Ποιοι ήταν οι φτωχοί της νεότερης Ευρώπης και πως προσδιορίζονταν; Ένα ασφαλές κριτήριο της «φτώχειας» αυτήν την περίοδο ειναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Σε μια πόλη που αυτή είχαν αιτηθεί κοινωνικής αρωγής συνήθως κατηγοριοποιούνταν ως άποροι, ένας επιπλέον αριθμός, όμως, που θεωρούνταν επίσης φτωχοί λάμβαναν βοήθεια σε περιόδους σιτοδείας και, εκτός αυτών, υπήρχαν και οι οικογένειες που απαλλάσσονταν της φορολογίας λόγω της φτώχειας τους.

Παρότι η φτώχεια αποτελούσε αναμφισβήτητα ένα στοιχείο του αστικού χώρου με ένα μεγάλο αριθμό άνεργων, αυτή δεν ήταν αποκλειστικά αστικό φαινόμενο. Πολλοί από τους φτωχούς, προέρχονταν από την ύπαιθρο.Τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο η φτώχεια ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα. Την πλειοψηφία των απόρων αποτελούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά. Τα παιδιά κάτω των 15 ετών ήταν ένα τμήμα του άπορου αστικού πληθυσμού που αδυνατούσε να βρει απασχόληση ή είχαν να μείνει ορφανά μετά τον θάνατο των γονιών τους.

Η φτώχεια ήταν προϊόν άνισης κατανομής των διαθέσιμων πόρων. Διογκώθηκε τον 16ο αιώνα εξαιτίας οικονομικών εξελίξεων που την κατέστησαν μόνιμο χαρακτηριστικό του δυτικού πολιτισμού. Η μεταβολή που σχολιάστηκε εντονότερα την περίοδο αυτή ήταν η άνοδος των τιμών, που μερικές φορές αναφέρεται από τους ιστορικούς ως«επανάσταση των τιμών».

Σε μια οικονομία λιγότερο ελαστική από τη σημερινή οι συνέπειες της ανόδου των τιμών επί των εισοδημάτων ήταν πολύ αρνητικές. Υπήρχαν πολλοί εργαζόμενοι για τους οποίους ο μισθός αποτελούσε ένα μικρό μόνο μέρος του εισοδήματος τους, καθώς πληρώνονταν σε είδος -συνήθως με την παροχή ενός ή δύο γευμάτων ημερησίως- και εξαρτώνταν από λιγότερο από το ρευστό χρήμα. Αυτή η ομάδα συμπεριελάμβανε τους ανειδίκευτους εργάτες των πόλεων, ενώ σε μεγάλαο τμήμα της Ευρώπης αποτελούσαν την πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού της υπαίθρου.

Πολλοί δουλοπάροικοι αμείβονταν αποκλειστικά σε είδος. Επομένως το κοινωνικό πρόβλημα του 16ου αιώνα δεν ήταν τόσο πρόβλημα μισθών όσο πρόβλημα ενοικίων, τιμών και χρεών, πρόβλημα κοινό τόσο για τους εξειδικευμένους τεχνίτες όσο και για τους ανειδίκευτους μισθωτούς. Η πληρωμή τους σε είδος, αλλά και τα παγωμένα ενοίκια προστάτευαν πιθανώς κάποιους εργαζόμενους από τον πληθωρισμό. Δεν υπάρχει, όμως, αμφιβολία ότι τα εισοδήματα των κατώτερων τάξεων επλήγησαν βαριά από την άνοδο των τιμών.

Την περίοδο αυτή υιοθετούνταν δύο ακραία διαφορετικές θεωρήσεις των φτωχών. Σύμφωνα με τη μία, που είχε ρίζες ουμανιστικές και χριστιανικές, οι φτωχοί δικαιούνταν την αρωγή της κοινωνίας, καθώς κοινωνικά ήταν τα αίτια της φτώχειας τους. Η άλλη, που απέκτησε περισσότερους θιασώτες μετά τη Μεταρρύθμιση υποστήριξε την ανάγκη αναμόρφωσης των απόρων, καθώς η θέση τους θεωρούνταν αποτέλεσμα της δικής τους ανεπάρκειας. Ο Marfin Bucer (Γερμανός προτεστάντης μεταρρυθμιστής) διακήρυξε πως «αυτοί με τη θέλησή τους επιδίδονταν στην επαιτεία, επιδίδονται και σε κάθε μορφή αταξίας και παρεκτροπής».

Οι φτωχοί της Ευρώπης

Στα μέσα του 16ου αιώνα πλέον η αντιμεταρρύθμιση άρχισε να στηρίζει και αυτήν την αναθεώρηση των μεσαιωνικών αντιλήψεων για την φιλανθρωπία. Στόχος της αρωγής στο μέλλον ήταν η διασφάλιση της πνευματικής σωτηρίας του αποδέκτη της. Η υλική της διάσταση περνούσε σε δεύτερη μοίρα, όπως το πνευματικό όφελος γι΄αυτόν που παρείχε την αρωγή. Το ζητούμενο ήταν η αναμόρφωση του αποδέκτη της, η εκπλήρωση των θρησκευτικών του καθηκόντων και η αναζήτηση εργασίας για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ατόμων που εξαρτώνταν από αυτόν.

