Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855-1936)

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (9 Νοεμβρίου 1855 – 15 Σεπτεμβρίου 1936) ήταν Έλληνας τραπεζίτης και πολιτικός που κατά τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας διετέλεσε οκτώ φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, δύο φορές Πρόεδρος της Βουλής, πρόεδρος της Γερουσίας, Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης, διαδεχόμενος τον παραιτηθέντα Πρίγκιπα Γεώργιο, καθώς και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Είναι ο μόνος πολιτικός που κατέλαβε τόσα πολλά σημαντικά αξιώματα στην πολιτική σκηνή της σύγχρονης Ελλάδας

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης
Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν δευτερότοκος γιος του Θρασύβουλου Ζαΐμη, κτηματία και πρωθυπουργού της Ελλάδας, και της Ελένης Μουρούζη. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από την παλαιά οικογένεια Ζαΐμη και ήταν εγγονός του Ανδρέα Ζαΐμη, ανηψιός του Θεόδωρου Δηλιγιάννη ενώ από την πλευρά της μητέρας του καταγόταν από την φαναριώτικη οικογένεια Μουρούζη και ήταν εγγονός του Αλέξανδρου Μουρούζη. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Λειψίας, Βερολίνου και Χαϊλδεβέργης, από το οποίο και έλαβε το διδακτορικό του. Στη συνέχεια μετέβη στο Παρίσι όπου και σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Μετά την αποφοίτησή του επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του πολιτεύτηκε στην επαρχία Καλαβρύτων, όπου και πρωτοεκλέχθηκε βουλευτής Καλαβρύτων με την πολιτική μερίδα (κόμμα) του Θ. Δηλιγιάννη.

Βουλευτής Καλαβρύτων εκλέχθηκε επίσης στις περιόδους 1887-1890, 1890-1892, 1895-1898, 1899-1902, 1905-1906, στις Α΄και Β΄Αναθεωρητικές Βουλές (1910, 1910-1911), καθώς επίσης και βουλευτής Αχαΐας και Ήλιδας στην περίοδο 1912-1913. Διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης (1890-1892) και προσωρινός υπουργός Εσωτερικών στις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη (Κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη 1890, καθώς και την προεδρία της κυβέρνησης (21 Σεπτεμβρίου 1897) από την οποία και παραιτήθηκε στις 2 Απριλίου του 1899.[1] Τέλος ανέλαβε Πρόεδρος της Βουλής στην περίοδο 1895-1898 και μάλιστα δύο φορές, το 1895 και την περίοδο 1896-1897.

2η Πρωθυπουργία

Το 1901, μετά τα αιματηρά επεισόδια των Ευαγγελικών, που συνέβησαν στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου, εξ ου λεγόμενα και Νοεμβριανά, εξ αφορμής της μεταγλώττισης του Ευαγγελίου στη δημοτική, στη «χυδαία γλώσσα» όπως χαρακτηριζόταν τότε και που είχαν ως συνέπεια, την επόμενη ημέρα την παραίτηση του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου και την μεθεπόμενη την παραίτηση της κυβέρνησης του Γ. Θεοτόκη, όπου και καθ’ υπόδειξη του τελευταίου που αρνούνταν να υποστηρίξει τον Θ. Δηλιγιάννη, κλήθηκε και πάλι ο Α. Ζαΐμης, (ως αρχηγός κόμματος), να σχηματίσει, για δεύτερη φορά, κυβέρνηση, αναλαμβάνοντας έτσι στις 12 Νοεμβρίου του 1901, σχηματίζοντας την Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1901.

Η Κυβέρνηση αυτή διατηρήθηκε μόνο για ένα έτος, κύριο έργο της οποίας ήταν η αποκατάσταση της τάξης την οποία και πέτυχε, καθώς και η δεινή αντιμετώπιση του πολέμου που του άσκησε η ενωμένη τότε αντιπολίτευση.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης διορίζεται Αρμοστής Κρήτης

Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1906, μετά τις εξελίξεις επί του Κρητικού ζητήματος και μετά από πρόταση του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ ο Α. Ζαΐμης διορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης, διαδεχόμενος τον παραιτηθέντα προηγουμένως Πρίγκιπα Γεώργιο. Στην Κρήτη αποβιβάστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 1906 όπου αμέσως αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του και μετά την ορκωμοσία του στο νέο πιο φιλελεύθερο σύνταγμα που συντάχθηκε προσπάθησε και επέτυχε να συνδιαλλάξει τα αντιμαχόμενα μέρη όπως είχαν διαμορφωθεί μετά την επανάσταση του Θερίσσου παρέχοντας γενική αμνηστία.
Ακολούθως συνέχισε το έργο του προκατόχου του στην οργάνωση της διοίκησης της Κρητικής Πολιτείας, ή Πολιτείας των Κρητών όπως λεγόταν, η οποία κατ΄ ουσίαν αποτελούσε «κράτος κατ΄ εντολή» των Μεγάλων Δυνάμεων, υπό την Υψηλή Πύλη, εντός της επικράτειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, (όπως ήταν η Ηγεμονία Σάμου και η Μολδοβλαχία), δηλαδή χωρίς διπλωματική εκπροσώπηση, ενώ οι κάτοικοι θεωρούνταν επίσημα υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σημαντικό επίσης έργο του Α. Ζαΐμη ήταν η κατόπιν έγκρισης, (σχετικής διακοίνωσης), των Μεγάλων Δυνάμεων οργάνωση της εντόπιας κρητικής πολιτοφυλακής, η λεγόμενη Κρητική Χωροφυλακή, διοικούμενη από Έλληνα αξιωματικό και στελεχωμένη από Έλληνες. Μετά την συγκρότηση αυτής αποχώρησαν από την Κρήτη και τα μέχρι τότε εγκατεστημένα διεθνή στρατεύματα.

Την θέση του Αρμοστή διατήρησε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης μέχρι τις 12 Οκτωβρίου του 1908 όπου και παύθηκε το αρμοστιακό καθεστώς υπό των ίδιων των Κρητών πραξικοπηματικά όταν κήρυξαν την Ένωση της Κρήτης με το Βασίλειο της Ελλάδος, σε συνεννόηση βέβαια με τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας Γ. Θεοτόκη.
Σημειώνεται ότι την παραπάνω ημερομηνία ο Α. Ζαΐμης ήταν εκτός Κρήτης, (φέρεται να παραθέριζε κάπου στην Ελλάδα – πιθανόν ενήμερος της μέλλουσας εξέλιξης), όπου και ειδοποιήθηκε να μη επιστρέψει στην Κρήτη.

