερευνά τις τάσεις της κοινωνίας σε διάφορες περιόδους και σε διάφορους τομείς, τις οικονομικές συνθήκες, την εξέλιξη του πολιτισμού, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Υπάρχει ιστορία των εθνών, ιστορία της μουσικής, ιστορία της ιατρικής, ιστορία της αρχιτεκτονικής κ.λ.π. Οι ιστορικοί πάντως εκφράζουν διάφορες απόψεις για το αντικείμενό τους, θεωρώντας το άλλοι επιστήμη και άλλοι τέχνη. Επίσης διαφορετικές απόψεις εκφράζονται και για την δυνατότητα της ιστορίας να είναι αντικειμενική, όπως γενικά και για τη φιλοσοφία της ιστορίας.
Περίοδοι της Ιστορίας
- Προϊστορική εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του ανθρώπου έως το 3500 π.Χ. περίπου και εξετάζεται από την Προϊστορία.
- Αρχαιότητα: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 3500 π.Χ. έως το 476 μ.Χ.και εξετάζεται από την Αρχαία Ιστορία.
- Μεσαίωνας: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 476 έως το 1500 περίπου και εξετάζεται από τη Μεσαιωνική Ιστορία.
- Νεότερη Εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1500 μ.Χ. έως σήμερα και εξετάζεται από τη Σύγχρονη Ιστορία.
Ακολουθούν άρθρα από την ελληνική και παγκόσμια ιστορία.
- Ιδιοκτησία γυναικώναπό Ζωή Δρακοπούλου
Μια γυναίκα που διέθετε ιδιοκτησία εξασφάλιζε ένα βαθμό ανεξαρτησίας αλλά και μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία της Ευρώπης κατά την περίοδο της Αναγέννησης, ενώ ταυτόχρονα υπερέβαινε τους περιορισμούς του φύλου της. Αποτελούσε επίσης ένα είδος με μεγάλη ζήτηση στην αγορά νυφών. Οι άνδρες την αποδέχονταν ως ίση και σε ορισμένες κοινωνίες είχε και δικαίωμα πολιτικής εκπροσώπησης, ως αποτέλεσμα της κατοχής ιδικτησίας, ιδιαίτερα αν αποτελούσε στην ουσία της κεφαλή του νοικοκυριού. Σε ορισμένες αγροτικές κοινότητες οι γυναίκες αυτές απολάμβαναν του ίδιου κύρους με τους άνδρες. Σε ορισμένα κονοβούλια της Ευρώπης μπορούσαν να συμμετάσχουν ως ισότιμα μέλη.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν έκπληξη αν λάβουμε υπόψη ότι στις περισσότερες χώρες με εξαίρεση τη Γαλλία όπου αποκλείονταν από τον Σάλικο Νόμο, οι τίτλοι ευγενείας μπορούσαν να κληροδοτηθούν και μέσω των γυναικών και συχνά ανέβαιναν αυτοδικαίως στο θρόνο. Στην πράξη, όμως, η ποικιλότητα των νομικών συστημάτων της Ευρώπης, αλλά και οι διαφορές μεταξύ του εκκλησιαστικού και του κοσμικού δικαίου παρήγαν σημανικές διαφοροποιήσεις στη σχέση γυναικών και ιδιοκτησίας.
Η ιδιοκτησία προσδιόριζε τις πιθανότητες γαμήλιας αποκατάστασης και μια νεαρή γυναίκα με ικανοποιητική προίκα μπορούσε να εξασφαλίσει έναν σύζυγο. Στο χώρο των κατώτερων στρωμάτων η προίκα της συζύγου δεν αποτελούσε σημαντική συνεισφορά σε ένα γάμο, ένα μικρό χρηματικό ποσό, ίσως ή στις αγροτικές περιοχές, κάποιο οικόσιτο ζώο. Η ύπαρξη ιδιοκτησίας, επομένως, ήταν ζωτικής σημασίας.
Στο φτωχό γαλλικό χωριό Sennely en Sologne το 1700 ο ιερέας παραπονιόταν πως οι νεότεροι ενορίτες «συνάπτουν γάμους με κίνητρο μάλλον το οικονομικό συμφέρον, οι περισσότεροι, όταν αναζητούν σύζυγο, ενδιαφέρονται περισσότερο για τον αριθμό των προβάτων που διαθέτει ως προίκα». Η μεταβίβαση ιδιοκτησίας μέσω της προικοδότησης ήταν ζωτικής σημασίας στο χώρο των πλουσιότερων τάξεων και ρυθμιζόταν μέσω ενός σύνθετου πλέγματος διακανονισμών, που εξασφάλιζαν την ορθή διάθεσή της. Οι γυναίκες, ως συνέπεια αυτού, εξελίχθηκαν σε ζωτικό κρίκο μιας διαδικασίας σύμπηξης πολιτικών και οικονομικών συμμαχιών μεταξύ οικογενειών, όπως στην Brescia, όπου η προίκα αποτελούσε στοιχείο της στρατηγικής συσσώρευσης περιουσιακών στοιχείων από τα μέλη των ελίτ.
