Η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση του Λούθηρου και η Αντιμεταρρύθμιση έφεραν μια νέα πραγματικότητα στην διάδοση του Χριστιανισμού, τις ιεραποστολές. Οι ιεραποστολές αυτές στην Ευρώπη ταυτίστηκαν με την εσωτερική αναγέννηση και τις θρησκευτικές συγκρούσεις του δυτικού Χριστιανισμού. Αντί για αποστολές σε ειδωλολάτρες, οι δράσεις αφορούσαν περισσότερο την αναζωπύρωση της πίστης, τον προσηλυτισμό και τον ανταγωνισμό μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντικών ομάδων.

Τα προτεσταντικά και τα καθολικά μεταρρυθμιστικά κινήματα στράφηκαν αρχικά προς τις αγροτικές παρυφές της Ευρώπης. Πέρασε κάποιο διάστημα μέχρις ότου οι θρησκευτικοί ηγέτες να στρέψουν τις προσπάθειες τους στον πυρήνα της αθεΐας ή μάλλον της δογματικής άγνοιας στα αστικά κέντρα. Το 1595 όταν η αστυνομία συνέλαβε ένα νεαρό επαίτη στη Ρώμη, αυτός τους πληροφόρησε ότι οι επαίτες δεν ήταν θετικά διατεθειμένοι απέναντι στην καθολική πίστη: «Λίγοι είναι πιστοί, γιατί οι περισσότεροι από μας είμαστε χειρότεροι από τους Λουθηρανούς». Ο Ισπανός συγγραφέας Pedro Ordóñez αναφέρει (1672) για τους επαίτες των αστικών κέντρων ότι «ζουν σαν βάρβαροι, καθώς δεν τους είχε δει κανείς να πηγαίνουν στην λειτουργία για εξομολόγηση ή για μετάληψη».

Πολλές μειονοτικές ομάδες συνέχιζαν να είναι περιθωριοποιημένες στη χριστιανική Ευρώπη. Οι τσιγγάνοι, παρ΄ ότι κατ΄ όνομα χριστανοί, αδυνατούσαν λόγω του νομαδικού τρόπου ζωής τους να έχουν πρόσβαση στα θεία μυστήρια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται ως μη χριστιανοί από τις αρχές και να υφίστανται διώξεις. Οι Κοζάκοι, επίσης νομάδες, ήταν σε μικρό μόνο βαθμό εκχριστιανισμένοι: σε ορισμένα στάδια της εξέγερσης του Stenka Razin του 1670 στόχος ήταν η επίσημη θρησκεία.

Στην Ισπανία και την Πορτογαλία ήταν γνωστό πως πολλοί conversos (Εβραίοι της Ισπανίας και της Πορτογαλίας που προσηλυτίστηκαν στον Καθολικισμό, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των διωγμών του 14ου και 15ου αιώνα) έτρεφαν αισθήματα εχθρότητας προς τη νέα πίστη τους. Στις περιοχές της Ισπανίας όπου ζούσαν οι Moriscos (πρώην Μουσουλμάνοι της Ιβηρικής Χερσονήσου και οι απόγονοί τους, οι οποίοι υποχρεώθηκαν από την Καθολική Εκκλησία και την Ισπανική Μοναρχία να εκχριστιανιστούν μετά την ολοκλήρωση της Ανακατάκτησης (Reconquista) τον 15ο και 16ο αιώνα), την παραμονή μιας μουσουλμανικής περιόδου νηστείας όλα τα σπίτια ήταν κλειστά και οι δρόμοι έρημοι. Έναν αιώνα μετά τον βίαιο προσηλυτισμό τους στο Χριστιανισμό (γύρω στο 1500) οι Moriscos αποτελούσαν σκανδαλώδη πρόκληση για την Αντιμεταρρύθμιση, που από τη δεκαετία του 1560 αποδύθηκε σε μία δυναμική ιεραποστολική εκστρατεία στις περιοχές τους.

Ιεραποστολές
Σύνοδος του Τριδέντο

Οι ιεραποστολές ήταν ένας σημαντικός νεωτερισμός στην Ευρώπη. Την πρώτη περίοδο της ευρωπαϊκής επέκτασης προς τη Δύση, πολλά μέλη του καθολικού κλήρου -με πλέον γνωστό ανάμεσα τους τον Βάσκο ιησουΐτη Francis Xavier- θεωρούνταν ως το ιδανικό πεδίο αναζήτησης προσήλυτων τις «Ινδίες» της Αμερικής και της Ασίας. Η ανάγκη προστασίας των ψυχών των Ευρωπαίων από τις αιρέσεις συνοδεύτηκε από τη συνειδητοποίηση ότι υπήρχαν «Ινδίες» και στην Ευρώπη, κυρίως στο χώρο της υπαίθρου. Ως άμεση συνέπεια της Συνόδου του Τριδέντο, που ολοκλήρωσε τις εργασίες της το 1564, διάφορες καθολικές ιεραποστολές αποτελούμενες κυρίως από Ιησουΐτες, αποδύθηκαν σε μια εκστρατεία προσηλυτισμού στην Ιταλία, στις γερμανόφωνες περιοχές και την Ισπανία.