Διπλωμάτης – τραπεζίτης

Την περίοδο 1913-1914 συμμετείχε σε διάφορες αποστολές στην Ευρώπη και στη συνέχεια την περίοδο 1914 – 1920 διετέλεσε συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας μαζί με τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο που παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου του 1920.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Το 1929 εξελέγη γερουσιαστής και εν συνεχεία πρόεδρος της Γερουσίας. Με την παραίτηση Κουντουριώτη στις 9 Δεκεμβρίου του 1929, ο Ελευθέριος Βενιζέλςο πρότεινε τον Αλέξανδρο Ζαΐμη ως τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι Παπαναστασίου και Αργυρόπουλος τάχθηκαν εναντίον της υποψηφιότητας Ζαΐμη. Ο Βενιζέλος δικαιολόγησε την επιλογή του για το πρόσωπο του Ζαΐμη ότι προερχόταν από ιστορική οικογένεια. Επίσης δεν ήταν ανέκαθεν δημοκρατικός, αλλά ήταν όψιμος δημοκρατικός. Κατά την ψηφοφορία στην κοινή συνεδρία των δύο Νομοθετικών Σωμάτων που διεξήχθη στις 11 το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου 1929, ψήφισαν 101 γερουσιαστές σε σύνολο 120 και 226 βουλευτές επί συνόλου 250, ο Ζαΐμης εξελέγη με 257 ψήφους. Βρέθηκαν 38 λευκά, 22 με το όνομα Καφαντάρης, 6 με το όνομα Σοφούλης, 2 με το όνομα Κουντουριώτης, 1 με το όνομα Παπαναστασίου και 1 με το όνομα Ρωμανός. Τα λευκά ψηφοδέλτια τα έριξαν οι Λαϊκοι και οι Ελευθερόφρονες. Η εκλογή του Ζαΐμη στην Προεδρία της Δημοκρατίας ήταν ένα σφάλμα, σύμφωνα με τον ιστορικό Δαφνή, καθώς στερείτο δυναμισμού ως άτομο ηλικίας 75 ετών. Επίσης δεν πίστευε στην δημοκρατία μα ούτε και στη Βασιλεία. «Ο Ζαΐμης εδέχθη την προεδρίαν,ίσως διότι, λόγω μακράς παραδόσεως, είχε συνηθίσει να προσφέρει τας υπηρεσίας του όταν δεν ήτο υποχρεωμένος να αναλαμβάνη πρωτοβουλίας[…]ήτο μια ουδετέρα προσωπικότης».Παύθηκε από τον Γ. Κονδύλη στις 10 Οκτωβρίου του 1935, όταν η Βουλή το ίδιο βράδυ τον διόρισε Αντιβασιλέα, καταλύοντας έτσι την Αβασίλευτη Δημοκρατία. .

Το τέλος του Αλέξανδρου Ζαΐμη

Απεβίωσε το επόμενο έτος, στις 15 Σεπτεμβρίου 1936 στη Βιέννη που είχε μεταβεί για οφθαλμολογική θεραπεία. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και ενταφιάστηκε με ιδιαίτερες τιμές στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, στον οικογενειακό τάφο, στις 22 Σεπτεμβρίου, ενώ τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο τότε πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ήταν παντρεμένος αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Την πολιτική παράδοση της οικογένειας συνέχισαν τα αδέρφια του και τα ανήψια του.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Ζαΐμης

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (1815-1883)

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (4 Φεβρουαρίου 1815 – 26 Φεβρουαρίου 1883) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς του 19ου αιώνα, οπότε και διετέλεσε δέκα φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας για συνολικό διάστημα 7,5 σχεδόν ετών.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος
Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Ο Βίος του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου

Ο Αλέξανδρος ΚουμουνδούροςγΓεννήθηκε στον Κάμπο Μεσσηνίας, στην Έξω Μάνη, και καταγόταν από ιστορική οικογένεια. Ήταν γιος του αγωνιστή Γαλάνη Κουμουνδουράκη, γόνου μεγάλης Μανιάτικης οικογένειας, στρατηγού και έπαρχου Πύργου. Παιδί σχεδόν είχε κινδυνέψει να αιχμαλωτιστεί από τους Τουρκοαιγυπτίους του Ιμπραήμ.
Φοίτησε στο γυμνάσιο Ναυπλίου και σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Άσκησε τη δικηγορία για ένα μικρό διάστημα στην Καλαμάτα. Το 1841 έσπευσε να πολεμήσει στην τότε επαναστατημένη Κρήτη διορισθείς από την Κεντρική Επιτροπή των Κρητών, που έδρευε στην Αθήνα και κατάρτιζε επαναστατικά σώματα, αρχηγός του σώματος Λακώνων, αποτελούμενου από άλλους νέους φοιτητές και επιστήμονες. Μάλιστα στην μάχη του Αποκορώνου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους. Μετά την αποτυχία της επανάστασης εκείνης, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, ανέλαβε γραμματέας του Θεόδωρου Γρίβα και επί πρωθυπουργίας Ι. Κωλέττη, (1847), διορίσθηκε αντεισαγγελέας στην Καλαμάτα, θέση που διατήρησε για τρία χρόνια, μέχρι που παραιτήθηκε για να πολιτευτεί.

Ο πολιτικός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Έτσι το 1850 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσσηνίας, (τότε Μεσσήνης). Από τότε εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής, 4 φορές επί Όθωνα (1850-1860) και επί Βασιλέως Γεωργίου Α΄ συνεχώς μέχρι τον θάνατό του, με μια μικρή μόλις 14μηνη διακοπή (1868-1869). Από την αρχή της πολιτικής του δράσης διακρίθηκε για τη ρητορεία του κυρίως ως μετριοπαθής. Οι δε πολιτικές του αγορεύσεις, ιδίως περί την οικονομία και τη διοίκηση του κράτους, του καθιέρωσαν σχετική φήμη. Όταν το τότε λεγόμενο Υπουργείο (Κυβέρνηση) Κατοχής του Μαυροκορδάτου αναγκάσθηκε να παραιτηθεί (1855), ο Κουμουνδούρος ανέλαβε επί κυβερνήσεως Βούλγαρη το Υπουργείο Οικονομικών (2 Ιουλίου 1856). Στη μετέπειτα κυβέρνηση του Μιαούλη (13 Νοεμβρίου του 1857) ο Κουμουνδούρος συνέχισε ως υπουργός των Οικονομικών και στην κυβέρνηση Βούλγαρη τα υπουργεία κατά σειρά Δικαιοσύνης (1862), Παιδείας και Εκκλησιαστικών (1864) και Εσωτερικών (1864-1865,1877), και για τρεις θητείες υπουργός των εξωτερικών ενώ χρημάτισε και δύο φορές πρόεδρος της Βουλής (1855).

