Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα

Δυτική Μακεδονία

…Ο Αλέξης μ΄ένα γνώριμο του ιατρό από το Μοναστήρι αποφάσισαν να γυρίσουν μερικές πολιτείες της Μακεδονίας. Επειδή στα Βιτώλια ήταν πολλοί ιατροί, ο νέος αυτός γύρευε να βρη κανένα άλλο μέρος να εγκατασταθή. Με την αφορμή λοιπόν που έδερνε τα χωριά και τον τόπον όλο η βλογιά, πήρε το νυστέρι του και μπόλι αρκετό, κι ένα μεσημέρι , με τον Αλέξη μαζύ, ξεκίνησαν με τ΄αμάξι για τη Ρέσνα. Τα γυμνότατα βουνά στα δεξιά ήταν μενεξεδένια, σ΄όλες τις ρεματιές, στο βάθος, έμενε χιόνι λιγωστό, αριστερά το Περιστέρι, κάτασπρο, υψώνεται περήφανα στον ουρανό που είναι όλος γαλαζόπετρα, αέρας φυσά παγωμένος καθώς τρέχει το αμάξι και ο ήλιος νικημένος από το κρύο, δε ζεσταίνει αρκετά. Ο δρόμος όλο και ανεβαίνει ως το χάνι του Διαβατού, στο ψηλότερο μέρος φυλάγουν στρατιώτες και η σκοπιά τους είναι σκεπασμένη με χιόνια. Ύστερα κατεβαίνει ο δρόμος κι έπαιρνε με τ΄αμάξι γρήγορα τον κατήφορο. Το δείλι έλαμψαν μακρειά τα νερά μιας άκρης της Πρέσπας. Είχε βασιλέψει ο ήλιος σαν έφθασαν στη Ρέσνα. Γύρισαν λίγο το χωριό, πέρασαν από την εκκλησιά και από το σκολειό και πήγαν στο σπίτι της δασκάλας που τους προσκάλεσε να περάσουν τη νύχτα. Ήταν Αθηναία, ο άντρας της Ρεσνιώτης, δάσκαλός και αυτός, μένει τώρα σ΄ένα χωριό της Πρέσπας, έχουν υιό που σπουδάζει στα Βιτώλια στο γυμνάσιο και δύο κόρες σ΄ώρα γάμου. Άναψαν φωτιά κ΄έψηναν αυγά και κρέας τα κορίτσια, κ΄έλεγαν κρυφά της μάννας τους ΄΄Μητέρα γιατί να φεύγουν αύριο;΄΄Νοιώθουν πως είναι εξόριστες σ΄αυτόν τον τόπο που όλο και τον πλακόνουν περισσότερο οι ξένοι. Η μητέρα έδειχνε στους ταξιδιώτες ένα αγαλματάκι από γύψο που ήταν πάνω στη θερμάστρα και παράσταινε την ψυχή και τον έρωτα που φιλιούνταν. ΄΄Αυτός μ΄έφερε εδώ στην ξενητιά, ο Έρως. Κι αυτήν την κιθάρα που την βλέπεις τώρα κρεμασμένη στον τοίχο, την έπαιζε άλλοτε ο άντρας μου τραγουδώντας και με ξεγέλασε με η φωνή του΄΄….

Πηγή: ΄΄Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα΄΄, Ίων Δραγούμης, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία

Please follow and like us:
error0

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης

Ο Ίων Δραγούμης ήταν ο πέμπτος γιος του αρχικά δικαστικού και μετέπειτα πρωθυπουργού της Ελλάδας Στέφανου Δραγούμη και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη. Ο Ίων Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1878. Η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από το Βογατσικό της Καστοριάς κάτι που θα φανεί πως τον επηρέασε ιδιαίτερα στη γεωγραφία των λογοτεχνικών του κειμένων, στα μέρη, δηλαδή, που τοποθετεί τη δράση τους.

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός, λογοτέχνης.
Ο Ίων Δραγούμης

Μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του, ο Ίων Δραγούμης θα εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Νομική Σχολή, τα μαθήματα τς οποίας θα παρακολουθήσει έως το 1897, όταν και θα καταταγεί ως εθελοντής στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, που κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας, τον λεγόμενο ”Ατυχή πόλεμο”.

Το 1899 θα εισέλθει στο διπλωματικό σώμα και το 1902 με το βαθμό του υποπρόξενου θα τοποθετηθεί στο Γενικό Προξενείο του Μοναστηρίου. Από τη θέση αυτή, δεδομένων των διασυνδέσεων που δημιούργησε με τη συνεργασία του πατέρα του και του γαμπρού του, Παύλου Μελά, εργάστηκε επίμονα για την οργάνωση των ορθόδοξων κατοίκων της Μακεδονίας κατά των Βουλγάρων σχισματικών, των γνωστών κομιτατζήδων, των οποίων οι βαρβαρότητες έφθασαν σε όρια μυθιστορηματικά, αγγίζοντας την οθωμανική σκληρότητα της πρώιμης οθωμανοκρατίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν τοποθετήθηκε πρόξενος στις Σέρρες (1903), στον Πύργο της Βουλγαρίας, στη Φιλιππούπολη (1904), στην Αλεξανδρούπολη και στην Αλεξάνδρεια, όπου θα συναντήσει που θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη ζωή του: την Πηνελόπη Δέλτα και τη Μαρίκα Κοτοπούλη.

Από εκεί, το 1907 ο Ίων Δραγούμης μετακινήθηκε στο προξενείο Κωνσταντινούπολης με το βαθμό του γραμματέα. Η παραμονή του εκεί θα συμπέσει με την Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 και τη ριζική αλλαγή που εκείνη συνεπάγεται στη μετέπειτα ιστορία της Ελλάδας. Οι προκηρύξεις των Νεοτούρκων ”περί ισοπολιτείας των διαφόρων εθνοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία” φάνηκαν να ταυτίζονται και να δικαιώνουν ορισμένες απόψεις του Δραγούμη, που θεωρούσαν ότι η λύση του ελληνικού ζητήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί όχι με την ενσωμάτωση των αλύτρωτων πατρίδων στο ελληνικό κράτος, αλλά με τη ”δημιουργία των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα”. Ο Δραγούμης, κάτι που εν μέρει διακρίνεται και στη θεματολογία που επιλέγει στα έργα του, πίστευε στην ελληνοτουρκική συνεννόηση και φοβόταν τον από βορρά σλαβικό κίνδυνο. Σλάβοι είναι οι κομιτατζήδες που μάχονται οι Μακεδόνες.

Από το 1909 και εξής υπηρέτησε διαδοχικά στις πρεσβείες της Ρώμης και του Λονδίνου, αναμείχθηκε στο Επαναστατικό Κίνημα στο Γουδί (1909), ενώ το 1911 οργάνωσε στην Πάτμο συνέδριο για την εμσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Κατή τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στο επιτελείο του αρχιστρατήγου διαδόχου Κωνσταντίνου, γεγονός που υπολανθάνει στις περιγραφές των ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στα έργα του, και τον Οκτώβριο του 1912 ήταν ένας από τους βασικούς διαπραγματευτές με τους Τούρκους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης στα ελληνικά όπλα.

Ακολουθούν οι διορισμοί του, αρχικά, επιτετραμμένος στις πρεσβείες της Πετρούπολης, της Βιέννης, του Βερολίνου και το 1914 πρεσβευτής στην Πετρούπολη. Τον Μάιο του 1915 ο Δραγούμης παραιτείται από τη διπλωματική υπηρεσία για να πολιτευθεί. Λαμβάνει μέρος στις εκλογές της 31ης Μαΐου και εκλέγεται ανεξάρτητος βουλευτής Φλώρινας. Αρχικά θα υποστηρίξει το Βενιζέλο, αλλά στη συνέχεια θα έρθει σε ρήξη μαζί του, καθώς διέκρινε σημάδια αυταρχισμού και εθνικής υποτέλειας στην πολιτική του. Δείγμα της αντιβενιζελικής του στάσης ήταν η έκδοση τον Ιανουάριο του 1916 του περιοδικού Πολιτική Επιθεώρησις, που συμμεριζόταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης.

Μετά την επιτυχία του βενιζελικού κινήματος το 1917 εξορίστηκε με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς στην Κορσική, όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος του πολέμου το 1918. θα επανέλθει στην Ελλάδα για να εξοριστεί για δεύτερη φορά στη Σκόπελο. Απελευθερώθηκε στα τέλη του 1919 και ανέπτυξε δράση υπέρ της ‘‘Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως” , η οποία συσπείρωνε τότε όλους τους αντιβενιζελικούς και ο Ίων Δραγούμης θα αναδειχθεί σε έναν από τους ηγέτες της παράταξης.

Η τραγική ειρωνεία είναι πως την επομένη της απόπειρας δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι στις 30 Ιουλίου 1920, ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από βενιζελικούς αξιωματικούς στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Παπαδιαμαντοπούλου.

Ο Κωστής Παλαμάς από τις στήλες της καθημερινής θα του αφιερώσει, ελάχιστο φόρο τιμής στη φιλία τους, τη ”Νεκρική Ωδή”, τον επίλογο της ζωής του πολιτικού άνδρα που τόσο με τη ζωή, όσο και το έργο του θα στιγματίσει μια εποχή:

Λευκή, ας βαλθεί όπου έπεσες, κολώνα

(πως έπεσες, γραφή να μην το λέη)

λευκή, με της Πατρίδας την εικόνα.

Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίη,

βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίη!

Πηγή: Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Ίων Δραγούμης, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία

Please follow and like us:
error0

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι (1919)

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι ήταν μια ειδική συμφωνία μεταξύ του Πρωθυπουργού της Ελλάδος Ελευθερίου Βενιζέλου και του Υπουργού Εξωτερικών της Ιταλίας Τομάζο Τιττόνι, που αφορούσε διμερή “μυστική” συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας και που συνομολογήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1919 στις Σέβρες της Γαλλίας, στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων (1919).

Οι  εκπρόσωποι που υπέγραψαν το Σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Τομάζο Τιττόνι

Δραστηριότητα πριν το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι

Τα αίτια του Ελληνοϊταλικού πολέμου δεν περιορίζονται μόνο στην επεκτατική πολιτική του Μπενίτο Μουσολίνι και στα χιμαιρικά σχέδια του περί ανασύστασης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τα πρώτα σπέρματα της ελληνοϊταλικής διαμάχης εντοπίζονται στις αρχές του περασμένου αιώνα όταν η «νεαρή» ακόμη Ιταλία άρχισε να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Μετά την ενοποίησή της, η Ιταλία (1871) προσπάθησε να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη. Το πρώτο βήμα για τη νεοφώτιστη Ιταλία ήταν η απόκτηση αποικιών. Η «πρεμιέρα» της ήταν απογοητευτική αλλά δεν πτοήθηκε. Μετά την αποτυχία κατάληψης της Τύνιδας και της Αιθιοπίας, το 1911, με πρόσχημα την κακή τουρκική διοίκηση, κατέλαβε την Τριπολίτιδα και το επόμενο έτος τα Δωδεκάνησα, τα οποία κράτησε ως εγγύηση για την κατοχή της πρώτης. Η κατάληψη των Δωδεκανήσων δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα στην Ελλάδα, η οποία έβλεπε πλέον πως, πέρα από τη σουλτανική Τουρκία, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τις βλέψεις της Ιταλίας. Αλλά η πρώτη ανθελληνική ενέργεια της γειτονικής χώρας εντοπίζεται 34 χρόνια πριν, όταν στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878), οι Ιταλοί παρασκηνιακά συνέργησαν στον περιορισμό των ελληνικών συνόρων στον Άραχθο.

Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13), όταν ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε τη Βόρεια Ήπειρο, η Ιταλία ανέκοψε με τελεσίγραφο την προέλασή του προς τον Αυλώνα. Στη συνέχεια, σε αγαστή συνεργασία με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία επιδίωξε την απομάκρυνση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή. Στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Μάιος 1913) και κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας (Δεκέμβριος 1913) η Ιταλία εργάστηκε πυρετωδώς για να επιδώσει, όσο το δυνατόν, πιο εκτεταμένα σύνορα στο νεότευκτο αλβανικό κράτος. Οι λόγοι ήταν προφανείς. Η «νεαρή» Αλβανία γρήγορα θα προσδενόταν στο ιταλικό άρμα. Μέσω αυτής, η «αυτοκρατορική» Ιταλία πραγματοποιούσε το πρώτο αποφασιστικό βήμα για την εξασφάλιση επιρροής στη Βαλκανική χερσόνησο. Επιπλέον, η δημιουργία της Αλβανίας ήταν απαραίτητη για να αποκόψει τη διέξοδο της Σερβίας προς την Αδριατική και τη διεύρυνση της Ελλάδας προς τον Βορρά. Η περιοχή έπρεπε να μετατραπεί σε ιταλική «λίμνη» και οι δύο προαναφερόμενες υπολογίσιμες βαλκανικές δυνάμεις ήταν αναγκαίο να κρατηθούν όσο το δυνατόν πιο μακριά.

Στη συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Ιούλιος 1913), η Ιταλία τάχθηκε εναντίον της Ελλάδας σε όλα τα θέματα, τα οποία έθεσε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια προσπάθειά του να αξιοποιήσει τη νίκη της χώρας του στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τον «τυχοδιώκτη» της Ευρώπης να ικανοποιήσει τους εθνικούς του πόθους. Απαίτησε και εξασφάλισε σπουδαία ανταλλάγματα από την Τριπλή Συνεννόηση (Entente) για να πολεμήσει στο πλευρό της, αν και συνδεόταν με συνθήκες με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Απρίλιος 1915) ικανοποιήθηκε ως προς τις απαιτήσεις της στην Αδριατική και στη Μικρά Ασία, γεγονός το οποίο ερχόταν φυσικά σε αντίθεση με τα ελληνικά συμφέροντα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Ιταλία κατέστησε (Ιούνιος 1917) την αδύναμη Αλβανία προτεκτοράτο της (μάλιστα επωφελήθηκε από την ανώμαλη, εκείνη τη στιγμή, κατάσταση στην Ελλάδα, λόγω του Εθνικού Διχασμού, και κατέλαβε, προσωρινά έστω, τα Ιωάννινα) και διεύρυνε τις διεκδικήσεις της στη Μικρά Ασία. Η συμμετοχή όμως της Ελλάδας, επίσης στο πλευρό της Συνεννόησης, τη δυσαρέστησε ιδιαίτερα. Ο «σύμμαχός» της αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στις βλέψεις της όχι μόνο στη Βαλκανική και τα Δωδεκάνησα, αλλά και στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου υπήρχαν πυκνοί ελληνικοί πληθυσμοί. Μετά το τέλος του πολέμου, η Ιταλία παρουσιάστηκε με υπερβολικές εδαφικές και άλλες απαιτήσεις, αντιστρόφως ανάλογες προς την προσφορά της στον πόλεμο. Η διάλυση της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία, η οποία δεν έπρεπε να χαθεί για κανέναν λόγο. Πέρα από τις υπέρογκες χρηματικές αποζημιώσεις που απαίτησε από τους ηττημένους, επεδίωξε κατοχύρωση της θέσης της στη βόρεια Αφρική, τα Δωδεκάνησα και επέκταση στα παράλια της Αδριατικής και της Μικράς Ασίας. Αυτές τις διεκδικήσεις οι Ιταλοί τις στήριζαν στις προηγηθείσες μυστικές συμφωνίες με τη Βρετανία και τη Γαλλία, σε μια προσπάθεια των δύο τελευταίων να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Όροι του Συμφώνου Βενιζέλου-Τιττόνι

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι αφορούσε διάφορα θέματα στο χώρο της Μεσογείου καθώς και της Βαλκανικής χερσονήσου. Σύμφωνα με αυτό συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα βασικά σημεία:


Εκ μέρους της Ιταλίας: 1. Η Ιταλία εγκαταλείπει τις επιφυλάξεις της που είχε εγείρει στη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων (Μάρτιος 1919) και αναλαμβάνει την υποχρέωση να υποστηρίξει τις ελληνικές αξιώσεις για τη Βόρεια Ήπειρο καθώς και για την Κορυτσά.

2. Η Ιταλία παραχωρεί στην Ελλάδα την κυριαρχία των υπ΄ αυτής κατεχομένων νήσων της Δωδεκανήσου, εκτός της Ρόδου, για την οποία προβλέπεται να διενεργηθεί δημοψήφισμα, όταν η Αγγλία θα εκχωρήσει στην Ελλάδα την Κύπρο.

Εκ μέρους της Ελλάδος: 1. Η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση της υποστήριξης των ιταλικών αξιώσεων περί της οριστικής προσάρτησης του Αυλώνα (Αλβανίας) και την αποκατάσταση του ιταλικού προτεκτοράτου επί του συνόλου του αλβανικού εδάφους, υπό τύπο διεθνούς εντολής, καθώς και τη παραχώρηση ελεύθερης ζώνης στον λιμένα της Σμύρνης.

2. Η Ελλάδα παραιτείται επίσης, υπέρ της Ιταλίας, των διεκδικήσεών της επί των Σανζακίων της Μικράς Ασίας του Αϊδινίου και του Μεντεσέ καθώς και επί της κοιλάδας του Μαίανδρου όπου ο ελληνικός στρατός τα κατείχε κατά το ήμισυ. Συγκεκριμένα στο σημείο αυτό καθορίσθηκε μια διαχωριστική χωροταξική γραμμή διεκδικήσεων.

Αμφότερα δε τα μέρη αποφασίζουν την διαρκή ουδετερότητα των Στενών της Κέρκυρας, με όλους τους συνεπαγόμενους επ΄ αυτού, σε βάρος της Ελλάδας, περιορισμούς.

Εξελίξεις

  • Και ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες (λεπτομέρειες) για τα περί της Συνθήκης Ειρήνης, στις 15 Ιανουαρίου του 1920 το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι όπου και την επομένη η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου γνωστοποιεί πλέον την απόφασή της ως προς την Βόρεια Ήπειρο επί τη βάσει ότι:

…κοινά συμφέροντα απαιτούν σταθεράν φιλίαν και συνεργασίαν εις την Βαλκανικήν και την Ανατολικήν Μεσόγειον μεταξύ της Ιταλίας και της Ελλάδος, χωρίς η συμφωνία αυτή να δύναται να στραφή ούτε κατά των Δυτικών Δυνάμεων, ούτε κατά της Σερβίας” (κατά το κείμενο τηλεγραφήματος που έστειλε ο Ε. Βενιζέλος).

  • Όμως άλλη τροπή παίρνουν τα πράγματα στην Ιταλία. Στις 22 Ιουλίου του 1920, αιφνίδια, ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, ο Κάρολος Σφόρτσα προσκαλεί τον Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Λάμπρο Κορομηλά στον οποίο και επέδωσε σχετική Διακοίνωση προς την Ελληνική Κυβέρνηση όπου σύμφωνα με την οποία:

…Η περί της Μικράς Ασίας απόφασις των Συμμάχων και αι διαβεβαιώσεις των εθνικοφρόνων του Αλβανικού λαού εδημιούργησαν δια την Ιταλικήν Κυβέρνησιν την ανάγκην να τροποποιήση τους σκοπούς της τους οποίους προετίθετο να επιτύχη και καθορίση νέαν πολιτικήν αναφορικώς προς την περιφρούρησιν των συμφερόντων της εις τας Χώρας αυτάς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων η απόφασις η ληφθείσα ως βάσις της μεταξύ των δύο υπουργών των Εξωτερικών της Ιταλίας και της Ελλάδος, προς καθορισμόν εκ συμφώνου της τηρητέας κατευθύνσεως ευρέθη ουσιαστικώς μεταβληθείσα. Επομένως κατά τα καθορισθέντα ρητώς εις το άρθρον 7 της Συμφωνίας ταύτης, η Ιταλία αναλαμβάνει την πλήρη αυτής ελευθερίαν δράσεως ως προς όλα τα σημεία περί των οποίων η Συμφωνία αυτή πραγματεύεται. Εν τούτοις η Ιταλική Κυβέρνησις εξακολουθεί διαπνεομένη υπό της αυτής εγκαρδίου επιθυμίας προς συνεννόησιν επί των αμοιβαίων συμφερόντων, δεν αμφιβάλλει δε ότι και η Ελληνική Κυβέρνησις διαπνέεται υπό της αυτής επιθυμίας. Ελπίζει δε ότι εξετάζουσα εκ συμφώνου την νέαν κατάστασιν, θέλει φθάσει εις συνεννόησιν ικανοποιητικήν, υποκειμενική εις τινας όρους. Η παρούσα ανακοίνωσις, αναφερομένη εις συνεννόησιν, η οποία όπως συνεφωνήθη πρέπει να μείνη μυστική, πρέπει να θεωρηθή απόρρητος.

Επί των παραπάνω φέρεται επίσης ο Σφόρτσα να είχε δηλώσει με έντονο κυνισμό: “Όταν ανήλθον εις την εξουσίαν τον Ιούλιον του 1920 και έλαβον γνώσιν της ανωτέρω Συμφωνίας, την οποίαν ο Τιττόνι ετήρει μυστικήν, δεν ηδυνήθην να εννοήσω εις τι θα εχρησίμευεν εις την Ιταλίαν η Συμφωνία αυτή. Δεικνύων ολίγην έλλειψιν μετριοφροσύνης, εθεώρησα τουλάχιστον ως απρεπές δια μίαν Μεγάλην Δύναμιν όπως η Ιταλία, ότι υπέγραψε μίαν Συμφωνίαν τοιαύτην: ότι η Ελλάς θα υπεστήριζε, παν ουσιώδες συμφέρον της Ιταλίας εις την Αλβανίαν…“.

  • Επίσημα το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι καταγγέλθηκε εκ μέρους της Ιταλίας στις 25 Αυγούστου του 1922, βάσει του κατά το άρθρο 7, παρεχομένου δικαιώματος.

