Ιστορία

Με τον όρο Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη, δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Η ιστορία μελετά κυρίως γραπτές πηγές που μας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν ενώ ως προϊστορία αναφέρεται η εποχή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές δεν μας είναι κατανοητές. Η μελέτη των γεγονότων περιλαμβάνει την καταγραφή τους, αλλά και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτά, όπως και τους γενικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης.

Η Ιστορία

Ιστορία
Προτομή του Ηροδότου
Θεωρείται ο Πατέρας της Ιστορίας

Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ως εξελισσόμενη επιστήμη υφίσταται διαρκείς αλλαγές και μετασχηματισμούς, παράγοντας διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Ο ιστορικός ερευνά τις τάσεις της κοινωνίας σε διάφορες περιόδους και σε διάφορους τομείς, τις οικονομικές συνθήκες, την εξέλιξη του πολιτισμού, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Υπάρχει ιστορία των εθνών, ιστορία της μουσικής, ιστορία της ιατρικής, ιστορία της αρχιτεκτονικής κ.λ.π. Οι ιστορικοί πάντως εκφράζουν διάφορες απόψεις για το αντικείμενό τους, θεωρώντας το άλλοι επιστήμη και άλλοι τέχνη. Επίσης διαφορετικές απόψεις εκφράζονται και για την δυνατότητα της ιστορίας να είναι αντικειμενική, όπως γενικά και για τη φιλοσοφία της ιστορίας.

Περίοδοι της Ιστορίας

  1. Προϊστορική εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του ανθρώπου έως το 3500 π.Χ. περίπου και εξετάζεται από την Προϊστορία.
  2. Αρχαιότητα: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 3500 π.Χ. έως το 476 μ.Χ.και εξετάζεται από την Αρχαία Ιστορία.
  3. Μεσαίωνας: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 476 έως το 1500 περίπου και εξετάζεται από τη Μεσαιωνική Ιστορία.
  4. Νεότερη Εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1500 μ.Χ. έως σήμερα και εξετάζεται από τη Σύγχρονη Ιστορία.

Ακολουθούν άρθρα από την ελληνική και παγκόσμια ιστορία.

  • Η εκμετάλλευση της γης

    Η πολιτική σταθερότητα στην αντολική και δυτική Ευρώπη ευνοούσε τη σταθεροποίηση των κατά τόπους κοινωνικών συστημάτων. Η κατώτερη αριστοκρατία και η αστική τάξη επένδυαν τις περιουσίες τους στη γη, ως απαραίτητη προϋπόθεση εξασφάλισης ανώτερης θέσης και πολιτικού αξιώματος. Σε ένα οικονομικό κλίμα όπου η απευθείας εκμετάλλευση της γης είχε υψηλό κόστος η έμφαση μετατοπίστηκε στην έμμεση εκμετάλλευση της μέσω της ενοικίασής της. Στην ανατολική Ευρώπη, την ίδια περίοδο, ενισχύθηκε η δουλοπαροικία. Το κράτος παρενέβη για να προστατεύσει τα συμφέροντα των ελίτ στην ύπαιθρο.

    Στην ανατολική Ευρώπη η υπεροχή των ευγενών δεν αποτελούσε νέο φαινόμενο, καθώς ήταν πάντα οι φυσικοί κτήτορες της γης.Το νέο στοιχείο ήταν πως αυτή η υπεροχή κατοχυρώθηκε από το κράτος υπό συνθήκες, όπου ίσως θα ήταν αναμενόμενη μια ενίσχυση της κρατικής εξουσίας. Η τάξη των ευγενών αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας και ηγεμόνες όπως ο Μεγάλος Εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου-Πρωσίας, επέλεξαν να συμμαχήσουν με αυτούς των πόλεων. Στο Βρανδεμβούργο μετά το 1660 επιβλήθηκαν έμμεσοι φόροι στα προϊόντα των αστικών κέντρων, από τους οποίους εξαιρέθηκαν, όμως, οι ευγενείς παρέχοντας τους έτσι ένα προφανές πλεονέκτημα. Στην Πρωσία η Συνέλευση των Τάξεων παραχώρησε στον Εκλέκτορα το δικαίωμα επιβολής ενός έμμεσου φόρου το 1662, αλλά και αυτός χρησιμοποιήθηκε προς όφελος των ευγενών και κατά των πόλεων. Το ίδιο σκηνικό επεναλήφθηκε στη Ρωσία και σε άλλες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης.

    Στην Αγγλία οι φεουδαλικές μισθώσεις γης και το Court of Wards καταργήθηκαν από το Κοινοβούλιο το 1646. Αυτό σήμαινε πως το στέμμα έπαψε να αποτελεί ουσιαστικά τον κάτοχο όλων των γαιών του βασιλείου. Έτσι οι γαιοκτήμονες απέκτησαν πλήρη κυριότητα των γαιοκτησιών τους. Το 1647 τέθηκε για πρώτη φορά σε ισχύ ένας νόμος που διασφάλιζε το αναπαλλοτρίωτο της γης: οι ιδιοκτήτες της γης μπορούσαν να κληροδοτούν τη γη τους στον πρωτότοκο γιο τους και να αποτρέπουν έτσι την απαλλοτρίωση της οικογενειακής ιδιοκτησίας. Αυτό άνοιξε το δρόμο για τις μεγάλες ενοποιήσεις γαιοκτησιών του 18ου αιώνα.

    Όταν το 1660 ψηφίστηκε ένα νόμος που επικύρωνε τα μέτρα του 1646, δεν παραχωρήθηκαν επιπλέον προνόμια στους ιδιοκτήτες μικρότερων εκτάσεων γης. Αυτοί απέτυχαν να εξασφαλίσουν τη μονιμότητα της κατοχής που είχαν εξασφαλίσει ήδη οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεύρυνση της αγοράς γης, η οποία είχε δεχτεί μια νέα ώθηση από τις αγοραπωλησίες γης της μεσοβασιλείας στη δεκαετία του 1650. Αυτήν την περίοδο οι φιλομοναρχικοί και μόνο υπέστησαν τη δήμευση γαιοκτησιών αξίας 1,25 εκατομμυρίων λιρών.