Ως υπουργός και πρωθυπουργός κατάφερε να εξασφαλίσει στο ακέραιο τα συμφέροντα της Ελλάδας, χάρη στη μετριοπάθειά του, την ευθύτητα του, την ψυχραιμία του και την εξαιρετική του τόλμη. Το 1866 είχε τεθεί το Κρητικό ζήτημα, το οποίο όμως κατάφερε να το ξεπεράσει με επιτυχία αφού δεν υποτάχθηκε στις απαιτήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων που ήθελαν η Ελλάδα να παρασυρθεί σε πόλεμο με την Τουρκία, γιατί πίστευε ότι μια φιλοπόλεμη πολιτική δεν θα ωφελούσε σε τίποτα την Ελλάδα, από την στιγμή που δεν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα για πόλεμο. Επίσης όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, επιτυχία της διακυβέρνησής του θεωρείται η ειρηνική προσάρτηση της Θεσσαλίας και της νοτίου Ηπείρου (Άρτα) αφού πρώτα δεν δίστασε να απειλήσει την Τουρκία με επίθεση 40.000 Ελλήνων στρατιωτών στην Θεσσαλία.

Στο εσωτερικό της χώρας, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος φρόντισε για την διευθέτηση πολλών εσωτερικών προβλημάτων. Φρόντισε με νόμους τη ρύθμιση της φορολογίας ενώ με τα κατάλληλα μέτρα κατάφερε να περιορίσει την ληστεία, καθώς ήταν η εποχή που είχε συμβεί η σφαγή στο Δήλεσι, καθώς και η απαγωγή του πολιτικού και μετέπειτα πρωθυπουργού Σωτήριου Σωτηρόπουλου από τον Λήσταρχο Λαφαζάνη στα Φιλιατρά Μεσσηνίας.
Σημαντικός ήταν και ο νόμος «περί ευθύνης υπουργών», με τον οποίο αμέσως παραπέμφθηκαν σε ειδικό δικαστήριο όλοι οι συνεργάτες του υπουργείου του Δημητρίου Βούλγαρη με την κατηγορία της πλαστογραφίας και της αντιποίησης αρχής. Επίσης μερικά από τα σημαντικά μέτρα που έλαβε ήταν η ανακατανομή 2.650.000 στρεμμάτων γης καθώς και η αμνηστία που έδωσε σε 100 ληστές με σκοπό να πολεμήσουν στην Κρήτη.

Το 1864 έγινε απόπειρα δολοφονίας του στην οδό Σταδίου στην είσοδο της Συνέλευσης. Τον επόμενο χρόνο ίδρυσε το Κουμουνδουρικό κόμμα και τον ίδιο χρόνο έγινε πρωθυπουργός. Από το 1865 έως τον θάνατο του, ορκίστηκε 10 φορές πρωθυπουργός.

Η οικογένεια του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου

Είχε αποκτήσει 4 παιδιά τους:τον Κωνσταντίνο, υποστράτηγο βουλευτή και Πρόεδρο της Βουλής, τη Μαρία (πέθανε κατά την παιδική της ηλικία), τον Σπυρίδωνα, βουλευτή, υπουργό Ναυτικών, και την Όλγα, παντρεμένη με τον εφοπλιστή Εμπειρίκο. Εγγονός του ήταν ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος – Κουμουνδούρος. Διέθετε μεγάλες εκτάσεις στην Αττική και συγκεκριμένα στη λίμνη Κουμουνδούρου αλλά και μια έπαυλη στην Τροιζήνα, όπου φιλοξενήθηκαν οι βασιλείς Γεώργιος Α’ και Όλγα καθώς και πολλοί άλλοι. Η έπαυλη βρίσκεται σε ένα τεράστιο κτήμα που φτάνει ως τον Άγιο Παντελεήμονα και τη Μονή Αγίου Δημητρίου, σήμερα βρίσκεται στην κατοχή του Γιώργου Στ. Κλάδου. Στις δόξες της, η έπαυλη είχε πιάνα κι άλλα αριστοκρατικά αντικείμενα. Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 68 ετών. Το 1884 ο Δήμος Αθηναίων τον τίμησε δίνοντας το όνομα του σε πλατεία της πρωτεύουσας.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Κουμουνδούρος

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ο Γεώργιος Ράλλης (1918-2006)

Ο Γεώργιος Ράλλης (Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1918 – 15 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας πολιτικός και πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά την περίοδο 1980–1981.

Ο Γεώργιος Ράλλης
Ο Γεώργιος Ράλλης

Ο Βίος του Γεωργίου Ράλλη

Τα νεανικά χρόνια

Ο Γεώργιος Ράλλης καταγόταν από οικογένειες με πλούσια παράδοση στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, τόσο από την πλευρά του πατέρα του όσο και από την πλευρά της μητέρας του. Προπάππους του ήταν ο  Γεώργιος Α. Ράλλης, νομικός και πολιτικός και παππούς του ήταν ο  Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας στα προπολεμικά χρόνια. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Ράλλης, παλαίμαχος Μακεδονομάχος αλλά και διορισμένος πρωθυπουργός των ναζιστικών κατοχικών δυνάμεων κατά την περίοδο 1943–1944, ο οποίος, μετά την απελευθέρωση, καταδικάστηκε στη δίκη των δοσιλόγων σε ισόβια κάθειρξη για συνεργασία με τους κατακτητές και πέθανε στην φυλακή το 1946. Η μητέρα του, Ζαΐρα, ήταν κόρη του  Κερκυραίου πολιτικού και πρωθυπουργού της Ελλάδας Γεωργίου Θεοτόκη και αδελφή του επίσης πρωθυπουργού της χώρας Ιωάννη Θεοτόκη.

Ο Γεώργιος Ράλλης σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο το 1939, κατατάχθηκε στον  Στρατό. Η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου τον βρήκε να υπηρετεί ως ανθυπίλαρχος στο Ιππικό. Πολέμησε στα βουνά της Βορείου Ηπείρου  στην Α΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως και διακρίθηκε για την ανδρεία του. Με την κατάρρευση του μετώπου και την εισβολή των Γερμανών, επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με την δικηγορία.

Τον Οκτώβριο του 1944 επιστρατεύθηκε και πάλι για να υπηρετήσει στο νεοσύστατο όπλο των Τεθωρακισμένων. Συμμετείχε σε επιχειρήσεις του Στρατού στην Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο κατά τα δύο πρώτα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, και αποστρατεύθηκε οριστικά το 1948.

Ήταν δεινός ερασιτέχνης αθλητής του γκολφ, συμπαίκτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Γκολφ Γλυφάδας.

Ο Γεώργιος Ράλλης πολιτεύεται

Ο Γεώργιος Ράλλης εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Αθηνών με το Λαϊκό Κόμμα το  1950. Επανεκλέχθηκε βουλευτής στην ίδια περιφέρεια με τα κόμματα  Ελληνικός Συναγερμός (1951–1952) και Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσης  (ΕΡΕ) (1956).

Διετέλεσε υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως επί κυβέρνησης Αλέξανδρου Παπάγου (1954–1956) και υπουργός Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή (1956–1958), απ’ όπου παραιτήθηκε (1958) λόγω διαφωνίας του για τον εκλογικό νόμο, μη λαμβάνοντας μέρος στις εκλογές του ίδιου έτους. Στα επιτεύγματα των πρώτων χρόνων της πολιτικής του σταδιοδρομίας συμπεριλαμβάνονται η αναβάθμιση του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η σύμβαση με τον Αριστοτέλη Ωνάση για την ίδρυση της Ολυμπιακής Αεροπορίας και η πρώτη τεχνική μελέτη για την κατασκευή του υπογείου σιδηροδρομικού δικτύου της Αθήνας.