Έχει γραφτεί ότι «εκ των υστέρων, με την εκ των γεγονότων πείραν, επιτρέπεται να υποστηριχθεί η άποψη ότι οι Ιταλοί υπέγραψαν τη Συμφωνία Τιττόνι – Βενιζέλου με την στερρεάν εκ των προτέρων απόφαση ότι θα αποκομίσουν μεν, από αυτήν οι ίδιοι κάθε όφελος, που θα αναζητήσουν στις μετέπειτα διεθνείς συνθήκες ευκαιρίες και αφορμές προς πλήρη αποδέσμευση των υπὸ τις αναληφθείσες έναντι της Ελλάδος υποχρεώσεις». Πάντως, η υπογραφὴ του συμφώνου αυτού προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στο Βελιγράδι, όπου κατηγόρησαν τον Βενιζέλο για προδοσία.

Μειονέκτημα του Συμφώνου Βενιζέλου – Τιττόνι

Βασικό μειονέκτημα αυτού του συμφώνου αποτέλεσε το άρθρο 10 σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν η επικύρωσή της καθώς και η επίσημη κατάθεση αυτής να γινόταν στο Παρίσι ταυτόχρονα με την κατάθεση των επικυρώσεων της Συνθήκης Ειρήνης με την Τουρκία, έτσι ώστε να συμπέσει η έναρξη εφαρμογής της με εκείνη της Συνθήκης Ειρήνης. Αυτή όμως η συσχέτιση υπήρξε τελικά και η αιτία της μηδέποτε στην πράξη εφαρμογής της, παρόλο που είχε ορισθεί ακόμα ότι σε περίπτωση που οι αξιώσεις της Ιταλίας στη Μικρά Ασία δεν ευοδώσουν δεν θα έφερε καμία δέσμευση επί των σημείων του συμφώνου που την αφορούσαν. Βάσει όμως των παραπάνω η συμφωνία αυτή χαρακτηρίσθηκε μυστική.

Πάντως Αμερικανο-Αγγλο-Γαλλικό “memorandum” στις 9 Δεκεμβρίου 1919 φέρεται να υιοθέτησε τα σημεία της Συμφωνίας αυτής.

Please follow and like us:
error0

Η Συνθήκη των Σεβρών (1920)

Η Συνθήκη των Σεβρών
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών

Όροι της Συνθήκης των Σεβρών

Η συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε την επέκταση των ηπειρωτικών συνόρων της Ελλάδας ως την Τσατάλτζα, στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και προσεπικύρωνε την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, με την προσθήκη της Ίμβρου και της Τενέδου. Η πόλη και η ενδοχώρα της Σμύρνης παρέμενε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Η άσκηση, όμως, των κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταβιβαζόταν στην ελληνική κυβέρνηση, ενώ μετά την πάροδο πέντε ετών προβλεπόταν η προσάρτηση της περιοχής στην Ελλάδα με απόφαση της ΚτΕ., ύστερα από πρόταση της πλειοψηφίας του τοπικού συμβουλίου και με απλά δυνητική την προσφυγή σε δημοψήφισμα. Η τύχη της Βορείου Ηπείρου δεν προσδιοριζόταν με το κείμενο της συνθήκης, ενώ στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα κατοχυρωνόταν το καθεστώς, αντίστοιχα, της αγγλικής και ιταλικής κυριαρχίας.

Δραστηριότητα πριν τη Συνθήκη των Σεβρών

Η προσπάθεια του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη επέκταση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία συνεχόταν με την άποψη ότι το γεωγραφικό κέντρο του ελληνισμού εντοπιζόταν στο χώρο του Αιγαίου, αλλά και με την αποτίμηση του νέου συσχετισμού των δυνάμεων στο ευρύτερο πεδίο των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Η κατάρρευση και ο αναπόφευκτος ήδη, διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρείχε τις καλύτερες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση του εθνικού μέλλοντος του μικρασιατικού ελληνισμού. Ακόμη και η ενίσχυση των διεκδικήσεων προς την κατεύθυνση της Κωνσταντινούπολης ήταν -σύμφωνα με την αντίληψη του Έλληνα πρωθυπουργού- γεωστρατηγικά συνυφασμένη με την επιβολή της κυριαρχίας στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Αντίθετα η ενδεχόμενη προσάρτηση ευρωπαϊκών, αποκλειστικά, εδαφών της διαμελισμένης αυτοκρατορίας -λύση που φάνηκε να αντιμετωπίζεται εναλλακτικά με την παραχώρηση της Ιωνίας- θα απέκοπτε οριστικά τον μικρασιατικό ελληνισμό από την Ελλάδα για να τον εγκλωβίσει στους κόλπους ενός εθνικού τουρκικού κράτους.

Η υιοθέτηση των ελληνικών διεκδικήσεων ήταν μοιραίο να προσκρούσει όχι μόνο στην αναπόφευκτη τουρκική αντίθεση αλλά και σε σοβαρές ενδοσυμμαχικές αντιδράσεις. Οι Αμερικανοί εκπρόσωποι στην συνδιάσκεψη αμφισβητούσαν την επιθυμία των Ελλήνων της Ιωνίας να ενωθούν με το ελληνικό βασίλειο, υποστήριζαν την αναπόσπαστη γεωγραφική και οικονομική εξάρτηση της παράκτιας ζώνης από το εσωτερικό της Ανατολίας και προσανατολίζονταν στην επιβολή ενός καθεστώτος προστασίας κάτω από την κηδεμονία της ΚτΕ. Περισσότερο ωμή διαγραφόταν η ιταλική στάση, απότοκη της εμμονής στην ικανοποίηση ίδιων ιμπεριαλιστικών βλέψεων στο χώρο τη Μικράς Ασίας.

Το Μάιο του 1919 ταυτόχρονα με την αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, θα αποσταλεί ως στρατιωτικός επιθεωρητής στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας, ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ. Ενσαρκωτής του εθνικιστικού και ριζοσπαστικού πνεύματος των Νεοτούρκων, προικισμένος με έκτακτες στρατηγικές και πολιτικές αρετές, θα εμψυχώσει και βαθμιαία θα οργανώσει σε τακτικό στρατό τις διάσπαρτες ισχνές δυνάμεις των ένοπλων εθνικιστών.

Οι ενδοσυμμαχικές αλλά και οι πρώτες ενδοτουρκικές αντιδράσεις έμελλαν αντί να αποθαρρύνουν, να διευκολύνουν τον Βενιζέλο στην προώθηση των επιδιώξεων του. Η ένταση της απειλής των Τούρκων ατάκτων σε βάρος του χριστιανικού στοιχείου και η εμμονή της Ρώμης σε εκβιαστικές διεκδικήσεις είχε αποκορυφώσει τη δυσφορία στους κόλπους των Συμμάχων, ιδίως των Αγγλογάλλων. Στις 6 Μαΐου, ενώ η ιταλική αντιπροσωπεία απουσίαζε από τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιασκέψεως, ο Λόυντ Τζωρτζ εισηγούνταν την κατάληψη της Σμύρνης από τα ελληνικά στρατεύματα. με σκοπό την εξασφάλιση της τάξης και την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής. Η άμεση υιοθέτηση από τον Βενιζέλο ακολουθήθηκε από την ομόφωνη λήψη της τελικής διασυμμαχικής αποφάσεως. Στις 15 Μαΐου του 1919 τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στην πρωτεύουσα της Ιωνίας μέσα σε ατμόσφαιρα εθνικού πανηγυρισμού.

Η συμμαχική ομοφωνία για την στρατιωτική κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό δεν προοριζόταν παρά προσωρινά και μόνο να επικαλύψει την ετερογένεια των ανταγωνιστικών επιδιώξεων των Μεγάλων Δυνάμεων στον ανατολικομεσογειακό και τον μεσανατολικό χώρο, ευαίσθητο στρατηγικό κόμβο και εστία πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Η τελική έκβαση των ελληνικών προσπαθειών θα κρινόταν, πράγματι, σε σημαντικό βαθμό από τη δυναμική διαμόρφωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ισχυρούς Ευρωπαίους συμμάχους. Η εξασφάλιση της εντολής για την απόβαση στη Σμύρνη ήταν απότοκη της επιτήδειας εκμετάλλευσης των παραγόντων της ανταγωνιστικής διαμάχης των Μεγάλων Δυνάμεων και την κατίσχυση της επιρροής τους στο χώρο της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η απόβαση των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη δεν θα είναι αρκετή για να οδηγήσει στην καταστολή του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος και στη διασφάλιση του συμμαχικού ελέγχου στον στρατηγικό τομέα της Μικράς Ασίας.

Η παρεμβολή ανασταλτικών παραγόντων ή η διατύπωση επιφυλάξεων δεν έμελλε να ματαιώσει ή να παρελκύσει απεριόριστα τη λήψη τελικών αποφάσεων. Σταθερός στην προβολή των εθνικών διεκδικήσεων και ευέλικτος στην αναζήτηση των μέσων επιβολής τους, ο Βενιζέλος κατόρθωνε να υπερκεράσει πολλαπλές διπλωματικές αντιξοότητες., συνυφασμένες και με την ενίσχυση των ανταγωνιστικών τάσεων ανάμεσα στις νικητήριες δυνάμεις και να υπαγορεύσει τους όρους της ειρήνης στην Τουρκία. Στις 10 Αυγούστου 1920 στο Δημαρχείο των Σεβρών υπογράφτηκε η Συνθήκη των Σεβρών από τους εκπροσώπους των συμμαχικών κρατών, ανάμεσα τους η Ελλάδα, και της Πύλης.

Αποδοχή της Συνθήκης από τους Έλληνες

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1920, η Βουλή των Ελλήνων, δια στόματος του προέδρου της, υποδεχόταν τον Ελευθέριο Βενιζέλο θριαμβευτή: ”Αίσθημα πανηγυρικής χαράς συνενώνει ημάς σήμερον προς επανάληψιν των εργασιών της Βουλής κα αίσθημα ευλαβούς ευγνωμοσύνης, ότι ηυδόκησεν η Θεία Πρόνοια να ευλογήση δαψιλώς τους ηρωικούς αγώνας του ελληνικού λαού και τάς υπερανθρώπους προσπαθείας του ποδηγετούντος αυτόν κυβερνήτου”. Συγκρατημένος στους λόγους του, ο πρωθυπουργός προσέβλεπε ήδη σε μια τελική αποφασιστική αναμέτρηση με τους πολιτικούς αντιπάλους του: ”Το έργον τούτο το όπερ αποτελεί την επίστεψιν της πολιτικής, ήτις ήγαγεν εις την συγκρότησιν κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, ανήκει εις την ιστορίαν, θέλει δε κριθεί υπό του ελληνικού λαού”. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του αντλούσαν από τα εντυπωσιακά επιτεύγματα στο διπλωματικό πεδίο αισθήματα εμπιστοσύνης και αισιοδοξίας για την έκβαση της εκλογικής μάχης. Εν τούτοις, η απόδοση της προτεραιότητας σε κριτήρια συνυφασμένα περισσότερο με την εσωτερική και λιγότερο με την εξωτερική πολιτική, φαινόμενο ευρύτερης ιστορικής εμβέλειας, επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά την 1η Νοεμβρίου 1920, όταν το εκλογικό σώμα καταψήφισε τον θεμελιωτή της Ελλάδας των ”δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών”.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Please follow and like us:
error0

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936)

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας και συνέδεσε το όνομά του με το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Δέσποσε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 1910 έως το 1936. Η πολιτική του δράση προκάλεσε εντονότατα πάθη για πολλά χρόνια και αποτυπώνονται στις έννοιες «Βενιζελισμός» και «Αντιβενιζελισμός». Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνολικά επί δώδεκα χρόνια και πέντε μήνες.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου (11 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1864 στις Μουρνιές Χανίων και ήταν το πέμπτο παιδί του εμπόρου Κυριάκου Βενιζέλου και της Στυλιανής Πλουμιδάκη. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη το 1866, επειδή είχε αναμιχθεί στην επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Έτσι, ο μικρός Ελευθέριος αναγκάστηκε να μάθει τα πρώτα του γράμματα στη Σύρο, όπου κατέφυγε η οικογένειά του. Τις γυμνασιακές του σπουδές τελείωσε στην Αθήνα και στα Χανιά, όπου επέστρεψε μετά την επανάσταση. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει έμπορο, αλλά το νεαρό παιδί ήθελε να διευρύνει τους ορίζοντές του και προτίμησε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1886 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα Νομικής με βαθμό άριστα και αμέσως επέστρεψε στα Χανιά, όπου άρχισε να δικηγορεί και να αναμιγνύεται στην τοπική πολιτική.

