Ο Όμηρος (8ος αιώνας π.Χ.)

Ο Όμηρος φέρεται ως ο δημιουργός των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της  Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια. Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.110 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη μετά την κατάληψη της Τροίας).

Ο Όμηρος, έργο του Ρέμπραντ
Ο Όμηρος, έργο του Ρέμπραντ

Η ζωή και το έργο του Ομήρου

Διαθέτουμε επτά βίους του Ομήρου που προέρχονται από την αρχαιότητα. Η καταγωγή του φαίνεται πως ήταν από την Ιωνία και θρυλείται ότι επτά πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του, με επικρατέστερες τη Σμύρνη και τη Χίο. Ως γονείς του αναφέρονται ο Μαίων και η Κριθηίδα και λέγεται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Μελησιγένης, επειδή γεννήθηκε κοντά στον ποταμό Μέλητα της Σμύρνης και ότι πήρε αργότερα το όνομα «Όμηρος», είτε επειδή ήταν τυφλός (στα Αρχαία Ελληνικα «ως μη ορων»), είτε επειδή ήταν όμηρος των Κολοφωνίων στον πόλεμο με τη Σμύρνη. Σύμφωνα με τους βίους του, περιόδευσε απαγγέλλοντας τα έργα του στις ελληνικές πόλεις, απέκτησε μεγάλη φήμη, αλλά σε ένα διαγωνισμό με τον Ησίοδο στη Χαλκίδα δεν πήρε βραβείο, επειδή προτιμήθηκε ο Ησίοδος ως ποιητής που εξυμνούσε την ειρήνη. Ως τόπος θανάτου του παραδίδεται η Ίος.

Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στην αρχαιότητα αποδόθηκαν στον Όμηρο και άλλα έπη του τρωικού κύκλου, αρκετοί θρησκευτικοί ύμνοι, η επική παρωδία Βατραχομυομαχία και μια κωμική διήγηση για έναν χαζό ήρωα, τον Μαργίτη. Στον Όμηρο αποδίδονται και δύο προφανώς ψευδεπίγραφα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (VII 153 και XIV 147).

Η σύγχρονη έρευνα, και ειδικότερα όσοι δέχονται ότι ο Όμηρος μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό πρόσωπο, τοποθετεί τη ζωή του στον 8ο αι. π.Χ. και θεωρεί πιθανό ότι ήταν Ίωνας ραψωδός, συνεχιστής μιας μακραίωνης παράδοσης ηρωικών αφηγήσεων, που συνέθεσε την Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. και την Οδύσσεια (αν όντως συνέθεσε και τα δύο έργα) γύρω στα 710 π.Χ.

Το ομηρικό ζήτημα

Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης. 3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό μουσείο
Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης. 3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό μουσείο

Υπό τον όρο «ομηρικό ζήτημα» ομαδοποιούνται πολλά ερωτήματα που έχουν σχέση με την πατρότητα, τον τρόπο σύνθεσης και την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ειδικότερα, έχουν τεθεί τα θέματα:

  • Ήταν πραγματικό πρόσωπο ο Όμηρος; Πότε έζησε, πώς συνέθεσε ή έγραψε τα έργα του και ποια είναι αυτά;
  • Ποια από τα γεγονότα, τοποθεσίες και πρόσωπα που αναφέρει ο Όμηρος έχουν ιστορικό υπόβαθρο; Μετά την ανακάλυψη των ερειπίων της Τροίας και των Μυκηνών αυτό το ερώτημα άρχισε να αποκτά μεγάλο βάρος.
  • Τα κείμενα που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα είναι έργα του ίδιου ποιητή; Κάποιες υφολογικές αλλά και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των δύο ποιημάτων καθιστούν πιθανό το γεγονός να μην γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα, χωρίς κάτι τέτοιο να μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα.
  • Τα κείμενα είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις ή αποτελούνται από διάφορα στρώματα; Αρκετοί έχουν υποστηρίξει ότι τα σημερινά κείμενα προέρχονται από συνένωση πολλών τμημάτων ή επέκταση παλαιοτέρων. Απέναντι σε αυτήν την «αναλυτική» θεωρία τάσσονται οι «ενωτικοί» που υποστηρίζουν ότι στο καθένα μπορεί να διακριθεί μία συνεπής λογοτεχνική σύλληψη και πραγμάτωση από ένα άτομο. Η σύγκριση με προφορικά έπη έδειξε ότι οι προφορικοί ποιητές, με τεχνικές που δεν είναι οικείες σε μια εγγράμματη κοινωνία, μπορούν να συνθέσουν και να απομνημονεύσουν ποιήματα μεγάλης έκτασης.
  • Από την προφορική θεωρία, προκύπτει το ερώτημα ποια ήταν η συμβολή της γραφής στη σύνθεση των ποιημάτων: καταγράφηκαν την εποχή που συνετέθηκαν κατά τη διάρκεια της απαγγελίας, υπαγορεύτηκαν από τον ποιητή ή επιβίωσαν προφορικά και καταγράφηκαν αργότερα;

Προφορικότητα και γραφή

Διαφορετική κατεύθυνση δόθηκε στην ομηρική έρευνα από τη σύγκριση με τις τεχνικές της προφορικής ποίησης. Φιλόλογοι βασισμένοι στη διαπίστωση ότι τα δύο έπη εμφανίζουν στερεότυπες σκηνές και εκφράσεις, που συχνά επαναλαμβάνονται αυτούσιες, αξιοποίησαν έρευνες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα δύο κείμενα παρουσιάζουν ανάλογη τεχνική, αφού βασίζονται σε ένα σύνολο στερεότυπων μικρότερων ή μεγαλύτερων φράσεων (λογοτύπων) και τυποποιημένων σκηνών.

Σήμερα είναι εν μέρει αποδεκτό το γεγονός ότι οι τεχνικές στις οποίες βασίστηκε η σύνθεση των δύο επών είναι οι τεχνικές της προφορικής ποίησης, όπως είχαν διαμορφωθεί τους προηγούμενους αιώνες. Η παράδοση τροφοδότησε τον ποιητή τους με μια ειδική τεχνητή διάλεκτο, με στοιχεία διαφόρων εποχών και περιοχών και πολλά συνώνυμα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικές μετρικές θέσεις, ένα σύνολο λογοτύπων που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες θέσεις του στίχου, τυπικές σκηνές και τυποποιημένα ευρύτερα επεισόδια. Η συμβολή της γραφής στη σύνθεση ή την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι δύσκολο να καθοριστεί και έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις: μπορεί ο ποιητής να χρησιμοποίησε τη γραφή για να κάνει ένα σχέδιο της δομής και της σύνδεσης διαφόρων επεισοδίων, ή να υπαγόρευσε σε κάποιον το ποίημα. Είναι βέβαιο ότι και τους επόμενους αιώνες τα έπη είχαν συντηρηθεί τουλάχιστον στην προφορική παράδοση και απαγγέλλονταν, αλλά δεν έχουμε απτές αποδείξεις παρά μόνον ισχυρές ενδείξεις περί του αν υπήρχε κάποιο παγιωμένο γραπτό κείμενο.

Όπως όμως γνωρίζουμε μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Γραφής Β απεδείχθη ότι η ΓΓΒ όχι μόνον ήταν καθαρά Ελληνική γλώσσα της Μεσομινωικής περιόδου (ΜΜ) γύρω στο 1850 π.Χ., αλλά απόγονος της Γραμμικής Γραφής Α και της εικονογραφικής, περί των οποίων γνωρίζουμε αδρομερώς μόνον το «terminus ante quem» (το χρονολογικό πλαίσιο πριν) και όχι το «terminus post quem» (το χρονολογικό πλαίσιο μετά). Δεδομένου ότι κατά την ΜΜ περίοδο και έπειτα είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος ότι η Ελληνική γλώσσα ομιλείτο και εγράφετο στον χώρο του Αιγαίου 500 έως 700 χρόνια τουλάχιστον πριν την συμβατική χρονολογία κατά την οποίαν ο Όμηρος συνέθεσε τα δύο μεγάλα του έπη. Επί τη βάσει όμως του ζητήματος της ηλικίας της Ελληνικής γλώσσης εμπλέκεται και η Δωρική διάλεκτος (δωρίς), η οποία χαρακτηρίζεται από αρχαϊσμούς οι οποίοι δεν εμφανίζονται στην Γραμμική γραφή και το ζήτημα περί της «καθόδου» ή «επιστροφής» τους στον Ελλαδικό χώρο από τον Βορρά πριν ομαλοποιηθεί στις γραμμικές γραφές.

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι δεν έχει βρεθεί κάποιο κείμενο, είτε ιστορικό είτε λογοτεχνικό είτε έστω επιστολή από την μία πόλη σε κάποια άλλη γραμμένο σε διάλεκτο προ του Ομήρου αλλά ίσως πρέπει να θεωρήσουμε την ύπαρξή του τουλάχιστον πολύ πιθανή, καθώς οι αναλογίες με άλλους συγχρόνους τους λαούς καθιστούν πολύ πιθανό το να χρησιμοποιούσαν την γραφή για τέτοιους σκοπούς. Άρα η επιστημονική έρευνα δεν αποκλείει αλλά τουναντίον αποδέχεται ότι η γραφή υπήρχε στην Ελλάδα πολύ πριν από αυτήν του Ομήρου με ένα κενό 400 χρόνων (1150-750 π.Χ.) μεταξύ των τελευταίων επιγραφών σε ΓΓΒ και των επιγραφών σε αλφαβητικό σύστημα. Εύλογη λοιπόν η υπόθεση ότι μπορεί να έγινε κάποια μεταγραφή όπως έχουμε βρει να γίνεται από την εικονογραφική στην Γραμμική.

Από τον 6ο αι. π.Χ. μαρτυρείται και μια επαγγελματική ένωση ραψωδών που ονομάζονταν «ὁμηρίδες», οι οποίοι απήγειλλαν κάποια εκδοχή των επών, αλλά δεν γνωρίζουμε αν είχαν στην κατοχή τους κάποιο γραπτό κείμενο. Σημαντική θεωρείται στο θέμα της παγίωσης του ομηρικού κειμένου η συμβολή του Πεισιστράτου που λέγεται ότι καθιέρωσε απαγγελίες του Ομήρου στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση ένα σταθερό κείμενο (η λεγόμενη «πεισιστράτεια διόρθωση»).

Γλώσσα και μέτρο που χρησιμοποίησε ο Όμηρος

Το μέτρο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος. Βάση του είναι ο δακτυλικός πους, δηλαδή μια μονάδα που αποτελείται από μία μακρόχρονη συλλαβή και δύο βραχύχρονες (που μπορεί να αντικατασταθούν από μία μακρόχρονη). Ο κάθε στίχος απαρτίζεται από έξι πόδες. Οι πέντε πρώτοι είναι δάκτυλοι και ο έκτος αποτελείται από δύο συλλαβές, την πρώτη υποχρεωτικά μακρόχρονη και τη δεύτερη αδιάφορη. Συνολικά ένας δακτυλικός στίχος μπορεί να αποτελείται από δώδεκα έως δεκαεπτά συλλαβές. Υπάρχει μια ισχυρή νοηματική παύση περίπου στο μέσον του στίχου, καθώς και άλλες μικρότερες που χωρίζουν τον στίχο έως και σε τέσσερις μικρές νοηματικές ενότητες.

