Ο Τυρταίος (7ος αιώνας π.Χ.)

Ο Τυρταίος έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ. Κάποια παράδοση έλεγε πως καταγόταν από τις Αφίδνες της Αττικής και ότι οι Αθηναίοι, σύμφωνα με κάποιο χρησμό του μαντείου των Δελφών, τον είχαν στείλει στην Σπάρτη, για να εμψυχώσει τους Σπαρτιάτες που χρειάζονταν στρατηγό στην εποχή του δύσκολου για τη Σπάρτη Β΄Μεσσηνιακού πολέμου (640π.Χ.-620π.Χ.). Είναι όμως σχεδόν βέβαιο πως ο Τυρταίος ήταν Σπαρτιάτης, και μάλιστα όχι μόνο ποιητής αλλά ίσως και στρατηγός των Λακεδαιμονίων κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Στο ελεγειακό ποιητικό του έργο συγκαταλέγεται το ποίημα του οι «Υποθήκες», δηλαδή συμβουλευτικά ποιήματα. Ακόμη είχε συνθέσει και εμβατήρια, δηλαδή πολεμικά τραγούδια.

Ο Τυρταίος
Ο Τυρταίος

Ο Τυρταίος γράφει

Υποθήκη

Δε λογαριάζω ουδέ αψηφώ κανένα των ανθρώπων

εγώ για τάχος των ποδιών ή δυναμοχεριά,

κι αν έχει την κορμοστασιά και τη γροθιά Κυκλώπων

μα κι αν νικά στο τρέξιμο της Θράκης το Βοριά,

κι αν έχει από τον Τιθωνό πιότερα τούτος κάλλη,

κι από τον Μίδα τον πολύ πιο πλούσιος να γενεί,

και να ξεπερνά τον Πέλοπα στην αρχοντιά την άλλη

και αν έχει τη γλυκόλαλη τ΄ Αδράστου τη φωνή

και αν έχει πάσα χάρη του, χωρίς λεβεντιά να ΄χει!

γιατ΄ άνδρας τούτος δεν είναι -του κάκου- αν δε μπορεί να

τους ματωμένους σκοτωμούς να βλέπει μες στη μάχη

και στον εχθρό όλο πιο κοντά να πάει και να βαρεί.

Ναι, τούτη είν΄ παλικαριά, τ΄ατίμητο στεφάνι,

π΄αξίζει πρώτα να φορεί στον κόσμο κάθε νιος

γιατί και της πατρίδας του και όλων καλό θα κάνει

σαν προσπερνά από τες γραμμές και μπαίνει ομπρός ομπρός

και ντροπιασμένο τι θα πει φευγιό μηδέ το ξέρει

και όλη του βάλει την ψυχή εκεί και τον θυμό

και δίνει του συντρόφου του θάρρος πολύ και χέρι,

αυτός είναι στον πόλεμο ο άνδρας που τιμώ!

Των αντιμάχων γρήγορα τπυς λόχους θα σκορπίσει,

αυτός της μάχης σταματά το κύμα, την ορμή.

Και πάλι όποιος ανάμεσα στους πρώτους ξεψυχήσει,

καμάρι της πατρίδας του και των γονιών τιμή,

με κάμποσες λαβωματιές στα στήθη τα πανώρια

ή με πληγές στη μέση τπυ μπροστά -μόνο μπροστά!-

τούτον μαζί μοιρολογούν και γέροντες κι αγόρια

και το χωριό του ολάκερο τη θλίψη του βαστά

και ο τάφος του πασίγνωστος, καθώς και τα παιδιά του

και των παιδιών του τα παιδιά και όλη η γενιά μαζί

κι η δόξα δεν ξεγράφεται ποτές ή τ΄όνομα του

και μες στο χώμα γίνεται αθάνατος και ζει

εκείνος που σαν πολεμά και μάχεται και στέκει,

για την πατρίδα, τα παιδιά σαν άνδρας σκοτωθεί!

Αν γλιτώσει το βαρύ του χάρου το πελέκι

και πάρει νίκης ζηλευτής τιμή με το σπαθί,

χαρά του! όλοι τον ΄παινούν, ίδια και νιοι και γέροι

και με πολλά φθάνει καλά την ώρα της θανής.

Όσο γερνάει και πιο πολύ ο κόσμος τόνε ξέρει

κανένας δεν τον αδικεί, δεν τον φθονάει κανείς,

καθένας προσηκώνεται να του παραχωρήσει

την πρώτη θέση, ως κι οι πιο παλαιοί και διαλεχτοί.

Το λοιπόν τούτη την τιμή ν΄αξιωθεί αν πασχίσει

κάθε άνδρας, κι από πόλεμο ποτέ μην τραβηχτεί.

Η Αστυπάλαια (900π.Χ.-…)

Η Αστυπάλαια βρίσκεται στο πιο δυτικό σημείο των Δωδεκανήσων. προς την πλευρά των Κυκλάδων, στοιχεία των οποίων υπάρχουν έντονα στο νησί. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά την Μέσα (δυτική) και την Όξω (ανατολική), που ενώνονται με μια μικρή λωρίδα αμμουδιάς περίπου 100 μέτρων. Εξαρτημένα από αυτήν κατοικημένα νησάκια είναι ο Κουνούπος, η Οφιδούσα και η Σύρνα. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Χώρα ή Αστυπάλαια. Υπάρχουν ακόμα και τα χωριά Βαθύ, Λιβάδι και Μαλτεζάνα ή Ανάληψη.

Οι ντόπιοι προτιμούν να την ονομάζουν Αστροπαλιά. Στην αρχαιότητα λεγόταν και Ιχθυόεσσα, καθώς από τότε ήταν παράδεισος για τους ψαράδες που, ακόμα και σήμερα, δύσκολα θα απογοητευτούν, αν και τα ψάρια έχουν λιγοστέψει.

Η Αστυπάλαια
Τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην Αστυπάλαια

Η Αστυπάλαια ανήκε σε μια πολύ γνωστή οικογένεια. Ήταν κόρη του Αγήνορα και της Περιμήδης, αδελφή της Ευρώπης, την οποία απήγαγε ο Δίας, την έφερε στην Κρήτη και απέκτησε από αυτήν το Μίνωα. Ο βασιλιάς πατέρας τους έστειλε τους γιους του να φέρουν πίσω την κόρη του. Δεν την βρήκαν όμως και δεν έπεστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους. Ο δυστυχισμένος πατέρας έχασε και την άλλη του κόρη. Ο θεός Ποσειδώνας είδε την Αστυπάλαια την ερωτεύτηκε, την έκλεψε και την έφερε στο νησί που πήρε το όνομα της. Από τον έρωτα τους γεννήθηκαν δυο γιοι: ο Αγκαίος που ανδραγάθησε στην Αργοναυτική εκστρατεία και ο Ευρύπυλος, ο βασιλιάς της Κω.

Από τον 9ο π.Χ. άποικοι από τα Μέγαρα και το Άργος εγκαταστάθηκαν στο νησί. Στα 496π.Χ. το νησί εκπροσώπησε στους Ολυμπιακούς αγώνες ο πυγμάχος Κλεομήδης. Οι φονικές γροθιές του σκότωσαν τον αντίπαλο του και αυτό έγινε αίτια οι Ελλανοδίκες να μην τον ανακηρύξουν Ολυμπιονίκη. Γύρισε στην Αστυπάλαια με ταραγμένο μυαλό. Σε μια κρίση τρέλας γκρέμισε το σχολείο την ώρα που οι μαθητές έκαναν μάθημα. Σκοτώθηκαν 60 παιδιά. Ο Κλεομήδης εξαφανίστηκε. Το μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε «τελευταίο των ηρώων».