    Ένας αριθμός απώλεσαν με τον τρόπο αυτό οριστικά τη γης τους, αλλά δεν σημειώθηκε μια επαναστατική αλλαγή στο καθεστώς της ιδιοκτησίας. Πολλοί αγόρασαν ξανά τη γης τους και ό,τι δεν εξαγοράστηκε συχνά κατέληγε στην ιδιοκτησία ατόμων της ίδιας κοινωνικής τάξης. Ίσως η πλέον σημαντική συνέπεια αυτών των μεταβιβάσεων γης ήταν η αποδοχή μιας μεγαλύτερης ρευστότητας στις σχέσεις στην ύπαιθρο.

    Η εκμετάλλευση της γης

    Συνολικά οι εξελίξεις αυτές στην Αγγλία απέβησαν προ όφελος των μεγάλων γαιοκτημόνων. Ο περιορισμός του δικαιώματος ψήφου στους κατόχους περιουσίας συνεπαγόταν πως μόνο αυτοί με κάποιο υλικό συμφέρον μπορούσαν να ψηφίζουν για το Κοινοβούλιο της Αγγλίας. Για την προστασία αυτών που αντλούσαν τα εισοδήματά τους από τη γη τέθηκαν σε ισχύ οι Νόμοι Περί Σιτηρών. Το 1670 επιτράπηκε η εξαγωγή σιτηρών και το 1673 άρχισαν να πριμοδοτούνται οι εξαγωγές. Τέλος το 1689 έπαψαν να καταβάλλονται δασμοί για τις εξαγωγές σιτηρών και, αντίθετα, επιβλήθηκαν δασμοί στις εισαγωγές.

    Είτε απαλευθερωμένη από τη φεουδαρχία είτε υποκείμενη σε αυτήν η γη αποτέλεσε το στήριγμα των αριστοκρατικών καθεστώτων. Ο κρατικός προστατευτισμός ήταν πλέον η κυρίαρχη κρατική πολιτική, διότι το κράτος προστάτευε τα συμφέροντα της γαιοκτητικής ελίτ. Το περίφημο Διάταγμα περί των Υδάτων και των Δασών του Colbert περιόριζε το δικαίωμα υλοτομίας των ακτημόνων, ακριβώς όπως ο αγγλικός Νόμος Περί Θήρας του 1671 περιόριζε το δικαίωμα του κυνηγιού των πληβείων της υπαίθρου. Ο χωρίς προηγούμενο όγκος νομοθετημάτων είχε επίσης συνέπειες στη διαμόρφωση της «μερκαντιλικής» πολιτικής.

    Ο «μερκαντιλισμός» δεν υφίστατο ως επίσημα διαμορφωμένη θεωρία: δεν υπήρχαν συγκεκριμένοι συγγραφείς που ειδικεύονταν στη θεωρητική του ανάπτυξη, ούτε οι κυβερνήσεις υιοθετούσαν σε σταθερή βάση μερκαντιλιστική πολιτική. Εκ των υστέρων, όμως, κάποιοι ιστορικοί πρότειναν πως ίσως ο όρος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει ένα σύνολο αρχών που έθεσαν σε εφαρμογή τα αναδυόμενα έθνη-κράτη της δυτικής Ευρώπης. Το κράτος φαινόταν να παρεμβαίνει για πρώτη φορά στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής και τα κρατικά συμφέροντα συνεπώς έμοιαζαν να ταυτίζονται με αυτά των εμπορικών και γαιοκτητικών ελίτ. Στην Αγγλία και την Ολλανδία υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι εμπορικές εταιρείες ασκούσαν επιρροή στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής.

    Το κράτος άρχισε να παρεμβαίνει σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής για τρεις, ουσιαστικά, αυτονόητους λόγους: για την προστασία των φορολογικών του εσόδων, για τον έλεγχο της διακίνησης πολύτιμων μετάλλων και για την προστασία του εθνικού εμπορίου. Και οι τρεις αυτοί στόχοι ανιχνεύονταν στην οικονομική πολιτική της Γαλλίας υπό τον Colbert, αλλά μπορούν να εντοπιστούν και στην πολιτική των περισσοτέρων άλλων κρατών. Στην πράξη η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ποίκιλλε σε μεγάλο βαθμό. Η Αγγλία και η Ολλανδία έδωσαν λιγότερη έμφαση στον έλεγχο της διακίνησης μετάλλων, γιατί το τεράστιας κλίμακας διαμετακομιστικό τους εμπόριο καθιστούσε απαραίτητη την ανάδυση ενός πολύπλευρου συστήματος οικονομικών συναλλαγών. Η Γαλλία, όμως, με το απλούστερο εμπορικό σύστημα, επιθυμούσε λογικά να διατηρήσσει ένα ισορροπημένο εμπορικό ισοζύγιο και συνεπώς περιόριζε την εκροή πολύτιμων μετάλλων.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία

  • Ο πόθος για έναν καλύτερο κόσμο

    Σε μια περίοδο κοινωνικών και ιδεολογικών αλλαγών μια προσδοκία παρέμενε ζωντανή: ο πόθος για έναν καλύτερο κόσμο, στον οποίο ο άνθρωπος θα έπαυε να διαπράττει λάθη και όπου θα επικρατούσε η δικαιοσύνη. Το ζητούμενο μια δίκαιης κοινωνίας αντλούσε το ιδεολογικό του υπόβαθρο από τον ύστερο μεσαιωνικό χιλιασμό, την αρχαιοελληνική μυθολογία και κυρίως από το παραδοσιακό ασκητικό ιδεώδες των πρώτων χριστιανών.