Η γλώσσα του Ομήρου είναι τεχνητή, η οποία ουδέποτε μιλήθηκε, αλλά κατανοητή απ’ όλον τον ελληνόφωνο κόσμο. Το υλικό της προέρχεται από διάφορες διαλέκτους και χρονικές περιόδους. Βάση είναι η ιωνική διάλεκτος όπως είχε διαμορφωθεί τον 8ο αι. π.Χ. στα παράλια της Μικράς Ασίας. Υπάρχουν ακόμη πολλά αιολικά στοιχεία αλλά και τύποι παλαιότεροι αναγόμενοι στη μυκηναϊκή εποχή. Δωρικά στοιχεία δεν υπάρχουν, ενώ κάποιοι αττικοί τύποι ενδέχεται να είναι μεταγενέστερες προσθήκες. Η ύπαρξη πολλών συνώνυμων τύπων οι οποίοι προέρχονταν από ποικίλες διαλέκτους ή περιόδους παρείχε μετρικές ευκολίες στον ποιητή, αφού ανάλογα με τη θέση του στίχου μπορούσε να χρησιμοποιήσει μία από πολλές νοηματικά ισοδύναμες λέξεις. Για παράδειγμα η προσωπική αντωνυμία σοῦ είχε ισοδύναμους τύπους τα σεῖοσέθενσέοσεῦτεοῖο.

Λογότυποι και τυπικές σκηνές

Από την προφορική επική παράδοση ο Όμηρος είχε κληρονομήσει ένα σύνολο στερεοτυπικού υλικού το οποίο προσάρμοζε ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Η μικρότερη τυπική μονάδα είναι οι σύντομες φράσεις που αποτελούνται από ένα όνομα και επίθετο. Ανάλογα με τη θέση του στίχου, προκύπτουν διάφοροι συνδυασμοί όπως Παλλὰς Ἀθήνηγλαυκῶπις Ἀθήνηθεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη. Κάποιες φορές τα τυπικά επίθετα χρησιμοποιούνται ακόμη και όταν τα νοηματικά συμφραζόμενα δεν επιτρέπουν τη χρήση τους. Μεγαλύτερης έκτασης λογότυποι χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν την αρχή και το τέλος μιας ομιλίας, την μετακίνηση ενός ήρωα ή τα γεγονότα των μαχών.

Εκτός από τις εκφραστικές στερεοτυπίες, υπήρχαν και τυποποιημένες ακολουθίες πράξεων για να περιγράψουν εκτενή γεγονότα όπως η θυσία, η ικεσία, η υποδοχή ενός φιλοξενούμενου, ένα γεύμα, μία μονομαχία. Για παράδειγμα η αφήγηση μιας αριστείας, δηλαδή μιας σειράς κατορθωμάτων ενός ήρωα, βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο: πρώτα περιγράφεται ο εξοπλισμός του ήρωα. Όταν αρχίζει η μάχη, ο πρωταγωνιστής σκοτώνει κάποιους εχθρούς σε μονομαχίες και έπειτα επιτίθεται εναντίον του εχθρικού στρατού τον οποίο ωθεί σε φυγή. Η καταδίωξη διακόπτεται όταν αυτός πληγώνεται, αλλά με προσευχή σε ένα θεό θεραπεύεται, επιστρέφει στη μάχη και μονομαχεί με τον αρχηγό των εχθρών. Τον σκοτώνει και ακολουθεί μάχη των δύο παρατάξεων για το πτώμα, το οποίο αποκτούν τελικά οι φίλοι του νεκρού με θεϊκή παρέμβαση. Παρά την τυποποίηση, κάθε φορά που εμφανίζονται τυπικές σκηνές υπάρχουν διαφορές στις λεπτομέρειες ανάλογα με τις ανάγκες.

Please follow and like us:
error0

Ο Ρασπούτιν (1869-1916)

Ο Ρασπούτιν (πλήρες όνομα Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν, Григо́рий Ефи́мович Распу́тин, (21 Ιανουαρίου 1869 – 30 Δεκεμβρίου 1916) ήταν Ρώσος μυστικιστής, ο οποίος άσκησε τεράστια επίδραση στο τελευταίο ρωσικό αυτοκρατορικό ζεύγος, του τσάρου  Νικολάου Β’ και της Τσαρίνας Αλεξάνδρας.

Ο Ρασπούτιν γεννήθηκε στο Ποκρόφσκογε της επαρχίας Τομπόλσκ, και από τις επικρατέστερες ημερομηνίες γέννησής του είναι η 21η Ιανουαρίου 1869. Δολοφονήθηκε στο Πέτρογκραντ στις 30 Δεκεμβρίου του 1916.

Ο Ρασπούτιν
Ο Ρασπούτιν

Τα πρώτα χρόνια του Ρασπούτιν

Ο Ρασπούτιν ήταν γιος χωρικών από τη Σιβηρία και παρόλο που πήγε σχολείο, παρέμεινε αμόρφωτος σε σημείο που δεν ήξερε ούτε να γράφει.
Οι πνευματικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν σε ηλικία 18 ετών σε μοναστήρι, όπου μυήθηκε στη διδασκαλία των «Μαστιγουμένων», μίας αίρεσης, τα μέλη της οποίας ονομάζονταν επίσης και πειθαρχούμενοι,  κουκουλοφόροι ή δερόμενοι και οι οποίοι μαστιγώνονταν για λόγους μετανοίας ή εξιλέωσης. Διαστρεβλώνοντας τα κηρύγματα της αίρεσης αυτής, ο Ρασπούτιν διατύπωσε δικό του δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική εξάντληση ήταν το καλύτερο μέσο για να φθάσει ο πιστός στην κατάσταση της «θείας αταραξίας», ώστε να βρεθεί πιο κοντά στον Θεό.

Έφυγε από το μοναστήρι πριν γίνει μοναχός και επέστρεψε στο χωριό του, όπου παντρεύτηκε το 1889 και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Τελικά, όμως, εγκατέλειψε το σπίτι και την οικογένειά του το 1901 για να γίνει προσκυνητής και πέρασε μεγάλο διάστημα περιπλανώμενος φτάνοντας μέχρι το Άγιο Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Στο διάστημα αυτό, ζούσε από τις δωρεές των χωρικών ως αναχωρητής . Στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από τη στιγμή που έφυγε από το Ποκρόφσκογε, κατάφερε να γίνει γνωστός για τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του δυνάμεις, αλλά και για τη σκανδαλώδη σεξουαλική του συμπεριφορά.

Ο Ρασπούτιν και η άρχουσα τάξη

To 1903, ο Ρασπούτιν παρέα με τη φήμη για τις υποτιθέμενες υπερφυσικές ικανότητές του, έφτασε στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί, χάρη σε μια μανία που είχε καταλάβει την υψηλή κοινωνία για τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό, κατάφερε να αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές σε αριστοκρατικούς κύκλους.

Η πρώτη επαφή του Ρασπούτιν με το αυτοκρατορικό ζεύγος ήταν το φθινόπωρο του 1905, όταν στη Ρωσία διαδραματίζονταν τα γεγονότα της γνωστής εξέγερσης ενάντια στη μοναρχία. Εκτός όμως από τα γεγονότα αυτά, την αυτοκρατορική οικογένεια είχε κλονίσει και η ανακάλυψη ότι ο Αλεξέι Νικολάγεβιτς, ο διάδοχος του θρόνου, ήταν αιμοφιλικός. Ο Ρασπούτιν, κατόρθωσε με αποστάγματα και γιατροσόφια δικής του εφεύρεσης να απαλύνει το πρόβλημα των αιμορραγιών του αγοριού και με το περιστατικό αυτό άρχισε μια δεκαετία κυριαρχίας του στις υποθέσεις της τσαρικής οικογένειας και του κράτους, αφού είχε φροντίσει να πείσει το ανήσυχο ζεύγος ότι η ζωή του παιδιού εξαρτιόταν από τον ίδιο.

Ο έκλυτος βίος του Ρασπούτιν

Ζώντας στην Πετρούπολη και κηρύσσοντας ότι η σωματική επαφή μαζί του είχε εξαγνιστικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, κατάφερε να αποπλανήσει πολλές γυναίκες και, ενώ οι αναφορές για τη διαγωγή του έφταναν στον τσάρο Νικόλαο, εκείνος δεν τις πίστευε, ενώ τιμωρούσε με πολιτικούς διωγμούς εκείνους που τις μετέφεραν.

Μέχρι το 1911 η συμπεριφορά του Ρασπούτιν είχε πάρει διαστάσεις σκανδάλου και οι ερωτικές ιστορίες για τον ακόλαστο αυτό «καλόγερο» ήταν στα χείλη όλων. Τελικά, ύστερα από πιέσεις, ο τσάρος εξόρισε τον ευνοούμενό του, αλλά κάτω από την επιμονή της τσαρίνας Αλεξάνδρας αναγκάστηκε να ανακαλέσει την απόφασή του λίγους μήνες αργότερα, καθώς δεν ήταν διατεθειμένος να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του γιου του ή να δυσαρεστήσει την σύζυγό του, που ήταν φανατικά πιστή του Ρασπούτιν, επειδή της έλεγε πως ήταν «αγία» και πως την βλέπει στα όνειρά του με φωτοστέφανο.

Η δύναμη του τυχοδιώκτη χωρικού έφτασε στο απόγειό της μετά το 1915, όταν ο Νικόλαος έφυγε για το μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τσάρος Νικόλαος ανέλαβε προσωπικά την ηγεσία του στρατού επειδή ο Ρασπούτιν ισχυρίστηκε ότι είδε σε όραμα, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα χανόταν ο πόλεμος. Με την απουσία του Νικολάου, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα διαδραμάτισε έναν πιο ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση και έτσι ο Ρασπούτιν κατάφερε να ασκεί σημαντική επιρροή διορίζοντας και παύοντας το προσωπικό του κράτους κατά τις επιθυμίες του. Η δύναμη αυτή τον έκανε να παραφέρεται και να αναγκάζει νομάρχες, υπουργούς και διευθυντές να εξευτελίζονται κολακεύοντας τον ευνοούμενο της τσαρίνας. Ο ίδιος ο Ρασπούτιν, αν άλλαζε γνώμη για την ικανότητα κάποιου στελέχους, έπειθε την Αλεξάνδρα να τον διώξει, λέγοντας απλά ότι «μπήκε ο διάβολος μέσα του» και κολακεύοντας ταυτόχρονα τη δική της αφέλεια λέγοντας ότι «βλέπει τον Χριστό να στέκει στο πλάι της».