Η κατοχή περιουσίας από τις γυναίκες δεν συνεπαγόταν αυτομάτως και τον έλεγχό της από αυτές. Στην Αγγλία ο έλεγχος της περουσίας της γυναίκας περνούσε στα χέρια του συζύγου και το εθιμικό δίκαιο υπαγόρευσε τη μεταβίβαση της περιουσίας στον πρωτότοκο γιο. Αυτοί οι κανόνες σαφώς διαμόρφωναν το τοπίο στο χώρο των ελίτ, οι οποίες και κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της έγγειας ιδιοκτησίας. Σε ό,τι αφορούσε όμως τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, που δεν διέθετε μεγάλη έγγεια ιδικτησία και δεν υπόκεινταν στους αυστηρούς κανόνες που προσδιόριζαν τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στους κόλπους των ελίτ, το νομικό σύστημα λειτουργούσε μάλλον με βάση την κοινή λογική και οι εργαζόμενες γυναίκες ήταν σε θέση να επιτύχουν ένα εντυπωσιακό βαθμό ίσης μεταχείρισης κατά τη διανομή της περιουσίας.
Η επισφαλής θέση των γυναικών σε ζητήματα μεταβίβασης της οικογενειακής περιουσίας επηρέαζε και τη δυνατότητα τους σύναψης δεύτερου γάμου ύστερα από χηρεία. Η περιουσία της πεθαμένης συζύγου περνούσε στον έλεγχο του άνδρα της, γεγονός που του εξασφάλιζε τα μέσα αναζήτησης νέας συζύγου για τη φροντίδα του οίκου του. Τυχερές ήταν οι χήρες που διατηρούσαν την περιουσία τους ύστερα από ένα γάμο και επιπλέον δεν είχα παιδιά. Γι΄αυτές ένας δεύτερος γάμος ήταν εύκολος.

Η πλειοψηφία όμως των χηρών, δεν βρισκόταν σε αυτή τη θέση και έτσι παρέμεναν άγαμες. Στο Coventry το 1523 υπήρχαν εννεαπλάσιες χήρες από χήρους στα καταγεγραμμένα νοικοκυριά της πόλης. Σε όλη την ευρωπαϊκή ύπαιθρο οι χήρες αποτελούσαν ένα σημαντικό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού. Δεν ήταν, όμως, απαραιτήτως φτωχές ή άεργες. Χωρίς κάποιον άνδρα να κερδίζει τα προς το ζην, αγωνίζονταν στηριζόμενες στις δικές τους δυνάμεις. Στα χωριά Zamora στην Ισπανία τη δεκαετία του 1560 υπήρχαν πολλές χήρες που έστελναν τα παιδιά τους να εργαστούν. Μια χήρα είχε δύο γιους και είπες πως: «τους είχε κοντά της για κάποια διαστήματα, ενώ άλλοτε έλειπαν δουλεύοντας για να ζήσουν, καθώς δεν είχαν περιουσία».
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
- Τα αίτια των λαϊκών εξεγέρσεωναπό Ζωή Δρακοπούλου
Στην πρώιμη νεότερη Ευρώπη τρία ήταν γενικά τα εναύσματα των εξεγέρσεων: οι κακές σοδειές, η υπερβολική φορολογία και οι συνέπειες της παρουσίας στρατευμάτων. Τα αίτια των λαϊκών εξεγέρσεων δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τα εναύσματα αυτά.
Η σιτοδεία δεν προκαλούσε πάντα αυτή καθαυτή ταραχές και δυσαρέσκεια στις πληθυσμούς οι κακές σοδειές ήταν ένα φαινόμενο κοινό και επαναλαμβομένο,και εφόσον τα λαϊκά στρώματα έβλεπαν ότι όλοι υπέφεραν από τον λιμό, τον αποδέχονταν με καρτερία. Μόνο όταν γινόταν σαφές ότι κάποιοι επωφελούνταν από τη γενική δοκιμασία του φτωχού πληθυσμού, εξεγείρονταν: στόχος των εξεγερμένων ήταν αυτοί που εξήγαν και απέκρυπταν τρόφιμα σε αποθήκες.
Η βαριά φορολογία αναδεικνύεται ως άμεση ή έμμεση αιτία σχεδόν όλων των εξεγέρσεων. στη Γαλλία εξαιτίας της εξωτερικής πολιτικής του Ρισελιέ τα φορολογικά βάρη τετραπλασιάστηκαν στην περίοδο 1620-1641. Παρόλο που οι φόροι αυτοί αποτελούσαν την αφορμή, δεν ήταν παρά το έναυσμα για την έκφραση μόνιμων αιτιών δυσαρέσκειας. Λίγες εξεγέρσεις μπορούν να θεωρηθούν πως περιορίζονταν σε οικονομικά αιτήματα. Η διαγωγή των στρατιωτών ήταν επίσης μια κοινότατη πηγή παραπόνων. Ο στρατωνισμός στρατευμάτων προκάλεσε τις αγροτικές εξεγέρσεις στην Καταλονία το 1640 και το 1688. Σε ορσιμένες περιπτώσεις οι στρατιώτες συνέβαλαν έμμεσα στις εξεγέρσεις.

