Το τελετουργικό έτος άρχιζε τα Χριστούγεννα, ακολουθούμενο αμέσως ύστερα από μία έκρηξη εορταστική, αυτή του Καρναβαλιού, που αποτελούσε και το προοίμιο της Σαρακοστής, μίας περιόδου αναμονής και περισυλλογής. Μετά την εαρινή ισημερία ερχόταν ο Μάιος φορτωμένος με συμβολισμούς ζωής και γονιμότητας. Ξανάρχιζαν οι εργασίες στους αγρούς και η παραγωγική περίοδος κορυφωνόταν με τη γιορτή της παραμονής του Αγίου Ιωάννη στα μέσα του καλοκαιριού, όταν στο Λονδίνο «άναβαν φωτιές στους δρόμους, όλες οι πόρτες ήταν στολισμένες με γιρλάντες και οι λάμπες έκαιγαν όλη νύχτα», όπως σημειώνει ο χρονικογράφος John Stow. Τον Ιούλιο άρχιζε ο θερισμός συνοδευόμενους από άλλους κοινοτικούς εορτασμούς.

Στην προβιομηχανική κοινωνία υπήρχε σαφής κοινωνική διαφοροποίση ανάμεσα στις μορφές ψυχαγωγίας των ελίτ, με άξονα αναφοράς της ιδιοκτησίας και τα προνόμιά τους, και σε αυτές των πληβείων με άξονα αναφοράς την κοινοτική παράδοση. Και οι δύο αποτελούσαν, όμως, τμήμα μιας κοινής κουτούρας. Και οι δύο έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και συνδέονταν άμεσα με το κυρίαρχο πλέγμα των θρησκευτικών αντιλήψεων που έμοιαζε να προσδιορίζει κάθε διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης στην καθημερινότητά τους.
Η θρησκεία στην προβιομηχανική κοινωνία ήταν λιγότερο ένα ζήτημα δογματικό και περισσότερο ένα πλέγμα συλλογικών τελετουργικών και συνόλων. Ο Χριστιανισμός δεν είναι μόνο μια σειρά αντιλήψεων και πρακτικών απαγορεύσεων από την Εκκλησία. Ήταν επίσης, το άθροισμα των κληρονομημένων ιδεών και τελετουργικών που σχετίζονταν τόσο με την ορατή όσο και με την αόρατη πραγματικότητα. Όλα τα κοινωνικά στρώματα, τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο, συμμετείχαν στις τελετουργίες αυτές, που καθόριζαν, από τη μία, τη δόμηση το εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου, και από τη άλλη, τους ρόλους και τη θέση των ατόμων μέσα στην κοινότητα.
Υπό αυτό το πρίσμα δεν υπήρχε ένα ξεχωριστό μόρφωμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «λαϊκή» κουλτούρα. Φορείς της παραδοσιακής κουλτούρας ήταν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλα τα κοινωνικά στρώματα. Επιπλέον, στην πρώιμη νεότερη Ευρώπη δεν υπήρχε επίσημος διαχωρισμός του ιερού από το κοσμικό. Το ιερό ήταν πάντα τμήμα της κοσμικής ζωής, από την οποία αντλούσε τους συμβολισμούς του και τη λειτουργικότητά του. Οι θρησκευτικοί ηγέτες, τόσο οι Προτεστάντες όσο και οι Καθολικοί, κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες προεκιμένου να διασφαλίσουν μια ιδιαίτερη και προνομιακή θέση για το ιερό αλλά οι προσπάθειες αυτές δεν στέφθηκαν με την αναμενόμενη επιτυχία.