Στη Βουλή της Κρήτης, όπου τον έστελνε τακτικά από το 1887 ως αντιπρόσωπό του ο λαός των Χανίων, διακρίθηκε για τη ρητορική του ευγλωττία και τις πολιτικές του ιδέες. Ανήκε στην παράταξη των Φιλελευθέρων, το «κόμμα των Ξυπόλητων», όπως ήταν γνωστό στην Κρήτη, επειδή το υποστήριζαν οι λαϊκές τάξεις του νησιού. Από τότε ο Βενιζέλος δεν έλειψε από καμία επαναστατική ενέργεια κατά των Τούρκων. Όταν το 1898, οι τέσσερις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία) κήρυξαν την αυτονομία της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, ο Βενιζέλος διορίστηκε Σύμβουλος (Υπουργός) Δικαιοσύνης της Κρητικής Πολιτείας. Αργότερα, όμως, ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο. Το 1901 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να κηρύξει την επανάσταση του Θερίσου (10 Μαρτίου 1905), με σκοπό την απομάκρυνση του πρίγκηπα από την Κρήτη και την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1891 νυμφεύθηκε στα Χανιά τη Μαρία Κατελούζου (1870 – 1894). Η παρουσία στο γάμο του των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων φανέρωνε το κύρος και τις σχέσεις που είχε αναπτύξει ο εικοσιεπτάχρονος δικηγόρος. Μετά το γάμο, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο επιβλητικό σπίτι της Χαλέπας και απόκτησε δύο παιδιά, τον εφοπλιστή Κυριάκο Βενιζέλο (1892-1942) και τον στρατιωτικό και πολιτικό Σοφοκλή Βενιζέλο (1894-1964), που έφτασε μέχρι την πρωθυπουργία της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.

Η γέννηση, όμως, του Σοφοκλή το 1894 έμελλε να είναι μοιραία για την εικοσιτετράχρονη Μαρία, η οποία πέθανε αναπάντεχα από επιλόχεια μόλυνση. Ο πρόωρος θάνατός της συγκλόνισε τον Βενιζέλο, που βρέθηκε ξαφνικά με δύο βρέφη, χωρίς την αγαπημένη του γυναίκα. Απαρηγόρητος από το τραγικό γεγονός, χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να ξεπεράσει την απώλεια της συντρόφου του. Έκτοτε και για όλη του τη ζωή, διατήρησε τη χαρακτηριστική γενειάδα, σε ένδειξη πένθους.

Πολιτική σταδιοδρομία του Ελευθερίου Βενιζέλου

Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, συνεπεία του στρατιωτικού κινήματος στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), τον φέρνει στην Αθήνα με πρόσκληση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ο κρητικός πολιτικός έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από τον αθηναϊκό λαό και στις βουλευτικές εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, ως αρχηγός του νεοϊδρυθέντος Κόμματος των Φιλελευθέρων, επικράτησε με ευκολία, αφού η παλαιά πολιτική τάξη δήλωσε αποχή από την εκλογική διαδικασία. Αμέσως, ο Βενιζέλος έθεσε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, που όμοιό του δεν είχε δει η χώρα στα ογδόντα χρόνια του ελεύθερου βίου της. Η εκσυγχρονιστική πολιτική βούληση του αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1911.

Με την αναδιοργάνωση του στρατού που έκανε με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύναψη της Βαλκανικής Συμμαχίας κέρδισε τους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-1913 κατά των Τούρκων (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος) και των Βουλγάρων (Β’ Βαλκανικός Πόλεμος). Νωρίτερα, ο λαός επικροτώντας τις επιλογές του, του έχει χαρίσει μία ακόμα εκλογική νίκη στις 11 Μαρτίου 1912.

Το αναδημιουργικό του έργο ήλθε να διακόψει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος διαφώνησε με το βασιλιά Κωνσταντίνο για το εάν έπρεπε να αναμιχθεί η χώρα μας αμέσως στον πόλεμο ή να παραμείνει ουδέτερη. Ο αγγλόφιλος Βενιζέλος υποστήριζε την άμεσα εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμούσε την ουδετερότητα. Είναι η εποχή του βαθύτατου «Εθνικού Διχασμού», που θα επισωρεύσει στην Ελλάδα τραύματα και πληγές, που θα αργήσουν πολύ να επουλωθούν.

Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία δύο φορές μέσα στο 1915 και αφού είχε κερδίσει πανηγυρικά της εκλογές της 31ης Μαΐου. Η διαμάχη των δύο ανδρών κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 1916 με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την ανάληψη εκ νέου της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που οδήγησε στην έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», ο Βενιζέλος επιτυγχάνει ένα ακόμη διπλωματικό θρίαμβο με την υπογραφή στο Παρίσι της Συνθήκης των Σεβρών (27 Ιουλίου 1920), με την οποία δημιουργείται η μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Την ώρα, όμως, που ετοιμαζόταν να επιστρέψει θριαμβευτής στην Ελλάδα, έγινε απόπειρα δολοφονίας του στο Παρίσι από φανατικούς του αντιπάλους, η οποία απέτυχε (30 Ιουλίου).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Βενιζέλος ηττήθηκε και απογοητευμένος αναχώρησε από την Ελλάδα, ανακοινώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική. Κλήθηκε, όμως, να συνεισφέρει με τη διπλωματική του εμπειρία και το αναμφισβήτητο διεθνές κύρος που διέθετε, στη διαμόρφωση της Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), στην οποία σύρθηκε η ηττημένη Ελλάδα στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1921 νυμφεύθηκε στο Λονδίνο, για δεύτερη φορά, την Έλενα Σκυλίτση (1874-1959), κόρη πλούσιας οικογένειας της Αγγλίας με καταγωγή από τη Χίο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 1928, μετά από μία μεγάλη περίοδο πολιτικής αστάθειας και κέρδισε τις εκλογές της 19ης Αυγούστου. Κυβέρνησε έως το 1932 σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία («Κραχ» του 1929). Θα επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς (Ίδρυση Αγροτικής Τράπεζας, Συμβουλίου της Επικρατείας και Εθνικού Θεάτρου, ανέγερση 3.000 σχολικών αιθουσών), αλλά θα χρεωθεί τη χρεωκοπία της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1932. Στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας συνήψε σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Σερβία κι έθεσε τις βάσεις της ελληνοτουρκικής φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ (30 Οκτωβρίου 1930).

Τον Ιανουάριο του 1933 σχηματίζει την τελευταία του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου οι Φιλελεύθεροι ηττώνται και την επομένη ακολουθεί το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα Πλαστήρα. Στις 6 Ιουνίου έγινε νέα απόπειρα δολοφονίας του από πολιτικούς του αντιπάλους, η οποία και πάλι απέτυχε. Μετά το νέο αποτυχημένο κίνημα των οπαδών του κατά της κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος την 1η Μαρτίου 1935, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να μην επιστρέψει ποτέ.

Τέλος του Ελευθερίου Βενιζέλου

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1936 από εγκεφαλική συμφόρηση. Η σορός του μεταφέρθηκε κατ’ ευθείαν στην Κρήτη, υπό τον φόβο επεισοδίων στην Αθήνα, και ενταφιάστηκε στη γνώριμη γη του Ακρωτηρίου Χανίων, που συνδέθηκε άρρηκτα με την αγωνιστική του παρουσία για την πραγματοποίηση των οραμάτων του.

Please follow and like us:
error0

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 1511-1574)

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 30 Ιουλίου 1511 – 27 Ιουνίου 1574) ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός, γνωστός κυρίως για το έργο του Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων, με βιογραφικά στοιχεία διακεκριμένων καλλιτεχνών, που θεωρείται η ιδεολογική βάση της συγγραφής της ιστορίας της τέχνης.

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός.
Ο Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Βίος και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι γεννήθηκε στο Αρέτσο, γιος του αγγειοπλάστη Αντόνιο Βαζάρι και της Μαντελένα Τάτσι. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την εκπαίδευσή του προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την αυτοβιογραφία του. Την περίοδο 1520-1524 μαθήτευσε κοντά στους Αντόνιο ντα Σακόνε και Τζοβάνι Πολάστρα (1465-1540), αποκτώντας γνώσεις λατινικών. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη ζωγραφική κάτω από την επίβλεψη του Γκιγιώμ ντε Μαρσιγιά (Guillaume de Marcillat), ενώ αργότερα υπήρξε μαθητής του Καρδινάλιου της Κορτόνα, Σίλβιο Πασερίνι (1470-1529), τον οποίο συνόδευσε στη Φλωρεντία. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Πιέριο Βαλεριάνο (1477-1558), ο οποίος ήταν επίσης δάσκαλος στην αυλή των Μεδίκων, και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο εργαστήριο του Αντρέα ντελ Σάρτο και του Μπάτσιο Μπαντινέλλι. Το 1529 μαθήτευσε στο εργαστήριο του Ραφαέλλο ντα Μπρέσια, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να ασχολείται με τη χρυσοτεχνία, κάτω από την επίβλεψη του Βιττόριο Γκιμπέρτι.