    Σειρά λογίων και κοινωνικών επαναστατών έστρεφαν το βλέμμα τους σε μια μυθική «χρυσή εποχή» που αναμενόταν, δεδομένης της κυκλικής κίνησης της ιστορίας, να επανέλθει. Την αντιδιέστειλαν από τη δική τους εποχή, την «Εποχή του Σιδήρου», στην οποία οι συγκρούσεις και η αδικία οργίαζαν. Όταν, όμως, πρότειναν κάποιες βελτιώσεις, τα ιδανικά τους έτειναν αναπόφευκτα σε ένα συγκερασμό του ανέφικτου της τελειότητας και του εφικτού των ανθρώπινων ορίων.

    Το 1516 ο Thomas More εξέδωσε στα λατινικά μια σύντομη μελέτη, την Utopia, που μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα μόλις το 1551. Το βιβλίο περιέγραφε μια φανταστική κοινωνία στο νησί της Ουτοπίας («Ου τόπος»). Σε αυτό ο More αργότερα προσέθεσε έναν εισαγωγικό διάλογο ανάμεσα στον ίδιο, κάποιους φίλους και ένα ταξιδιώτη ονόματι Ralph Hythloday, με θέμα τα σημαντικά ζητήματα του καιρού του. Ο More παρουσίασε την Ουτοπία του ως ένα χώρο, όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε συνθήκες ισότητας, εξέλεγαν ελεύθερα τους ηγέτες τους, ήταν όλοι υποχρεωμένοι να εργάζονται, η ασφάλεια, η εκπαίδευση και η ανάπαυσή τους από την εργασία ήτα εγγυημένες, συνυπήρχαν ειρηνικά με τα άλα κράτη και ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα χωρίς δογματισμούς. Η Ουτοπία ήταν ένα παιχνίδι φαντασίας και όχι ένα προσχέδιο ενός κομμουνιστικού παραδείσου. Δεν ήταν ρητά χριστιανική, διότι ο συγγραφέας έγραφε μέσα στα πλαίσια του ουμανιστικού κλίματος που προηγήθηκε της Μεταρρύθμισης.

    Μετά τη δεκαετία του 1550 το όραμα της Ουτοπίας ξεθώριασε, έσβησε μέσα σε μια περίοδο πληθωρισμού, επιδημιών και συνεχών θρησκευτικών συγκρούσεων: για τους σύγχρονους αυτός ήταν ο πυρήνας του «Σιδηρού Αιώνα». Το μόνο σημαντικό ιδεολιστικό σχέδιο της περιόδου το πρότεινε ο Ιταλός επίσκοπος Francesco Patrizi στο έργο του La Città Felice (1553). Οι λόγιοι ενδιαφέρονταν περισσότερο να διασώσουν κάποια αίσθηση ευταξίας μέσα από τα ερείπια ενός αιώνα που μαστιζόταν από τους πολέμους.

    Η περίοδος των συγκρούσεων διέθετε και κάποιους πειραματισμούς στην πράξη. Μετά το καταστροφικό πείραμα του Münster, οι Αναβαπτιστές άρχισαν να συστήνουν ειρηνικές κοινότητες στην Κεντρική Ευρώπη, ιδιαίτερα στα βουνά της Μοραβίας. Ο Giordano Bruno στο έργο του Έξωση του Θριαμβεύοντος Θηρίου (1584) παρουσίασε ένα σχέδιο σαρωτικών κοινωνικών αλλαγών. Ο ριζοσπαστισμός του, όμως, έτεινε να είναι αναρχικός. Οι πρακτικές ουτοπίες, αντίθετα, των μειονοτικών ομάδων συνήθως λειτουργούσαν με βάση αυστηρούς κανόνες.

    Όλες οι Ουτοπίες, είτε πρόκειται για ιδεατές κατασκευές είτε για πρακτικά εγχειρήματα, εξαρτώνταν για την επιβίωσή τους από την αυστηρή απομόνωση από τον έξω κόσμο, τον απόλυτο κομφορμισμό σκέψης και πράξης με ελάχιστα περιθώρια ελεύθερης επιλογής, την κολεκτιβοποίηση των ρόλων και σε ακραίες περιπτώσεις και των οικογενειακών, την κατάργηση των οικονομικών και κοινωνικών διακρίσεων, και από ένα σύστημα γενικής εκπαίδευσης, στο οποίος είχαν πρόσβαση όλοι. Αυτές οι αρχές είχαν ίσως πιθανότητες επιτυχίας στις μικρές κοινότητες της Μοραβίας, ήταν όμως δύσκολο να τεθούν σε εφαρμογή στη Νότια Αμερική, όπου οι Ιησουΐτες αποπειράθηκαν να κάνουν πράξη το πιο φιλόδοξο ουτοπικό όραμα.

    Ο πόθος για έναν καλύτερο κόσμο
    Φανταστική αναπαράσταση του Gerard Winstanley

    Πολλοι συγγραφείς ανέπτυξαν τα ουτοπικά τους σχήματα, όμως, αντανακλούσαν λιγότερο τις ατέλειες και περισσότερο τη δική τους προσωπική θεώρηση. Ο μόνος συγγραφέας που δόμησε το προτεινόμενο σχήμα του για το μέλλον για τα λάθη του παρόντος, και που υιοθέτησε την ιδανική αυτή κοινωνία όχι σε κάποιο μακρινό νησί, αλλά στην ίδια τη χώρα του ήταν ο Gerard Winstanley, του οποίου το τελευταίο και πλέον σημαντικό έργο εκδόθηκε το 1652.

