Η Πίστη στο Θεό

Μία νέα έρευνα δείχνει ότι η πίστη στο Θεό ενισχύεται, όταν σκέφτεται «τί θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά» και ιδιαίτερα όταν προβληματίζεται σχετικά με ένα σημαντικό γεγονός της ζωής του που δεν εξελίχθηκε τόσο θετικά.

Η Πίστη στο Θεό

Ουσιαστικά, η μελέτη αυτή δείχνει πώς οι πιστοί μπορούν να αντιληφθούν ενδείξεις που αφορούν στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις μέσω συνειδητών και ορθολογικών γνωστικών διαδικασιών.

Η Dr. Anneke Buffone, επικεφαλής-συγγραφέας της μελέτης, ξεκίνησε την έρευνά της σχετικά με αυτό το θέμα γιατί, όπως ισχυρίζεται, «της κέντρισε το ενδιαφέρον το ερώτημα του πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον Θεό ως ενεργό, αξιόπιστο και ασκούντα επιρροή στην καθημερινή τους ζωή. Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία πολλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, αντιλαμβάνεται τη θεϊκή ή την πνευματική επιρροή στη ζωή τους και είναι ακλόνητα πιστοί στο Θεό, ακόμα και στον σύγχρονο κόσμο μας, όπου πολλά μυστήρια του παρελθόντος έχουν επιστημονικά εξηγηθεί».

Αντιπραγματική σκέψη

Προκειμένου να εξετάσει αυτές τις αντιλήψεις, η ομάδα επικεντρώθηκε σε αντιπαραδείγματα σκέψης.

«Η υποθετική σκέψη, όταν δηλαδή φανταζόμαστε ότι η ζωή μας θα μπορούσε να είναι διαφορετική αν δεν είχε συμβεί ένα συγκεκριμένο γεγονός, φαίνεται να είναι ένας ισχυρός παράγοντας λόγω της επίδρασης που έχουν οι συναφείς συνδέσεις που κάνουμε μεταξύ των γεγονότων που φαίνεται να έχουν μεγαλύτερο νόημα για εμάς όπως και την πεποίθηση ‘ήταν γραφτό να γίνει’», υποστηρίζει η Buffone. Προσθέτει επίσης: «Εμείς συγκεκριμένα διερευνήσαμε πώς η αντιπραγματική σκέψη, δηλαδή οι σκέψεις μας για το πώς η ζωή μας θα μπορούσε να είναι χειρότερη αν δεν είχε συμβεί ένα σημαντικό γεγονός, μπορεί να είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι πιστοί αντιλαμβάνονται ενδείξεις για την ύπαρξη ενός Θεού που ενεργεί για δικό τους όφελος».

Στην πρώτη μελέτη τους, ζητήθηκε από 280 προπτυχιακούς φοιτητές να γράψουν μία εργασία στην οποία περιέγραψαν ένα σημαντικό θετικό ή αρνητικό γεγονός της ζωής από το παρελθόν τους. Στη συνέχεια είπαν στο 1/3 των συμμετεχόντων να σκεφτεί πώς η ζωή τους θα μπορούσε να είναι καλύτερη, στο 1/3 ζητήθηκε να φανταστεί πώς η ζωή τους θα μπορούσε να είναι χειρότερη και στο υπόλοιπο ζητήθηκε απλώς να περιγράψουν το γεγονός με περισσότερη λεπτομέρεια. Μετά από αυτή την άσκηση οι συμμετέχοντες απάντησαν σε μια σειρά ερωτήσεων που σχετίζονταν με τη δύναμη των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, συμπεριλαμβανομένων της πίστης, της συμπεριφοράς, καθώς και πόσο αισθάνθηκαν την επιρροή του Θεού.

«Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η αντιπραγματική σκέψη οδηγεί τους πιστούς να πιστεύουν ότι το γεγονός δεν συνέβη από τύχη και μόνο και τους οδηγεί στην αναζήτηση μιας πηγής προέλευσης, που σε αυτή την περίπτωση είναι ο Θεός. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην αύξηση της θρησκευτικής τους πίστης», λέει η Buffone.

Οι συγγραφείς ανακάλυψαν ότι οι επιδράσεις ήταν εντονότερες όταν οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τα γεγονότα με βάση μια κάθετη αντιπραγματική κατεύθυνση, δηλαδή, όταν πίστευαν πως η ζωή τους θα ήταν χειρότερη αν δεν είχε συμβεί ένα συγκεκριμένο γεγονός.

Η ομάδα πραγματοποίησε επίσης μια δεύτερη μελέτη με μια μη-κολεγιακή ομάδα, αποτελούμενη από 99 ανθρώπους που πέρασαν από την ίδια διαδικασία, γράφοντας μία μία παρόμοια εργασία και απαντώντας σε ένα ερωτηματολόγιο, όπως και στην προηγούμενη μελέτη. Τα αποτελέσματα από αυτή τη δεύτερη μελέτη ήταν σύμφωνα με αυτά της πρώτης μελέτης.

Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν τους περιορισμούς της μελέτης, λόγω ότι αξιοποίησαν στοιχεία με βάση πληθυσμιακά δείγματα από τις ΗΠΑ.

«Ορισμένες διαδεδομένες θρησκείες δεν πιστεύουν σε κάποια θεότητα ή δεν πιστεύουν σε μία μόνο θεότητα και είναι ασαφές κατά πόσον μπορεί να διαφέρουν τα αποτελέσματα της χρήσης της αντιπραγματικής σκέψης, σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις μεταξύ των μονοθεϊστικών και πολυθεϊστικών θρησκειών, καθώς και μεταξύ των διαφόρων θρησκειών γενικότερα», δήλωσε η Buffone .

Προσθέτει επίσης: «Επιπλέον, τα άτομα που πιστεύουν ότι ο Θεός παρεμβαίνει συχνά στις ανθρώπινες υποθέσεις, πιθανότατα να επηρεαστούν περισσότερο από την αντιπραγματική αντανάκλαση από εκείνους που πιστεύουν ότι ο Θεός παρεμβαίνει σπάνια (ή ποτέ)».

«Βασικά, ελπίζω ότι η έρευνα αυτή θα βοηθήσει τους πιστούς αλλά και τους μη πιστούς να κατανοήσουν τις γνωστικές διαδικασίες που εμπλέκονται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις», λέει η Buffone. Συνοψίζει λέγοντας ότι: «η θρησκευτική πεποίθηση δεν πρέπει να εδράζεται στην τυφλή αποδοχή δογμάτων ή γραφών, αλλά μπορεί να εκπίπτει και από λογικές διεργασίες συλλογιστικής. Από επιστημονική άποψη το έργο αυτό εξηγεί πώς μπορεί να επικρατήσει η θρησκευτική πίστη παρά την έλλειψη απτών, φυσικών στοιχείων για τους θρησκευτικούς ισχυρισμούς».

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/koinonia/thriskeia/1999-h-pisti-mas-sto-theo-enishyetai-otan-kanoyme-ayti-ti-skepsi.html

Please follow and like us:
error0

Η Άνοια και το διάβασμα

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να διαβάσουν ή να γράψουν λόγω αναλφαβητισμού, αντιμετωπίζουν σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν άνοια κάποια στιγμή στη ζωή τους, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Η Άνοια και το διάβασμα

Γραφή κι ανάγνωση

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την δρα Τζένιφερ Μάνλι του Ιατρικού Κολλεγίου του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Neurology» της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, μελέτησαν 983 ανθρώπους άνω των 65 ετών, από τους οποίους οι 237 ήταν αναλφάβητοι και οι υπόλοιποι είχαν χαμηλό μορφωτικό επίπεδο (έως τέσσερα χρόνια στο σχολείο).

Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε νοητικά και μνημονικά τεστ στην αρχή της μελέτης και στη συνέχεια ανά δύο χρόνια. Διαπιστώθηκε ότι στην αρχή της έρευνας μεταξύ των αναλφάβητων το ποσοστό ατόμων με άνοια ήταν σχεδόν τριπλάσιο. Οι αναλφάβητοι που δεν είχαν άνοια στην αρχή της έρευνας, είχαν διπλάσια πιθανότητα να την εμφανίσουν στη διάρκεια της μελέτης, που διήρκεσε τέσσερα χρόνια.

«Η ικανότητα γραφής και ανάγνωσης επιτρέπει στους ανθρώπους να ασχοληθούν με περισσότερες δραστηριότητες που εμπλέκουν τον εγκέφαλο, όπως η ανάγνωση εφημερίδων και η υποστήριξη των παιδιών και εγγονιών στα μαθήματά τους».

Το διάβασμα ενισχύει τον εγκέφαλο

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο άνοιας», δήλωσε η Μάνλι. «Το διάβασμα μπορεί να ενισχύσει τον εγκέφαλο με πολλούς τρόπους, ώστε να αποτρέψει ή να καθυστερήσει την εμφάνιση της άνοιας. Ακόμη κι αν έχουν μόνο λίγα χρόνια εκπαίδευσης, οι άνθρωποι που μαθαίνουν να διαβάζουν και να γράφουν, έχουν εφ’ όρου ζωής πλεονεκτήματα σε σχέση με όσους ποτέ δεν έμαθαν αυτές τις δεξιότητες», πρόσθεσε.

Πηγή: https://www.tovima.gr/2019/11/16/science/anoia-pos-i-grafi-kai-i-anagnosi-meionoun-ton-kindyno/

Please follow and like us:
error0

Τα Ιωάννινα (527μ.Χ.-…)

Τα Ιωάννινα ή αλλιώς Γιάννενα είναι κτισμένα στη δυτική όχθη της λίμνης Παμβώτιδας, σχεδόν στο κέντρο ενός λεκανοπεδίου, που ορίζουν τα όρη Μιτσικέλι-Τόμαρος-Ξεροβούνι. Πυρήνα της πόλης αποτέλεσε ιστορικά και χωροταξικά μία βραχώδης χερσόνησος, η οποία καταλήγει βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά σε δύο υψώματα.

Το όνομα των Ιωαννίνων

Η πόλη αναφέρεται και σαν Νέα Εύροια η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Ιωάννινα ανάμεσα στο 550 και 850μ.Χ. Κατ’ άλλη εκδοχή το όνομα Ιωάννινα αναφέρεται για πρώτη φορά το 879μ.Χ. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος και ο επίσκοπος Ζαχαρίας «εξ Ιωαννίνης». Άλλες μαρτυρίες γύρω από την πατρότητα του ονόματος αναφέρουν ότι η πόλη πήρε το όνομα από την Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στα ερείπια της οποίας έκτισε ο Ασλάν Πασάς το τζαμί.

Τα Ιωάννινα κατά τους αρχαίους χρόνους

Λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν στο σπήλαιο της Καστρίτσας μαρτυρούν ότι ανθρώπινη δραστηριότητα εντοπίζεται για πρώτη φορά στην περιοχή από την Παλαιολιθική Εποχή (πριν 38.000 χρόνια).

Τα Ιωάννινα τα βυζαντινά χρόνια

Το Βυζαντινό Κάστρο των Ιωαννίνων
Το Βυζαντινό Κάστρο των Ιωαννίνων

Η πόλη ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά το 527 μ.χ. από τον ιστορικό Προκόπιο με την ονομασία Ευροία. Κατά την Βυζαντινή περίοδο και για πολύ ακόμα χρονικό διάστημα, η πόλη των Ιωαννίνων φέρεται ότι περιοριζόταν μόνον εντός του φρουρίου. κατά το τέλος του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. ακολούθησαν σλαβικές επιδρομές στην ευρύτερη περιοχή. Το 879 η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά με το σημερινό της όνομα και ήταν έδρα Επισκόπου. Η πόλη καταλήφθηκε προσωρινά από τους Βουλγάρους του τσάρου Σαμουήλ. Το 1082 η πόλη καταλήφθηκε από τους Νορμανδούς που επιδιόρθωσαν τα τείχη της πόλης για να απωθήσουν αντεπίθεση του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Ο τελευταίος απελευθέρωσε την πόλη το 1108. Το 13ο αι. με την εγκαθίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου τα Ιωάννινα ήταν το δεύτερο σημαντικότερο αστικό κέντρο της Ηπείρου, μετά την Άρτα. Ο ιδρυτής του Δεσποτάτου Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας συνέβαλε στην εγκατάσταση στην πόλη επιφανών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη που είχαν διαφύγει λόγω της Άλωσης του 1204 από τους Σταυροφόρους. Από το 1337-1340 ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος με τη βοήθεια του Ιωάννη Καντακουζηνού καταλύουν το Δεσποτάτο της Ηπείρου και τα Ιωάννινα περιέρχονται υπό βυζαντινό έλεγχο. Μέχρι την κατάκτηση από τους Τούρκους το 1430, παρόλο που η πόλη περιήλθε υπό σέρβικη και ιταλική κατοχή άνθησε οικονομικά και πνευματικά.

