Η αστική κοινότητα συνιστούσε τη θεμελιώδη πολιτική μονάδα της πολιτισμένης Ευρώπης. Στις πληθυσμιακά πυκνότερες περιοχές, όπως βόρεια Ιταλία και Κάτω Χώρες, αποτελούσε τη μόνη πολιτική πραγματικότητα, με το έθνος ή το κράτος σε δεύτερη μοίρα. Το ζήτημα του μεγέθους ίσως αποτελούσε πηγή σύγχυσης όσον αφορά το τι συνιστούσε μία «πόλη». Σε πολλές περιοχές ο πολλαπλασιασμός των πολύ μικρών οικισμών καθιστά δυσχερή τη διάκριση τους από τα «χωριά».

Αστική κοινότητα

Στην πράξη, οι κωμοπόλεις ήταν πενταπλάσιες σε αριθμό από κάθε άλλη μορφή αστικών ευρωπαϊκών κοινοτήτων. Πολλές από αυτές αποτελούσαν τμήματα ενός κατεξοχήν αγροτικού τοπίου: ήταν κέντρα της αγροτικής οικονομίας και ταυτόχρονα κέντρα παροχής υπηρεσιών προς την ύπαιθρο. Παρ’ όλο που η πλειονότητα του πληθυσμού ζούσε στην ύπαιθρο, οι οικονομικές τους δραστηριότητες ήταν σε άμεση συνάρτηση με τα τοπικά αστικά κέντρα.

Η αστική κοινότητα συχνά διακρινόταν από ύπαρξη τειχών και δρόμων, ιδιαίτερα οικονομικών προνομίων και καταστατικού χάρτη. Το πρότυπο ήταν ίσως οι γεμρανικές ελεύθερες αυτοκρατορικές πόλεις. Στην πραγματικότητα, όμως πόλεις αυτού του τύπου, που αναπτύχθηκαν τον 13ο αιώνα και επιβίωσαν με αμετάβλητη τη δομή τους έως τον 18ο αιώνα, υπήρχαν σε όλη την «αστική» ζώνη» που επεκτεινόταν από τις Κάτω Χώρες, μέσω της δυτικής Γερμανίας και της Ελβετίας, έως τις πόλεις της βόρειας Ιταλίας. Κάθε κωμόπολη ή πόλη αποτελούνταν από επιμέρους κοινότητες που στο σύνολό τους συνιστούσαν την αστική πολιτική κοινότητα.

Οι ιστορικοί συμφωνούν πως η αστική κοινότητα διέθετε διακριτή ταυτότητα που παρείχε στους πολίτες τόσο το αίσθημα του «ανήκειν» όσο και ένα ανάλογο αίσθημα υπερηφάνειας. Σύμφωνα με μία άποψη, οι μικρές αστικές κοινότητες των γερμανόφωνων περιοχών με μέγιστο πληθυσμό της τάξης των 10.000 ατόμων, μπορούν να θεωρηθούν ως «τοπικές κοινότητες αναφοράς», οι οποίες χαρακτηρίζονταν από ισχυρή κοινωνική συνοχή μεταξύ της άρχουσας ελίτ, των συντεχνιών και του σώματος των πολιτών. Απολαμβάνοντας εσωτερική σταθερότητα, αυτές οι αστικές κοινότητες συνιστούσαν τη σπονδυλική στήλη του έθνους και διαμόρφωναν σε ένα βαθμό την κατεύθυνση της εθνικής πολιτικής, χωρίς να συμμετέχουν απαραίτητα στη διακυβέρνηση του κράτους.

Ακόμα και ένα σύνθετο δομικά μεγάλο αστικό κέντρο, η αίσθηση του «ανήκειν» και το κοινοτικό αίσθημα ήταν θεμελιώδους σημασίας. Στο Παρίσι πρωτεύοντες ήταν οι δεσμοί των πολιτών με τη συνοικία τους, την ενορία τους και την τοπική κοινότητα. Οι αξίες που κυριαρχούσαν στο πλαίσιο της συνοικίας υπερίσχυσαν όλων των άλλων και τα τοπικά προβλήματα είχαν το προβάδισμα έναντι των ευρύτερων προβλημάτων. Η ιεράρχηση των αξιών είχε και θρησκευτική διάσταση, με την κάθε ενορία να προασπίζεται ζηλότυπα την εκκλησία της, τους αγίους της και τα παραδοσιακά της έθιμα. Παρ΄όλο που η μετανάστευση στα μεγάλα αστικά κέντρα ήταν πάντα αριθμητικά σημαντική, δεν φαίνεται να απείλησε την πρωτοκαθεδρία των αξιών της μικροκοινότητας.