Στις εκλογές του 1961 εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής της ΕΡΕ και ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών (1961–1963). Στην τελευταία  κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου ανέλαβε το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και προσωρινός υπουργός Κοινωνικής Προνοίας, θέση στην οποία τον βρήκε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Ο Γεώργιος Ράλλης κατά τη Δικτατορία

Ο Γεώργιος Ράλλης ήταν ένας από τους ελάχιστους Έλληνες πολιτικούς που κατάφερε να αποφύγει την σύλληψη το πρωί του πραξικοπήματος. Μάλιστα, από τον Σταθμό Δράσεως της Χωροφυλακής προσπάθησε να κινητοποιήσει το Γ΄ Σώμα Στρατού εναντίον των πραξικοπηματιών, αλλά οι διαταγές του δεν μεταβιβάστηκαν. Αργότερα, οι χουντικοί τον έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, τον φυλάκισαν και τον εκτόπισαν στην Κάσο  για την ανοιχτή αντιστασιακή του δράση.

Όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος άρχισε να χαλαρώνει κάπως τα μέτρα κατά των πολιτικών, οι χουντικές αρχές του επέτρεψαν να επιστρέψει στην Αθήνα. Με την απελευθέρωσή του, συνέχισε και πάλι την αντίσταση κατά της δικτατορίας. Τον Ιούλιο του 1973 έλαβε ενεργό μέρος στον αγώνα εναντίον του προκατασκευασμένου δημοψηφίσματος του Παπαδόπουλου. Την ίδια περίοδο, διετέλεσε διευθυντής του αντιχουντικού περιοδικού Πολιτικά Θέματα.

Η περίοδος της δικτατορίας σημάδεψε την πολιτική σκέψη του Γεωργίου Ράλλη. Ο ίδιος παραδέχθηκε αργότερα πως όταν βρέθηκε στην φυλακή παρέα με αριστερούς πολιτικούς κρατουμένους, τότε διαπίστωσε ότι πολλοί από τους πρώην αντιπάλους του ήταν άνθρωποι καλλιεργημένοι, πραγματικοί πατριώτες και με βαθιά γνώση των καταστάσεων. Έκτοτε, η αντίληψη του για την ελληνική Αριστερά άλλαξε ριζικά.

Ο Γεώργιος Ράλλης και η Μεταπολίτευση

Στο πολιτειακό δημοψήφισμα μετά την πτώση της δικτατορίας, υποστήριξε την βασιλευομένη δημοκρατία.

Στην πρώτη κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Καραμανλή το 1974, ο Γεώργιος Ράλλης ανέλαβε το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως, θέση που διατήρησε και στην πρώτη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας  μέχρι τον Ιούλιο του 1976. Κατόπιν ανέλαβε το Υπουργείο Παιδείας, για να εισηγηθεί την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με την υποχρεωτική εννιάχρονη εκπαίδευση (από εξαετή) και την καθιέρωση της δημοτικής  σε όλες της βαθμίδες της εκπαίδευσης και της Διοίκησης.

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1977, ανέλαβε το Υπουργείο Συντονισμού, και στις 10 Μαΐου του 1978 ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών. Ως υπουργός Εξωτερικών, ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Υπήρξε δε ο πρώτος Έλληνας υπουργός Εξωτερικών που επισκέφθηκε τη Μόσχα μετά την Μεταπολίτευση (τον Οκτώβριο του 1978).

Ο Γεώργιος Ράλλης Πρωθυπουργός

Με την άνοδο του Κ. Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ο Γεώργιος Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός της Ελλάδας, από τις 9 Μαΐου 1980. Την προηγούμενη ημέρα, η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας τον είχε εκλέξει ηγέτη του κόμματος, με δεύτερο τον Ευάγγελο Αβέρωφ.

Η πρωθυπουργία του χαρακτηρίσθηκε από την δική του προσωπική μετριοπάθεια, αλλά και την εισαγωγή ενός ευρωπαϊκού πλουραλιστικού δημοκρατικού ύφους. Ευτύχησε να είναι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας που επικύρωσε την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Όμως, η κόπωση του κοινής γνώμης από τις συνεχείς κυβερνήσεις της Δεξιάς, ορισμένες ατυχείς συγκυρίες (η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση του 1979 – 1981 λόγω της Ιρανικής Επανάστασης, οι δασικές πυρκαγιές στην Αττική, ο εμπρησμός των πολυκαταστημάτων «Μινιόν» και «Κατράτζος» το Δεκέμβριο του 1980, ο σεισμός στις Αλκυονίδες τον Φεβρουάριο του 1981 και το πολύνεκρο δυστύχημα  στο Στάδιο Καραϊσκάκη τον ίδιο μήνα), αλλά και η ισχυρή προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, δημιούργησαν το μεγάλο ρεύμα που έφερε τελικά στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ.

Παρά τις επικρίσεις που δέχονταν και μέσα από το κόμμα του, ο Γεώργιος Ράλλης έδειξε ανώτερο ήθος και μετριοπάθεια ακόμα και κατά την έντονη προεκλογική περίοδο του 1981. Σε προεκλογική ομιλία του στο Ηράκλειο, είπε το περίφημο σύνθημα «δεν θέλω ου», ζητώντας με αυτό τον τρόπο από τους οπαδούς του κόμματός του να μην αποδοκιμάζουν τον αντίπαλό του Ανδρέα Παπανδρέου.

Στις 19 Οκτωβρίου, μία ημέρα μετά την εκλογική ήττα του από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο Γεώργιος Ράλλης παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, μιλώντας για το «πικρό ποτήρι» της ήττας, αλλά και συγχαίροντας τον αντίπαλό του, πράξη τότε πρωτόγνωρη για τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Δύο μήνες αργότερα, παραιτήθηκε και από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, για να παραμείνει απλός βουλευτής.

Τα τελευταία χρόνια του Γεωργίου Ράλλη

Τον Μάιο του 1987, ο Γεώργιος Ράλλης διαφώνησε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και ανεξαρτητοποιήθηκε από την Νέα Δημοκρατία. Στις εκλογές του 1989 δεν πολιτεύθηκε. Επανήλθε και πάλι στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής τον Νοέμβριο του 1989, μετά από πρόσκληση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής τον Απρίλιο του 1990, αλλά αυτή την φορά στην Κέρκυρα. Στις 29 Μαρτίου του 1993, παραιτήθηκε από βουλευτής και αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική θεωρώντας λανθασμένες τις πολιτικές κινήσεις του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αλλά και της Αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ, που δεν δέχθηκαν συμβιβασμό με μία σύνθετη ονομασία για επίλυση του μακεδονικού για λόγους κομματικής σκοπιμότητας.