Τα Ιωάννινα κατά την Τουρκοκρατία

Η πόλη δεσμεύτηκε το 1430 από τους Οθωμανούς, με σουλτάνο το Σινάν Πασά, με έγγραφη συμφωνία να γίνουν σεβαστά πολλά προνόμια των κατοίκων, κυρίως περιουσιακά και εκκλησιαστικά. Το 1611 ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος, πρώην Επίσκοπος Λάρισας, ορίστηκε ως ηγέτης εξέγερσης στην περιοχή. Η εξέγερση όμως καταπνίγηκε από τον Ασλάν Πασά, που ήταν γενίτσαρος ελληνικής καταγωγής. Ο Διονύσιος βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ως συνέπεια του ξεσηκωμού αυτού ήταν και η κατάργηση των προνομίων. Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου καταστράφηκε και οι μοναχοί θανατώθηκαν. Στη θέση του ανεγέρθηκε το 1618 τζαμί αφιερωμένο στον Ασλάν Πασά που κατέπνιξε το κίνημα του Διονύσιου. Από την εποχή εκείνη εγκαταστάθηκαν οικογένειες Τούρκων και Εβραίων στο κάστρο της πόλης. Οι Έλληνες που εδιώχθησαν ίδρυσαν νέους οικισμούς για πρώτη φορά έξω από το κάστρo

Παρόλη την αναταραχή, η πόλη επανέκαμψε, οι ντόπιοι συνέχισαν τις εμπορικές και χειροτεχνικές τους δραστηριότητες. Οι εμπορικές σχέσεις με σημαντικά κέντρα της Ευρώπης ήταν έντονες, όπου έμποροι από τα Ιωάννινα ίδρυαν εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους. Ταυτόχρονα, διατηρούσαν την επαφή τους με την πατρίδα και χρηματοδοτούσαν την κατασκευή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αυτοί οι έμποροι υπήρξαν και οι πιο σημαντικοί εθνικοί ευεργέτες.

Τα Ιωάννινα και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Η σημαντικότατη πνευματική και εκπαιδευτική δραστηριότητα την εποχή εκείνη ήταν απόρροια της οικονομικής ευημερίας που η πόλη γνώρισε. Τα Ιωάννινα αποτέλεσαν το σημαντικότερο κέντρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού μαζί με την Κωνσταντινούπολη και τα κέντρα του απόδημου Ελληνισμού στη Βιέννη και στο Βουκουρέστι. Οι γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση. Για παράδειγμα Ιωαννίτες ήταν οι ιδρυτές και των τεσσάρων ελληνικών τυπογραφείων της Βενετίας: του Νικολάου Γλυκύ, Ανδρέα Ιουλιανού, Νικολάου Σάρου και Δημητρίου Θεοδοσίου. Στον 17ο και 18ο αιώνα χτίστηκαν πολλες σχολές: η Επιφανείου, η Μπαλάνειος, η Μαρούτσιος, η Καπλάνειος, η Ζωσιμαία Σχολή και άλλες.

Η Επανάσταση του 1821 στα Ιωάννινα

Το 1821, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ στην Κωνσταντινούπολη, ενοχλήθηκε από την συνεχώς αυξανόμενη επιρροή του Αλή πασά και από πληροφορίες για πιθανή απόσχισή του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι, διέταξε τον αποκεφαλισμό του για προδοσία ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Δυο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από αξιωματούχους του Σουλτάνου στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη θανατική καταδίκη. Στην ακρόπολη του κάστρου, υπάρχουν τα ερείπια του σεραγιού του Αλή Πασά, που καταστράφηκε από τον Οθωμανικό στρατό, το Φετίχιε τζαμί κτισμένο το 1597, η μαρμάρινη βάση του τάφου του Αλή Πασά, κάποια διασωζώμενα παλιά τουρκικά κτίσματα και κάποια. Σώζεται επίσης ένας πύργος των Νορμανδών που είχε ενσωματωθεί με το σεράϊ του Αλή Πασά. Το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων κτίστηκε το 1918 πάνω στο θησαυροφυλάκιο του Αλή Πασά.

Τα σύγχρονα Ιωάννινα

Το 1828 ιδρύεται η Ζωσιμαία Σχολή με χορηγία των αδελφών Ζωσιμά σε περίοδο δύσκολη για την πόλη. Τα Ιωάννινα δεν περιήλθαν εντός της επικράτειας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1832). Το 1869 μεγάλο μέρος της πόλης καταστράφηκε από πυρκαγιά, όμως ανακατασκευάστηκε γρήγορα. Ειδικά η αγορά κατασκευάστηκε με σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Χολτς, γενικό υπήρξε και το ενδιαφέρον των απόδημων Γιαννιωτών που συνέβαλλαν στη χρηματοδότηση για την ανέγερση πολλών ναών (Αγίου Νικολάου, Αγίας Μαρίνας κ.α.), σχολείων και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων. Λόγω των βαλκανικών πολέμων και των ανακατατάξεων που ακολούθησαν στα Βαλκάνια (1913-1924), απομακρύνονται από αυτή την πόλη 5.000 ελληνόφωνοι, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, ενώ η οικονομική κρίση που μαστίζει την πόλη δημιουργεί μεγάλο ρεύμα μεταναστών, εβραίων και χριστιανών, στην Αμερική. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (1922) και την ανταλλαγή πληθυσμών, οι περισσότερες τούρκικες οικογένειες αποχώρησαν για την Τουρκία και ταυτόχρονα εγκαταστάθηκαν στην πόλη των Ιωαννίνων πολλοί Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Στις 25 Μαρτίου του 1944, εκτοπίζεται και εξοντώνεται ο εβραϊκός πληθυσμός των Ιωαννίνων, ο οποίος απαριθμούσε τότε περί τα 2.000 άτομα, με τους σοφούς Χαχάμηδες, με τους εμπόρους και με τον λαό της. Η πόλη ολόκληρη περνά την τραγωδία της Ναζιστικής Γερμανικής Κατοχής, με τις κακουχίες και τους βασανισμούς στα μαρτυρικά υπόγεια της Ζωσιμαίας Σχολής, αλλά και στη συνέχεια, με τη μεταφορά Γιαννιωτών στα απέραντα στρατόπεδα της Γερμανίας, Αυστρίας και Πολωνίας, προκειμένου να εργαστούν στα υπόγεια τούνελ και σε άλλες καταναγκαστικές εργασίες. Πολλοί από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην πατρίδα τους, τα Ιωάννινα, και όσοι θα γυρίσουν θα γίνουν θύματα του Εμφυλίου που θα ακολουθήσει.

Η πόλη πλέον παίρνει έναν άλλον χαρακτήρα. Ως σύμβολα αυτού του πολυπολιτισμικού παρελθόντος παραμένουν, από τα δεκαεπτά τζαμιά της πόλης, δύο με μιναρέ και δύο άλλα χωρίς μιναρέ, και από τις δύο Συναγωγές, μία εντός του Κάστρου και μία εκτός, η εντός Συναγωγή.

Το 1970 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ενώ τα Ιωάννινα έχουν θέσει υποψηφιότητα για την ανάδειξή τους σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2021.

Το Νησί των Ιωαννίνων

Το Νησί των Ιωαννίνων
Το Νησί των Ιωαννίνων

Το νησάκι της λίμνης Παμβώτιδας (νήσος Ιωαννίνων) είναι ένα από τα δύο κατοικημένα νησιά σε λίμνη στη χώρα (το άλλο είναι ο Άγιος Αχίλλειος Πρεσπών. Σε αυτό βρίσκεται μικρός οικισμός και διάφορα μνημεία και αξιοθέατα, όπως η τελευταία κατοικία του Αλή Πασά. Υπάρχουν επίσης έξι μοναστήρια, το παλιότερο του Αγίου Νικολάου (Ντίλιου) ή Στρατηγοπούλου του 11ου αιώνα, του Αγίου Νικολάου (Σπανού) ή Φιλανθρωπινών από το 1292 μ.Χ., του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (1506 μ.Χ.), της Ελεούσης (1570 μ.Χ.), του Αγίου Παντελεήμονος (17ου αιώνα) και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1851 μ.Χ.). Στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου (Σπανού) ή Φιλανθρωπινών δίδαξαν κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο λόγιος  Αλέξιος Σπανός, οι μοναχοί Πρόκλος και Κομνηνός και οι αδελφοί Αψαράδες, Θεοφάνης και Νεκτάριος.

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/24-ipeiros/1005-istoriki-anadromi-stin-poli-ton-grammaton-kai-ton-texnon

Please follow and like us:
error0

Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης (1883-1959)

Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης (Αθήνα, 15 Νοεμβρίου 1883 – Αθήνα, 20 Απριλίου 1959) ήταν Έλληνας γλωσσολόγος και ένας εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου, οργάνου του εκπαιδευτικού δημοτικισμού με μεγάλη συμβολή στα εκπαιδευτικά προγράμματα των κυβερνήσεων υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το 1939, κατά τη διάρκεια του Καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, του ανατέθηκε η έκδοση γραμματικής για τη δημοτική γλώσσα, η «Νεοελληνική Γραμματική».

Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης
Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης

Κληροδότησε την πνευματική και υλική του περιουσία- ανάμεσά της και την τεράστια βιβλιοθήκη του- στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ιδρύοντας (1959) το Ίδρυμα που φέρει το όνομά του και το οποίο συνεχίζει με σημαντικά δημοσιεύματα και άλλες δραστηριότητες την «καλλιέργεια και την αξιοποίηση της δημοτικής γλώσσας και την προαγωγή της παιδείας του ελληνικού λαού» κατά την επιθυμία του δωρητή.

Ο Βίος του Μανώλη Τριανταφυλλίδη

Ο πατέρας του Μανώλη Τριανταφυλλίδη, Αλέξανδρος, ήταν από την Κοζάνη με απώτερη καταγωγή από το Ξηρολίβαδο Ημαθίας. Η καταγωγή της μητέρας του, Ιουλίας το γένος Ροδοκανάκη, ήταν από τη Χίο. Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης, αποφοιτά από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο. Η κλίση που είχε στα μαθηματικά ήταν η αιτία να γραφτεί αρχικά στη φυσικομαθηματική σχολή, για να αλλάξει εντελώς κατεύθυνση μετά από ένα χρόνο και να στραφεί στη φιλοσοφική σχολή και τις συναφείς θεωρητικές σπουδές. Κατόπιν μετέβη στη Γερμανία, προκειμένου να ακολουθήσει παιδαγωγικές σπουδές. Εντέλει τον έλκυσε η Γλωσσολογία, για την οποία εκπόνησε διδακτορική διατριβή υπό την εποπτεία του Καρλ Κρουμπάχερ.Ή διδακτορική του διατριβή Studien zu den Lehnwortern der mittelgriechischen Vulgarliteratur (Μελέτες για τις δάνειες λέξεις της δημώδους ελληνικής μεσαιωνικής φιλολογίας) τυπώθηκε στο Μαρβούργο το 1909.

Πριν ακόμη επιστρέψει στην Ελλάδα, καταπιάστηκε με τη δημιουργία του Εκπαιδευτικού Ομίλου, που κατόρθωσε να προβάλλει τη δημοτική γλώσσα ως σύμβολο μιας γλωσσικής επανάστασης με πολιτικές προεκτάσεις. Το 1917 ο Τριανταφυλλίδης μαζί με τον Δελμούζο ορίζονται από την κυβέρνηση Βενιζέλου Ανώτεροι επόπτες τής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, θέσεις θεσπισμένες ειδικά για αυτούς, και σε συνεργασία με τον Γληνό, γενικό γραμματέα τού υπουργείου Παιδείας, ορίζονται υπεύθυνοι των γλωσσικών προγραμμάτων για το δημοτικό σχολείο. Αποτέλεσμα της εργασίας τους ήταν η έκδοση των πρώτων σχολικών αναγνωστικών στη δημοτική, μια μεταρρύθμιση που θα διακοπεί βίαια το 1920, μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου με προτροπή μάλιστα της σχετικής Επιτροπείας της κυβέρνησης Γούναρη στην έκθεσή της «να πεταχτούν τα βιβλία έξω από τα σχολεία και να καούν στην πυρά».

Ο Τριανταφυλλίδης μετέβη και πάλι στη Γερμανία το 1920, για να επιστρέψει το 1923, επί Πλαστήρα, προκειμένου να διδάξει στην  Παιδαγωγική Ακαδημία. Αργότερα έγινε ένας από τους πρώτους καθηγητές του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μαζί με καθηγητές όπως ο Γιάννης Αποστολάκης, ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης και ο Αλέξανδρος Δελμούζος.

Αυτή την ιδεολογική ελευθερία που απλόχερα του πρόσφερε το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, την αρνήθηκε τρις το πανεπιστήμιο Αθηνών και η Ακαδημία Αθηνών, υπό το κράτος του γλωσσολογικού συντηρητισμού της αθηναϊκής φιλοσοφικής σχολής και ιδιαίτερα του τμήματος κλασικής φιλολογίας, που εκείνη την εποχή δεχόταν την ιδεολογική επίδραση του καθηγητή και αργότερα ακαδημαϊκού Ιωάννη Σταματάκου. Ο Σταματάκος στη σχετική του εισήγηση λίγο-πολύ περιγράφει τον Μ. Τριανταφυλλίδη ως εγκληματία.

Το 1934 παραιτήθηκε από την καθηγητική του ιδιότητα και επέστρεψε στην Αθήνα, ασχολούμενος αποκλειστικά με τη συγγραφή του έργου του Ιστορική Εισαγωγή, του θεμέλιου πάνω στο οποίο συντάχθηκε αργότερα η Νεοελληνική Γραμματική. Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης πέθανε στις 20 Απριλίου του 1959 στην Αθήνα, χωρίς να έχει κάνει οικογένεια. Η περιουσία του βάσει διαθήκης κληροδοτήθηκε στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και με αυτήν δημιουργήθηκε το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη.