Η πρώτη απόπειρα δολοφονίας του

Η αυξανόμενη υστερία για τον Ρασπούτιν είχε έλθει σε μια εποχή πολέμου, όπου οι ήττες του στρατού και οι στερήσεις βάραιναν πολύ στη συνείδηση όλων ώστε να μην ανέχονται πλέον τη δύναμη ενός ημι-αναλφάβητου αγρότη στην εξουσία. Παράλληλα, οι άνθρωποι που γνώριζαν από κοντά τη συμπεριφορά του έκριναν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τη χώρα. Ακολούθησαν έτσι κάποιες απόπειρες δολοφονίας του Ρασπούτιν, που όμως απέτυχαν. Σύμφωνα με το βιβλίο του Greg King «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Ρασπούτιν» (The Man Who Killed Rasputin), στις 29 Ιουνίου του 1914 όταν εκείνος είχε επισκεφτεί τη γυναίκα και τα παιδιά του στη γενέτειρά του, στη Σιβηρία, του επιτέθηκε με μαχαίρι μία πρώην πόρνη, η Χιονία Γκούσεβα, που είχε γίνει μαθήτρια του μοναχού Ηλιοδώρου. Ο Ηλιόδωρος ήταν κάποτε φίλος του Ρασπούτιν, αλλά τον είχε σιχαθεί λόγω της συμπεριφοράς του προς την βασιλική οικογένεια, την οποία χρησιμοποιούσε μεν, αλλά μιλούσε άσχημα γι’ αυτήν. Ο Ηλιόδωρος είχε σχηματίσει μια ομάδα από γυναίκες, τις οποίες είχε βλάψει ο Ρασπούτιν, με σκοπό να τον δυσφημίσει ή και να τον σκοτώσει. Η Γκούσεβα μαχαίρωσε τον Ρασπούτιν στην κοιλιά, κι όταν είδε τα σπλάχνα του να ξεπροβάλλουν φώναξε «σκότωσα τον αντίχριστο!». Όμως ο Ρασπούτιν χειρουργήθηκε και επέζησε. Η κόρη του Μαρία σημειώνει ότι μετά από αυτή την επέμβαση δεν ήταν πια ο ίδιος. Συχνά κουραζόταν εύκολα και έπαιρνε όπιο κατά του πόνου. Επίσης, δεν μπορούσε πλέον να μετακινηθεί πουθενά χωρίς την προσωπική του φρουρά.

Το τέλος του Ρασπούτιν

Εναντίον του Ρασπούτιν οργανώθηκε συνωμοσία, στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα του συγγενικού περιβάλλοντος του Τσάρου, με σκοπό να τερματιστούν τα απανωτά πλήγματα που δεχόταν η μοναρχία σε μια τόσο ταραγμένη εποχή, την οποία τελικά θα ακολουθούσε η περίφημη Ρωσική επανάσταση. Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Δεκεμβρίου 1916, ο σύζυγος της ανιψιάς του Τσάρου, Γιουσούποφ, προσκάλεσε τον Ρασπούτιν στο σπίτι του και του προσέφερε δηλητηριασμένο κρασί και γλυκό.

Το τέλος του Ρασπούτιν όμως ήταν εξίσου επεισοδιακό με τη ζωή του. Ενώ ήπιε το δηλητηριασμένο κρασί, ζητά δεύτερο ποτήρι, τρώει και τα γλυκά, όμως δεν δείχνει κανένα ίχνος αδιαθεσίας. Υπάρχει η θεωρία ότι η ζάχαρη εξουδετέρωσε την επίδραση του δηλητηρίου. Έτσι, ο Γιουσούποφ τον πλησιάζει και του ρίχνει μια σφαίρα στην καρδιά. Ο Ρασπούτιν όμως καταφέρνει να συρθεί φωνάζοντας μέχρι την αυλή, όπου τον προφταίνουν και του αδειάζουν ολόκληρο γεμιστήρα επάνω του. Κατόπιν, πήραν το σώμα του, το τύλιξαν μέσα σ’ ένα χοντρό ύφασμα, του έδεσαν ένα βαρίδι και το φόρτωσαν σε ένα αμάξι για να το ρίξουν στο παγωμένο ποτάμι. Καθώς το ξεφόρτωναν όμως, διαπίστωσαν ότι το σώμα του ακόμα κινείτο και την επόμενη μέρα όλη η Ρωσία γνωρίζει ότι ο Ρασπούτιν δεν έπαψε ν’ ανασαίνει παρά μόνο μετά το ρίξιμό του στον ποταμό. Αυτό ήταν αρκετό ώστε τα λαϊκά αναγνώσματα να δημιουργήσουν ένα θρύλο γύρω από τον Ρασπούτιν, κάνοντας τους χωρικούς να φοβούνται το στοιχειωμένο πνεύμα του.

Υπάρχει ακόμα αναφορά ότι, καθώς έκαιγαν τη σωρό του στην πυρά, πολλοί μάρτυρες τον είδαν να «ανακάθεται» μέσα από τις φλόγες, γεγονός που ενίσχυσε το μύθο που είχε δημιουργηθεί γύρω από το πρόσωπό του. Οι επιστήμονες λένε πως αυτό το συμβάν οφείλεται στο ότι δεν προετοίμασαν τη σορό πριν την αποτέφρωση, διαδικασία που περιλαμβάνει το σπάσιμο των συνδέσμων των οστών. Έτσι, από την υπερβολική θερμότητα αυτοί συσπώνται και λυγίζουν και το αποτέλεσμα ήταν η ψευδαίσθηση ότι το πτώμα ανακάθισε στην πυρά!

Κινήσεις για την αποκατάστασή του

Για κάποιους Ρώσους, ο Ρασπούτιν παρέμεινε σύμβολο των αγροτικών τάξεων, και μέχρι σήμερα θέλουν να πιστεύουν ότι αυτά που λέγονταν εναντίον του ήταν απλώς φήμες. Μετά την κατάρρευση του  κομμουνισμού το 1993, κάποιοι Ρώσοι εθνικιστές προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη φήμη του, ενώ μερικοί πρότειναν έως και την αγιοποίησή του. Όμως, νέα στοιχεία, που προέρχονταν από τις σημειώσεις αυτών που παρακολουθούσαν επί πληρωμή το σπίτι του Ρασπούτιν, και κατέγραφαν πότε έφευγε, πότε επέστρεφε και ποιοι τον επισκέπτονταν, ανέτρεψαν τους ισχυρισμούς περί αγιότητας. Σχολιάζοντας το αίτημα αγιοποίησής του, ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος είπε το 2003:«Αυτό είναι τρέλα! Ποιος θα ήθελε να παραμείνει σε μια εκκλησία που τιμά το ίδιο τους δολοφόνους με τους μάρτυρες, τους ακόλαστους με τους αγίους;»

Όμως, βιβλία που εκδόθηκαν το 1919 ισχυρίζονται ότι οι πηγές από ανθρώπους που παρακολουθούσαν τον Ρασπούτιν είναι αμφισβητήσιμες, καθώς εκείνοι μπορεί να έγραφαν αυτά που ζητούσαν εκείνοι που τους πλήρωναν. Πάντως, η ενασχόληση του κόσμου με τον Ρασπούτιν δεν έχει σταματήσει.

Παιδιά του Ρασπούτιν

Η θεωρούμενη και μοναδική του κόρη, Μαρία, πέθανε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1977 σε προάστιο του Λος Άντζελες.

https://el.wikipedia.org/wiki/Γκριγκόρι_Ρασπούτιν

Please follow and like us:
error0

Το 10% του εγκεφάλου

Πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια ακούγεται ο ισχυρισμός πως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί μόνο το 10% του εγκεφάλου και το υπόλοιπο 90% μένει ανεκμετάλλευτο.

Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί μόνο το 10% του εγκεφάλου του;

Τι ισχύει τελικά;

Σύμφωνα με το Zidbits, ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι αδύνατον να ισχύει καθώς ο εγκέφαλός μας όπως και άλλα μας όργανα έχουν διαμορφωθεί μέσω της φυσικής επιλογής. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι το πιο περίπλοκο όργανο στο σώμα μας και χρειάζεται όλους τους νευρώνες για να λειτουργήσει σωστά. Αν κάποιο μέρους του εγκεφάλου δεν εξυπηρετούσε κάποια λειτουργία, πολύ απλά εξελικτικά θα είχε εξαλειφθεί αφού δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχει.

Ακόμη, ο εγκέφαλος, σαν όργανο, δε λειτουργεί σαν μία μάζα, αλλά χωρίζεται σε περιοχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για συγκεκριμένες λειτουργίες. Δεν υπάρχει περιοχή που να μη σχετίζεται με κάποια λειτουργία, συνεπώς δεν υπάρχουν άεργα τμήματα. Το 10% του εγκεφάλου αντιστοιχεί στην παρεγκεφαλίδα, περιοχή που σχετίζεται με την κίνηση και την ισορροπία.

Σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα, ο εγκέφαλος είναι ένα μικρό όργανο που αντιπροσωπεύει το 2% του συνολικού βάρους. Την ίδια στιγμή, ο εγκέφαλος απαιτεί μόνο εκείνο το 20% της ροής αίματος της καρδιάς και μια ίση ποσότητα διαθέσιμου οξυγόνου. Από εξελικτική άποψη, δεν είναι εύλογο το γεγονός ότι ένα τόσο απαιτητικό όργανο θα λειτουργούσε μόνο στο 10% της αποτελεσματικότητάς του.

Επιπλέον, όταν μετράμε τη δραστηριότητα του εγκεφάλου χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ποικιλία δοκιμών, δεν υπάρχει μια ενιαία περιοχή που να μην «ανάβει». Αυτές οι δοκιμές αποτελούν απόδειξη ότι χρησιμοποιούμε όλο τον εγκέφαλό μας.

Πώς προέκυψε ο μύθος;

Δεν είναι ξεκάθαρο πως προέκυψε ο μύθος ότι χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι ρίζες του μύθου άρχισαν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στις αρχές του 1800. Η συζήτηση ήταν μεταξύ εκείνων που πίστευαν ότι η λειτουργία του εγκεφάλου μπορούσε να εντοπιστεί μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου και εκείνων που πίστευαν ότι ο εγκέφαλος αξιοποιούσε όλες του τις δυνατότητες.

Πειράματα που διεξήχθησαν, έδειξαν ότι οι αρουραίοι δεν επηρεάζονταν σχεδόν καθόλου αφαιρώντας μέχρι και 58% του εγκεφαλικού φλοιού. Είναι πιθανό ότι η παρερμηνεία και οι άλλες μελέτες σαν αυτή να οδήγησαν στην πεποίθηση ότι χρησιμοποιείται μόνο ένα μικρό μέρος του εγκεφάλου.

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/entry/chresimopoioeme-ontos-mono-to-10-toe-eykefaloe-mas_gr_5d8129fde4b077dcbd6584ae?utm_hp_ref=gr-episteme

Please follow and like us:
error0

Τα Τρίκαλα (49.000π.Χ.-…)

Τα Τρίκαλα είναι πόλη της δυτικής Θεσσαλίας, πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων και του Δήμου Τρικκαίων. Η πόλη διασχίζεται από τον ποταμό Ληθαίο, ο οποίος αποτελεί  παραπόταμο  του Πηνειού. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία στην  Απογραφή του 2011 τα Τρίκαλα είχαν πληθυσμό 61.653 κατοίκους, ενώ ο Δήμος Τρικκαίων είχε 81.355 κατοίκους. Η πόλη των Τρικάλων εμφανίζει πυκνότητα πληθυσμού 15 κατοίκων/km2,. Βρίσκεται πολύ κοντά στα Μετέωρα και την Καλαμπάκα και στον ορεινό όγκο της νότιας  Πίνδου όπου βρίσκονται γνωστοί προορισμοί (Ελάτη,  Περτούλι,  Πύλη).

Τα Τρίκαλα
Τα Τρίκαλα

Η ιστορία των Τρικάλων

Τα Τρίκαλα προ Χριστού

Η ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους και οι πρώτες ενδείξεις ζωής στο σπήλαιο της Θεόπετρας φτάνουν ως το 49.000 π.Χ. περίπου. Έχουν επίσης ανακαλυφθεί νεολιθικοί οικισμοί από το 6.000 π.Χ. στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσο και άλλες τοποθεσίες. 

