Θερμοπύλες, Μώλος, Μενδενίτσα

Ήμουν αποφασισμένος να δω τις Θερμοπύλες. Έτσι με έναν βαρκάρη πέρασα για λίγο μέσα από τον κόλπο της Λαμίας, σε ένα μέρος που ονομάζεται Μώλος, κοντά στο οποίο άκουσα ότι υπάρχει μια πηγή με ζεστό νερό. Ο Μώλος ανήκει στο Βελή πασά στον οποίο πληρώνει 1.000 γρόσια το χρόνο.

Θερμοπύλες, Μώλος, Μενδενίτσα
Το μνημείο των Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες, Χαλκογραφία (19ος αιώνας)

Κατά την αποβίβαση μου, βρήκα τον αρχιεπίσκοπο Βουτονίτσας (Μενδενίτσας) να κάθεται κάτω από ένα υπόστεγο. Καταγόταν από την Ιθάκη και φαινόταν λογικός άνθρωπος. Έδωσε οδηγίες σε ένα χωρικό να με συνοδεύσει στην πηγή με το ζεστό νερό, που ήταν σε απόσταση περίπου περίπου δώδεκα χιλιομέτρων. Ξεκίνησα σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ύστερα όμως από μια δυνατή νεροποντή με κεραυνούς, βράχηκα μέχρι το κόκαλο. Ωστόσο, καθώς επιθυμούσα διακαώς να δω τις Θερμοπύλες, δεν με πείραζε καθόλου.

Και προς μεγάλη μου έκπληξη, ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα όταν ανακάλυψα το μέρος. Υπάρχει μια μεγάλη πρόσχωση στην παραλία, στους πρόποδες του βουνού. Πιστεύω, όμως, ότι το Στενό (των Θερμοπύλων) είναι ένα μέρος που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 1.600μ. από την πηγή, όπου το έδαφος είναι ακόμη σαν έλος. Ένα ποταμάκι μας βοήθησε να εξακριβώσουμε τη θέση του Στενού. Ένα ποταμάκι που κατεβαίνει από τους λόφους, ενώνεται με άλλα δύο στους πρόποδες, τα οποία αναβλύζουν από το έδαφος, και αφού διασχίσουν το δρόμο χάνονται. Το νερό είναι σε ανεκτή θερμοκρασία, κάτι περισσότερο από χλιαρό. Η πηγή έχει ακόμη το όνομα Θερμοπύλες και η κοιλάδα που οδηγεί στην θάλασσα είναι πολύ όμορφη.

Ο δρόμος είναι στενός, όπως όλοι οι παλιοί δρόμοι, αλλά το μέγεθος του δεν δήλωνε κάτι για το Στενό, μιας και δεν είναι μικρότερος από άλλους δρόμους. Πράγματι, η εικόνα του Στενού έχει αλλάξει ολοκληρωτικά. Η θάλασσα έχει υποχωρήσει 1,6 χλμ. και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια Στενό. Το ελώδες έδαφος καλλιεργείται πλέον, το νερό έχει εξαφανιστεί από το λόφο, και η Εύβοια έχει πλησιάσει πολύ στην ηπειρωτική χώρα.

Λίγο πιο πέρα φαίνεται ο μικρός λόφος πάνω στον οποίο ήταν ο τάφος του Λεωνίδα, και ακόμη πιο πέρα το μεγάλο βουνό, που περικλείει τη θεσσαλική κοιλάδα και σχηματίζει τη κορυφογραμμή του όρους Οίτη. Το τείχος των Φωκαέων, ο τάφος και η πέτρα του Ηρακλή έχουν εξαφανιστεί, και θα ήταν αβάσιμο να ψάχνω για το μονοπάτι που υπέδειξε στους Πέρσες η εσχάτη προδοσία. Πράγματι, έχουν αλλάξει όλα τόσο πολύ που το μόνο αξιοθέατο των Θερμοπυλών είναι το αξιοσέβαστο συναίσθημα των πράξεων που μαρτυρεί. Αυτές οι αναμνήσεις είναι πράγματι ενδιαφέρουσες. Η ιστορία ίσως να υπερβάλει όσον αφορά τον αριθμό των Περσών, αλλά η εθελοντική αυτοθυσία των ελεύθερων ανδρών της Ελλάδας εναντίον οποιουδήποτε αριθμού κατακτητών είναι το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο. Αυτοί οι άνδρες ήταν ελεύθεροι. Υπάκουαν μόνο στο ένστικτο της ανδρείας και στην πιο περήφανη περιφρόνηση της δουλείας.

Ο οδηγός μου ανέφερε ότι, κατά την παράδοση, το μέρος ήταν θάλασσα μέχρι το βάθος του βράχου, πάνω στο οποίο ήταν προσαρμοσμένοι μπρούντζινοι κρίκοι για να δένουν τα πλοία. Υπάρχουν επίσης ερείπια ενός κτιρίου κοντά στο σημείο που έφτασα, που ίσως να είναι αυτά του ναού όπου συναθροίζονταν οι Αμφικτιονίες.

Η δημοσιά περνάει από το Μώλο. Εγώ πήγα από τα βουνά και έφτασα στη Μενδενίτσα, περίπου δύο ώρες απόσταση από τις Θερμοπύλες. Είναι μια μικρή πόλη με μοναστήρι και ένα μεγάλο κάστρο. Πρέπει να υποθέσω ότι το μέρος κατοικούνταν από τη αρχαιότητα. Αν δεν είναι το Θρόνιο στην περιφέρεια της Λοκρίδας, που λέγεται ότι ήταν στην πεδιάδα, πρέπει να καταλήξω ότι ήταν αυτό το μέρος.

Ο λαουτζίκος των Ελλήνων, που ζει γύρω από τη Λαμία και τον Μώλο, δεν γνωρίζει την ανδρεία που σηματοδοτούν οι Θερμοπύλες, και οι ατελείς θεσμοί τους δεν τους έχουν εμφυσήσει ακόμη τον εκλεπτυσμένο και φλογερό πόθο της ελευθερίας. Αλλά είναι γενναίοι. Έχουν αρκετή συναίσθηση της κακοδαιμονίας τους, αλλά όχι αρκετή κινητικότητα για να την απαλείψουν. Μπορεί ωστόσο κάποια μέρα, όταν βοηθηθούν από το εξωτερικό και κινητοποιηθούν από αυτά τα παθήματα τους, να ενεργήσουν όπως τους αξίζει.

