«Τι γεννά τη μάγισσα;» διερωτήθηκε ο Michelet στη μελέτη του La Sorcière. «Το δηλώνω απερίφραστα: η απελπισία». Η μαγεία, υποστήριξε, εμφανιζόταν σε περιόδους οικονομικής κρίσης, πολέμων, λιμού, κοινωνικής κρίσης, απώλειας της πίστης και του προσανατολισμού, σε περιόδους αμφισβήτησης.
Για τα μέλη των αγροτικών κοινοτήτων υπήρχαν πάντα ανεπίσημες λύσεις στα καθημερινά τους προβλήματα. Το αγαπημένο πρόσωπο που δεν ανταποκρινόταν στα ερωτικά αισθήματα κάποιου, μια ασθένεια με περιοδικές κρίσεις, μία αγελάδα που δεν είχε γάλα. Όλα αυτά μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από την ντόπια καλή γριά/σοφό γέρο που μπορούσε να τους εφοδιάσει με αλοιφές ή ξόρκια. Η πρόβλεψη του μέλλοντος, τα ερωτικά φίλτρα, η μαντεία για την εύρεση χαμένων αντικειμένων ήταν μορφές λευκής μαγείας, που λειτουργούσαν όπου η θρησκεία και η ιατρική δεν είχαν αποτέλεσμα.
Αυτό όμως συνεπαγόταν ότι με μέσο τη μαγεία μπορούσε να προκληθεί και κακό, όπως με τις κατάρες ή με την πρόκληση ασθένειας σε κάποιον άνθρωπο ή στα ζώα του: αυτό ήταν το maleficium (πρόκληση κακού), που μερικές φορές αποκαλούνταν «μαύρη» μαγεία. Παρ΄όλο που τόσο η λευκή μαγεία όσο και η μαύρη μαγεία είχαν μια ανιχνεύσιμη λειτουργία στην καθημερινή ζωή των πληβείων η πίστη σε αυτές ήταν βαθιά ριζωμένη και στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα: ηγεμόνες και αρχιερείς ήταν γνωστό πως ενδιαφέρονταν για τη δράση των υπερφυσικών δυνάμεων.

Στη διάρκεια του Μεσαίωνα είχαν σημειωθεί κάποιες δίκες και καταδίκες για maleficia. Όταν αυτό περιελάμβανε και την επιστράτευση δαιμονικής βοήθειας, το έγκλημα καλούνταν sortilegium. Κανείς δεν αμφέβαλλε πως ήταν δυνατή η διαβολική παρέμβαση, από τη στιγμή που η μεσαιωνική θεολογία και το εικαστικό της οπλοστάσιο δεν έπαυαν να επισημαίνουν την ύπαρξη του διαβόλου. Περισσότερο αμφίβολο είναι κατά πόσο ο διάβολος έπαιζε κάποιο ρόλο στις καθημερινές μαγικές πρακτικές των αγροτικών κοινοτήτων, οι οποίες εστίαζαν κυρίως στην εύρεση απαντήσεων για τους φόβους και την ασφάλεια της καθημερινότητας τους.
Στην πρώιμη νεότερη Ευρώπη και κατά την περίοδο 1500-1700 δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θανατώθηκαν για μαγεία με τη συνέργεια του διαβόλου. Παρ΄ όλο που οι αριθμοί έχουν μεγαλοποιηθεί, οι ιστορικοί συμφωνούν πως τα δύο τρίτα των καταδικασμένων για μαγεία προέρχονταν από τις γερμανόφωνες περιοχές. Μερικοί περιέγραψαν το φαινόμενο ως «συλλογική παράκρουση με τις μάγισσες», δίνοντας έτσι έμφαση στο στοιχείο του παραλόγου που χαρακτήριζε τις διώξεις. Έχει επίσης προταθεί ότι από τη στιγμή που η διαβολκή μαγεία χαρακτηριζόταν αίρεση, οι διώξεις μαγισσών αντανακλούσαν την απουσία θρησκευτικής ανοχής σε μια εποχή αποκρυστάλλωσης της θρησκευτικής ταυτότητας. Όμως, μόλις ένας αιρετικός πέθαινε στη δυτική Ευρώπη για δέκα μάγισσες που εκτελούνταν.
Τα άτομα που κατηγορούνταν για μαγεία προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των αγροτικών κοινωνιών. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν οι φτωχοί, οι παρίες, οι ανάπηροι στο σώμα και το πνεύμα και κατηγορούνταν για εξορκισμούς και εγκλήματα τόσο τρομερά, που δικαστές, επίσκοποι ακόμα και βασιλείς έθεταν ως στόχο την εξόντωσή τους. Το πλέον κοινό αδίκημα ήταν τα maleficia: εκτός από ελάχιστους, όλοι οι υπόλοιποι από τα 303 άτομα που διώχθηκαν δικαστικά για μαγεία στο Essex την περίοδο 1560-1680 κατηγορήθηκαν για πρόκληση τραυματισμού ή θανάτου ανθρώπων η ζώων.