Τα Τρίκαλα είναι μια πόλη χτισμένη πάνω στην αρχαία πόλη Τρίκκα ή Τρίκκη, η οποία ιδρύθηκε γύρω στην 3η χιλιετία π.Χ. και ονομάστηκε έτσι από τη νύμφη Τρίκκη, κόρη του Πηνειού ή κατ΄ άλλους του Ασωπού ποταμού. Η πόλη ήταν σημαντικό κέντρο της αρχαιότητας, καθώς εδώ έζησε και έδρασε ο Ασκληπιός, που σήμερα αποτελεί έμβλημα του Δήμου Τρικκαίων, ο οποίος ήταν και βασιλιάς της πόλης. Στην περιοχή υπήρχε μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα και αρχαιότερα Ασκληπιεία της εποχής. Η πόλη φέρεται επίσης, με βάση τον «Κατάλογο Νηών» στην Ιλιάδα του Ομήρου να συμμετέχει στον Τρωικό πόλεμο στην πλευρά των Ελλήνων, με τριάντα πλοία και αρχηγούς τους γιατρούς γιους του Ασκληπιού Μαχάωνα και Ποδαλείριο. Η πόλη υπήρξε πρωτεύουσα βασιλείου κατά τη μυκηναϊκή εποχή και αργότερα αποτέλεσε κέντρο του κράτους της Εστιαιώτιδας που καταλάμβανε περίπου τη σημερινή έκταση του νομού Τρικάλων και περιγράφεται από το γεωγράφο Στράβωνα.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους, η πόλη της Τρίκκης και η γύρω περιοχή του ποταμού γνώρισε ανάπτυξη. Έπεσε στα χέρια των Περσών το 480 π.Χ., ενώ περίπου δέκα χρόνια αργότερα προσχώρησε στη νομισματική ένωση Θεσσαλέων. Το 352 π.Χ. ενώθηκε με τη Μακεδονία του Φιλίππου Β΄. Έγινε θέατρο σκληρών μαχών ανάμεσα σε Μακεδόνες και Ρωμαίους, κατά την εισβολή των τελευταίων στην Ελλάδα, καθώς ο Φίλιππος Ε΄ και ο γιος του Περσέας προσπαθούσαν να την κρατήσουν ελεύθερη, χωρίς τελική επιτυχία αφού το 168 π.Χ. κατακτήθηκε.

Τα Τρίκαλα μετά Χριστόν

Τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες η πόλη και η περιοχή γνώρισε όλους τους τότε εισβολείς στο Βαλκανικό χώρο: Γότθους (396), Ούννους (447), Σλάβους (577), Βούλγαρους (976-1025), Νορμανδούς (1081), Καταλανούς (1309-1311) και από το 1204 τους Φράγκους, ενώ για ένα σύντομο διάστημα ξαναγύρισε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Στις αρχές της χιλιετίας η πόλη παρουσιάζεται για πρώτη φορά με το σημερινό της όνομα, Τρίκαλα, στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής. Η πόλη κατακτάται τελικά από τους Οθωμανούς το 1393 και μετά από μια παρατεταμένη περίοδο παρακμής γίνεται σημαντικό κέντρο οικοτεχνίας, με ονομαστά μάλλινα υφαντά και προϊόντα δέρματος. Επίσης αποτέλεσε σημαντικό πνευματικό κέντρο, καθώς για ένα μεγάλο μέρος της Τουρκοκρατίας (1543-1854) λειτούργησε εδώ η Σχολή Τρίκκης (και αργότερα Ελληνική Σχολή) στην οποία δίδαξαν γνωστοί διδάσκαλοι της εποχής, όπως ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος.

Τα Τρίκαλα τους 19ο και 20ο αιώνα

Στις 23 Αυγούστου του 1881, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, η πόλη περνάει σε ελληνική κυριαρχία, όπως και η υπόλοιπη Θεσσαλία και η Ήπειρος. Θα ξαναβρεθεί υπό Τουρκική κυριαρχία με τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 για ένα περίπου χρόνο, μέχρι την τελική της ενσωμάτωση στην Ελλάδα (1898). Στη συνέχεια τα Τρίκαλα έπαιξαν βασικό ρόλο στις αγροτικές κινητοποιήσεις των αρχών του 20ού αιώνα εναντίον των τσιφλικάδων και υπήρξαν ο τόπος ίδρυσης του πρώτου Γεωργικού Συνεταιρισμού στην Ελλάδα, το 1906.

Μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές που υπέστη η πόλη ήταν η μεγάλη πλημμύρα του Ιουνίου του 1907, όταν την νύκτα στις 3 Ιουνίου μετά από πρωτοφανείς βροχοπτώσεις, «με το καρδάρι» κατά την τοπική έκφραση, ξεχείλισαν όλα τα γύρω ποτάμια, ο Ληθαίος, ο Αγιαμονιώτης, ο Κουμέρκης και ο Σαλαμπριάς με συνέπεια την επομένη το πρωί να έχει μετατραπεί ο κάμπος σε τεράστια λίμνη. Στην πλημμύρα εκείνη έχασαν την ζωή τους 80 κάτοικοι, περίπου 200 οικίες κατέρρευσαν, καθώς και το γυμνάσιο, και χιλιάδες ζώα πνίγηκαν. Οι δε λοιπές καταστροφές υπήρξαν τεράστιες με διακοπή της συγκοινωνίας αφού και η σιδηροδρομική γραμμή είχε παρασυρθεί.

Στη περίοδο της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της κατοχής τα Τρίκαλα αποτέλεσαν ιδιαίτερο πεδίο δράσης. Από τα Τρίκαλα καταγόταν ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης. Στα Τρίκαλα επίσης εκτέθηκε σε δημόσια θέα το κεφάλι του Άρη Βελουχιώτη μετά τον θάνατό του. Η πόλη απελευθερώθηκε από τη ναζιστική κατοχή στις 18 Οκτώβρη του 1944.

Πηγή: https://trikalacity.gr/istoria/

Please follow and like us:
error0

Το βασίλειο του Εδώμ

Το βασίλειο του Εδώμ στην Παλαιά Διαθήκη περιγράφεται ως ένα γειτονικό εχθρικό κράτος της Ιουδαίας, νοτιοανατολικά της Νεκράς Θάλασσας, όπου σήμερα βρίσκονται τμήματα της Ιορδανίας και του Ισραήλ.

Το βασίλειο του Εδώμ
Το βασίλειο του Εδώμ

Σύμφωνα με τις αναφορές στα βιβλικά κείμενα, υπήρξε συνένοχο στην καταστροφή της Ιουδαίας και της ιερής πόλης της Ιερουσαλήμ. Το Εδώμ έχει περιγραφεί ως τόπος «όπου ηγεμόνευαν οι βασιλείς πριν από οποιοδήποτε Ισραηλίτη βασιλιά» αλλά αργότερα λέγεται ότι νικήθηκε και λεηλατήθηκε από τον βασιλιά Δαυίδ του Ισραήλ.

Τέτοιες ιστορίες έχουν υποτιμηθεί από πολλούς ιστορικούς κατά τη διάρκεια των αιώνων, αλλά η τελευταία ανακάλυψη ανακαλύψεις από μια ομάδα επιστημόνων και αρχαιολόγων στην περιοχή θέτουν νέα δεδομένα σχετικά με την ύπαρξη του Εδώμ.

Ειδικότερα, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ εντόπισαν τα απομεινάρια από ένα εργοστάσιο χαλκού, το χρονολογείται πριν από περισσότερα από 6.000 χρόνια.

Χρησιμοποιώντας μια διαδικασία που ονομάζεται ραδιοχρονολόγηση άνθρακα, η οποία βοηθά να προσδιοριστεί πόσο παλιό είναι ένα οργανικό αντικείμενο, οι ερευνητές μπόρεσαν να βάλουν μια ημερομηνία στα απορρίμματα από τη χύτευση.

Η ανάλυση των ορυκτών και των μετάλλων χρησιμοποιήθηκε έπειτα για να εξακριβωθεί πώς οι τεχνικές τήξης άλλαξαν κατά τη διάρκεια των αιώνων. Οπως προκύπτει, η αποδοτικότητα βελτιώθηκε δραματικά κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα π.Χ. και οι τεχνικές έγιναν κοινές σε διάφορα σημεία στην περιοχή – υποδεικνύοντας ότι και άλλοι εργάτες τις «υιοθέτησαν».

Αναλύοντας τα ευρήματα στο περιοδικό PLOS ONE, o επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Ερεζ Μπεν Γιόσεφ ανέφερε ότι το «τεχνολογικό άλμα» εκείνης της εποχής διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη μετάβαση από την εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου.

«Η μελέτη μας ρίχνει νέο φως στην εμφάνιση του αρχαιολογικά πελώριου βιβλικού βασιλείου του Εδώμ, υποδεικνύοντας ότι η διαδικασία ξεκίνησε πολύ νωρίτερα από ό,τι είχε προηγουμένως θεωρηθεί», δήλωσε.

«Η συμβολή της μελέτης ξεφεύγει από τα στενά όρια της περίπτωσης του Εδώμ, καθώς παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την αρχαία τεχνολογική εξέλιξη και τις περίπλοκες διασυνδέσεις μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνίας» τόνισε.

Ποιο ήταν το βασίλειο του Εδώμ

Το Εδώμ ή Ιδουμαία ήταν ιστορική περιοχή κατοικημένη από Σημίτες, ευρισκόμενη νότια της Ιουδαίας και της Νεκράς Θάλασσας. Αναφέρεται στη Βίβλο ως Βασίλειο του Εδώμ, την 1η χιλιετία π.Χ. (Εποχή του Σιδήρου), ενώ στην Κλασική Αρχαιότητα, το όνομα «Ιδουμαία» χρησιμοποιείτο για μια μικρότερη έκταση γης στην ίδια περιοχή.

Οι κάτοικοί της, οι Εδωμίτες ή Ιδουμαίοι, ήταν αρχαίος σημιτικός λαός, νότιοι γείτονες των Μωαβιτών. Η χώρα τους, το Βασίλειο του Εδώμ, εκτεινόταν κυρίως ανατολικά της Αραβά. Σύμφωνα με τις Εβραϊκές Γραφές, ήταν απόγονοι του Ησαύ, ο οποίος ήταν αδελφός του Ιακώβ (Ισραήλ) και γιος του Ισαάκ. Το όνομα Εδώμ από το οποίο προέρχεται το όνομα «Ιδουμαία», σημαίνει κόκκινος στα Εβραϊκά, και ήταν το παρατσούκλι του Ησαύ, λόγω του κοκκινωπού του χρώματος.

