Με τον όρο rentes προσδιορίζονται τα δάνεια που χορηγούνταν από τους πολίτες προς το κράτος με αντάλλαγμα την ετήσια καταβολή τόκου. Χορηγούνταν ήδη στην Ιταλία κατά τον Μεσαίωνα, ενώ τα περισσότερα άλλα κράτη άρχισαν να υιοθετούν την πρακτική αυτή τον 15ο και τον 16ο αιώνα. Στη Γαλλία τα rentes παρόλο που τυπικά αποτελούσαν δάνεια προς το στέμμα, εκδίδονταν από το Hôtel de Ville του Παρισιού (Δημαρχείο του Παρισιού). Στην Ισπανία τα κρατικά δάνεια καλούνταν juros, τα ιδιωτικά και δημοτικά δάνεια censos. Στην Ιταλία, τα monti, όπως καλούνταν τα χρέη του δημοσίου, αποτελούσαν ήδη προ πολλού στοιχείο οικονομικών των δήμων.
Αυτές οι ετήσιες πρόσοδοι αποτελούσαν μια ελκυστική μορφή επενδύσεων, ιδιαίτερα όπου το κράτος παρείχε ασφάλεια των κεφαλαίων και υψηλά επιτόκια. Σε μια περίοδο όπου ο τραπεζικός τομέας δεν είχε αναπτυχθεί, ήταν οι αρχές που αναλάμβαναν το ρόλο αυτό δανειζόμενες από τους πολίτες και καταβάλλοντας τους τόκους από τα έσοδα της φορολογίας.

Η επένδυση στα rentes δεν ήταν ποτέ αυτή καθαυτή αντικείμενο κριτικής. Η κριτική εστιαζόταν μάλλον στην παροχέτευση κεφαλαίων από άλλες παραγωγικές επιχειρήσεις προς τον τομέα αυτό. Η αστική τάξη του Άμστερνταμ ήταν μία τάξη rentier όπως και τόσες άλλες στη δυτική Ευρώπη. Η επένδυση, όμως, ολλανδικών κεφαλαίων σε αυτόν τον τομέα γινόταν μόνο αφού είχαν καλυφθεί οι ανάγκες σε κεφάλαια του εμπορίου και της βιομηχανίας, έτσι ώστε τα rentes έτειναν να δεσμεύουν ένα μέρος μόνο του λειτουργικού κεφαλαίου. Στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ισπανία, αντίθετα, η επένδυση σε rentes συχνά ήταν σχεδόν η αποκλειστική επενδυτική πρακτική.
Για πολλούς επενδυτές, στην Ισπανία, τα juros αντιπροσώπευαν την κύρια πηγή εισοδήματος. Ένας τεράστιος αριθμός οικογενειών, ιδιαίτερα οι χήρες, αντλούσαν τα εισοδήματα τους από juros σαν να ήταν κάποιας μορφής σύνταξη. Αυτοί που συντηρούνταν με τους τόκους από τις ετήσιες προσόδους στην ουσία ζούσαν εις βάρος του κράτους, χωρίς κάποιο είδος παραγωγικής συνεισφοράς σε αυτό.
Οι αγροτικές κοινότητες της Ευρώπης εξαρτώνταν αποκλειστικά από τους αστούς πιστωτές για τα κεφάλαια που τούς ήταν απαραίτητα για τη βελτίωση των αγροτεμαχίων τους. Ποτέ το ρευστό που ήταν διαθέσιμο στους αγρότες δεν σημαντικό ποσοτικά. Σε συνθήκες αντιπληθωριστικές ή καταστροφής της σοδειάς, όταν οι πιστώσεις τους ήταν ιδιαίτερα απαραίτητες για τη βελτίωση των καλλιεργειών και την επιβίωση τους, η κατάσταση ήταν δραματική. Αναπόφευκτα, οι αγρότες αποτελούσαν την πολυπληθέστερη ομάδα δανειοληπτών.
Η μεταβίβαση της γης από τους αγρότες στους rentiers είναι σχετικά εύκολα κατανοητή, υπήρχαν όμως και μέλη άλλων κοινωνικών στρωμάτων που κατέφευγαν σε αυτή τη μορφή δανείων. Δεν έχαναν όλοι απαραίτητα τις περιουσίες τους, αλλά το αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτών που έτειναν να χάνουν τη γη τους ήταν απρόσμενα ευρύ.