Ύπήρξε βαθύτατα ευρωπαϊστής και δημοκράτης. Αυτό τού το αναγνώρισαν ακόμα και πολιτικοί του αντίπαλοι όπως ο παλαίμαχος ηγέτης της Αριστεράς Λεωνίδας Κύρκος.

Μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του, διατήρησε πολιτικό γραφείο επί της οδού Ακαδημίας στην Αθήνα και διέμενε σε διαμέρισμα επί της Κανάρη 4 στο Κολωνάκι. Για την στρατιωτική και πολιτική του δράση, είχε τιμηθεί με πολλές διακρίσεις τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Γιουγκοσλαβία, Ταϊλάνδη και Αιθιοπία).

Πέθανε από ξαφνική καρδιακή προσβολή, και η κηδεία του έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006 με δημόσια δαπάνη και τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.

Ήταν σύζυγος της Λένας Ράλλη (απεβ. στις 18 Απρ. 2015), το γένος Βούλτσου, με την οποία είχε αποκτήσει δύο κόρες, την Ζαΐρα (συζ. Παπαληγούρα) και την Ιωάννα (συζ. Φαρμακίδου).

Συγγράμματα

  • Απολογία του Πρωθυπουργού (1946)
  • Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου (1947)
  • Δυνατότης αυξήσεως γεωργικού εισοδήματος (1952), υπόμνημα που ενεχείρησε στον Αλέξανδρο Παπάγο και αποτέλεσε την απαρχή της υπουργοποίησής του,
  • Δύο δρόμοι (1958)
  • Κομμουνισμός και δημοκρατία (1959)
  • Η αλήθεια για τους Έλληνες πολιτικούς(1971)
  • Η τεχνική της βίας (1972)
  • Άρθρα, λόγοι, συνεντεύξεις (1977, σε δύο τόμους)
  • Ώρες ευθύνης (1983)
  • Χωρίς προκατάληψη για το παρόν και το μέλλον (1983)
  • Γεώργιος Θεοτόκης (1986)
  • Griechenland und Balkanpolitik (Μόναχο 1988)
  • Πολιτικές εκμυστηρεύσεις (1990)
  • Κοιτάζοντας πίσω (1993)
  • Εις ώτα μη ακουόντων (1995)
  • Τάδε έφη (1997)
  • Το ημερολόγιό μου, τον καιρό της δικτατορίας (1997)
  • Με ήσυχη συνείδηση (2002)

https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Ράλλης

Ο Δημήτριος Βούλγαρης

Ο Δημήτριος Βούλγαρης (Ύδρα, 20 Δεκεμβρίου 1802 – Αθήνα, 29 Δεκεμβρίου 1877) ήταν Έλληνας πολιτικός του 19ου αιώνα. Διετέλεσε 8 φορές πρωθυπουργός σε διάστημα μίας 20ετίας, για 6 χρόνια και 1 μήνα συνολικά. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο Τζουμπές, λόγω της μακριάς μπέρτας/μανδύα που συνήθιζε να φορά.

Ο Δημήτριος Βούλγαρης
Ο Δημήτριος Βούλγαρης

Ο Βίος του Δημητρίου Βούλγαρη

Ο Δημήτριος Βούλγαρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 20 Δεκεμβρίου 1802 και ήταν γιος του Μπέη της Ύδρας Γεωργίου Βούλγαρη. Ο τελευταίος πέθανε όταν ο Δημήτριος Βούλγαρης ήταν δέκα χρονών με αποτέλεσμα να αναλάβουν την επιμέλειά του οι επίτροποι που ορίζονταν από τη διαθήκη του πατέρα του μεταξύ των οποίων ήταν και ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Κατά τα εφηβικά χρόνια παρακολούθησε μαθήματα από τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και τον Άνθιμο Γαζή. Σε ηλικία μόλις 19 χρονών εξελέγη πρόκριτος της Ύδρας (1821).

Ο πολιτικός Δημήτριος Βούλγαρης

Το 1825 εξελέγη πληρεξούσιος για την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και το 1829 για την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους ως πληρεξούσιος Ύδρας. Κατά την καποδιστριακή εποχή συντάχθηκε με τους αντικαποδιστριακούς τηρώντας σκληρή αντιπολιτευτική στάση και λαμβάνοντας μέρος στα γεγονότα της ανταρσίας της Ύδρας ως εκλεγμένος δημογέροντας.

Το 1832 διορίστηκε υπουργός ναυτικών, θέση από την οποία παραιτήθηκε μη δεχόμενος να υποβιβάσει τους αγωνιστές του 1821. Το 1837 εξελέγη δήμαρχος Ύδρας παραμένοντας στον δημαρχιακό θώκο για έξι χρόνια. Το 1845 διορίστηκε γερουσιαστής και δύο χρόνια αργότερα ορκίστηκε υπουργός ναυτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Τα επόμενα χρόνια ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών στην κυβέρνηση Κανάρη (1848) από όπου όμως παραιτήθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1855  ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση, στην οποία και κράτησε για τον εαυτό του το υπουργείο εσωτερικών. Η κυβέρνηση τελικώς παραιτήθηκε δύο χρόνια αργότερα ύστερα από προσωπική σύγκρουση Βασιλιά – Βούλγαρη και ενώ πριν 13 μήνες είχε κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή κατά τις Εκλογές του 1856 που διεξήγαγε.

Με την έξωση του Όθωνα, ο Βούλγαρης σχημάτισε την επαναστατική κυβέρνηση του 1862, την οποία διοικούσε Επιτροπεία (Ρούφος, Κανάρης, Βούλγαρης) υπό την προεδρία του. Παράλληλα γίνεται αρχηγός της παράταξης των Πεδινών και διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εμφύλια διαμάχη των Ιουλιανών. Τον Φεβρουάριο, μετά τα  Φεβρουαριανά παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία για να σχηματίσει πάλι κυβέρνηση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1863). Το 1865 σχημάτισε βραχύβια κυβέρνηση τριών ημερών και τον Ιανουάριο του 1866  διορίστηκε πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1868 κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση διάρκειας ενός έτους. Το 1871 κέρδισε τις εκλογές αναλαμβάνοντας για έβδομη φορά την πρωθυπουργία ενώ τον Φεβρουάριο του 1874 ανέλαβε για τελευταία φορά την πρωθυπουργία. Στις εκλογές που ακολούθησαν βγήκε νικητής ύστερα από παρερμηνεία σχετικού άρθρου του συντάγματος.
Έτσι το 1874, μέσα σε κλίμα πολιτικής αυθαιρεσίας της τότε κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη, o Χαρίλαος Τρικούπης έγραψε στην εφημερίδα «Καιροί» ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουνίου του 1874, στο οποίο κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα της εποχής, αλλά ουσιαστικά κατηγορούσε το Βασιλιά, επειδή μετά την πτώση του Δεληγιώργη, εξ αιτίας των Λαυρεωτικών, είχε χρήσει κυβέρνηση εκείνη του Βούλγαρη που ήταν μειοψηφίας. Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη με το υφιστάμενο Σύνταγμα κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πλειοψηφήσει από μόνο του. Έτσι όλοι οι τότε κυβερνητικοί σχηματισμοί ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο δε Βασιλιάς, προκειμένου ν’ αποφύγει κατάσταση ακυβερνησίας με συνεχείς επαναλαμβανόμενες και ατελέσφορες εκλογές, αναγκαζόταν κάθε φορά να χρίζει κυβέρνηση το κόμμα εκείνο με τη λιγότερη μειοψηφία.

