Η Αμαλασούνθα (495-535)

Η Αμαλασούνθα (Amalasunta, 495 – 30 Απριλίου 535) ήταν αντιβασίλισσα (526 – 534) και βασίλισσα (534 – 535) των Οστρογότθων της Ιταλίας. Ήταν η μικρότερη κόρη του Θεοδώριχου του Μέγα από την δυναστεία των Αμαλών. Έμεινε γνωστή στην ιστορία για τις στενές σχέσεις της με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Ιουστινιανό οι οποίες τελικά είχαν αποτέλεσμα να αποφασίσει να επιτεθεί στρατιωτικά ο Ιουστινιανός Α’ στην Ιταλική χερσόνησο μετά την δολοφονία της.

Η Αμαλασούνθα
Η Αμαλασούνθα

Η Αμαλασούνθα ήταν έξυπνη και είχε λάβει τεράστια μόρφωση. Μιλούσε τρεις γλώσσες Λατινικά, Ελληνικά και Γοτθικά, μελετούσε έντονα την φιλοσοφία και ήταν γνώστρια της Σοφίας του Σολομώντα. Είχε σε μεγάλο βαθμό όλα τα προσόντα που είχαν οι πριγκίπισσες στην εποχή της όπως εξυπνάδα, γονιμότητα, ευγένεια και καλοσύνη τα οποία τονίζονται περισσότερο σε σχέση με όλες τις πριγκίπισσες των Οστρογότθων.

Η Αμαλασούνθα παντρεύτηκε το 515 τον Ευθάριχο, Οστρογότθο ευγενή του οίκου των Αμαλών. Ο πατέρας της αποφάσισε να την παντρέψει με έναν ευγενή από την δική του βασιλική οικογένεια προκειμένου να νομιμοποιήσει τα δικαιώματα της να τον διαδεχτεί στον θρόνο. Ο σύζυγός της, όμως, πέθανε στα πρώτα χρόνια του γάμου τους και την άφησε με δύο μικρά παιδιά τον Αταλάριχο και την Ματασούνθα, μετέπειτα σύζυγο του Γερμανού. Μετά τον θάνατο του άνδρα της στις 28 Αυγούστου του 526 νέος βασιλιάς εξελέγη ο γιος της Αταλάριχος αλλά η Αμαλασούνθα κράτησε την εξουσία ως κηδεμόνας για τον 10χρονο γιο της. Βαθιά διαποτισμένη από τον Ρωμαϊκό πολιτισμό, έδωσε και στον γιο της τη Ρωμαϊκή παιδεία ενώ ήταν αντίθετη με τις ιδέες των Γότθων ευγενών που ήθελαν να ακολουθήσει τις δικές τους φιλοδοξίες. Ως αποτέλεσμα διέταξε την σύλληψη και την εκτέλεση τριών Γότθων ευγενών για τους οποίους είχε υποψίες ότι είχαν συνωμοτήσει εναντίον της. Απέκτησε στενές σχέσεις με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Ιουστινιανό σε βαθμό που ακούγεται ότι ήθελε να του παραδώσει τους θησαυρούς των Γότθων, ο πρόωρος θάνατος του γιου της Αταλάριχου ματαίωσε τα σχέδια της.

Μετά τον θάνατο του μικρού Αταλάριχου η Αμαλασούνθα επέλεξε ως νέο της σύζυγο και διάδοχο στον θρόνο τον ξάδελφο της Θεόδατο με την ελπίδα να εξευμενίσει τους αντιπάλους της και να κερδίσει την υποστήριξη της. Η επιλογή ήταν ατυχέστατη για την ίδια, επειδή ο νέος της σύζυγος ανήκε στον σκληρό πυρήνα των Γότθων οι οποίοι είχαν αντιταχθεί έντονα στις επιλογές της για προσέγγιση με τους Ρωμαίους, οι ίδιοι αντέδρασαν έντονα απέναντι στον Θεόδατο για τον γάμο του αυτό. Ο Θεόδατος σαν απάντηση διέταξε την σύλληψη της Αμαλασούνθας η οποία φυλακίστηκε στο νησί στην λίμνη Μπολσένα, εκεί στραγγαλίστηκε στις 30 Απριλίου 535 κατ’ εντολή του στο μπάνιο της. Η δολοφονία της Αμαλασούνθας έδωσε την πρόφαση στον Ιουστινιανό να επιτεθεί στην Ιταλία ξεκινώντας τους Γοτθικούς πολέμους με τελικό αποτέλεσμα την διάλυση του βασιλείου των Οστρογότθων. Ο ιστορικός Προκόπιος αναφέρει ότι η Αμαλασούνθα και ο Ιουστινιανός είχαν τόσο στενές σχέσεις που λίγο πριν τον θάνατο της η Αμαλασούνθα διαπραγματευόταν με τον Ιουστινιανό προκειμένου να του παραδώσει ολόκληρο το Γοτθικό βασίλειο. Η επίθεση του Ιουστινιανού είχε σαν αποτέλεσμα την εξέγερση των Γότθων εναντίον του Θεόδατου, ο ίδιος ανατράπηκε και εκτελέστηκε από τον Ουίτιγις (536).

Λεπτομέρειες σχετικά με τον χαρακτήρα και την ζωή της Αμαλασούνθας μας δίνουν εκτός από τον ιστορικό Προκόπιο και τα γράμματα του Κασσιόδωρου ο οποίος ήταν κύριος σύμβουλος και πρωθυπουργός της, ο Κασσιόδωρος ανήκε στην φίλο-Ρωμαϊκή μερίδα των Γότθων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Αμαλασούνθα

Ο Δασκαλογιάννης (1725-1771)

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669 πολλοί Σφακιανοί προτίμησαν να μεταναστεύσουν σε περιοχές που δεν υπήρχαν πολλοί Τούρκοι. Κάποιοι πήγαν στα Επτάνησα, κάποιοι άλλοι στα νησιά του Αιγαίοι, κάποιοι άλλοι στη Μολδοβλαχία. Με τον καιρό, όμως, γύρισαν στην Κρήτη και οι παλιννοστούντες αποκλήθηκαν με το όνομα του τόπου προέλευσης τους. Μια οικογένεια που γύρισε από τη Μολδοβλαχία πήρε το επίθετο Βλάχος. Απόγονος της οποίας ήταν και ο Ιωάννης Βλάχος, ή ο Δασκαλογιάννης.

Ο Δασκαλογιάννης
Ο Δασκαλογιάννης

Ο Ιωάννης Βλάχος ήταν εμποροπλοίαρχος. Γύρω στα 1770, είχε τέσσερα δικά του τρικάταρτα πλοία. Έφταναν σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Είχε καλή μόρφωση και μιλούσε πολλές ξένες γλώσσες. Οι Σφακιανοί τον αποκαλούσαν Δάσκαλο: ο Δάσκαλος Γιάννης, ο Δασκαλογιάννης.

Στις αρχές του 1770, βρέθηκε στην Τεργέστη ακροατής του Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ. Ο τελευταίος μιλούσε για μια Ελλάδα ελεύθερη. Ο Δασκαλογιάννης ακούγοντας τον πείστηκε ότι η Ρωσία ενδιαφερόταν για την Ελλάδα. Φόρτωσε ένα καράβι όπλα και πυρομαχικά και επέστρεψε στα Σφακιά. Προσκάλεσε τους πρόκριτους και τους οπλαρχηγούς σε σύσκεψη, όπου τους ανακοίνωσε ότι επέρχεται το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας στο νησί. Τους επέδειξε επιστολές προς τη Μάνη, που μιλούσαν για συντονισμένη ενέργεια και τους κάλεσε να πάρουν τα όπλα.

Οι πολλοί συμφώνησαν. Λίγοι, και ανάμεσα τους ο Πρωτόπαπας, του ζήτησαν να συγκρατηθεί, ώσπου να βεβαιωθούν ότι πράγματι θα κηρυχθεί επανάσταση ταυτόχρονα σε όλη την Ελλάδα. Επειδή, αν έμεναν μόνοι κινδύνευαν να χάσουν τις ελευθερίες που απολάμβαναν.

Η πρώτη εκείνη σύσκεψη έληξε χωρίς τα μέλη της να πάρουν οριστικές αποφάσεις. Η πλάστιγγα έγειρε προς τις θέσεις του Δασκαλογιάννη, όταν έφτασε το γράμμα από Μάνη και πληροφορούσε ότι είχε ξεκινήσει εκεί η επανάσταση και ο στόλος του Ορλόφ περιέπλεε την Πελοπόννησο. Σε τουρκικό έγγραφο με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1770 αναφέρεται ότι ο ρωσικός στόλος απαρτιζόταν από 28 γαλιόνια των 60 τηλεβόων το καθένα, 22 φρεγάτες και τέσσερα πλοία «μπόμπα».

Ακόμα και ο συντηρητικός Πρωτόπαπας ψήφισε υπέρ της επανάστασης στην επόμενη σύσκεψη. Ως πρώτη ενέργεια, στάλθηκε στον σουλτάνο επιστολή ζητώντας του να αποσύρει τα τουρκικά στρατεύματα από την Κρήτη για να μη χυθεί άδικα αίμα. Ο σουλτάνος παρήγγειλε στον πασά της Κρήτης να ξεθεμελιώσει τα Σφακιά.