Στα χρόνια της ελληνιστικής περιόδου και της Ρωμαϊκής κατάκτησης η Αστυπάλαια ήταν περίφημο κέντρο εμπορίου ψαριών. Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν εκεί ναύσταθμο με κύριο καθήκον την καταπολέμηση των πειρατών.Οι νησιώτες συνέπραξαν πρόθυμα και εξασφάλισαν προνόμια.

Το 1207 κατακτήθηκαν από τη βενετική οικογένεια των Γκουερίνι. Το οικόσημο τους σώζεται στο κάστρο στη Χώρα. Την ξαναπήραν οι Παλαιολόγοι του Βυζαντίου το 1269 και την έχασαν ξανά το 1310.

Η Αστυπάλαια ήταν το τελευταίο των Δωδεκανήσων που έπεσε στα χέρια των Τούρκων: το 1537, 15 χρόνια μετά την άλωση της Ρόδου. Αρχηγός του στόλου, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα δεν παρέλειψε να λεηλατήσει το νησί. Οι συχνές επιδρομές του. το πρώτο μισό του 16ου αιώνα, είχαν γίνει μάστιγα για τους νησιώτες. Οι νησιώτες τραβήχτηκαν στο «Κάστρο του Αη-Γάννη», ένα φυσικό οχυρό. Απόρθητο κατά την παράδοση και με μυστική είσοδο και κρυφή έξοδο σε γειτονικό λόφο. Ακόμη σώζονται εκεί λείψανα σπιτιών και μια δεξαμενή νερού.

Η συγκατοίκηση με τους πειρατές όμως ήταν επικίνδυνη. Το νησί ερήμωσε για να ξανακατοικηθεί στα 1577, όταν τα πράγματα ηρέμησαν. Η μετέπειτα ιστορία της Αστυπάλαιας είναι κοινή με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.

Αγία Σοφία (537-…)

Ο ιουστινιάνειος ναός της του Θεού Σοφίας είναι το μεγαλύτερο και το πλέον πολυδάπανο κτίριο που χτίστηκε ποτέ στο Βυζάντιο. Είναι το θρυλικό μνημείο-σύμβολο για τον ορθόδοξο κόσμο. Η Αγία Σοφία είναι συνδυασμός τρίκλιτης βασιλικής με περίκεντρο οικοδόμημα. Τα πλάγια κλίτη εδώ έχουν αρκετά περιορισμένες διαστάσεις, είναι διώροφα και μαζί με το νάρθηκα δίνουν την εντύπωση περιδρόμου στοάς που περιβάλλει τον κεντρικό τρουλλαίο πυρήνα.

Ο πρώτος ναός της του Θεού Σοφίας είναι ήταν μια απλή Βασιλική και άρχισε να χτίζεται επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ή επί του διαδόχου του και γιου του Κωνστάντιου Β’ και εγκαινιάστηκε το 360. Ο ναός αυτός κάηκε το 404. Αμέσως μετά χτίστηκε μια νέα Βασιλική που εγκαινιάστηκε το 415. Ο δεύτερος ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά στη Στάση του Νίκα το 532.

Αγία Σοφία
Κάτοψη της Αγίας Σοφίας

Αμέσως μετά ο Ιουστινιανός αποφάσισε να χτίσει το μοναδικό αυτό αρχιτεκτόνημα, που υπήρξε σταθμός στη βυζαντινή ναοδομία. Ο ναός ολοκληρώθηκε μέσα σε πεντέμισι χρόνια και εγκαινιάστηκε την 27η Δεκεμβρίου 537. Αρχιτέκτονες, «μηχανοποιοί» ήταν ο Ανθέμιος από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο. Και οι δύο ασχολούνταν περισσότερο με την θεωρία της στατικής, της κίνησης και τα μαθηματικά. Δεν είχαν μεγάλη πρακτική πείρα για την οργάνωση ενός τόσο μεγάλου έργου. Έγιναν αρχιτέκτονες όταν κλήθηκαν να εκτελέσουν τα σχέδια και τη στατική μελέτη ενός σύνθετου οικοδομήματος, που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γίνει απόπειρα να εκτελεστεί σε τόσο μεγάλη κλίμακα. σύνθετος αρχιτεκτονικός συνδυασμός δεν είχε καμιά στενή συγγένεια με προηγούμενους. Συνίσταται από στοιχεία που χρησιμοποιούνταν μεμονωμένα αλλά ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γίνει προσπάθεια τέτοιας μορφής, να συνδεθούν μεταξύ τους. Τούτο δε θα συμβεί και μετά. Πράγματι ποτέ η Αγία Σοφία δεν αποτέλεσε αντικείμενο πιστής μίμησης στο σύνολο της, παρά μόνο σε επιμέρους στοιχεία.

Στη σημερινή μορφή του ο ναός της του Θεού Σοφίας δεν ακριβώς το ίδιο κτίριο που εγκαινιάστηκε το 537. Ο αρχικός τρούλλος ήταν, που ήταν 6μ. χαμηλότερος κατέρρευσε το 558. Ανακατασκευάστηκε με ψηλότερες αναλογίες από τον Ισίδωρο τον Νεότερο και τελείωσε το 563. Τότε επήλθαν και αλλαγές στη βάση του και ξαναχτίστηκαν οι τοίχοι του φωταγωγού κάτω από τα πλευρικά τόξα, ενώ προστέθηκαν και οι πλάγιες αντηρίδες. Ο τρούλλος ξανάπεσε το 989 και επισκευάστηκε από τον Αρμένιο Trdat. Για τελευταία φορά κατέρρευσε το ανατολικό του τμήμα το 1346. Το σχέδιο όμως του Ισίδωρου του Νεότερου δεν αλλοιώθηκε ουσιαστικά . Οι Τούρκοι προσέθεσαν μετά την Άλωση στις τέσσερις γωνίες μιναρέδες.

Το σχέδιο της Αγίας Σοφίας

Η κάτοψη του ναού είναι σχεδόν τετράγωνη (71Χ77μ). Μέσα στο τετράγωνο αυτό υψώνονται τέσσερις μεγάλοι πεσσοί, που συνδέονται ανά δύο με τόξα. Αυτά στη βόρεια και νότια πλευρά είναι απλά τόξα και μεταξύ των πεσσών διαμορφώνονται κιονοστοιχίες σε δύο ορόφους από τέσσερις κίονες κάτω και έξι επάνω, οι οποίοι στηρίζουν μεγάλο τύμπανο διάτρητο από τοξωτά παράθυρα. Στην ανατολική και δυτική πλευρά τα τόξα που συνδέουν τους πεσσούς αποτελούν τα μέτωπα δύο μεγάλων κογχών που απολήγουν σε τεταρτοσφαίριο. Τα δύο αυτά τεταρτοσφαίρια διευρύνονται κάτω με δύο διώροφες ημικυκλικές κόγχες που στηρίζονται στους μεγάλους πεσσούς, και σε μικρότερους κοντά στο ανατολικό και δυτικό τοίχο αντιστοίχως. Μεταξύ των μικρότερων κογχών διαμορφώνεται ανατολικά η αψίδα του Ιερού Βήματος και δυτικά η κύρια είσοδος στο ναό. Τα τεταρτοσφαίρια μεταφέρουν ένα μέρος των ωθήσεων του τρούλλου στους δευτερεύοντες πεσσούς, που βρίσκονται κοντά στους εξωτερικούς τοίχους.