Τον δε Μάρτιο του 1875 ο Δ. Βούλγαρης διέπραξε εκλογική λαθροχειρία στη Βουλή, γεγονότα που έχουν μείνει στην ιστορία ως με την ονομασία Στηλιτικά. Τελικά με παρέμβαση του Βασιλιά και προ της απειλής του για παραίτηση εκ του θρόνου ακόμα και των ανήλικων τέκνων του ο Δ. Βούλγαρης υποχρεώθηκε σε παραίτηση υπέρ του Χαρ. Τρικούπη. Αλλά και ο τελευταίος λαμβάνοντας εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την πολυπόθητη πλειοψηφία όπου και παραιτήθηκε υπέρ του Κουμουνδούρου.

Η πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης Κουμουνδούρου ήταν η παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο, για έγκλημα σιμωνίας δύο υπουργών του Δ. Βούλγαρη και η καταδίκη τους σε φυλάκιση 1-2 έτη, τα λεγόμενα Σιμωνιακά. Αυτών ακολούθησε άλλο ειδικό δικαστήριο με παραπομπή του ίδιου του Δ. Βούλγαρη και όλων των μελών της τελευταίας κυβέρνησής του για αθέμιτες πολιτικές ενέργειες με τις οποίες στιγμάτισε αυτόν ηθικά, πλην όμως δεν καταδίκασε λόγω μη προβλεπόμενης σχετικής ποινής ή ρήτρας. Η διπλή αυτή καταδίκη, η πρώτη ποινική στον γαμβρό του, η δεύτερη ηθική προς το πρόσωπό του κατέβαλαν ψυχικά τον Δ. Βούλγαρη με συνέπεια να παραιτηθεί και της ενεργού πολιτικής σκηνής και να οδηγηθεί στον πολιτικό θάνατο, στο μαρασμό του οποίου δεν άργησε ν΄ ακολουθήσει και ο φυσικός.

Η οικογένεια του Δημητρίου Βούλγαρη

Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Διέμενε στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου 1877. Ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν παντρεμένος με την Μαρία Κουντουριώτη, κόρη του Λάζαρου Κουντουριώτη και απέκτησε πέντε παιδιά:

  • την Σταματίνα Βούλγαρη, σύζυγο του βουλευτή και υπουργού Βασίλειου Νικολόπουλου
  • την Ελένη Βούλγαρη, σύζυγο του βουλευτή και υπουργού Δημήτριου Πατρινού
  • τον Γεώργιο Βούλγαρη, διπλωματικό υπάλληλο και υπουργό ναυτικών
  • τον Λάζαρο Βούλγαρη (1850 – 1893), βουλευτή
  • την Αθανασούλα Βούλγαρη, σύζυγο του Φρειδερίκος Σμιτ

Κριτικές για τον Δημήτριο Βούλγαρη

Ο Δημήτριος Βούλγαρης αντιπροσώπευσε καθ´ολη τη διάρκεια της πορείας του τον κοτζαμπασισμό. Ήταν άνδρας ισχυρής θέλησης και υψηλής νοημοσύνης. Δεν ήταν πολύ μορφωμένος, αλλά ήταν έμπειρος σε πολλές περιστάσεις της ζωής. Ήταν ευσυνείδητος και αυστηρός στην διοίκηση μεν, φειδωλός και τίμιος στην διαχείριση των δημοσίων δε. Ενδιαφερόταν για τους φίλους του, εκτίθετο πολλές φορές για χάρη τους και ποτέ δεν τους θυσίαζε για χάρη των πολιτικών συμφερόντων. Και όμως, ο σιδερένιος και αξιοπρεπής αυτός χαρακτήρας, που επιβάλλονταν σε όλους και έμπνεε σεβασμό, είχε το μειονέκτημα της ισχυρογνωμοσύνης και του εγωισμού, μέχρι του σημείου να γίνεται δεσποτικός και τυραννικός. Ήταν τολμηρός και αποφασιστικός στις πράξεις του. Το 1874 προέβη μέχρι και σε πραξικόπημα κατά του πολιτεύματος. Λέγεται ότι συνήθιζε να δίνει την απάντηση «άστε ντούα» («Έτσι θέλω» στα αρβανίτικα), όταν του ζητούσαν να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτριος_Βούλγαρης

Ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832-1896)

Ο Χαρίλαος Τρικούπης ήταν Έλληνας διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός. Ο Τρικούπης κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας επί 19 χρόνια (1875-1894) παίρνοντας τη θέση του πρωθυπουργού επτά φορές και κυβέρνησε τη χώρα για σχεδόν 10 χρόνια.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης
Ο Χαρίλαος Τρικούπης

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και καταγόταν από την ιστορική οικογένεια Τρικούπη του Μεσολογγίου και την οικογένεια Καρατζά της  Κωνσταντινούπολης. Ήταν γιος του Σπυρίδωνα Τρικούπη πολιτικού, ιστορικού και επίσης πρωθυπουργού της Ελλάδας και της Αικατερίνης το γένος Μαυροκορδάτου. Ανάδοχός του ήταν ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης. Μετά τη φοίτησή του σε γυμνάσιο της Αθήνας, όπου γυμνασιάρχης του ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος, σπούδασε νομική  στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου μετά τριετή φοίτηση συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι.

Διπλωμάτης

Με το τέλος των σπουδών του χρημάτισε ιδιαίτερος γραμματέας του πατέρα του Σπυρίδωνα, που τότε ήταν πρέσβης στο Λονδίνο. Ακολούθως το 1856 διορίστηκε επίσημος γραμματέας της πρεσβείας στο Λονδίνο ακολουθώντας το διπλωματικό σώμα. Το 1862 εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης της ελληνικής παροικίας του Λονδίνου και αποσυρθέντος του πατέρα του ανέλαβε ως επιτετραμμένος της πρεσβείας. Αν και η διπλωματική σταδιοδρομία του υπήρξε βραχεία, διακρίθηκε για την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του, το 1863, κατά τις διαπραγματεύσεις με την αγγλική κυβέρνηση, ως πληρεξούσιος της ελληνικής κυβέρνησης, στη σχετική συνθήκη της παραχώρησης των Ιονίων νήσων από τη Μεγάλη Βρετανία στο Βασίλειο της Ελλάδος, που ήταν ο κυρίαρχος όρος αποδοχής του στέμματος του Βασιλείου από τον πρίγκιπα και μετέπειτα Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄.

