Σύμφωνα με την πλέον παραδοσιακή της έννοια η οικογένεια στη δυτική Ευρώπη ήταν μία ομάδα συγγενών εξ αίματος βασισμένη στην κοινή καταγωγή. Αυτή η σύλληψη της ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τις ανώτερες τάξεις, που μπορούσαν να αναγάγουν την καταγωγή τους σε κάποιο μακρινό πρόγονο, και να εξασφαλίσουν τη μεταβίβαση της περιουσίας τους από τον πατέρα στον γιο. Ήταν λιγότερο διαδεδομένη στις τάξεις εκείνες που δεν διέθεταν μεγάλες κληρονομικές περιουσίες.

Μια οικογένεια αποτελούσε επίσης και ένα νοικοκυριό, μια ομάδα ανθρώπων που συμβίωναν συνδεδεμένοι με γαμήλιους δεσμούς. Το παραδοσιακό δυτικοευρωπαϊκό νοικοκυριό ήταν μία εκτεταμένη ή διευρυμένη οικογένεια, συμπεριλαμβάνοντας περισσότερες από μία γενιές αλλά και υπηρέτες. Αυτό το διευρυμένο νοικοκυριό έδωσε τη θέση του στην πυρηνική οικογένεια αποτελούμενη μόνο από τους γονείς και τα παιδιά.
Η εξέλιξη αυτή συνοδεύτηκε από μία μεγάλη αλλαγή στους συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ των μελών της. Σε αντίθεση με την διευρυμένη οικογένεια, στην οποία οι σχέσεις ήταν πιο απρόσωπες και τα παιδιά δεν περιβάλλονταν από ιδιαίτερη στοργή, η πυρηνική οικογένεια έφερε αυτό που αποκλήθηκε «συναίσθημα», «στοργικός ατομισμός,» ή πιο απλά «αγάπη».
Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό πως στην ευρωπαϊκή αγροτική οικογένεια, ο πυρήνας της καθημερινής ζωής ήταν το συζυγικό ζευγάρι και πως οι δεσμοί συγγένειας δεν αποτελούσαν πουθενά στη δυτική Ευρώπη την κυρίαρχη βάση της κοινωνικής οργάνωσης. Στην πράξη, το ανδρόγυνο υπήρχε ως πραγματικότητα, όχι απλά εξαιτίας κάποιων συναισθηματικών δεσμών, αλλά εξαιτίας κάποιων κοινών υποχρεώσεων που τους συνέδεαν: η οικογένεια, τα παιδιά, το νοικοκυριό, η εργασία.
Παρ’ όλο που το κύριο σημείο αναφοράς ήταν η πυρηνική οικογένεια, οι δεσμοί συγγένειας εξ αίματος συνέχιζαν κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο να είναι με πολλούς τρόπους κεφαλαιώδους σημασίας. Η φύση και η έκταση αυτών των δεσμών ποίκιλλε από κοινωνία σε κοινωνία.
Οι περιορισμοί της συγγένειας εξ αίματος, που προσδιορίζονταν από το κανονικό δίκαιο, απαγόρευαν το γάμο μεταξύ συγγενών τέταρτου ή και μεγαλύτερου βαθμού συγγένειας. Στις μικρές κοινωνίες αυτό μπορούσε να δυσχεράνει την εύρεση συντρόφου. Το πρόβλημα οξυνόταν περισσότερο από τη γενικευμένη πρακτική του συνυπολογισμού και των πενυματικών δεσμών, όπως αυτών που απέρρεαν από μία βάπτιση, ως δεσμών συγγένειας.
Η συγγένεια ήταν επίσης σημαντική γιατί όριζε και το κληρονομικό δίκαιο. Σε μια εποχή που οι τίτλοι ιδιοκτησίας της γης ήταν περίπολοκοι και ασαφείς, ήταν σημαντικό να μπορούν να αναγνωρίζονται οι επίδοξοι κληρονόμοι. Οι δεσμοί συγγένειας, επίσης, συνέχιζαν να παρέχουν ένα είδος συνοχής στο εσωτερικό των ελίτ και να συνδέουν τις οικογένειες στο επαρχιακό επίπεδο. Οι δεσμοί αυτοί ήταν συνήθως εύθραυστοι, συνέβαλαν, όμως, στη δημιουργία ενός αισθήματος πως η πυρηνική οικογένεια δεν αποτελούσε τη μόνη πραγματικότητα στη δυτική Ευρώπη.
Ο γάμος αποτελούσε ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα στον χώρο των ελίτ όπου συνεπαγόταν και τη δέσμευση της οικογενειακής περιουσίας. Οι γάμοι μελών αριστοκρατίας με άτομα κατώτερης κοινωνικής θέσης που έθεταν σε κίνδυνο την οικογενειακή περιουσία και προκαλούσαν οικογενειακές προτριβές έστρεψαν από νωρίς την προσοχή του κράτους στο φαινόμενο.
