Ο όρος «μέση ελίτ» αναφέρεται στις μη αριστοκρατικές ελίτ τόσο της πόλης όσο και της υπαίθρου. Όρος που όμως παραμένει ανεπαρκής, καθώς τα ανώτερα στρώματα αυτής της ελίτ κατείχαν διαφορετικές θέσεις στην κοινωνική ιεραρχία, αντλούσαν τον πλούτο τους από διαφορετικές πηγές, απολάμβαναν διαφορετικά προνόμια και ήταν φορείς διαφορετικών προτύπων και ιδεωδών. Επιπλέον, οι πιο διακεκριμένοι των πολιτών πολλών από τις σημαντικότερες πόλεις της Ευρώπης ήταν ήδη ευγενείς ή επρόκειτο να χριστούν ευγενείς.

Υπό κανονικές συνθήκες τα μέλη αυτής της ελίτ δεν διέθεταν, όπως η παραδοσιακή αριστοκρατία, ένα ιδαίτερο ηθικό κώδικα στον οποίο οι λόγιοι θα μπορούσαν να αφιερώσουν πραγματείες. Διέθεταν, όμως, ένα συμπαγές πλαίσιο αξιών που διαμόρφωνε τη συμπεριφορά τους και υπαγόρευε τις προσδοκίες τους. Από αυτήν την οπτική γωνία, αυτό που συνείχε τα μέλη αυτής της ομάδας ήταν οι κοινές αξίες και τα κοινά κοινωνικά πλαίσια αναφοράς, ως κάτοχοι περιουσίας ή ως μέλη μιας επαγγελματικής ομάδας.

Από τη στιγμή που στην κοινωνία της εποχής οι αξίες τους θεμελιώνονταν στους δεσμούς συγγένειας, αυτοί αγωνίζονταν να διασφαλίσουν και να προσδώσουν βάθος χρόνου στην οικογενειακή περιουσία, μέσω τεκμηρίων όπως τα γενεαλογικά δέντρα και ακόμη και τα οικόσημα. Τα οικόσημα στην ουσία αντανακλούσαν τα επιτεύγματα των φορέων τους και βοηθούν σήμερα τους ιστορικούς στην ταυτοποίηση των μελών των ελίτ.

Οι ελίτ είχαν μάλλον ενεργή συμμετοχή στη διαδικασία αλλαγής και δεν ήταν αδρανή στοιχεία μιας δεδομένης κοινωνικής διαστρωμάτωσης κατά συνέπεια είναι δύσκολο να εκτιμηθεί το μέγεθος, ο ρόλος ή η θέση τους. Η φθορά εξαιτίας της απουσίας αρρένων απογόνων ή της ταχείας ανόδου ατόμων από τα κατώτερα στρώματα, μπορούσε να επηρεάσει δραματικά τους αριθμούς τους: νέες οικογένειες, που είχαν αναδυθεί μετά το 1500 αποτελούσαν το 80% αυτών που διεκδικούσαν τον τίτλο του κατώτερου ευγενή του Dorset το 1642.

Μέση ελίτ

Με οικονομικούς όρους ιδωμένη η μέση ελίτ θεωρούνταν η τάξη που παρεμβαλλόταν μεταξύ δύο άλλων κοινωνικών στρωμάτων, αυτών που αναγκάζονταν να εργάζονται για την επιβίωσή τους και αυτών που ζούσαν από εισοδήματα που δεν είχαν κερδηθεί με την εργασία τους. Το κατώτερο στρώμα της μέσης ελίτ αποτελούσαν οι μικρέμποροι οι κατώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, οι ευκατάστατοι τεχνίτες και άλλοι που έτειναν να διαθέτουν ανεξάρτητο εισόδημα και να είναι αυτοαπασχολούμενοι. Η χρήση του όρου, όμως, εκείνη την ποχή, έτεινε να αγνοεί αυτές τις χαμηλές κατηγορίες και να προσδιορίζει μάλλον τους εύπορους αστούς.

Οι όροι, όπως κρατικοί λειτουργοί, έμποροι, πολίτες που ζουν από μισθώματα, καταδεικνύουν την κατοχή περιουσίας, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι παρόλο που υπήρχαν διάφορες διαβαθμίσεις στο εσωτερικό της μπουρζουαζίας, η κατοχή σημαντικής περιουσίας ήταν πάντα ένα ζωτικής σημασίας κοινό γνώρισμα. Καμία από τις κατηγορίες δεν ήταν στατική ή αμετάβλητη και υπήρχε σημαντική κινητικότητα μεταξύ των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Κάποιοι αναρριχώνταν στην αστική τάξη από τις τάξεις των καταστηματαρχών, άλλοι από τους αγρότες.

Στο άνω Poitou στον 16ο αιώνα οι πλούσιοι αγρότες έστελναν τους γιους τους στο πανεπιστήμιο, κατάφερναν να τους αγοράσου κάποια κατώτερη θεση στον κρατικό τομέα κια έτσι εξασφάλιζαν την αναρρίχησή τους στην αστική τάξη. Στη Βουργουνδία το 1515 η οικογένεια Ramillon ήταν ακόμη αγρότες στην πόλη του Charlay. Τον 17ο αιώνα κάποια μέλη της οικογένειας είχαν μετοικήσει στο Varzy: εκεί αναμείχθηκαν με το λιανικό εμπόριο ως κρεοπώλες ή αρτοποιοί. Το 1671 ο Etienne Ramillon είχε γίνει υφασματέμπορος. Το 1712 ένας εγγονός του είχε γίνει δικηγόρος (avocat) στο Δικαστήριο (Parlement) της Βουργουνδίας.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».