Έχοντας δει αυτά που ήθελα να δω επέστρεψα το βράδυ στο Μώλο. Κοιμήθηκα σε ένα μίζερο χάνι πάνω στο πάτωμα και το πρωί συνέχισα το ταξίδι μου.

Nicholas Biddle

Η Σπάρτη (περίπου 1300π.Χ.-…)

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του Νομού Λακωνίας, στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ.

Η Σπάρτη
Η Σπάρτη και ο Ταΰγετος

Η αρχαία Σπάρτη

Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται και από τον Όμηρο στα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς, ένα διαφορετικό ελληνικό φύλο. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και αρχίζουν να επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περιοίκους και κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. συγκροτούν τη γνωστή, σύμφωνα με τους νόμους του Λυκούργου, κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία και θα νικήσουν το Άργος. Θα καταφέρουν να υποτάξουν τη Μεσσηνία και μέρος της Αρκαδίας και θα συνάψουν αρκετές συμμαχίες, με πρώτη σύμμαχό τους την Τεγέα. Όλα αυτά μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ..

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη των Πλαταιών, ζητήθηκε από τη Σπάρτη να αναλάβει επιθετικό πόλεμο στη Μικρά Ασία κατά των Περσών αλλά αρνήθηκε. Αυτή την ευκαιρία άρπαξε η Αθήνα που δημιούργησε την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Περσών στη Μικρά Ασία και την Κύπρο ως το 451 π.Χ.. Η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη φοβήθηκε και αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Μετά από αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η ελπίδα ότι η Σπάρτη θα κυβερνούσε δίκαια την Ελλάδα, αλλά εγκατέστησε ηγεμονία που δυσαρέστησε όλους και οδήγησε σε δύο πολέμους, τον Βοιωτικό πόλεμο ή Κορινθιακό το 396-387 π.Χ. και τον πόλεμο με τη Θήβα. Στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στρατός ηττήθηκε κατά κράτος από τους Θηβαίους που είχαν επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας ο ενωμένος στρατός της Σπάρτης, της Αθήνας και των συμμάχων τους κατάφερε ένα μεγάλο πλήγμα στη Θήβα και τους δικούς της συμμάχους χωρίς όμως να προκύψει οριστικός νικητής και η Ελλάδα να βυθιστεί στην αβεβαιότητα για πολλά χρόνια. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα μικρό ελληνικό βασίλειο του βορρά, τη Μακεδονία, η οποία υπό την ηγεσία του Φιλίππου Β’ συνέτριψε τους Ιλλυριούς το 358 π.Χ.. Τα επόμενα χρόνια η Μακεδονία θα κυριαρχήσει στην Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ η Σπάρτη θα συνεχίσει να βυθίζεται στην εσωτερική της κρίση και μετά τη μάχη της Μεγαλόπολης και της Σελλασίας η Σπάρτη θα καταρρεύσει τελείως μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π.Χ.).

Ο Μεσαίωνας της Σπάρτης

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Λακωνίας οι οποίες εγκαταλείφθηκαν τον 4ο αιώνα μ.Χ., τόσο η Σπάρτη όσο και το Γύθειο συνέχισαν να κατοικούνται, παρά τους σεισμούς (όπως αυτός του 365), τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43. Προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού όμως η πόλη ερημώνει, αν και είναι πιθανό η ακρόπολη να συνέχισε να χρησιμοποιείται.

Στο Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Σπάρτης εγκατέλειψαν την περιοχή για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, τη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, μετά από μια σλαβική επιδρομή το 587-588 μ.Χ.. Παρόλα αυτά θεωρείται πλέον απίθανο ότι μια εισβολή προκάλεσε τη φυγή των κατοίκων στη Μονεμβασία και στη Σικελία. Η ίδια η Μονεμβασιά είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης δεν έδινε μεγάλη σημασία σε μία μικρή περιοχή του θέματος Πελοποννήσου και κάποιες σλαβικές φυλές στα ορεινά, όπως οι Μηλιγγοί, κατάφεραν να παραμείνουν ανεξέλεγκτες μέχρι την έλευση των Φράγκων.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων της Δ’ Σταυροφορίας πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους, ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Τις τύχες του τόπου καθορίζει μία τοπική αρχοντική οικογένεια, οι Χαμάρετοι. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία τo 1210. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά. Ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς και για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά.

Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την είχαν εγκαταλείψει και είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για περισσότερη ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους (εκτός από λίγα κάστρα) το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σπάρτη τον 19ο αιώνα

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Στις 20 Οκτωβρίου του 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Τα σχέδια της πόλης έκανε ο Βαυαρός Friedrich Stauffert, με βάση τις αρχές του νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδιασμού που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα συμμετρικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία συγκλίνουν προς την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης και την περιβάλλουν εν μέρει. Ο σχεδιασμός αυτός αφορούσε μια πόλη 100.000 κατοίκων. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία ακολούθησε αργότερα τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Παρότι τα σχέδια της οθωνικής περιόδου δεν ακολουθήθηκαν πιστά, η Σπάρτη παραμένει και σήμερα μια πόλη που διακρίνεται για την καλή ρυμοτομία της, τους δενδροφυτεμένους φαρδείς δρόμους, τα πάρκα και τις μεγάλες πλατείες της, καθώς και για τα πολλά παλιά κτήρια που διατηρούνται σε άριστη κατάσταση.