Η Εκκλησία αναγνώριζε όλους τους γάμους που ήταν προϊόν έγκυρων συμφωνιών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Το εθιμικό δάικιο για τους περισσότερους ανθρώπους που δεν ανήκαν στην αριστοκρατία παρείχε εντυπωσιακά περιθώρια ελευθερίας στην ερωτοτροπία. Στις παραδοσιακές κοινωνίες η ερωτοτροπία και η σεξουαλική πρακτική ήτα νσυχνά πιο ελεύθερη από ό,τι πιστευόταν στο παρελθόν.
Μετά την επιλογή συντρόφου το νεαρό ζευγάρι μπορούσε να περάσει στο στάδιο του «αρραβώνα», που στη προνεωτερική Ευρώπη ισοδυναμούσε με γάμο. Η πρακτική στις καθολικές χώρες, όπως στη Ιταλία της Αναγέννησης, στη Hohenlohe προς της Μεταρρύθμισης και στην Καταλονία μετά την Μεταρρύθμιση ήταν να τελείται η τελετή εκτός του χώρου της εκκλησίας. Η ανταλλαγή υποσχέσεων ισοδυναμούσε με δεσμευτικό γαμήλιο συμβόλαιο, που σφραγιζόταν στη συνέχεια με την ανταλλαγή όρκων. Η συμφωνία που ρύθμιζε τα οικονομικά ζητήματα επικύρωνε το γαμήλιο συμβόλαιο και η συνουσία ολοκλήρωνε τον γάμο.
Η απόλυτα κοσμική υφή αυτής της διαδικασίας προβλημάτιζε τους θρησκευτικούς φορείς. Οι Λουθηρανοί επικύρωση του γάμου με μια εκκλησιαστική τελετή και οι Καθολικοί τους μιμήθηκαν αρνούμενοι να αναγνωρίσουν γαμήλιες συμφωνίες που δεν είχαν ευλογηθεί στην εκκλησία από κάποιον ιερέα.
Σε πολλές περιοχές της Γαλλίας, της Ελβετίας και της Ισπανίας ήταν αποδεκτό το αρραβωνιασμένο ζευγάρι να μοιράζεται την ίδια κλίνη κάτω από την οικογενειακή στέγη με τη συναίνεση των γονιών, μέχρι να αποκτήσουν την απαιτούμενη οικονομική δυνατότητα για να παντρευτούν και να αποκτήσουν τη δική τους εστία: αυτό το έθιμο εξηγεί τα υψηλά ποσοστά προγαμιαίας εγκυμοσύνης σε ορισμένες αγροτικές κοινότητες.
Στην Αγγλία αυτό το έθιμο ήταν σχεδόν άγνωστο, θεωρούνταν όμως παρ΄ όλα αυτά αποδεκτό ένα ζευγάρι που έχει συνάψει γαμήλια συμφωνία να προχωρήσει σε ολοκληρωμένη σεξουαλική συνεύρεση. Στην Ισπανία κάποια νεαρά ζευγάρια ζούσαν υπό αυτό το καθεστώς επί χρόνια και ανέτρεφαν τα παιδιά τους χωρίς να επισημοποιήσουν τον γάμο τους. Οι καλβινιστικές αρχές της βόρειας Ολλανδίας πληροφορήθηκαν το 1598 ότι πολλά άτομα συζούν για μήνες ή χρόνια παράνομα μαζί με τα παιδιά τους και στη συνέχεια χωρίζουν με τρόπο σκανδαλώδη.
Αυτή η ελευθεριάζουσα προσέγγιση του γάμου και των σεξουαλικών σχέσεων στην ευρωπαϊκή ύπαιθρο είχε κυρίως οικονομικά αίτια όπως την έλλειψη επαρκούς χώρου που θα εξασφάλιζε στο ζευγάρι κάποιο βαθμό ιδιωτικότητας. Η χρήση κοινού κρεβατιού στο οποίο κοιμόταν όλη η οικογένεια και οι υπηρέτες αποτελούσε παράδοση.
Ένα Γάλλος ευγενής ο Noël du Fail παρατηρεί τα τέλη του 16ου αιώνα: «Θυμάστε αυτά τα μεγάλα κρεβάτια στα οποία κοιμούνταν όλοι χωρίς κανένα πρόβλημα. Όλοι, έγγαμοι και άγαμοι, μοιράζονταν το ίδιο μεγάλο κρεβάτι, φτιαγμένο ειδικά γι΄αυτόν τον σκοπό, μήκους τριών οργιών και πλάτους εννέα ποδιών, χωρίς φόβο ή κίνδυνο, ή σκέψεις ή απρεπείς ή συνέπειες σοβαρές. Διότι εκείνη την εποχή οι άνδρες δεν διεγείρονταν από τη θέα ενός γυμνού γυναικείου σώματος. Από τότε όμως ο κόσμος άλλαξε, συμπεριφέρεται άσχημα, ο καθένας έχει το δικό του κρεβάτι και πιστεύω δικαιολογημένα».
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