Τα δάνεια, συχνά, αποτέλεσαν όχημα για την απαλλοτρίωση της γης και την παρακμή των ανεξάρτητων αγροτών και το εφαλτήριο για τον έλεγχο του έγγειου πλούτου από την αστική τάξη. Η μεταβίβαση της γης από τους αγρότες στους αστούς δεν ήταν ασφαλώς αποκλειστική ή άμεση συνέπεια των rentes. Οι οικονομικές συνθήκες των αρχών του 16ου αιώνα είχαν ήδη ενεργοποιήσει αυτήν τη διαδικασία. Σίγουρα, όμως, η συσσώρευση χρεών των αγροτών προς τους rentiers έπαιξε σημαντικό ρόλο.
Και η ανώτερη αριστοκρατία όμως αποτέλεσε θύμα των δραστηριοτήτων των αστών πιστωτών. Χάρη στα χρέη των ευγενών η αστική τάξη συγκέντρωσε στα χέρια της τις γαίες όχι μόνο των αγροτών αλλά και των ευγενώ και προσδιορίστηκαν υψηλότατα ασφάλιστρα για τη γη, όπως δείχνουν και τα περιουσιακά στοιχεία του Toussaint Foy, φοροσυλλέκτη μιας περιοχής του Beauvaisis.
Η συγκέντρωση έγγειας ιδιοκτησίας στα χέρια της μέσης ελίτ έχει συχνά χαρακτηριστεί, κατά τρόπο απόλυτο, ως μια οπισθοδρομική αντικαπιταλιστική εξέλιξη, κυρίως όμως γιατί συνεπαγόταν διαρροή κεφαλαίων από το εμπόριο. Η αλήθεια είναι πως ελάχιστοι αστοί επένδυαν αποκλειστικά στην αγορά γης και πως αυτές οι επενδύσεις ήταν ουσιαστικά εξαιρετικά επωφελείς για την αγροτική οικονομία. Σε πολλές περιοχές μόνο η αστική τάξη διέθετε τα απαραίτητα κεφάλαια για την ανάκαμψη της αγροτικής οικονομίας, που είχε παραμεληθεί από την αριστοκρατία, η οποία εκμεταλλευόταν με τον παραδοσιακό τρόπο τις γαίες της ή από τους ευγενείς που αγωνίζονταν να καλύψουν τα χρέη τους.
Ο κυρίαρχος ρόλος των ελίτ στη διακίνηση κεφαλαίων γίνεται διακριτός στις δραστηριότητες τους ως φοροσυλλεκτών και χρηματοδοτών του δημοσίου. Ήδη από τον Μεσαίωνα οι βασιλείς και οι αρχιερείς εμπιστεύονταν σε μη ευγενείς τη διαχείριση των γαιοκτησιών τους και τη συλλογή των μισθωμάτων. Αυτοί οι διαχειριστές ήταν αξιωματούχοι με ανώτερη θέση και κύρος και όχι απλοί υπάλληλοι. Πολλοί εισέρχονταν στις τάξεις της αριστοκρατίας. Το κράτος προτιμούσε να στηρίζεται σε ανθρώπους με μεγάλα αποθέματα πίστωσης παρά σε αυτούς που ο πλούτος τους ήταν δεσμευμένος στη γη. Στράφηκε, επομένως, σε εμπόρους με διεθνείς διασυνδέσεις, γεγονός που ερμηνεύει και την παρουσία ξένων και Εβραίων στον φορολογικό μηχανισμό των δυτικοευρωπαϊκών κρατών.
Η μέση ελίτ ανέλαβε ένα πρωτεύοντα ρόλο στη δημοσιονομική σφαίρα εξαιτίας δύο αλληλοσχετιζόμενων εξελίξεων: της προόδου των στρατιωτικών τεχνικών και της ενίσχυσης του ρόλου του δυναστικού κράτους. Οι ανάγκες του πολέμου και της δημόσιας διοίκησης παρείχαν νέες ευκαιρίες σε εμπόρους που είχαν συσσωρεύσει κεφάλαια με άλλους τρόπους και ήταν τώρα πρόθυμοι να τα διαθέσουν με ευνοϊκά επιτόκια στους βασιλείς. Η τριαντακονταετία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κάρολος Ε΄ είχε δοσοληψίες με Γερμανούς, Ιταλούς και Ολλανδούς τραπεζίτες, έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάδυση μιας διεθνούς επιχειρηματικής τάξης, και προώθησε σημαντικά την εξέλιξη του καπιταλισμού.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