Ο πελώριος τρούλλος, διαμέτρου 32μ., εδράζεται επάνω στα τέσσερα τόξα που συνδέουν τους τέσσερις μεγάλους κεντρικούς πεσσούς. Μεταξύ των τόξων διαμορφώνονται τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα ή «λοφία», που βοηθούν στη μετάβαση από το κεντρικό τετράγωνο, το οποίο ορίζουν οι πεσσοί, στην κυκλική βάση του τρούλλου. Ο τρούλλος δεν έχει κυλινδρικό τύμπανο, είναι απλώς ένα ημισφαίριο που πατά κατ΄ευθείαν επάνω στα τόξα. Στη βάση του τρούλλου μεταξύ των νευρώσεων ανοίγονται σαράντα τοξωτά παράθυρα, από όπου το διαχεόμενο φως δίνει την εντύπωση ότι ο τρούλλος αιωρείται.

Με την κάλυψη του κεντρικού τμήματος του ναού από το γιγαντιαίο τρούλλο και τα τεταρτοσφαίρια των κάτω από αυτόν ορόφων, που υποβαστάζονται με στηρίγματα απωθημένα προς τους εξωτερικούς τοίχους του ναού, επιτυγχάνεται ενότητα χώρου και ήρεμη ανάταση με τις επάλληλες καμπύλες επιφάνειες των οροφών. Η ενότητα αυτή επεκτείνεται και στα πλάγια κλίτη με τη ρυθμική αλληλουχία των τοξωτών ανοιγμάτων που γεφυρώνουν τα μεταξύ των ογκωδών πεσσών διαστήματα και επιτρέπουν την ήρεμη κίνηση του βλέμματος προς όλα τα σημεία του τεράστιου οικοδομήματος. Οι χώροι συγχέονται, το πραγματικό τους μέγεθος και ο όγκος της κατασκευής των στηριγμάτων κρύβεται κάτω από πολύχρωμη ορθομαρμάρωση και το παιχνίδισμα του φωτός που ξεχύνεται άπλετο σε κάθε σημείο του ναού από το πλήθος των παραθύρων και έτσι ο όγκος των στηριγμάτων εξαϋλώνεται.

Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε αίθριο με τρεις στοές που στηρίζονταν σε πεσσούς, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονταν ανά δύο κίονες. Στο αίθριο υπήρχε η κρήνη όπου ήταν χαραγμένη η επιγραφή:«ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ».

Στη ΝΔ γωνία του ναού υπήρχε το οκταγωνικό εσωτερικά βαπτιστήριο, ενώ στη ΒΑ υπήρχε το κυκλικό σκευοφυλάκιο.

Εντοίχια Ψηφιδωτά στην Αγία Σοφία

Τον 6ο αιώνα οι χριστιανικοί ναοί είχαν ανεικονικό διάκοσμο. Τον τρούλλο της Αγίας Σοφίας κοσμούσε μόνο ένας μεγάλος σταυρός και τον υπόλοιπο χώρο κάλυπταν φυτικά και γεωμετρικά θέματα, από τα οποία σήμερα σώζονται ελάχιστα.

Το εσωτερικό της Αγίας Σοφίας κοσμήθηκε κατά τη διάρκεια των αιώνων με λαμπρά ψηφιδωτά. Δύο περίπου δεκαετίες μετά τη λήξη της εικονομαχίας το τεταρτοσφαίριο της αψίδας διακοσμήθηκε με μνημειακή παράσταση της Παναγίας ένθρονης, βρεφοκρατούσας. Στο εσωράχιο του τόξου του βήματος απεικονίστηκα οι Αρχάγγελοι. Σήμερα σώζεται μόνο ο Γαβριήλ και ίχνη της μορφής του Μιχαήλ. Η παράσταση της Αψίδας συνδέεται με μια ομιλία του Φωτίου που εκφωνήθηκε στις 29 Μαρτίου 867, οπότε χρονολογείται γύρω στα 867.

Την περίπου εποχή, πιθανότατα μετά στο σεισμό του 869, αντοκαταστάθηκε ο σταυρός της τρούλλου με τη μορφή του Χριστού Παντοκράτορα. Αυτή η εικόνα δε σώζεται σήμερα. Από επίγραμμα «αψίδι χειρών ως θρόνω των σων κάθη» πιθανολογείται ότι ο Χριστός απεικονιζόταν ολόσωμος καθισμένος πάνω σε ουράνιο τόξο. Το ψηφιδωτό αυτό θα επισκευάστηκε τουλάχιστον δύο φορές αφού ο τρούλλος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατέρρευσε εν μέρει το 989 και το 1346.

Την παράσταση του Παντοκράτορα περιέβαλλαν τέσσερα εξαπτέρυγα στα σφαιρικά τρίγωνα από τα οποία σήμερα διατηρούνται τα δύο των ανατολικών λοφίων. Τα δύο τεράστια τύμπανα του ναού, προς Βορρά και Νότο τα οποία διατρυπώνται από δύο σειρές παραθύρων και φέρουν στο κάτω τμήμα μια ζώνη από τυφλές κόγχες, διακοσμήθηκαν με ολόσωμες μορφές.

Πάνω από την είσοδο του νοτιοδυτικού διαμερίσματος εικονίζεται η Παναγία ένθρονη βρεφοκρατούσα ανάμεσα στους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο και Ιουστινιανό που της προσφέρουν ο πρώτος την Κωνσταντινούπολη και ο δεύτερος την Αγία Σοφία.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα της Αγίας Σοφίας που εκπροσωπεί ένα από τα πρώτα μεταεικονομαχικά προγράμματα – προσαρμοσμένο ωστόσο σε ένα παλαιοχριστιανικό ναό – περιελάμβανε τον Παντοκράτορα στον τρούλλο, την Παναγία στην αψίδα, μορφές αγγέλων, προφητών, ιεραρχών και αποστόλων στο ναό καθώς και ελάχιστες ευαγγελικές σκηνές.

Η διακόσμηση του ναού έγινε τον 9ο και 10ο αιώνα. Μέχρι τον 14ο αιώνα ο ναός εξακολουθούσε να διακοσμείται με ψηφιδωτά. Πρόκειται για επισκευές ή για μεμονωμένους αναθηματικούς πίνακες των αυτοκρατόρων.

Ο Αρχίλοχος (680π.Χ.-640π.Χ.)

Ο Αρχίλοχος στάθηκε ο δημιουργός και ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ιαμβικής ποίησης. Τα θέματα του, εμπνευσμένα από τη γύρω ζωή του και το παρόν, τράβηξαν την προσοχή των συγχρόνων το, που ως τότε πρόσεχαν τις επιβλητικές περιγραφές από πολέμους και κατορθώματα βασιλιάδων. Η ζωή του στάθηκε μυθιστορηματική.

Ο Αρχίλοχος
Ο Αρχίλοχος

Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Πάρο, μετά, σπρωγμένος από τη φτώχεια, ακολούθησε τον πατέρα του στην παριανή αποικία της Θάσου, αλλά και εκεί τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Η αποικία μπλέχτηκε σε πόλεμο με τους Σαΐους της αντικρινής θρακικής ακτής και ο Αρχίλοχος πολεμώντας σε κάποια μάχη κινδύνεψε να σκοτωθεί και σώθηκε τρέχοντας ρίχνοντας προηγουμένως την ασπίδα του.

Αργότερα επιστρέφει στη Πάρο, μνηστεύεται τη Νεοβούλη, κόρη του Λυκάμβη, αλλά ο πεθερός του μετανιώνει και δίνει τη Νεοβούλη σε άλλον. Τότε ο ποιητής εκδικείται με τους πιο δηκτικούς ιάμβους του, που όπως λέει η παράδοση, έκαναν τον Λυκάμβη και τις κόρες του να κρεμαστούν από την ντροπή τους. Το υπόλοιπο της σύντομης ζωής του το έζησε ως μισθοφόρος ή ως πειρατής, ώσπου σκοτώθηκε σε μια μάχη στη Νάξο.