Πριν προλάβουν οι Τούρκοι να οργανωθούν, 1.800 οπλισμένοι Σφακιανοί ξεχύθηκαν από την Ανώπολη, την πατρίδα του Δασκαλογιάννη. Μάταια προσπάθησαν οι κατακτητές να ανακόψουν την ορμή τους. Το σώμα του Δασκαλογιάννη προχωρούσε ακάθεκτο, ρημάζοντας το πάντα.

Οι Τούρκοι έσπευσαν να κλειστούν στις οχυρωμένες πόλεις. Ο Δασκαλογιάννης δημιούργησε ομάδα από εκατό ευέλικτους Σφακιανούς. Τους ονόμασε «νυχτοπολεμιστές» και τους ανέθεσε να πέφτουν νύχτα στα τούρκικα χωριά, αιφνιδιαστικά, και να καταστρέφουν ο,τιδήποτε ανήκε σε Τούρκους. Στα Χανιά συγκροτήθηκε στράτευμα από 12.000 Τούρκους που ξεκίνησαν με κατεύθυνση το Ρέθυμνο. Στη μέση της απόστασης, προστέθηκαν και άλλοι 6.000. Στους συνολικά 18.000 προστέθηκαν και 4.000 εξαναγκασμένοι Έλληνες ως κουβαλητές. Από τους Σφακιανούς 300 έμειναν στη Σαμαριά για να προστατεύσουν τα γυναικόπαιδα. Οι υπόλοιποι 1.500 περίμεναν τους Τούρκους στην περιοχή Κράπη. Το στράτευμα των 18.000 Τούρκων έπεσε πάνω στους 1.500 Σφακιανούς, αλλά πετσοκόπηκε. Τις δύο πρώτες μέρες, οι Τούρκοι είχαν πάνω από 300 νεκρούς έναντι 10 νεκρών και τραυματιών Σφακιανών.

Από την επόμενη μέρα, οι Τούρκοι έβαζαν μπροστά τους σαν ασπίδα τους Έλληνες μεταφορείς και προχωρούσαν πίσω τους. Οι Σφακιανοί δεν πτοήθηκαν. Συνέχισαν να σκοτώνουν Τούρκους και, αναγκαστικά, Έλληνες. Ο μέρες περνούσαν με το τουρκικό στράτευμα συνεχώς να χάνει άνδρες. Κι ενώ οι μάχες συνεχίζονταν, από τον Χάνδακα ξεκίνησε στρατός 8.000 Τούρκων με πορεία προς τον Νότο, στα Σφακιά.

Ο Δασκαλογιάννης και οι συμπολεμιστές του αποφάσισαν να σταλούν πεντακόσιοι από τη δύναμη τους να προασπίσουν τα Σφακιά, ενώ αντιπρόσωπος τους θα πήγαινε στην Πελοπόννησο να μάθει τι γίνεται εκεί και πότε σκόπευαν οι Ρώσοι να πάνε στην Κρήτη.

Η άμυνα συνεχιζόταν σε δύο μέτωπα σκληρή, με τον Δασκαλογιάννη να βρίσκεται πότε στη μία, πότε στην άλλη τοποθεσία. Οι Σφακιανοί αντιστέκονταν στην τεράστια τουρκική πίεση «ώσπου να έρθουν οι Ρώσοι». Αντί για Ρώσους, έφτασαν τουρκικά πλοία που αποβίβασαν νέα στρατεύματα στο νησί.

Οι 1.500 Σφακιανοί μαχητές που είχαν απομείνει έπρεπε πια να τα βγάλουν πέρα με 40.000 πάνοπλους Τούρκους. Σχεδόν ταυτόχρονα, έφτασε η είδηση ότι η επανάσταση στην Πελοπόννησο είχε σβήσει και ο στόλος του Ορλόφ είχε αποπλεύσει χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Η Μεγάλη Αικατερίνη είχε πάρει αυτά που ήθελε και είχε ειρηνεύσει με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στα δύο μέτωπα όπου οι Σφακιανοί συνέχιζαν να πολεμούν, η αναλογία ήταν 1 προς 27. Και ελπίδα ενισχύσεων δεν υπήρχε πια. Ξεκίνησαν να υποχωρούν, συνεχίζοντας τον πόλεμο. Αποσύρθηκαν στις Μαδάρες, τις απάτητες κορυφές των Λευκών Ορέων. Οι Τούρκοι μπήκαν στα σφακιανά χωριά και κυριολεκτικά τα ξεθεμελίωσαν. Οι Σφακιανοί ρίχνονταν ξαφνικά πάνω τους, τους πετσόκοβαν και αποσύρονταν. Ο κλεφτοπόλεμος στοίχιζε στους Τούρκους κεφάλια και περιουσίες. Τρόπο αντίδρασης δεν είχαν. Ό,τι ήταν να κάψουν στα Σφακιά και να το ξεθεμελιώσουν, το είχαν ήδη κάνει. Οι Σφακιανοί δεν είχαν πια τίποτα να χάσουν.

Ο πασάς, που είχε χάσει 6.000 άνδρες, έστειλε επιστολή στον Δασκαλογιάννη με την οποία του υποσχόταν ότι θα εκκένωνε αμέσως τα Σφακιά αν ο ίδιος και μόνο αυτός παραδινόταν. Η επιστολή συνοδευόταν και από άλλη του αιχμάλωτου αδελφού του, που τον διαβεβαίωνε ότι πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί αν εμφανιζόταν μπροστά στον πασά. Μόνο που ο αδελφός του είχε βάλει και ένα σημάδι που ειδοποιούσε τον Δασκαλογιάννη ότι τον περίμενε ο θάνατος αν παρουσιαζόταν.

Ο Δασκαλογιάννης σκέφτηκε ότι ναι μεν θα τον σκότωναν, αλλά ο πόλεμος θα τελείωνε. Και ήταν αυτός που είχε παρασύρει τους συμπατριώτες του να επαναστατήσουν. Αποφάσισε να παρουσιαστεί στον πασά. Εκείνος αρχικά τον δέχτηκε καλά. Πάνω απ’ όλα ήθελε ένα χαρτί που να βεβαιώνει «κάθε ενδιαφερόμενο» ότι νίκησε. Το χρειαζόταν για να γλυτώσει το δικό του κεφάλι σε πιθανή κλήση του στην Κωνσταντινούπολη.

Για να γλυτώσουν τον αρχηγό τους οι Σφακιανοί το έστειλαν ως συνθήκη: έχασαν, στο εξής θα πληρώνουν ετήσιο φόρο 5.000 γρόσια, θα συνέχιζαν να ζουν όπως πριν την επανάσταση, αλλά ο Δασκαλογιάννης θα έμενε τρία χρόνια στον Χάνδακα φιλοξενούμενος του πασά.

Ο τουρκικός στρατός επέστρεψε στον Χάνδακα «νικητής». Ο Δασκαλογιάννης περιορίστηκε στο μέγαρο της διοίκησης συντροφιά με την κόρη του. Πήγαν να τον επισκεφτούν 7 ιερείς και 75 Σφακιανοί καπετάνιοι. Ρίχτηκαν στις φυλακές. Ο πασάς έβαλε τον Δασκαλογιάννη να γράψει στα υπόλοιπα αδέλφια του να τον επισκεφτούν. Αυτός ανταποκρίθηκε, αλλά έβαλε το γνωστό σημάδι που σήμαινε θάνατο. Τα αδέλφια του Δασκαλογιάννη ποτέ δε φάνηκαν. Πέρασαν τρεις μήνες και ο πασάς είχε πια απελπιστεί ότι θα τους πιάσει. Διέταξε να θανατωθεί ο Δασκαλογιάννης. Η εκτέλεση ήταν αντάξια του τουρκικού πολιτισμού. Τον έγδαραν ζωντανό στις 17 Ιουνίου 1771.

Ο αιχμάλωτος αδελφός του που είδε το μαρτύριο του Δασκαλογιάννη έχασε τα λογικά του. Η κόρη του, Ανθούσα, αυτοκτόνησε πέφτοντας σε πηγάδι. Η κόρη του Μαρία, που τον είχε ακολουθήσει στον Χάνδακα, δόθηκε ως σύζυγος του Αμπλού Αχμέτ πασά, διευθυντή οικονομικών υποθέσεων του νησιού, που την αγάπησε και της επέτρεψε να διατηρήσει την χριστιανική της πίστη. Ο Αμπλού Αχμέτ γύρισε στην Κωνσταντινούπολη ως υπασπιστής του σουλτάνου. Έτσι η Μαρία έζησε αρχοντικά, έχοντας μετατρέψει ένα δωμάτιο του σπιτιού της σε κρυφό εκκλησάκι. Στα 1820, χήρα πια, πήγε καλόγρια στη Τήνο. Το 1821, χρηματοδότησε την επανάσταση στην Κρήτη. Πέθανε το 1823.