Η πλειοψηφία των κατηγορουμένων ήταν γυναίκες: μόλις το 1/5 αυτών που κατηγορήθηκαν για μαγεία την περίοδο 1351-1790 στη βόρεια Γαλλία ήταν άνδρες. Οι καταθέσεις δείχνουν ότι πολλές από αυτές πίστευαν πραγματικά στις μαγικές τους δυνάμεις και ήταν πεπεισμένες ότι είχαν μεταφερθεί στις νυχτερινές τους συναθροίσεις και είχαν συνευρεθεί σεξουαλικά με τον διάβολο.
Στο επίπεδο των λαϊκών δεισιδαιμονιών αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Οι Ιταλοί χωρικοί στην περιοχή του Friuli, μέλη της ομάδας των benandanti ήταν πεπεισμένοι ότι ήταν σε θέση να αφήνουν το σώμα τους τις νύχτες για να αντιμετωπίσουν στη μάχη τις δυνάμεις του σκότους. Οι αντιλήψεις αυτές των benandanti συνιστούσαν μια καθαρά τοπική αγροτική λατρεία χωρίς κάποια σχέση με τη μαγεία.
Αυτό που εξέπληξε τους δικαστές που εκδίκαζαν υποθέσεις μαγείας ήταν πως οι κατηγορούμενοι είχαν όλη την ιστορία να διηγηθούν και ότι αυτές διαφοροποιούνταν ελάχιστα από χώρα σε χώρα έτσι ώστε αναδυόταν σε ολόκληρη την Ευρώπη μια τρομακτική εικόνα, αυτή εκατοντάδων χιλιάδων πρώην χριστιανών ψυχών στην υπηρεσία του διαβόλου. Η σεξουαλική διάσταση στη μαγεία ήταν ασήμαντη έως ανύπαρκτη, καθώς εξ ορισμού η μαγεία περιστρεφόταν γύρω από την πρόκληση της στειρότητας. Τα υποτιθέμενα όργια κατά τη διάρκεια των νυχτερινών συναθροίσεων των μαγισσών απείχαν πολύ από το να είναι τελετές γονιμότητας, καθώς όπως όλοι ήξεραν, η συνεύρεση με το διάβολο πάγωνε την μήτρα.
Οι καταγγελίες για μαγεία, όπως και οι καταγγελίες για αιρετικές αντιλήψεις, είχαν τις ρίζες τους σε μνησικακίες και έχθρες στο εσωτερικό των κοινοτήτων. Η εχθρότητα μεταξύ γειτόνων ήταν ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των υποθέσεων μαγείας. Οι τριβές στο εσωτερικό των κοινοτήτων μπορούσαν να υπερβούν τη θυματοποίηση ενός ή δύο ατόμων, όπως έχει υποστηριχθεί πως συνέβη στην περίπτωση των δικών του Salem της Μασαχουσέτης το 1692 (22 μάγισσες), προερχόμενες μάλλον από εκτεταμένες διχόνοιες και αντιπαραθέσεις στις οποίες εμπλεκόταν ολόκληρη η κοινότητα.
Σε ορισμένες περιοχές της ηπειρωτικής Ευρώπης η λόγια παράδοση ποτέ δεν είχε αποδεχτεί την ύπαρξη της διαβολικής μαγείας: το πλέον εντυπωσιακό παράδειγμα είναι αυτό της Ισπανίας. Παρ΄όλο που τα κοσμικά δικαστήρια εκεί είχαν κατά καιρούς καταδικαστεί κάποια άτομα για μαγεία, η Ιερά Εξέταση από το 1526 και μετά αρνούνταν συστηματικά να προχωρήσει σε παρόμοιες διώξεις, με το αιτιολογικό ότι πρόκειται για περιπτώσεις αυθυποβολής. Μια προσωρινή αναδίπλωση από τη θέση ότι οι κατηγορίες για μαγεία ήταν «γελοίες», σημειώθηκε το 1610. Αυτή η αναδίπλωση ήταν συνέπεια ενός κύματος διώξεων από την άλλη πλευρά των συνόρων, στη Γαλλία. Ένα κύμα υστερίας κατέκλυσε και την ισπανική Ναβάρα με αποτέλεσμα την εκτέλεση ενός αριθμού μαγισσών.
Ο ιεροεξεταστής Alonso Salazar de Frias που στάλθηκε για να ερευνήσει τις συνθήκες των διώξεων αυτών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν υπήρχαν μάγισσες ούτε μαγεμένοι, μέχρις ότου να αρχίσουν να μιλούν γι΄αυτούς». Σύμφωνα λοιπόν με τον de Frias, η μαγεία αποκτούσε υπόσταση μόνο όταν διωκόταν. Ως αποτέλεσμα Ιερά Εξέταση επανυιοθέτησε την προηγούμενη πολιτική της και δεν προσχώρησε ξανά σε διώξεις μαγισσών.
Για τις επόμενες δεκαετίες μία μία οι χώρες της δυτικής Ευρώπης, με τη βοήθεια λογίων (δικηγόρων και δικαστών), απέρριπταν τις υποθέσεις μαγείας. Τελευταία χώρα ήταν η Ουγγαρία, όπου περίπου 500 μάγισσες θανατώθηκαν την περίοδο 1520-1770. Οι διώξεις εκεί έλαβαν τέλος διά νόμου το 1768 επί βασιλείας της Αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