Η ιδεολογία του Μανώλη Τριανταφυλλίδη

Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης διαμόρφωσε νωρίς τη δική του ιδιότυπη γλωσσική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία, προκειμένου να επιτευχθεί η πνευματική επανάσταση στην ελληνική πραγματικότητα, χρειάζεται να απαλλαγεί ο λαός από την καθαρεύουσα, τη γλώσσα της αρχαιομανίας, όπως την οριοθετεί και να διδαχθεί τη δημοτική ως ζωντανή, αληθινή γλώσσα της προόδου.

Ανάμεσα στις συγκρουόμενες σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες ιδεολογίες, η πρότασή του υπήρξε η αποσύνδεση της εκπαίδευσης από το Γλωσσικό ζήτημα, προβλέποντας ότι οι κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του γλωσσικού ζητήματος θα επισκίαζαν τις ανάγκες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Παίρνοντας αποστάσεις από την ορμητική μερίδα των δημοτικιστών με τις ακραίες ψυχαρικές θέσεις, πρότεινε μια γλώσσα μεικτή, για την οποία κατηγορήθηκε σφοδρά από τον Ψυχάρη και χαρακτηρίστηκε συντηρητικός από τον Δελμούζο.

Ο Τριανταφυλλίδης θεωρείται πως αποτίμησε θετικά την προσπάθεια του Κοραή για τη δημιουργίας μιας κοινής Νεοελληνικής, παρά την αντίθεση του Ψυχάρη και άλλων δημοτικιστών της εποχής του. Αντίθετα από τον Ψυχάρη, ο Τριανταφυλλίδης «αντιλήφθηκε τη δυναμική παράδοση του δημοτικισμού ανεξάρτητα από τις εκάστοτε γλωσσικές επιλογές […] Προσεγγίζοντας τον κοραϊσμό έξω από το αυστηρό σχήμα του Ψυχάρη, ο Τριανταφυλλίδης κατέστησε δυνατή την ένταξη του Κοραή στο στρατόπεδο του δημοτικισμού».

Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης, εισάγοντας ουσιαστικά νεοτερισμό στην εποχή του, ενδιαφέρθηκε επίσης για τη συστηματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε οµογενείς και ξενόγλωσσους, τη μετάβαση δηλαδή από τη διδασκαλία της Ελληνικής ως µητρικής γλώσσας στη διδασκαλία της Ελληνικής ως δεύτερης ή ξένης γλώσσας.

Το έργο του Μανώλη Τριανταφυλλίδη

  • Ξενηλασία ή ισοτέλεια. Μελέτη περί των ξένων λέξεων της Νέας Ελληνικής, 1905.
  • Ένα βιβλίο για τη γλώσσα μας, 1912.
  • Τα Ευαγγέλια και ο Αττικισμός, 1913.
  • Το λήμμα, 1915.
  • Δημοτικισμός, 1926.
  • Ο Ψυχάρης και το γλωσσικό ζήτημα, 1929.
  • Ιστορική Εισαγωγή, 1938.
  • Νεοελληνική Γραμματική, 1941.

https://el.wikipedia.org/wiki/Μανόλης_Τριανταφυλλίδης

Please follow and like us:
error0

Ο Ιουστινιανός Α’ (482μ.Χ.-565μ.Χ.)

O Ιουστινιανός Α’, ( Φλάβιος Πέτρος Σαββάτιος Ιουστινιανός – λατινικά: Flavius Petrus Sabbatius Iustinianus -11 Μαΐου 482 Ταυρήσιο- 14 Νοεμβρίου 565 Κωνσταντινούπολη), παραδοσιακά γνωστός ως Ιουστινιανός ο Μέγας και ως Άγιος Ιουστινιανός ο Μέγας στην  Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν Βυζαντινός Αυτοκράτορας από το 527 έως το θάνατο του το 565. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Ιουστινιανός προσπάθησε να αναβιώσει το μεγαλείο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να επανακτήσει τα χαμένα δυτικά εδάφη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η κυριαρχία του Ιουστινιανού αποτελεί μια ξεχωριστή εποχή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από την «αποκατάσταση της αυτοκρατορίας». Ήταν μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ύστερης αρχαιότητας και ενδεχομένως ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας που μιλούσε τα λατινικά ως μητρική του γλώσσα.

Ο Ιουστινιανός θεωρείται ένας των σημαντικότερων ηγεμόνων της Ύστερης Αρχαιότητας. Η εποχή του σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη φάση μετάβασης από την κλασική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία  στο  εξελληνισμένο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος του Μεσαίωνα. Ακόμη κατάφερε με μακρόχρονους πολέμους εναντίον των Οστρογότθων και των Βανδάλων να ανακτήσει απομακρυσμένες περιοχές της Δυτικής Αυτοκρατορίας, που είχαν περιέλθει κατά τη διάρκεια των  Μεταναστεύσεων σε Γερμανικά φύλα. Στην Ανατολή η Αυτοκρατορία ενεπλάκη σε έντονες συγκρούσεις με τους Σασσανίδες. Καθοριστική σημασία είχε ο Ιουστινιανός για τη νομική ιστορία, καθώς προέστη της κωδικοποίησης του ρωμαϊκού δικαίου, η οποία ονομάστηκε Ιουστινιάνειος Κώδικας.

Η μορφή του Ιουστινιανού στα ψηφιδωτά του ναού του Αγίου Βιταλίου, στη Ραβέννα
Η μορφή του Ιουστινιανού στα ψηφιδωτά του ναού του Αγίου Βιταλίου, στη Ραβέννα

Ο Ιουστινιανός ανεβαίνει στον θρόνο

Ο Πέτρος Σαββάτιος, ιλλυρικής ή θρακικής καταγωγής, γεννήθηκε στο Ταυρήσιο και ήταν ανιψιός του στρατηγού (και αργότερα αυτοκράτορα) Ιουστίνου Α’. Με την άνοδο του θείου του στην εξουσία το 518  ονομάστηκε πατρίκιος. Υπήρξε ο σημαντικότερος σύμβουλος και ουσιαστικός αντιβασιλέας του θείου του, και το 527, λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου, ονομάστηκε συναυτοκράτορας, παίρνοντας το όνομα Ιουστινιανός, που σημαίνει ότι έχει υιοθετηθεί από τον Ιουστίνο.

Ήταν εξαιρετικά ικανός αλλά και αυταρχικός κυβερνήτης, με βαθιά λατινική και κλασσική μόρφωση. Η γυναίκα του Θεοδώρα, την οποία γνώρισε και παντρεύτηκε τον καιρό της εξουσίας του θείου του μέσω των κοινών τους επαφών με τους Βένετους, ήταν ταπεινής καταγωγής, αλλά ταυτόχρονα υπέρμετρα φιλόδοξη, ικανή, οξυδερκής και κυρίως πολύ όμορφη. Παρά την ταπεινή της καταγωγή, ο Ιουστίνος Α’ τη δέχτηκε, όχι όμως και η γυναίκα του, η οποία δεν επέτρεψε το γάμο μέχρι το θάνατό της το 524. Ακόμα και αν το παρελθόν της Θεοδώρας ήταν όντως σκοτεινό, είναι σίγουρο ότι με το γάμο της με τον Ιουστινιανό μεταμορφώνεται σε ιδανική σύζυγο και Αυτοκράτειρα.

Από τις πρώτες ενέργειες του Ιουστινιανού ήταν η βελτίωση των οικονομικών, μέσω είσπραξης των φόρων, εργασία που ανέθεσε στον ικανό αλλά αντιπαθή στο λαό Ιωάννη Καππαδόκη. Επίσης, αναθέτει τον ίδιο καιρό στον Τριβωνιανό την επανακωδικοποίηση των νόμων του  Θεοδοσίου, απαλείφοντας αντικρουόμενες διατάξεις και μειώνοντας δραστικά το μέγεθος και την έκταση των ισχυουσών διατάξεων. Αντιμετώπισε τους Σασσανίδες Πέρσες ήδη από το 532, οπότε και υπέγραψε συμφωνία ειρήνης με τον βασιλιά Χοσρόη Α’, ώστε να μπορέσει να ασχοληθεί απερίσπαστος με το μεγάλο του όνειρο, την ανακατάληψη της Δύσης.

Η Στάση του Νίκα

Η Αγία Σοφία, έμπνευση του Ιουστινιανού του Α'
Η Αγία Σοφία σήμερα, οι μιναρέδες χτίστηκαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς (1453).

Τον Ιανουάριο του 532 ξέσπασαν σοβαρές ταραχές μετά την καταδίκη κάποιων Πράσινων και Βένετων σε θάνατο για επεισόδια στον  Ιππόδρομο. Εκφράζοντας την αντιπάθειά τους στο πρόσωπο του απόμακρου αυτοκράτορά τους, που στα μάτια τους ήταν ο εισηγητής της σκληρής φορολογικής πολιτικής που πραγματοποιούσε ο Ιωάννης Καππαδόκης, ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους της Πόλης, προκαλώντας καταστροφές και χρίζοντας αυτοκράτορα τον Υπάτιο, ανιψιό του  Αναστασίου Α΄. Η κατάσταση ξέφευγε από το έλεγχο του Ιουστινιανού, ο οποίος την παραμονή της εγκατάλειψης του θρόνου προς διαφυγή, μεταπείθεται (κατά μία εκδοχή) από τη Θεοδώρα και παραμένει για μάχη μέχρις εσχάτων. Έτσι, υπό τις εντολές του Βελισάριου, του Μούνδου και του διοικητή της φρουράς στρατηγού Ναρσή, ο ρωμαϊκός στρατός σφαγιάζει στον Ιππόδρομο 30.000 περίπου στασιαστές και μη, δίνοντας τέλος στην περίφημη «Στάση του Νίκα», η οποία έλαβε το όνομά της από το σύνθημα των επαναστατών.

Η καταστροφή του ναού της Αγίας Σοφίας κατά τις ταραχές αποτελεί το έναυσμα για την ανάθεση από τον Ιουστινιανό της κατασκευής ενός νέου μεγαλοπρεπούς ναού. Έτσι, την ίδια χρονιά οι αρχιτέκτονες από τις  Τράλλεις της Μ. Ασίας Ανθέμιος και Ισίδωρος ξεκινούν τις εργασίες κατασκευής, που ολοκληρώνονται το 537, χρησιμοποιώντας πολύχρωμα μάρμαρα από την Ελλάδα (κυρίως από τις Κυκλάδες) και ψηφιδωτά από διάφορα μέρη της Ιταλίας και της Ελλάδας. Ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, έργο για το οποίο ο αυτοκράτορας δεν εφείσθη χρημάτων ή εργασίας, αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία της αρχιτεκτονικής, με μέγεθος και μεγαλοπρέπεια που ως τις μέρες μας συγκινούν και προκαλούν δέος.

Η Επανάκτηση της Δύσης

Το μέγεθος της Αυτοκρατορίας επί Ιουστινιανού
Το μέγεθος της Αυτοκρατορίας επί Ιουστινιανού

Μετά τη Στάση του Νίκα, ο Αυτοκράτορας καταπιάνεται με έναν από τους βασικούς του στόχους:των δυτικών επαρχιών. Ο Βελισάριος, επικεφαλής του ρωμαϊκού στρατού (magister militum), εκστρατεύει κατά του βασιλείου των Βανδάλων της Βόρειας Αφρικής, κατακτά την  Καρχηδόνα το 533, και προετοιμάζεται για την απόβαση στην Ιταλική χερσόνησο. Με τον θάνατο του βασιλιά των Οστρογότθων Θεοδώριχου (ή Θεϋδέριχου) το 526, τη διακυβέρνηση αναλαμβάνει η φιλόδοξη γυναίκα του Αμαλασούνθα, κηδεμόνας του διαδόχου Αθαλάριχου, την οποία όμως εκθρονίζει και θανατώνει ο Θεϋδάτος. Αυτή είναι και η αφορμή που ζητά η Ανατολική Αυτοκρατορία για να επιτεθεί. Άμεσα ο Βελισάριος καταλαμβάνει τη Νάπολη και τη Ρώμη. Ο αρχηγός των Γότθων Ουίτιγις υποχωρεί στη Ραβέννα, αλλά σύντομα επιστρέφει για να πολιορκήσει τη Ρώμη. Ο Βελισάριος, ενισχυμένος από την πρωτεύουσα καταλαμβάνει τη γύρω περιοχή και υποχρεώνει τους Γότθους σε τελική υποχώρηση το 538, σε μάχη κοντά στη γέφυρα της Μουλβίας, στην ίδια περίπου θέση όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος νίκησε το Μαξέντιο. Κατόπιν σειράς ασυνεννοησιών και αμφισβήτησης της πρωτοστρατηγίας του Βελισάριου από τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα, Ναρσή και Ιωάννη, οι Γότθοι ανακαταλαμβάνουν το Μιλάνο, εξοντώνοντας τους 300.000 κατοίκους του. Χρονικά την ίδια στιγμή περίπου, η Αυτοκρατορία δέχεται και την επίθεση του Χοσρόη και των Περσών στα ανατολικά. Ενώ λοιπόν ο Ιουστινιανός είναι έτοιμος να ανακαλέσει το Βελισάριο για ενίσχυση στα ανατολικά, ο ιδιοφυής αυτός στρατηγός με δόλιο τέχνασμα καταλαμβάνει τη Ραβέννα, συλλαμβάνει τον Ουίτιγι και την οικογένειά του, δίνοντας τέλος στην εκστρατεία και ολοκληρώνοντας φαινομενικά για λογαριασμό του Ιουστινιανού την ανακατάληψη της Ιταλίας.

Μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσα το 539, ο Βελισάριος φεύγει σύντομα για να συναντήσει το Χοσρόη. Μετά από δύο χρόνια μαχών (και υπό το ψυχολογικό βάρος των απιστιών της γυναίκας του Αντωνίνας), ο Βελισάριος με τέχνασμα και πάλι εξουδετερώνει τον Χοσρόη. Το 542 ξεσπά η επιδημία βουβωνικής πανώλης, η οποία πλήττει και τον Αυτοκράτορα. Ο Βελισάριος επιστρέφει στην Ιταλία, η οποία λόγω της ανικανότητας των ορισμένων από τον Ιουστινιανό διοικητών της έχει περιέλθει εκ νέου στους Γότθους. Δυστυχώς, υπό την πίεση της Θεοδώρας ο Ιουστινιανός πείθεται ότι ο Βελισσάριος έχει τάσεις σφετερισμού, και έτσι τον εξοπλίζει δυσανάλογα φτωχά σε σχέση με τη φιλόδοξη αποστολή που του αναθέτει.

Στην αντιπαράθεσή τους με τον ικανό Γότθο βασιλιά Τωτίλα, οι Ρωμαίοι δεν μπορούν να κυριαρχήσουν. Ο Γότθος αρχηγός καταλαμβάνει τη Ρώμη το 546. Μετά από 5 χρόνια ατελέσφορων μαχών και διπλωματικών προσπαθειών, ο Βελισάριος ανακαλείται στην Πόλη το 549, χωρίς να έχει επιτύχει την επανάκτηση της Ιταλικής χερσονήσου, έχοντας όμως αναχαιτίσει του Γότθους σε βαθμό που δεν θα μπορέσουν ποτέ να εδραιώσουν την κυριαρχία τους. Έτσι, θα μπορέσει εύκολα ο Ναρσής, που τον αντικαθιστά το 551, με πολλαπλάσιο μάλιστα εξοπλισμό και μέσα, να ολοκληρώσει το έργο του Βελισάριου. Η επιστροφή του στρατηγού στην πρωτεύουσα το 549 συμπίπτει χρονικά με τον θάνατο της Θεοδώρας. Το γεγονός αυτό επιτρέπει τη συμφιλίωση των δύο ανδρών. Εν τω μεταξύ, στην Ιταλία, ο Ναρσής επικρατεί των βαρβάρων, καταφέρνοντας δύο συντριπτικές νίκες στην Μάχη των Βουσταγαλλώρων και στη Μάχη του Βεζουβίου, σκοτώνοντας τον Τωτίλα και τερματίζοντας την οστρογοτθική αντίσταση.

Το 551-555, ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα, υπό τις διαταγές του 80χρονου συγκλητικού Λιβέριου, στάλθηκε στην Ιβηρική χερσόνησο, για να υποστηρίξει τον Αθανάγιλδο, που είχε εξεγερθεί εναντίον του βασιλιά Αγίλα. Το εκστρατευτικό σώμα σημείωσε εκπληκτική επιτυχία, καταλαμβάνοντας εύκολα τις παραλιακές πόλεις και το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Ισπανίας, και με τη βοήθειά του, ο Αθανάγιλδος στέφεται βασιλιάς των Βησιγότθων το 554. Παρότι ο νέος βασιλιάς απαίτησε την επιστροφή των ρωμαιοκρατούμενων εδαφών, αναγκάστηκε να προβεί σε συμβιβασμό, μέσω του οποίου το νότιο τέταρτο της Ισπανίας έγινε ρωμαϊκή επαρχία, ενώ το βησιγοτθικό βασίλειο αναγνώρισε την επικυριαρχία του Ιουστινιανού.

Η Θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού Α’

Ο Ιουστινιανός θεωρούσε τον εαυτό του πρωτίστως ως ορθόδοξο Αυτοκράτορα. Η βασιλεία του θεωρείται ότι σημάδεψε το ζενίθ της αυτοκρατορικής κυριαρχίας επί της Εκκλησίας. Η εξουσία του επεκτεινόταν και πάνω στην ιεροσύνη. Διαχώριζε μεν imperium και sacerdotium, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να υποκύπτει στον πειρασμό να νομοθετεί πάνω σε θρησκευτικά ζητήματα. Έλαβε μέτρα για την ενεργό επιβολή του χαλκηδονιανού Χριστιανισμού (Γ’ Οικουμενική Σύνοδος) σε όλη την επικράτειά του. Έτσι, από νωρίς (το 529), έλαβε σκληρά μέτρα κατά των εναπομεινάντων ειδωλολατρών, και έκλεισε την περίφημη Ακαδημία Πλάτωνος. Περιόρισε με νομοθετικά μέτρα τα δικαιώματα των Εβραίων, και συνέτριψε με σκληρότητα την εξέγερση των Σαμαριτών. Ακόμα καταδίωξε τους μανιχαϊστές, οι οποίοι, λόγω της συσχέτισής τους με την εχθρική Σασσανιδική Περσία, υπέφεραν ιδιαίτερα.

Η αντιμετώπιση της πιο μεγάλης και επικίνδυνης αίρεσης, του  Μονοφυσιτισμού, ποίκιλλε. Η επιρροή της Θεοδώρας, που υποστήριζε τον Μονοφυσιτισμό και παρείχε προστασία σε σημαίνοντες εκπροσώπους του, μετρίασε την στάση του κατά το πρώτο μισό της βασιλείας του. Το 535 της επέτρεψε να διορίσει Πατριάρχη τον Άνθιμο, ο οποίος αμέσως συνδέθηκε με τους Μονοφυσίτες Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων. Ο Πατριάρχης Αντιοχείας κατήγγειλε το γεγονός στον Πάπα Αγαπητό, ο οποίος ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και έπεισε τον Ιουστινιανό να τον εκθρονίσει και να τον εξορίσει. Μετά τον θάνατο της Θεοδώρας όμως, σε συνδυασμό με την έντονη πίεση της δυτικής εκκλησίας και την έντονη ενασχόλησή του με την θρησκεία προς το τέλος της ζωής του, η κρατική καταπίεση εντάθηκε. Η αυταρχική του πολιτική και η τάση του να ελέγχει πλήρως την Εκκλησία, φάνηκαν τόσο στην συμπεριφορά του απέναντι στον Πάπα Βιγίλιο, τον οποίο διαπόμπευσε δημοσίως, όσο και κατά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκάλεσε το 553 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία λειτούργησε υπό το καθεστώς της κυριαρχίας των απόψεών του, δια της συνηθισμένης οδού της επιλεκτικής αποδοχής των συμμετεχόντων.

Η ιεραποστολική του δραστηριότητα ήταν εξίσου έντονη, και απέστειλε ιερείς για να προσηλυτίσουν τους λαούς πέριξ της Αυτοκρατορίας, επιτυγχάνοντας να εκχριστιανίσει την Νουβία, τους Έρουλους και τους Αβασγούς.

Η εισβολή των Κουτρίγουρων το 559, που έφτασε μέχρι έξω από την πρωτεύουσα, αντιμετωπίζεται από το Βελισάριο με επιτυχία. Ο στρατηγός θα βρεθεί ξανά σε δυσμένεια το 562, στερούμενος τόσο τη δόξα που του άρμοζε, όσο και τη θέση του στην ρωμαϊκή ιεραρχία, αλλά αποκαταστάθηκε σύντομα.

Η οικονομία και η διοίκηση του Ιουστινιανού Α’

Χρυσό νόμισμα του Ιουστινιανού Α’ (527-565), που ανασκάφηκε στην Ινδία πιθανώς στα νότια, είναι ένα παράδειγμα του Ινδο-ρωμαϊκού εμπορίου κατά τη διάρκεια της περιόδου.

Όπως συνέβαινε και με τους προκατόχους του Ιουστινιανού, η οικονομική υγεία της αυτοκρατορίας στηριζόταν κυρίως στη γεωργία. Επιπλέον, το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων άνθισε, φτάνοντας ως το μακρινό Βορρά μέχρι την Κορνουάλη, όπου ο κασσίτερος ανταλλάχθηκε με ρωμαϊκό σιτάρι. Στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας, μεγάλες συνοδείες που έπλεαν από την Αλεξάνδρεια προς την Κωνσταντινούπολη με το σιτάρι και τα δημητριακά. Ο Ιουστινιανός με μια αποτελεσματική κίνηση ήταν η οικοδόμηση μιας μεγάλης σιταποθήκης στο νησί της Τενέδου για αποθήκευση και περαιτέρω μεταφορά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιουστινιανός προσπάθησε επίσης να βρει νέες διαδρομές για το ανατολικό εμπόριο, το οποίο υπέφερε τα πάνδεινα, λόγω των πολέμων με τους Πέρσες.

Ένα σημαντικό προϊόν πολυτελείας ήταν το μετάξι, το οποίο είχε εισαχθεί και στη συνέχεια μεταποιούνταν στην Αυτοκρατορία. Προκειμένου να προστατευθεί η παραγωγή του μεταξιού, ο Ιουστινιανός χορήγησε το μονοπώλιο στα αυτοκρατορικά εργοστάσια το 541. Προκειμένου να παρακάμψει το περσικό εμπάργκο, ο Ιουστινιανός δημιούργησε φιλικές σχέσεις με τους Αβησσυνίους, τους οποίους ήθελε να ενεργούν ως διαμεσολαβητές του εμπορίου με τη μεταφορά Ινδικού μεταξιού στην αυτοκρατορία. Οι Αβησσύνιοι, ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστούν τους Πέρσες εμπόρους στην Ινδία. Στη συνέχεια, στις αρχές της δεκαετίας του 550, δύο μοναχοί κατάφεραν να κλέψουν μέσα στα μπαστούνια τους, αυγά μεταξοσκώληκα από την Κεντρική Ασία πίσω στην Κωνσταντινούπολη, και το μετάξι έγινε μονοπώλιο των ανακτόρων.

Κατά την έναρξη της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ είχε κληρονομήσει ένα πλεόνασμα 28.800.000 σόλιδων (£400.000 χρυσού) στο αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο από των Αναστάσιο Α΄ και Ιουστίνο Α΄. Σύμφωνα με τους κανόνες του Ιουστινιανού, ελήφθησαν μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς στις επαρχίες και να συλλέγεται πιο αποτελεσματικά οι φορολογία. Μεγαλύτερη διοικητική εξουσία δόθηκε τόσο στους ηγέτες των νομών και των επαρχιών, ενώ η εξουσία που είχε ληφθεί μακριά από τις αντιπροσωπείες των μητροπόλεων, ένας αριθμός των οποίων καταργήθηκαν. Η γενική τάση ήταν προς την απλοποίηση της διοικητικής υποδομής. Σύμφωνα με τον Brown(1971), η αυξημένη επαγγελματοποίηση της είσπραξης των φόρων έκανε πολλά για να καταστρέψει τις παραδοσιακές δομές της επαρχιακής ζωής, δεδομένου ότι αποδυνάμωσε την αυτονομία των δημοτικών συμβουλίων στης Ελληνικές πόλεις. Έχει υπολογιστεί ότι πριν την επανάκτηση (reconquista) του Ιουστινιανού Α΄ το κράτος είχε ετήσια έσοδα 5.000.000 σόλιδους το 530, αλλά μετά της κατάκτησης του, τα ετήσια έσοδα αυξήθηκαν σε 6.000.000 σόλιδους στο 550 μ.Χ.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, οι πόλεις και τα χωριά του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους ευημερούσαν, αν και η Αντιόχεια χτυπήθηκε από δύο σεισμούς (526, 528) και αλώθηκε και εκκενώθηκε από τους Πέρσες (540). Ο Ιουστινιανός είχε ανακατασκευάσει την πόλη, αλλά σε μικρότερη κλίμακα.

Παρ’ όλα αυτά τα μέτρα, η αυτοκρατορία υπέστη αρκετές σημαντικές αποτυχίες κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα. Η πρώτη ήταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα των ετών 535-536 τα οποία ασθένησαν την αγροτική παραγωγή σε όλη την αυτοκρατορία με αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών ανθρώπων, μετά χτύπησε η πανούκλα, (γνωστή και ως πανώλη του Ιουστινιανού) η οποία διήρκεσε από το 541 έως 543 και, κατά των Προκόπιο αποδεκάτιζε τον πληθυσμό της αυτοκρατορίας. Μέχρι και το 40% της Κωνσταντινούπολης λέγεται ότι αποδεκατίστηκε, κατά συνέπεια δημιούργησε έλλειψη εργατικού δυναμικού και αύξηση των μισθών. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού, επίσης, οδήγησε σε σημαντική αύξηση του αριθμού των «βάρβαρων» στα βυζαντινά στρατεύματα, μετά τις αρχές της δεκαετίας του 540. Το παρατεταμένο πόλεμο στην Ιταλία και τους πολέμους με τους Πέρσες, ήταν ένα βαρύ φορτίο για τους πόρους της αυτοκρατορίας, και ο Ιουστινιανός είχε επικριθεί από πολλούς για τη σπατάλη του παλατιού και για την άσωτη ζωή που έκανε το αυτοκρατορικό ζεύγος.