Η σύζυγος του Δασκαλογιάννη, οι γιοι του και τα αδέλφια του κατέφυγαν στα Κύθηρα. Ο ένας από τους γιους του Δασκαλογιάννη έγινε ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Οι δύο έγιναν καπετάνιοι στα καράβια του Ανδρέα Κριαρά και ο τέταρτος αρχηγός σωματοφυλακής του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη ήταν το πρώτο σκίρτημα ελευθερίας στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, αλλά και η πρώτη οδυνηρή εμπειρία για τις τραγικές συνέπειες της αποτυχίας.

Το τελευταίο ποίημα του Κ.Π.Καβάφη

Το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» είναι το τελευταίο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Το έγραψε μεταξύ Νοεμβρίου 1932 και Απριλίου 1933. Δεν πρόλαβε να το δημοσιεύσει. Το ποίημα αυτό τυπώθηκε, για πρώτη φορά, στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των καβαφικών ποιημάτων το 1935.

Η Δάφνη, το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, είναι το Δαφνί της Αθήνας. Ο Άγιος Βαβύλας και οι τάφοι γύρω είναι η μονή Δαφνίου, που για ένα διάστημα επί φραγκοκρατίας έγινε κοιμητήριο. Το τέμενος του Απόλλωνα στη Δάφνη που κάηκε, είναι ο αρχαίος ναός του Δαφναίου Απόλλωνα, που οι χριστιανοί τον γκρέμισαν και στη βάση του έχτισαν τη μονή Δαφνίου, φυλάκιο για να προσηλυτίζουν τους τελευταίους εθνικούς Αθηναίους που πήγαιναν στα μυστήρια της Ελευσίνας.

Το τελευταίο ποίημα του Κ.Π.Καβάφη

Το τελευταίο ποίημα

Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας

Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίτονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί).

Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τω όντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε –
τι άλλο θα έκαμνε – πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ήταν Έλληνας ποιητής, γνωστός ως ο ποιητής της Ιθάκης. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863. Έζησε στο Λίβερπουλ, το Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Έγραψε πλήθος ποιημάτων, με θεματολογία από την ιστορία και μυθολογία της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής περιόδου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης λίγο πριν το τέλος

Ο Κωνσταντίνος καβάφης ζει τις τελευταίες μέρες του στην Αλεξάνδρεια. Καιρό πριν είχε διαγνωστεί με καρκίνο του λάρυγγα. Από τον Μάρτιο του 1933 η υγεία του ποιητή είχε επιδεινωθεί. ήταν πολύ μελαγχολικός. Από το σπίτι του έβγαινε μόνο για να πάει στο γιατρό. Τον σωλήνα της τραχειοτομής του τον άλλαζε κάθε βράδυ ένας νοσοκόμος ο οποίος έμενε εκεί ως το πρωί. Δεν δεχόταν επισκέψεις, τον ενοχλούσαν, μόνο λίγους συγγενείς.

Παρ’ όλη την άσχημη σωματική και ψυχική του κατάσταση δουλεύει το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» που έμελλε να είναι και το τελευταίο του ποίημα. Το πνεύμα του ήταν ακμαίο. Υπολόγιζε να γράψει και άλλα ποιήματα. Αρχές Απριλίου η κατάσταση του χειροτέρεψε. Μεταφέρθηκε στο Ελληνικό νοσοκομείο. Όταν είδε τη βαλίτσα που του ετοίμαζαν οι συγγενείς του για να πάρει κάποια προσωπικά αντικείμενα μαζί του στο νοσοκομείο, δάκρυσε, είπε: «Αυτή τη βαλίτσα την αγόρασα 30 χρόνια πριν, ένα βραδάκι βιαστικά για να πάω στο Κάιρο για διασκέδαση. Τότε ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος».

Η ασθένεια του που τον οδήγησε στο τάφο τον είχε χτυπήσει στο λαιμό. Μάταιη αποδείχτηκε μία χειρουργική επέμβαση, που του έκοψε τις φωνητικές χορδές. Ένας ασημένιος σωλήνας, σφηνωμένος στο λάρυγγα δεν του ξανάδωσε φωνή. Πέρασε τις τελευταίες εβδομάδες μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Λίγοι φίλοι πήγαιναν να του κάνουν λίγη παρέα και κρατούσαν τη συζήτηση επιδέξια για θέματα που μπορούσαν να τον ευχαριστήσουν. Ο ποιητής απαντούσε χαράζοντας λίγες λέξεις πάνω σε μικρά κομματάκια χαρτί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φορούσε μια αλυσιδίτσα με ένα μικρό σταυρουδάκι στο λαιμό του. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν ο Καβάφης πίστευε ή όχι στον Χριστιανισμό. Δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά τις τελευταίες ώρες του δέχτηκε ένα παπά να τον κοινωνήσει και μετά έστρεψε το βλέμμα του ψηλά, σαν να ζητούσε συγχώρεση.

Στο κρεβάτι ξάπλωσε λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει. Ήταν θάνατος αξιοπρεπούς ανθρώπου. Στις 28 Απριλίου έπαθε συμφόρηση. Στις 29 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων του, στις 2 το πρωί ο Κωνσταντίνος Καβάφης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 70 ετών.

Σφακιά: τόπος επαναστάσεων

Τα Σφακιά είναι περιοχή της Κρήτης, τραχιά και δυσπρόσιτη. Αποτελούν επαρχία του νομού Χανίων. Επεκτείνονται από τον όρμο της Αγίας Ρούμελης ως την ανατολική άκρη των Λευκών Ορέων. Οι Σφακιανοί είναι οι ανυπότακτοι Κρητικοί, τους οποίους ούτε οι Άραβες, ούτε οι Βενετοί, ούτε ο Τούρκοι κατόρθωσαν να καταβάλουν. Η επανάσταση θα μπορούσε κάποιος να πει πως ήταν η δεύτερη φύση τους. Από τις 27 επαναστάσεις που ξέσπασαν στη διάρκεια της Ενετοκρατίας, οι περισσότερες ξεκίνησαν ή κατέληξαν στα Σφακιά.

Σφακιά: τόπος επαναστάσεων

Το όνομα των Σφακίων

Για την προέλευση της ονομασίας Σφακιά υπάρχουν πέντε εκδοχές:

  1. Από παραφθορά της λέξης «Φοίνιξ», ονομασία ισχυρής αρχαίας πόλης στην περιοχή.
  2. Από τη λέξη «σφάκα», τοπική ονομασία της πικροδάφνης (Σφακιά, η χώρα με τις πικροδάφνες).
  3. Από τη λέξη «σφηκιά», σφηκοφωλιά, επειδή οι Σφακιανοί ρίχνονται στους εχθρούς σαν σφήκες (Κρητικοί που ονομάζονταν Σφήκες αποίκησαν στην Κύπρο που ονομάστηκε Σφηκία).
  4. Από τη λέξη «σφαγεία», ως τόπος σφαγών
  5. Από τη λέξη «φαράγγια», καθώς η περιοχή είναι γεμάτη από αυτά.

Η Αραδήνα και η Ανώπολη (περιοχές που υπάρχουν ακόμη και σήμερα) είναι οι αρχαίες πόλεις των Σφακίων που συγκαταλέγονται ανάμεσα στις τριάντα κρητικές πόλεις οι οποίες αναφέρονται στη συνθήκη του Ευμένη της Περγάμου. Υπήρχαν ακόμη η Ποικιλασσός, η Τάρα (σήμερα Αγία Ρούμελη) και ο Φοίνικας (σήμερα Λουτρό Σφακίων), που γνώρισε αργότερα την ευημερία και έγινε έδρα επισκοπής στα Βυζαντινά χρόνια. Ο επίσκοπος Φοίνικος, Λέων, αναφέρεται ανάμεσα στους 350 που πήραν μέρος στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (786).

Η επανάσταση της Χρυσομαλλούσας

Μια πανέμορφη αρχοντοπούλα, η Χρυσή Σκορδίλη ζούσε στη χώρα των Σφακίων. Είχε κατάξανθα μακριά μαλλιά και την αποκαλούσαν «Χρυσομαλλούσα». Οι Βενετοί διατηρούσαν στην περιοχή αυτή φρούριο τυπικά επανδρωμένο με δεκαπέντε μόνο άνδρες. Όμως, ο Βενετός επικεφαλής τους, Καπαλέτο, θεωρούσε τον εαυτό του «φρούραρχο». Μια μέρα, η Χρυσομαλλούσα βρέθηκε στο δρόμο του πηγαίνοντας με δύο υπηρέτριες της στη πηγή. Ο Βενετός εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της κοπέλας, κατέβηκε από το άλογο του, την πλησίασε, την άρπαξε και τη φίλησε. Την επόμενη στιγμή δεχόταν το χαστούκι της.

Ο «φρούραρχος» προσβλήθηκε, Έβγαλε το σπαθί του, αλλά θυμήθηκε πως απέναντι του βρισκόταν γυναίκα. Έκοψε τη μία από τις δύο πλεξούδες της και αποχώρησε μαζί με το σπουδαίο λάφυρο του. Έτσι, όμως, η προσβολή είχε στραφεί εναντίον της αρχοντοπούλας. Οι Σφακιανοί αυτά δεν τα ανέχονται.