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr

Please follow and like us:
error0

Ο συμβολαιογράφος

Α΄

Όσοι των Ελλήνων κατά την αρχήν της Ελληνικής Επαναστάσεως απήλαυσαν της ενθουσιώδους φιλοξενίας των Κεφαλλήνων, ενθυμούνται ίσως εις Αργοστόλιον, την πρωτεύουσαν της νήσου, τον συμβολαιογράφον Τάπαν, γέροντα ρικνόν, κυφόν, αναφαλατίαν, σεσηρός γελώντα, και καλύπτοντα υπό πράσινα διόπτρα οφθαλμούς υελώδεις κα βλέμμα λοξόν. Η δε γλώσσα αυτού ην οποία δυστυχώς ή των πλειόνων Ιονίων τότε, νόθον εξάμβλωμα ελληνικής και ιταλικής. Και τούτο λέγομεν ουχί ειρωνευομένοι, αλλά συλληπούμενοι τους αδελφούς ημών νησιώτας, ότι επί της ενετικής δυναστείας εκινδύνευσαν να περικοπώσι το ευγενέστατον τούτο των εθνικών γνωρισμάτων, και απομάθωσι την φωνήν του ομήρου, οι παίδες του Οδυσσέως, συγχρόνως δε και αφορμήν ζητούντες, ιν΄αποδώσωμεν αυτοίς τον ανήκοντα φόρον επαίνου, διότι ήδη γενναίως και επιτυχώς εισήλθον εις της βελτιώσεως της εθνικής γλώσσης το στάδιον και ικανοτάτους έχουσιν εν αυτώ τους πρωταγωνιστάς.

Ούτος λοιπόν ο κύριος Τάπας, μιαν ημέραν εκάθητο περί την δείλην εις το γραφείον του, επί χωλού σκίμποδος, και κατεγίνετο γράφων, χωρίς πολύ να προσέχη εις τους πολυαρίθμους πελάτας, τους περιμένοντας την σειράν των, ότε νεανίας διά διστάζοντος βήματος εισήλθε διά τη θύρας και προυχώρησε προς τον υπηρέτην της Θέμιδος. Ο Τάπας ύψωσεν ελαφρώς τα διόπτρα του, και υπ΄αυτά εξηκόντισε κλοπιμαίον βλέμμα. Αναγνωρίσας δε τον εισελθόντα, εστερέωσε τα διόπτρα εις τον μέτωπον, το κονδύλιον εις το αυτίον, και τον προσεφώνησε κατά την αυτώ συνήθη διάλεκτο, ης παραιτούμεθα να επαναλάβωμεν πάντας τους ιταλισμούς.

…………………………………………………………………………………………………

ΙΒ΄

Κατά τα πρώτα έτη της ελληνικής επαναστάσεως ενθυμείται έκαστος γέροντας Επτανήσιον ρακενδύτην, όστις περιεφέρετο εις τας πόλεις και τα στρατόπεδα, φέρων πήραν εις τους ώμους, και εις τα ρυπαρά του ενδύματα έχων προσερραμμένα εμπρός και οπίσω πτερά πτηνών, ουράς κυνών και άλλα αλλόκοτα προσαρτήματα, τοις παιδίοις ιν΄ή γέλως. Αυτός ήτο πανταχού το παιγνίον των στρατιωτών οίτινες εκάγχαζον εις τα άσεμνα σχήματα του και εις τους ανοήτους του λόγους, και εις ανταμοιβήν τω έρριπτον τα κόκκαλα από των τραπεζών των. Ενίοτε η παραφροσύνη του εκορυφούτο εις μανίαν, ότε μάλιστα συνέπιπτε να ιδή αίμα. Τότε άφρονες λέξεις εξήρχοντο του στόματος του.

«Γειά σου μωρέ κόντε», ηκούετο λέγων, «Σφίξε, σφίξε καλά, να σκάση ο παλαιόγερος. Κοίταξε τον! Γουρλώνει τα μάτια ο πόβερος, Ρούφηξε του αμμά τα μάτια να μη πεταχθούν απάνω σου. Αί κανάλια! Το έσφαξε το άσπρο μου περιστέρι! Α μπεστιά! Φαρμάκι το πότισες το γλυκό μου αρνί! Πιε, Γεράσιμε, και την γλώσσα μου! Να πλύνω τα χέρια μου εις το αίμα σου! Να ρουφήξω τα μυαλά να δροσισθώ».

Το πρόσωπον του, όταν επρόφερε τας καταχθονίους αυτάς φαντασίας, ελάμβανε έκφρασιν θηριώδη. Οι αγροίκοι στρατιώται όμως εκάγχαζον ακούοντες τον, και τον παρώξυνον να τας επαναλάβη, αν και ήξευρον ότι, άμα εξήρχετο της φοβεράς ταύτης κρίσεως, απεσύρετο εξηγριωμένος και επί δύο ημέρας δεν εφαίνετο πλέον.

Ο ελεεινός ούτος επαίτης ήτον ο συμβολαιογράφος Τάπας. Μη έχων την ανδρείαν να υπομείνη εις την πατρίδα του την αμοιβήν των πράξεων του, τον θάνατον διά της αγχόνης, κατέφυγε την φρικτήν εκείνην νύχτα της δολοφονίας του Γερασίμου εις την Ελλάδα, ελαφρώς μόνον το όνομα του μεταβαλών, ενταύθα δε, υπό της εριννύος της συνειδήσεως του οιστρηλατούμενος, και εις τας αιματηράς φαντασίας του και εις την θλίψην του διά την στέρησιν της θυγατρός του αποπνίξας το λογικόν του, περιήλθεν εις την οικτράν εκείνην κατάστασιν, ήτις ήτον της θείας εκδικήσεως τρομερόν παράδειγμα και επανάληψις της τιμωρίας του Κάιν.

Όταν δε, μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου, ο Καραΐσκος εξεστράτευσεν εις την Στερεάν όπως εκδικήση την μάρτυρα ταύτην πόλιν, ο γέρων Κεφαλλήν ευρίσκετο μεταξύ των υποζθγίων του στρατοπέδου, και συνέπεσε να παρακολουθήση απόσπασμα ριφθέν υπό της τύχης του πολέμου προς την ακαρνανικήν παραλίαν.

Περί την δείλην ήτον, όταν, μετά μίαν των συνήθων εκρήξεων της μανίας του, αποσυρθείς παραφόρως του στρατοπέδου περιεφέρετο εις τα όρη τυχαίως. Αναρριχθείς δε ταχύς ως αίλουρος πετρώδη ράχιν ήτις υψούτο εμπρός του, ευρέθη εις το χείλος καθέτου κρημνού, ου η βάσις εις βάθος διακοσίων ποδών έτρυζεν υπό την αέναον προσβολήν των κυμάτων. Το βλέμμα του Τάπα εξετάθη εις το Ιόνιον πέλαγος, κα επί του λαμπρώς φωτιζομένου ορίζοντος της δύσεως είδεν αντίκρυ του ισχυρώς αναφαινομένην την Κεφαλληνίαν, και η καρδιά του εσκίρτησεν ως μέλλουσα να διαρραγή όταν προσέβαλε τας όψεις του το γνωστόν σχήμα των κορυφών του Μεγάλου Βουνού.

«Μαρίνα μου, Μαρίνα», έκραξεν, «έτρεχα τον κόσμον να σε ζητώ. Έτρεξα τας νύχτας και τας ημέρας, έτρεξα τας κοιλάδας και τα βουνά. Εδώ λοιπόν ήσουν, κόρη μου, και μ΄επρόσμενες!Μη φεύγης, έρχομαι, έρχομαι».

Και εν βήμα προυχώρησε προς το όραμα της καρδίας του, αλλά το βήμα τούτο ήτον επί του βαράθρου, και το αφρίζον κύμα έσβησε και τας τύψεις του συνειδότος του, και τους πόνους του, και την μνήμην του.

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Please follow and like us:
error0

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892)

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (27 Δεκεμβρίου 1809 – 16 Ιανουαρίου 1892) ήταν Φαναριώτης λόγιος, ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολιτικός και διπλωμάτης.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής 

Ο Βίος του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Δεκεμβρίου του 1809, γιος του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, αλλά τα παιδικά του χρόνια, 1813 -1821, τα πέρασε στο Βουκουρέστι, στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας  Αλέξανδρου Σούτσου, που ήταν συγγενής του, στην Στεφανούπολη (το σημερινό Μπρασόβ της Ρουμανίας) και την  Οδησσό της Ρωσίας (1821-1825), όπου φοίτησε στο Λύκειο και τελικά στο Μόναχο από το 1825, όπου φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της  Βαυαρίας έχοντας υποτροφία από τον Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο τον Α΄, μέχρι το 1829.

Στην Ελλάδα (Ναύπλιο) εγκαταστάθηκε από το 1829, ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, αλλά γρήγορα παραιτήθηκε, καθώς θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί, αφού, όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, το κράτος, στην προσπάθεια να προσελκύσει ξένους αξιωματικούς στον Ελληνικό Στρατό, έδινε σ’ αυτούς δύο βαθμούς ανώτερους από αυτούς που είχαν στην πατρίδα τους. Μετά την παραίτησή του από τον στρατό σταδιοδρόμησε σε διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις. Κατά τα έτη  1831-1841 υπηρέτησε ως Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, (επεξεργάστηκε σχέδιο για την οργάνωση της Μέσης Εκπαίδευσης και του Πανεπιστημίου). Ήταν ο πρώτος γενικός γραμματέας της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά την ίδρυσή της το 1837.

Μεταξύ 1841-1844 εργάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου επεξεργάστηκε σχέδιο για την καταπολέμηση της ληστείας, ενός από τα σοβαρότερα προβλήματα που απασχολούσαν το νεοσύστατο κράτος.

Το 1844, όταν εφαρμόστηκε ο νόμος που απαγόρευε την υπηρέτηση ετεροχθόνων στο δημόσιο, απολύθηκε και διορίστηκε καθηγητής  Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στην πνευματική ζωή της χώρας άρχισε να συμμετέχει ενεργά αμέσως μετά την άφιξή του στην Ελλάδα. Το ποίημά του Δήμος και Ελένη, που μαζί με τον Οδοιπόρο του Π. Σούτσου είναι το πρώτο έργο του αθηναϊκού ρομαντισμού, δημοσιεύτηκε το 1831 και ακολούθησε μεγάλος αριθμός  λογοτεχνικών αλλά και επιστημονικών έργων. Το 1847 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Ευτέρπη μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Γρηγόριο Καμπούρογλου. Από το 1849 αποχώρησε από την Ευτέρπη και συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Πανδώρα, μαζί με τους Νικόλαο Δραγούμη και Κων/νο Παπαρρηγόπουλο. Σε αυτά τα περιοδικά δημοσίευσε και αρκετά από τα διηγήματά του, καθώς και το μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως και τη νουβέλα Ο Συμβολαιογράφος. Από το 1851 συμμετείχε στην κριτική επιτροπή των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε μάλιστα επισημάνει τους κινδύνους από τις ακρότητες του ρομαντισμού, παρ’ όλο που το 1837 ο πρόλογός του στο δραματικό έργο του Φροσύνη  αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το μανιφέστο του ρομαντισμού στην Ελλάδα.

Το 1856-1859 διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών («Επί των Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου γραμματεύς της Επικράτειας») στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη 1855 και στην Κυβέρνηση Αθανασίου Μιαούλη 1857.

Το 1859 οι απόψεις του για την ενίσχυση των ελληνικών προϊόντων, αποτέλεσαν την αιτία δημιουργίας ενός κινήματος της νεολαίας με ηγέτη τον γιο του Κλέωνα και αποκορύφωμα τα Σκιαδικά. Το ίδιο έτος ήταν μέλος στην τριμελή επιτροπή των ελλανοδικών στο Καλλιτεχνικό Τμήμα των Α’ Ολυμπίων.