Ο Αρχίλοχος γράφει

Χαμός του γαμπρού

Την πολυστέναχτη θλίψη κανείς, ή πολίτης ή η πόλη,

δεν κατακρίνει, μακριά τα φαγοπότια, ακριβοί

ήταν αυτοί, Περικλή, που πολύβοου πελάγου το κύμα

έπνιξε, ο πόνος βαριά μας τυραννά την καρδιά.

Μα, αγαπητέ μου, οι θεοί για τ΄αγιάτρευτα βάσανα πάλι

έχουνε βρει γιατρικό: καρτερική υπομονή.

Η συμφορά μια τον έναν χτυπά μια τον άλλον, τώρα

ήρθε σ΄εμάς, για πληγή βογκούμε, ναι, αιματηρή,

μα θα περάσει και σ΄άλλους αργότερα, μπρος, τη γυναικεία

θλίψη πετάξτε λοιπόν, σφίξτε γερά την καρδιά.

Κουράγιο

Ψυχή, ψυχή, που δύσκολες σε συνταράζουν έγνοιες,

ορθώσου και γυρίζοντας προς τους εχθρούς το στήθος

υπερασπίσου, αφού γερά τη θέση σου κρατήσεις

μες στα καρτέρια των εχθρών. Κι ανίσως και νικήσεις

να μην καυχιέσαι φανερά, μήτε να κλαις στο σπίτι,

πέφτοντας χάμου αν νικηθείς. Παρά να χαίρεις λίγο

για τις χαρές και στα κακά να μην πολυλυπάσαι.

Και ξέρε τους ανθρώπους ποιος ρυθμός τους κυβερνάει.

Η Κάλυμνος (3000π.Χ.-…)

Η Κάλυμνος είναι το τέταρτο σε έκταση νησί των Δωδεκανήσων με ορεινό έδαφος. Βρίσκεται ανάμεσα στην Λέρο και τη Κω, βορειοδυτικά της Ρόδου, σε απόσταση 183 μιλίων από τον Πειραιά. Περιβάλλεται από πλήθος μικρών νησιών. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Πόθια ή Ποθαία ή Κάλυμνος, λιμάνι στον μυχό ενός κόλπου στα νοτιοανατολικά του νησιού. Υπάρχουν ακόμη τα χωριά Χώρα, Βαθύ, Εμπορειός, Μασούρι, Μυρτιές και Πάνορμος.

Η Κάλυμνος
Λιθογραφία του 1880 που παρουσιάζει τη διαδικασία αλιείας των σφουγγαριών

Το μεγάλο βυζαντινό κάστρο, με εννιά ολόλευκα εκκλησάκι και ερείπια σπιτιών προβάλλει επιβλητικό πάνω από την παλιά πρωτεύουσα, Χώρα. Η περιοχή είναι γεμάτη κάστρα. Το Καστέλι κοντά στο Μασούρι και το ερειπωμένο βυζαντινό στην Τέλενδο «συνδέονται» καθώς ο θρύλος μιλά για το «βασιλόπουλο» του Καστελιού και την αγαπημένη του στο κάστρο της Τελένδου.

Άλλος θρύλος αναφέρεται στο μοναστήρι-κάστρο της κυρά-Ψηλής που χτίστηκε πάνω από το Καλύμνιο Ρούσο. Τον είχαν πάρει οι Τούρκοι με το παιδομάζωμα, είχε γίνει γενίτσαρος και μετά πασάς με το όνομα Γκιουλ Αχμέτ, πέρασε από το νησί, θυμηθηκε τη γενιά του, αναγνώρισε τον πατέρα του και έφτιαξε το μοναστήρι. Υπάρχουν ακόμα και το τιτανικό Καστρί των νεολιθικών χρόνων στον Εμπορειό και το κάστρο της Παναγίας Χρυσοχεριάς που χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες.

Στην «ευθύνη» της Καλύμνου ανήκουν και οι βραχονησίδες Ίμια, όπου συνέβη το θερμό επεισόδιο τον Ιανουάριο του 1996.

Ευρήματα Νεολιθικά και της Νεοανακτορικής περιόδου (μετά το 1700π.Χ.) μαρτυρούν της απώτερους χρόνους κατοίκησης του νησιού. Η ιστορική διαδρομή των νησιωτών είναι όμοια με εκείνη των υπολοίπων Δωδεκανησίων.

Η ιδιαιτερότητα των Καλυμνίων είναι η ζύμωση τους με τους βυθούς των θαλασσών Σκληροτράχηλοι και τολμηροί σφουγγαράδες, δημιούργησαν έπος, από όταν η σπογγαλιεία αποτελούσε το πιο επικίνδυνο επάγγελμα που θαλασσινός θα μπορούσε να ακολουθήσει. Αν επιβίωνε στους βυθούς δύσκολα ξέφευγε από τη «νόσο των δυτών».

Τα σφουγγάρια είναι ζώα της θάλασσας από τα πιο ατελή. Ανήκουν στο γένος των κοιλεντερωτών και περιλαμβάνουν πάρα πολλά είδη απλωμένα στις θερμές και εύκρατες θάλασσες κυρίως της Μεσογείου. Περισσότερο μοιάζουν με φυτά, έχουν ακανόνιστο σώμα, συνήθως κυπελλοειδές ή σχεδόν σφαιρικό μαλακό και γεμάτο πόρους. Ο σκελετός τους αποτελείται από ελαστικές ίνες. Το χρώμα τους είναι καφέ πάνω και σταχτοκίτρινο κάτω, Πιο διαδεδομένα είναι τα φαρμακευτικά σφουγγάρια και η τσιμούχα. Η Μεσόγειος (Αιγαίο, Αδριατική), η Ερυθρά θάλασσα και η Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι οι τόποι όπου οι σφουγγαράδες τα βρίσκουν.

Παλαιότερα η αναχώρηση των σφουγγαράδων αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς για την Κάλυμνο. Γινόταν τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου, αφού προηγουμένως όλο το νησί συμμετείχε στη [γιορτή της αγάπης» με κοινό τραπέζι, γλέντι και χορό. Η γιορτή επιβιώνει τη Πόθια, ως αναβίωση της παράδοσης μεταφερόμενη στην κεντρική πλατεία το Πάσχα και συμπληρωμένη με αναπαράσταση της δουλειάς των σφουγγαράδων με το σκάφανδρο και την καύση βεγγαλικών.

Για την αλίευση των σφουγγαριών οι σφουγγαράδες πρέπει να φτάσουν ως το βυθό της θάλασσας σε βάθος 91 μέτρα και μισό (πενήντα οργιές). Σήμερα, η αλίευση γίνεται με σύγχρονο εξοπλισμό. Στην Κάλυμνο λειτουργεί η μοναδική κρατική σχολή δυτών.

Παλιά, η δουλειά ήταν πολύ σκληρή και αρκετά επικίνδυνη και γινόταν με σκάφανδρο, μια αδιάβροχη και αεροστεγής στολή που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα ως το λαιμό και άφηνε γυμνές μόνο τις παλάμες των χεριών. Πάνω από τη στολή ο δύτης φορούσε παπούτσια από μολύβι, με μολυβένιες πλάκες για να μπορεί εύκολα να βυθιστεί. Στο άνοιγμα του λαιμού, βιδωνόταν βαρύ μεταλλικό κράνος με γυάλινα φινιστρίνια, που επέτρεπαν στο δύτη να βλέπει. Στο πίσω μέρος του μεταλλικού κράνους προσαρμοζόταν σωλήνας, του οποίου το άλλο άκρο βρισκόταν σε αντλία πάνω στο σφουγγαράδικο.