Υπήρχε, κατά τα φαινόμενα, μια επαρκής συνέχεια στην πληθυσμιακή σύνθεση, ικανή να εξασφαλίσει και τη διαιώνιση των κυρίαρχων αξιών. Στον λονδρέζικο δήμο του Southwark στις αρχές του 17ου αιώνα, σχεδόν οι μισοί οικογενειάρχες συνέχιζαν να κατοικούν εκεί για μια περίοδο που υπερέβαινε τη δεκαετία, ποσοστό που συναντάται και σε άλλες πόλεις. Η πληθυσμιακή ανανέωση σαφώς θα διάβρωνε σε κάποιο βαθμό το κοινοτικό αίσθημα, ταυτόχρονα, όμως, θα εξασφάλιζε και την επιβίωση αρκετών κατοίκων ώστε να διατηρείται κάποια συνέχεια στη συνοικία. Παρά τη συνθετότητα ενός αστικού κέντρου όπως το Λονδίνο, οι κάτοικοι αντιμετώπιζαν τα ζητήματα της ενορίας, της συντεχνίας και της τοπικής διοίκησης με επαρκη ζήλο ώστε να διασφαλίζεται η κοινωνική σταθερότητα.

Στο εσωτερικό των αστικών κοινοτήτων θεμελιώδης αξία αποτελούσε η «κοινωνική γαλήνη», αντιληπτή ως το «κοινό καλό» και ως η κοινή αποδοχή αρχών και κανόνων που ρύθμιζαν τη λειτουργία των θεσμών τους και εξασφαλιζαν τη διατήρηση της τάξης. Σε πολλά αστικά κέντρα οι πολίτες υποχρεώνονταν να δεσμευτούν με όρκο ότι θα τηρούσαν τις συμβάσεις οι οποίες διασφάλιζαν την κοινωνική ειρήνη. Σε αυτήν τη βάση, μια πόλη μπορούσε να δομήσει μια παράδοση δεσμών πίστης που της παρείχε σταθερότητα διακυβέρνησης και εξασφάλιζε τόσο τη συλλογική επιβίωση όσο και τη δημιουργία ενός αισθήματος ατομικότητας και ταυότητας των πολιτών της. Ο τρόπος λειτουργίας των κανόνων αυτών διακρίνεται στον κατατστατικό χάρτη των ιταλικών και γερμανικών πόλεων-κρατών.

Η Φλωρεντία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μίας πόλης που ανέπτυξε ένα σύνθετο πολιτικό τελετουργικό, συνδυάζοντας τόσο κοσμικά όσο και θρησκευτικά σύμβολα, για την ανάδειξη του κοινού συμφέροντος όλων των πολιτών με άξονα την patria τους, ενώ οι Γερμανοί μοιράζονταν ένα πιο συγκρατημένο αίσθημα υπερηφάνειας για τη «μητρική κοινότητά» τους ή Vaterland.

Η πρωτοκαθεδρία της κοινότητας ή της συνοικίας δεν απέκλειε την υιοθέτηση και μ ιαςευρύτερης ταυτότητας. Οι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των τοπικών αγορών οδήγησαν αναπόφευκτα στην ανάδυση μιας κάποιας μορφής καταναλωτικής κοινωνίας και οι βελτιωμένες επικοινωνίες έφεραν τις επαρχίες σε επαφή με τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Υπήρχε, επιπλέον, μία κοινή κουλτούρα, κοινωνοί της οποίας ήταν όλες οι κοινότητες, βασισμένη σε ένα βαθμό στα τοπικά σχολεία και στο περιεχόμενο της διδασκαλίας σε αυτά, στο δίκτυο διάδοσης των ειδήσεων και στο θέατρο. Αυτό επέτρεψε σε περιοχές με ένα εξαιρετικά σύνθετο δίκτυο αυτόνομων αστικών κέντρων, όπως η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες και η βόρεια Ιταλία, να νιώθουν ικανές να υιοθετήσουν μία κοινή προοπτική και στάση σε περιόδους κρίσης.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».