    Η δράση του Winstanley επικεντρώθηκε στο να πείσει τις αρχές να φέρουν την ελευθερία και την ισότητα στην Αγγλία. Το 1652 παρουσίασε στον Cromwell (Κρόμγουελ) υπό μορφή βιβλίου μια σύνοψη των ιδεών του για τη νέα κοινωνία. Γράφει απευθυνόμενος στον Cromwell: «Εγώ φώτισα τον δρόμο σας, εσείς έχετε τη δύναμη να φέρετε ελευθερία, εάν το θελήσετε». Αυτό το έργο περιείχε τους βασικούς ιδεολογικούς άξονες της σκέψης του. Όλη η γη και οι πόροι θα ανήκαν από κοινού σε όλους τους ανθρώπους. Η οικονομία θα ήταν κυρίως αγροτική με κυρίαρχη την ανταλλαγή προϊόντων, αλλά δεν θα υπήρχε εμπόριο ή κυκλοφορία χρήματος. Η οικογένεια θα παρέμενε ως ιερός θεσμός, το ίδιο και η οικογενειακή περιουσία. Η κυβέρνηση θα ήταν κάτω από τον έλεγχο του κοινοβουλίου, που θα εκλεγόταν ετησίως. Πρόσβαση στη γνώση θα είχαν όλοι και η παιδεία θα ήταν δωρεάν και υποχρεωτική. Θα υπήρχε ελεύθερη διακίνηση ιδεών σε όλη τη χώρα κα μέσω του άμβωνος θα παρεχόταν μια ευρύτερη καθοδήγηση. Οι νόμοι θα κωδικοποιούνταν και δεν θα έπαυε η κατά περίπτωση ερμηνεία τους.

    Οι ουτοπικές ιδέες αποτελούσαν μια αποχρώσα απάντηση στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του καιρού. Θεμέλιος λίθος τους ήταν η επιθυμία υπέρβασης των ψευδαισθήσεων της εποχής και μετάβασης προς την τέλεια επιστήμη και προς μια δίκαιη κοινωνία. Ο Winstanley, που πίστευε πως η λύτρωση του λαού από τη «Σιδηρά Εποχή» και τον «μεγάλο ερυθρό Δράκοντα» ήταν επί θύραις, ήταν αυτός που δίκαια ήλπιζε ακόμη για την πραγμάτωση του οράματός του, «ότι η Δικαιοσύνη θα κυριαχήσει και θα θέσουμε τις βάσεις, για να κάνουμε τη γη πηγή πλούτου για όλους, πλούσιους και φτωχούς».

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία

  • Προσωπική γνώμη και λογοκρισία

    Από την εποχή της Μεταρρύθμισης οι αρχές αντιλήφθηκαν την σημασία που είχε η προσωπική γνώμη και επιχείρησαν να την επηρεάσουν. Ο Λούθηρος απευθύνθηκε σε ένα πρώιμο στάδιο της στους Γερμανούς ως άτομα, ελπίζοντας με αυτό τον τρόπο να παράκαμψει τις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές. Σε μια εποχή χαμηλής εγγραμματοσύνης όχημα της άμεσης επαφής με τον απλό άνθρωπο ήταν ο προφορικός λόγος μέσω του άμβωνος.

    Την μεσαιωνική περίοδο ο άμβωνας ήταν ο κύριος ρυθμιστής της κοινής γνώμης. Από τον 16ο αιώνα οι Καθολικοί και οι προτεστάντες επανακάλυψαν τις δυνατότητες που έκρυβε το κήρηγμα. Δεν πρέπει, όμως, να θεωρηθεί ότι αυτό επιτεύχθηκε με ευλοκία. Οι περισσότεροι κληρικοί, προτεστένες και καθολικοί δεν γνώριζαν την τέχνη του κηρύγματος: στην Ευρώπη προ της Μεταρρύθμισης τα κηρύγματα ήταν συχνά στις μεγάλες πόλεις όχι όμως και στις αγροτικές περιοχές.

    Προσωπική γνώμη και λογοκρισία

    Σε ολόκληρη την Ισπανία τη δεκαετία του 1560 χρειάστηκε να στηθούν άμβωνες στις ενοριακές εκκλησίες, όπου το κήρυγμα ήταν μέχρι τότε άγνωστο. Το εκκλησίασμα έπρεπε να υποχρεωθεί να ακούει το κήρυγμα με σεβασμό: η σιωπή μέσα στην εκκλησία ήταν ένα από τα σημαντικότερα νεωτερικά επιτεύγματα της περιόδου της δογματικής διαίρεσης. Εφόσον δεν υπήρχαν άλλες μορφές ελέγχου του περιεχομένου των κηρυγμάτων ενός ημιεγγράμματου κλήρου, κλήθηκε η Ιερά Εξέταση για την πειθάρχηση των κηρυγμάτων.

    Προκειμένου να μπορεί ένας ιερέας να κηρύττει ήταν παραίτητη η εκκλησιαστική άδεια. Η Μεταρρύθμιση στην ηπειρωτική Ευρώπη απελευθέρωσε τον άμβωνα από τον έλεγχο της Εκκλησίας. Στην επισκοπική Αγγλία, όμως, οι επίσκοποι συνέχιζαν να ασκούν αυστηρό έλεγχο στη δημόσια έκφραση ετερόδοξων απόψεων. Αυτό ενθάρρυνε τις πουριτανικές κοινότητες να διορίζουν ανεπίσημα «ομιλητές», που ακριβώς επειδή δεν ήταν μέλη του κλήρου, δεν απαιτούνταν άδεια να κηρύττουν και είχαν τη δυνατότητα να εκφράζουν απόψεις που διέφεραν από τις επίσημες θέσεις της Εκκλησίας. Αυτό είχε ως συνέπεια την απρόσκοπτη διάχυση των πουριτανικών ιδεών σε όλη τη χώρα, απειλώντας την καθεστηκυία τάξη. Οι ομιλητές «προέρχονται από τον λαό και κηρύττουν την ανταρσία». η μάχη του άμβωνα ήταν μια μάχη για να κερδηθεί η κοινή γνώμη.

    Ο προφορικός λόγος είχε δύναμη, αλλά ήταν εφήμερος. Ήταν η μονιμότητα του έντυπου λόγου που θορύβησε τις αρχές, ωθώντας τες στην καταστολή και τον έλεγχο της πληροφόρησης. Οι τυπογράφοι ήταν στην πρώτη γραμμή αυτής της ιδεολογικής σύγκρουσης. Την περίοδο μετά τη Μεταρρύθμιση πολλοί μετανάστευσαν από τις καθολικές στις προτεσταντικές χώρες από τη νότια προς τη βόρεια Γερμανία, από το Βέλγιο προς την Ολλανδία.