Το θέμα της παραχώρησης, στην πραγματικότητα εκχώρησης, των νήσων αυτών δεν ήταν τόσο απλό μετά την αντίδραση της Βασιλικής Αυλής της Δανίας, όπου η σχετική συνθήκη είχε συνομολογηθεί ερήμην της ελληνικής κυβέρνησης, συνέπεια της οποίας ήταν να ακολουθήσει δεύτερη σχετική συνθήκη με το διπλωματικό όρο «ενσωμάτωση». Επί της δεύτερης αυτής συνθήκης ήταν πληρεξούσιος ο Χ. Τρικούπης, του οποίου η διπλωματική καριέρα κράτησε 8 έτη (1856-1864).

Πολιτική καριέρα

Το 1864 παραιτήθηκε από τη διπλωματική υπηρεσία για να συμμετάσχει στις εκλογές. Το 1865 εξελέγη βουλευτής Μεσολογγίου υπό τη σκέπη του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, ο οποίος όταν κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση στις 18 Δεκεμβρίου, του εμπιστεύθηκε το κρίσιμο Υπουργείο Εξωτερικών, σε μια δύσκολη περίοδο, καθώς είχε ξεσπάσει η Κρητική Επανάσταση. Ο Τρικούπης ήταν μόλις 33 ετών.

Από τις πρώτες μέρες του στην κυβέρνηση φρόντισε να αποκαταστήσει το κύρος του κράτους απέναντι στους ξένους. Ως νέος Υπουργός Εξωτερικών δεν επισκέφθηκε πρώτος τους ξένους πρεσβευτές στην Αθήνα, αλλά απαίτησε να τον επισκεφθούν αυτοί πρώτοι. Διαμόρφωσε, έτσι, μία εθιμοτυπία, που ισχύει απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα. Στους επόμενους μήνες ήρθε σε διάσταση απόψεων με τον Κουμουνδούρο και απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση. Για τέσσερα χρόνια πολιτεύτηκε (1868-1872) ανεξάρτητα από τα κόμματα που υπήρχαν.

Το 1872 ίδρυσε το «Πέμπτο κόμμα», στο οποίο συγκεντρώθηκαν οι πιο φιλελεύθερες και προοδευτικές προσωπικότητες της εποχής. Μεγάλοι του αντίπαλοι θα είναι αρχικά ο πολιτικός του μέντορας  Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και στη συνέχεια ο «λαϊκιστής»  Θεόδωρος Δηλιγιάννης, που εκπροσωπούσαν τα «παλιά τζάκια».

Το 1874, μέσα σε κλίμα πολιτικής αυθαιρεσίας της τότε κυβέρνησης  του Δημήτριου Βούλγαρη, έγραψε στην εφημερίδα «Καιροί» ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουνίου του 1874, στο οποίο κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα της εποχής, αλλά ουσιαστικά κατηγορούσε το Βασιλιά, επειδή μετά την πτώση του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, είχε χρίσει κυβέρνηση εκείνη του Βούλγαρη που ήταν μειοψηφίας. Την εποχή εκείνη με το υφιστάμενο Σύνταγμα κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πλειοψηφήσει από μόνο του. Έτσι όλοι οι τότε κυβερνητικοί σχηματισμοί ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο δε Βασιλεύς, προκειμένου ν’ αποφύγει κατάσταση ακυβερνησίας με αλλεπάλληλες εκλογές, αναγκαζόταν κάθε φορά να χρίζει κυβέρνηση το κόμμα εκείνο με τη σχετική πλειοψηφία.

Ο Χ. Τρικούπης μετά το πρώτο του εκείνο άρθρο δημοσίευσε και δεύτερο στις 9 Ιουλίου του 1874 με τον τίτλο «Παρελθόν και Ενεστώς», με το οποίο έθετε ως δόγμα της Βουλής τη «δεδηλωμένη» (εμπιστοσύνη) της Βουλής, που αργότερα και καθιερώθηκε ως «αρχή της δεδηλωμένης». Για το τόλμημα όμως των άρθρων του αυτών συνελήφθη ο εκδότης της εφημερίδας Π. Κανελλίδης θεωρούμενος ως ο συντάκτης. Κατά την ανάκριση απροσδόκητα αποκαλύφθηκε ότι πραγματικός συντάκτης ήταν ο Χ. Τρικούπης, που παρουσιάστηκε αυθόρμητα και ανέλαβε την ευθύνη των ανυπόγραφων άρθρων του. Έτσι, αναγκάστηκε η Δικαιοσύνη να προφυλακίσει τον Τρικούπη με μόνο τέσσερις ημέρες φυλάκιση, πλην όμως αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και τελικά αθωώθηκε με βούλευμα.

Παρά ταύτα λίγους μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1875, πήρε εντολή από το Βασιλιά να σχηματίσει κυβέρνηση διαλύοντας τη Βουλή και τη διενέργεια στη συνέχεια εκλογών. Παρέμεινε έτσι στην εξουσία για 5,5 περίπου μήνες, μέχρι τις 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, όπου κατά τις εκλογές που διεξήχθησαν, διατηρώντας και αυτός μειοψηφία αναγκάστηκε σε παραίτηση υπέρ του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, που είχε πλειοψηφήσει.

Το 1879 κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές και το Μάρτιο του 1880 σχημάτισε κυβέρνηση, αλλά τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Tον Μάρτιο του 1882 επανήλθε στην πρωθυπουργία, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1885. Επανήλθε το 1886. Ένα χρόνο αργότερα κέρδισε τις εκλογές του 1887, αλλά έχασε εκείνες του 1890, οπότε και έπεσε η κυβέρνησή του. Ανέλαβε πάλι την πρωθυπουργία το 1892. Στην τελευταία περίοδο της πρωθυπουργίας του (1893-1895) η Ελλάδα πτώχευσε και σταμάτησε μονομερώς να αποπληρώνει δάνεια που είχε λάβει από το εξωτερικό.

Διάσταση απόψεων με το Βασιλιά Γεώργιο τον Α΄

Στον Τρικούπη αποδίδεται η φράση «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» ενώπιον της Βουλής, την οποία, όμως ουδέποτε διετύπωσε, όπως αποδεικνύεται από την ανάγνωση των πρακτικών της Βουλής. Πέραν αυτού, από μελέτη των στοιχείων εκτιμάται ότι η πτώχευση θα είχε αποφευχθεί, αν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αποδεχόταν τους χειρισμούς του Χαριλάου Τρικούπη για τη σύναψη νέου δανείου για την αντιμετώπιση του χρέους.