Οι ηγέτες και οι εμπνευστές των εξεγερσεων αυτών προέρχονταν από τον χώρο των ελίτ της υπαίθρου και των τεχνιτών των πόλεων και, οι πλέον διακεκριμένοι από αυτούς, από την αριστοκρατία.Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς κοινό χαρακτηριστικό πολλών μεγάλων εξεγέρσεων ήταν το ότι, μετά την υπέρβαση ενός πρώτου σταδίου τοπικών διεκδικήσεων, αυτές εξαπλώνονταν μετατρεπόμενες σε ευρεία κινήματα, που αγκάλιαζαν όλες τις κοινωνικές τάξεις και τα κάθε είδους συμφέροντα τους. Συχνά οι εξεγερμένοι επέλεγαν τους ηγέτες από τις ανώτερες τάξεις: μόνο οι ευγενείς διέθεταν τις απαιτούμενες στρατιωτικές γνώσεις και μόνο αυτοί μπορούσαν προσδώσουν έναν βαθμό νομιμότητας μέσω του status τους στην υπόθεση των επαναστατών. Συμμέτοχοι στις εξεγέρσεις αυτές ήταν και πολλοί κληρικοί.
Ο ρόλος των αστικών κέντρων και της υπαίθρου στις εξεγέρσεις ποίκιλλε σημαντικά. Στην Ανατολική Ευρώπη η αγροτική οικονομία αποτελούσε τον καθοριστικό παράγοντα στη ζωή των ανθρώπων και των πόλεων, ενώ στη Δύση τα αστικά κέντρα και η αστική τάξη ή η αριστοκρατία, υπό τον έλεγχο των οποίων αυτές βρίσκονταν, είχαν αρχίσει να κυριαρχούν επί της υπαίθρου. Στην ανατολική Ευρώπη η υφή της κοινωνικής σύγκρουσης ήταν ριζικά διαφορετική: πηγή της επαναστατικής ορμής εκεί ήταν η ύπαιθρος και όχι οι πόλεις. Όταν τα πληβεία στρώματα εξεγέρθηκαν στην Ανατολή, ήταν υπό την ηγεσία ανθρώπων που είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή στην ύπαιθρο. Στη δύση τα ριζοσπαστικά κινήματα αναδύονταν στα αστικά κέντρα με έντονο το μεσοαστικό στοιχείο.
Οι λαϊκές ταραχές συχνά έχουν ιδωθεί ως σπασμωδικές και βραχύβιες, και συνεπώς, ως περιορισμένης πολιτικής βαρύτητας. Η διάρκεια των εξεγέρσεων εξαρτιόταν εν μέρει από τον βαθμό αλληλεγγύης που επικρατούσε στο εσωτερικό των τοπικών κοινοτήτων. Όπου οι κοινοτικές δομές ήταν ισχνές ή ακόμα και νομαδικές, οι αγροτικές εξεγέρσεις εκφυλίζονταν σε αψιμαχίες, που εύκολα μπορούσαν να κατασταλούν.
Η βία των εξεγέρσεων
Μια διαδεδομένη πλάνη σχετικά με τις εξεγέρσεις αυτές είναι πως ήταν αιματηρές. Ο Λούθηρος στιγμάτισε τους χωρικούς ως «δολοφόνους», η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ διαφορετική. Οι περισσότεροι επαναστάτες σέβονταν τόσο τη ζωή όσο και την περιουσία των άλλων. Η βία των εξεγέρσεων, όμως, ήταν πάρα ταύτα χαρακτηριστική. Πρώτιστος στόχος της εξέγερσης ήταν η επίτευξη δικαιοσύνης, και η δικαιοσύνη, επομένως, απονεμόταν με ένα πρωτόγονο και σχεδόν συμβολικό τρόπο σε αυτούς που είχαν διαπράξει κάποιο παράπτωμα και στους εχθρούς της κοινότητας.
Όλοι οι επαναστάτες κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να προσδώσουν νομιμότητα στην υπόθεσή τους. Μη διαθέτοντας ερείσματα για την εξουσία που ασκούσαν, τη θεμελίωναν με αναφορές στην ιστορία, το μύθο και το θείο. Αυτή η ψευδο-ιδεολογία συνοδευόταν και από την έκφραση νομιμοφροσύνης και πίστης προς τον βασιλιά. Τα περισσότερα κινήματα προσέφευγαν σε κάποιο μακρινό ηγεμόνα, παρακάμπτοντας τους τοπικούς αξιωματούχους. Σπάνια αμφισβητούσαν τη μοναρχία ως θεσμό. Εξαίρεση αποτελούν περιπτώσεις αγροτών επαναστατών του 16ου αιώνα που, στην αναφορά του ονόματος του βασιλιά δήλωναν: «Ποιος βασιλιάς; Εμείς είμαστε οι βασιλείς, αυτός για τον οποίο μιλάς δεν είναι παρά μια σβουνιά».