Πριν βγουν στο εμπόριο τα σφουγγάρια υφίστανται ειδική επεξεργασία για να απαλλαγούν από το γλοιώδες υγρό που κουβαλούν. Στην Κάλυμνο λειτουργούν ειδικά εργαστήρια.

Σόλων, ο ποιητής (639π.Χ.-559π.Χ.)

Ο Σόλων δε στάθηκε μόνο ο μεγάλος πολιτικός και νομοθέτης, αλλά και ο πρώτος Αθηναίος ποιητής. Την ποίηση του χρησιμοποίησε περισσότερο για να διατυπώσει τις πολιτικές του σκέψεις, όπως οι μεταγενέστεροι του πολιτικοί δημοσίευαν τους ρητορικούς λόγους τους. Αποσπάσματα από το έργο του Σόλωνα εκφράζουν τις σκέψεις του για τη ζωή και τη μοίρα του ανθρώπου. Ο Σόλων παροτρύνει τους πολίτες σε ομόνοια και νομιμοφροσύνη, ενώ σε άλλα ποιήματα ο νομοθέτης λογοδοτεί για το έργο του ή απαντά σε επικρίσεις.

Ο Σόλων
Ο Σόλων

Ο Σόλων γράφει

Ευνομία

Τούτα η ψυχή μου να τα πω μου λέει στους Αθηναίους:

Μύριες στην πόλη συμφορές η ανομία γεννάει,

ενώ όμορφα όλα κι εύτακτα η ευνομία τα κάνει

και των αδίκων και κακών δένει συχνά τα χέρια.

Τ΄ άγρια γλυκαίνει, σταματάει τον κόρο, ταπεινώνει

τον άνομο, και τους βλαστούς ξεραίνει της κακίας,

βρίσκει που κρύβεται άδικο, την περηφάνια ρίχνει,

πνίγει, την κάθε εξέγερση, πνίγει και της διχόνοιας,

της αγριεμένης την οργή, και με τη δύναμη της,

στον κόσμο είν΄ όλα γαληνά και φρόνιμα και τέλεια.

Η πόλη και οι Τύραννοι

Από ένα σύννεφο πέφτει με ορμή και χαλάζι και χιόνι,

απ΄ αστραψιά λαμπερή ξάφνω ξεσπά μια βροντή,

έτσι χαλιέται απ΄ ανθρώπους τρανούς ένα κράτος, και πέφτει

απ΄ αμυαλιά του ο λαός σ΄ ενός μονάρχη σκλαβιά

όταν πολύ θα υψωθεί, δεν είν΄ εύκολο πια να τον ρίξεις

πρέπει απ΄ την πρώτη στιγμή να ΄χουμε σε όλα το νου.

Από δική μας δειλία κι αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες

όχι μομφές στους θεούς δεν είναι φταίχτες εσείς

οι ίδιοι αρματώσανε τούτους εδώ και τρανέψανε τόσο

έτσι, απ΄ αυτά, στην πικρή πέσατε τώρα σκλαβιά

ίδια αλεπού πονηρή περπατάει ο καθένας σας χώρια

μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά

οι γαλιφιές σας πλανεύουν και δίνετε πίστη στα λόγια

όμως καμιά προσοχή στα έργα δε δίνετε εσείς.

Το έργο του νομοθέτη

Σαν ποιο άφησα στη μέση απ΄ όσα μ΄ έκαναν

να συγκαλέσω το λαό σε σύναξη;

Μπρος στου Καιρού το δικαστήριο μάρτυρα

άριστον έχω την τρανή μητέρα εγώ

των θεών του Ολύμπου, τούτη δω τη μαύρη Γη

που πάνωθε της πέτρες σήκωσα πολλές,

χρεών σημάδια, σκλάβα πρώτα αυτή ήτανε

και τώρα λεύτερη είναι. Κι Αθηναίους πολλούς

που δίκια ή άδικα έχουν πουληθεί μακριά,

στη θεόχτιστη πατρίδα τους ξανάφερα,

άλλοι, που χρέη αβάσταχτα τους πιέζανε,

μόνοι είχαν φύγει και, γυρνώντας δω κι εκεί,

την αττική τους γλώσσα είχαν ξεχάσει πια,

κι απ΄ της σκλαβιάς άλλοι υποφέραν την ντροπή

εδώ στον τόπο, μπρος στο αγρίεμα τρέμοντας

των αφεντάδων. Όλους τους λευτέρωσα.

Και βία μαζί και δίκιο συνταιριάζοντας

τα ΄φερα τούτα εγώ ως την άκρη δυνατά,

έτσι όπως είχα τάξει. Νόμους όρισα

ίδιους για τους μεγάλους και για τους μικρούς

το δίκιο δρόμο στον καθένα δείχνοντας.

Αν τη βουκέντρα κάποιος άλλος έπιανε,

άνθρωπος φιλοχρήματος, κακόβουλος,

αντίς για με, το λαό δε θα τον δάμαζε,

γιατί αν παραδεχόμουν όσα θ΄ άρεσε

σ΄ αυτούς εδώ να πάθουνε οι αντίπαλοι

κι όσα για τούτους βάζαν οι άλλοι με το νου,

η πόλη απ΄ άντρες πλήθος θα ΄μενε ορφανή.

Γι΄ αυτό άμυνα κρατούσα απ΄όλες τις μεριές,

λύκος ζωσμένος από σκυλολόι πυκνό.

Και στο λαό εγώ λέω, αν πρέπει να τα πω

έξω απ΄ τα δόντια: αυτά που τώρα απόχτησαν

ούτε και στ΄ όνειρο τους δεν θα το ΄βλεπαν.

Όσο για τους μεγάλους και τους δυνατούς,

πρέπει να με δοξάζουν και να μ΄ αγαπούν,

τ΄ αξίωμα τούτο αν κάποιος άλλος το ΄παιρνε,

να συγκρατήσει δε θα μπόρειε το λαό

και δε θα σταματούσε, ώσπου, ταράζοντας

το γάλα, θα ΄βγαζε όλο το καϊμάκι του,

εγώ όμως μες στη μέση στάθηκα των δυο

μερίδων σύνορο τους.

Για τον Σόλωνα διαβάστε ακόμη: Ο Σόλων, ο Κροίσος και το βήμα της χήνας

Η Κως (3000π.Χ.-…)

Η Κως βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Ρόδου ανάμεσα στην Κάλυμνο και τη Νίσυρο, πλάι στις ακτές της Μικράς Ασίας, στο στόμιο του κόλπου της Αττάλειας, 220 μίλια από τον Πειραιά. Είναι το δεύτερο σε μέγεθος νησί των Δωδεκανήσων, πεδινό και εύφορο. Οι αλυκές του συγκαταλέγονται στις καλύτερες της Μεσογείου.

Η Κως
Χαλκογραφία με τον πλάτανο του Ιπποκράτη στην Κω

Πρωτεύουσα και λιμάνι είναι η πόλη της Κω, χτισμένη κατά μήκος του μυχού ενός κόλπου, στα βορειανατολικά του νησιού, στη θέση της αρχαίας πόλης που δημιουργήθηκε το 366π.Χ. Καταστράφηκε από σεισμό στα 142μ.Χ. αλλά και στα 469 και 554μ.Χ. Ο σεισμός του 1933 έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούς να χτίσουν μια καινούργια πόλη με σύγχρονο οδικό ιστό και ταυτόχρονα αποκάλυψε την αρχαία κάτω από τα ερείπια των σπιτιών που τότε κατέρρευσαν.

Η ιστορική διαδρομή των κατοίκων της Κω, από την εποχή του Λίθου ως τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν κοινή με των άλλων νησιών του συμπλέγματος. Η μοναδικότητα της εμφανίστηκε τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα όταν έφτασε στην πιο μεγάλη της ακμή.