Ο Γεώργιος δεν δέχτηκε την πρόταση του Τρικούπη να κυρωθεί η σύμβαση του δανείου – όπως προέβλεπε σχετικός Νόμος – και τη σύσταση «Ταμείου Δανείου» με βασιλικό διάταγμα και αντιπρότεινε να δώσει η Βουλή ειδική εξουσιοδότηση. Πιεζόμενος από τον Τρικούπη ζήτησε προθεσμία 48 ωρών «για να σκεφτεί». Στο διάστημα αυτό με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα που εστάλη στο Λονδίνο από τα Ανάκτορα δινόταν η εντολή να πουλήσουν στο χρηματιστήριο πολλών εκατομμυρίων ομολογίες ελληνικών δανείων, που οι τιμές τους ανέβαιναν καθημερινά εν όψει του νέου δανείου. Όλα αυτά οδήγησαν αμέσως τον Τρικούπη σε παραίτηση και τη χώρα, ύστερα από λίγο, στην πτώχευση. Στις εκλογές του 1895 απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής με αποτέλεσμα να αυτοεξοριστεί στις Κάννες της Γαλλίας.

Έργο του Χαρίλαου Τρικούπη

Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του θα θέσει σε εφαρμογή ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στους τομείς της γεωργίας, της φορολογίας και της άμυνας, καθώς και ένα πολυδάπανο πρόγραμμα έργων υποδομής,.

Τον Οκτώβριο του 1867 ως υπουργός Εξωτερικών υπέγραψε σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας με τον ηγεμόνα Μιχαήλ της Σερβίας.

Το Μάρτιο του 1880 με πρότασή του καταργήθηκε ο φόρος της δεκάτης στα δημητριακά προϊόντα και αντικαταστάθηκε με το φόρο επί των αροτριώντων κτηνών.

Με την κυβέρνηση που συγκρότησε το Μάρτιο του 1882 αναδιοργάνωσε την αστυνομία, την αγροφυλακή και τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Μείωσε τη στρατιωτική θητεία σε ένα έτος αντί τριών που ήταν μέχρι τότε. Θέσπισε νόμους για προσόντα, μονιμότητα και προαγωγή δημοσίων υπαλλήλων. Αποφάσισε την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδα και τη δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1882 υπήρχαν σε λειτουργία μόνο 9 περίπου χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεαν την Αθήνα (Θησείο) με το επίνειό της, τον Πειραιά, το 1893 λειτουργούσαν 914 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών και άλλα 490 ήταν υπό κατασκευή. Για τη χρηματοδότηση των έργων πήρε δύο μεγάλα δάνεια και επέβαλε φορολογία στον καπνό και το κρασί. Η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου επετεύχθη χάρη στον Τρικούπη, ο οποίος και την εγκαινίασε το 1893. Επίσης έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη της παιδείας.

Στην επόμενη διακυβέρνησή του (1886-1890) μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150 (το κατώτατο όριο που προέβλεπε τότε το Σύνταγμα) και επίσης ενίσχυσε το Βασιλικό Ναυτικό με παραγγελία τριών μεγάλων πλοίων, των θωρηκτών ΎδραΣπέτσαι και Ψαρά, για τη χρηματοδότηση των οποίων αναγκάστηκε να πάρει και άλλο ένα δάνειο. Επέβαλε και φόρο επί των οικοδομών.

Συνέπειες της πολιτικής του Χαρίλαου Τρικούπη

Ο Χαρίλαος Τρικούπης επιδίωξε έναν ιδιαίτερα αισιόδοξο εκσυγχρονισμό, ο οποίος παρουσίασε πάντως προβλήματα, καθώς οι αλλαγές δε βρήκαν πρόσφορο έδαφος λόγω της προβληματικής  ελληνικής οικονομίας και του συντηρητικού πνεύματος της εποχής.

Χαρακτηριστικό της προοδευτικότητάς του είναι το παράτολμο, για την εποχή του, όραμά του για τη ζεύξη του στενού Ρίου-Αντιρρίου, ιδέα που υλοποιήθηκε πάνω από έναν αιώνα αργότερα, το 2004, με την κατασκευή της Γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, στην οποία δόθηκε το όνομά του στις 25 Μαΐου 2007.

Η πρωτόγονη οικονομία της εποχής του δεν θα αντέξει το φιλόδοξο πρόγραμμα του Τρικούπη. Ο ίδιος θα προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στο λαό, λόγω της φορολογικής του πολιτικής. «Φορομπήκτης» και «Πετρέλαιος» ήταν δύο από τα προσωνύμια που του «κόλλησε» ο Τύπος. Τελικά, η χώρα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει τα δυσβάστακτα χρέη της. Η Βουλή κηρύσσει χρεοστάσιο το 1893. Τα επόμενα χρόνια η χώρα θα τεθεί υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, με τα γνωστά μονοπώλια στο οινόπνευμα, τα σπίρτα κ.λ.π, οι επιπτώσεις του οποίου θα φθάσουν μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 το κόμμα του παθαίνει πανωλεθρία και ο ίδιος αποτυγχάνει να εκλεγεί βουλευτής Μεσολογγίου. Στη συνέχεια αναχωρεί για ένα ταξίδι στην Ευρώπη, αλλά η απουσία του από τα πολιτικά πράγματα καθίσταται εμφανής. Οι πολιτικοί του φίλοι τον εκθέτουν υποψήφιο για την αναπληρωματική εκλογή της επαρχίας Βάλτου (επαρχία και σήμερα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας), χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει. Εκλέγεται σχεδόν παμψηφεί στις 17 Μαρτίου 1896, αλλά πέντε μέρες αργότερα η Αθήνα μαθαίνει εμβρόντητη ότι ασθενεί βαρέως στις Κάννες.

Γενικότερα, η δράση του Χαριλάου Τρικούπη στην Ελλάδα θεωρείται από τις πιο καθοριστικές για τη μετάβαση της χώρας στον 20ό αιώνα. Το έργο του προκάλεσε πολλές φορές διχογνωμίες και αντιδράσεις την εποχή εκείνη, όμως τα αποτελέσματά του σε πολλές περιπτώσεις είναι ορατά ακόμα και στη μεταγενέστερη και σύγχρονη Ελλάδα.

Συνοψίζοντας, ο Χαρίλαος Τρικούπης υλοποίησε πολλά έργα στη χώρα με στόχο τον εκσυγχρονισμό της και γι’ αυτό αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους μεγαλύτερους πολιτικούς που πέρασαν από αυτήν.

Το τέλος του Χαρίλαου Τρικούπη

Ο Χαρίλαος Τρικούπης άφησε την τελευταία του πνοή στις Κάννες στις 30 Μαρτίου 1896 σε ηλικία 64 ετών, την ώρα που η ελληνική πρωτεύουσα φιλοξενούσε τους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες. Η σορός του έφτασε στον Πειραιά στις 9 Απριλίου και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής. Ετάφη χωρίς επισημότητες, όπως το είχε ζητήσει, στον οικογενειακό τάφο των Τρικούπηδων στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/273