Μεσσίας
Μη διαθέτοντας κοσμική νομιμοποίηση, οι εξεγερμένοι προσέφευγαν στο θεό. Οι θρηκευτικοί ζηλωτές του γερμανικού Πολέμου των Χωρικών επιζητούσαν την έλευση του Βασιλείου των Ουρανών επί της Γης. Ο Captain Pouch στην εξέγερση των Midlands του 1607 δήλωνε πως «είχε σταλεί από τον Θεό, για να ικανοποιήσει τα αιτήματα όλων και πως σε αυτό το έργο του είχε οδηγό τον Κύριο».

Captain Pouch Η εξουσία όμως πρέπει να θεμελιώνεται σε πράξεις και θαύματα. Αυτό είχε ως συνέπεια οι ηγέτες των εξεγερμένων να επενδύονται με υπερφυσικές κανότητες στα μάτια των οπαδών τους και σε ορισμένες περιπτώσεις να καλλιεργούν συνειδητά αυτήν την αύρα της μαγείας. Στην εξέγερση της Νορμανδίας υπήρχαν περισσότεροι του ενός μυστηριώδους Jean Nu-Pied: ένας ηγέτης γνωστός αλλά και άγνωστος, ένας αλλά και πολλοί, εδώ αλλά και παντού. Αυτή ήταν η συνειδητά καλλιεργημένη εικόνα που έκανε τον ηγέτη αυτό πανταχού παρόντα, ασύλληπτο, άτρωτο σε κάθε κίνδυνο, αθάνατο.
Ο Captain Pouch, πέραν από το γεγονός ότι μπορούσε να είναι πανταχού παρών, ήταν σε θέση να κάνει τους οπαδούς του άτρωτους: «γιατί είχε ένα δερμάτινο σακίδιο στο οποίο, όπως βεβαίωνε τους συντρόφους του, υπήρχε αρκετό υλικό ώστε να τους κάνει άτρωτους σε κάθε κίνδυνο, αλλά αργότερα όταν πιάστηκε και έψαξαν το σακίδιο του δεν βρήκαν τίποτα παρά μόνο ένα κομμάτι μουχλιασμένο τυρί».
Το ζητούμενο της ισότητας ήταν μια μόνιμη διάσταση των εξεγέρσεων αυτών. Το μήνυμα του εξισωτισμού δεν ήταν νέο, αλλά σε πολλές εξεγέρσειε αναδείχτηκε σε βασικό στοιχείο της επαναστατικής ρητορικής. Οι καταπιεστές τους, όμως, δεν πτοούνταν και η αισιοδοξία των εξεγερμένων ποτέ δεν απέφερε καρπούς. Το 1596 ο Batolomew Steere ανέφερε σε ένα φίλο τους πως «δεν χρειάζεται αν εργασετί αυτήν την υπέροχη χρονιά, καθώς σύντομα ένας ευτυχισμένος κόσμος θα γεννηθεί». Παρά τις χιλιαστικές αυτές ελπίδεε, αυτός ο νέος καλύτερος κόσμος μεταφερόταν όλο και περισσότερο στο μέλλον, μέχρι που τον προσπέρασε η άγρια πραματικότητα της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
- Διαμαρτυρίεςαπό Ζωή Δρακοπούλου
Οι ιστορικοί έχουν υιοθετήσει μια στατική θεώρηση της κοινωνίας, εστιάζοντας στο στοιχείο της συνέχειας στο επίπεδο της πολιτικής συμπεριφοράς και αποτιμώντας ως δευτερεύουσας σημασίας τις εσωτερικές διαφωνίες και συγκρούσεις. Άλλοι έχουν αναγνωρίσει πως οι τριβές και οι ασυνέχειες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση των κοινωνικών δομών. Οι διαμαρτυρίες και οι ταραχές ήταν ένα μόνιμο στοιχείο των κοινωνιών της εποχής, μια αντανάκλαση των εντάσεων και δυσλειτουργιών σε μια σχετικά σταθερή δομικά κοινωνία. Σε τοπικό επίπεδο αυτές μπορούσαν να προκληθούν από προβλήματα στο πλέγμα των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων. Σε εθνικό επίπεδο αντανακλούσαν τις συγκρουόμενες προσδοκίες των διαφόρων κοινωνικών ομάδων.
Οι διαμαρτυρίες θεωρούνταν φυσικές και άρα ήταν συχνές. Ήταν ένα στοιχείο αποδεκτό των σχέσεων μεταξύ χωροδεσποτών και ενοικιαστών γης ή μεταξύ των ηγεμόνων και των υπηκόων τους. Η αξία της κοινωνικής αρμονίας αναγνωριζόταν από όλες τις κοινωνικές ομάδες. Οι έριδες, όμως, ήταν αναπόφευκτες όταν γίνονταν απόπειρες μεταβολής του παραδοσιακού πλαισίου υπακοής και του αναγνωρισμένου συμβουλευτικού ρόλου κάποιων ομάδων.