Το 1867 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, για να αφοσιωθεί στο διπλωματικό του έργο. Υπηρέτησε ως πρεσβευτής της  Ελλάδας στις ΗΠΑ από το 1867 (ο πρώτος Έλληνας πρεσβευτής εκεί), στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι το 1868 και στο Βερολίνο από το 1874 μέχρι το 1887, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Ήταν ένας από τους Έλληνες πληρεξούσιους στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.

Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου του 1892.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής ο λόγιος

Ο Α. Ρ. Ραγκαβής ήταν ευρυμαθής λόγιος με πολλά ενδιαφέροντα. Το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν περιβάλλον λογίων: αδερφός της μητέρας του ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και ξαδέρφια του οι λογοτέχνες Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος. Στην αυλή του ηγεμόνα Αλέξανδρου Σούτσου στο Βουκουρέστι, όπου έζησε από το 1813 ως το 1821 ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Στο Μόναχο είχε παρακολουθήσει μαθήματα του Σέλλινγκ και μιλούσε άπταιστα 2-3 ξένες γλώσσες.

Ποιητικό έργο

Πρωτοεμφανίστηκε με το εκτενές αφηγηματικό ποίημα Δήμος και Ελένη το 1831, που είναι γραμμένο σύμφωνα με την τεχνική του  δημοτικού τραγουδιού και η γλώσσα του προσεγγίζει αρκετά την καθομιλουμένη. Την ίδια περίοδο επίσης έγραψε πολλά ποιήματα πατριωτικά, εμπνευσμένα από την ελληνική επανάσταση, τα οποία μιμούνται τους τρόπους του δημοτικού τραγουδιού. Το πιο γνωστό απ’ αυτά είναι Ο Κλέφτης. Σε αυτά τα ποιήματα, τα οποία βέβαια απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό, η γλώσσα του προσεγγίζει τη δημοτική. Ένα από τα πιο αξιόλογα ποιήματά του είναι η Ωδή για τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, ποίημα που επαινούσε και ο Διονύσιος Σολωμός. Τα πρώτα έργα του είναι επηρεασμένα από τον ρομαντισμό και στον πρόλογο του δραματικού έργου του Φροσύνη (1837) παρουσίαζε την  ρομαντική λογοτεχνική θεωρία και αυτοχαρακτηριζόταν ρομαντικός. Σταδιακά όμως απέρριψε τον ακραίο ρομαντισμό: οι απόψεις του και η γραφή του άρχισαν να μεταβάλλονται προς τον κλασικισμό και η γλώσσα του να γίνεται ακόμα περισσότερο αρχαΐζουσα. Παραδείγματα τέτοιων έργων είναι οι εκτενείς ποιητικές συνθέσεις Διονύσου πλους  (1864) και Γοργός ιέραξ (1871), με θέματα από την αρχαιότητα.

Το ποιητικό του έργο κινείται στο κλίμα της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, υπερτερεί όμως σε σχέση με άλλα έργα των συγχρόνων του ποιητών αφού δεν έχει τα μειονεκτήματα του ατημέλητου ύφους και μέτρου και της έλλειψης ακριβολογίας. Η γλώσσα του είναι βέβαια αυστηρή καθαρεύουσα, αλλά πολύ κομψή και επιμελημένη.

Πεζογραφικό έργο

Στο πεζογραφικό του έργο δεσπόζει το ιστορικό μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως. Είναι το πρώτο νεοελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα και ακολουθεί το πρότυπο του Sir Γουόλτερ Σκοτ. Έγραψε πολλά διηγήματα, σε μια εποχή που το αυτό το είδος δεν είχε γνωρίσει ακόμα την ανάπτυξη που γνώρισε αργότερα. Γι’ αυτό κάποιοι μελετητές τον χαρακτηρίζουν «πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος». Τα διηγήματά του βέβαια σπανίως διαδραματίζονται στην Ελλάδα και δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, με εξαίρεση το εκτενέστερο απ’ αυτά, Ο συμβολαιογράφος, ενώ κάποια είναι διασκευές ή παραφράσεις ξένων· αυτός και ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίον οι μεταγενέστεροι λογοτέχνες και κριτικοί τον «κατηγόρησαν» ότι δεν αξιοποίησε το συγγραφικό ταλέντο του για να δώσει «γνήσια ελληνικά» διηγήματα.

Θεατρικό έργο

Έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, τραγικά και κωμικά, τα οποία όμως δεν γνώρισαν μεγάλη σκηνική επιτυχία κυρίως επειδή ήταν απρόσφορα για σκηνική παρουσίαση. Τα δραματικά του έργα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα (Οι τριάκοντα), το βυζάντιο (Δούκας) ώς την ελληνική επανάσταση (Η παραμονή). Στα κωμικά του έργα, το πιο γνωστό από τα οποία είναι Του Κουτρούλη ο γάμος, επιχείρησε την μορφολογική αναγέννηση της κλασικής αριστοφανικής κωμωδίας, με χρήση αρχαϊκών μέτρων, χορικών και παράβασης.

Παράλληλα ο Ραγκαβής έπαιξε μεγάλο ρόλο και στην οργάνωση της θεατρικής ζωής της χώρας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας θεατρικών φορέων και επιχειρήσεων (Φιλοδραματική Εταιρεία, Εταιρεία του εν Αθήναις Θεάτρου). Συχνά δίδασκε ηθοποιούς και επέβλεπε την προετοιμασία παραστάσεων και διοργάνωνε και ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων με φοιτητές του Πανεπιστημίου.

Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας

Σημαντικό έργο του, ως προς την ιστορική του αξία, είναι η Ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας, πρώτη ως τότε συστηματική απόπειρα καταγραφής της ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία υπερασπίζεται τη λόγια γλώσσα και τη φαναριώτικη ποίηση. Θεωρεί ότι μόνο αυτή είναι άξια συνέχεια της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Απορρίπτει τη δημοτική γλώσσα ως ακατάλληλη για να εκφράσει υψηλά ποιητικά νοήματα και το δημοτικό τραγούδι ως προϊόν της αμάθειας του λαού, που επιβίωσε μόνο επειδή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρχε άλλη, αξιολογότερη παραγωγή. Απορρίπτει επίσης και την κρητική λογοτεχνία, ως μίμηση ξένων προτύπων και μη γνήσια γλώσσα, γεμάτη ιταλισμούς. Για την επτανησιακή σχολή γράφει ότι υπάρχουν βέβαια ποιητές με ταλέντο, αλλά δεν αποδέχεται τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Όπως είναι φυσικό, καταλήγει σε έπαινο της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και ιδιαιτέρως των δύο εξαδέρφων του,  Αλέξανδρου και Παναγιώτη Σούτσου στους οποίους αφιερώνει περισσότερες σελίδες απ’ ό,τι στον Κάλβο και τον Σολωμό! Απάντηση στην Ιστορία του Ραγκαβή έδωσε ο Ιούλιος Τυπάλδος με επιστολή προς τον Σπυρίδωνα δε Βιάζη, στην οποία ανασκευάζει όλες τις απόψεις του.

Η Εργογραφία του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ποίηση

  • Δήμος και Ελένη, 1831
  • Διάφορα ποιήματα, τ.Α 1837, τ.Β 1840
  • Διονύσου πλους, 1864
  • Γοργός ιέραξ, 1871

(Στα Άπαντά του, τ.Α 1874 Λυρική ποίηση, Β 1874 Δραματική και διηγηματική ποίηση, Γ-Δ 1871 Δραματική ποίηση)

Θεατρικά έργα

Έγραψε επίσης τα ακόλουθα δραματικά έργα:

  • Του Κουτρούλη ο Γάμος (κωμωδία), 
  • Δούκας (τραγωδία),
  • Οι Τριάκοντα Τύραννοι,
  • Η Εύα (της ελληνικής επανάστασης),

τα ρομάντζα:

  • Ο Πρίγκιπας του Μοριά,
  • Λέιλα 
  • Ο συμβολαιογράφος

Πεζογραφία

  • Διάφορα Διηγήματα τ. Α 1855, τ.Β 1857, τ.Γ 1859
  • Ο Αυθέντης του Μορέως, ιστορικό μυθιστόρημα, 1850

(Στα Άπαντά του, τ.Η, Ι, ΙΑ Διηγήματα)

Άλλα έργα

  • Μεταφράσεις αρχαίων δραμάτων, Δάντη, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Σίλλερ (Άπαντα τ. Ε-Ζ 1875,Θ 1875,ΙΒ 1885,Ιθ 1889)
  • Αρχαιολογικές μελέτες (΄Απαντα τ. ΙΓ-ΙΔ 1885, ΙΕ-ΙΖ 1889)
  • Απομνημονεύματα τ.Α 1894, τ.Β 1895, τ.Γ-Δ 1930
  • Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1877 στα Γαλλικά και 1882 στα Γερμανικά
  • Περίληψις Ιστορίας της Νεοελληνικής Φιλολογίας 1887

https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Ρίζος_Ραγκαβής

Please follow and like us:
error0

Ο Γεώργιος Ράλλης (1918-2006)

Ο Γεώργιος Ράλλης (Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1918 – 15 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας πολιτικός και πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά την περίοδο 1980–1981.

Ο Γεώργιος Ράλλης
Ο Γεώργιος Ράλλης

Ο Βίος του Γεωργίου Ράλλη

Τα νεανικά χρόνια

Ο Γεώργιος Ράλλης καταγόταν από οικογένειες με πλούσια παράδοση στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, τόσο από την πλευρά του πατέρα του όσο και από την πλευρά της μητέρας του. Προπάππους του ήταν ο  Γεώργιος Α. Ράλλης, νομικός και πολιτικός και παππούς του ήταν ο  Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας στα προπολεμικά χρόνια. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Ράλλης, παλαίμαχος Μακεδονομάχος αλλά και διορισμένος πρωθυπουργός των ναζιστικών κατοχικών δυνάμεων κατά την περίοδο 1943–1944, ο οποίος, μετά την απελευθέρωση, καταδικάστηκε στη δίκη των δοσιλόγων σε ισόβια κάθειρξη για συνεργασία με τους κατακτητές και πέθανε στην φυλακή το 1946. Η μητέρα του, Ζαΐρα, ήταν κόρη του  Κερκυραίου πολιτικού και πρωθυπουργού της Ελλάδας Γεωργίου Θεοτόκη και αδελφή του επίσης πρωθυπουργού της χώρας Ιωάννη Θεοτόκη.

Ο Γεώργιος Ράλλης σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο το 1939, κατατάχθηκε στον  Στρατό. Η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου τον βρήκε να υπηρετεί ως ανθυπίλαρχος στο Ιππικό. Πολέμησε στα βουνά της Βορείου Ηπείρου  στην Α΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως και διακρίθηκε για την ανδρεία του. Με την κατάρρευση του μετώπου και την εισβολή των Γερμανών, επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με την δικηγορία.

Τον Οκτώβριο του 1944 επιστρατεύθηκε και πάλι για να υπηρετήσει στο νεοσύστατο όπλο των Τεθωρακισμένων. Συμμετείχε σε επιχειρήσεις του Στρατού στην Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο κατά τα δύο πρώτα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, και αποστρατεύθηκε οριστικά το 1948.

Ήταν δεινός ερασιτέχνης αθλητής του γκολφ, συμπαίκτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Γκολφ Γλυφάδας.