Η ιδρυματοποίηση στόχευε στην επίτευξη των παραπάνω, μέσω της παροχής καταλύματος, της εγγύτητας σε ένα παρεκκλήσιο και σε πρόσβαση σε προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Παρόλο που η Εκκλησία συμμετείχε ενεργά σε προγράμματα πρόνοιας αυτά ελέγχονταν και χρηματοδοτούνταν από τις δημοτικές αρχές ή από το κράτος. Επομένως η πρόνοια δεν «εκκοσμικεύθηκε», έπαψε, όμως, να βρίσκεται στα χέρια των ιδιωτών.

Στην Αγγλία για τη διατήρηση της έννομης τάξης και τη διασφάλιση της εντίμου διαγωγής των απόρων, έπρεπε να τους δίνεται η δυνατότητα απασχόλησης. «Αυτό αποτελεί την καλύτερη μορφή φιλανθρωπίας» σημειώνει κάποιος τον 17ο αιώνα «για την αρωγή των απόρων αλλά και την απασχόλησή τους. Είναι επωφελές γι΄αυτόν που παρέχει την εργασία, είναι επωφελές για το σύνολο να μην ανέχεται κηφήνες, ούτε να εκτρέφει την ανεργία, είναι επωφελές για τους ίδιους τους φτωχούς».

Ο περίφημος Νόμος Περί των Τεχνιτών (1563) ήταν ένα περίπλοκο νομοθέτημα με στόχο τον εξαναγκασμό των ικανών προς εργασία να εργαστούν. Η πρόνοια στην Αγγλία τέθηκε σε τοπική βάση, υπό τον έλεγχο των τοπικών επιτρόπων των ναών και τεσσάρων επιτηρητών απόρων που διορίζονταν κάθε Πάσχα από τον τοπικό ειρηνοδίκη. Οι άποροι χωρίστηκαν σε επιμέρους κατηγορίες, με την κάθε κατηγορία αποδέκτη ιδιαίτερης αρωγής. Οι ικανοί προς εργασία άποροι υποχρεούνταν να εργαστούν ή να προσληφθούν ως μαθητευόμενοι ενώ στους ασθενείς και αναπήρους απόρους παρεχόταν στέγη και φροντίδα «με έξοδα της ενορίας ή της κομητείας». Η επαιτεία και η αλητεία απαγορεύτηκαν. Για τη χρηματοδότηση της προβλεπόμενης από το νόμο αρωγής, προβλεπόταν η επιβολή ενός δημοτικού φόρου στις κατά τόπους κοινότητες.

Στόχος της νομοθεσίας αυτής ήταν η άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος που είχε δημιουργήσει εκείνη την περίοδο η οικονομική κρίση που μάστιζε όλη την Ευρώπη. Όπως είναι αναμενόμενο η επιτυχία της ήταν μόνο μερική. Οι σκληρές συνθήκες των σωφρονιστικών ιδρυμάτων έμοιαζαν με αυτές των φυλακών και ήταν μισητά περισσότερο από τις φυλακές: ο στόχος τους ήταν να κάνουν τη ζωή των εγκλείστων τόσο ανυπόφορη ώστε να τους εξαναγκάσουν να αναζητήσουν εργασία εκτός αυτών.

Οι επαίτες είχαν το δικό τους φολκλόρ, τις δικές τους μεθόδους και το δικό τους οπλοστάσιο εξαπάτησης των θυμάτων τους. Στη Ρώμη το 1595, όταν ένας έφηβος συνελήφθη για επαιτεία πληροφόρησε την παπική αστυνομία πως «υπάρχουν πολλές μυστικές ομάδες ζητιάνων, και διαφέρουν γαιτί η καθεμία έχει διαφορετικές δραστηριότητες». Και συνέχισε απαριθμώντας 19 διαφορετικές παραλλαγές απάτης: οι framigotti ήταν επαίτες που υποκρίνονταν πως ήταν ανάπηροι στρατιώτες, οι bistolfi φορούσαν ράσα, οι gonsi παρίσταναν τους διανοητικά καθυστερημένους χωρικούς.

Μέρος του προβλήματος της αλητείας ήταν το πρόβλημα των τσιγγάνων. Οι τσιγγάνοι εμφανίστηκαν στην ανατολική Ευρώπη τον 14ο αιώνα και στη δυτική και κεντρική Ευρώπη στις αρχές του 15ου. Η εμφάνισή τους συνέπεσε χρονικά με την ανάδυση της οργανωμένης επαιτείας και των διώξεων των μαγισσών, και συχνά ταυτίζονταν και με τις δύο ομάδες. Συχνά συλλαμβάνονταν και κατηγορούνταν για μαγεία εξαιτίας της ενασχόλησής τους με μαγικές θεραπείες και με τη χειρομαντεία.

Στην Ουγγαρία και στην Τρανσυλβανία περιέπεσαν σε καθεστώς δουλείας από τον 15ο αιώνα. Στη Μολδαβία γίνονταν αντικείμενο αγοραπωλησίας ως δούλοι. Στην Γερμανία ο Agrippa (Γερμανός πολυμαθής, γιατρός, νομικός, θεολόγος και συγγραφέας) τους ψέγει γιατί: «ζουν περιπλανώμενο βίο σε όλη τη γη, κατασκηνώνουν έξω από τις πόλεις, στους αγρούς και τα σταυροδρόμια, και εκεί στήνουν τις καλύβες και τις σκηνές τους, και ζουν από τη ληστεία, τις κλοπές, τις απάτες και την ανταλλαγή προϊόντων, ψυχαγωγώντας τους ανθρώπους με τη χειρομαντεία και άλλα παρόμοια τεχνάσματα».

Πηγή: Πρώιμη και Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».