    Η εξάπλωση της εγγραμματοσύνης και της τυπογραφίας είχε πλήθος συνεπειών. Δεν απείλησε την πρωτοκαθεδρία της προφορικής κουλτούρας, που παρέμεινε κυρίαρχη για όλη τη μεσογειακή λεκάνη και τη Ρωσία έως και τον 19ο αιώνα. Κατά την περίοδο της δογματικής διαμάχης στη Γερμανία οι Ιησουΐτες έστρεψαν τα πυρά τους εναντίον του θεάτρου και οι Λουθηρανοί εναντίον της υμνολογίας. Το βιβλίο ήταν ένα παραγωγικό εργαλείο, τα μεγάλα του, όμως, επιτεύγματα ανήκαν ακόμη στο μέλλον.

    Οι εγγράμματες ελίτ σε όλη την Ευρώπη εγκοπλώθηκαν ακόμη περισσότερο τη λόγια κουλτούρα, δεν έπαψαν, όμως, να μοιράζονται το ίδιο περιβάλλον με τους λιγότερο εγγράμματους, οπότε δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί το κατά πόσον οι διαφορές μεταξύ κουλτούρας των ελίτ και της λαϊκής κουλτούρας έγιναν πιο έντονες. Από μόνη της η εγγραμματοσύνη δεν αρκούσε. Αυτή αποτελούσε παρεπόμενο αλλά όχι και αίτιο αλλαγών. Είχε μια σαφή επίδραση στη σφαίρα της πληροφόρησης και της κρατικής διοίκησης, αλλά στην προβιομηχανική εποχή δεν είχε κάποια μετρήσιμη επίδραση στο πολιτιστικό επίπεδο ή στην ανάπτυξη του ατομισμού.

    Το εγγράμματο κοινό ήταν λιγότερο πιθανό να διαβάζει ογκώδη βιβλία από ό,τι chapbooks, μπροσούρες και φυλλάδια. Οι σύντομες, καλογραμμένες πραγματείες, με σαφή επιχειρηματολογία και απλή γλώσσα έγιναν το κύριο όχημα της ιδεολογικής διαμάχης. Από τον πόλεμο της προπαγάνδας κατά τη Μεταρρύθμιση έως τη συχνά ωμή προπαγάνδα της Σφενδόνης και του Τριαντακονταετούς Πολέμου, ήταν αυτή η κατηγορία που παρείχε έντυπο υλικό για μαζική κατανάλωση. Οι μικρές αφίσες συνήθως περιείχαν σατιρική εικονογράφηση εύστοχα σχεδιασμένη για την προσέλκυση της προσοχής του αναγνώστη.

    Στις περισσότερες περιπτώσεις το κείμενο ήταν άτεχνο και έμμετρο, με περισσότερες της μιας στροφές. Παρ΄όλο που η πρώιμη νεότερη περίοδος ήταν μια περίοδος διαμάχης και αμφισβήτησης, η προπαγάνδα μέσω του τύπου δεν ήταν διαρκές στοιχείο της. Η συντριπτική πλειοψηφία των σωζόμενων φυλλαδίων προέρχονται από μια συγκεκριμένη περίοδο, των μέσων του 17ου αιώνα, και αφορούν τρία γεγονότα μεγάλης σημασίας, τον Τριαντακονταετή Πόλεμο, τη Σφενδόνη και την Αγγλική Επανάσταση.

    Η συντριπτική πλειοψηφία των γερμανικών φυλαδίων με θέμα τον Τριαντακονταετή Πόλεμο αποπειρώνταν να νομιμοποιήσει τη μία και την άλλη πλευρά και να καυτηριάσει τις αγριότητες της αντίπαλης πλευράς. Ο όγκος της παραγωγής του είδους αυτού σηματοδότησε την ανάδυση ενός συγκεκριμένου είδους συγγραφέα: του επαγγελματία πολιτικού αρθρογράφου. Οι Γερμανοί παρήγαν μεγάλο αριθμό συγγραφέων του είδους στη διάρκεια του πολέμου. Όλες οι τεχνικές χονδροειδούς προπαγάνδας -παραποίηση, υπερβολή, ωμή φαλκίδευση- επιστρατεύτηκαν χωρίς φειδώ από τους συγγραφείς αυτούς. Δε αποτελεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι για τον ιστορικό οι πιο ενδιαφέρουσες αφίσες δεν είναι οι στρατευμένες, αλλά αυτές που ασκούν κριτική προς όλες τις πλευρές και κάνουν έκκληση για ειρήνη.

    Προσωπική γνώμη και λογοκρισία

    Λογοκρισία

    Η λογοκρισία ήταν αυστηρή στις αρχές του 16ου αιώνα, όπως και κατά την μεσαιωνική περίοδο πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Η τυπογραφία αντιμετωπίστηκε ως μέγιστη απειλή για την καθεστηκυία τάξη. Κάθε χώρα διέθετε το δικό της μηχανισμό ελέγχου της εκδοτικής παραγωγής: στην Αγγλία ο πρώτος κατάλογος απαγορευμένων βιβλίων δημοσιεύτηκε το 1529 και το 1530 επιβλήθηκε ένα σύστημα χορήγησης αδειών έκδοσης. Το περίφημο διάταγμα Star Chamber εκδόθηκε το 1586. Στην ηπειρωτική Ευρώπη οι ιταλικές και ισπανικές αρχές εξέδωσαν καταλόγους απαγορευμένων βιβλίων τους περίφημους Indexes. Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι ο Index ήταν εξαιρετικά χρήσιμος για τους βιβλιόφιλους που αναζητούσαν αντικαθολικό έντυπο υλικό.