Κατά τη δεκαετία του 1930, με την ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων και την κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, διαμορφώθηκε σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Σήμερα η Σπάρτη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επαρχιακής πόλης που η βασική της οικονομία στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση αυτής της παραγωγής και στον τουρισμό.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί, ωστόσο, οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών – τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wikiΣπάρτη

Η Λαμία ή το Ζητούνι (426π.Χ.-…)

Η Λαμία (αναφερόμενη από τον 8ο μέχρι το 19ο αιώνα με το όνομα  Ζητούνι) είναι πόλη και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας. Έχει πληθυσμό 52.006 κατοίκους. Η Λαμία μέχρι το 1950 ήταν χτισμένη πάνω σε δύο λόφους, που είναι οι απολήξεις της ‘Οθρυος. Σήμερα, όμως, σκεπάζει όχι μονάχα τούτους τους λόφους, μα έχει ξεχυθεί, όπως η λάβα του ηφαιστείου, σ’ όλες τις πλαγιές, τις ρεματιές, τις γόνιμες και άγονες περιοχές μέχρι τον κάμπο του Σπερχειού. Αποτελεί κέντρο εύφορης αγροτικής και κτηνοτροφικής περιοχής. Με την εφαρμογή, την 1η Ιανουαρίου του 2011, του αυτοδιοικητικού Προγράμματος «Καλλικράτης», η Λαμία παρέμεινε ως έδρα του διευρυμένου Δήμου Λαμιέων, ο οποίος έχει πληθυσμό 75.315 κατοίκους (επίσημη Απογραφή 2011). Επίσης, παρέμεινε έδρα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, συσσωρεύοντας όλες τις προβλεπόμενες υπηρεσίες.

Η Λαμία
Το Κάστρο της Λαμίας

Το όνομα της Λαμίας

Το πώς, από ποιους, πότε και με ποια αιτιολόγηση η πόλη βαφτίστηκε, δεν το γνωρίζουμε με ακρίβεια. Ξέρουμε μονάχα, πως τούτο ήτανε το αρχικό της όνομα και πως στη συνέχεια το έχασε μία δύο φορές, μα το ξαναπέκτησε. Κατά τη μυθολογία, η Λαμία χτίστηκε απ’ το Λάμο, το γιο του Ηρακλή και της Ομφάλης, της ακόλαστης χήρας – βασίλισσας της Λυδίας, που αγόρασε απ’ τον Ερμή, τον Ηρακλή. Μαζί της ο Ηρακλής έκανε κι άλλους δύο γιους: τον Αγέλαο και τον ‘Υλλο.

Μια άλλη εκδοχή, παρμένη απ’ τη μυθολογία και πάλι, είναι ότι χτίστηκε απ’ τη Λαμία, τη Βασίλισσα των Τραχινίων, θυγατέρα του Ποσειδώνα. Τούτο το συμπέρασμα βγαίνει απ’ τα Φωκικά του Παυσανία:

«Την δε πρότερον γενομένη Σίβυλλαν, ταύτη ταις μάλιστα ομοίως ούσαν αρχαίαν εύρισκον, ην θυγατέρα ‘Ελληνες Διός και Λαμίας της Ποσειδώνος φασίν είναι, και χρησμούς τε αυτήν γυναικών πρώτης άσαι και υπό των Λιβύων Σίβυλλαν λέγουσιν ονομασθήναι».

Η λέξη Λαμία ετυμολογικά συγγενεύει με το λαιμός ή λάμος, που σημαίνει χάσμα, βάραθρο ή και αχόρταγος, λαίμαργος. Γνωστό, πως μέσα από την πόλη περνούσε μεγάλο και βαθύ ρέμα. Στη Βορειανατολική πλευρά της Πλατείας Λαού, σε πρόσφατη ανασκαφή για ανοικοδόμηση, αποκαλύφθηκε ένα βαθύ φαράγγι με μπόλικο τρεχούμενο νερό. ‘Αλλωστε και τα πλατάνια της είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η Λαμία να ονομάστηκε έτσι από τούτο το ρέμα και τις πολλές της λάμιες, που ζούσαν εκείνα τα χρόνια στην πυκνή της βλάστηση.

Υπάρχει κι άλλη μια θεωρία. ίσως πιο αξιόπιστη. Ο Αριστοτέλης αναφέρει, ότι η λέξη Λαμία είναι γένους θηλυκού, ονόματος επιθέτου και σημαίνει την περιοχή, τη χώρα, την πόλη που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο λόφους. Και μιας και τούτο όντως συμβαίνει, μπορούμε να λάβουμε τούτη την εκδοχή σαν την πιο σωστή. Γύρω στο 19 μ.Χ. η Λαμία για πρώτη φορά χάνει τ’ όνομά της και λέγεται Σεβαστή. Μάρτυρας η ακόλουθη περιγραφή:

«Η πόλις σεβαστή ων Λαμιέων Μνασιλαϊδα παρά μόνον, φύσει δε Ξενοφάντου αρετής ένεκεν και ευνοίας της εις αυτήν».

Πότε ξαναπήρε το όνομα Λαμία δε γνωρίζουμε, όπως επίσης δε γνωρίζουμε πότε και από ποιούς μετονομάστηκε Ζητούνι. ‘Ισως τούτο να έγινε στους χρόνους του Ιουστινιανού. Την πρωτοσυντάμε σαν Ζητούνι στην 8η Οικουμενική Σύνοδο, στα 869. Εμφανίζεται δε με μια ποικιλία παραλλαγών, όπως: Ζητούνιον, Ζηρτούνιον, Ζητόνιον, Gipton (κατά του βυζαντινούς χρόνους), Situn (κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας), El Sito (κατά την σύντομη κατοχή των Καταλανών) και Ιzντίν κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας. Πολλοί ιστορικοί προσπάθησαν να δώσουν κάποια εξήγηση, όσον αφορά την προέλευση της λέξης. Μερικοί πιστεύουν, πως προέρχεται απ’ το τούρκικο ή αραβικό Zeitun, που σημαίνει ελιά. ‘Αλλοι λένε, πως προέρχεται απ’ τη σλαβική λέξη σιτόνιον, που σημαίνει η σιτοβόλος περιοχή ή «πέραν του ποταμού κειμένη χώρα». ‘Ολα, όμως, είναι εικασίες. Τίποτα σίγουρο.