Στην εκατονταετία 1650-1750 οι καθολικές ιεραποστολές ήταν τμήματα ενός τεράστιου δικτύου που κάλυπτε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν επρόκειτο για μία απλή άσκηση ευλάβειας αλλά για μια πολύλευρη απόπειρα πειθάρχησης του πληθυσμού μέσω, από τη μία, των καθαρτηρίων τελετουργικών της εξομολόγησης και της μετάνοιας και, από την άλλη, μέσω μιας μπαρόκ θεατρικής έκφρασης με εργαλεία τη μουσική, τις πομπές και τα υποβλητικά κηρύγματα. Οι τελετουργίες αυτές ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματικές. Παρ΄όλο που συχνά συνοδεύονταν από κάποιες αρνητικές συνέπειες, όπως η όξυνση των θρησκευτικών τριβών, θα ήταν υπερβολή να χαρακτηριστεί η εκστρατεία αυτή ως κατασταλτική ή ως μία επιθετική απόπειρα τρομοκράτησης των μαζών με στόχο τον θρησκευτικό κομφορμισμό.

Ενώ η προτεσταντική μεταρρυθμιστική προσπάθεια ήταν πολυσχιδής, γεωγραφικά και δογματικά, η καθολική απόπειρα έγινε από τη δεκαετία του 1560 μια τεράστια συνδυασμένη εκστρατεία στην οποία συμμετείχαν ο πάπας, οι επίσκοποι, οι σύνοδοι και ο ιεραποστολικός κλήρος. Η έντυπη παραγωγή εξετάστηκε και αποκαθάρηκε, τα θρησκευτικά δράματα απαγορεύτηκαν, η λαϊκή συμμετοχή στο καρναβάλι και τις εορταστικές εκδηλώσεις περνούσε από αυστηρό ελεγχο, ένα μεγάλο εύρος εθίμων (όπως η ψευδοστέψη αγοριού ως επισκόπου, οι χοροί στην εκκλησία ή οι εποχιακές τελετές, όπως το τραγούδι της Σίβυλλας κατά τη λειτουργία των Χριστουγέννων) γρήγορα εξαλείφθηκαν. Τα προϊόντα τεχνών όπως η γλυπτική και η ζωγραφική υποβάλλονταν σε λογοκρισία. Οι θρησκευτικές πρακτικές υπέστησαν μία εκ βάθρων αναθεώρηση.

Ιεραποστολές

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν ήταν σε καμία περίπτωση απλώς μία συνέπεια της προτεσταντικής Μεταρρύθμισης. Πολύ πριν την εμφάνιση του Λούθηρου οι εκκλησιαστικές αρχές είχαν αποπειραθεί να επιβάλουν τις επιλογές τους σε ένα ατελώς εκχριστιανισμένο ευρωπαϊκό πληθυσμό.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών στην καθολική και προτεσταντική Ευρώπη είναι συγκρίσιμο. Η μορφή της θρησκευτικής και λαϊκής κουλτούρας υπέστη σημαντικές αλλοιώσεις μέσα σ εμια περίοοδ δύο ή τριών γενεών. Η προτεσταντική εκκλησιαστική μουσική κυριάρχησε και εκτόπισε ίσως άλλες μουσικές μορφές διαχεόμενη και στην καθημερινότητα των απλών πιστών. Η καθολική υμνολογία δεν ήταν τόσο επιτυχής. Από την άλλη, όμως, στους καθολικούς πιστούς προσφέρθηκε μια υπέροχη νέα μουσική, πιο φωτεινοί ναοί και νέοι άγιοι.

Τελικά υπήρξε μια ώσμωση καθολικής και προτεσταντικής Μεταρρύθμισης: ανοιχτά εχθρικά το ένα προς το άλλο τα δύο κινήματα, στην πράξη όμως αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου κινήματος μεταβολής των συνηθειών και των αντιλήψεων των Ευρωπαίων. Παρ΄ όλο που σημειώθηκαν κάποιες αλλαγές, δεν είναι σαφές πόσο βαθιές ήταν αυτές. Από τη στιγμή που στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης οι θρησκευτικές τελετές βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των κοινοτήτων, φφαίνεται ότι οι μεταβολές στο δόγμα και τις θρησκευτικές πρακτικές έλαβαν χώρα μόνο όπου αυτές έγιναν αποδεκτές από τις ίδιες τις κοινότητες. Υιοθετήθηκαν βέβαα παρά τις αντιδράσεις των χωρικών και κάποιοι νεωτερισμοί, αλλά στη συνέχεια αυτοί αφέθηκαν να ατονήσουν. Πολλές μεταβολές δεν διαχύθηκαν στην ουσία ποτέ στα πλατύτερα λαϊκά στρώματα: «Για τους άνδρες και τις γυναίκες των αγροτικών κοινοτήτων η επίσημη θρησκεία έπαιζε ένα πολύ περιορσμένο ρόλο».

Παρά τους κοινούς στόχους καθολικών και προτεσταντών μεταρρυθμιστών, είναι σαφές πως το βασικό ζητούμενο ήταν διαφορετικό. Με την απόπειρα εξάλειψης της άγνοιας και των δεισιδαιμονιών, τα δύο δόγματα είχαν διαφορετικούς ανώτερους σκοπούς. Οι Καθολικοί στόχευαν στη χειραγώγηση και την επανεπικύρωση, οι Προτεστάντες στην ανατροπή και την ανοικοδόμηση. Παρά τις προσπάθειες τους αυτές οι άνθρωποι σε ένα μεγάλο τμήμα της Ευρώπης παρέμειναν ελάσχιστα εκχριστιανσιμένοι, και, επομένως, συνιστούσαν ένα υπόστρωμα δεκτικό του «από-χριστιανισμού» που θα έφερνε η Γαλλική Επανάσταση και όλα τα κοσμικά ευαγγέλια της μεταγενέστερης περιόδου.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».