Από το καλοκαίρι του 1532, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ζωγράφος της αυλής των Μεδίκων και ακολουθώντας την επιθυμία του δούκα της Φλωρεντίας Αλέξανδρου για έργα οχύρωσης της πόλης, ο Βαζάρι ξεκίνησε να ασχολείται εντατικά με την αρχιτεκτονική. Μετά τη δολοφονία του προστάτη του το 1537, εγκατέλειψε την αυλή των Μεδίκων με σκοπό να εργαστεί ως αυτόνομος καλλιτέχνης. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε έργα κατά παραγγελία, κυρίως στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, και στη Νάπολη. Από το 1554 ήταν υπεύθυνος για την ανακαίνιση και διακόσμηση του Παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία, έργο που τον απασχόλησε μέχρι το 1572, μέσα από το οποίο φρόντισε να προβάλει τη συμβολή της οικογένειας των Μεδίκων στην αναγέννηση των τεχνών. Αρκετοί από τους πίνακες του Βαζάρι, που θα χρησιμοποιούνταν για διακοσμητικούς σκοπούς, ολοκληρώθηκαν από βοηθούς του. Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε την βοήθεια πολυάριθμων βοηθών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση των έργων του. Για την πλειοψηφία των πινάκων και των νωπογραφιών του, ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τα σχέδιά τους, τα οποία θεωρούσε ως μέρος της αληθινής δημιουργικής διαδικασίας. Συνήθιζε ακόμα να επαναλαμβάνει τις ίδιες μορφές σε περισσότερα έργα του, γεγονός που συνέβαλε στην ικανότητά του να ολοκληρώνει απαιτητικές παραγγελίες σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Την περίοδο από το 1559 μέχρι το 1562, ο Τζόρτζιο Βαζάρι ανέλαβε τις πιο σημαντικές παραγγελίες για αρχιτεκτονικές κατασκευές. Ίσως το σπουδαιότερο αρχιτεκτονικό έργο του, υπήρξε η κατασκευή του παλατιού Ουφίτσι, το οποίο σχεδιάστηκε αρχικά για τη στέγαση δικαστικών γραφείων, σύμβολο της πολιτικής ενότητας που είχε διαμορφώσει ο Κόζιμο Α΄. Τα πρώτα σχέδια για το παλάτι χρονολογούνται από το 1559. Το 1561 ξεκίνησε να εργάζεται για την ανάπλαση του κέντρου της Πίζας, κυρίως ανακαινίζοντας παλαιότερα παλάτια της περιοχής. Σχεδίασε επίσης την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1565-69) καθώς και την εσωτερική της διακόσμηση, ζωγραφίζοντας το ιερό της. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να ασχολείται με τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δεύτερη έκδοση των Βίων, ο πρώτος τόμος της οποίας τυπώθηκε το 1564 για να ακολουθήσει η έκδοση ακόμα δύο τόμων το 1568. Το Μάιο του 1563 ταξίδεψε στο Αρέτσο, στην Κορτόνα, στην Ασίζη, στην Ανκόνα και στη Βενετία, όπου συνάντησε τον Τιτσιάνο, ενώ την άνοιξη του 1566 επισκέφτηκε πόλεις της βόρειας Ιταλίας, συλλέγοντας στοιχεία και πηγές.

Το Φεβρουάριο του 1570 επισκέφτηκε τη Ρώμη για να επιθεωρήσει τρία παρεκκλήσια στο Βατικανό, τα οποία ανέλαβε να διακοσμήσει με παραγγελιοδότη τον Πάπα Πίο Ε΄, ξεκινώντας τις εργασίες για το έργο το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Οι νωπογραφίες ολοκληρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από συνεργάτες του Βαζάρι όπως ο Αλεσάντρο Φέι, ενώ ο ίδιος φιλοτέχνησε επιμελώς το ιερό για κάθε παρεκκλήσι. Τον επόμενο χρόνο ανακηρύχθηκε ιππότης από τον πάπα και επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου παράλληλα με τις εργασίες για το Παλάτσο Βέκιο, ανέλαβε τη διακόσμηση του καθεδρικού ναού της πόλης, έργο που έμεινε όμως ημιτελές εξαιτίας του θανάτου του, στις 27 Ιουνίου του 1574.

Βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων

Έκδοση των Βίων του Τζόρτζο Βαζάρι
Έκδοση των Βίων

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι οφείλει τη φήμη του ως «πατέρα» της ιστορίας της τέχνης στη συγγραφή του έργου Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων (Le vite de più eccellenti architetti, pittori, et scultori ή απλώς Vite), καθώς δεν περιορίστηκε στην εξιστόρηση της ζωής των καλλιτεχνών αλλά προχώρησε σε μία κριτική θεώρηση της εξέλιξης των τεχνοτροπιών και του ύφους που επέβαλαν. Το έργο του ήταν αφιερωμένο στον Κόζιμο Α’ των Μεδίκων και η πρώτη έκδοσή του δημοσιεύτηκε το 1550, σε δύο τόμους με συνολικά περισσότερες από χίλιες σελίδες. Περιείχε ένα προοίμιο, μία εισαγωγή στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, καθώς και τρία κύρια μέρη με τις βιογραφίες συνολικά 133 καλλιτεχνών.

Σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή της πρώτης έκδοσης, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες. Ο ίδιος αναφέρεται σε κείμενα του Βιτρούβιου, σε αρχιτεκτονικές πραγματείες των Αλμπέρτι και Σεμπαστιάνο Σέρλιο, στα κείμενα του Λορέντζο Γκιμπέρτι (Commentari) καθώς και σε άλλα γραπτά του Ραφαήλ και του Ντομένικο Γκιρλαντάιο, τα οποία όμως δεν έχουν καθοριστεί. Ανάμεσα σε άλλα έργα που βρίσκονταν στη διάθεσή του Βαζάρι, περιλαμβάνονται ο οδηγός του Φραντσέσκο Αλμπερτίνι για την πόλη της Φλωρεντίας, η αλληλογραφία του Πιέτρο Αρετίνο και άλλες ανώνυμες πηγές. Μία δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση του έργου ολοκληρώθηκε το 1568 και αυτή αποτέλεσε τη βάση όλων των μελλοντικών εκδόσεων και μεταφράσεων. Εκδόθηκε σε τρεις τόμους, σημαντικά πιο εκτεταμένη από την πρώτη έκδοση, περιέχοντας περισσότερες από 1500 σελίδες και περίπου 30 νέες βιογραφίες. Η δεύτερη έκδοση ανέφερε επίσης πρόσθετες πηγές, μεταξύ αυτών τα ιστορικά έργα του Παύλου Διάκονου (π. 720-799), τα χρονικά των Τζοβάνι και Ματέο Βιλάνι, καθώς και την προσωπική του αλληλογραφία. Σημαντική συμβολή στη δεύτερη αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση είχε και ο Βιτσέντζο Μποργκίνι, ο οποίος συμβούλευσε τον Βαζάρι να μην περιοριστεί στις βιογραφικές πληροφορίες για κάθε καλλιτέχνη, αλλά να εστιάσει στο έργο τους και την αξία του.

Κριτική για το συγγραφικό έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι

Η έκδοσή του έργου θεωρήθηκε πολύ σημαντική στο σύνολο της Ευρώπης προκαλώντας τόσο τον άκριτο θαυμασμό όσο και την περιφρόνηση ή τα δυσμενή σχόλια από άλλους καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ αυτών και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Ο Ελ Γκρέκο διαφώνησε με αρκετές από τις κριτικές τοποθετήσεις του Βαζάρι, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για το συγγραφέα των Βίων. Οι παρατηρήσεις του Θεοτοκόπουλου απηχούσαν τις απόψεις ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού κόσμου του 16ου αιώνα, καθώς έχουν διασωθεί και άλλα σχόλια καλλιτεχνών και φιλότεχνων με ανάλογο περιεχόμενο.

Τα υπόλοιπα γραπτά κείμενα του Βαζάρι θεωρούνται μικρότερης αξίας, ωστόσο παρέχουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με το έργο του ίδιου, ειδικότερα η αλληλογραφία του, τμήματα της οποίας εμφανίζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αρετές, ωστόσο κατά το μεγαλύτερο ποσοστό δεν έχει διασωθεί.

Κριτική για τον Τζόρτζιο Βαζάρι

Το έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι παρά τα κενά, τα λάθη, τη μέθοδο για την οποία μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία την απαρχή της επιστημονικής αντιμετώπισης των καλλιτεχνικών φαινομένων. Ο Τζόρτζιο Βαζάρι βλέπει στο σύνολο της την καλλιτεχνική δημιουργία της Ιταλίας, κάτι που δεν είχε επιχειρήσει κανείς στο παρελθόν.

Εκεί που η επιστημονική κριτική ελέγχει τον Τζόρτζιο Βαζάρι είναι κυρίως η επιφανειακή έρευνα των πηγών και το ότι οι χρονολογίες που δίνει είναι πολλές φορές λανθασμένες. Δεν είναι πάντα αντικειμενικός στις κρίσεις του αλλά δεν είναι και άδικος. όλα αυτά όμως δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι ο Βαζάρι αποτελεί έναν μεγάλο πρωτοπόρο, που δημιουργεί τεράστιες προϋποθέσεις στην έρευνα και την κατανόηση τόσο των δημιουργών όσο και των δημιουργημάτων τους.

Στον Τζόρτζιο Βαζάρι αποκαλύπτεται για μια ακόμη φορά η οικουμενικότητα του αναγεννησιακού ανθρώπου. Ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας, υπήρξε, με την παρότρυνση του Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, ο ιδρυτής της Φλωρεντινής Ακαδημίας, η οποία συμπεριέλαβε όλους τους καλλιτέχνες που εργάζονταν στη Φλωρεντία, διαχωρίζοντας για πρώτη φορά τους καλλιτέχνες από τους τεχνίτες. Αυτό συνέτεινε στην εξύψωση της θέσης τους και μέσα στα πλαίσια αυτού του διαχωρισμού εντάσσονται και οι Βίοι, που κατοχυρώνουν τη μοναδικότητα των δημιουργών της τέχνης, οι οποίοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της.

Τέλος του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι πέθανε στη Φλωρεντία στις 27 Ιουνίου 1574, μόλις 2 μήνες μετά το θάνατο, στις 21 Απριλίου 1574, του δούκα Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, του μεγάλου του πάτρωνα, στον οποίο είχε αφιερώσει και τις δύο εκδόσεις του έργου του.

Please follow and like us:
error0

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων (1519-1574)

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων (ιταλικά: Cosimo I de’ Medici‎, 12 Ιουνίου 1519 – 21 Απριλίου 1574) ήταν ο δεύτερος Δούκας της Φλωρεντίας και, στη συνέχεια, ο πρώτος Μέγας Δούκας της Τοσκάνης.

Ο Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων, ο πρώτος Μέγας Δούκας της Τοσκάνης.
Ο Κόζιμο Α’ των Μεδίκων

Ο Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων γεννήθηκε στην Φλωρεντία και ήταν ο γιος του διάσημου στρατιωτικού Τζοβάνι των Μεδίκων, του επιλεγόμενου «νταλε Μπάντε Νέρε», και της Μαρίας Σαλβιάτι.

Με τη δολοφονία του δούκα Αλεξάνδρου των Μεδίκων (1537) δεν υπήρχε κανένας άρρην απόγονος της οικογένειας από τον πρώτο κλάδο της δυναστείας. Τότε θυμήθηκαν τον ξεχασμένο δεύτερο κλάδο, του οποίου εκπρόσωπος τότε ήταν ο μόλις 17χρονος Κόζιμο. Παρόλο που δε ζούσε στη Φλωρεντία, τον ευνόησαν, διότι πίστευαν ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του, θα μπορούσε εύκολα να γίνει “πιόνι”. Σύντομα όμως τους διέψευσε, γιατί αποδείχθηκε υπερβολικά ισχυρογνώμων και φιλόδοξος.