Οι συγγενείς της Χρυσομαλλούσας επιτέθηκαν στο φρούριο, το πήραν αμέσως, σκότωσαν τον Καπελέτο και τους άνδρες του και ξεθεμελίωσαν το φρούριο. Το συμβάν ήταν μια καλή αφορμή για επανάσταση. Απλώθηκε σε όλα τα Σφακιά και προκάλεσε και την εμπλοκή του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου. Καταλάγιασε ενάμιση χρόνο αργότερα (1321).

Ο Αλέξης Καλλέργης στα Σφακιά

Η επανάσταση του Αλεξίου Καλλέργη, στα 1361, ξεκίνησε από το οροπέδιο Λασιθίου αλλά κατέληξε στη Ανώπολη Σφακίων, τόπο ορεινό, δυσπρόσιτο και φυσικά οχυρό. Εκεί οι επαναστάτες κράτησαν καιρό αποκρούοντας τις επιθέσεις. Ο Καλλέργης υπέγραψε τη νικηφόρα γι’ αυτόν συνθήκη με τους Βενετούς αλλά οι επαναστάτες αφανίστηκαν. Οι Βενετοί, με ποινή θανάτου, απαγόρευσαν την κατοίκηση ανθρώπων σε ολόκληρη την περιοχή της Ανώπολης και ακόμα απαγόρευσαν τη βοσκή κοπαδιών και την καλλιέργεια της γης για τα επόμενα δώδεκα χρόνια. Λίγο καιρό αργότερα η Ανώπολη κατοικήθηκε πάλι. Οι Βενετοί δεν αντέδρασαν σε αυτό γιατί ήξεραν ότι οποιαδήποτε αντίδραση τους θα ήταν αιτία νέας επανάστασης.

Η «επανάσταση της κότας»

Από την εποχή της κατάκτησης της Κρήτης από τους Βενετούς υπήρχε ένας φόρος ο οποίος λεγόταν «φόρος της ορνιθολογίας»: οι κάτοικοι υποχρεώνονταν κάθε πρωτομηνιά να δίνουν σε κάθε φεουδάρχη μια κότα «καλήν και ευτραφή». Με τα χρόνια, όμως, οι «δικαιούχοι» πλήθαιναν και το ζήτημα καταντούσε αφαίμαξη.

Κάποιοι κάτοικοι ξεκίνησαν, αντί για κότα «καλήν και ευτραφή», να δίνουν στους φεουδάρχες από ένα αυγό, διαβεβαιώνοντας τους ότι από αυτό θα προκύψει κότα «καλή και ευτραφής». Οι Βενετοί φεουδάρχες αντιλήφθηκαν την ειρωνεία και απάντησαν με εντάλματα σύλληψης «οφειλετών της κότας» και κατάσχεσης περιουσιών. Συμπεριέλαβαν και τους Σφακιανούς στη λίστα. Οι τελευταίοι φυσικά επαναστάτησαν.

Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στην κορυφή του Αγίου Θεοδώρου, πραγματοποίησαν συνέλευση και έστειλαν στον Βενετό διοικητή των Χανίων έγγραφη διαμαρτυρία. Ο διοικητής φυλάκισε τους απεσταλμένους και απέρριψε τη διαμαρτυρία. Ο ένοπλος αγώνας απλώθηκε σε όλα τα Σφακιά. Ο δούκας της Κρήτης ξεκίνησε από το Χάνδακα και έφτασε στα Σφακιά με προτάσεις: οι Βενετοί γλύτωσαν το μπελά δίνοντας αμνηστία τους παραβάτες και ματαιώνοντας τις δίκες που εκκρεμούσαν.

Οι Τούρκοι στα Σφακιά

Όταν οι Τούρκοι πήραν την Κρήτη και ενώ ακόμα πολιορκούσαν τον Χάνδακα οι Σφακιανοί συνεννοήθηκαν με τους Βενετούς και επιτέθηκαν στον Αλμυρό (1650). Νικήθηκαν. Οι Τούρκοι εισέβαλαν στα Σφακιά, αιχμαλώτισαν αμάχους, αλλά αποχώρησαν. Η περιοχή δόθηκε ως φέουδο στον Γαζί Χιουσεΐν πασά ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή στην κατάκτηση της Κρήτης. Στα 1659, ο Γαζί Χουσεΐν πασάς αφιέρωσε τα Σφακιά στις ιερές πόλεις των Μωαμεθανών, Μέκκα και Μεδίνα, και όρισε να στέλνουν εκεί κάθε χρόνο 5.000 γρόσια (2.000 και 3.000 αντίστοιχα) «για τους φτωχούς». Τούρκοι στα Σφακιά ποτέ δεν κατοίκησαν.

Οι Σφακιανοί έμειναν ελεύθεροι και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Πλούτισαν και έπαψαν να πληρώνουν φόρο. Με τη τουρκική κατάκτηση της Κρήτης, όμως, κάποιοι Κρητικοί αποφάσισαν να μεταναστεύσουν. Κάποιοι πήγαν στα Επτάνησα, κάποιοι άλλοι στη Μολδοβλαχία. Με τον καιρό, πείστηκαν ότι τα Σφακιά ήταν απάτητα από Τούρκους και άρχισαν να επιστρέφουν. Οι «παλιννοστούντες» αποκλήθηκαν από τους άλλους σύμφωνα με το όνομα του τόπου προέλευσης, αυτός από την Ζάκυνθο, «Ζακυνθινάκης», αυτό από την Κάσο, «Κασοτάκης», από τη Μυτιλήνη, «Μυτιληνάκης», και από τη Μολδοβλαχία, «Βλάχος». Απόγονος ενός από τους «Βλάχους» ήταν ο Γιάννης Βλάχος, ο μετέπειτα Δασκαλογιάννης.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (1797-1864)

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (πραγματικό όνομα Ιωάννης Τριανταφύλλου) ήταν Έλληνας αγωνιστής και οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στρατηγός και συγγραφέας.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης

Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη

Η πατρίς της γεννήσεως μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικίου ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε διά ξύλα εις τον λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμο, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα, μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις τον χωρίον. Σε κάμποσον καιρόν έγινα τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη και ο πατέρας μου. Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε διά νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και θα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν απόνα γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε και δεκαοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κι’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κι’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέροντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γεφύρι και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν να με πετάξουν εις το δάσος, εις το Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρησαν διά το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μάνα μου και τους λέγει: «Η αμαρτία του βρέφου θα μας χάση, τους είπε, περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε. Το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνουμε». η μητέρα μου και ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα έλεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο όπου πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά.

Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με έβαλαν να εργάζωμαι σε έναν εκατό παράδες το χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια. Αφού έκανα πολλές δουλειές, ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου. Δεν ήθελα να κάμω αυτό το έργον και μ’ έδερναν και οι αφεντάδες και οι συγγενείς. Σηκώθηκα και πήρα και άλλα παιδιά και πήγαμε εις Φήβα. Η κακή τύχη και εκεί οι συγγενείς ήρθαν και μας πιάσανε και με φέραν πίσω εις την Λιβαδειά και εις τον ίδιον αφέντη. Και την ίδια ‘πηρεσία ξακολουθούσα κάμποσον καιρόν. Τότε διά να γλιτώσω από αυτήν την ‘πηρεσίαν, ότι η φιλοτιμία μου δεν μ’ άφηνε ήσυχον ούτε μέρα ούτε νύχτα, άρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια των παιδιών και της ίδιας μου της μητέρας και έφευγα μέσα τις ράχες. Και μ’ αυτό βαρέθηκαν και με λευτέρωσαν, ότι αυτείνη η ‘πηρεσία μ’ είχε καταντήση να χαθώ.

……………………………………………………………………………..

Η ουδετερότητα της Κρήτης

Όταν κάποιος ακούσει σε μια πρόταση τις λέξεις «Κρήτη» και «πόλεμος» σίγουρα περιμένει να ακούσει στη συνέχεια για τους αγώνες και τα κατορθώματα των Κρητικών. Είναι αλήθεια ότι η Κρήτη έχει δείξει την πολεμική της δύναμη ανά τους αιώνες και η αδιαμφισβήτητη παληκαριά των παιδιών της, των Κρητικών, είναι ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Υπάρχουν, όμως, και δύο περιπτώσεις στις οποίες η Κρήτη τήρησε αυστηρή ουδετερότητα.

Η ουδετερότητα της Κρήτης

Κατά τη διάρκεια των Μηδικών Πολέμων η Κρήτη τήρησε αυστηρή ουδετερότητα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες λίγο πριν το Συνέδριο του Ισθμού (481π.Χ.), έστειλαν πρέσβεις στην Κρήτη για να καλέσουν τις κρητικές πόλεις στον κοινό αγώνα κατά των Περσών. οι κρητικές πόλεις πριν απαντήσουν έστειλαν θεωρούς στο μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός της Πυθίας υπενθύμισε στους Κρητικούς τα παλιά παθήματα τους από τη συμμετοχή τους στον Τρωικό πόλεμο και τους αποθάρρυνε.