Η Λαμία κατά την αρχαιότητα

Το πότε ακριβώς χτίστηκε δεν το γνωρίζουμε, γιατί ούτε ο Ηρόδοτος, που περιγράφει την πορεία του Ξέρξη, την αναφέρει και τούτο ίσως γιατί δεν υπήρχε, ίσως γιατί ήταν μικρή και ασήμαντη ή ίσως γιατί δεν ήταν στο δρόμο του, μα ούτε και ο Θουκυδίδης, που περιγράφει την εκστρατεία του Βρασίδα στα 424 π.Χ. προς τη Θράκη, αν και πέρασε μέσα απ’ την Ηράκλεια για τη Μελιταία, αναφέρει τίποτα για τη Λαμία. Μνημονεύεται για πρώτη φορά απ’ το Δημήτριο Καλλατιανό στα 427 π.Χ., εξ’ αιτίας του τρομακτικού και καταστρεπτικού σεισμού της περιοχής:

«Δημήτριος δ’ ο Καλλατιανός τους καθ’ όλην την Ελλάδα γενομένους ποτέ σεισμούς διηγούμενος των τε Λιχάδων νήσων και του Κηναίου τα πολλά καταδύναι φήσι, τα τε θερμά τα εν Αιδηψώ και Θερμοπύλαις επί τρείς ημέρας επισχεθέντα πάλιν ρυήναι, τα δ’ εν Αιδηψώ και καθ’ ετέρας αναρραγήναι πηγάς. Ωρεών δε το προς θαλάττη τείχος και των οικίων ερί επτακοσίας συμπεσείν, Εχίνον τε και Φαλάρων και Ηρακλείας της Τραχίνος, των μεν πολύ μέρος πεσείν, Φαλάρων δε και εξ’ εδάφους ανατραπήναι το κτίσμα, παραπλησία δε συμβήναι και Λαμιεύσι και Λαρισσαίοις…». Στράβων, Α’ 60).

Σχετικά με την ίδρυση της πόλης λέγεται, ότι χτίστηκε στα 426 π.Χ. απ’ τους Μαλιείς σαν αντίβαρο και για λόγους στρατιωτικούς, επειδή εκείνη τη χρονιά οι Σπαρτιάτες έχτισαν την Ηράκλεια στη θέση της παλιάς Τραχίνας.

Στο ότι είναι μάλλον έργο των Μαλιαίων, συνηγορεί και το γεγονός ότι το δυτικό μέρος του Φρουρίου της πόλης είναι πολυγωνικό, δηλαδή τρόπος δόμησης του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα. Ίσως όμως και να χτίστηκε και από κάποιους άλλους και να κατακτήθηκε απ’ τους Μαλιείς στα 413 π.Χ.. Κανείς δε γνωρίζει τον ιδρυτή της επακριβώς.

Εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης, επειδή δηλαδή είναι στο πέρασμα από Βορρά για Νότο και από Νότο για Βορρά, σύντομα έγινε γνωστή και απέκτησε μια περίοπτη θέση, γι’ αυτό σχεδόν απ’ την ίδρυσή της ξεκινάει και η τρανή της ιστορία. Διοικείται από τρεις άρχοντες, από ένα στρατηγό, από έναν ίππαρχο καθώς επίσης και από Βουλή.

Στα μέσα του 4ου αιώνα με ποσό 600 μνων οι Λαμιώτες συνέβαλαν στο χτίσιμο Ναού στους Δελφούς. Πολλές φορές επιφανείς και διακεκριμένοι κάτοικοι της πόλης ορίστηκαν σαν δικαστές ή διαιτητές για τη διαλεύκανση σοβαρών και αμφισβητήσιμων υποθέσεων. Παράδειγμα η διαφορά μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών, που προέκυψε από την οριοθέτηση των συνόρων τους, κατά τους χρόνους του Δημητρίου του Πολιορκητού.

Πρέπει να αγαπούσανε το δίκιο, γιατί από επιγραφή μαθαίνουμε ότι: 

«επήνεσαν και χρυσώ στέφανω εστεφάνωσαν τους δικαστάς ένεκα δικαιοσύνης…». (Αρχαιολογική εφημερίς Αθηνών, 1846, αρ. 1056).

Από άλλη επιγραφή γίνεται γνωστό, ότι οι ιερομνήμονες του Αμφικτυονικού Συνεδρίου στα 246 π.Χ. έδωσαν κάποια προνόμια σε δύο Λαμιώτες, γιατί διακόσμησαν το Ναό της Προνάου Αθηνάς. Στα 395 π.Χ., οι Λαμιώτες μαζί με τους Μαλιείς με αρχηγό τους το Λύσανδρο, πολέμησαν στη μάχη του Αλίαρτου ενάντια στους Αθηναίους και τους συμμάχους τους Θηβαίους, Κορινθίους και Αργείους. Στα 326 π.Χ. μαζί με τους Θηβαίους πολέμησαν στη μάχη της Μαντινείας, το δε 371 π.Χ. ακολούθησαν το Θεσσαλό για να πολεμήσουν τους Πέρσες.

Στη διάρκεια της πολιτικής και οικονομικής ανόδου του Μακεδονικού Κράτους, η Λαμία βρέθηκε κάτω απ’ την κυριαρχία των Μακεδόνων και μετατράπηκε σε μακεδονικό φρούριο στα 344 π.Χ. ‘Ενας μεγάλος αριθμός Λαμιωτών πολέμησε εναντίον των Περσών και έφτασε μέχρι και τα Γαυγάμηλα ακόμα.

Οι θρησκείες της Λαμίας

Οι θεοί που λατρεύτηκαν στη Λαμία και την ευρύτερη περιοχή ήταν πολλοί. Και πρώτα απ’ όλους ο Ζευς, ο «πατήρ ανδρών τε θεών τε», κατά τον ‘Ομηρο. ‘Ητανε ο θεός – προστάτης της φυλής των Αχαιών. Στην περιοχή της Λαμίας ονομαζόταν Πελασγικός ή Δωδωναίος. Σε τούτον το γενάρχη προσεύχεται ο Αχιλλέας, όταν λέει: 

«Ζευ, άναξ, Δωδωναίε, Πελεσγικέ, τήλόθι ναίων, Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου» (Ιλιάδα, Β’, στ. 233)

Μας είναι ιστορικά γνωστό, πως στην αρχαία Ανθήλη, κωμόπολη κοντά στις Θερμοπύλες, υπήρχε Ναός προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Επίσης, στη διάρκεια των Αμφικτυονιών, που γίνονταν εδώ και μάλιστα δύο φορές το χρόνο, όλοι οι περίοικοι του Μαλιακού Κόλπου έστελναν αντιπροσώπους, που προσέφεραν πανηγυρικές θυσίες σε τούτη τη θεά. Σε ανασκαφή που έγινε στα 1876, βρέθηκαν τρία αγάλματα και το ένα από αυτά παρίστανε τη Δήμητρα.