Το περιβάλλον στο οποίο προσπάθησαν οι ζηλωτές της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης αποπειράθηκαν να επιβάλλουν τα δογματικά τους πιστεύω ήταν κατά κύριο λόγο αγροτικό. Ένας κόσμος αγράμματος, απομονωμένος από την κουλτούρα των μεγάλων αστικών κέντρων. Κυρίαρχες πραγματικότητες του κόσμου αυτού ήταν το επισφαλές της σοδειάς και το αβέβαιο της καθημερινής ύπαρξης. Η τροφή και η επιβίωση, όπως ακριβώς και στις πρωτόγονες κοινότητες σήμερα, υπαγόρευαν τις κοινωνικές, ηθικές και θρησκευτικές αντιλήψεις. Ο υποσιτισμός, η αποτυχία της σοδειάς και τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας ήταν όλα, όχι απλά εν δυνάμει κίνδυνοι, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της ανθρώπινης εμπειρίας. Και, επομένως, γίνονταν αποδεκτά ως αναπόφευκτα και διαχρονικά: η ανθρώπινη αντίδραση σε αυτά δεν είναι απαραίτητα ο φόβος ή μία διαρκής αγωνία, αντίθετα διακρινόταν από μία αποφασιστικότητα υπερπήδησης των εμποδίων για την επιβίωση.
Τότε όπως και σήμερα, οι άνθρωποι κατέγευγαν σε διάφορα μέσα για να προστατευθούν από αυτό που δεν μπορούσαν να προβλέψουν ή να ελέγξουν. Η θρησκεία αποτελούσε ένα κύριο όχημα προστασίας, και όπου η επίσημη θρησκεία αποδεικνυόταν ανεπαρκής, χρησιμοποιούνταν άλλες τελετουργίες. Η ζωή, όμως, δεν ήταν μια πεσιμιστική και διαρκής απόπειρα αποφυγής του απευκταίου. Με δεδομένο ότι κάποια πράγματα ήταν αναπόφευκτα. Υπήρχε κάθε λόγος να εγκαταλείπεται κανείς στη χαρά και τη γιορτή. Σε μια Ευρώπη αγροτική δεν μπορούσε να υπάρξει η πλήρης απασχόληση της μεταβιομηχανικής κοινωνίας και η χριστιανική Εκκλησία πρόθυμα είχε θεσμοθετήσει τουλάχιστον το ένα τρίτο των ημερών του έτους ως υποχρεωτικές αργίες.
Σε μια προβιομηχανική οικονομία σχεδόν όλες οι τελετουργίες σχετίζονταν με την αγροτική ζωή της κοινότητας. Κάποιες μπορεί να ήταν αποκλειστικά αγροτικές στην υφή τους, συνήθως όμως επιτρεπόταν να λάβουν χώρα στα πλαίσια κάποιας εκκλησιαστικής τελετής. Μια διάκριση που είναι εφικτό να γίνει είναι αυτή μεταξύ των εορταστικών τελετουργιών που υποδέχονταν τις εποχές του χρόνου και αυτές που γίνονταν για την προστασία της κοινότητας.
Η χρήση μέσω των αιώνων του όρου «Χριστιανοσύνη» συνέβαλε στο παρελθόν στη διαμόρφωση μιας θεώρησης της προμεταρρυθμιστικής Ευρώπης ως μιας μονολιθικής δομής και της «θρησκευτικότητας» ως της συναποδοχής ενός οικουμενικού δόγματος. Η εικόνα που διαγράφεται για τα λαϊκά στρώματα της υπαίθρου και των αστικών κέντρων είναι αυτή ενός χριστιανικού σώματος που συνίσταται από απειράριθμες τοπικές κοινότητες που μπορούσαν εύκολα κάτω από πίεση να αποκοπούν από την επίσημη δομή της Εκκλησίας και να προκαλέσουν τον κατακερματισμό της. Οι χωρικοί που πήραν μέρος στις τοπικές εξεγέρσεις στις γερμανόφωνες περιοχές (1525) απαίτησαν οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις να έχουν ως σημείο αναφοράς μόνο την κοινότητά τους.
Δεν επρόκειτο για ένα νέο αίτημα αλλά για την επανεπικύρωση μιας ήδη υπάρχουσας κατάστασης. Εάν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είχαν παντού ως σημείο αναφοράς την τοπική πραγματικότητα, τότε η οικουμενική Εκκλησία γινόταν περιττή. Αυτή ήταν η απειλή που φαινόταν να αντιμετωπίζει η καθολική Ευρώπη, αλλά που με τον καιρό κάθε Εκκλησία, τόσο καθολική όσο και προτεσταντική, υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