Η αντίσταση στην εξουσία ήταν συνεχής και συχνά περιορισμένη στο εύρος της, αλλά αποτελούσε τμήμα μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνομένων στην προβιομηχανική Ευρώπη. Ακριβώς επειδή, υπό κανονικές συνθήκες, ήταν μη βίαιη, συνήθως αντιμετωπιζόταν με ειρηνικά μέσα, κυρίως μέσω διαπραγματεύσεων ή μέσω της νομκής οδού. Το Βασιλικό Δικαστήριο, για παράδειγμα, αποτελούσε, κατά τον 17ο αιώνα και τον 18ο αιώνα ένα φόρουμ για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των αγροτών και των αρχόντων.

Ακόμα και όταν γινόταν χρήση βίας για την κάμψη της αντίστασης των χωρικών, οι αρχές συνήθως έκαναν χρήση νομικών διαδικασιών για την αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης. Το ζητούμενο έμοιαζε να είναι η συμφιλίωση και όχι η καταστολή. Σε μια ακραία περίπτωση στη Νορβηγία το 1597 μια βασιλική επιτροπή διέταξε την επιστροφή προστίμου που είχε επιβληθεί στους χωρικούς και αποκατέστησε την τιμή αυτών που είχαν εκτελεστεί για ανταρσία.
Τυπικές διαμαρτυρίες ήταν οι λαϊκές ταραχές, ιδιαίτερα αυτές που προκαλούνταν από τη σιτοδεία. Ουσιασικά επρόοκειτο για αστικές ταραχές, περιελάμβαναν διάφορες μορφές δράσης, όπως διαμαρτυρίες κατά της επιβολής κάποιων φόρων ή της διανομής τροφίμων, ή επιθέσεις κατά συγκεκριμένων προσώπων ή της περιουσίας τους. Οι ταραχές ήταν σπάνιες και οι αρχές κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για την πρόληψη τους.
Μια λιγότερο συχνή μορφή διαμαρτυρίας ήταν η εξέγερση, που πάντα συμπεριελάμβανε και ταραχές αλλά ήταν μεγαλύτερης διάρκειας και με ευρύτερου στόχους. Εξεγέρσεις σημειώνονταν εξαιτίας μεταβολών στην πολιτική οργάνωση ή στο ήδη υπάρχον πλέγμα φορολογικών επιβαρύνσεων αλλά και μιας μεταβαλόμενης πρόσληψης των κοινωνικών σχέσεων.
Τον 16ο αιώνα οι τοπικές κοινότητες -η θεμελιώδης κοινωνική ομάδα της πρώιμης νεότερης Ευρώπης- βρίσκονταν υπό πίεση. Οι περίοδοι κρίσης δεν συνεπάγονταν την κοινωνική ένταση στο εσωτερικό των πληθυσμών της υπαίθρου, αντίθετα οδηγούσαν στην ενίσχυση των δεσμών αλληλεγγύης και αναδείκνυαν μια αυξημένη προσπάθεια όλων των κοινωνικών στρωμάτων για την ενίσχυη της αλληλοβοήθειας και υπέρβαση των δυσχερειών.
Οι ηγέτες όλων των διαμαρτυριών και των εξεγέρσεων δεν ήταν χωρικοί αλλά τεχνίτες, ιεροκήρυκες, κατώτεροι ευεγνείς και αστοί. Αγροτικές κοινότητες που υπό κανονικές συνθήκες αρνούνταν τη σύμπλευση με άλλες κοινότητες, τώρα συστρατεύονταν σε ενα κοινό αγώνα. Όλες αυτές οι ομάδες συνέκλιναν σε μια καινή ιδεολογία, μια ευρύτερη νομιμοποίηση της εξέγερσης τους, με όχημα όχι τα όποια κοινωνικά τους αιτήματα,αλλά μάι κοινή επίκληση του «θεϊκού νόμου». Επρόκειτο για μια σύλληψη που πρώτος ο Λούθηρος είχε εισαγάγει και πολλοί επαναστάτες ζήτησαν τη στήριξή του, αλλά εκείνος τάχθηκε αναφανδόν κατά της εξέγερσης.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
- Οι λαϊκές μάζεςαπό Ζωή Δρακοπούλου
Οι λαϊκές μάζες των αστικών κέντρων και της υπαίθρου δεν αποτελούσαν μια ομοιογενή ομάδα. Υπήρχε σημαντική ετερογένεια στην κοινωνική θέση και στις συνθήκες ζωής τους και δεν θα ήταν χρήσιμο να κατηγοροποιηθούν ως μια ομάδα. Δεν υπήρχαν «κατώτερες τάξεις», αλλά ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών ομαδοποιήσεων με διακριτούς ρόλους. θα μπορούσαν να προσδιοριστούν με βάση την οικονομική τους λειτουργία: στην Ολλανδία, του 17ου αιώνα υπήρχαν μικρέμποροι, τεχνίτες, εργάτες γης, ναυτικοί και πολλοί άλλοι που εργάζονταν με αυτούς ή που δεν είχαν κάποιο σοβαρό επάγγελμα.
Οι γυναίκες είχαν και αυτές μία θέση σε αυτό το φάσμα αλλά πάντα έναν υποδεέστερο οικονομικό ρόλο. Ήδη από τον Μεσαίωνα φαίνεται πως αυτοί που εργάζονταν κατείχαν και μια κατώτερη θέση στη κλίμακα της κοινωνικής καταξίωσης. Είναι αδύνατον να προσδιοριστεί πότε αυτή η αρνητική διάκριση υιοθετήθηκε ευρέως. Τον 15ο αιώνα, η κυρίαρχη θεώρηση των εργαζομένων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ήταν αυτή του χυδαίου πλήθους, σαφώς διακριτό από τα αξιοσέβαστα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.