Απέρριψε αμέσως την πρόταση να δώσει επιπλέον εξουσίες στο συμβούλιο των 48. Τον Ιούλιο του 1537, οι εξόριστοι βάδιζαν κατά της Τοσκάνης υπό την αρχηγία του Μπερνάρντο Σαλβιάτι και του Πιέρο Στρότσι. Όταν ο Κόζιμο Α΄ άκουσε ότι πλησιάζουν, έστειλε τον καλύτερο στρατηγό του, τον Αλεσσάντρο Βιτέλλι, να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Αφού τους κατανίκησε, πολιόρκησε και το φρούριο, που ο Στρότσι και οι άνδρες του είχαν καταφύγει για να σωθούν. Το φρούριο έπεσε αμέσως και οι συλληφθέντες αιχμάλωτοι αποκεφαλίσθηκαν, ενώ το σώμα τού αρχηγού Στρότσι βρέθηκε με ένα αιματοβαμμένο μαχαίρι δίπλα του.

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων αρχηγός του Φλωρεντινού κράτους

Τον Ιούνιο του 1537 ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων αναγνωρίστηκε από τον Κάρολο Ε΄ των Αψβούργων της Γερμανίας ως αρχηγός του Φλωρεντινού κράτους, σε αντάλλαγμα πολεμικών υπηρεσιών που του είχε προσφέρει με τη Γαλλία. Επανέφερε έτσι την δύναμη των Μεδίκων, που βασίλεψαν στην Φλωρεντία ως τον Τζαν Γκαστόνε των Μεδίκων (1671 – 1737). Πολιόρκησε τη Σιένα με τη στρατιωτική υποστήριξη του βασιλιά. Η πόλη αντιστάθηκε, αλλά μετά από 15μηνη πολιορκία (1554 – 1555) έπεσε· ο πληθυσμός της μειώθηκε από 40.000 στις 8.000. Φρόντισε ιδιαίτερα για τη ναυτική παρουσία της Τοσκάνης, ιδρύοντας το Τάγμα του Αγίου Στεφάνου, που πολέμησε τους Οθωμανούς και άσκησε πειρατεία στη Μεσόγειο. Το 1569 ανακήρυξε το μεγάλο δουκάτο της Τοσκάνης.

Αυταρχική διακυβέρνηση

Ήταν ηγεμόνας δεσποτικός και απολυταρχικός. Παρά όμως την αυταρχικότητα και τους βαρείς φόρους που επέβαλλε, ήταν λάτρης των γραμμάτων και των τεχνών. Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) και ο Φλωρεντινός στόλος που πήρε μέρος σε αυτή ενέπνευσαν τον καλύτερο ζωγραφικό πίνακα. Έκτισε πάρα πολλές κατασκευές, περισσότερο για να εξασφαλίσει την άμυνα του κράτους του από τους εχθρούς. Ήταν και λάτρης της αλχημείας, τέχνη που κληρονόμησε από τη μάμμη του Κατερίνα Σφόρτσα. Ο βασιλιάς Κάρολος Ε΄ τον βοήθησε να ανεξαρτητοποιηθεί εντελώς και να απαλλαγεί το κράτος του από οποιαδήποτε Ισπανική επιρροή. Ταυτόχρονα φρόντιζε να εξουδετερώνει όλες τις εναντίον του συνωμοσίες πριν δημιουργηθούν, οργανώνοντας τη δολοφονία των ύποπτων γι’ αυτό. Ένας από αυτούς ήταν ο Λορεντσίνο (1548), ο τελευταίος Μέδικος διεκδικητής της Φλωρεντίας.

Τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του, συντετριμμένος από το θάνατο δύο γιων του από ελονοσία, παρέδωσε την εξουσία στο γιο του Φραγκίσκο και αποσύρθηκε στη βίλα του Καστέλο.

Πέθανε στις 21 Απριλίου 1574.

Παλάτσο Πίττι

Το κτίριο πουλήθηκε το 1549 από τον Μπουονακόρσο Πίττι στην Ελεονώρα του Τολέδου. Μεγαλωμένη στην πολυτελή αυλή της Νάπολης, η Ελεονώρα ήταν σύζυγος του Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων. Κατά την εγκατάστασή του στο ανάκτορο Πίττι, ο Κόζιμο ανέθεσε στον Τζόρτζιο Βαζάρι την επέκταση του κτιρίου έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις αισθητικές του προτιμήσεις. Το κτίριο υπερδιπλασιάστηκε με την προσθήκη μιας νέας κατασκευής στην πίσω πλευρά του. Ο Βαζάρι κατασκεύασε επίσης το Corridoio Vasariano, έναν υπερυψωμένο διάδρομο που ξεκινούσε από το Παλάτσο Βέκιο, το παλιό ανάκτορο των Μεδίκων και έδρα της κυβέρνησης, περνούσε μέσα από το Ουφίτσι και πάνω από το Πόντε Βέκιο κι έφτανε στο Πίττι. Έτσι μπορούσαν οι Μέδικοι να μεταβαίνουν από την επίσημη διαμονή τους στο νέο τους παλάτι εύκολα και με ασφάλεια. Αρχικά το Παλάτσο Πίττι χρησιμοποιούνταν κυρίως για την φιλοξενία επισήμων επισκεπτών και για εκδηλώσεις της αυλής, ενώ κύρια διαμονή των Μεδίκων παρέμενε το Παλάτσο Βέκκιο. Μόνιμη κατοικία των Μεδίκων και στέγη των καλλιτεχνικών τους συλλογών έγινε επί Φερινάνδου Α΄, γιου του Κόζιμο και της Ελεονώρας. 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κόζιμο_Α΄_των_Μεδίκων

Please follow and like us:
error0

΄΄Η Πάπισσα Ιωάννα΄΄

Το μυθιστόρημα ΄΄Η Πάπισσα Ιωάννα΄΄ είναι ένα πολύ δουλεμένο λογοτεχνικό κείμενο. Υπάρχουν αρκετές επαναλήψεις, χτυπητές λέξεις και γεγονότα που λέγονται και ξαναλέγονται. Όμως είναι ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε στο πόδι και φανερώνει ένα μεγάλο τεχνίτη του λόγου. Το ότι πήρε την ΄΄Πάπισσα Ιωάννα΄΄ από τον Σπανχάιμ δε σημαίνει ότι ο Εμμανουήλ Ροΐδης δεν έκανε τίποτα. Το κακό είναι ότι δεν είπε λέξη για αυτήν την πηγή, ενώ, αντίθετα, μας λέει ένα σωρό ιστορίες για το πού και πώς την εμπνεύστηκε.

Η αξία της έγκειται στο ότι τάραξε τα νερά, όχι μόνο της εποχής του αλλά και της δικής μας σήμερα. Κάθε έκδοση της από τότε είναι ένα επεισόδιο και ένα πρόβλημα. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει επίσης ότι συνέδεσε εκείνα τα γεγονότα της ”Πάπισσας Ιωάννας” με ένα σωρό άλλα τρέχοντα γεγονότα της εποχής του, με αμέτρητες αναφορές στη δική μας ιστορία, μυθολογία και θρησκεία, με έναν απίστευτο πλούτο γνώσεων, που τον έφερε δημοσιογραφικά στο προσκήνιο.

Απόσπασμα του έργου ΄΄Η Πάπισσα Ιωάννα΄΄

…Η Αγία Λιόβα φιλώντας στο μάγουλο την καινούργια πιστή, πρόσθεσε όλο χαρά:

”Για να βεβαιωθώ ότι η τάση σου για μοναστική ζωή είναι ειλικρινής, δε σου είπα ακόμη πιο τρισένδοξο μέλλον σε περιμένει και ποια ανεκτίμητη ανταμοιβή. Η Σεμίραμις έγινε βασίλισσα των Ασσυρίων, η Μοργκάνη των Βρετανών και η Βαθίλδη της Γαλλίας. Αλλά εσύ κοίτα τι θα γίνεις Ιωάννα.”

Τότε, μια παράδοξη οπτασία, ένα όνειρο μέσα στο όνειρο θάμπωσε την κοπέλα. Είδε να κάθεται σε θρόνο τόσο ψηλό, που το κεφάλι της, με τριπλή πολύτιμη κορόνα ακούμπαγε στα σύννεφα. Άσπρό περιστέρι πέταγε γύρω της και δρόσιζε με τα φτερά του. Πολύς λαός σπρωχνότανε γονατιστός στα πόδια του θρόνου της. Μερικοί θυμιάτιζαν με αργυρά λιβανιστήρια, που οι ατμοί τους γίνονταν μυρωδάτα νέφη, και άλλοι, πάνω σε πανύψηλες σκάλες, φίλαγαν με ευσέβεια τα σανδάλια της.

Έτυχε ποτέ, αναγνώστη, να ονειρευτείς ότι σε κρεμάνε ή πέφτεις από ψηλά σε τεράστιο βάραθρο; Τη στιγμή που σφίγγει το λαιμό σου το σκοινί ή πρόκειται να τσακιστεί το σώμα σου, ξυπνάς και είσαι στο ζεστό σου στο κρεβάτι, με το σκούφο της νύχτας στο κεφάλι και το σκύλο σου στα πόδια.

Τίποτα πιο γλυκό από εκείνο το ξύπνημα! Ψάχνεις να βρεις τα μέλη σου και χαίρεσαι που είναι γερά. Ανοίγεις μετά τα μάτια και το παράθυρο για να μην ξανάρθει το κακό όνειρο. Αλλά αν έτυχε να δεις ότι βρήκες την πέτρα των αλχημιστών ή γυναίκα φρόνιμη και ξυπνήσεις τη στιγμή που άπλωνες το χέρι να πιάσεις τα άπιαστα αυτά πράγματα, τότε όλα σου φαίνονται δυσάρεστα και χωρίς γεύση. Διώχνοντας τη στενόχωρη πραγματικότητα, χώνεις το κεφάλι πάλι στο πάπλωμα ζητώντας με κάθε τρόπο να ξαναδείς τα φαντάσματα που φεύγουν.

Κάτι τέτοιο αισθάνθηκε και η Ιωάννα όταν ξύπνησε. Βρέθηκε πάλι φτωχιά, απροστάτευτη και μόνη, κοντά στο νεοσκαμμένο τάφο του πατέρα της. Ο φιλόξενος Αρκούλφος ήρθε σε λίγο, για να προσφέρει στο ορφανό τροφή και παρηγόρια,. Αλλά η Ιωάννα έσπρωξε πέρα και τα λόγια και τα ανάλατα χόρτα του καλού ασκητή.

Πού είναι το πιο κοντινό μοναστήρι;” ρώτησε.

”Της Αγίας Βλιθρούρδης στη Μοσβάχη”, αποκρίθηκε έκπληκτος ο γέρος, δείχνοντας με τρεμάμενο χέρι ανατολικά. ”Ευχαριστώ”, απάντησε. Και σφίγγοντας τη ζώνη της βιάστηκε να φύγει κατά που της είχε δείξει ο ασκητής, με σκοπό να κατακτήσει τ΄αγαθά που της υποσχέθηκε η Λιόβα…

Πηγή: ΄΄Η Πάπισσα Ιωάννα΄΄, Εμμανουήλ Ροΐδης, εκδ. Λιβάνη

Please follow and like us:
error0

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904)

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904) ήταν σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του καλύπτει πολλά διαφορετικά είδη, όπως το μυθιστόρημα, το διήγημα, τις κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης και δοκιμιογράφος
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης

Ο Βίος του Εμμανουήλ Ροΐδη

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής γονείς από την Χίο, τον Δημήτριο Ροΐδη και την Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα τη Γένοβα, και αργότερα λόγω της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπούδασε εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χρήστου Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα με τον τίτλο Μέλισσα..