Ο Γεώργιος Ράλλης πολιτεύεται

Ο Γεώργιος Ράλλης εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Αθηνών με το Λαϊκό Κόμμα το  1950. Επανεκλέχθηκε βουλευτής στην ίδια περιφέρεια με τα κόμματα  Ελληνικός Συναγερμός (1951–1952) και Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσης  (ΕΡΕ) (1956).

Διετέλεσε υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως επί κυβέρνησης Αλέξανδρου Παπάγου (1954–1956) και υπουργός Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή (1956–1958), απ’ όπου παραιτήθηκε (1958) λόγω διαφωνίας του για τον εκλογικό νόμο, μη λαμβάνοντας μέρος στις εκλογές του ίδιου έτους. Στα επιτεύγματα των πρώτων χρόνων της πολιτικής του σταδιοδρομίας συμπεριλαμβάνονται η αναβάθμιση του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η σύμβαση με τον Αριστοτέλη Ωνάση για την ίδρυση της Ολυμπιακής Αεροπορίας και η πρώτη τεχνική μελέτη για την κατασκευή του υπογείου σιδηροδρομικού δικτύου της Αθήνας.

Στις εκλογές του 1961 εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής της ΕΡΕ και ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών (1961–1963). Στην τελευταία  κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου ανέλαβε το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και προσωρινός υπουργός Κοινωνικής Προνοίας, θέση στην οποία τον βρήκε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Ο Γεώργιος Ράλλης κατά τη Δικτατορία

Ο Γεώργιος Ράλλης ήταν ένας από τους ελάχιστους Έλληνες πολιτικούς που κατάφερε να αποφύγει την σύλληψη το πρωί του πραξικοπήματος. Μάλιστα, από τον Σταθμό Δράσεως της Χωροφυλακής προσπάθησε να κινητοποιήσει το Γ΄ Σώμα Στρατού εναντίον των πραξικοπηματιών, αλλά οι διαταγές του δεν μεταβιβάστηκαν. Αργότερα, οι χουντικοί τον έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, τον φυλάκισαν και τον εκτόπισαν στην Κάσο  για την ανοιχτή αντιστασιακή του δράση.

Όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος άρχισε να χαλαρώνει κάπως τα μέτρα κατά των πολιτικών, οι χουντικές αρχές του επέτρεψαν να επιστρέψει στην Αθήνα. Με την απελευθέρωσή του, συνέχισε και πάλι την αντίσταση κατά της δικτατορίας. Τον Ιούλιο του 1973 έλαβε ενεργό μέρος στον αγώνα εναντίον του προκατασκευασμένου δημοψηφίσματος του Παπαδόπουλου. Την ίδια περίοδο, διετέλεσε διευθυντής του αντιχουντικού περιοδικού Πολιτικά Θέματα.

Η περίοδος της δικτατορίας σημάδεψε την πολιτική σκέψη του Γεωργίου Ράλλη. Ο ίδιος παραδέχθηκε αργότερα πως όταν βρέθηκε στην φυλακή παρέα με αριστερούς πολιτικούς κρατουμένους, τότε διαπίστωσε ότι πολλοί από τους πρώην αντιπάλους του ήταν άνθρωποι καλλιεργημένοι, πραγματικοί πατριώτες και με βαθιά γνώση των καταστάσεων. Έκτοτε, η αντίληψη του για την ελληνική Αριστερά άλλαξε ριζικά.

Ο Γεώργιος Ράλλης και η Μεταπολίτευση

Στο πολιτειακό δημοψήφισμα μετά την πτώση της δικτατορίας, υποστήριξε την βασιλευομένη δημοκρατία.

Στην πρώτη κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Καραμανλή το 1974, ο Γεώργιος Ράλλης ανέλαβε το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως, θέση που διατήρησε και στην πρώτη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας  μέχρι τον Ιούλιο του 1976. Κατόπιν ανέλαβε το Υπουργείο Παιδείας, για να εισηγηθεί την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με την υποχρεωτική εννιάχρονη εκπαίδευση (από εξαετή) και την καθιέρωση της δημοτικής  σε όλες της βαθμίδες της εκπαίδευσης και της Διοίκησης.

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1977, ανέλαβε το Υπουργείο Συντονισμού, και στις 10 Μαΐου του 1978 ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών. Ως υπουργός Εξωτερικών, ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Υπήρξε δε ο πρώτος Έλληνας υπουργός Εξωτερικών που επισκέφθηκε τη Μόσχα μετά την Μεταπολίτευση (τον Οκτώβριο του 1978).

Ο Γεώργιος Ράλλης Πρωθυπουργός

Με την άνοδο του Κ. Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ο Γεώργιος Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός της Ελλάδας, από τις 9 Μαΐου 1980. Την προηγούμενη ημέρα, η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας τον είχε εκλέξει ηγέτη του κόμματος, με δεύτερο τον Ευάγγελο Αβέρωφ.

Η πρωθυπουργία του χαρακτηρίσθηκε από την δική του προσωπική μετριοπάθεια, αλλά και την εισαγωγή ενός ευρωπαϊκού πλουραλιστικού δημοκρατικού ύφους. Ευτύχησε να είναι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας που επικύρωσε την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Όμως, η κόπωση του κοινής γνώμης από τις συνεχείς κυβερνήσεις της Δεξιάς, ορισμένες ατυχείς συγκυρίες (η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση του 1979 – 1981 λόγω της Ιρανικής Επανάστασης, οι δασικές πυρκαγιές στην Αττική, ο εμπρησμός των πολυκαταστημάτων «Μινιόν» και «Κατράτζος» το Δεκέμβριο του 1980, ο σεισμός στις Αλκυονίδες τον Φεβρουάριο του 1981 και το πολύνεκρο δυστύχημα  στο Στάδιο Καραϊσκάκη τον ίδιο μήνα), αλλά και η ισχυρή προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, δημιούργησαν το μεγάλο ρεύμα που έφερε τελικά στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ.

Παρά τις επικρίσεις που δέχονταν και μέσα από το κόμμα του, ο Γεώργιος Ράλλης έδειξε ανώτερο ήθος και μετριοπάθεια ακόμα και κατά την έντονη προεκλογική περίοδο του 1981. Σε προεκλογική ομιλία του στο Ηράκλειο, είπε το περίφημο σύνθημα «δεν θέλω ου», ζητώντας με αυτό τον τρόπο από τους οπαδούς του κόμματός του να μην αποδοκιμάζουν τον αντίπαλό του Ανδρέα Παπανδρέου.

Στις 19 Οκτωβρίου, μία ημέρα μετά την εκλογική ήττα του από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο Γεώργιος Ράλλης παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, μιλώντας για το «πικρό ποτήρι» της ήττας, αλλά και συγχαίροντας τον αντίπαλό του, πράξη τότε πρωτόγνωρη για τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Δύο μήνες αργότερα, παραιτήθηκε και από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, για να παραμείνει απλός βουλευτής.

Τα τελευταία χρόνια του Γεωργίου Ράλλη

Τον Μάιο του 1987, ο Γεώργιος Ράλλης διαφώνησε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και ανεξαρτητοποιήθηκε από την Νέα Δημοκρατία. Στις εκλογές του 1989 δεν πολιτεύθηκε. Επανήλθε και πάλι στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής τον Νοέμβριο του 1989, μετά από πρόσκληση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής τον Απρίλιο του 1990, αλλά αυτή την φορά στην Κέρκυρα. Στις 29 Μαρτίου του 1993, παραιτήθηκε από βουλευτής και αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική θεωρώντας λανθασμένες τις πολιτικές κινήσεις του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αλλά και της Αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ, που δεν δέχθηκαν συμβιβασμό με μία σύνθετη ονομασία για επίλυση του μακεδονικού για λόγους κομματικής σκοπιμότητας.

Ύπήρξε βαθύτατα ευρωπαϊστής και δημοκράτης. Αυτό τού το αναγνώρισαν ακόμα και πολιτικοί του αντίπαλοι όπως ο παλαίμαχος ηγέτης της Αριστεράς Λεωνίδας Κύρκος.

Μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του, διατήρησε πολιτικό γραφείο επί της οδού Ακαδημίας στην Αθήνα και διέμενε σε διαμέρισμα επί της Κανάρη 4 στο Κολωνάκι. Για την στρατιωτική και πολιτική του δράση, είχε τιμηθεί με πολλές διακρίσεις τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Γιουγκοσλαβία, Ταϊλάνδη και Αιθιοπία).

Πέθανε από ξαφνική καρδιακή προσβολή, και η κηδεία του έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006 με δημόσια δαπάνη και τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.

Ήταν σύζυγος της Λένας Ράλλη (απεβ. στις 18 Απρ. 2015), το γένος Βούλτσου, με την οποία είχε αποκτήσει δύο κόρες, την Ζαΐρα (συζ. Παπαληγούρα) και την Ιωάννα (συζ. Φαρμακίδου).

Συγγράμματα

  • Απολογία του Πρωθυπουργού (1946)
  • Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου (1947)
  • Δυνατότης αυξήσεως γεωργικού εισοδήματος (1952), υπόμνημα που ενεχείρησε στον Αλέξανδρο Παπάγο και αποτέλεσε την απαρχή της υπουργοποίησής του,
  • Δύο δρόμοι (1958)
  • Κομμουνισμός και δημοκρατία (1959)
  • Η αλήθεια για τους Έλληνες πολιτικούς(1971)
  • Η τεχνική της βίας (1972)
  • Άρθρα, λόγοι, συνεντεύξεις (1977, σε δύο τόμους)
  • Ώρες ευθύνης (1983)
  • Χωρίς προκατάληψη για το παρόν και το μέλλον (1983)
  • Γεώργιος Θεοτόκης (1986)
  • Griechenland und Balkanpolitik (Μόναχο 1988)
  • Πολιτικές εκμυστηρεύσεις (1990)
  • Κοιτάζοντας πίσω (1993)
  • Εις ώτα μη ακουόντων (1995)
  • Τάδε έφη (1997)
  • Το ημερολόγιό μου, τον καιρό της δικτατορίας (1997)
  • Με ήσυχη συνείδηση (2002)

https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Ράλλης

Please follow and like us:
error0

Χριστούγεννα

Τα πρώτα χριστιανικά χρόνια τα Χριστούγεννα δεν αποτελούσαν ιδιαίτερη γιορτή και οι χριστιανοί τα γιόρταζαν μαζί με τη βάφτιση στις 6 Ιανουαρίου.

Χριστούγεννα
Χριστο΄ύγεννα

Μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση πρώτος ο Μέγας Βασίλειος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το έτος 376 μ.Χ εκφώνησε την πρώτη ομιλία για τη γιορτή των Χριστουγέννων.

Νωρίτερα πάντως το 354 μ.Χ μετά από πολλές αντιρρήσεις ορίστηκε στη Ρώμη επί Πάπα Ιουλίου Α’ σαν ημέρα γέννησης του Χριστού η 25η Δεκεμβρίου για τον εξής λόγο: Η ημέρα ήταν καθιερωμένη από τους Ρωμαίους σαν ημέρα γέννησης του Περσικού θεού Μίθρα.

Οι Ρωμαίοι επιστρέφοντας από πολέμους της Ανατολής έφεραν μαζί τους την λατρεία πολλών θεών. Από τους πιο δημοφιλείς ήταν ο Μίθρας γιατί ήταν ο θεός του φωτός, του Ήλιου που μάχεται και διώχνει το σκοτάδι.