Οι νεώτεροι ιστορικοί αποδίδουν αυτήν την άρνηση των Κρητικών στην εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση της νήσου. Οι αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων και των πόλεων μεταξύ τους και το γενικό κλίμα πολιτικής αστάθειας δεν επέτρεπαν την ανάληψη υποχρεώσεων για υπερπόντιες επιχειρήσεις.

Άλλωστε, η γεωγραφική θέση της Κρήτης και η απόσταση από τις άλλες ελληνικές περιοχές και η ασθενής οικονομία εξόγκωναν τα αισθήματα του φόβου για μια ενδεχόμενη περσική εισβολή στο νησί. Έτσι ο δελφικός χρησμός ήταν μια πρώτης τάξεως δικαιολογία για την κρητική ουδετερότητα. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι η άρνηση των Κρητικών να συμμετάσχουν στους κοινούς αγώνες των Ελλήνων μπορεί να δικαιολογηθεί και από την ψυχολογία των Δωριέων, που ήταν από τη φύση τους συντηρητικοί και αντιμετώπιζαν κάθε πολεμική περιπέτεια με σκεπτικισμό.

Η Κρήτη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου κράτησε και πάλι αυστηρή ουδετερότητα. Μια επίθεση ναυτικής μοίρας των Αθηναίων με το στρατηγό Φορμίωνα στην Κυδωνία το 429π.Χ. δεν είχε ευρύτερες συνέπειες. Ο Θουκυδίδης αποδίδει την επέμβαση αυτή σε υπόδειξη του Γορτύνιου Νικία, που ήταν πρόξενος των Αθηναίων, Φαίνεται όμως ότι η επίθεση αυτή είχε εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Στην Κυδωνία, που διατηρούσε, τότε, εμπορικές σχέσεις με την Αίγινα, είχαν καταφύγει Αιγινήτες φυγάδες μετά τη διασπορά τους το 431π.Χ. Σταθερή πολιτική των Αθηναίων ήταν η εξόντωση των Αιγινητών, όπου κι αν είχαν καταφύγει. Στην ουσία, λοιπόν, η επίθεση του Φορμίωνα είχε στόχο μάλλον τους Αιγινήτες και όχι την Κυδωνία. Ωστόσο, το γεγονός υατό αναζωπύρωσε τα ενδοκρητικά μίση. Οι κάτοικοι της Πολίχνης συνέπραξαν με τους Γορτύνιους και τους Αθηναίους στην επίθεση κατά της Κυδωνίας.

Καιάδας

Ως Καιάδας αναφερόταν στην αρχαιότητα το μεγάλο βάραθρο κοντά στην αρχαία Σπάρτη στους πρόποδες του όρους Ταΰγετος. Έχει συνδεθεί το όνομα αυτό με την έκθεση των δύσμορφων βρεφών στη Σπάρτη. Αυτό στηρίζεται στην άποψη ότι οι Σπαρτιάτες υποστήριζαν και επιθυμούσαν την ευγονία και την χρησιμότητα τους στο κράτος.

Καιάδας

Η άποψη αυτή ταυτίστηκε με μια σειρά στερεοτύπων που ακολουθούν συνήθως τους χαρακτηρισμούς της σπαρτιατικής κοινωνίας και συνδέθηκε με μια συγκεκριμένη εικόνα-παράσταση για τη σπαρτιατική πολιτεία. Απομονώνει επίσης την σπαρτιατική πρακτική από το ευρύτερα διαδεδομένο φαινόμενο της έκθεσης βρεφών στην αρχαιότητα, αποδίδοντας ιδιαίτερο σημασιολογικό φορτίο.

Παραδόξως, καμιά από τις αντιλήψεις-απόψεις περί σπαρτιατικής ιδιαιτερότητας ή «αγριότητας» δεν καταγράφονται στις μαρτυρίες των αρχαίων. Οι αιτίες που οδηγούσαν κάποια οικογένεια στην έκθεση ενός αρτιμελούς παιδιού ήταν συνήθως κοινωνικές και οικονομικές και υπάρχουν διαφορές από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή ως προς τις διαστάσεις και τον τρόπο εφαρμογής της.

Αντίθετα, η έκθεση των βρεφών με κάποια γενετική δυσπλασία ή δυσμορφία αποτελούσε κοινή πρακτική και δεν παρατηρούνται διακρίσεις ή πολυνομία από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή. Το τερατόμορφο βρέφος θεωρούνταν ανεπιθύμητο και προκαλούσε το φόβο της κοινότητας.

Η μοναδική φιλολογική μαρτυρία, που μας είναι γνωστή, ο Πλούταρχος, εμφανίζει μεγάλη συνάφεια και πνευματική συγγένεια με τις απόψεις του Πλάτωνα, οι οποίες όμως δεν αναφέρονται στην σπαρτιατική πρακτική. Ο Πλάτωνας, όπως συχνά κάνει και σε άλλα ζητήματα, καινοτομεί και σε αυτό. Θεωρητικοποιεί την ευγονία, τη συνδέει με την έκθεση και εισάγει στη διαδικασία της έκθεσης μια ειδική επιτροπή «αξιολόγησης» των νεογέννητων. Παράλληλα, αποκλείει την έκθεση των υγιών βρεφών και επικεντρώνει την προσοχή και το ενδιαφέρον του στα δύσμορφα.

Τη λογική αυτή κατάταξη του θέματος, καθώς και τον τρόπο περιγραφής της διαδικασίας της έκθεσης τη συναντάμε και στον Πλούταρχο για την περίπτωση της Σπάρτης. Το χωρίο του Πλούταρχου εγείρει πέντε βασικά σημεία: την εξέταση, την ευγονία, την απονομή κλήρου στο υγιές παιδί, τη ρίψη του δύσμορφου στον Καιάδα και τον ρόλο των φυλετών που συνδυάζεται με τον βαθμό εξουσίας του πατέρα πάνω στο παιδί του.

Σε μια κλειστή κοινωνία, όπως αυτή των Ομοίων, στη Σπάρτη, όπου επικρατούσαν ενδογαμικές σχέσεις, το φαινόμενο ως προς τη διαμαρτία περί της διάπλασης των παιδιών δεν πρέπει να ήταν σπάνιο και ίσως για το λόγο αυτό μέτρα προστασίας να κρίθηκαν από την κοινότητα αναγκαία και απαραίτητα. Εκεί, ίσως, να βρίσκεται και η αιτία της ιατρικής εξέτασης του παιδιού από τους γεροντότερους.

Η ορθολογική ερμηνεία της ευγονίας, πολιτικά μεταφράζεται στη διάθεση των Σπαρτιατών να απομακρύνουν μόνο τα τερατόμορφα βρέφη, βασιζόμενοι στην αρχή πως κάθε υγιές παιδί είναι συγχρόνως και ένας μελλοντικός πολίτης.

Με την ευκαιρία διαδικασίας εξέτασης του παιδιού από τους φυλέτες, συνδυάζονταν και η απονομή του κλήρου από τον πατέρα. Ο χαρακτήρας, η σημασία όμως αυτή της απονομής ήταν διαφορετική πριν και μετά το νόμο του Επιταδέα.

Πριν από το νόμο του Επιταδέα, η απονομή κλήρου ίσως είχε συμβολικό χαρακτήρα και αφού το παιδί αποκτούσε αυτοδίκαια την πατρική περιουσία. Μετά το νόμο του Επιταδέα, η απονομή γης στο νεογέννητο πρέπει να αποκτά ουσιαστικό χαρακτήρα για το μελλοντικό πολίτη. Η δημοσιοποίηση της απονομής κλήρου αποτελούσε ίσως μια δεσμευτική υπόσχεση του πατέρα, παρουσία των μελών της φυλής, ότι θα αφήσει τον κλήρο στο παιδί που αναγνωρίζει και αναλαμβάνει να αναθρέψει και όχι σε κάποιον άλλον.

Στη νεότερη και σύγχρονη ιστοριογραφία επικρατεί η άποψη που ταυτίζει τους Αποθέτες με τον Καιάδα. Ο Πλούταρχος, όπως και καμία άλλη μαρτυρία, δεν συσχετίζει τους Αποθέτες με τον Καιάδα. Ο Καιάδας και η θρυλική ρίψη σ’ αυτόν αφορά καταδικασμένους σε θάνατο ή τα πτώματα τους και όχι τα δύσμορφα μωρά. Η ταύτιση του με τους Αποθέτες ανταποκρίνεται περισσότερο στην παράσταση-εικόνα της πόλης αυτής έτσι όπως κατασκευάστηκε στη σύγχρονη εποχή και λιγότερο στην ιστορική της πραγματικότητα.