Η θεώρηση των εργαζομένων μαζών από τις υπόλοιπες τάξεις ήταν πολυεπίπεδη. Η απαξίωση της εργασίας ήταν συνήθως μια τεχνητή μορφή προκατάληψης, καλλιεργούμενη από τα ανώτερα στρώματα προκειμένου να νομιμοποιούν την αποκλειστικότητα της θέσης και των προνομίων τους. Κάθε βαθμίδα της ιεραρχικής αυτής κλίμακας διακήρυττε την περιφρόνησή της προς την αμέσως κατώτερη κοινωνική ομάδα. Οι κατώτερες ομάδες αυτής της ιεραρχίας, παρότι περιφρονητέες από τα ανώτερα στρώματα πίστευαν πως και αυτές με τη σειρά τους διέθεταν συγκεκριμένα πρότυπα και κάποιο status. Οι εργαζόμενοι επομένως μπορούσαν να απολαμβάνουν και αυτοί κάποιο status. Ο σεβασμός της κοινότητας δεν ήταν μόνο προνόμιο των ελίτ και της μεσαίας τάξης. Παρ΄όλο που οι ευγενείς επαίρονταν για την τιμή τους, η «τιμή» ή το ισοδύναμό της , η καλή «υπόληψη», θεωρούνταν ιδιότητα σεβαστή όλων των ανθρώπων.
Σε πολλές κοινότητες σημειώθηκαν περιοδικά απόπειρες διαμόρφωσης κάποιων κριτηρίων διάκρισης μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων, κάποιες φορές για λόγους δημοσιονομικούς και κάποιες άλλες για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, έτσι ώστε να γνωρίζει κάθε ομάδα το ρόλο που καλούνταν να παίξει. Στα αστικά κέντρα κρίσιμο ρόλο στον προσδιορισμό της κοινωνικής θέσης του ατόμου έπαιζαν οι επαγγελματικές ενώσεις ή συντεχνίες, που ήλεγχαν πλήθος εκφάνσεων της οικονομικής ζωής και παρείχαν μια μορφή αυτοσεβασμού σε όλους αυτούς που αδυνατούσαν να αναρριχηθούν στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας.
Οι τενχίτες απολάμβαναν μια ιδιαίτερης τιμής και κοινωνική θέση, ακριβώς επειδή ασκούσαν ένα εξειδικευμένο επάγγελμα, αλλά κυρίως επειδή ήταν οικονομικά «ελεύθεροι» και ανεξάρτητοι. Ήταν ουσιαστικά η «ελεύθερη» εργασία που τους παρείχε αξιοπρέπεια και μια αίσθηση προσωπικής τιμής, στοιχεία που τα αρνούνταν σε αυτούς που ασκούσαν κατώτερα επαγγέλματα.
Εκτός όμως από το status, ένας πολίτης μπορεί να επιθυμούσε να χαίρει και υπολήψεως. Ο όρος αυτός στους χώρους των ελίτ ήταν ταυτόσημος με την έννοια της τιμής. Η λέξη reputación, όπως χρησιμοποιούνταν από τον Φίλιππο Β΄της Ισπανίας, αναφερόταν ακόμα και στην τιμή ολόκληρου του ισπανικού έθνους. Σε καθημερινό επίπεδο ο όρος παρέπεμπε στην πιο περιορισμένη έννοια του σεβασμού που κάποιος έχαιρε στα πλαίσια της κοινότητας του.
Μια θετική διάσταση των σχέσεων στις προβιομηχανικές κοινωνίες ήταν η έννοια της συλλογικής ευημερίας και του «ανήκειν», μια αρνητική διάσταση, όμως, ήταν η απουσία ιδιωτικότητας. Οι γειτονιές δεν συνεπάγονταν απαραίτητα σχέσεις καλής γειτονίας και αλληλοϋποστήριξης. Οι άνθρωποι ήταν συνεχώς αντικείμενο παρατήρησης από τους γείτονες τους. Η υπόληψη που έχαιρε κάποιος προσδιόριζε και τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Η ορθή διαγωγή δεν ήταν ποτέ απλώς μια προσωπική επιλογή, ήταν ένα προαπαιτούμενο ππυ επιβαλλόταν από τα πρότυπα της κοινότητας, αξιολογούνταν πάντα σύμφωνα προς αυτά και ελεγχόταν σύμφωνα με τις εκάστοτε θρησκευτικές, έμφυλες ή οικονομικές συνιστώσες. Η ανάρμοστη διαγωγή με τη συνεπαγόμενη αμαύρωση της υπόληψης μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές προστριβές στο εσωτερικό των κοινοτήτων και συχνά οδηγούσε σε έξωση του ατομου από αυτές. Η παρουσία μιας γυναίκας με μορφή «μάγισσας» μπορεί να γινόταν ανεκτή επί σειρά ετών σε αγροτική κοινότητα, αλλά σε μια περίοδο αγροτικής κρίσης η γυναίκα αυτή συνειδητοποιούσε πως η απουσία της εκτίμησης της κοινότητας μπορούσε να έχει δυσμενείς συνέπειες για την ίδια.