Το 1855, αφού αποφοίτησε, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για θεραπεία για το πρόβλημα της βαρηκοΐας που είχε εμφανιστεί από τα μαθητικά του χρόνια και συνέχισε να τον ταλαιπωρεί σε όλη τη ζωή του. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Μετά από ένα χρόνο και εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του, πήγε στο Ιάσιο και το 1857 στην Βραΐλα, όπου ανέλαβε την αλληλογραφία του εμπορικού οίκου του θείου του, Δημητρίου Ροδοκανάκη. Τότε ασχολήθηκε κρυφά με τη μετάφραση του Οδοιπορικού του Σατωβριάνδου, ο θείος του όμως το αντιλήφθηκε και τον παρότρυνε να την δημοσιεύσει. Την πλήρη μετάφραση εξέδωσε το 1860, έναν χρόνο αφού είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε τους γονείς του στην Αίγυπτο, για θεραπεία της μητέρας του, όμως, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1862, επέστρεψε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τις εμπορικές δραστηριότητες που του είχε αφήσει ο πατέρας του αλλά να αφοσιωθεί στην ενασχόληση του με τα γράμματα.

Το 1866 ολοκλήρωσε την συγγραφή του μυθιστορήματος Πάπισσα Ιωάννα, έργο μέσα από το οποίο σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο (αφορισμός που άρθηκε αργότερα) αλλά με τις συνεχείς πέντε εκδόσεις του κατάφερε να καταξιώσει διεθνώς τον Ροΐδη (ως διάσημο ή μάλλον διαβόητο – κατά σημείωση του Αρίστου Καμπάνη). Ο Ροΐδης τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με γαλλόφωνες εφημερίδες ενώ το 1870 έγινε και διευθυντής των εφημερίδων La Grèce (Η Ελλάδα) και L’Independence Hellenique (Ελληνική Ανεξαρτησία).

Το 1873 έχασε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής.

Τον Ιανουάριο του 1875 και για 18 μήνες εξέδιδε με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, περιοδικό Ασμοδαίος μέσα από τις σελίδες του οποίου είχε τη δυνατότητα να σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας καθώς και να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Υπέγραφε με τα ψευδώνυμα «Θεοτούμπης», «Σκνίπας» και πολλά άλλα παρόμοια, τα περισσότερα μιας μόνο χρήσεως, αφού τα ψευδώνυμα αυτά φαίνεται πως ήταν συνήθως αναγραμματισμοί φράσεων που τόνιζαν κάτι που είχε αναφερθεί στο αντίστοιχο άρθρο. Kαυτηρίαζε ακόμη τη κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη.

Το 1877 άρχισε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», στο οποίο στρεφόταν κατά του ακραίου ρομαντισμού και της πραγμάτωσης του στο έργο της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 διορίστηκε έφορος και διευθυντής στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες, αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες. Το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά.

Την περίοδο 1890-1900 δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος του καθαρά αφηγηματικού του έργου, που περιλαμβάνει αρκετά διηγήματα. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργαζόταν με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στα οποία δημοσίευε διηγήματα και κριτικά άρθρα.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1904.

Το Έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη

Το ύφος του Εμμανουήλ Ροΐδη

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης θεωρείται ότι είναι ο πρώτος που καθιέρωσε προσωπικό ύφος στη νεοελληνική λογοτεχνία. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι το χιούμορ και η ειρωνεία, που επιτυγχάνεται κυρίως με την απροσδόκητη σύναψη αταίριαστων λέξεων και εννοιών. Ο ίδιος είχε παρομοιάσει το ύφος του με την μέθοδο της «κολοκυνθοπληγίας», δηλαδή του χτυπήματος στο κεφάλι του αναγνώστη με μια ξερή κολοκύθα. Αυτό ήταν, όπως εξηγούσε, ένα «ανθυπνωτικόν φάρμακον», δηλαδή ο μόνος τρόπος για να κρατάει σε ενδιαφέρον και εγρήγορση τον (απαίδευτο) Έλληνα αναγνώστη. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης θεωρείται στυλίστας της καθαρεύουσας.

Τα διηγήματα του Ροΐδη διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην Ερμούπολη και στηρίζονται κυρίως σε προσωπικά του βιώματα. Είναι εμφανής σε όλα η κριτική του διάθεση εναντίον της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλά έχουν ήρωες ζώα: η σύγκριση των ζώων με τον άνθρωπο είναι αρνητική εις βάρος του δευτέρου.

Η λογοτεχνική κριτική

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης είναι ένας από τους οξυδερκέστερους Έλληνες κριτικούς. Διέβλεψε την φθορά του Αθηναϊκού Ρομαντισμού στην ποίηση και την πεζογραφία, ενίσχυσε τις ανανεωτικές προσπάθειες του περιοδικού Εστία στον τομέα του διηγήματος, στηλίτευσε τις υπερβολές της ηθογραφίας και κατέκρινε τον επαρχιωτισμό, δηλαδή τη φοβία για ξένες επιδράσεις στη λογοτεχνία. 

Η διαμάχη με τον Άγγελο Βλάχο

Το 1877 ο Εμμανουήλ Ροΐδης ήταν εισηγητής της κριτικής επιτροπής στον δραματικό διαγωνισμό του συλλόγου «Παρνασσός». Στην ομιλία του απέρριψε την ποιητική αξία όχι μόνο των υποβληθέντων στον διαγωνισμό έργων αλλά και εν γένει της ελληνικής ποιητικής παραγωγής της εποχής. Τη χαμηλή ποιότητα της ποίησης την απέδιδε στην απουσία κατάλληλης «περιρρέουσας ατμόσφαιρας». Οι απόψεις του απηχούν τη διδασκαλία του Taine, σύμφωνα με τον οποίον η τέχνη, ως κοινωνική εκδήλωση, εξαρτάται απόλυτα από το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες γεννάται. Δεδομένης λοιπόν της κατάστασης στην Ελλάδα ο Ροΐδης θεωρούσε λογική την χαμηλή ποιότητα της ποιητικής παραγωγής.

Ένα μήνα μετά απάντησε στην ομιλία του Ροΐδη ο Άγγελος Βλάχος με την ομιλία «Περί νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως και ιδίως περί Γεωργίου Ζαλοκώστα», στην οποία αντέκρουσε τις απόψεις περί της δημιουργίας του ποιητή υπό την επίδραση του κοινωνικού και πνευματικού περιβάλλοντος, υποστηρίζοντας ότι οι ποιητές με ταλέντο γεννιούνται και ότι το έργο είναι αποτέλεσμα ποιητικής ευφυίας και όχι επίδρασης της κοινωνίας. Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας ήταν το παράδειγμά του για την αξία της ποιητικής παραγωγής της εποχής.

Ο Ροΐδης απάντησε με άλλες δύο μελέτες «Περί συγχρόνου Ελληνικής κριτικής» και «Περί συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως», στις οποίες επαίνεσε το έργο των «Προδρόμων» (Ιωάννης Βηλαράς, Αθανάσιος Χριστόπουλος), την Επτανησιακή Σχολή και από σύγχρονους ποιητές μόνο τον Βαλαωρίτη και τον Αχ. Παράσχο. Ο Άγγελος Βλάχος ανταπάντησε με το έργο «Ο Νέος Κριτικός» και ο Ροΐδης με το έργο «Τα Κείμενα» και έτσι έληξε η διαμάχη.

Η γλώσσα του Εμμανουήλ Ροΐδη

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, παρ’ όλο που ο ίδιος έγραψε σε καθαρεύουσα, υποστήριζε τη χρήση της δημοτικής στη λογοτεχνία. Οι κυριότερες μελέτες του στις οποίες αναφέρεται σε γλωσσικά θέματα είναι: Ο Πρόλογος στη μετάφραση του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου, Ο Πρόλογος στα «Πάρεργα», η μελέτη για το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη και, η σημαντικότερη και εκτενέστερη, τα «Είδωλα» (1893).

Το πρόβλημα της «διγλωσσίας» το θεωρούσε εθνική συμφορά και επέρριπτε στους λογίους την ευθύνη για αυτό. Τη δημοτική γλώσσα τη θεωρούσε ισάξια της καθαρεύουσας σε πλούτο, ακρίβεια και σαφήνεια και πρότεινε για τη λογοτεχνική γλώσσα την σταδιακή απλοποίηση της καθαρεύουσας και τον εμπλουτισμό της δημοτικής ώστε τελικά να «συναντηθούν» σε μια γλώσσα.

Σχετικά με το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη, έγραψε ότι ήταν θετικό το γεγονός ότι η ενασχόληση με τη γλώσσα πέρασε από τα χέρια των λογίων στα χέρια των επιστημόνων, επαίνεσε το έργο για την πιστή εφαρμογή των επιστημονικών πορισμάτων του συγγραφέα του, τόνισε την ανάγκη να υπάρχει συμφωνία μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου, αλλά απέρριψε και τις ακρότητες του συγγραφέα σημειώνοντας ότι δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθεί η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι τύποι που αποτυπώνουν αυτήν την επίδραση, δηλαδή οι προσμίξεις της δημοτικής με την καθαρεύουσα δεν ήταν δυνατό -ούτε αναγκαίο- να αποφευχθούν πλήρως.

Μυθιστορήματα

Διηγήματα

  1. Ιστορία ενός σκύλου (1893)
  2. Ιστορία μιας γάτας (1893)
  3. Ιστορία ενός αλόγου (1894)
  4. Ψυχολογία Συριανού συζύγου (1894)
  5. Η Μηλιά (στη δημοτική) (1895)
  6. Το παράπονο ενός νεκροθάπτου (1895)

Μελέτες, κείμενα

  • ’’Επιστολαί Ενός Αγρινιώτου(Σε Μορφή Επιστολής)’’(1866)
  • Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής (1877)
  • Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως (1877)
  • Τα Κείμενα (1877)
  • Γεννηθήτω φως (1879)
  • Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1879)
  • Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880 (1885)
  • Πάρεργα, επιμ. Δ. Ι. Σταματόπουλος (1885)
  • Το ταξίδι του Ψυχάρη (1888)
  • Τα Είδωλα (1893)

Μεταφράσεις

  • Την Μεγάλη του Οδοιπορικού του Φρανσουά Ρενέ Ογκίστ Ντέ Σατομπριάν’’(1860)
  • Σατωβριάνδου Οδοιπορικόν. Από Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και από Ιεροσολύμων εις Παρισίους. (1860)
  • Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας – 7 τόμοι
  • Ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε
  • Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας

Συλλογές

  • Διηγήματα
  • Συριανά διηγήματα
  • Άπαντα – 7τομη έκδοση (1911-1914)
  • Άπαντα – 4τομη έκδοση (1940)
  • Εμμανουήλ Ροΐδης (1952)
  • Άπαντα – 2τομη έκδοση (1955)

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Εμμανουήλ_Ροΐδης

Please follow and like us:
error0

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (1900-1982)

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (Πειραιάς, 27 Ιουλίου 1900 – Αθήνα, 2 Μαΐου 1982) ήταν σημαντικός Έλληνας παιδαγωγός, φιλόσοφος, θεολόγος και δοκιμιογράφος- κειμενογράφος του 20ου αιώνα. Η καταγωγή του ήταν από το Σοπωτό της Αχαΐας. Η συμβολή του στη λειτουργία και στην ανακαίνιση της Ελληνικής Παιδείας είναι ευρέως γνωστή. Οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις που οφείλονται στον Ευάγγελο Παπανούτσο ήταν, μεταξύ άλλων, η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην Εκπαίδευση και ο διαχωρισμός της Μέσης Εκπαίδευσης στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου. Tο εκπαιδευτικό του έργο υπέστη έντονη κριτική από τους πραξικοπηματίες της δικτατορίας των συνταγματαρχών και αναιρέθηκε σχεδόν ολοσχερώς την περίοδο 1967-74. Ωστόσο, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Ράλλη του 1976 ουσιαστικά στηρίχτηκε στις δικές του ιδέες.