Μεταφορά του μεταξιού από την Κίνα

Σύμφωνα με πληροφορίες Βυζαντινών συγγραφέων, εξαιτίας της τεράστιας ζήτησης που είχε το μετάξι από την ανατολή, και το εμπάργκο που έκαναν οι Πέρσες κατά των Βυζαντινο-Περσικών πόλεμων, ο Ιουστινιανός το 544 έστειλε στην Κίνα δύο μοναχούς, ειδικά για το μετάξι, το οποίο εκείνη την εποχή είχε διαδοθεί σε μεγάλο βαθμό το χρησιμοποιούσε η εκκλησία και οι ευγενείς και ήταν πανάκριβο. Οι Βυζαντινοί μοναχοί με εντολή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού για τη μετάδοση της Χριστιανικής θρησκείας περιηγήθηκαν στην Περσία και την Κίνα και κατά τη διάρκεια των περιηγήσεων τους, παρακολούθησαν όλη τη διαδικασία εκτροφής του μεταξοσκώληκα και παραγωγής του μεταξιού και φεύγοντας έκρυψαν μέσα στα κούφια μπαστούνια τους αρκετό μεταξόσπορο, γιατί απαγορευόταν η εξαγωγή τους. Στο τέλος της περιοδείας τους το 544 μετέφεραν το μετάξι στην Κωνσταντινούπολη, και από τότε περιήλθε η σηροτροφία στο Βυζάντιο. Στα πρώτα χρόνια η βυζαντινή αυλή κρατούσε μυστικό τον τρόπο παραγωγής του μεταξιού από τον υπόλοιπο λαό, που πίστευε ότι το μετάξι προερχόταν από κάποια φυτική ουσία. Αργότερα όμως η τεχνική ξέφυγε από τα ανάκτορα και η μεταξουργία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, που ονομάστηκε από τότε Μοριάς, εξαιτίας της καλλιέργειας της μουριάς. Και το Βυζάντιο ήταν ο μοναδικός εξαγωγέας του περίφημου μεταξιού του σε όλην την Ευρώπη για περίπου 3 αιώνες.

Αποτίμηση του έργου του Ιουστινιανού

Ο Ιουστινιανός κατάφερε να επεκτείνει τα σύνορα της Αυτοκρατορίας από τους Άγιους τόπους και τα βάθη της Ανατολίας μέχρι τις Ηράκλειες στήλες, επαναφέροντας τα σύνορα στα ίδια σχεδόν, της παλιάς Ρωμαϊκής. Στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο οι περιοχές επανέρχονται στη Δυτική Αυτοκρατορία και επιβάλλεται πλέον μια ένωση μέσω της κοινής χριστιανικής πίστης, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Ο βυζαντινός στρατός σημειώνει νίκες στην Ιταλία, το νότιο τμήμα της Ισπανίας και την Αφρική, και οι Πέρσες σταματούν τις επιχειρήσεις τους κατά του Βυζαντίου, σεβόμενοι τις συνθήκες. Η επανάκτηση της Δυτικής Αυτοκρατορίας διήρκεσε 25 χρόνια, με συνεχείς εκστρατείες κατά των Περσών και κατασκευή εκτενούς αμυντικού συστήματος (ορατού ακόμα και σήμερα σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου). Ωστόσο η περίοδος βασιλείας του Ιουστινιανού περιλαμβάνει και πλήθος άλλων σημαντικών εξελίξεων, όπως κωδικοποίηση των νόμων, ενίσχυση του εμπορίου, εισαγωγή της καλλιέργειας του μεταξιού από την Κίνα, θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, ενίσχυση των δημοσίων οικονομικών και ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων με αποκορύφωμα την Αγία Σοφία.

Η φιλόδοξη επέκταση του Βυζαντίου όμως, προκάλεσε αρκετές εσωτερικές διαμάχες με τον πληθυσμό να κάνει συχνές εξεγέρσεις, είτε λόγω των δυσβάσταχτων φόρων από τους μακροχρόνιους πολέμους, είτε λόγω θρησκευτικών διαφορών. Η συνεχής εξωτερική απειλή, από σχεδόν όλα τα μέτωπα, οδήγησε σε μια περίοδο πτώσης της Αυτοκρατορίας, που ήρθε αμέσως μετά τον θάνατο τον Ιουστινιανού. Χαρακτηριστικά, το μεγαλύτερο τμήμα της Ιταλίας κατελήφθη από τους Λομβαρδούς, μόλις 3 χρόνια από το θάνατό του. Ο Προκόπιος στο έργο του Απόκρυφη Ιστορία κατηγορεί τον ίδιο τον Ιουστινιανό αλλά κυρίως τη Θεοδώρα για αυτό.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638)

Ο Κύριλλος Λούκαρις, συχνά και Λούκαρης (13 Νοεμβρίου 1572–27 Ιουνίου 1638) ή και Κύριλλος ο Κρης, ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας (ως Κύριλλος Γ΄) και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (ως Κύριλλος Α΄).

Ο Κύριλλος Λούκαρις
Ο Κύριλλος Λούκαρις

Ο Βίος του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Κύριλλος Λούκαρις γεννήθηκε στο Χάνδακα, σημερινό Ηράκλειο Κρήτης το 1572. Ο πατέρας του μάλλον ήταν ιερέας. Στην αρχή μαθήτευσε κοντά στο Μελέτιο Βλαστό και ύστερα, χάρις στην μέριμνα του θείου και μέντορά του Μελέτιου Πηγά, πήγε στη Βενετία όπου σπούδασε κοντά στο Μάξιμο Μαργούνιο ο οποίος του έμαθε ελληνικά, λατινικά, ιταλική γλώσσα και θεολογία. Στη συνέχεια σπούδασε στην Πάδοβα κοντά στον Παύλο Σάρπα και τον Τσεζάρε Κρεμονίνι, ενώ αργότερα επισκέφτηκε την Γενεύη, την Ολλανδία, και τη Γερμανία. Επιστρέφοντας στον ελλαδικό χώρο μετέβη στον θείο του Μελέτιο Πηγά, στην Αλεξάνδρεια, όπου το 1593 έγινε μοναχός και πήρε το όνομα Κύριλλος. O Πηγάς τον έκανε πρωτοσύγκελο του Πατριαρχείου και τον έστειλε έξαρχο στην Πολωνία με σκοπό να αποτρέψει την ένωση των ορθόδοξων Ουκρανών και Λευκορώσων με τη Ρώμη. Όμως, αν και ανάπτυξε σημαντική δράση γι’ αυτό το σκοπό, τελικά απέτυχε.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Πατριάρχης Αλεξανδρείας

Από το 1594 ο Πηγάς προετοίμαζε τον Λούκαρι για διάδοχό του στον Πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας. Το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, ο Λούκαρις τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών. Από τη θέση αυτή καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της  Δυτικής Εκκλησίας. Έτσι, μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η συνοδική καταδίκη των Λατίνων. Μετέβη στην Κύπρο στα 1605 με σκοπό να μεσολαβήσει για την αποσόβηση εσωτερικής κρίσης που έπληττε την Εκκλησία της Κύπρου. Το 1608 μετέβη στα Ιεροσόλυμα συμμετέχοντας στην χειροτονία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνους. Δρομολόγησε την επισκευή ναών και λόγω των χρεών του Πατριαρχείου οργάνωσε ζητεία (έρανο) η οποία όμως δεν ευοδώθηκε.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Τοποτηρητής του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

Μετά την εκτόπιση του οικουμενικού Πατριάρχη Νεόφυτου Β’ στη Ρόδο (Φεβρουάριος 1602-Ιανουάριος 1603 και Οκτώβριος 1609-Οκτώβριος 1612), το 1612 ο Λούκαρις τοποθετήθηκε, με την ιδιότητά του ως πατριάρχης Αλεξανδρείας και επομένως ιεραρχικά αρχαιότερος αξιωματούχος, επίτροπος για είκοσι μία ημέρες στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Επιβλήθηκε όμως ως Πατριάρχης ο λατινόφρων Τιμόθεος Β’ και ο Λούκαρις αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος και από εκεί στη Βλαχία. Δεν εγκατέλειψε τους αγώνες του εναντίον των Καθολικών. Έτσι, στο διάλογό του Ζηλωτής και Φιλαλήθης επιτίθεται εναντίον των Ιησουϊτών, που είχαν αναπτύξει έντονη προπαγάνδα σε βάρος της Ορθόδοξης εκκλησίας. Στον αγώνα του κατά των Ιησουιτών αναζήτησε στήριξη και σε προτεσταντικούς κύκλους με τους οποίους αλληλογραφούσε και συζητούσε. Αυτό υπήρξε και η αιτία να κατηγορηθεί ως οπαδός του Λουθήρου ή του Καλβίνου. Για να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς του με τους διαμαρτυρόμενους και να γνωρίσει καλύτερα την εκκλησία τους έστειλε στα 1617 στην Αγγλία, ανταποκρινόμενος σε παράκληση του αρχιεπισκόπου του Canterbury George Abbot, τον ευφυή και φιλομαθή πρεσβύτερο Μητροφάνη Κριτόπουλο (1589–1639) από την Βέροια, που τον είχε γνωρίσει ως μοναχό στο Άγιον Όρος.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γίνεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Στις αρχές Νοεμβρίου 1620 διαδόθηκε η είδηση για τον ξαφνικό θάνατο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Τιμόθεου Β’. Θεωρήθηκε πως είχε δολοφονηθεί και πως ηθικός αυτουργός για το έγκλημα αυτό ήταν ο Λούκαρις, ανένδοτος εχθρός του Τιμόθεου. Στις 4 Νοεμβρίου 1620 ο Λούκαρις εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης γεγονός που δικαίωνε όσους διέδιδαν τις φήμες πως ο Τιμόθεος είχε δηλητηριαστεί με δική του εντολή.

Απομάκρυνσή από τον Πατριαρχικό θρόνο και επάνοδος

Τον Απρίλιο του 1623 ο Λούκαρις απομακρύνθηκε από τον θρόνο με την επέμβαση του πρεσβευτή της Γαλλίας Fhillippe de Cesy. Είχαν προηγηθεί διαβήματα του αποστολικού νούντσιου στο Παρίσι στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΓ’. Συγκεκριμένα, ο μεγάλος βεζύρης Μερέ Χουσεΐν δωροδοκήθηκε από τον Cesy 40.000 τάλληρα για να ενεργήσει παράτυπα, δηλαδή χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Στις 17 Απριλίου 1623 ο Λούκαρις δραπέτευσε με σκοπό να αποφύγει τη σύλληψη από το στρατιωτικό απόσπασμα που εισέβαλε στο κτίριο του Πατριαρχείου. Ο Cecy δεν έμεινε ικανοποιημένος από την καθαίρεση του Λούκαρι. Πληροφορούμενος ότι ο Λούκαρις κρυβόταν στην Κωνσταντινούπολη, πλήρωσε 3.000 σκούδα για να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Έτσι συνελήφθη και οδηγήθηκε με φρεγάτα εξόριστος στην Ρόδο. Στη θέση του εκλέχθηκε στις 28 Μαΐου ο Αμασείας Γρηγόριος, «λατινόφρων», ο επονομαζόμενος «Στραβοαμασείας» και μετά από ένα μήνα, στις 25 Ιουνίου, ο Μητροπολίτης Άνθιμος. Όμως στις 2 Οκτωβρίου ο Λούκαρις ανέβηκε και πάλι στον θρόνο χάρις στην υποστήριξη των πρεσβευτών Ολλανδίας Cornells Haga και της Αγγλίας Sir Thomas Roe. Εκείνη την εποχή στην Ευρώπη μαίνονταν οι θρησκευτικοί πόλεμοι και Καθολικοί και Προτεστάντες προσπαθούσαν να προσεταιριστούν την Ορθόδοξη Εκκλησία και ειδικά τον πατριάρχη.

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1626 μερικοί ιεράρχες, υποκινημένοι από τον Γάλλο πρεσβευτή, κατάγγειλαν τον Λούκαρι στην Πύλη ότι ευθυνόταν για την υπερχρέωση του Πατριαρχείου και ότι διοικούσε τυραννικά την εκκλησία. Όμως για το πρώτο ζήτημα δεν ευθυνόταν ο ίδιος επειδή είχε παραλάβει αυτό το χρέος από τον προκάτοχό του. Για το δεύτερο ζήτημα, αν και είχε επιχειρήσει να απομακρύνει τους διαφωνούντες προς αυτόν, τον Ιωάσαφ Χαλκηδόνος και τον Κορίνθου Νεόφυτο, τους καθαίρεσε η σύνοδος. Ο Λούκαρις κατέφυγε στην ολλανδική πρεσβεία για να αποφύγει τα χειρότερα και ο Άγγλος πρέσβης Roe μεσολάβησε στην Πύλη για την προστασία του. Επίσης και η Βενετική Γερουσία επιθυμούσε την παραμονή του Λούκαρι στον πατριαρχικό θρόνο γι’ αυτό ήταν έτοιμη να δωροδοκήσει με 1.000 ρεάλια τούρκους αξιωματούχους.