Και μόνο το γεγονός πως ο Σπαρτιάτης με την ιδιότητα του πατέρα, παρουσιάζει το παιδί στους φυλέτες, προϋποθέτει ένα στάδιο αναγνώρισης του βρέφους εκ μέρους του (κάτι αντίστοιχο με τη γιορτή των «Αμφιδρομίων» στην Αθήνα). Ο πατέρας δηλαδή έφερνε στη λέσχη μόνο όσα επιθυμούσε να αναθρέψει. Το γιατί στη Σπάρτη η έκθεση των αρτιμελών παιδιών δεν εκφραζόταν με την κλασική μορφή της εγκατάλειψης τους, όπως συνέβαινε στην Αθήνα, ίσως να οφειλόταν στη διαφορετική δομή που είχε η κοινωνική διαστρωμάτωση των πολιτών. Στο γεγονός, δηλαδή, πως στην τάξη των Σπαρτιατών υπήρχαν θεσμοθετημένα κοινωνικά στρώματα που μπορούσαν να «υποδεχθούν» το εκτιθέμενο παιδί, κάτι που δεν συναντάμε στην Αθήνα.

Η παρουσία των φυλετών δεν αφορά τη διαδικασία αναγνώρισης του παιδιού από τον πατέρα, που ήταν καθαρά οικογενειακή υπόθεση. Αφορά τη διαδικασία εισόδου και εγγραφής του παιδιού στη φυλή, η οποία δεν ανήκει στη δικαιοδοσία της οικογένειας. Έτσι ερμηνεύεται ο αναβαθμισμένος ρόλος των φυλετών, ανεξάρτητα από το βαθμό εξουσίας του πατέρα. Τη γενικότερη χαλάρωση των παραδοσιακών θεσμών της Σπάρτης στη μακρόχρονη περίοδο, από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή εποχή, ακολούθησε και η ισχύς των φυλετών.

Η σπαρτιατική συνήθεια της έκθεσης εντάσσεται στη γενικότερη διαδεδομένη συνήθεια της έκθεσης των ανεπιθύμητων παιδιών στον αρχαίο κόσμο. Καμιά «σπαρτιατική ανωμαλία», δεν τίποτα το ιδιαίτερο ή αξιοπερίεργο δεν σημειώνεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία για την εφαρμογή αυτής της πρακτικής στην Σπάρτη. Η μοναδική ιδιαιτερότητα που εμφανίζεται στην περίπτωση της Σπάρτης είναι ότι η έκθεση περιορίζεται και επικεντρώνεται μόνο στα τερατόμορφα παιδιά και δεν επεκτείνεται και στα αρτιγενή, όπως ευρύτατα εφαρμοζόταν στις άλλες πόλεις.

Η μαρτυρία του «ηθικολόγου» Πλουτάρχου μέσα από το σπαρτιατικό πρότυπο λειτουργεί παράλληλα και ως παρότρυνση και προτροπή για τον περιορισμό των διαστάσεων της έκθεσης των υγιών βρεφών, που στην εποχή του παρουσίαζε τρομακτική έξαρση, επικεντρώνοντας την μόνο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή των δύσμορφων εκ γενετής παιδιών. Τα συμπεράσματα περί ευγονίας των Σπαρτιατών, στο πλαίσιο μιας στρατοκρατούμενης κοινωνίας, ο υπερβάλλων ρόλος των φυλετών στις οικογενειακές και ατομικές υποθέσεις, στο πλαίσιο του κοινοβιακού χαρακτήρα της σπαρτιατικής κοινωνίας, προέρχονται και αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του σπαρτιατικού μύθου, του οποίου ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες ήταν και ο Πλούταρχος.

Χιντεγιόσι: Ο Ναπολέων της Ιαπωνίας

Στη Δύση το όνομα «Χιντεγιόσι» είναι ελάχιστα γνωστό. Στην Ανατολή και ιδιαίτερα, στην Κίνα και την Κορέα, πολλοί θυμούνται ακόμη εκείνον τον φιλόδοξο Ιάπωνα στρατηλάτη του 16ου αιώνα που ονειρεύτηκε και αποτόλμησε να τις κατακτήσει, πράγμα που του προσέθεσε το χαρακτηρισμό «Ναπολέων της Ιαπωνίας». Στην Ιαπωνία γνωστότερος με το προσωνύμιο «Τάικο», αποτελεί σήμερα ένα θρύλο.

Χιντεγιόσι: Ο Ναπολέων της Ιαπωνίας
Ο Χιντεγιόσι

Ο Ναπολέων της Άπω Ανατολής είχε ένα ταπεινό ξεκίνημα που ούτε το πραγματικό του όνομα είναι γνωστό. «Χιντεγιόσι», «Τογιοτόμι», «Τάικο», «Καμπάκου», όλα αυτά του προσδόθηκαν αργότερα, καθώς αναρριχόταν στα ύψη της εξουσίας. Αρχικά, είχε ο ίδιος διαλέξει το ταπεινό «Κινοσιτά», που σημαίνει «αυτός που ζει κάτω από το δέντρο». Γεννήθηκε το 1536 στο χωριό Νακαμπούρα της επαρχίας Οβάρι, κοντά την σημερινή πόλη Ναγκόγια. Ο πατέρας του πέθανε λίγο μετά και το χωριατόπαιδο μεγάλωσε με τη μητέρα του που ξαναπαντρεύτηκε. Εκείνη προόριζε το γιο της για έναν κοντινό βουδιστικό ναό, αλλά το παιδί γρήγορα έδειξε πως είχε άλλα όνειρα: ξεφεύγοντας από τους μοναχούς και οργισμένος που η θεότητα δεν εισάκουσε τις προσευχές του, θρυμμάτισε το κεντρικό αγαλμάτιο και έφυγε, αποφασισμένος να να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε έναν μικρό τοπικό άρχοντα και λίγο αργότερα στο Νομπουνάγκα, που το άστρο του ανέβαινε εντυπωσιακά. Η παράδοση μάλιστα έχει συγκρατήσει και ένα συναπάντημα του Κινοσιτά με τον μεγάλο ληστή της περιοχής Κορόκου, που στη συνέχεια έγινε ένας από τους στρατηγούς του.

Ο νεαρός τυχοδιώκτης πολεμιστής -που δεν είχε προικιστεί από τη φύση με όμορφα φυσιογνωμικά και σωματικά χαρακτηριστικά- παντρεύτηκε αργότερα την κόρη κάποιου μικρού πολεμάρχου, αλλά γρήγορα την απέπεμψε, σύμφωνα με τις απλοϊκές διαδικασίες διαζυγίου της εποχής: στέλνοντας της την περίφημη επιστολή «μικουντάρι χαν», δηλαδή τρεισήμισι αράδες που της γνωστοποιούσαν την απόφαση του να τη στείλει πίσω στην οικογένεια της.

Από το 1558 και μετά η θέση του Χιντεγιόσι δίπλα στον Νομπουνάγκα εδραιώθηκε. Το 1561 παντρεύεται την κόρη ενός άλλου άρχοντα, τη Νένε, η οποία νιώθει γι’ αυτόν αγάπη βαθιά, μολονότι ο Κινοσιτά, σε πείσμα της κακομορφίας του, δεν της είναι πιστός.

Οι Κορεάτικες εκστρατείες

Το καλοκαίρι του 1582 ο Νομπουνάγκα σκοτώνεται από έναν από τους στρατηγούς του, τον Ακέτσι Μιτσουχίντε, μέσα σε έναν ναό όπου είχε ζητήσει καταφύγιο. Ο Χιντεγιόσι εκδικείται το θάνατο του σκοτώνοντας τον δολοφόνο και εξουδετερώνοντας τις στρατιωτικές του δυνάμεις. Τώρα πια είναι έτοιμος να πετάξει με τα δικά του φτερά και να ξεκινήσει μια σειρά από εκστρατείες.

Το 1584 ο Χιντεγιόσι είχε επιχειρήσει να θέσει σε επιρροή τα νησιά Λουτσού (σημερινή Οκινάβα) και το 1590 είχε απευθύνει και μια σχετική επιστολή στο βασιλιά τους, προτείνοντας τη σύναψη συμμαχίας, αφού και οι δύο πλευρές ανήκαν στην «ίδια οικογένεια». (Τα νησιά αυτά στην ιστορία τους κινήθηκαν πάντα ανάμεσα στη σφαίρα επιρροής της Ιαπωνίας και της Κίνας). Χωρίς να έχει απόλυτη αίσθηση των τεράστιων εκτάσεων μακρινών χωρών, ο Χιντεγιόσι, ωστόσο, επανειλημμένα είχε αναφέρει την πρόθεση του μετά την υποταγή της Κίνας, να προχωρήσει και προς την νοτιοανατολική Ασία, τις Ινδίες και την Περσία. Μέσα από αυτές τις εξαγγελίες φαίνεται περισσότερο μεγαλομανία παρά μελετημένος σχεδιασμός κατακτήσεων.

