Σε μια περίοδο κοινωνικών και ιδεολογικών αλλαγών μια προσδοκία παρέμενε ζωντανή: ο πόθος για έναν καλύτερο κόσμο, στον οποίο ο άνθρωπος θα έπαυε να διαπράττει λάθη και όπου θα επικρατούσε η δικαιοσύνη. Το ζητούμενο μια δίκαιης κοινωνίας αντλούσε το ιδεολογικό του υπόβαθρο από τον ύστερο μεσαιωνικό χιλιασμό, την αρχαιοελληνική μυθολογία και κυρίως από το παραδοσιακό ασκητικό ιδεώδες των πρώτων χριστιανών.
Σειρά λογίων και κοινωνικών επαναστατών έστρεφαν το βλέμμα τους σε μια μυθική «χρυσή εποχή» που αναμενόταν, δεδομένης της κυκλικής κίνησης της ιστορίας, να επανέλθει. Την αντιδιέστειλαν από τη δική τους εποχή, την «Εποχή του Σιδήρου», στην οποία οι συγκρούσεις και η αδικία οργίαζαν. Όταν, όμως, πρότειναν κάποιες βελτιώσεις, τα ιδανικά τους έτειναν αναπόφευκτα σε ένα συγκερασμό του ανέφικτου της τελειότητας και του εφικτού των ανθρώπινων ορίων.
Το 1516 ο Thomas More εξέδωσε στα λατινικά μια σύντομη μελέτη, την Utopia, που μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα μόλις το 1551. Το βιβλίο περιέγραφε μια φανταστική κοινωνία στο νησί της Ουτοπίας («Ου τόπος»). Σε αυτό ο More αργότερα προσέθεσε έναν εισαγωγικό διάλογο ανάμεσα στον ίδιο, κάποιους φίλους και ένα ταξιδιώτη ονόματι Ralph Hythloday, με θέμα τα σημαντικά ζητήματα του καιρού του. Ο More παρουσίασε την Ουτοπία του ως ένα χώρο, όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε συνθήκες ισότητας, εξέλεγαν ελεύθερα τους ηγέτες τους, ήταν όλοι υποχρεωμένοι να εργάζονται, η ασφάλεια, η εκπαίδευση και η ανάπαυσή τους από την εργασία ήτα εγγυημένες, συνυπήρχαν ειρηνικά με τα άλα κράτη και ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα χωρίς δογματισμούς. Η Ουτοπία ήταν ένα παιχνίδι φαντασίας και όχι ένα προσχέδιο ενός κομμουνιστικού παραδείσου. Δεν ήταν ρητά χριστιανική, διότι ο συγγραφέας έγραφε μέσα στα πλαίσια του ουμανιστικού κλίματος που προηγήθηκε της Μεταρρύθμισης.
Μετά τη δεκαετία του 1550 το όραμα της Ουτοπίας ξεθώριασε, έσβησε μέσα σε μια περίοδο πληθωρισμού, επιδημιών και συνεχών θρησκευτικών συγκρούσεων: για τους σύγχρονους αυτός ήταν ο πυρήνας του «Σιδηρού Αιώνα». Το μόνο σημαντικό ιδεολιστικό σχέδιο της περιόδου το πρότεινε ο Ιταλός επίσκοπος Francesco Patrizi στο έργο του La Città Felice (1553). Οι λόγιοι ενδιαφέρονταν περισσότερο να διασώσουν κάποια αίσθηση ευταξίας μέσα από τα ερείπια ενός αιώνα που μαστιζόταν από τους πολέμους.
Η περίοδος των συγκρούσεων διέθετε και κάποιους πειραματισμούς στην πράξη. Μετά το καταστροφικό πείραμα του Münster, οι Αναβαπτιστές άρχισαν να συστήνουν ειρηνικές κοινότητες στην Κεντρική Ευρώπη, ιδιαίτερα στα βουνά της Μοραβίας. Ο Giordano Bruno στο έργο του Έξωση του Θριαμβεύοντος Θηρίου (1584) παρουσίασε ένα σχέδιο σαρωτικών κοινωνικών αλλαγών. Ο ριζοσπαστισμός του, όμως, έτεινε να είναι αναρχικός. Οι πρακτικές ουτοπίες, αντίθετα, των μειονοτικών ομάδων συνήθως λειτουργούσαν με βάση αυστηρούς κανόνες.