    Μετά την παλινόρθωση στην Αγγλία σημειώθηκε μια οργανωμένη προσπάθεια αναφοράς στην κοινή γνώμη. Παρ΄όλο που το σύστημα χορήγησης εκδοτικών αδειών επιβλήθηκε το 1662, μετά το 1695 αυτό εγκαταλείφθηκε. Συνέχισαν να υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί, αλλά υπήρχε αρκετή ελευθερία ώστε να αναδυθεί ένας ακμαίος πολιτικός τύπος. Η δημοσιογραφία εξελίχθηκε σε αξιοσέβαστο επάγγελμα. Όταν ο Defoe δημιούργησε το Review (πολιτικό περιοδικό) το 1704 στόχευε «στο να ανοίξει τα μάτια στο κοινό που είχε εξαπατηθεί» και το έντυπό του γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Ένας σύγχρονος του ανέφερε ότι «το μεγαλύτερο τμήμα του λαού δεν γνωρίζει καθόλου ανάγνωση, αλλά μαζεύονται γύρω από κάποιον που ξέρει και τους διαβάζει το Review, που τους ενσταλάζει όλες τις αρχές της εξέγερσης».

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία

  • Ημερολόγια

    Το πλέον διακριτό σημάδι εγγράμματου ατομισμού ήταν το προσωπικό ημερολόγιο. Υπάρχουν κάποιες μεσαιωνικές πρόδρομες μορφές του, όπως τα λογιστικά αρχεία ή τα αγροτικά ημερολόγια, στα οποία υπήρχαν κάποιες φορές και εμβόλιμες προσωπικές αναφορές. Τον 16ο αιώνα πια, πολλοί καθολικοί ιερείς ωθούμενοι αναμφίβολα από την εκ των άνω οδηγία τήρησης εκκλησιαστικών αρχείων, δράττονταν της ευκαιρίας για να εισάγουν και ημερολογιακές αναφορές.

    Την περίοδο της Μεταρρύθμισης πρωτεύον κίνητρο για τη συγγραφή ημερολογίων ήταν οι θρησκευτικές ανησυχίες: Ο Ignatius Loyola κρατούσε θρησκευτικό ημερολόγιο. Ο John Evelyn αναφέρεται στο «ανεκτίμητο όφελος της καθημερινής ενασχόλησης, παρόμοια της ενημέρωσης βιβλίων από έναν έμπορο» και κατέγραφε λεπτομερώς τα κηρύγματα στα οποία συμμετείχε. Η πληθώρα ημερολογίων των πουριτανών λαϊκών και κληρικών μαρτυρά τη σημασία που αποδιδόταν στις προσωπικές θρησκευτικές αγωνίες. Τα περισσότερα, όμως, ημερολόγια κάλυπταν μικρά χρονικά διαστήματα, δεν ενημερώνονταν συνεχώς και μπορούν να ομαδοποιηθούν μαζί με άλλες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, όπως τα απομνημονεύματα και οι αυτοβιογραφίες, που έκαναν την εμφάνισή τους την ίδια περίοδο.

    Ημερολόγια
    Φανταστική αναπαράσταση του Ignatius Loyola που κρατά ημερολόγιο.

    Τα πιο γνωστά ημερολόγια προέρχονταν από εγγράμματους άνδρες των ελίτ, και κυρίως από τη βόρεια Ευρώπη, όπου η εγγραμματοσύνη φαίνεται πως ήταν υψηλότερη και η εξατομίκευση της θρησκευτικότητας των λαϊκών πιο προχωρημένη. Οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις του είδους δεν περιορίζονταν ούτε στους άνδρες, ούτε στη βόρεια Ευρώπη ούτε και θεματικά στα ζητήματα της θρησκευτικότητας. Και οι γυναίκες κρατούσαν ημερολόγια από τον 17ο αιώνα. Στην περιοχή της Μεσογείου η έντονη θρησκευτικότητα παρήγε εντυπωσιακά απομνημονεύματα όπως (όπως ο βίος της Teresa της Avila). Το λογοτεχνικό, όμως, αυτό είδος της ημερολογιακής καταγραφής προσομοιάζει με αυτό της αυτοβιογραφίας, που μας παρέχει αυτομάτως σημαντικές εξαιρέσεις στον κανόνα της πρωταρχικής έμφασης σε ζητήματα θρησκευτικότητας.

    Επιπλέον, το λογοτεχνικό αυτό είδος των αποκλειστικά ημερολογιακών αναφορών διευρύνθηκε σε αυτό της δημοσιοποιημένης αυτοβιογραφίας και των απομνημονευμάτων, στα οποία ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε τη δική του ζωή ως βάση για την αφήγηση των εμπειριών του και της επαφής του με σημαντικά πρόσωπα. Παρ΄όλο που αυτού του είδους τα κείμενα ρίχνουν φως στην προσωπικότητα του συγγραφέα, φωτίζουν ακόμη περισσότερο την κοινωνία της εποχής. Τα κίνητρά τους ήταν συνήθως παρόμοια με αυτών των δημόσιων προσώπων της σημερινής εποχής: μια επιθυμία αποκατάσταση της «ιστορικής αλήθειας» και αναδρομικής αιτιολόγησης των πράξεων τους. Οι Γάλλοι ευγενείς του 17ου αιώνα συχνά κατέγραφαν τις σκέψεις τους στο χαρτί και πιθανώς επέτρεπαν στους εαυτούς τους να αμφισβητούν πράγματα που η κοινωνία τους θεωρούσε δεδομένα.

    Πολλοί πληβείοι σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενοριακοί ιερείς έως και τεχνίτες, κρατούσαν μικρά ημερολόγια. Η μορφή αυτών των κειμένων είναι σε πρώτη ματιά πολύ προσωπική, καθώς η καταγραφή προσωπικών σκέψων στο χαρτί αποτελούσε σαφή έκφραση προσωπικών προτιμήσεων, και το θέμα των ημερολογίων πάντα αντανακλούσε την προσωπική οπτική του συγγραφέα τους. Υπήρχαν, όμως, πολλοί λόγοι για τους οποίους κάποιος θα μπορούσε να αμφιβάλει για το κατά πόσο αποτελούν πρωτοπόρες εκφράσεις ατομισμού. Έχει επισημανθεί πως «ίσως το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο των πρώιμων νεότερων αυτοβιογραφικών κειμένων ατόμων κάθε κοινωνικής τάξης είναι η διαρκής εστίαση στο εξωτερικό περιβάλλον».