Γύρω στο 1591, κάποιες ανταλλαγές απεσταλμένων με την Κορέα είχαν αρχίσει και κάποιες προσπάθειες ανίχνευσης του εδάφους υπό την έννοια συλλογής πληροφοριών. Ένας έμπορος, ο Καμίγια Σοτάν, είχε επιφορτιστεί με τη σύνταξη λεπτομερών χαρτών της χερσονήσου, καθώς είχε την άνεση μετακινήσεων στο χώρο. Ο Χιντεγιόσι ξεκαθάρισε στο βασιλιά της Κορέας ότι στόχος του ήταν να υποτάξει την Κίνα, ζητώντας ένα «πέρασμα» από την Κορέα. Οι Κορεάτες όμως δεν έδειξαν την παραμικρή ανταπόκριση. Έτσι η εκστρατεία γινόταν αναπόφευκτη: περίπου 160.000 στρατιώτες, 9.200 ναύτες, 100.000 εφεδρείες, αναφέρονται ως ιαπωνικές εκστρατευτικές δυνάμεις μαζί με ανυπολόγιστο αριθμό πολεμικών πλοίων.

Το 1592 οι ιαπωνικές δυνάμεις κατέλαβαν το Πουσάν και έφτασαν μέχρι τη Σεούλ, που ο βασιλιάς της την είχε εγκαταλείψει. Οι Κορεάτες είχαν εκπλαγεί από τον ιαπωνικό όγκο και υποχωρούσαν. Τον έβδομο μήνα του 1592 οι ιαπωνικές δυνάμεις προήλαυναν μέχρι την Πιονγκγιάνγκ και τον ποταμό Γιαλού. Σιγά σιγά άρχισε η αντεπίθεση, καθώς κινεζικές δυνάμεις πέρασαν τον Γιαλού για να απωθήσουν τους Ιάπωνες. Παράλληλα, μια μεγάλη κορεατική φυσιογνωμία, ο θρυλικός ναύαρχος Γι Σου Σιν, «ο Νέλσον της Κορέας» εμφανιζόταν στο πολεμικό ναυτικό θέατρο με ολέθριες για τους Ιάπωνες συνέπειες. Τα πλοία-χελώνες, τα περίφημα σιδερόφρακτα θωρηκτά του, έσπερναν τον όλεθρο στον ιαπωνικό στόλο.

Χιντεγιόσι: Ο Ναπολέων της Ιαπωνίας
Πλοίο-Χελώνα

Το 1593 ο Χιντεγιόσι υπέβαλε στους Κινέζους μια σειρά προτάσεων για ειρήνευση, που χαρακτηριζόταν από μετριοπάθεια και μια απόπειρα εγκαθίδρυσης διπλής κυριαρχίας στην κορεάτικη χερσόνησο, ιαπωνικής και κινεζικής. Ένας από τους ιαπωνικούς όρους ήταν: «Η Ιαπωνία θα ήταν σύμφωνη, εφόσον οι παρόντες όροι γίνουν αποδεκτοί, να επιστρέψει τις τέσσερις βόρειες επαρχίες της Κορέας στο βασιλιά της Κορέας, διατηρώντας το όνομα της μόνο σε αυτές τις τέσσερις». Η διατύπωση αυτή στην ουσία σήμαινε διχοτόμηση της χερσονήσου ανάμεσα σε βόρειο και νότιο τμήμα. Και ναι μεν ο Χιντεγιόσι δεν φαίνεται να επέμενε τόσο στον όρο αυτό, σήμερα όμως είναι δύσκολο να μην κάνουμε το συνειρμό ανάμεσα στην έννοια «διχοτόμηση» σαν υπόθεση τακτικής τότε και σαν τραγωδίας από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εξής.

Το 1596 έφτασε μια κινεζική αντιπροσωπεία στο Σακάι της Ιαπωνίας μεταφέροντας το μήνυμα «Δηλώνουμε ότι ότι σας αποδεχόμαστε ως Βασιλιά της Κορέας». Αυτή η κινέζικη τοποθέτηση δεν ήταν όμως αυτό που ήθελε ο Χιντεγιόσι. Έτσι ξεκίνησε τη δεύτερη εκστρατεία του, με 140.000 πρόσθετους άνδρες, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Ιδίως στη θάλασσα, ο Κορεάτης ναύαρχος συνέχισε να σπέρνει την καταστροφή, ενώ και στην ξηρά οι κινεζικές δυνάμεις συνέχιζαν την προέλαση τους στο Νότο. Η ιαπωνική υποχώρηση γινόταν αναπόφευκτη και, με το θάνατο του Χιντεγιόσι, οριστική.

Οι κορεάτικες εκστρατείες είναι αυτές που προσέδωσαν στον Χιντεγιόσι τον χαρακτηρισμό «Ναπολέων της Ιαπωνίας». Και ο Ναπολέων Βοναπάρτης απέτυχε στη Ρωσία, αλλά η αίγλη του παρέμεινε. Ο Χιντεγιόσι απέτυχε στην Κορέα αλλά διατήρησε κάποιο φωτοστέφανο για τα όνειρα του.

Το τέλος του Χιντεγιόσι

Το 1592 ο Χιντεγιόσι όρισε ως διάδοχο του τον ανηψιό του Χιντετσούγκου, ως λύση ανάγκης αφού δεν είχε γιο. Το 1593, όμως, αποκτά γιο και κληρονόμο του, τον Χιντεγιόρι, από την αγαπημένη του ερωμένη Γιοντογκίμι. Το 1595 ο Χιντετσούγκου διατάχθηκε να κάνει χαρακίρι, ενώ όλη η οικογένεια του θανατώθηκε με απίστευτη σκληρότητα. Ο Χιντεγιόσι όρισε μια πενταμελή επιτροπή, η οποία ήταν επιφορτισμένη να διαφυλάξει τον τίτλο και τα δικαιώματα του γιου του. Ανάμεσα τους ήταν και ο Ιεγιάσου, ο οποίος τελικά, θα ανέτρεπε τα πάντα, κατακτώντας ο ίδιος την κληρονομιά και την ύπατη εξουσία. Το 1598 ο Χιντεγιόσι αφήνει την τελευταία του πνοή.

Τα Χανιά (1700π.Χ.-…)

Τα Χανιά είναι παραλιακή πόλη της βορειοδυτικής Κρήτης, ένας από τους σημαντικότερους λιμένες της και πρωτεύουσα του νομού Χανίων. Καταλαμβάνει έκταση περίπου δεκατριών τετραγωνικών χιλιομέτρων και αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νησιού μετά το Ηράκλειο. Ο δήμος Χανίων αριθμεί 108.642 κατοίκους (2011). Υπήρξε σημαντική μινωική πόλη και έχει ταυτισθεί με την αρχαία Κυδωνία.

Τα Χανιά
Τα Βενετσιάνικα νεώρια στο λιμάνι των Χανίων

Τα Χανιά που ήταν Κυδωνία

Τα Χανιά είναι η τοποθεσία σύμφωνα με την οποία οι Μινωίτες έκτισαν την «Κυδωνία». Από ανασκαφές που έγιναν σε διάφορες συνοικίες, όπως αυτή στο Καστέλι, έγινε γνωστό πως η περιοχή ήταν κατοικημένη από τη Νεολιθική εποχή. Η πόλη αποτέλεσε μετά τη Μινωική εποχή μια σημαντική πόλη-κράτος με όρια από τη θάλασσα μέχρι τους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Οι πρώτοι αποικιστές από την ηπειρωτική Ελλάδα ήταν οι Δωριείς γύρω στο 1100 π.Χ. Η Κυδωνία βρισκόταν σε συνεχείς διενέξεις με τις άλλες πόλεις κράτη της περιοχής, όπως τα Άπτερα, η Φαλάσαρνα και η Πολυρρήνεια. Επίσης, ο Όμηρος την ανέφερε στην Οδύσσεια. Το 69 π.Χ. ο Ρωμαίος πρόξενος Καικίλιος Μέτελλος (Caecilius Metellus) κατέλαβε την Κυδωνία, η οποία έλαβε προνόμια ανεξάρτητης πόλης-κράτους από τους Ρωμαίους, όπου και διατήρησε το δικαίωμα να έχει δικό της νόμισμα μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Τα Βυζαντινά και Ενετικά Χανιά

Η πρώτη βυζαντινή περίοδος διήρκεσε από το 395 ως το 824. Γι’ αυτήν δεν υπάρχουν αρκετές καταγραφές. Κατά την Αραβοκρατία (827 – 961) που ακολούθησε η μικρή πόλη πιθανά ονομαζόταν Rabdh el Djobh (Τυρούπολη, πόλη του τυριού) ή Al Hanim. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι Χριστιανικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν προς τα ορεινά του νομού λόγω των διωγμών. Ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς επανέκτησε την Κρήτη το 961. Η δεύτερη βυζαντινή περίοδος διήρκεσε μέχρι το 1204 και το όνομά της άλλαξε σε Χανιά. Οι Βυζαντινοί άρχισαν να ενισχύουν με οχυρωματικά έργα την πόλη, χρησιμοποιώντας αρχαία οικοδομικά υλικά, με σκοπό να αποτρέψουν και άλλη αραβική επιδρομή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα Χανιά αποτελούν επίσης έδρα επισκόπου.