Η απαξίωση της εργασίας συχνά διευρυνόταν για να συμπεριλάβει και τους αγρότες, μια στάση που στηλιτευόταν από τους περισσότερους συγγραφείς, οι οποίοι πίστευαν πως η καλλιέργεια της γης ήταν η πλέον φυσική και επομένως, η πλέον αξιοσέβαστη ανθρώπινη ενασχόληση. Ο πιο σημαντικός τομέας της οικονομίας πριν από την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού ήταν σαφώς η γεωργία, και αντίστοιχα το πολυπληθέστερο και πλέον ζωτικής σημασίας πληθυσμιακό στρώμα ήταν οι αγρότες. Η γεωργία ήταν η θεμέλια λίθος της οικονομίας, την κοινωνίας, του κράτους. Αντιστοίχως η αγροτική τάξη θεωρούνταν ο στυλοβάτης όλων των παραπάνω. Στην πιο γνωστή γερμανική γκραβούρα του 16ου αιώνα η κοινωνία αναπαρίσταται ως ένα δέντρο με τους αγρότες ως τις ρίζες τους και -μετά την αλληλοδιαδοχή από κλάδο σε κλάδο των κατώτερων και των ανωτέρων τάξων, του βασιλιά και του παπά- ίσως πιο σημαντικό, ως την κορωνίδα του δέντρου.
Ο Αδάμ ήταν ο πρώτος αγρότης: όλοι οι άνθρωποι, επομένως, συμπεριλαμβανομένων των ευγενών, ήταν απόγονοι αγροτών. Η θεώρηση αυτή δεν διέθετε κάποια χροιά επαναστατική αντίθετα ήταν τετριμμένη. Στον αγρότη αποδίδονται αρετές της φιλοπονίας, της εγκαρτέρησης, της υπακοής, της αίσθησης του καθήκοντος και της θρησκευτικής ευλάβειας που κάθε χριστιανός ιερέας εκθείαζε από τον άμβωνα. Ο αγρότης παρέμενε αμόλυντος από τα αμαρτήματα των αστών, από το κυνήγι του κέρδους. Αντιπροσώπευε μια αυτοτελή οντότητα, που δεν ζούσε εις βάρος κάποιων άλλων, με το βλέμμα πάντα στραμμένο στο θεό. Από αυτά τουλάχιστον είχε στοιχειοποιηθεί ο αντίστοιχος μύθος, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν μια αθώα κατασκευή, καθώς διαμόρφωνε τις προκαταλήψεις του χριστιανικού κόσμου επί σειρά ετών.
Στην οικονομική ζωή η αποδοχή της αγροτικής οικονομίας της αυτάρκειας ως φυσικής και του εμπορίου, ιδιαίτερα του εμπορίου με στόχο το κέρδος ως απορριπτέου είχε μια σταθερά ανασχετική επίδραση. Κοινωνικές ομάδες που δεν ενεργοποιούνταν στον χώρο της γεωργίας εξοστρακίζονταν ως οικονομικά παράσιτα που αρνούνταν να λερώσουν τα χέρια τους ασκώντας πραγματική εργασία.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
- Τα δημόσια αξιώματααπό Ζωή Δρακοπούλου
Τα δημόσια αξιώματα ήταν πάντα απαραίτητα στη διαδικασία κοινωνικής ανέλιξης. Τον 15ο αιώνα πια, οι τοπικές ελίτ σε όλες τις πόλεις είχαν εξασφαλίσει τον έλεγχο των διοικητικών θέσεων. Όπου δεν είχαν εξασφαλίσει το μονοπώλιο των θέσεων αυτών, αυτό οφειλόταν είτε στην ισχύ της τοπικής αριστοκρατίας είτε στην προσκόλληση στο παλαιότερο σύστημα των ανοικτών εκλογικών διαδικασιών για την πλήρωσή τους. Ο έλεγχος από τις ελίτ των τοπικών αξιωμάτων συνεπαγόταν ένα καθεστώς ολιγαρχικής διακυβέρνησης, προσέδιδε, όμως, στην τοπική πολιτική το στοιχείο της συνέχειας και της σταθερότητας.
Στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης το κλειδί για την εξασφάλιση τοπικών αξιωμάτων δεν ήταν ο πλούτος αλλά η οικογενειακή επιρροή και άλλες μορφές, κοινωνικής καθιέρωσης. Οι περισσότεροι αξιωματούχοι δεν ήταν κάτοχοι τίτλου, αλλά συνήθως λαϊκής καταγωγής, ένα σημαντικό τμήμα, όμως, του στρώματος αυτού ήταν ευγενείς.