Η φήμη του Ασκληπιού και η διδασκαλία του Ιπποκράτη μετέτρεψαν την γύρω περιοχή σε αστικό κέντρο. Στα ιερά του θεού Ασκληπιού προσέρχονταν καθημερινά ασθενείς για να τους «θεραπεύσει ο θεός». Από τα 300 που γνωρίζουμε να υπήρχαν, αρχαιότερο ήταν της Τρίκκης (Τρίκαλα Θεσσαλίας) και σπουδαιότερο της Επιδαύρου. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. άρχισε να αποκτά φήμη και το Ασκληπιείο της Κω, που τότε δημιουργήθηκε. Διέθετε θειούχες ιαματικές πηγές και γρήγορα ξεπέρασε όλα τα άλλα σε σπουδαιότητα, καθώς οι εκεί θεραπευμένοι αποτελούσαν την ακαταμάχητη ζωντανή διαφήμιση.

Το διηύθυνε ένας μεγάλος ιερέας σε συνεργασία με έναν πυροφόρο (βοηθό). Ακόμη, υπήρχαν πολλοί ιερομνήμονες (νοσοκόμοι), νωεκόροι και ιερείς. Οι προσευχόμενοι, πρώτα λούζονταν, μετά προσέφεραν τα αφιερώματα τους κι έπειτα θεραπεύονταν από ιερέα, είτε πρακτικά είτε με υποβολή.

Εκείνο τον καιρό συνέπεσε να ιδρυθεί στον ίδιο χώρο και ιατρική σχολή που είχε την τύχη να φιλοξενεί διδάσκαλο τον Ιπποκράτη.

Ο μεγάλος Κώος επιστήμονας και φιλόσοφος γεννήθηκε το 460π.Χ. και είναι αυτός που θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη. Μελέτησε τον ανθρώπινο οργανισμό και τις ιδιότητες, τις αρρώστιες και τις θεραπευτικές αγωγές. Προσήγαγε τις ειδικότητες παθολογία, διαγνωστική, χειρουργική, γυναικολογία και μαιευτική.

Παρόλο που δίδασκε μέσα σε χώρο ιερού, απάλλαξε την ιατρική από τον εμπειρικό και τον ιερατικό της χαρακτήρα. Με το όνομα του σώζονται 72 συγγράμματα στην ιωνική διάλεκτο.

Ο συνδυασμός Ασκληπιείου-Ιπποκράτη έκανε εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές από όλη την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία να προσέρχονται στην περιοχή με αποτέλεσμα να ξεφυτρώνουν πανδοχεία, μαγαζιά και όλα εκείνα τα επαγγέλματα που συντηρούνταν από τους ταξιδιώτες. Ο πληθυσμός συνεχώς αυξανόταν. Το νησί έφθασε κάποια στιγμή να αριθμεί 160.000 κατοίκους.

Στα 366π.Χ., οι γύρω από το λιμάνι οικισμοί ενώθηκαν και δημιούργησαν την πόλη της Κω, ενώ, στα νότια του νησιού, η εκεί Αστυπάλαια (σημερινά Παλάτια) έχασε τα πρωτεία.

Με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Κως εντάχθηκε πρώτα στο κράτος του Αντίγονου. Με τη συνθήκη του 311π.Χ. ο Αντίγονος την παραχώρησε στον Πτολεμαίο. Στο διάστημα αυτό η ιατρική σχολή συνέχισε να λειτουργεί με δασκάλους κάποιους άξιους μαθητές του Ιπποκράτη και άλλους σπουδαίου γιατρούς στη συνέχεια. Η φήμη του Ασκληπιείου μεγάλωνε. Μαζί και η έκταση του. Είχε διαμορφωθεί σε τρία επίπεδα, με το μεσαίο να φιλοξενεί τον αρχαιότερο απλό ναό του Ασκληπιού και τον βωμό. Στο κάτω επίπεδο, όπου βρίσκονταν το θεραπευτήριο και οι πηγές, είχαν εγερθεί προπύλαια, κόγχες που φιλοξενούσαν αγάλματα, κτίσματα και στοές. Στο πάνω επίπεδο κτίστηκε επιβλητικός ναός του Ασκληπιού. Ογδόντα σκαλοπάτια οδηγούν από το κάτω επίπεδο στο επάνω.

Την εποχή των Πτολεμαίων, το νησί αναδείχθηκε σε θέρετρο της αριστοκρατίας. Άλλωστε, δύο μόλις χρόνια μετά την απόκτηση του, ο Πτολεμαίος Α’ είδε να γεννιέται εκεί ο γιος του, μετέπειτα Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος.

Στα 190π.Χ. η Κως πέρασε στη ρωμαϊκή επικράτεια, αγαπημένο νησί των αυτοκρατόρων. Ανάμεσα τους ο Κλαύδιος την επισκεπτόταν στα χρόνια 41 με 51 μ.Χ., οπότε τον δηλητηρίασε η δεύτερη γυναίκα του Αγριππίνα, ώστε να περάσει ο θρόνος στο γιο της Νέρωνα.

Όπως και τα άλλα Δωδεκάνησα, με τον χωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Κως πέρασε στη δικαιοδοσία του μετέπειτα Βυζαντινού κράτους. Στα 431 έγινε έδρα επισκόπου.

Ακολούθησε την κοινή μοίρα των Δωδεκανήσων και το 1315, έξι χρόνια μετά τη Ρόδο έγινε τμήμα του ιπποτικού κράτους των Ιωαννιτών. Η σπουδαιότητα που απέκτησε το νησί την εποχή των ιπποτών αντικατοπτρίζεται στα σπουδαίο οχυρωματικά έργα του κάστρου και του τείχους στο λιμάνι, καθώς και του κάστρου στην Αντιμάχεια.

Οι Οθωμανοί προσπάθησαν να κυριεύσουν την Κω στα 1452, μια χρονιά πριν πέσει η Κωνσταντινούπολη και στα 1477. Αποκρούστηκαν και τις δύο φορές. Την πήραν μόνο όταν οι Ιωαννίτες παρέδωσαν τη Ρόδο. Την κράτησαν ως το 1912 όποτε τα Δωδεκάνησα καταλήφθηκαν από τους Ιταλούς. Το 1948 η Κως ενσωματώθηκε στην Ελλάδα.

Η Κως γέννησε τη Νίσυρο

Το αίμα του Ουρανού, όταν τον ακρωτηρίασε ο Κρόνος, έπεσε στη Γη και τη γονιμοποίησε. Έτσι γεννήθηκαν οι Γίγαντες, όντα τεράστια και ρωμαλέα, που θέλησαν κάποια στιγμή να διεκδικήσουν την εξουσία του Σύμπαντος από τους θεούς του Ολύμπου. Ξεκίνησε πόλεμος φοβερός, η Γιγαντομαχία. Γράφει ο Απολλόδωρος: «Τον Γίγαντα Πολυβώτη τον κυνήγησε ο Θεός Ποσειδώνας μέσα στο Αιγαίο, τον πρόφτασε στα νοτιοανατολικά, έκοψε με την τρίαινα ένα κομμάτι από την Κω και με αυτό πλάκωσε τον Γίγαντα. Έτσι σχηματίστηκε η Νίσυρος και από κάτω της είναι θαμμένος ο Πολυβώτης». Οι καπνοί που βγαίνουν από τον κρατήρα του ηφαιστείου είναι η ανάσα του του.