Μετά την τέταρτη σταυροφορία (1204) και την πτώση της Βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή, η Κρήτη δόθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό. Αυτός αποφάσισε να την πωλήσει στους Ενετούς για 1000 ασημένια μάρκα. Το 1252 οι Ενετοί κατάφεραν να υποτάξουν τους Κρήτες επαναστάτες και η Βενετική Σύγκλητος με το διάταγμα της 29 Απριλίου 1252 (Γρηγοριανό ημερολόγιο) διατάσσουν τον Στρατιωτικό Διοικητή να καταλάβουν τη Δυτική Κρήτη και να ιδρύσουν νέα πόλη ή να ανοικοδομήσουν κάποια παλαιά. Τα Χανιά κατόπιν, όπως και όλη η Κρήτη άνθησαν ως εμπορικό κέντρο και ως αγροτική περιοχή.

Στην αρχή οι Ενετοί ήταν σκληροί και καταπιεστικοί, αλλά σιγά σιγά οι σχέσεις τους με τους ντόπιους θερμάνθηκαν. Η επαφή τους με τη Βενετία βοήθησε στο να αναμειχθούν οι δύο κουλτούρες, χωρίς όμως οι ντόπιοι να χάσουν τις ελληνοχριστιανικές τους παραδόσεις. Το όνομα της πόλης άλλαξε σε La Canea και οι βυζαντινές οχυρώσεις ενισχύθηκαν δίνοντας στα Χανιά τη σημερινή τους μορφή. Επίσης, μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, αρκετοί ιερείς, μοναχοί, καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων βρήκαν καταφύγιο στην Κρήτη βοηθώντας στην πολιτιστική ενίσχυση του νησιού. Τα Χανιά, κατά την περίοδο αυτή, περιέχουν μείγμα βυζαντινού, ενετικού και κλασικού ελληνικού πολιτισμού.

Οι Οθωμανοί και οι Αιγύπτιοι στα Χανιά

Παρόλα αυτά τα τείχη της δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τους Οθωμανούς από το να καταλάβουν την πόλη το 1645 ύστερα από δίμηνη πολιορκία. Οι Οθωμανοί αποφάσισαν να προσεγγίσουν τη πόλη από τα δυτικά και αποβιβάστηκαν κοντά στο μοναστήρι της Γωνιάς στην Κίσσαμο, το οποίο και λεηλάτησαν και έκαψαν. Πολιόρκησαν τα Χανιά στις 2 Αυγούστου 1645. Οι απώλειες και από τις δυο πλευρές ήταν τεράστιες (ειδικά των Οθωμανών). Ο Οθωμανός διοικητής εκτελέστηκε στην επιστροφή του έχοντας χάσει περισσότερους από 40.000 άντρες. Από την εκστρατεία αυτή η οποία για τους Τούρκους παραταύτα θεωρήθηκε ως μεγάλο κατόρθωμα έμεινε μέχρι και σήμερα η φράση «Να δείς τα Χανιά και τη Γωνιά» που σημαίνει να καταλάβεις σε βάθος μια δουλειά και να είσαι εύστροφος.

Αργότερα οι περισσότερες εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά και τα πλούτη της πόλης μεταφέρθηκαν στην έδρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι εποίκησαν τις ανατολικές συνοικίες της πόλης (Καστέλι και Σπλάτζια), όπου και μετέτρεψαν τον Άγιο Νικόλαο των Δομινικανών μοναχών στο Κεντρικό τους τζαμί. Έκτισαν επίσης και νέα τζαμιά, όπως αυτό του Kioutsouk Hassan στο παλιό λιμάνι. Τα δημόσια λουτρά (hamam) χτίστηκαν από τους Τούρκους λίγο πιο πάνω, στη σημερινή οδό Χάληδων.Το 1821, με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, υπήρξαν διαμάχες μεταξύ των Χριστιανών και Μουσουλμάνων στα Χανιά, που οδήγησαν σε σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού στην πόλη των Χανίων. Ο επίσκοπος Κισσάμου, Μελχισεδέκ Δεσποτάκης, κρεμάστηκε από τους Τούρκους σε έναν πλάτανο στην πλατεία της Σπλάντζιας, ο οποίος υπάρχει και σήμερα.

Η Κρήτη μετά την Επανάσταση του 1821 αποδόθηκε από τους Οθωμανούς στους Αιγύπτιους του Μοχάμαντ Άλυ, οι οποίοι τη διατήρησαν έως το 1840. Στην εποχή της Αιγυπτιοκρατίας ανάγεται ο φάρος στο ενετικό λιμάνι των Χανίων. Επί αιγυπτιοκρατίας εκδόθηκε η πρώτη εφημερίδα στην Κρήτη, στα Χανιά, η «Κρητική Φωνή», η οποία ήταν δίγλωσση. Επί αιγυπτιακής κατοχής υπήρχαν δύο διοικήσεις στην Κρήτη, η μία στα Χανιά και η άλλη στον Χάνδακα (Ηράκλειο).

Το 1841 το νησί επανήλθε σε οθωμανική κατοχή. Από το 1850 κι έπειτα ο Πασάς της Κρήτης διέμενε στα Χανιά, όταν οι Οθωμανοί μετέφεραν για αμυντικούς λόγους (ύπαρξη του ασφαλούς για τον Οθωμανικό στόλο λιμανιού της Σούδας) την πρωτεύουσα της Κρήτης από το Ηράκλειο. Έως το 1850 ο Πασάς του Ηρακλείου, ήταν και Πασάς της Κρήτης.

Το 1878, υπογράφτηκε η Σύμβαση της Χαλέπας, η οποία παραχωρούσε κάποια σημαντικά δικαιώματα στο χριστιανικό πληθυσμό του νησιού.

Η Κρητική Πολιτεία των Χανίων

Το 1898, κατά τη διάρκεια των τελευταίων κινημάτων για ανεξαρτησία και ένωση με την Ελλάδα και ειδικά των αναταραχών στο Ηράκλειο την 25 Αυγούστου 1898, οι Μεγάλες Δυνάμεις δημιούργησαν την ημιαυτόνομη Κρητική Πολιτεία με πρωτεύουσα τα Χανιά, με ύπατο αρμοστή της τον πρίγκιπα Γεώργιο. Το παλάτι βρίσκεται στη συνοικία Χαλέπα, στα ανατολικά της παλιάς πόλης, δίπλα στην οικία του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων η Κρήτη τύπωσε δικό της νόμισμα και γραμματόσημα. Η πόλη έπαψε να αποτελεί απομακρυσμένο βιλαέτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έγινε κοσμοπολίτικη, ξανακερδίζοντας τον ρόλο της ως σταυροδρόμι των πολιτισμών της Ευρώπης και της Ανατολής. Πολλά σημαντικά κτήρια χτίστηκαν κατά την περίοδο αυτή, κυρίως στην οδό Νεάρχου, καθώς και στο προάστιο της Χαλέπας, όπου βρίσκονταν τα προξενεία των προστάτιδων δυνάμεων.

Παρόλα αυτά ο κύριος στόχος ήταν η ένωση με την Ελλάδα, η οποία πραγματοποιήθηκε οριστικά το 1913.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στα Χανιά

Μια άλλη σημαντική στιγμή στην ιστορία των Χανίων είναι η εισβολή και κατοχή από τις δυνάμεις του Άξονα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την μεταφορά της Ελληνικής κυβέρνησης στα Χανιά μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας η πόλη γίνεται η de facto πρωτεύουσα της χώρας (ως πρωτεύουσα ορίζεται η έδρα της κυβέρνησης). Στην συνέχεια όμως έπειτα από έναν ανηλεή βομβαρδισμό της πόλης από τη γερμανική αεροπορία τον Μάιο του 1941, οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην πόλη από τα δυτικά (από τις περιοχές του Γαλατά και του Μάλεμε) και απωθήθηκαν από τους Βρετανούς στον λόφο της Δεξαμενής στα νότια της πόλης. Ο βασιλιάς Γεώργιος διέμενε σε μια βίλα στα Περιβόλια, κοντά στα Χανιά, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους Γερμανούς στην Αίγυπτο. Η Εβραϊκή κοινότητα των Χανίων υπέστη σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια της 5ετούς κατοχής. Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως και άλλοι αντιστασιακοί, μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην κεντρική Ευρώπη. Το 1944, μια Βρετανική τορπίλη βύθισε το πλοίο «Τάναϊς», το οποίο μετέφερε το μεγαλύτερο μέρος της εβραϊκής κοινότητας Χανίων. Τα Χανιά ήταν η τελευταία ευρωπαϊκή πόλη, που απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1945, με τους Γερμανούς να εκτελούν ντόπιους μέχρι την τελευταία στιγμή.

Τα σύγχρονα Χανιά

Τη δεκαετία του ’70 η Κρήτη μετατράπηκε σε μείζονα τουριστικό προορισμό για τον διεθνή και εγχώριο τουρισμό, πράγμα το οποίο συνέβαλε στην άνθηση της οικονομίας και της πολιτιστικής ανάπτυξης της πόλης. Τα Χανιά με παράνομη χουντική απόφαση, έπαψαν να είναι πρωτεύουσα της Κρήτης το 1971, όταν ως πρωτεύουσα της Κρήτης επανήλθε το Ηράκλειο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Χανιά