Όλες οι Ουτοπίες, είτε πρόκειται για ιδεατές κατασκευές είτε για πρακτικά εγχειρήματα, εξαρτώνταν για την επιβίωσή τους από την αυστηρή απομόνωση από τον έξω κόσμο, τον απόλυτο κομφορμισμό σκέψης και πράξης με ελάχιστα περιθώρια ελεύθερης επιλογής, την κολεκτιβοποίηση των ρόλων και σε ακραίες περιπτώσεις και των οικογενειακών, την κατάργηση των οικονομικών και κοινωνικών διακρίσεων, και από ένα σύστημα γενικής εκπαίδευσης, στο οποίος είχαν πρόσβαση όλοι. Αυτές οι αρχές είχαν ίσως πιθανότητες επιτυχίας στις μικρές κοινότητες της Μοραβίας, ήταν όμως δύσκολο να τεθούν σε εφαρμογή στη Νότια Αμερική, όπου οι Ιησουΐτες αποπειράθηκαν να κάνουν πράξη το πιο φιλόδοξο ουτοπικό όραμα.

Πολλοι συγγραφείς ανέπτυξαν τα ουτοπικά τους σχήματα, όμως, αντανακλούσαν λιγότερο τις ατέλειες και περισσότερο τη δική τους προσωπική θεώρηση. Ο μόνος συγγραφέας που δόμησε το προτεινόμενο σχήμα του για το μέλλον για τα λάθη του παρόντος, και που υιοθέτησε την ιδανική αυτή κοινωνία όχι σε κάποιο μακρινό νησί, αλλά στην ίδια τη χώρα του ήταν ο Gerard Winstanley, του οποίου το τελευταίο και πλέον σημαντικό έργο εκδόθηκε το 1652.
Η δράση του Winstanley επικεντρώθηκε στο να πείσει τις αρχές να φέρουν την ελευθερία και την ισότητα στην Αγγλία. Το 1652 παρουσίασε στον Cromwell (Κρόμγουελ) υπό μορφή βιβλίου μια σύνοψη των ιδεών του για τη νέα κοινωνία. Γράφει απευθυνόμενος στον Cromwell: «Εγώ φώτισα τον δρόμο σας, εσείς έχετε τη δύναμη να φέρετε ελευθερία, εάν το θελήσετε». Αυτό το έργο περιείχε τους βασικούς ιδεολογικούς άξονες της σκέψης του. Όλη η γη και οι πόροι θα ανήκαν από κοινού σε όλους τους ανθρώπους. Η οικονομία θα ήταν κυρίως αγροτική με κυρίαρχη την ανταλλαγή προϊόντων, αλλά δεν θα υπήρχε εμπόριο ή κυκλοφορία χρήματος. Η οικογένεια θα παρέμενε ως ιερός θεσμός, το ίδιο και η οικογενειακή περιουσία. Η κυβέρνηση θα ήταν κάτω από τον έλεγχο του κοινοβουλίου, που θα εκλεγόταν ετησίως. Πρόσβαση στη γνώση θα είχαν όλοι και η παιδεία θα ήταν δωρεάν και υποχρεωτική. Θα υπήρχε ελεύθερη διακίνηση ιδεών σε όλη τη χώρα κα μέσω του άμβωνος θα παρεχόταν μια ευρύτερη καθοδήγηση. Οι νόμοι θα κωδικοποιούνταν και δεν θα έπαυε η κατά περίπτωση ερμηνεία τους.
Οι ουτοπικές ιδέες αποτελούσαν μια αποχρώσα απάντηση στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του καιρού. Θεμέλιος λίθος τους ήταν η επιθυμία υπέρβασης των ψευδαισθήσεων της εποχής και μετάβασης προς την τέλεια επιστήμη και προς μια δίκαιη κοινωνία. Ο Winstanley, που πίστευε πως η λύτρωση του λαού από τη «Σιδηρά Εποχή» και τον «μεγάλο ερυθρό Δράκοντα» ήταν επί θύραις, ήταν αυτός που δίκαια ήλπιζε ακόμη για την πραγμάτωση του οράματός του, «ότι η Δικαιοσύνη θα κυριαχήσει και θα θέσουμε τις βάσεις, για να κάνουμε τη γη πηγή πλούτου για όλους, πλούσιους και φτωχούς».
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