Στα 1888 βρέθηκε στη Λαμία άγαλμα της θεάς Αθηνάς και ήταν έργο του σπουδαίου γλύπτη Πραξιτέλη. Ο Ποσειδώνας, επίσης, λατρευόταν στη Λαμία. Τούτη η λατρεία μαρτυρείται από το Ναό, που βρέθηκε κοντά στο χωριό Λυγαριά, που ήταν αφιερωμένος στο όνομά του, καθώς επίσης και απ’ το ότι στη μυθολογία αναφέρεται, πως η πόλη χτίστηκε από τη Λαμία, κόρη του Ολύμπιου θεού, γι’ αυτό και η ιδιαίτερη λατρεία στον πατέρα της.

Άλλες θεότητες, που λατρεύτηκαν στη Λαμία, ήταν ο Διόνυσος – βρέθηκε Ναός του – και η Αφροδίτη, της οποίας βρέθηκαν δύο αγάλματα στις ανασκαφές του 1876, τα οποία χρονολογούνται απ’ την 3η π.Χ. εκατονταετηρίδα. 

Είναι γνωστό, ότι οι Λαμιώτες ασπάστηκαν το Χριστιανισμό πολύ νωρίς, πιθανά ανάμεσα στα 50 και 52 μ.Χ., δηλαδή την εποχή που και οι γείτονές μας Υπατιαίοι άκουσαν το Ευαγγέλιο για πρώτη φορά από τον Ηρωδίωνα, έναν από τους εβδομήντα Αποστόλους. Δεν είναι όμως γνωστό, αν ο Ηρωδίωνας ήταν εκείνος, που πρωτομύησε τους Λαμιώτες στο Χριστιανισμό ή κάποιος άλλος. Ένα άλλο γεγονός, που συνέβη κατά την περίοδο της διάδοσης του Χριστιανισμού είναι το πέρασμα απ’ τη Λαμία των Αποστόλων Παύλου και Λούκα στο ταξίδι τους απ’ την Κόρινθο για τη Μακεδονία. Μερικοί απ’ τους ιστορικούς το αμφισβητούν. Πιστεύουν, πως η πορεία που ακολούθησαν ήταν απ’ τη Στυλίδα στην Πελασγία και κατόπιν στον Αλμυρό. ‘Αλλοι πιστεύουν, πως πέρασαν απ’ τη Λαμία για το Δομοκό κι από εκεί στα Φάρσαλα. Το πιθανότερο είναι να ακολούθησαν τη δεύτερη πορεία, μιας και η Λαμία ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων ξακουστή, αφού υπήρξε κάποτε πρωτεύουσα και τόπος πολλών πολέμων.

Η Λαμία κατά τη Βυζαντινή περίοδο

Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Λαμία μνημονεύεται για πρώτη φορά στα πρακτικά της 3ης Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 431 μ.Χ. στην Έφεσο και στην οποία πήρε μέρος ο επίσκοπός της ο Σεκουδιανός. Τη συναντάμε ξανά σε γραπτό κείμενο το 531 μ.Χ., όταν ένας απ’ τους ιερείς της ο Πατρίκιος, ταξίδεψε στη Ρώμη για να συναντήσει τον Πάπα και να του επιδώσει επιστολή του Μητροπολίτη της Λάρισας, στην οποία παραπονιόταν, γιατί ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης τον είχε καθαιρέσει.

Αναφέρεται άλλη μια φορά ακόμα το όνομά της. Αυτό συμβαίνει το 551μ.Χ., στην εποχή του Ιουστινιανού, όταν ένας φοβερά μεγάλος και καταστρεπτικός σεισμός αφάνισε όχι μονάχα τη Λαμία, αλλά και ολόκληρη την τριγύρω περιοχή. Από τούτη τη χρονιά και για αιώνες η Λαμία πέφτει σε παρακμή. Χάνεται.

Ανάμεσα στο 551 μ.Χ. και στο 869 μ.Χ. που ξαναμνημονεύεται, πολλά γεγονότα έγιναν, όπως για παράδειγμα τα δεινά, που υπέστη με τον ερχομό των Οστρογότθων, των Σλάβων και των Βουλγάρων, καθώς επίσης και η απόκτηση καινούριου ονόματος, με το οποίο τη γνωρίζουμε στην 8η Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη στα 869 μ.Χ. και στην οποία πήρε μέρος ο εκπρόσωπός της, ο Γεώργιος, Επίσκοπος Ζητουνίου, όνομα που θα κρατήσει μέχρι το 1836.

Η οικονομία και η ανάπτυξη της Λαμίας

Η ίδρυση της εμποροπανήγυρης (1855) και του Τελωνείου (1839) συνέβαλαν στην κίνηση του εμπορίου και έδωσαν την ώθηση στην εμφάνιση των πρώτων αστικών επαγγελμάτων. Πριν το 1875 καταφθάνουν από την Αθήνα οι πρώτοι θεατρικοί θίασοι. Λειτουργεί συγχρόνως στρατιωτικό και πολιτικό νοσοκομείο και το 1836 ιδρύεται φαρμακείο. Μεταφέρεται το Πρωτοδικείο από την ‘Αμφισσα στη Λαμία και ιδρύεται το Ειρηνοδικείο. Λειτουργεί έκτακτο Στρατοδικείο και Κακουργιοδικείο, που εκδίδει πολλές αποφάσεις, μερικές από τις οποίες προβλέπουν θανατικές ποινές λόγω εξάρσεως της ληστείας.

Το 1860 ιδρύεται στη Λαμία υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Το 1858 αλλάζουν οι δρόμοι, τα τουρκικά ονόματα και κτίζονται τα πρώτα νεοκλασσικά σπίτια. Εδώ εδρεύουν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και λειτουργούν το Λοιμοκαθαρτήριο και οι Καζάρμες (υγειονομικοί σταθμοί). Εδώ έχουν κάνει από το 1875 την εμφάνισή τους οι πρώτες σοσιαλιστικές και προοδευτικές ιδέες.