Το τυπογραφείο του Κύριλλου Λούκαρι

Αρχικά ο Λούκαρις είχε στείλει στο Λονδίνο τον Νικόδημο Μέταξα για να σπουδάσει την τυπογραφική τέχνη. Εκείνος επέστρεψε στα μέσα του 1627 με κάσες γεμάτες τυπογραφικά στοιχεία. Το τυπογραφείο ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1627 κοντά στην Αγγλική πρεσβεία. Το πρώτο βιβλίο που βγήκε από το πιεστήριό του ήταν μια αντιιουδαϊκή πραγματεία του Λούκαρι. Στο τυπογραφικό του πρόγραμμα ήταν η έκδοση όλων των παλιότερων και νεώτερων αντικαθολικών βιβλίων που είχαν γράψει ορθόδοξοι θεολόγοι. Η δραστηριότητα του τυπογραφείου προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Καθολικών. Στις 27 Οκτωβρίου 1627 ο φιλοκαθολικός επίσκοπος Παροναξίας Ιερεμίας Βαρβαρήγος εισηγήθηκε στην Propaganda Fide το κλείσιμο του τυπογραφείου. Τον Νοέμβριο του 1627 συνεδρίασε η Propaganda Fide η οποία εισηγήθηκε να πειστούν οι Τούρκοι να κλείσουν το τυπογραφείο. Τον Ιανουάριο του 1628, οι μηχανορραφίες και καταγγελίες είχαν ως αποτέλεσμα να διακοπούν οι εργασίες του και να να κατασχεθεί προσωρινά ο εξοπλισμός του από τους Τούρκους.

Το τέλος του Κύριλλου Λούκαρι

Λίγους μήνες αργότερα, η αναχώρηση του Roe από την Κωνσταντινούπολη στέρησε τον Λούκαρι από έναν ισχυρό προστάτη. Πιστεύεται ότι ο πατριάρχης του έδωσε ως δώρο προς τον βασιλιά Κάρολο Α’ τον περίφημο «Αλεξανδρινό κώδικα», κτήμα τώρα του Βρετανικού Μουσείου, στον οποίο βασίστηκε η μετάφραση της Βίβλου στα αγγλικά, γνωστή ως King James. Τέλος, οι καθολικοί κατήγγειλαν τον Λούκαρι ότι ετοίμαζε, με τη βοήθεια των Ρώσων, επανάσταση των Ελλήνων. Οι Τούρκοι τον έκλεισαν σε κάποιο φρούριο του Βόσπορου και τον στραγγάλισαν στις 27 Ιουνίου 1638. Το πτώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα όπου το βρήκαν ψαράδες και το έθαψαν. Οι εχθροί του όμως ξέθαψαν το σώμα του και το ξανάριξαν στη θάλασσα, αλλά βρέθηκε και πάλι.

Πιστεύεται ότι ο Κύριλλος Λούκαρις, όταν έγινε πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, πήρε μαζί του τον Αλεξανδρινό Κώδικα —έναν από τους σημαντικότερους ελληνικούς Βιβλικούς Κώδικες που σώζονται έως σήμερα— και αργότερα τον έστειλε ως δώρο στον Βασιλιά Ιάκωβο Α’ της Αγγλίας. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος ήταν εκείνος που έδωσε εντολή να γίνει μια νέα μετάφραση της Βίβλου στην Αγγλική, η οποία ξεκίνησε το 1607 και ολοκληρώθηκε το 1611 και η οποία έγινε γνωστή ως «Μετάφραση Βασιλέως Ιακώβου» King James Version ή Authorized Version). Ο Ιάκωβος πέθανε πριν του παραδοθεί ο Κώδικας κι έτσι τον παρέλαβε ο διάδοχός του Κάρολος Α’ το 1627.

Η πνευματική εξέλιξή του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Λούκαρις ήταν γαλουχημένος με τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της ανατολικής ορθόδοξης Εκκλησίας και άρχισε τη δράση του ως  συντηρητικός ορθόδοξος. Αυτό τεκμηριώνεται από το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό που έδωσε στα πρώτα βήματα της δράσης του ως έξαρχου στην Πολωνία. Στη διαμάχη με τους ενωτικούς ανέπτυξε τα παραδοσιακά επιχειρήματα της ορθοδοξίας, ενώ σε επιστολή του προς τον Λατίνο επίσκοπο Λεμβέργης Δημήτριο Solikowski προβάλει τις επτά πρώτες Οικουμενικές Συνόδους ως κοινής αποδοχής και από τις δύο Εκκλησίες και αποσιωπά την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ωστόσο άρχισε να έρχεται σε επαφή με τη Μεταρρυθισμένη θεολογία από την εποχή που σπούδαζε στην Ιταλία, όταν αλληλογραφούσε με τους μεταρρυθμιστές διανοούμενους David Hoeschel και Friedrich Sylbourg.

Όταν πια ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας άρχισε να μελετά πιο συστηματικά δυτικοευρωπαίους θεολόγους και φιλόσοφους, όπως μαρτυρούν επιστολές του και σημειώσεις σε προσχέδια κηρυγμάτων του. Καθώς η λατινική προπαγάνδα σε βάρος των ορθοδόξων οξυνόταν, το αντιλατινικό μέτωπο ήταν πιο δεκτικό στα μεταρρυθμιστικά επιχειρήματα. Όμως το κοινό μέτωπο ορθοδόξων και καλβινιστών έναντι της Ρώμης έκανε τον Λούκαρι να σκέφτεται να αξιοποιήσει την Καλβινιστική διδασκαλία για την αποκάθαρση της ορθόδοξης πίστης από διαστρεβλώσεις, καταχρήσεις, ρωμαϊκές επιρροές. Στα 1618 ο Λούκαρις, όπως φαίνεται από την αλληλογραφία του με τον Ολλανδό έμπορο David de Wilhelm le Leu, γοητεύτηκε από την προτεσταντική αρχή του αποκλειστικού προορισμού ενώ θεωρούσε ως βάσεις της μεταρρύθμισης την ταπεινοφροσύνη, την απλότητα και όχι τη δεισιδαιμονία, την περιφρόνηση προς τα εγκόσμια.

Η εκπαιδευτική στρατηγική του Κύριλλου Λούκαρι

Ο Λούκαρις, σύμφωνα με τον Πατηνιώτη, αποσκοπούσε στην συγκρότηση «μιας ισχυρής συλλογικής ταυτότητας των ορθοδόξων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» και να τους καταστήσει «[…]μια διακριτή πολιτισμική ενότητα στο μεταίχμιο μεταξύ ισλαμικής Ανατολής και Καθολικής Δύσης».

Κρίσεις για τον Κύριλλο Λούκαρι

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρει σχετικά με τον Λούκαρι: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου Α΄ του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος». Κάποιοι υποστηρίζουν πως κατέφυγε προς τους Διαμαρτυρόμενους μόνο για να τους έχει σύμμαχους εναντίον των Καθολικών, χωρίς να απομακρυνθεί από την Ορθόδοξη γραμμή. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο ίδιος είχε πει στον πρεσβευτή της Γαλλίας ντε Μαρσεβίλ: «…στο ζήτημα των πεποιθήσεών μου δε θα υπακούσω ούτε στο βασιλιά της Γαλλίας ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς μου». Αντίθετα άλλοι τον θεωρούν ως τον Πατριάρχη που προσπάθησε να μεταρρυθμίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο Λούκαρις υπήρξε κορυφαία μορφή του Ελληνισμού. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις πράξεις και τις ενέργειές του φαίνεται η τάση του Ελληνισμού για να έρθει σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Φρόντισε για την παιδεία του Μητροφάνη Κριτόπουλου και μετέφερε το 1627 στην Κωνσταντινούπολη το τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη μοναχού Νικόδημου Μεταξά, για να φωτιστεί το έθνος με ελληνικά έντυπα. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κύριλλος_Λούκαρις

Please follow and like us:
error0

Ο Τέλλος Άγρας (1899-1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου, Καλαμπάκα 1899 – Αθήνα 12 Νοεμβρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας.

Ο Τέλλος Άγρας
Ο Τέλλος Άγρας

Ο Βίος του Τέλλου Άγρα

Ο Τέλλος Άγρας γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, όπου υπηρετούσε τότε ως σχολάρχης ο πατέρας του Γεώργιος Ιωάννου. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη Βλάχου, ενώ ο μικρότερος αδερφός του Χρήστος. Το 1899 όλη η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα και από εκεί το 1906 στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τελείωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το  1916 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1923. Το  1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Τουρισμού. Το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, θέση στην οποία παρέμεινε έως το θάνατό του.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1938, ο Τέλλος Άγρας μετακόμισε μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής χειροτέρεψε η ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Στις 11 Οκτωβρίου 1944, τραυματίζεται από αδέσποτη σφαίρα των αλληλοσυγκρουόμενων Ταγμάτων Ασφαλείας και του ΕΑΜ  στον αστράγαλο, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου τελικά πεθαίνει το Νοέμβριο από σηψαιμία.

Συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα

Η συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα ξεκίνησε το 1907 όταν αλληλογραφούσε ως συνδρομητής του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων ενώ από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά πλέον στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών του περιοδικού με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Το Μάιο του 1923, όταν δηλαδή τέλειωσε τη Νομική, γράφει στη Διάπλαση των Παίδων το πεζογράφημα «Αποχαιρετισμός». Συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά, όπως με τη Λύρα, τον Βωμό, τους Νέους κ.ά.

Το 1918 βραβεύεται στο Σεβαστοπούλειο Διαγωνισμό, ενώ κερδίζει και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εσπερία  στο  Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Την ίδια χρονιά μεταφράζει τις Στροφές του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς (Jean Moreas).

Ο Τέλλος Άγρας έγραψε κυρίως ποίηση και κριτική λογοτεχνίας. Συχνά έγραφε και στο περιοδικό «Νέα Εστία», της οποίας διετέλεσε και αρχισυντάκτης για ένα διάστημα, ενώ δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα», «Νέα Ζωή», «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου» και σε πολλά άλλα έντυπα καθώς και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (1928).

Το 1934 κυκλοφόρησαν Τα βουκολικά και τα εγκώμια, η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο Καθημερινές, που τιμήθηκε το 1940 με το «Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης».

Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τους: Νένα Βενετσάνου, Ορφέα Περίδη, Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Σπανό.

Απόψεις – Κρίσεις για το έργο του

«Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους Έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.ά.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.ά.), αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.»
»Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης.
»

Η εργογραφία του Τέλλου Άγρα

Ποίηση

  • Τα βουκολικά και τα εγκώμια – Το φθινοπωρινό ειδύλλιο – Βουκολικά – Μεταφράσεις – Τα Εγκώμια – Παραφωνίες – Σπουδές – Μπαλάντες – Καθημερινές (1917-1924), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα 1934.
  • Καθημερινές – Το σπίτι κ’ η γειτονιά – Αττική – Αγάπη (1923-1930), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα χ.χ.
  • Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας, επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Φέξης, Αθήνα 1965.
  • Επιλογή απ’ τα ποιήματα, εκδ. Ερμής, 1996.
  • Τα ποιήματα, τόμος Α΄, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τέλλος_Άγρας_(ποιητής)

Please follow and like us:
error0

Δυστυχία

Πολλές φορές στη ζωή μας παλεύουμε με στεναχώριες και προβλήματα αλλά καταφέρνουμε να προχωράμε παρακάτω και στην καλύτερη περίπτωση να μαθαίνουμε από τον πόνο. Η δυστυχία, όμως, εγκλωβίζει πολλούς ανθρώπους επί χρόνια, ίσως και για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Το μεγαλύτερο μέρος της δυστυχίας τους πηγάζει από δικές τους πεποιθήσεις και συμπεριφορές τις οποίες αρνούνται να εντοπίσουν και να παραδεχθούν.

Δυστυχία

Αρνούνται να παραδεχτούν ότι τα αρνητικά μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνουν, τους εμποδίζουν να ξεφύγουν από αυτή τη συνεχόμενη κακή διάθεση.

Η απώλεια του αυτοσεβασμού

Οι άνθρωποι αυτοί μοιάζουν να είναι εξαρτημένοι από την αγάπη, το σεβασμό και την προσοχή των άλλων, την χρειάζονται για να νιώθουν ότι αξίζουν. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν καθόλου αυτοεκτίμηση, δεν εμπιστεύονται το ένστικτό τους και φυσικά δεν το ακολουθούν. Δεν αποδέχονται τον εαυτό τους με τα θετικά και τα αρνητικά του στοιχεία και χρειάζονται συνεχή καθοδήγηση για το πώς να ζήσουν και ποιες αποφάσεις να πάρουν. Η σχέση με τον εαυτό, η αυτογνωσία και η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης είναι τα πρωταρχικά βήματα προς μια ευτυχισμένη ζωή.

Η εμμονή για την αποδοχή των άλλων

Τη στιγμή που κάποιος σταματά να αγωνιά για την άποψη που έχουν οι άλλοι για το άτομό του είναι σαν να αφήνει ένα τεράστιο βαρίδιο που κουβαλάει για χρόνια. Η αίσθηση είναι ανακουφιστική, είναι λυτρωτική.

«Δεν έχει σημασία αν οι άλλοι με εγκρίνουν, σημασία έχει ότι εγώ θεωρώ ότι είμαι οκ» (με την εμφάνιση, την ενασχόληση, τη σχέση μου κλπ).

Η εμμονή για το παρελθόν

«Θα πρέπει κάποια στιγμή να παραιτηθεί κανείς από την ελπίδα για ένα καλύτερο…παρελθόν», όπως έχει γράψει ο Ίρβιν Γιάλομ. Η ικανότητα να αφήνει κανείς πίσω του τις πικρίες και τον θυμό από τις ματαιώσεις του παρελθόντος συμβάλλει στην επίτευξη εσωτερικής ηρεμίας. Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να αναλωνόμαστε σε πικρίες και φθόνο. Η συγχώρεση, όχι με την στενή έννοια της αποδοχής της αδικίας που υπέστη κάποιος αλλά της επιθυμίας του να μην αφήσει την πικρία και το μίσος να κυριαρχούν τη ζωή του στο «εδώ και τώρα», είναι ένα σημαντικό βήμα προς την αυτοπεποίθηση, την σταθερότητα και την ευζωία του.

Η εμμονή για τις γνώριμες συνθήκες

Κάποιοι άνθρωποι αρνούνται πεισματικά να αλλάξουν συνήθειες, να γνωρίσουν νέα πράγματα και καταστάσεις, να πειραματιστούν με νέες εμπειρίες.

«Δε γίνεται να ξεκινήσω το τάδε σπορ, δεν είναι για μένα.»

«Δε πηγαίνω εγώ σε τέτοιες εκθέσεις, συναυλίες, ρεστοράν κλπ, δεν είναι του στυλ μου.»

Αυτές και χιλιάδες άλλες τέτοιες πεποιθήσεις δημιουργούν μια παγιωμένη άποψη για τον εαυτό και τον κρατούν περιορισμένο από εξέλιξη, ωριμότητα και γνώση.

Η εμμονή για τον έλεγχο

Οι περισσότεροι φόβοι των ανθρώπων προέρχονται από την αδυναμία τους να γνωρίζουν το μέλλον. Προσπαθούν διαρκώς να προβλέψουν τι θα συμβεί στη ζωή τους αναλύοντας στοιχεία κι εμπειρίες. Όσο επιτυχημένα κι αν το πράττουν, ξέρουν ότι η ζωή είναι συχνά απρόβλεπτη και θα έρθουν στιγμές που απλά τα πράγματα θα συμβούν. Η αποδοχή αυτής της αδυναμίας μπορεί να αποφορτίσει το άτομο από την ανάληψη άδικων ευθυνών και να περιορίσει τη δυστυχία που προέρχεται από ενοχές.

Η αποκοπή από τα συναισθήματα

Το «μούδιασμα» είναι μηχανισμός άμυνας που χρησιμοποιούν οι δυστυχισμένοι άνθρωποι για να αποσυνδεθούν από τα συναισθήματά τους και να μην νιώθουν λύπη, φόβο ή και θυμό. Αποσυνδέονται όμως και από την ευκαιρία να νιώσουν αγάπη, φιλία, συντροφικότητα ενώ αποθαρρύνονται από τη δημιουργία ευκαιριών να είναι μαζί με τους αγαπημένους τους, να βιώσουν την περιπέτεια της ζωής κι όλες τις όμορφες πλευρές της. Χρειάζεται να παίρνει κανείς το ρίσκο με τους ανθρώπους, είναι κομμάτι της πραγματικής «ενηλικίωσης» να στέκεται «ανοιχτός» στη φιλία, στην επαγγελματική επιτυχία, στον έρωτα.

Η αποφυγή του εαυτού

Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφόρους ψυχαναγκασμούς για να αποφύγουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Τηλεόραση, ειδήσεις, κοινωνικά μέσα δικτύωσης, βιντεοπαιχνίδια, κινητά τηλέφωνα, εργασιομανία, υπερβολική γυμναστική, εφήμερες σχέσεις κλπ. Οτιδήποτε μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί για να ξεφεύγει από τον εαυτό του. Για να μην έρθει αντιμέτωπος με τα πραγματικά του συναισθήματα όπως το φόβο, το άγχος, την ευτυχία, τον θυμό, την απογοήτευση, την προσδοκία κλπ.

Η συνειδητοποίηση αυτού του αρνητικού μοτίβου μπορεί να δώσει την ώθηση και την ευκαιρία στο άτομο να έρθει σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό, να τον αποδεχθεί και να τον αγαπήσει.

Η σύγκριση με τις ζωές των άλλων

Οι σύγχρονοι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους σε κοινή θέα μέσω των social media. Αφήνουν μόνο τις ευτυχισμένες στιγμές και τις επιτυχίες τους να προβληθούν και αποκρύπτουν τις δυστυχίες και τις αποτυχίες τους. Δημιουργείται εύκολα σε κάποιους, η εντύπωση, πως όλοι οι άλλοι ζουν παραμυθένια ζωή ενώ οι ίδιοι είναι αποτυχημένοι, μόνοι κι εν τέλει βαθιά δυστυχισμένοι.

Πόση αλήθεια κρύβεται όμως σε κάθε post, σε κάθε σύγκριση; Πόσο βοηθητικό είναι για κάποιον να αναρωτιέται γιατί η δική του ζωή δεν είναι τόσο λαμπερή όσο των φίλων και των γνωστών του ή κάποιων celebrity;

Καθόλου. Γιατί δεν είναι η πραγματικότητα αλλά μια φαντασίωση που οι «άλλοι» φροντίζουν να αναπαράγουν ικανοποιώντας τις δικές τους ανάγκες για προβολή και σύγκριση.

Οι άνθρωποι, όμως, που έχουν την τάση να συγκρίνονται ακόμη κι όταν πιστεύουν ότι κερδίζουν, χάνουν. Χάνουν την στιγμή, την αυτοεκτίμησή τους, την ψυχική τους ηρεμία, την ευκαιρία να απολαμβάνουν τη ζωή τους.

Καταλήγουν εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο δυστυχίας, σύγκρισης και εν τέλει αυτοτιμωρίας.

Πηγή: https://www.psychology.gr/personality/4120-ta-motiva-tis-dystyxias.html

Please follow and like us:
error0

Η Κατερίνη (13ος αιώνας μ.Χ.-…)

Η Κατερίνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κατερίνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Πιερίας στην Κεντρική Μακεδονία. Έχει πληθυσμό, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 55.997 κατοίκους. Βρίσκεται στο Πιερικό ύψωμα, ανάμεσα στα Πιέρια Όρη και στον Θερμαϊκό κόλπο, σε υψόμετρο 14–45 m. Απέχει 71 km από τη  Θεσσαλονίκη, κάτι το οποίο έχει αποδειχθεί ευεργετικό για την ανάπτυξη της Κατερίνης τα τελευταία χρόνια.

Η Κατερίνη
Η Κατερίνη

Και το όνομα αυτής … Κατερίνη

Είναι άγνωστο από πότε υπήρχε ως κωμόπολη. Πολλοί περιηγητές, όπως ο Leake, αλλά και σε χάρτες ήδη από το 13ο αιώνα (1264), αναφέρουν την πόλη με το όνομα Άτηρα (σταθμός ή πόλισμα Hatera) και αρκετοί είδαν και επίδραση στο όνομα της πόλης (Κατερίνη – Κάτηρα- Χάτηρα- Άτηρα). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Πουκεβίλ, ο οποίος σε χάρτη σημειώνει τον τόπο ως Kateri Hatera. Ο Heuzey υπολόγισε τη θέση της αρχαίας Άτηρας κοντά στην Κονταριώτισσα, ενώ ο Kurz τοποθετεί το πόλισμα κάπου ανάμεσα στους σημερινούς οικισμούς του Κορινού και της Καλλιθέας.

Άλλη υπόθεση κάνει λόγο για το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, το οποίο βρίσκεται ανατολικά της πόλης και όπου βρίσκεται σήμερα το παλαιό νεκροταφείο. Οι εικόνες στο ναό χρονολογούνται από το 1831 και δεν αποκλείεται να υπήρχε από πριν στην ίδια θέση κάποιος άλλος ναός.

Η πόλη εμφανίζεται με τη λόγια ονομασία Αικατερίνη, το όνομα μιας χριστιανής μάρτυρα από την Αλεξάνδρεια, που έζησε τον 4ο αιώνα, ή Αγία Αικατερίνη στη γλώσσα της γραφειοκρατίας και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Τελικά επικράτησε η ονομασία Κατερίνη.

Η Ιστορία της Κατερίνης

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Πιερίας, αποτελεί ιδιαίτερη Διοικητική Περιφέρεια με κέντρο την Κατερίνη. Η Κατερίνη ανήκε αρχικά στην επισκοπή του Πλαταμώνα, μέχρι το 1878, που προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα. Αργότερα προστέθηκε στην επισκοπή Πέτρας του Ολύμπου και όταν αυτή διαλύθηκε μεταφέρθηκε στο Κίτρος. Η επισκοπή έγινε Μητρόπολη το 1924 και τυπικά αναφέρεται κατ’ όνομα, σαν Μητρόπολη Κίτρους, αν και περί τα τέλη του 19ου αιώνα η έδρα της μεταφέρθηκε στην Κατερίνη, που ήταν ο κεντρικότερος οικισμός.

Παρά τη συμμετοχή της σε όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων, από την Επανάσταση του 1821, το κίνημα του 1854, τη Μακεδονική Επανάσταση του 1878 και το Μακεδονικό Αγώνα, απελευθερώθηκε τελικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16 Οκτωβρίου του 1912, από την 7η Μεραρχία πεζικού. Σημαντικοί Μακεδονομάχοι εκείνη την περίοδο, ήταν οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Στρεμπίνας και Νικόλαος Μπαμπάκας, καθώς και ο Αλκιβιάδης Παπαδημητρίου.

Μετά την απελευθέρωση 1912 η Κατερίνη έγινε Δήμος μέχρι τις 28 Ιουνίου 1918. Το 1920-1930 η Κατερίνη αποτέλεσε Κοινότητα. Το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε χώρα στις 4 Σεπτεμβρίου 1929. Το 1931 ανεγέρθηκε η Δημοτική Αγορά της Κατερίνης. Τη δεκαετία αυτή, με την έλευση των προσφύγων, διπλασιάστηκε ο πληθυσμός της πόλης. Πολλοί κάτοικοι κατάγονται από τη Θράκη, και συγκεκριμένα από τον Αρτεσκό.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατελήφθη από τον γερμανικό στρατό στις 14 Απριλίου 1941 και απελευθερώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Το 1944 ιδρύθηκε και το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης.

Η οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της Κατερίνης

Το 1961, το πολεοδομικό συγκρότημα της Κατερίνης ήταν το τέταρτο αστικό κέντρο της Μακεδονίας, μετά τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και τις Σέρρες και το δωδέκατο της Ελλάδας. Η πληθυσμιακή αυτή ανάπτυξη, την οποία φυσικά ακολούθησε αντίστοιχη εξέλιξη της μορφής της πόλης, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας και στην αύξηση της παραγωγής καπνών ποικιλίας Κατερίνης, τα οποία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν περιζήτητα στη διεθνή αγορά για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι η συμβολή του καπνού στη διαμόρφωση του υψηλού σχετικά εισοδήματος της περιοχής της Κατερίνης, και γενικότερα του νομού Πιερίας, είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Το 1806 ο William Leake αναφέρει 100 οικίες και το 1810 ο Daniel κάνει λόγο για 140. Το 1812, το 1880 και το 1890 ο αριθμός των οικιών είναι σταθερός (300) σύμφωνα με τις αντίστοιχες αναφορές του Henry Holland και του Επισκόπου Κίτρους, Νικολάου.  Ειδικότερα, το 1890 αναφέρονται (Στατιστικοί Πίνακες του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης), 300 οικίες και 700 διαχειμαζόντες Βλαχολιβαδιώτες.

Το 1900 υπήρχαν 2.070 Χριστιανοί και 600 Μουσουλμάνοι. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 αποχώρησαν από την πόλη οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αριθμούσαν περί τους 8.000 ανθρώπους.  Στην Κατερίνη κατέληξε μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων Ευαγγελικών της Μικράς Ασίας μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Κατά την απογραφή του 1928 η Κατερίνη κατείχε την 45η θέση μεταξύ των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων. Σήμερα, με βάση την απογραφή του 2001 κατέχει τη 10η θέση. 

Η Κατερίνη τις τελευταίες δεκαετίες

Η πόλη της Κατερίνης αποτελούσε την πρωτεύουσα επαρχίας του Νομού Θεσσαλονίκης, μέχρι το 1949. Στη συνέχεια γίνεται πρωτεύουσα του νεοϊδρυθέντος Νομού Πιερίας. Από το 1950 που η Κατερίνη γίνεται Νομαρχιακό και Περιφερειακό κέντρο, αρχίζει πια και η αστική πολεοδομική ανάπτυξή της και η γρήγορη επέκταση του οικισμού.

Σήμερα η πόλη αποτελεί μια από τις πιο δυναμικές αστικές περιοχές της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας. Στις μέρες μας η ανάπτυξη της Κατερίνης ανακόπτεται αισθητά από την παρουσία της γειτονικής Θεσσαλονίκης, που απορροφά σε συντριπτικό βαθμό όλες τις δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής.