Χριστούγεννα 25 Δεκεμβρίου

Το Γενέθλιον του είχε συνδυαστεί με τη χειμερινή τροπή του ήλιου που στις 25 Δεκεμβρίου αρχίζει να κερδίζει έδαφος και να στέκεται περισσότερο στο Ουράνιο στερέωμα.

Αυτή ήταν ημέρα χαράς για τους Ρωμαίους διότι έφευγε το σκοτάδι και ερχόταν το φως. Ήταν μέρα τόσο γιορτινή και αγαπητή που καμία προτροπή των πατέρων της Εκκλησίας δε στάθηκε ικανή να ελαττώσει τη συμμετοχή των πρώτων Χριστιανών.

Γι’ αυτό οι πατέρες της Εκκλησίας βρήκαν ένα δοκιμασμένο μέσο, την «υποκατάσταση». Όρισαν δηλαδή την 25η Δεκεμβρίου σαν ημέρα γέννησης του Χριστού, δηλαδή του νέου Ήλιου που έδιωξε τα σκοτάδια της ειδωλολατρίας, από τις ψυχές των ανθρώπων και τις πλημμύρισε με χριστιανικό φως.

Έτσι στις 25 Δεκέμβρη ο ένας Ήλιος υποκατέστησε τον άλλο με αποτέλεσμα η ημερομηνία να οριστεί ως η επίσημη ημερομηνία γέννησης του Χριστού.

Ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου πέρασε και από τη Δύση στην Ανατολή γύρω στο 376. Μάλιστα το 386 ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρότρυνε την εκκλησία της Αντιόχειας να συμφωνήσει στην 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης.

Πολύ αργότερα το 529 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγόρευσε την εργασία και τα δημόσια έργα κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και τα ανακήρυξε δημόσια αργία. Ως το 1100, καθώς είχε επεκταθεί η δράση των ιεραποστολών στις παγανιστικές ευρωπαϊκές φυλές, όλα τα έθνη της Ευρώπης γιόρταζαν τα Χριστούγεννα.

Τι πληροφορίες μας δίνουν τα Ευαγγέλια για τα Χριστούγεννα

Στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη κατά προσέγγιση χρονολόγηση της γέννησης του Ιησού προέρχονται από το Ευαγγέλιο του Λουκά και του Ματθαίου:

– Τη γέννηση του Ιησού επί αυτοκράτορα Αυγούστου (Λουκ. 2,1), του οποίου η βασιλεία διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.)

– Τη γέννηση του Ιησού «εν ταις ημέραις Ηρώδου βασιλέως της Ιουδαίας» (Λουκ. 1,5), του οποίου επίσης η βασιλεία στην Ιουδαία ήταν από τις μακρότερες χρονικά (37-4 π.Χ.).

– Στις περιγραφές για το άστρο της Βηθλεέμ (Ματθ. 2,2)

– Στα γεγονότα της «πρώτης» απογραφής, η οποία «εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου» (Λουκ. 2,2) (12-8 π.Χ. ή 8-6 π.Χ.)

Χριστούγεννα με το Παλαιό

Στο Άγιον Όρος, στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στην Ιερά Μονή Σινά και σε άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, τα Χριστούγεννα δεν εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου.

Εντελώς αντίθετα, εορτάζονται στις 07 Ιανουαρίου, καθώς ακολουθείται το Παλαιό Ημερολόγιο.

Χριστούγεννα στο Άγιο Όρος

Το Άγιο Όρος είναι ο τόπος συνάντησης με το Θεό. Ένας τόπος Αγίων και ασκητών. Κάθε διαβάτης και προσκυνητής βιώνει μια νέα σχέση με τον Θεό. Πραγματικό βίωμα αποτελεί η γέννηση του θείου βρέφους για τους αγιορείτες μοναχούς. Οι Αγιορείτες Πατέρες φιλοξενούν χιλιάδες προσκυνητές κάθε χρόνο εντελώς δωρεάν. Σέ όλες τις βυζαντινές Μονές, τις ιερές Σκήτες, τα Ερημητήρια και τις θεόκτιστες Καλύβες, βέβαια, η τυπική τάξη διαφέρει. Η ιδέα του στολισμένου δένδρου, τα ατελείωτα κεράσματα και τα δώρα δεν υπάρχουν στο Άγιο Όρος. Η παραμονή των Χριστουγέννων είναι ημέρα αυστηρής νηστείας.

Χριστούγεννα στην ιερά μονή Σινά

Με ιδιαίτερη κατάνυξη και λαμπρότητα εορτάζονται τα Χριστούγεννα στην ιερά μονή Σινά. Μονή, η οποία ιδρύθηκε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’ (527-565) στους πρόποδες του Όρους Σινά: που βρίσκεται στην Πετραία Αραβία. Η Μονή (ο ναός δηλαδή και οι γύρω από αυτόν εγκαταστάσεις) κτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Στέφανο στον χώρο όπου βρισκόταν το φρέαρ του Ιοθόρ και όπου ο θεόπτης προφήτης Μωυσής είδε την φλεγομένην αλλά μη καιομένην βάτον. Ο ναός της Μονής τιμάται στο όνομα τής Θεοτόκου, στο γεγονός τής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και, μετά την μετακομιδή τού λειψάνου τής Αγίας Αικατερίνης και την τοποθέτηση του στο Ιερό Βήμα τού Καθολικού τής Μονής (9ος αιώνας), και στο όνομα τής Αγίας Αικατερίνης, έκτοτε δε η Μονή και αναφέρεται ως Μονή τής Αγίας Αικατερίνης τού Σινά.

Χριστούγεννα στη Ρωσία

Η Θεία Λειτουργία ξεκινά το απόγευμα και διαρκεί μέχρι το πρωί. Στη συνέχεια οι πιστοί αρχίζουν τους εορτασμούς, στρώνουν το γιορτινό τραπέζι και γιορτάζουν όλοι μαζί. Είναι και η μέρα που τα παιδιά λένε τα κάλαντα. Οι ερμηνευτές αυτών των ασμάτων ευχόντουσαν κάθε ευτυχία στο σπίτι και στον νοικοκύρη, και εκείνος, ανάλογα με το πόσο ευκατάστατος ήταν, τους έδινε χρήματα και σπιτικές πίτες.

Πηγή: https://www.dogma.gr/

Please follow and like us:
error0

Άγιο Δωδεκαήμερο

Το Άγιο Δωδεκαήμερο στο λαϊκό εορτολόγιο είναι η περίοδος από την παραμονή των Χριστουγέννων έως τα Θεοφάνεια ονομάζεται «Δωδεκαήμερο» ή «Δωδεκάμερο». Τρεις μεγάλες γιορτές γιορτάζονται εκείνες τις μέρες, τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Φώτα.

Άγιο Δωδεκαήμερο

Σε όλο αυτό το διάστημα, σε κάθε περιοχή της Ελλάδας, υπήρχαν διάφορα έθιμα που είχαν ως σκοπό τους να προαναγγείλουν τον ερχομό της άνοιξης, για να εξασφαλίζουν για όλους την ευτυχία και να τονώσουν το αίσθημα της θρησκείας και της οικογένειας.

Το Άγιο Δωδεκαήμερο και τα έθιμα του

Για να δώσουν το χαρμόσυνο μήνυμα ότι η φύση θα προχωρήσει από την περίοδο του χειμώνα και το σκοτάδι στο ανοιξιάτικο φως και τη βλάστηση, στόλιζαν κάθε γωνιά του σπιτιού τους με κλαδιά από μυρτιά, μυρσίνη, δάφνη και ελιά.

Στα τζάκια των σπιτιών, νύχτα μέρα, είχαν συνέχεια αναμμένη τη φωτιά, για να μην πλησιάζουν οι Καλικάντζαροι, τα περίεργα ξωτικά, που πίστευαν πως κυκλοφορούσαν και πείραζαν τους ανθρώπους μιας και τα «νερά ήταν αβάπτιστα», ο Χριστός, δηλαδή, δεν είχε βαπτισθεί ακόμη.

Τα παιδιά έλεγαν κάλαντα με ευχές για τους νυκοκυραίους, ενώ οι νοικοκυρές έφτιαχναν γλυκίσματα.
Νυχτερινές ακολουθίες στην εκκλησία και οικογενειακές συγκεντρώσεις ενίσχυαν τους δεσμούς με τη θρησκεία και την οικογένεια.

Γενικά, τα έθιμα στις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς προέρχονται από ένα συνδυασμό θρησκευτικών και λαϊκών παραδόσεων που γιορτάζονται κυρίως από τους χριστιανούς της Ευρώπης και της Αμερικής αλλά και από άλλους λαούς μη χριστιανικούς (Κινέζοι, Ιάπωνες κ.ά.).

Στην Ελλάδα συνδυάζονται διεθνή έθιμα, όπως ο Αϊ-Βασίλης και η υποδοχή του νέου έτους, με ελληνικά έθιμα, όπως το πρωτοχρονιάτικο ρόδι και ιστορίες με καλικάντζαρους.

Σημαντικότατο έθιμο στις γιορτές των Χριστουγέννων είναι η ανταλλαγή δώρων. Ιδιαίτερα για τα παιδιά, η εποχή των Χριστουγέννων είναι αυτή κατά την οποία λαμβάνουν σημαντικό αριθμό δώρων από τους γονείς και τους συγγενείς τους, αλλά και από τον Αϊ-Βασίλη, ο οποίος κατά την παράδοση φέρνει τα δώρα κατεβαίνοντας από την καμινάδα του σπιτιού.

Στη διεθνή παράδοση τα δώρα τοποθετούνται μέσα στις κάλτσες που είναι κρεμασμένες μπροστά στο τζάκι.

Κύρια έθιμα στη διακόσμηση είναι ο στολισμός του δέντρου των Χριστουγέννων (διεθνές) το Αλεξανδρινό ή Αστέρι της Βηθλεέμ (διεθνές), το χριστουγεννιάτικο καραβάκι (ελληνικό έθιμο που έχει σχέση με την ενασχόληση των Ελλήνων με τη θάλασσα) και ο στολισμός με φώτα χριστουγεννιάτικα. Στην Ελλάδα το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο στολίστηκε στα βασιλικά ανάκτορα, όταν ήταν βασιλιάς ο Όθωνας.

Στη Ρούμελη, στη Θεσσαλία, στο Μοριά αλλά και στη Νησιωτική Ελλάδα (κυρίως του Αιγαίου), χαρακτηριστικά της γιορτής των Χριστουγέννων ήταν το διαρκές άναμμα της φωτιάς (κρατάει όλο το Δωδεκαήμερο) που έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα κατά των καλικάντζαρων και των κακών πνευμάτων και το σφάξιμο του γουρουνιού.

Όσοι δεν είχαν γουρούνι σφάζανε γίδα ή πρόβατο. Στόλιζαν το σπίτι με κλαδιά κέδρων και αγριοκερασιάς. Δε λούζονταν, γιατί το θεωρούσαν γρουσουζιά, κι έβαζαν ένα αγοράκι να κάνει ποδαρικό.

Πηγή: https://www.ekklisiaonline.gr/nea/archizi-to-agio-dodekaimero-ti-giortazoume-ithi-ethima-paradosis-apo-tin-ellada/

Please follow and like us:
error0