Στις 8.1.1833 ιδρύθηκε ο Δήμος Λαμιέων, με έδρα τη Λαμία, πλαισιωμένος από τα χωριά: Ζητούνι, Ταράτσα, Μακρολείβαδο, Δερβέν Φούρκα, Τσοπανλάτες, Λαϊτσά, Μπεκή, Καλύβια, Ιμίρμπεη, Αλαμάνα, Μεγάλη Βρύση, Σαρμπουσακλή και Κόμμα. Το 1836, μετά την κατάργηση του Δήμου Κορωνείας, υπάχθησαν στο Δήμο Λαμιέων και τα χωριά Δίβρη, Παληοχώρι και Λιμογάρδι. Την εκτελεστική εξουσία κατά τα χρόνια 1833-1836 ασκούσαν ο έπαρχος και δύο δημογέροντες, οι Αθ. Τσίγγας και Α. Παπαλεξίου. Πρώτος επίσκοπος του μεταπελευθερωτίκου Ζητουνίου ήταν ο Ιάκωβος Μητρόπουλος.

Οι μεγαλοαστοί αρχίζουν να χτίζουν μεγάλα νεοκλασικά σπίτια, ενώ κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, υπήρχαν ακόμη πολλά τουρκικά σπίτια, τζαμιά κ.λ.π. και παράλληλα να ρυθμίζουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση της περιοχής. Την κατάσταση επηρέασαν κατά πολύ, οι εγκατασταθέντες στη Λαμία:

  • Χριστοφ. Περραιβός,
  • Αναγνώστης Ζητουνιάτης,
  • Γ. Τζαχείλας,
  • Αινιάνες,
  • Παπακώστας,
  • Τζαμάλας,
  • Κυριάκος Τασίκας, απ’ την Αίγυπτο,
  • Γρ. Πέρβελης,
  • Γ. Ζορμπάς κι αμέτρητοι άλλοι.

Στα 1879 ο Δήμος Λαμιέων είχε 2.186 ψηφοφόρους, μαζί με 14 χωριά της περιοχής του. Μόνη η Λαμία είχε 1.389. Στα 1840 είχε 4.000 κατοίκους. Κατά το 1879 είχε 6.000. Μέχρι το 1881 είχαν συρρεύσει στη Λαμία Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Στερεοελλαδίτες, Αιγυπτιώτες, Κρητικοί, Ασπροποταμίτες, Επτανησιώτες, Βαυαροί, Τούρκοι κ.α.

Οι «Εφτά Βρύσες» και 3-4 πηγές, που βρισκόντουσαν μέσα στην πόλη, έλυναν το πρόβλημα υδρεύσεως και αρδεύσεως, μέχρι την εποχή αυτή και αργότερα, με την ενίσχυση και δια των πηγών Αγίου Γεωργίου (κοντά στο φρούριο) των Πηγαδουλίων, της Ταράτσας και του Αγίου Λουκά μέχρι το 1928, οπότε το θέμα υδρεύσεως της πόλης έλυσε ο Γοργοπόταμος.

Ο φωτισμός στην αρχή αποτελούσε ιδιωτικό πρόβλημα και μονάχα στα κεντρικά σημεία είχε τοποθετήσει ο Δήμος μερικούς φανοστάτες. Στα κεντρικά σημεία υπήρχε μικρό δίκτυο αποχετεύσεως από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης.

Από το 1852 μέχρι το 1877 επίσκοπος Φθιώτιδας ήταν ο Καλλίνικος Καστόρχης, ο οποίος ονομάστηκε αρχιεπίσκοπος, η δε Φθιώτιδα έγινε αρχιεπισκοπή μέχρι το 1899.

Η κατοχική Λαμία

Την περίοδο 1940-1950 σημάδεψαν, όχι μονάχα τη Λαμία και τη Φθιώτιδα, αλλά ολόκληρη την Ελλάδα, η εχθρική κατοχή 1941-1944 και ο Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949. Κατά την Κατοχή, υπήρξαν στερήσεις, ταλαιπωρίες, πείνα, εκτελέσεις αλλά και σθεναρή και αποτελεσματική αντίσταση των κατοίκων. Κατά τον Εμφύλιο υπήρξαν άπειρα θύματα και από το μέρος του εθνικού στρατού και από το μέρος των κομμουνιστών και εκτός αυτών υπήρξε αφάνταστα οπισθοδρόμηση όλης της χώρας σ’όλους τους τομείς της Κρατικής δραστηριότητας. Εκτός αυτού, ηχΧώρα έχασε πολλές από τις διεκδικήσεις της, που είχε σε βάρος των υπαίτιων της καταστροφής της, λόγω των επιθέσεων και της δράσης τους κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τόσο στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, στον Ελληνογερμανικό, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο η Λαμία και ολόκληρη η Φθιώτιδα, έδωσαν το παρόν και πολλοί από εκείνους διακινδύνευσαν τη σωματική τους ακεραιότητα και έδωσαν και τη ζωή τους ακόμη.

Στις 18-4-1941, ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, η Λαμία βομβαρδίστηκε ανελέητα από τους Γερμανούς και στις 20, ημέρα του Πάσχα, γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην πόλη και σε όλη την περιοχή για να μείνουν μέχρι της 17ης Οκτωβρίου 1944. Κατά την περίοδο αυτή οι κάτοικοι, παρ’ όλες τις κακουχίες, την πείνα και τη δυστυχία, τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις, τις εκτελέσεις, τις λεηλασίες, τις δημεύσεις και τις επιτάξεις, δεν σταμάτησαν την εθνική τους αντίσταση κατά του κατακτητή, με επικεφαλής το ΕΑΜ και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις.

Ο εμφύλιος πρωταγωνιστεί στη Λαμία

Κατά τα χρόνια 1946-1949 λειτούργησε στη Λαμία έκτακτο στρατοδικείο, το οποίο καταδίκασε πολλούς κομμουνιστές και σε θάνατο ακόμη, μερικοί από τους οποίους και εκτελέστηκαν. Εκ παραλλήλου, στην ύπαιθρο Χώρα επικρατούσαν οι κομμουνιστές αντάρτες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει τα δικά τους λαϊκά δικαστήρια. Η Λαμία είχε γεμίσει από πολλούς ανταρτόπληκτους. Όλα αυτά τα δεινά οφείλονται στις συνέπειες του πολέμου και στις ιδεολογικές και πολιτικές αντιθέσεις των πάντα ανυπόμονων και θερμόαιμων συνανθρώπων μας.