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος, εκπαιδευτικός, συγγραφέας
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος

Ο Βίος του

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος γεννήθηκε στον Πειραιά στις 27 Ιουλίου 1900. Οι γονείς του ήταν οι Παναγιώτης Παπανούτσος και Ζηνοβία Κωστάλα. Είχε άλλα τρία αδέλφια: τον Νικόλαο, την Ελένη και τη Χρυσούλα. Τις βασικές του σπουδές πραγματοποίησε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Από το 1915 ώς το 1919 φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. ‘Εχοντας χάσει τον πατέρα του υπηρετεί ως προστάτης οικογενείας τη στρατιωτική του θητεία. Κατά την τριετία 1924-1927, με υποτροφία του πλούσιου Αλεξανδρινού Χ. Νομικού, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία και τη Γαλλία και το 1927 ονομάστηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης (Tübingen). Η διατριβή του είχε τίτλο Das Religiöse Erleben bei Platon (Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα).

Ο Ευάγγελος Παπανούστος υπηρέτησε την Εκπαίδευση από το 1920 και ως εκπαιδευτικός πέρασε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας: για λίγους μήνες ως δευτεροβάθμιος καθηγητής Ελληνικού Σχολείου στον Άγιο Νικόλαο Μελιτίνης Μάνης, από το 1921-1923 στο Αβερώφειο Γυμνάσιο Αλεξάνδρειας. Μετά το πέρας των μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών του το 1927 επανέρχεται μέχρι το 1930 στο Αβερώφειο Γυμνάσιο. Το 1930 -1931 με τον Ευάγγελο Πανέτσο ιδρύουν δυο πειραματικές τάξεις για την εφαρμογή νέων διδακτικών μεθόδων. Την ίδια περίοδο συνιδρύει την Ελληνική Διδασκαλική Ένωση και τον Οκτώβρη του 1931 γύρισε στην Ελλάδα και στέλνεται από το Υπουργείο Παιδείας να ιδρύσει το Διδασκαλείο Μυτιλήνης. Το 1934-1936 διατέλεσε Διευθυντής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρούπολης και από το 1937 -1938 υποδιευθυντής και διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων . Το 1938-1939 ήταν καθηγητής στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία , το 1939-1943 Διευθυντής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τρίπολης, το 1943-1944 συνδιευθυντής και διευθυντής στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Πειραιά. Μετά την απελευθέρωση της χώρας διορίστηκε Γενικός Διευθυντής (1944-1946) και αργότερα (1950 και 1963) Γενικός Γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας από τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. Το 1958 ιδρύει και οργανώνει (ως Αντιπρόεδρος του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου τις Τεχνικές Σχολές Δοξιάδη. Από το 1946 έως το 1967 ήταν τακτικός φιλολογικός συνεργάτης της εφημερίδας Το Βήμα. Δίδαξε επί 20 χρόνια (1947-1967) Φιλοσοφία, Ψυχολογία και Παιδαγωγικά στο μορφωτικό ίδρυμα (Λαϊκό Πανεπιστήμιο) «Αθήναιον» που ίδρυσε ο ίδιος και υπό την διεύθυνσή του δημοσιεύτηκαν 15 τόμοι του περιοδικού «Παιδεία και Ζωή» (1946-1961) και 100 τόμοι αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, έκδοση Ι. Ζαχαρόπουλου (1953-1958). Στη μεταπολίτευση εκλέγεται βουλευτής Επικρατείας με την Ένωση Κέντρου (1974-1977). Στις Εκλογές του 1977 είναι επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου (Ε.ΔΗ.Κ.). Το 1977 εκλέχτηκε Επίτιμος Πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Το 1980, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών συγκεντρώνοντας εικοσιδύο από τις τριάντα τρεις ψήφους των παρόντων ακαδημαϊκών. Απεβίωσε στις 2 Μαΐου 1982.

Το Έργο του Ευάγγελου Παπανούτσου

Παιδαγωγικό έργο

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος έγινε περισσότερο γνωστός για το παιδαγωγικό του έργο, ιδιαίτερα για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης του Γεώργιου Παπανδρέου (γνωστή ως μεταρρύθμιση Παπανούτσου) το 1964. Η μεταρρύθμιση αυτή αναλύεται στους εξής βασικούς άξονες.

  • Την ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.
  • Στην αλλαγή των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών.
  • Στην καθιέρωση και της δημοτικής γλώσσας ως ισότιμης της καθαρεύουσας στην εκπαίδευση..
  • Ό Διαχωρισμός της Μέσης εκπαίδευσης στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου.
  • Στην εννιάχρονη, δωρεάν και υποχρεωτική εκπαίδευση.
  • Στην ίδρυση νέων πανεπιστημίων.
  • Στην καθιέρωση 2 τύπων ακαδημαϊκού απολυτηρίου ισότιμων μεταξύ τους.
  • Την κατάργηση του υποχρεωτικού μαθήματος των Λατινικών και την εισαγωγή νέων μαθημάτων, όπως Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος, Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας, Οικονομικής Επιστήμης.
  • Την ίδρυση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ως συμβουλευτικού οργάνου του κράτους για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
  • Την τριετή φοίτηση στις παιδαγωγικές Ακαδημίες.
  • Τη σίτιση και δωρεάν μεταφορά των μαθητών.

Η προσπάθειά του αυτή περιγράφεται στο βιβλίο του Αγώνες και αγωνία για την παιδεία του 1965. Δυστυχώς, το έργο του δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί, γιατί η Κυβέρνηση έπεσε λόγω της αποστασίας της απριλιανής δικτατορίας των πραξικοπηματιών συνταγματαρχών και οι αλλαγές που είχε προωθήσει αναιρέθηκαν σχεδόν εξολοκλήρου την περίοδο 1967-1974. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, όμως, της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή (μεταρρύθμιση Ράλλη) το 1976 ουσιαστικά στηρίχτηκε στις δικές του ιδέες.

Ο Π. Ξένος γράφει για τον Ευάγγελο Παπανούτσο: «Αναμφισβήτητα είχε πλατιά μόρφωση και πολλά προσόντα. Είχε φυσική ευφράδεια. Δίδασκε συναρπαστικά. Ήξερε να δένεται με το ακροατήριό του το ίδιο στην τάξη όπως και στην αίθουσα διαλέξεων. Έγραφε σωστά τη γλώσσα και την φρόντιζε. Ήξερε από ξένες γλώσσες και του χρωστάμε τη μετάφραση πολλών ξένων όρων στη γλώσσα μας. Μελετηρός και πάντα ενημερωμένος στους τομείς που τον απασχολούσαν. Ήταν ο διαβασμένος, ο φιλοσοφημένος δάσκαλος-παιδαγωγός που ευπροσήγορος ήταν έτοιμος να εξηγήσει ό,τι τον ρωτούσαν».

Συγγραφικό έργο

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει δεκάδες βιβλία, όχι μόνο στην Ελληνική, αλλά και στη Γερμανική, την Αγγλική και τη Γαλλική. Εγκαινιάζεται στην Αλεξάνδρεια ΤΟ 1926 με την πραγματεία του Το πρόβλημα της ελευθερίας της βουλήσεως. Η Διδακτορική Διατριβή του Das relgiöse Erlebnis bei Platon στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης που υποβλήθηκε την άνοιξη του 1926. Επανεκδόθηκε το 1971 στα ελληνικά με τον τίτλο Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα. Εργασίες τού Ε. Π. Παπανούτσου έχουν δημοσιευθεί σε πολλά επιστημονικά περιοδικά της Ευρώπης και της Αμερικής. Επιπλέον μετέφρασε δοκίμια του Εμμάνουελ Καντ και του Ντέιβιντ Χιουμ και, μαζί με τον Βασίλη Τατάκη, τους πλατωνικούς διαλόγους Φαίδων και Πρωταγόρας. Εκτός από τα άρθρα του στο περιοδικό «Παιδεία και Ζωή», δημοσίευσε άρθρα και μελέτες του και σε άλλα ελληνικά περιοδικά, όπως στη «Νέα Εστία», στο «Συνεταιριστής» και κάθε εβδομάδα στην εφημερίδα «ΒΗΜΑ».

Βραβεία

1976, Α’ Κρατικό Βραβείο κριτικής-δοκιμίου.

Εργογραφία

  1. 1921 Το πρόβλημα της ελευθέρας βουλήσεως
  2. 1924 Πραγματισμός και Ουμανισμός
  3. 1927 Εισαγωγή εις την Φιλοσοφίαν της Θρησκείας
  4. 1928 Τριλογία του Πνεύματος, Αλεξάνδρεια
  5. 1930 Περί τέχνης, Αλεξάνδρεια
  6. 1932 Περί ηθικής
  7. 1936 Περί επιστήμης
  8. 1948 Αισθητική
  9. 1949 Ηθική (1η Τόμος έκδοση 1970)
  10. 1949 Ηθική (2η Τόμος έκδοση 1971)
  11. 1949 Ηθική (3η Τόμος έκδοση 1972)
  12. 1949 Παλαμάς-Καβάφης-Σικελιανός
  13. 1950 Εφήμερα
  14. 1950 Επίκαιρα και Ανεπίκαιρα
  15. 1954 Γνωσιολογία
  16. 1954-55 Νεοελληνική Φιλοσοφία, τομος. 1
  17. 1955-56 Νεοελληνική Φιλοσοφία τομος. 2
  18. 1958 Φιλοσοφία και Παιδεία
  19. 1962 Η ηθική συνείδηση και τα προβλήματά της
  20. 1964 Φιλοσοφικά προβλήματα
  21. 1965 Αγώνες και αγωνία για την Παιδεία
  22. 1966 Στοιχεία Ψυχολογίας (σχολικό)
  23. 1966 Αμερική(Οί Ταξιωτικές του εντυπώσεις από το ταξίδι του στην Αμερική)
  24. 1968 Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα (μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά της διδακτορικής διατριβής του)
  25. 1970 Λογική (2η έκδοση 1974)
  26. 1971 Ο λόγος και ο άνθρωπος
  27. 1973 Ψυχολογία
  28. 1973 Πρακτική Φιλοσοφία
  29. 1974 Νόμος και Αρετή
  30. 1976 Το δίκαιον της πυγμής
  31. 1976 Η παιδεία το μεγάλο μας πρόβλημα
  32. 1978 Η κρίση του πολιτισμού μας

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ευάγγελος_Παπανούτσος

Please follow and like us:
error0