    Με σπάνιες εξαιρέσεις η αυτοβιογραφία δομούνταν στη βάση του περιβάλλοντος της οποίας ήταν προϊόν. Παρ΄όλο που συχνές ήταν οι αναφορές σε προσωπικές στενοχώριες και σε δημόσιες διενέξεις, σπάνια υπήρχε το στοιχείο της ενδοσκόπησης. Ο συγγραφέας πιθανώς επιθυμούσε μια διέξοδο από τις προσωπικές τους εμπειρίες, γενικά, όμως, άξονας αναφοράς ήταν η καθημερινή εμπειρία και όχι η εσωτερική του ζωή. Ακόμα και οι θρησκευόμενοι και μυστικιστές συγγραφείς εστίαζαν λιγότερο στην προσωπική τους εμπειρία και περισσότερο στη συλλογική εμπειρία προς την οποία απέβλεπαν στο μέλλον.

    Οι προσωπικές ημερολογιακές σημειώσεις της πρώιμης νεότερης περιόδου συχνά εξερευνούσαν την ιδιωτική σφαίρα αλλά διέφεραν από τη μεταβιομηχανική αυτοβιογραφία κατά τρεις κυρίως τρόπους. Εστίαζαν λιγότερο στα συναισθήματα και στον εσωτερικό κόσμο, δεν αποκάλυπταν μια συνείδηση των εξωτερικών πιέσεων του κόσμου της ηθικοποιημένης εργασίας και σπάνια εστίαζαν στα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα. Οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις έχουν χρησιμοποιηθεί ως ανεκτίμητες πηγές πληροφοριών για κάθε επί μέρους πεδίο κοινωνικής ιστορίας, από την οικογενειακή ζωή έως τις περιγραφές της πανώλης. Παραμένουν πολύτιμα εργαλεία διερεύνησης της αναδυόμενης ατομικότητας και του εσωτερικού κόσμου των ανθρώπων της προβιομηχανικής Ευρώπης.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία

  • Εγγραμματοσύνη

    Ίσως το ισχυρότερο έναυσμα για την ατομική έκφραση και με ιστορικούς όρους η πλέον πολύτιμη ένδειξη του τρόπου που τα άτομα απελευθερώθηκαν από το παραδοσιακό πολιτισμικό τους περιβάλλον, ήταν η εγγραμματοσύνη και η εξάπλωσή της στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Παρόλο που στη μεσαιωνική Ευρώπη η γνώση γραφής και ανάγνωσης ήταν επιθυμητή, θεωρούνταν περισσότερο μια πρακτική δεξιότητα, ένα επαγγελματικό προσόν μάλλον παρά μια πολιτισμική αναγκαιότητα. Πολλοί μεσαιωνικοί μονάρχες αλλά και αρχιερείς της Εκκλησίας ήταν αναλφάβητοι. Δεν ήταν όμως ακαλλιέργητοι καθώς διέθεταν άτομα που τους διάβαζαν κείμενα και γραφείς που έγραφαν γι΄αυτούς.

    Η σημασία της εγγραμματοσύνης ως πρακτικού προσόντος αναδεικνύεται στους κανόνες που συνέταξε ένας αρχιεπίσκοπος του York για τη λειτουργία ενός κολεγίου που ίδρυσε το 1483, στους οποίους αναφερόταν πως ένας από τους στόχους του ιδρύματος ήταν η «αύξηση της δεξιότητας των νέων στις μηχανικές τέχνες και σε άλλες ενασχολήσεις των εγκοσμίων». Η Εκκλησία αναγνώριζε την πρακτική σημασία της εγγραμματοσύνης καθώς μόνο ένας εγγράμματος κλήρος μπορούσε να λειτουργήσει ως ρυθμιστής της θρησκευτικής, αλλά και της κοινωνικής, ζωής. Η εγγραμματοσύνη αποτελούσε προνόμιο της Εκκλησίας, η οποία στην καθολική Ευρώπη απολάμβανε μονοπωλιακού ελέγχου επί της εκπαίδευσης.

    Η εφεύρεση της τυπογραφίας ταχύτερων δηλαδή και οικονομικότερων μεθόδων παραγωγής βιβλίων, έφερε μια επανάσταση σε ένα αναλφάβητο κόσμο. Ζώντας τον αιώνα αμέσως μετά την δεύτερη επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο (η πρώτη επινόηση έγινε από τους Κινέζους, που έχουν εξελιγμένη τυπογραφία από τον 11μ.Χ. αιώνα), ο Francis Bacon την συμπεριέλαβε στις τρεις μεγαλύτερες εφευρέσεις (οι άλλες είναι η πυρίτιδα και η πυξίδα) που είχαν «αλλάξει τη μορφή ολόκληρου του κόσμου». Από τουλάχιστον τρεις απόψεις, την προώθηση της εκπαίδευσης, την προπαγάνδα και την ανάδυση του καλού γούστου, η εγγραμματοσύνη και ο έντυπος λόγος επηρέαζαν βαθιά το πολιτιστικό επίπεδο του κοινωνικού σώματος.

    Εγγραμματοσύνη

    Η έλευση του έντυπου κειμένου δεν μπορούσε από μόνη της να προωθήσει την εγγραμματοσύνη. Τα βιβλία δεν είχαν ευρεία διάδοση και στα χωριά οι άνθρωποι τα προμηθεύονταν μόνο από τους πλανόδιους μικροπωλητές. Αυτοί μετέφεραν βιβλία μικρού σχήματος (chapbooks) και φυλλάδια αντί για ογκώδεις τόμους. Το έντυπο υλικό είχε μεγάλο κόστος, έτσι το κοινό στρεφόταν λιγότερο προς τα ποιοτικά βιβλία και περισσότερο προς τις φθηνές εκδόσεις ιστοριών αγάπης και περιπέτειας, γνωστών στην Γαλλία του 17ου και του 18ου αιώνα ως Μπλε Βιβλιοθήκη (από το χρώμα του δεσίματος που πουλούσαν οι γυρολόγοι).