Μετά τον εμφύλιο, οι ιθύνοντες της Λαμίας προσπάθησαν να ανορθώσουν τα ερείπια και να βάλουν κάποια τάξη στα πράγματα. Η πολιτική ηγεσία από την άλλη πλευρά προσπάθησε να βοηθήσει, η κάθε μια με τις δικές της δυνάμεις και τη δική της νοοτροπία.

Σιγά σιγά, πάντως, η ζωή έπαιρνε το δρόμο της και η κάθε οικονομική, πολιτιστική, κοινωνική και πνευματική δραστηριότητα τη δική της. Όμως από ανάγκη, πολλοί κάτοικοι της περιοχής, έπαιρναν το δρόμο προς τη Γερμανία κι άλλες χώρες προς εύρεση εργασίας.

Η Λαμία σήμερα

Το 1981 η Λαμία αριθμούσε 41.667 κατοίκους. Η πόλη μεγάλωσε παρά πολύ. Τα Καλύβια, η Νέα Μαγνησία, το Παγκράτι και η Νέα Άμπλιανη, συνοικισμοί της Λαμίας, όπως τα Γαλανέικα και οι εργατικές κατοικίες, ενώ σχεδόν έχουν ουσιαστικά ενωθεί με το μεγάλο κορμό της πόλης, μοιάζουν με ξεχωριστές μεγάλες πόλεις. Από τριακονταετίας και μέχρι σήμερα, έχουν χτιστεί αμέτρητες πολυκατοικίες και στο κέντρο και στις άκρες και έχουν στοιβαχτεί εκεί μέσα άνθρωποι από τα περίχωρα και από άλλα διαμερίσματα της χώρας, διαφόρων κοινωνικών τάξεων.

Η Λαμία είναι μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της χώρας μας και μια από τις σπουδαιότερες από απόψης θέσεως, οικονομικής δραστηριότητας και πνευματικού επιπέδου.

Πηγή: https://www.lamia.gr/el/content/i-istoria-o-politismos-tis-lamias

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λαμία

Η μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.)

Η μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη το 480 π.Χ. (παράλληλα με τη ναυμαχία του Αρτεμισίου) μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα.

Χάρτης της περιοχής που έγινε η μάχη των Θερμοπυλών με την σύγχρονη ακτογραμμή και ανακατασκευασμένη την ακτογραμμή του 480 π.Χ
Χάρτης των Θερμοπυλών

Τα γεγονότα πριν τη μάχη των Θερμοπυλών

Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι’ αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου. Οι Πέρσες, οι οποίοι κατά τις αρχαίες πηγές είχαν εκατομμύρια άνδρες στρατό και κατά τις σύγχρονες εκατό με τριακόσιες χιλιάδες άνδρες, έφθασαν στα στενά στις αρχές του Σεπτεμβρίου.

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, από όπου ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα και όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Εκείνη την περίοδο, οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν τα Κάρνεια, ενώ ήταν επίσης η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων – μια σύγκρουση εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ιεροσυλία. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Έφοροι της Σπάρτης θεώρησαν ότι η επείγουσα κατάσταση ήταν σοβαρή δικαιολογία για να στείλουν στρατό με αρχηγό τον Λεωνίδα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας : είτε η Σπάρτη θα χαθεί είτε θα χάσει ένα βασιλιά.

 [7.220.4] ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο,
 ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι
 πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης
 πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.
 οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων
 ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί
 σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται.
[7.220.4] Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης,
νά τί σας περιμένει:ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν
τα εγγόνια του Περσέα ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα
του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα.
Κι αυτόν των ταύρων η ορμήνα τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων·
του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας
δεν τον σταματά, προ τούτην πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια.

Ο Λεωνίδας πίστευε ότι έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη, γι’ αυτό και πήρε μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν γιους. Κατά τη διάρκεια της πορείας τους, οι Σπαρτιάτες ενισχύθηκαν με άλλους 5.000 άνδρες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να παρατάξει τους Σπαρτιάτες στο κέντρο, όπου βρίσκονταν το πιο στενό σημείο των Θερμοπυλών, ενώ οι Φωκείς ανέλαβαν να χτίσουν αμυντικό τείχος – έστειλε 1.000 Φωκείς να υπερασπιστούν την Τραχίνα, καθώς απ’ εκεί οι Πέρσες μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Έλληνες. Όταν οι Πέρσες έφθασαν στην περιοχή, οι Πελοποννήσιοι έλεγαν ότι έπρεπε να κατεβούν στον Ισθμό της Κορίνθου και να αμυνθούν εκεί. Αλλά οι Φωκείς και οι Λοκροί έπεισαν τον Λεωνίδα να μείνει στο στενό.

Ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν «Μολὼν λαβέ» (αφού / εφόσον έρθεις, πάρ’τα). Η μάχη ήταν αναπόφευκτη, αλλά ο Ξέρξης προτίμησε να περιμένει τέσσερις μέρες, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπιστούν.

Στρατηγική και τακτική της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών ήταν αποτέλεσμα της απόφασης των Ελλήνων να εξουδετερώσουν το μειονέκτημα της μικρής αριθμητικής τους δύναμης, περιοριζόμενοι αποκλειστικά στην άμυνα. Απ’ την άλλη, οι Πέρσες δεν μπορούσαν να μείνουν στις Θερμοπύλες για πολύ καιρό – είτε θα υποχωρούσαν είτε έπρεπε να σπάσουν τις ελληνικές γραμμές. Οι Έλληνες οπλίτες μπορούσαν να κλείσουν το στενό πέρασμα, χωρίς να μπορεί να επιτεθεί στο περσικό ιππικό. Υπήρχε όμως ένα μονοπάτι απ’ όπου οι Πέρσες μπορούσαν να περάσουν και να περικυκλώσουν τους Έλληνες.

Μετά από τέσσερις μέρες αναμονής, οι Πέρσες επιτέθηκαν, αλλά οι Έλληνες αντιστάθηκαν για δύο μέρες. Την τρίτη μέρα, ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους Έλληνες. Όταν το έμαθε αυτό, ο Λακεδαιμόνιος βασιλεύς Λεωνίδας (των Αγιαδών) αποδεσμεύει τις συμμαχικές δυνάμεις, για να οργανωθεί νέα άμυνα των Ελλήνων νοτιότερα, κρατώντας μαζί του στις Πύλες μονάχα επίλεκτες και εθελοντικές δυνάμεις, επιπλέον από τους θρυλικούς 300 Σπαρτιάτες, δηλαδή 900 με 1000 Περίοικους Λακεδαιμόνιους, ίσως μαζί και με Είλωτες(= απόγονοι κατακτημένων Αχαιών), 400 Θηβαίοι και 700 Θεσπιείς με επικεφαλής τον Δημόφιλο, γιο του Διαδρόμου.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών και η ναυμαχία του Αρτεμισίου έληξαν ταυτόχρονα. Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Ο Θεμιστοκλής, όμως, έπεισε τους Έλληνες να μείνουν στη Σαλαμίνα, όπου πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στη Σαλαμίνα θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του Ελλησπόντου, αποφάσισε να υποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Ο Μαρδόνιος έμεινε με τους στρατιώτες που διάλεξε[. Πέρασε τον χειμώνα στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους. Το επόμενο έτος, ο Μαρδόνιος ανακατέλαβε την Αθήνα. Αλλά, οι Έλληνες, υπό την ηγεσία των Σπαρτιατών, αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, για αυτό βάδισαν για την Αττική. Ο Μαρδόνιος υποχώρησε στη Βοιωτία, για να εξαναγκάσει τους Έλληνες να πολεμήσουν στις Πλαταιές. Στη μάχη των Πλαταιών, το ελληνικό πεζικό συνέτριψε τους Πέρσες, ενώ στη μάχη της Μυκάλης, ο ελληνικός στόλος πέτυχε σοβαρή νίκη επί του περσικού στόλου.

Θρύλοι για τη μάχη των Θερμοπυλών

Ο Πλούταρχος, στο έργο Λακαινών Αποφθέγματα, αναφέρει ότι ο Λεωνίδας, όταν ρωτήθηκε από τη σύζυγο του, Γοργώ, τι πρέπει να κάνει αν δεν επιστρέψει, εκείνος απάντησε «ἀγαθὸν γαμεῖν καὶ ἀγαθὰ τίκτειν» (Παντρέψου ένα γενναίο άνδρα και γέννησε γενναία παιδιά). Οι Πέρσες, όταν έφθασαν στις Θερμοπύλες, έστειλαν κατασκόπους (ημεροσκόπους) για να μάθουν πόσους άνδρες είχαν οι Έλληνες. Αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι είδαν τους Σπαρτιάτες που γυμνάζονταν και χτενίζονταν, αλλά ο Ξέρξης δεν τους πίστεψε και έβαλε τα γέλια. Τότε κάλεσε τον Δημάρατο (εξόριστο Σπαρτιάτη βασιλιά) και του επανέλαβε όσα του είχαν πει οι απεσταλμένοι του. Ο Δημάρατος δήλωσε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν οι πιο γενναίοι άνδρες στην Ελλάδα και ότι είχαν την πρόθεση να υπερασπιστούν μέχρι θανάτου τα στενά και κατέληξε λέγοντας ότι αν ο Ξέρξης υποδούλωνε τους Σπαρτιάτες δεν θα υπήρχαν πια άνδρες που θα μπορούσαν να του αντισταθούν.

Ο Πλούταρχος αναφέρεται επίσης στην επίσκεψη των Περσών στη Σπάρτη πριν τη μάχη, όταν πρόσφεραν στον Λεωνίδα τη διοίκηση της Ελλάδος. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς απάντησε ότι προτιμά να πεθάνει για τους Έλληνες παρά να γίνει ο απόλυτος διοικητής τους. Αργότερα οι Πέρσες ζήτησαν την υποταγή των Ελλήνων και τότε ο Λεωνίδας απάντησε «Μολὼν λαβέ». Γνωστό είναι και το παράδειγμα του Διηνέκη, ο οποίος όταν οι Πέρσες απείλησαν ότι θα κρύψουν τον ήλιο με τα βέλη τους, απάντησε «καλύτερα, θα πολεμήσουμε υπό σκιάν» – ο Ηρόδοτος επίσης αναφέρει ότι ο Διηνέκης και οι σύντροφοί του είχαν τραβήξει το σώμα του Λεωνίδα τέσσερις φορές μέχρι που έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

Όταν έληξε η μάχη, ο Ξέρξης ρώτησε να μάθει γιατί τόσοι λίγοι Έλληνες είχαν υπερασπιστεί τα στενά. Τότε μπροστά του παρουσιάστηκαν Αρκάδες που αυτομόλησαν στο περσικό στρατόπεδο και του απάντησαν ότι οι υπόλοιποι Έλληνες συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου ο νικητής έπαιρνε ένα στεφάνι ελιάς. Ο Τιγράνης, Πέρσης στρατηγός, όταν άκουσε αυτό είπε: «παπαῖ Μαρδόνιε, κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς» (μετ. Αλίμονο, Μαρδόνιε, ενάντια σε τί άνδρες μας έφερες να πολεμήσουμε, σ’ αυτούς που δεν πολεμούν για χρήματα αλλά για την αρετή).

Τα επιγράμματα

Ο Σιμωνίδης ο Κείος, μετά τη μάχη, έγραψε ένα από τα πιο γνωστά επιγράμματα.Το επίγραμμα λέγει τα παρακάτω (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο):

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Ω ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι εδώ
ταφήκαμε, υπακούοντας στα προστάγματά τους.

Τα επιγράμματα είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε επιτάφιους και είχαν τη μορφή ελεγειακού δίστιχου. Κατά τον Τζων Ράσκιν, «η υπακοή στην υψηλότερη μορφή της δεν είναι υπακοή στους σταθερούς και υποχρεωτικούς κανόνες, αλλά μια πεπεισμένη ή εθελοντική παραχώρηση σε μια εντολή».

Σημασία της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία. Κυρίως όμως από ηθική άποψη είναι λαμπρό παράδειγμα αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και υπακοής στην πατρίδα. Η μάχη έδειξε τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των Σπαρτιατών, του καλύτερου εξοπλισμού και της έξυπνης χρήσης της διαμόρφωσης του εδάφους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html