Ο Πραξιτέλης, γιος του Αθηναίου γλύπτη Κηφισόδοτου, ο οποίος έπλασε την Ειρήνη με τον Πλούτο, τοποθετούνταν από τους αρχαίους τεχνοκρίτες δίπλα στον Φειδία και τον Πολύκλειτο. Ο Ερμής της Ολυμπίας είναι το μόνο έργο που μας σώθηκε ενώ το χάλκινο παιδί που βρέθηκε στη θάλασσα του Μαραθώνα μπορεί να αποδοθεί στο εργαστήριό του. Τα ρωμαϊκά αντίγραφα των έργων του είναι πολυάριθμα.

Την κλασική πολυκλείτεια στάση του αθλητικού κορμιού την αντικαθιστά τώρα η πιο λυγισμένη στάση ενός εύπλαστου νεανικού κορμιού που γέρνει και στρέφει με χάρη, καθώς στηρίζεται σε ένα πρόσθετο στήριγμα ή καθώς υψώνει το χέρι σε μια υπερβολικά τονισμένη κίνηση. Το μαλακό πλάσιμο της σάρκας και η απαλή επιδερμίδα δεν καταστρέφονται από σκληρές ή βίαιας κινήσεις και τάσεις μυών, όλα λειτουργούν με την ευαισθησία ενός λεπτού γούστου που χαίρεται την εράσμια γλυκύτητα του κόσμου και των πραγμάτων.

Ο Λεωχάρης εργάστηκε στο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού. Εκεί δημιουργεί μορφές με «λυσίππειες» αναλογίες, νευρώδη, ψηλόλινα κορμιά και προχωρεί σε συνθέσεις που απομακρύνονται αποφασιστικά από τις αρχές των κλασικών χρόνων. Το ότι ο Λεωχάρης ήταν στα χρόνια του ένας από τους ονομαστούς τεχνίτες μας το βεβαιώνει ότι το γεγονός ότι ύστερα από τη μάχη της Χαιρώνειας (338π.Χ.) του αναθέτουν την εκτέλεση των χρυσελεφάντινων αγαλμάτων των Μακεδόνων βασιλέων που στήθηκαν στο Φιλίππειο της Ολυμπίας, και αργότερα το περίφημο ανάθημα του Κρατερού με θέμα το κυνήγι λέοντα του Αλέξανδρου. Αυτά τα έργα ανήκουν όχι μόνο χρονολογικά, αλλά και τεχντροπικά, στα πρώτα ελληνιστικά χρόνια και δείχουν ότι τόσο τα σπέρματα της ελληνιστικής τέχνης όσο και οι πρώτοι δημιουργοί πρέπει να αναζητηθούν στη γενιά που έζησε γύρω στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα.
Ο μεγάλος πρόδρομος της ελλληνιστικής τέχνης ήταν ο Λύσιππος ο Σικυώνιος, ο μεγαλύτερος πλάστης του 4ου π.Χ. αιώνα, ο ευνοούμενος τεχνίτης του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ωστόσο ένα από τα πρώιμα έργα του, ο ανδριάντας του Πελοπίδα, στήθηκε στους Δελφούς, νωρίτερα από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γύρω στο 368π.Χ. Η αρχαία παράδοση μας πληροφορεί ότι είχε κάνει περίπου 1.500 έργα, ότι θεωρούσε δάσκαλό του τη φύση κα ότι θεωρούσε ιδανικό πρότυπο τον «Δορρυφόρο» του Πολυκλείτου.
Αλλά απέναντι στο κλασικό ιδανικό του 5ουπ.Χ. αιώνα ο Λύσιππος αντιπαρατάσσει το δικό του, τον «Αποξυόμενο», που τον γνωρίσουμε από ρωμαϊκό αντίγραφο. Το κεφάλι είναι μικρό και τα σκέλη πολύ ψηλά, ώστε μεταβάλλονται ριζικά οι αναλογίες του σώματος. Οι μύες και οι αρθρώσεις έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση. Αλλά το ουσιαστικό στοιχείο, που προκαλεί την ριζική μεταμόρφωση και αποτελεί τη γόνιμη καινοτομία που θα κληροδοτηθεί στην ελληνιστική πλαστική, είναι η διαφορετική δομή και στάση του σώματος και η ανάπτυξη του μέσα στον χώρο.

Η στήριξη του αθλητή εξακολουθεί να γίνεται στο ένα, στο «στάσιμο» σκέλος, αλλά η διαφορά ανάμεσα σε αυτό και στο «άνετο» έχει αρχίσει να σβήνει, καθώς έχει αρχίσει να συντελείται μια μεταβίβαση του βάρους και στο δεύτερο με τέτοιο τρόπο που ολόκληρο το κορμί αποκτά μια νέα ευλυγισία και ελαστικότητα, κάτι το φευγαλέο. Σε αυτήν έρχεται να προστεθεί το άπλωμα των χεριών προς τα εμπρός, έτσι που να διασταυρώνουν και τεμαχίζουν τον όγκο του στήθους. Μια τέτοια χειρονομία ήταν αδιανόητη ακόμη και στους σύγχρονους του Λύσιππου, αλλά με αυτήν ακριβώς κατακτά για πρώτη φορά η πλαστική με αποφασιστικό τρόπο την τρίτη διάσταση του χώρου.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