    Η μεγαλύτερη πρόσβαση σε αναγνωστικό υλικό συνέβαλε σε μια αύξηση του ενδιαφέροντος για τη μόρφωση. Η διδακτική θεωρία αναπτύχθηκε σημαντικά από την Αναγέννηση και μετά. Μια λόγια μόρφωση θεωρούνταν πια επιθυμητή, όχι μόνο για τη χρηστικότητά της, αλλά και γιατί η απόκτηση γνώσεων θεωρούνταν πλέον ορθή και αρμόζουσα. Στην Αγγλία τουλάχιστον, οι βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης διδάσκονταν σε ένα μεγάλο ποσοστό των απλών ανθρώπων.

    Ένας συγγραφέας στην κεντρική Σουηδία ανέφερε το 1631 ότι οι άνθρωποι «έδειχναν τέτοια δίψα για τα γράμματα που παρόλο που τα δημόσια σχολεία ήταν λίγα, οι εγγράμματοι διδάσκουν τους άλλους με τόση ζέση που η πλειοψηφία των απλών ανθρώπων και ακόμα και οι χωρικοί ειναι εγγράμματοι». Τι σήμαινε όμως να είναι κανείς εγγράμματος: οι ιστορικοί στο παρελθόν όριζαν την εγγραμματοσύνη ως την ικανότητα κάποιου να υπογράφει με το όνομα του. Είναι, όμως, σήμερα σαφές ότι πάρα πολλοί που γνώριζαν να γράψουν το ονομά τους δεν ήξεραν γραφή και ανάγνωση. Ακόμη και η κατοχή βιβλίων δεν αποτελούσε απόδειξη γνώσεων ανάγνωσης, όπως στην περίπτωση των κληρικών που στηρίζονταν στην μνήμη τους και όχι στα ογκώδη βιβλία τους για την τέλεση της θείας λειτουργίας και την εκφώνηση άλλων προσευχητηρίων δεήσεων.

    Στη Σουηδία η λουθηρανική Εκκλησία θεωρούσε την εγγραμματοσύνη προϋπόθεση για την ενεργό συμμετοχή σε αυτήν. Οι γνώσεις ανάγνωσης, όμως, δεν ισοδυναμούσαν πιθανώς παρά με τη στοιχειώδη ικανότητα κατανόησης του περιεχομένου της κατήχησης. Οι περισσότεροι που μπορούσαν να «διαβάζουν» φαίνεται πως ποτέ δεν είχαν έρθει σε επαφή με βιβλίο.

    Η εξέταση της εγγραμματοσύνης στα λαϊκά στρώματα ήταν ιδιαίτερα έντονη στις προτεσταντικές χώρες. Η Βίβλος αποτελούσε τη βάση της νέας πίστης και η Βίβλος έπρεπε να διαβάζεται. «Οι Γραφές», διακήρυσσε ο Λούθηρος, «δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς τη γλώσσα και η γλώσσα μπορεί να διδαχθεί μόνο στο σχολείο». Μεγάλο μέρος της απήχησης του μεταρρυθμιστικού κινήματος στη Γαλλία οφειλόταν στην προώθηση της εγγραμματοσύνης. Στοιχειώδη εκπαιδευτικά εγχειρίδια και αλφαβητάρια διανέμονταν στον πληθυσμό. Η εγγραμματοσύνη ήταν υψηλότερη στο βορρά από ό,τι στο μεσογειακό νότο. Οι θρησκευτικοί μεταρρυθμιστές των δύο δογμάτων είχαν αποδυθεί σε μια προσπάθεια εκπαίδευσης των λαϊκών στρωμάτων, προκειμένου να μπορούν να διαβάζουν τη Βίβλο και τα εγχειρίδια κατήχησης.

    Η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν συνιστούσε απαραίτητα ένα βήμα προς την εγγραμματοσύνη. Στις περισσότερες χώρες η «γραμματική», που διδασκόταν στα σχολεία ως παρεπόμενο της ανάγνωσης και της γραφής, ήταν η λατινική. Η χρήση των λατινικών καλλιεργούνταν από τους συγγραφείς που πίστευαν πως η γνώση ήταν προνόμιο των λίγων. Ακόμα και νεωτεριστές όπως ο Κοπέρνικος προτιμούσαν να γράφουν στα λατινικά πιστεύοντας πως τα λαϊκά στρώματα δεν θα έπρεπε να γίνουν κοινωνοί των μυστικών της επιστήμης. Τα λατινικά αποτέλεσαν ένα σύμβολο σκοταδισμού για τους προτεστάντες μεταρρυθμιστές, που πίστευαν πως αυτά απέτρεπαν την πρόσβαση των ανθρώπων στην αλήθεια. Τα κηρύγματα και τα βιβλία στην καθομιλουμένη, επομένως, επενδύθηκαν με μία σημασία μεγαλύτερη από ποτέ.

    Όταν ο Thomas More ισχυρίστηκε το 1533 ότι σχεδόν τα 3/5 του αγγλικού λαού μπορούσαν να διαβάζουν την αγγλική, και, επομένως, και τη μετάφραση της Βίβλου στην καθομιλουμένη, στόχος του ήταν να εκφράσει την ανησυχία του για τις πιθανές βλαβερές επιδράσεις της ανεξέλεγκτης πρόσβασης σε κάθε είδους έντυπο υλικό. Τα ποσοστά που παρέθεσε ο More ήταν σίγουρα ανακριβή, αλλά ο φόβος της γνώσης ανάγνωσης στη μητρική γλώσσα παρέμεινε έντονος.

    Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία