Το ένδυμα στο Μεσαίωνα είχε κοινωνική σημασία. Προσδιόριζε κάθε κοινωνική κατηγορία, ήταν αληθινή στολή. Όποιος έφερε ένδυμα μιας τάξης που δεν ήταν η δική του διέπραττε το μέγιστο αμάρτημα της φιλοδοξίας ή της έκπτωσης. Τον pannosus, τον ρακένδυτο ζητιάνο, τον περιφρονούσαν. Είναι ο όρος που αποτείνουν με περιφρόνηση στον άγιο Υβ, στις αρχές του 14ου αιώνα όσοι περιφρονούν τον άγιο άνθρωπο.

Το ένδυμα στο Μεσαίωνα

Οι μοναστηριακοί κανόνες όριζαν επακριβώς την ενδυμασία, από σεβασμό προς την τάξη παρά για να εμποδίσουν την πολυτέλεια. Θα χρειαστούν τα ερημιτικά τάγματα του 11ου και του 12ου αιώνα, και οι κιστερσιανοί συγκεκριμένα, για να υιοθετηθεί το λευκό, άβαφο ένδυμα ως σημείο της μεταρρύθμισης και οι λευκοί μοναχοί να αντιπαρατεθούν στους μαύρους μοναχούς, τους βενεδικτίνους.

Τα επαιτικά τάγματα θα προχωρήσουν περισσότερο και θα ντυθούν με χοντροκομμένα μάλλινα υφάσματα από ακατέργαστο ύφασμα. Θα είναι γκρίζοι μοχαχοί. Κάθε κοινωνική κατηγορία σπεύδει να αποκτήσει στολή. Το ίδιο κάνουν και οι συντεχνίες και καταρχήν η συντεχνία των πανεπιστημιακών. Ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στα εξαρτήματα που καθορίζουν με ακρίβεια το επίπεδο της κοινωνικής κατηγορίας: καπέλα και γάντια. Οι διδάκτορες φορούν μακριά γάντια από δέρμα κατσίκας και μπερέδες. Οι ιππότες κρατούν για τον εαυτό τους τις επωμίδες. Επειδή μας φαίνεται περίιεργος, ο μεσαιωνικός εξοπλισμός παραείναι λειτουργικός για να συνθέσει πραγματική στολή. Αλλά στην περικεφαλαία, τον αλυσιδωτό θώρακα, το σπαθί και το ξίφος οι ιππότες προσθέτουν τους θυρεούς δημιουργώντας έτσι την ευγένεια. Γεννιέται το οικόσημο.

Η ενδυματολογική πολυτέλεια. καλλιεργείται στους πλούσιους. Εκδηλώνεται με την ποιότητα και την ποσότητα του υφάσματος, βαριά υφάσματα, μεγάλα και λεπτά, μετάξια χρυσοκέντητα, αλλά και με τη διακόσμηση. Τα χρώματα που αλλάζουν με τη μόδα: το άλικο, χρώμα που συνδέεται με τις κόκκινες βαφές, υποχωρεί τον 13ο αιώνα μπροστά στα γλαυκόχρωμα υφάσματα ενώ η κλίμακα των γαλάζιων και πράσινων χρωμάτων ενθαρρύνεται από την ανάπτυξη της καλλιέργειας της ίσατης (αλλά οι έμποροι της ρουβίας στη Γερμανία, για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό, βάφουν τους διαβόλους γαλάζιους για να μειώσουν τη νέα μόδα), γούνες, που οι Χανσεάτες ψάχνουν μέχρι το Νόβγκοροντ και οι Γενουάτες στην Κριμαία, και τέλος, γυναικεία κοσμήματα.

Στα τέλη του 13ου αιώνα, στην Ιταλία και τη Γαλλία συγκεκριμένα, εμφανίζονται νόμοι για τις δαπάνες. Συνδέονται ίσως με την οικονομική κρίση που κάνει την εμφάνισή της και οπωσδήποτε με τις κοινωνικές μεταμορφώσεις από τις οποίες αναδεικνύονται νεοφερμένοι που με τη θορυβώδη τους πολυτέλεια θέλουν να επισκιάσουν τις παλιές οικογένειες. Με τη διαφοροποίηση του ενδύματος βοηθούν στη διατήρηση της κοινωνικής τάξης.

Μια χρονιά, την Πεντηκοστή, ο Ζουαβίλ (Ζαν ντε Ζουανβίλ, 1224-1317, ήταν ένας από τους σημαντικότερους χρονικογράφους της γαλλικής λογοτεχνίας του Μεσαίωνα. Το πιο γνωστό έργο του είναι η Ζωή του Αγίου Λουδοβίκου, βιογραφία του Λουδοβίκου Θ’ της Γαλλίας, τον οποίο ο Ζουανβίλ ακολούθησε κατά την Έβδομη σταυροφορία) και ο διδάσκαλος Ροβέρτος της Σορβόννης διαφωνούν μπροστά στο βασιλιά, στο Κορμπέιγ: «Είστε άξιος αποδοκιμασίας διότι είστε ντυμένος πιο εξεζητημένα από τον βασιλιά, διότι φοράτε ανοιχτό γκρι και λαμπερό πράσινο που ο βασιλιάς δεν φοράεί. -Διδάσκαλε Ροβέρτο, να με συγχωρεί η χάρη σας, δεν είμαι αξιοκατάκριτος αν ντύνομαι με χρώματα λαμπερά και πράσινα, διότι αυτό το ένδυμα μού άφησαν ο πατέρας και η μητέρα μου. Εσείς είστε αξιοκατάκριτος, διότι είστε γιος χωριάτη και χωριάτισσας και όμως φοράτε πιο πλούσια μάλλινα από τα δικά μου».

Ο Άγιος Λουδοβίκος που προσπαθεί να συμφιλιώσει την τάξη με τα θρησκευτικά ιδεώδη, αποφεύγει ο ίδιος τα πολυτελή ενδύματα και συμβουλεύει το περιβάλλον του να αποφύγει την υπερβολική πολυτέλεια όπως και την υπερβολική απλότητα στην ενδυμασία. Το ηθικό δίδαγμα του Αγίου Λουδοβίκου είχε ως εξής: «Πρέπει να ντύνεστε καλά και καθαρά διότι έτσι οι γυναίκες σας θα σας αγαπούν περισσότερο, πρέπει κανείς να ντύνεται και να εξοπλίζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε οι τίμιοι άνθρωποι να μην τον κατηγορούν ότι υπερβάλλει, ούτε οι νέοι να τον κατηγορούν ότι υπολείπεται».

Ενώ το γυναικείο ένδυμα μακραίνει και κονταίνει ακολουθώντας τον ρυθμό της ευμάρειας και της οικονομικής κρίσης (μακραίνει στα μέσα του 12ου αιώνα, προς μεγάλη αγανάκτηση των ηθικολόγων που θεωρούν αυτή τη μόδα αναίσχυντη και άβολη, και κονταίνει στα μέσα του 14ου αιώνα), το εσώρουχο αποκτά μεγαλύτερη σημασία κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, ακολουθώντας τις προόδους της υγιεινής και της καλλιέργειας του λίνου. Το υποκάμισο διαδίδεται. Εμφανίζεται το εσώβρακο. Αλλά όπως η γαστρονομία, έτσι και ο θρίαμβος των εσωρούχων συνδέεται με τον θρίαμβο της αστικής τάξης.

Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Ευρώπης, Jacques Le Goff


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».