Σχεδόν κυκλικό νησί, ανάμεσα στην Τήλο και τη Κω, σε απόσταση 202 μιλίων από τον Πειραιά. η Νίσυρος είναι στην πραγματικότητα η πάνω από τη θάλασσα κορυφή του ηφαιστείου που ακόμα αχνίζει. Ο κρατήρας του έχει διάμετρο 4χλμ. και είναι προσιτός στον επισκέπτη. Κατά τη μετάβαση εκεί η μυρωδιά από το θειάφι γίνεται όλο και πιο έντονη. Λιμάνι και πρωτεύουσα το νησιού είναι το Μανδράκι, με τη θερμή ιαματική αλιπηγή.

Πάνω από το Μανδράκι στέκονται η ακρόπολη με τα καλοδιατηρημένα τείχη και τα ερείπια του κάστρου των Ιωαννιτών Ιπποτών (1315). Κοντά τους Παναγία Σπηλιανή (1600) με πλούισα βιβλιοθήκη. Ο ορεινός οικισμός Εμπορειός βρίσκεται στο δρόμο προς το ηφαίστειο, ενώ τα Νικιά ακόμη ψηλότερα.

Δυο μίλια βορειοδυτικά από τη Νίσυρο υπάρχει το νησί Γυαλί, όπου σήμερα συνεχίζεται η εξόρυξη ελαφρόπετρας. Στην αρχαιότητα εκεί έβγαζαν οψιανό για να τον χρησιμοποιήσουν για λεπίδες. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν αποθέματα. Η ιστορία του νησιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Ρόδο.

Η Σαπφώ (630π.Χ.-570π.Χ)

Η Σαπφώ, η αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια με τη μεγαλύτερη φήμη και τα πλουσιότερα ποιητικά χαρίσματα, γεννήθηκε στην Ερεσό της Λέσβου. Στη Μυτιλήνη είχε ιδρύσει ένα είδος σχολής λυρικής ποίησης, στην οποία φοιτούσαν νέες κοπέλες που προετοιμάζονταν για τη μουσική εκτέλεση των ωδών της. Σημαντικό μέρος της ζωής της πέρασε στη Σικελία, εξόριστη από τον Πιττακό, πολέμιο της αριστοκρατικής τάξης, στην οποία ανήκε η ποιήτρια.

Από το πλούσιο έργο της μας έχει σωθεί πολύ μικρό μέρος, αρκετό όμως γι να δικαιολογήσει το θαυμασμό που προκάλεσε σε όλη την αρχαιότητα (την αποκαλούσαν (Δέκατη Μούσα»). Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα που που δίνουν την αληθινή ευγένεια στην ποίηση της Σαπφούς είναι το ότι συμμερίζεται ειλικρινά τα συναισθήματα του άλλου και η βαθιά αίσθηση της ομορφιάς της φύσης, που αναδίνεται από κάθε σχεδόν στροφή των ποιημάτων της. .

Η Σαπφώ
Η Σαπφώ

Η Σαπφώ γράφει

Η ξενιτεμένη φίλη

Συχνά απ΄τις Σάρδεις

σε μας δω πέρα η σκέψη της γυρίζει.

πως ζούσαμε μαζί, τι εφάνταζες μπροστά της

σαν μια θεά, κι η πιο τρανή χαρά της

το δικό σου τραγούδι ήτανε πάντα.

Τώρα μες στις Λυδές γυναίκες ξεχωρίζει,

καθώς σαν πέσει ο ήλιος, η σελήνη

ροδοδάχτυλη λάμπει, τ΄άστρα τ΄άλλα

σκοτεινιάζοντας, κι ίδια γύρω αφήνει

το φως της ν΄απλωθεί, πα σ΄αλμυρά πελάγη

και σε πολύανθες χώρες. Κι έχει πάρει

γλυκιά δροσιά να χύνεται, τα ρόδα

μοσχοβολούν και τ΄απαλό χορτάρι

και το τριφύλλι ολούθε τ΄ανθισμένο.

Κι εκείνη πέρα δώθε τριφυρίζει

την Ατθίδα θυμάμενη, η καρδιά της

η τρυφερή από πόθο πλημμυρίζει

κι απ΄τον καημό βαραίνει μες στα στήθη.

Κι εμάς τις δυο φωνάζει, να βρεθούμε κοντά της.

Όμως…

Προσευχή για τον αδελφό

Κύπρη μου εσύ, κι εσείς Νηρηίδες, κάντε

γερός, εδώ να μου ΄ρθει ο αδελφός μου,

κι όσα καλά η καρδιά του λαχταράει

όλα να γίνουν.

Τα πρωτινά του λάθη να τ΄αφήσει,

έτσι που να΄ναι πια η χαρά των φίλων

κι η πίκρα των εχθρών, μα εχθρός κανένας

πια να μη μας γίνει.

Κι ας το θελήσει να έχει κι η αδελφή του

τιμή απ΄αυτόν, και τα παλιά φαρμάκια,

που τ αφερσίματα του την ποτίσαν,

να ξεχαστούνε.

Αχ, άκουσε με, θεά μου, αν σ΄έχω ευφράνει

με τα τραγούδια, ρίξε στα σκοτάδια

τις συμφορές, και κάθε θλίψη διώξε

από κοντά μας.

Η Κάσος, οι Θερμοπύλες του Αιγαίου

Ένας βράχος που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα, μόλις τρία μίλια νοτιοδυτικά της Καρπάθου, η Κάσος, είναι το πιο νότιο νησί των Δωδεκανήσων, σε απόσταση 255 μιλίων από τον Πειραιά.

Η Κάσος
Πανοραμική άποψη του Φρυ σε καρτποστάλ των πρώτων χρόνων της ιταλικής κατοχής

Το βουνό Πρίωνας εμποδίζει τη πρόσβαση στα βόρεια του νησιού ενώ οι απότομες πλαγιές του όρους Περίολας ορθώνονται στα νότια. Ανάμεσα τους το βουνό Σίσφιο, φράζει την πρόσβαση στην ανατολική ακτή. Έτσι, οι οικισμοί στριμώχνονται σε ακτίνα έως τρία χιλιόμετρα από το λιμάνι και πρωτεύουσα Φρυ περίπου στη μέση της δυτικής ακτής, εκεί όπου σχηματίζεται όρμος σαν φρύδι, εξ ου και το όνομα.

Εκτός από το Φρυ στην Κάσο υπάρχουν ακόμη τέσσερις οικισμοί: η μεσόγεια Αγία Μαρίνα με διατηρημένα σπίτια καπεταναίων, το επίσης μεσόγειο Αρβανιτοχώρι, ο Εμπορειός, πιο ψηλά η Παναγιά και ακόμη πιο πάνω το Πόλι.

Η ιστορική αναδρομή των κατοίκων είναι συνδεδεμένη με αυτή της γειτονικής Καρπάθου. Στα 1824, όμως, οι Κάσιοι ανέδειξαν το νησί τους σε νεότερες Θερμοπύλες του Αιγαίου. Ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου του 1821, πρώτοι από όλους στα Δωδεκάνησα, με πρωτεργάτες τους Θεόδωρο Κονταρτσόγλου και Παπακανάρη. Εκείνα τα χρόνια εξοπλισμένα εμπορικά πλοία τους ήταν σχεδόν ένα έτοιμος στόλος.

Τολμηροί ναυτικοί και εμπειροπόλεμοι, όργωναν τις θάλασσες και αντιμετώπιζαν με επιτυχία τους πειρατές. Όταν επαναστάτησε και η Κρήτη ο πια «πολεμικός στόλος» της Κάσου έσπευσε να την στηρίξει.

Οι Κάσιοι ανδραγάθησαν και απέδειξαν έμπρακτα στον Αιγύπτιο Χουσεΐν ότι ήταν υποχρεωμένος να τους υπολογίζει. Τέλη Απριλίου του 1824, η Επανάσταση στην Κρήτη είχε σβήσει. Τα καράβια της Κάσου επέστρεψαν στη βάση τους. Οι κάτοικοι γνώριζαν πολύ καλά ότι είχε έρθει η σειρά τους. Ήταν η εποχή της ελληνικής εμφύλιας σύρραξης και της οθωμανικής επίθεσης στα μέτωπα της Επανάστασης.

Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ ορίστηκε αρχηγός των χερσαίων δυνάμεων, ενώ ο αιγυπτιακός στόλος δρούσε στο Αιγαίο. Ο Χουσεΐν μπέης ήταν ακόμα απασχολημένος στην Κρήτη, όταν μοίρα του αιγυπτιακού στόλου φάνηκε ανοιχτά της Κάσου. Προδομένοι από την αδιαφορία και τις καθυστερήσεις της κεντρικής διοίκησης στη λήψη αποφάσεων, οι νησιώτες γνώριζαν καλά ότι δεν είχαν να περιμένουν από πουθενά.

Οργάνωσαν την άμυνα τους και με τριάντα κανόνια μπροστά από τα χωριά Αγία Μαρίνα, Αρβανιτοχώρι, Παναγιά και Πόλι και έστησαν βίγλες στις απόκρημνες περιοχές του νησιού, να προσέχουν τα νώτα τους. Στις 14 Μαΐου 1824, τα αιγυπτιακά πλοία παρατάχθηκαν έξω από την Κάσο. Οι εξακόσιοι Κρητικοί που είχαν έρθει πρόσφυγες στο νησί ενώθηκαν με τους υπερασπιστές, ανεβάζοντας τη δύναμη σε υπολογίσιμο αριθμό.

Στήθηκε συνεδρίαση καπετάνιων και προκρίτων με θέμα αν θα έπρεπε να δηλώσουν υποταγή ή να αμυνθούν. Την απόφαση πήραν οι Αιγύπτιοι που ξεκίνησαν κανονιοβολισμό της παραλίας. Τα ελληνικά κανόνια απάντησαν.

Η αιγυπτιακή ναυαρχίδα «Αφρική» θέλησε να πλησιάσει πιο κοντά. Έπεσε σε ύφαλο, έπαθε μεγάλη ζημιά και αποχώρησε Δυο μέρες αργότερα αποχώρησαν και τα υπόλοιπα αιγυπτιακά πλοία.

Στις 27 Μαΐου 1824 ξαναφάνηκαν. Αυτή τη φορά στόλος από 25 πλοία με 4.000 Αλβανούς υπό το ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, με γενικό αρχηγό τον Χουσεΐν μπέη. Αγκυροβόλησαν μπροστά από το νησάκι Μακρά και άρχισαν τους κανονιοβολισμούς. Η Κάσος απάντησε.

Οι κανονιοβολισμοί συνεχίστηκα για 48 ώρες. Τη νύχτα προς το τρίτο ξημέρωμα, 18 «αποβατικά» γεμάτα στρατό κινήθηκαν προς τα βόρεια της Αγίας Μαρίνας. Η προσοχή των αμυνόμενων στράφηκε προς αυτό το σημείο. Την ίδια ώρα περίπου τριάντα βάρκες με οπλισμένους Αλβανούς, αρχηγό τον χιλίαρχο Μουσά και αρχηγό τον Κάσιο Ζαχαριά (σύγχρονο της Επανάστασης Εφιάλτη), έπλεαν μέσα στο σκοτάδι προς τη νότια πλευρά της Αγίας Μαρίνας, στον Αντιπέρατο.

Κανένας δεν υπήρχε εκεί, να τους δει και να ειδοποιήσει, καθώς ο τόπος είναι απρόσιτος. Και μονάχα ένα μονοπάτι κακοτράχαλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αναρρίχηση. Είχαν τοποθετηθεί έξι νησιώτες να προσέχουν, αλλά και αυτοί δε μπορούσαν να φανταστούν ότι υπήρχε προδότης που «ξεναγούσε» τον εχθρό. Αιφνιδιάστηκαν. Αν είχαν έγκαιρα αντιληφθεί τους Αλβανούς μπορούσαν να τους κρατήσουν, ώσπου να έρθουν ενισχύσεις, καθώς η τοποθεσία τούς το επέτρεπε. Οι τρεις σκοτώθηκαν, οι άλλοι τρεις πρόλαβαν να φύγουν.

Έχοντας αποκτήσει ισχυρό προγεφύρωμα ο Χουσεΐν έστειλε στον Αντιπέρατο και άλλους, συνολικά δυο χιλιάδες Αλβανούς. Ξημερώματα έπεσαν αιφνιδιαστικά στα νώτα των Κασίων. Οι υπερασπιστές του νησιού απέκρουσαν με γενναιότητα αλλά δεν μπορούσαν πια να εμποδίσουν την απόβαση στην παραλία, μπροστά στην Αγία Μαρίνα. Βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά.

Ο Χουσεΐν τους μήνυσε να παραδοθούν και σε αντάλλαγμα εγγυάτο τη ζωή και την ελευθερία τους. Γνώριζαν από την εμπειρία τους στην Κρήτη ότι ο Αιγύπτιος τιμούσε το λόγο του. Γνώριζαν ότι ο αγώνας τους ήταν χαμένος. Απάντησαν όμως με μια κασιωτική παραλλαγή του «Μολών λαβέ».

Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Κάποια στιγμή με ηρωικό γιουρούσι διέσπασαν τις εχθρικές γραμμές. Κάποιοι έφτασαν στην ακτή, πρόλαβαν να μουν σε ελληνικά πλοία και έφυγαν στην Κάρπαθο. Άλλοι πήραν τα βουνά, υποχωρώντας και πολεμώντας.

Ο πλοίαρχος Μάρκος Μαλλιαράκης με σαράντα ναύτες οχυρώθηκε στη Λαγκά. Συνέχισε να πολεμά ώσπου οι περισσότεροι άνδρες του έπεσαν και ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Τον οδήγησαν δεμένο στο Χουσεΐν. Ο Αιγύπτιος ήταν πρακτικός άνθρωπος. Του πρότεινε να αναλάβει πλοίαρχος σε καράβι του στόλου του Ισμαήλ Γιβραλτάρ καθώς το ναυτικό του έπασχε από ικανούς αξιωματικούς. Ο Μαλλιαράκης δέχθηκε και ο Χουσεΐν διέταξε να τον λύσουν. Αμέσως ο Μαλλιαράκης αφόπλισε έναν Αιγύπτιο και με το σπαθί του σκότωσε τρεις άλλους. Χίμηξαν απάνω του οι υπόλοιποι και τον έσφαξαν.

Η άρνηση των υπερασπιστών στην πρόταση να παραδοθούν θεωρήθηκε από τον Χουσεΐν ότι ακύρωνε τις υποσχέσεις του. Επί 24 ώρες, οι άνδρες σφάζονταν, γυναίκες και παιδιά βιάζονταν, ενώ τα σπίτια λεηλατήθηκαν. Δυο χιλιάδες νησιώτες αρπάχτηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα. Στο τέλος του 24ώρου ο Χουσεΐν διέταξε να σταματήσουν τα έκτροπα. Σκότωσε με τα χέρια του όσους δεν πειθάρχησαν.

Στους δρόμους κείτονταν άλλες δύο χιλιάδες νεκροί, μαχητές και άμαχοι. Στην έρημη Κάσο εγκαταστάθηκε Τούρκος διοικητής. Η γειτονική Κάρπαθος δήλωσε υποταγή. Ο Χουσεΐν γύρισε στην Κρήτη.

Μόλις 16 χρόνια αργότερα, το 1840, η Κάσος άρχισε πάλι να γνωρίζει ανάπτυξη. Τότε χτίστηκε και η σημερινή της πρωτεύουσα, το Φρυ.