Παρ’ όλα αυτά, εξ αιτίας της πολύ μεγάλης τουριστικής κίνησης που υπάρχει στον νομό Πιερίας, η πόλη βρίσκεται αισθητά στο προσκήνιο. Η πόλη διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα αστικά πάρκα της Ελλάδας, με πληθώρα λιμνών, σιντριβανιών και γλυπτών και ειδικά το καλοκαίρι αποτελεί όαση δροσιάς και χαλάρωσης, ιδιαίτερα τις πολύ θερμές ώρες της ημέρας.

Τα τελευταία χρόνια η Κατερίνη γνωρίζει αξιόλογη τουριστική κίνηση με την ανάπτυξη οργανωμένων παραθεριστικών κέντρων στις ακτές της οι οποίες αποτελούν παραδοσιακό θέρετρο για τουρίστες από τη Σερβία, Βόρεια Μακεδονία κ.λπ για αρκετές δεκαετίες. Παράλληλα, με δεδομένη την ύπαρξη τεράστιων επίπεδων εκτάσεων γύρω της, η πόλη γνωρίζει φρενήρη οικιστική ανάπτυξη, με συνεχή ένταξη νέων εκτάσεων στον υπάρχοντα αστικό ιστό της. Το 2008 ανακατασκευάστηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης, στην ομώνυμη συνοικία, ενώ από το 2007 συνδέεται με προαστιακό σιδηρόδρομο με την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: https://www.katerini.gr/index.php/2018-01-18-13-31-08

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Κατερίνη

Please follow and like us:
error0

«Ευαγγελικά»

Ως «Ευαγγελικά», ή Ευαγγελιακά, έχουν καταγραφεί τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων (στην πραγματικότητα μεταγλωττισμένων ή, αλλιώς, παραφρασμένων, κατά την τρέχουσα τότε άποψη) στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη στις 9 Σεπτεμβρίου 1901.

«Εὐαγγελικά» επεισόδια
«Εὐαγγελικά» επεισόδια

Ιστορικό πλαίσιο των «Ευαγγελικών»

Στις αρχές του 20ου αιώνα, άρχισε να κάνει τη δειλή εμφάνιση της η μεσοαστική τάξη στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπως συνέβαινε και στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Παράλληλα, ένα ανερμάτιστο συνδικαλιστικό κίνημα άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά. Επιπλέον, η νωπή ακόμη η ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, οδήγησε στην αναθέρμανση του άκρατου εθνικισμού.

Εκείνη την εποχή, ένας λόγιος βαμβακέμπορος του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «ἀποδίδει εἰς τὴν γνησίαν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε σε «ἐργαστήριον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῆς Αἰγύπτου» το 1901 με έξοδα της βασίλισσας Όλγας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Ήδη, βέβαια, η πρώτη μεταφραστική απόπειρα εκείνης της εποχής είχε γίνει το 1898, όταν η βασίλισσα Όλγα έδωσε σχετική εντολή στη γραμματέα της Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου, πράγμα που είχε προκαλέσει την οργή των αρχαϊστών.

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς «εἰς τὴν καθομιλουμένην ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἡ ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπηγόρευσε πᾶσαν μετάφρασιν ἢ παράφρασιν τοῦ πρωτοτύπου ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Κ. Διαθήκης καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης» κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού  την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.

Όταν έφτασε και στην Αθήνα αυτή η απόδοση των Ευαγγελίων πέρασε εντελώς απαρατήρητη. Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή όταν η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες, υπό τον τίτλο «Τὸ ἔργον τῆς Βασιλίσσης ἡ Ἀκρόπολις τὸ συνεχίζει». Ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας Βλάσης Γαβριηλίδης, φυσιογνωμία προοδευτική, έκρινε ότι «θεάρεστον ἔργον εἶναι» να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να «γίνει ἀπολύτως ἀντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Γαβριηλίδης ενήργησε έχοντας τη σύμφωνη γνώμη τού τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα.

Εκείνοι που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν οι φοιτητές «τοῦ Ἀθήνησιν», αλλά και καθηγητές. Μπορεί να γίνει όμως κατανοητή η αντίδραση αυτή έχοντας κατά νου την επικράτηση εκείνη την εποχή των «γλωσσαμυντόρων» (υποστηρικτών της συνεχούς και στενά συνδεδεμένης πορείας της νέας γλώσσης ως προς την αρχαία), μερικοί εκ των οποίων ήταν υποστηρικτές του άκρατου εθνικισμού, πράγμα που για το κατεστημένο σήμαινε ότι η βάση και η ουσία του ελληνικού έθνους ήταν η αρχαιολατρεία. Έκφραση αυτής της κατάστασης αποτελούσε η αρχαΐζουσα «καθαρεύουσα» γλώσσα. Η απόκλιση από τη χρήση της θεωρούνταν εθνικό έγκλημα και όποιος την υπονόμευε προδότης, ανεξάρτητα από το αξίωμα, την κοινωνική ή πολιτική θέση που μπορεί να κατείχε. Στα πρωτοσέλιδα διαφόρων εφημερίδων οι δημοτικιστές  παρουσιάζονταν ως άθεοι, προδότες και Σλάβοι, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας.

Με την παρακίνηση καθηγητών τους, όπως οι φανατικότεροι «γλωσσαμύντορες» αντιδημοτικιστές ακαδημαϊκοί Κόντος, Βάσης και Μιστριώτης, οι φοιτητές άρχισαν να δραστηριοποιούνται. Η εφημερίδα της εποχής Τὸ Ἄστυ ανέφερε σχετικά με τους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής το μεσημέρι της 2ας Νοεμβρίου ότι «εἶχον συναθροισθῆ εἰς τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Πανεπιστημίου». Και συνέχιζε: «Μετὰ μικρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἀπεφάσισαν ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὴν δημοσιεύσασαν αὐτὴν ἐφημερίδα ἐν σώματι καὶ ζητήσουν τὴν διακοπὴν τῆς δημοσιεύσεως. Ἀλλὰ μετὰ νεωτέραν σύσκεψιν ἐθεώρησαν καλὸν νὰ ἑνωθῶσι καὶ μετὰ φοιτητῶν τῶν λοιπῶν σχολῶν καὶ ὅλοι ὁμοῦ νὰ προβοῦν εἰς διαμαρτυρίαν πρὸ τῶν γραφείων τῶν ἐφημερίδων ὅσαι ἔγραψαν ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου».

Τα πράγματα δεν έμειναν όμως στα πλαίσια εκείνων που συζητήθηκαν και οι φοιτητές δεν περιορίστηκαν στο αίτημά τους. Περίπου 500 φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, απείλησαν όσους βρήκαν εκεί ότι «θὰ τὴν πυρπολήσουν […] καὶ διὰ βροντωδῶν φωνῶν ἄλλοι ἀπὸ τὰ παράθυρα ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ἐξώστας τῶν γραφείων καὶ οἱ λοιποὶ ἀπὸ κάτω» έβριζαν τον Γαβριηλίδη, ο οποίος απουσίαζε. Έφτασε εγκαίρως εκεί, όμως, ο διευθυντής της Αστυνομίας Βούλτσος ο οποίος, εντελώς αυθαίρετα, «τοὺς διεβεβαίωσεν ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοσίευσις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως. Ἀφοῦ δὲ ἐπανειλημμένως ἐζητωκραύγασαν ὑπὲρ αὐτοῦ οἱ φοιτηταὶ ἀπεσύρθησαν ἐκεῖθεν».

Αλλά αυτή η δήλωση του αρχηγού της Αστυνομίας δεν σήμαινε ότι η Ακρόπολις θα διέκοπτε τη δημοσίευση της Νέας Διαθήκης. Συνέχισε τη δημοσίευση αλλά αυτό «ἠρέθισε τὴν πάλλουσαν ἐθνικοῦ σθένους Νεολαίαν». Στις 20 Οκτωβρίου διακόπηκε η δημοσίευση της σειράς από την εφημερίδα. Στις 3 και 4 Νοεμβρίου το κέντρο της Αθήνας «ἐπάλλετο» καθώς οι εκατοντάδες διαδηλωτές δεν απειλούσαν πλέον μόνο την εφημερίδα, αλλά έκαναν «ἔκκλησιν» στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ να επέμβει στην κατάσταση και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου «ἵνα ἐπιμεληθῇ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου».

Οι εφημερίδες της εποχής ΕμπρόςΣκριπ και Καιροί κατέκριναν την Ακρόπολη και συστρατεύθηκαν με τους φοιτητές, μιλώντας για «κινδύνους» τους οποίους αντιμετώπιζε το έθνος εξαιτίας της παράφρασης του Ευαγγελίου. Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της «γλώσσης τῶν προγόνων» μας.

Έτσι το ζήτημα αρχίζει να παίρνει άλλη τροπή. Δεν ήταν πλέον γλωσσικό ή έστω θρησκευτικό θέμα αλλά είχε αναδειχθεί σε πολιτικό θέμα «εθνικών διατάσεων». Υποδαυλίζονταν τα πνεύματα με απόψεις όπως ότι η «μετάφραση» του Ευαγγελίου ήταν έργο των «ἐχθρῶν τῆς πατρίδος» και ότι η αιτία ήταν ο «σλαβικός κίνδυνος». Έτσι, δεν άργησαν τα πράγματα να εξελιχθούν σε τραγωδία.

Όταν κάποιοι «ἐν ἐθνικῇ μέθῃ τελοῦντες» επιχείρησαν να παραβιάσουν την πύλη της Βουλής και να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη, και άλλοι θέλησαν να καταλάβουν το κτίριο της Αρχιεπισκοπής «διὰ νὰ φρονηματίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο, η Χωροφυλακή «ἐδοκίμασε ἐπὶ κεφαλῶν (των διαδηλωτών) ἄμετρον βίαν». Τα επεισόδια έλαβαν μεγάλες διαστάσεις.

Στις 7 Νοεμβρίου μια ογκώδης και οχλοκρατική συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την οποία συγκάλεσαν αυτόκλητοι «γλωσσαμύντορες» και πολιτικάντηδες της ομάδας Δηλιγιάννη, κατέληξε σε φονικό. Οι χωροφύλακες, χάνοντας τον έλεγχο της κατάστασης, πυροβόλησαν στο πλήθος όταν κάποιοι, παρακινούμενοι από το υβρεολόγιο εναντίον του Αρχιεπισκόπου, άρχισαν να κινούνται προς την Αρχιεπισκοπή.

Συνέπειες των «Ευαγγελικών» επεισοδίων

Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν τρεις φοιτητές και οκτώ πολίτες νεκροί. Επίσης, υπήρξαν περίπου 80 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα.

Υπήρξαν όμως και άλλα θύματα. H εφημερίδα Ἀκρόπολις διέκοψε τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και στο φύλλο της 7ης Νοεμβρίου ζήτησε συγγνώμη από τους φοιτητές δηλώνοντας ότι η εφημερίδα παραμένει «πολέμιος ἀμείλικτος παντὸς φρονοῦντος ἀντεθνικῶς καὶ ἀτίμως ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον δὲν πρέπει νὰ ἀναγιγνώσκεται ἐν ταῖς εκκλησίαις εἰς ἄλλην τινὰ γλῶσσαν πλὴν ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν ἐγράφη ὑπὸ τῶν  Θεοπνεύστων ἀνδρῶν».

Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος (1896-1901) αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη. Τα «Εὐαγγελικά» όμως οδήγησαν και σε κλιμάκωση της έντασης των όχι ιδιαίτερα θερμών σχέσεων της βασίλισσας Όλγας με τη σύζυγο του γιου της, διαδόχου Κωνσταντίνου, τη Σοφία. H εθνική και δογματική διαφορά που τις χώριζε τροφοδότησε ακόμη έναν εθνικό διχασμό, καθώς η Όλγα, Ρωσίδα μεγάλη δούκισσα, θεωρούνταν εκφραστής των ρωσικών, δηλαδή «σλαβικών», συμφερόντων στην Ελλάδα και η Σοφία, πρώην πριγκίπισσα της  Πρωσίας, των γερμανικών.

Μια ακόμη συνέπεια των Ευαγγελικών ήταν η προσθήκη από την αναθεωρητική βουλή του 1911 στο Σύνταγμα (άρθρο 2, παράγραφος 2) της εξής φράσης: «Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρείται ἀναλλοίωτον, ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως». Όταν έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1927 η φράση τροποποιήθηκε στη μορφή «ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Η διάταξη αυτή παρέμεινε απαράλλαχτη για τα επόμενα 50 περίπου χρόνια. Στο τελευταίο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παράγραφος 3) προστέθηκε η λέξη «ἐπίσημος» («ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἐπίσημος μετάφρασις»), ενώ στη συζήτηση που συνοδεύτηκε στη Βουλή διευκρινίστηκε η έννοια της «ἐπισήμου» μετάφρασης. Μολαταύτα, οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίστηκαν όλες τις επόμενες δεκαετίες καθώς ανταποκρίνονταν στη βαθύτερη ανάγκη του λαού για την απόδοση της Γραφής σε γλώσσα σύγχρονη και κατανοητή.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0