Όσο εντονότερο ήταν το ολιγαρχικό στοιχείο στη διακυβέρνηση των κοινοτήτων αυτών, τόσο λιγότερο πιθανό ήταν τα χρήματα να παίξουν σημαντικό ρόλο στην αναρρίχηση σε κάποιο αξίωμα, είτε σε τοπικό είτε σε εθνικό επίπεδο. Στην Αγγλία οι θέσεις στο Κοινοβούλιο ή στον διοικητικό μηχανισμό των κομητειών, όλες μη αμειβόμενες, αποτελούσαν ένα είδος ανταμοιβής για την κοινωνική ανέλιξη και όχι το όχημα για την εξασφάλιση ανώτερης κοινωνικής θέσης, συνεπώς τα χρήματα έπαιζαν έναν έμμεσο ρόλο. Στη Βενετία και τις Ενωμένες Επαρχίες τα ανώτερα αξιώματα ελέγχονταν από μια μειοψηφία στην οποία ήταν σχεδόν αδύνατον να συμπεριληφθεί κάποιος, παρά μόνο μέσω της σύναψης του κατάλληλου γάμου ή μέσω της εύνοιας των ισχυρών.

Αριστοκρατία της τηβέννου Οι απαρχές του φαινομένου της «εκποίησης αξιωμάτων» εντοπίζονται στη διερεύνση του δικτύου πατρωνείας της κεντρικής κυβέρνησης με στόχο τη συγκέντρωση οικονομικών πόρων. Στη Βενετία αυτό οδήγησε στην πώληση των κατώτερων αξιωμάτων. Στην Ισπανία η τακτική πώλησης των κρατικών αξιωμάτων εγκαινιάστηκε το 1540 και υιοθετήθηκε από τον Φίλιππο Β΄, κυρίως σε αστικά κέντρα όπου το στέμμα ήλεγχε τους διορισμούς στον κρατικό μηχανισμό. Το 1600 πλέον στην Ισπανία τα δημοτικά αξιώματα αντιπροσώπευαν τα τρία τέταρτα σε αξία όλων των εκποιούμενων αξιωμάτων. Παρ’ όλο που οι πωλήσεις αυτού του είδους αρχικά έμοιζαν να απειλούν τις τοπικές ολιγαρχίες, τελικά εδραίωσαν τον ολογαρχικό έλεγχο της εξουσίας, καθώς ήταν οι τοπικές ελίτ που προσχώρησαν στην αγορά αυτών των αξιωμάτων.
Για πολλούς ανερχόμενους αστούς η αγορά αξιωμάτων ήταν το πρώτο βήμα προς την απόκτηση τίτλου ευγενείας. Το επόμενο βήμα ήταν η απόκτηση γης και η διαδικασία ολοκληρωνόταν με τη στροφή προς τις αριστοκρατικές ασχολίες, όπως η στρατιωτική υπηρεσία. Η διαδοχή των σταδίων μπορεί να ήταν διαφορετική ή αυτά να συνέπιπταν χρονικά. Η αξία των αξιωμάτων ήταν προφανώς υψηλότερη έαν ήταν κληρονομικά.
Το 1604 η γαλλική κυβέρνηση επέτρεψε την κληροδότηση αξιωμάτων με αντίτιμο την καταβολή ενός ετήσιου φόρου, του Paulette. Είχαν προηγηθεί άτυποι τρόποι κληροδότησης αξιωμάτων. Ο νέος φόρος νομιμοποίησε την κληρονομική κατοχή αξιωμάτων και αναπόφευκτα προκάλεσε πληθωρισμό στις τιμές.
Ο Charles Loyseau (Γάλλος νομικός) παρατηρεί πως η αστική τάξη θεωρούσε: «την κληρονομική περιουσία (γαίες) ως τη σημαντικότερη, καθώς είναι πιο σταθερή και ασφαλής μορφή ιδιοκτησίας, από την οποία θα πρέπει να αποτελείται κατά κύριο λόγο η οικογενειακή περιουσία. Στη συνέχεια ακολουθούν τα αξιώματα, καθώς εκτός των εσόδων που αυτά εξασφάλιζαν, παρείχαν κοινωνική καταξίωση, ισχύ και απασχόληση στον αρχηγό της οικογένειας και συνέβαλλαν στο να συντηρεί την υπόλοιπη περιουσία του. Τοποθετούν τα rentes στην τελευταία θέση καθώς αυτά απλώς εξασφάλιζαν κάποια επιπλέον έσοδα».
Μέσω της εξαγοράς αξιωμάτων η αστική τάξη άλωσε τον κυβερνητικό τομέα της Γαλλίας παράγοντας δημοσίους λειτουργούς. Αυτοί αποτέλεσαν την αριστοκρατία της τηβέννου (noblesse de robe), που ο Δούκας του Saint-Simon χαρακτήρισε την περίοδο του Λουδοβίκου ΙΔ΄ως «πρόστυχους αστούς», οι οποίοι όμως ήταν από κάθε άποψη ευγενείς. Πριν το 1600 το τριαντακονταμελές βασιλικό συμβούλιο αποτελούνταν από μέλη της παραδοσιακής αριστοκρατίας του ξίφους. Το 1624 είκοσι τέσσερις από αυτούς ήταν ευγενείς της τηβέννου.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
