Μύρων, Πολύκλειτος, Φειδίας

Υπάρχει μια αρχαία παράδοση πως υπήρχε ένας μεγάλος Αργείος γλύπτης, ο Αγελάδας. Μαθητές του ήταν ο Μύρων, ο Πολύκλειτος και ο Φειδίας. Η πληροφορία αυτή δεν είναι αληθινή, γιατί προσκρούει βασικά σε χρονολογικές δυσκολίες. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό πως για να εξάρει την προσωπικότητα του παλαιού τεχνίτη του προσγράφει ως μαθητές αυτούς που οι αρχαίοι θεωρούσαν κορυφαίους της εποχής τους, όπως και πραγματικά ήταν. Και οι τρεις ανήκουν στην κλασική γενιά, αλλά και οι τρεις έχουν τις ρίζες του στα χρόνια του αυστηρού ρυθμού. Τότε δημιουργούν τα πρώτα τους έργα.

Μύρων

Ο πρεσβύτερος από τους τρεις ήταν ο Μύρων. Κανένα έργο του δεν σώθηκε. Μόνο τρία ή τέσσερα μπορούμε να ταυτίσουμε με τα ρωμαϊκά τους αντίγραφα, Με ασφάλεια αναγνωρίζουμε τα αντίγραφα του «Δισκοβόλου» και ενός «συντάγματος» Αθηνάς και Μαρσύα (450-440π.Χ.). Στα δύο αυτά έργα, και προπάντων στον «Δισκοβόλο», ο Μύρων συλλαμβάνει και αποδίδει με θαυμαστό τρόπο το ανθρώπινο κορμί στην ακρότατη μορφή κίνησης.

Μύρων, Πολύκλειτος, Φειδίας
Ο Δισκοβόλος του Μύρωνα
ρωμαϊκό αντίγραφο

Υποταγμένος ακόμη μέσα στα όρια των δύο διαστάσεων, κατορθώνει να συμπυκνώσει τις φευγαλές και μεταβαλλόμενες εικόνες ενός ταχύτατα κινούμενου κορμιού σε μία και μόνη, όπου η πλαστική καθαρότητα και η δυναμική δομή των πολλαπλών εσωτερικών δυνάμεων δένονται σε ένα ανεπανάληπτο σύνολο, αιώνια και αμετακίνητη μορφή της ρευστής, και γι΄αυτό ασύλληπτης κίνησης του ανθρώπου. Την ίδια στιγμή η ένταση του αυστηρού ρυθμού δίνει τη θέση της σε μια σφριγηλή, αλλά ένατη διάπλαση των πλαστικών όγκων και σε μια γενικότερη σύνθεση των μελών, που αποκτούν έτσι ρυθμό περισσότερο ενιαίο.

Πολύκλειτος

Με τον Μύρωνα φτάνουμε στο κατώφλι, με τον Πολύκλειτο προχωρούμε στην οριστική κατάκτηση του κλασικού. Ύστερα από τη διαλεκτική αντίθεση του αυστηρού ρυθμού προς το αρχαίο πνεύμα, ο Αργείος Πολύκλειτος κατακτά τη νέα σύνθεση, όπου διασώζεται η οντολογική πληρότητα του κούρου μέσα στην απελευθερωμένη και άνετα κινούμενη μορφή του νέου, αθλητή, ήρωα ή θεού.

Από τα ρωμαϊκά αντίγραφα αναγνωρίζουμε ως έργα του Πολύκλειτου τον «Δορυφόρο» και «Διαδούμενο». Ο «Δορυφόρος» αποτελεί έργο με ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της γλυπτικής και ο Πολύκλειτος είχε συνείδηση αυτού του πράγματος, όπως προκύπτει από το ότι έγραψε και θεωρητικό δοκίμιο για να το αναλύσει. Και τα δύο, ο «Δορυφόρος» και το δοκίμιο τιτλοφορούνται «Κανών». Στον «Δορυφόρο», που εικονίζει τον Αχιλλέα, ενσαρκώνεται ο ιδανικός νέος, ο ανδρόπαις των αρχαίων.

Μύρων, Πολύκλειτος, Φειδίας
Ο Δορυφόρος του Πολυκλείτου

Ο δρόμος που είχε ανοίξει με το «παιδί του Κριτίου», οδήγησε σε αυτό το οριστικό επίτευγμα: το δεξί πατά γερά στη γη και στηρίζει ολόκληρο το σώμα, ενώ το αριστερό λυγισμένο στο γόνατο και ελεύθερο απομακρύνεται προς τα πίσω και μόλις αγγίζει με τα δάχτυλα το έδαφος. Το δεξί χέρι τεντώνεται προς τα κάτω, το αριστερό λυγίζει καθώς κρατά το δόρυ. Το κεφάλι στρέφει και κλίνει ελαφρά προς το«στάσιμο» δεξί σκέλος. Επάνω στα βασικά αυτά σημεία στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα των κινήσεων και αντικινήσεων του κορμιού, που είναι χτισμένο με στέρεο αλλά όχι με στεγνό τρόπο, με σοφία και γνώση της ανατομίας, όχι όμως με εξωτερική αντιγραφή των φυσικών στοιχείων.

Ο «Δορυφόρος» και ως μορφή και ως δομή και ως στάση αποτελεί την «ποιητική» εικόνα του τέλειου νέου, σε μια σύνθεση όπου συνυπάρχουν στάση και κίνηση, όπου σώμα και πνεύμα είναι ένα, όπου για μιαν επανάληπτη στιγμή τα πάντα έχουν φτάσει σε μια ισόρροπη ένταση. Το «μέγιστον αυτό μάθημα» το κατάλαβαν αμέσως όλοι οι ομότεχνοί του και η πολυκλείτεια στάση υπήρξε το πρότυπο σε πλήθος έργα. Μερικοί πιστεύουν πως οι πρώτες επιδράσεις διαφαίνονται κιόλας στη δυτική ζωφόρο του Παρθενώνα.

Φειδίας

Ό,τι ήταν ο Περικλής για την αθηναϊκή δημοκρατία, ήταν και ο Φειδίας για την κλασική τέχνη. Πρόκειται για μια προσωπικότητα που σφράγισε την εποχή της με την μεγαλοφυΐα της. Η πλαστική με τον Φειδία υπερβαίνει τα όριά της και γίνεται φορέας των πιο υψηλών πνευματικών, θρησκευτικών και πολιτικών ιδεών, εικόνα ορατή και αιώνια της θεότητας σε ό,τι πιο ασύλληπτο και υπερβατικό, του ανθρώπο σε ό,τι πιο υπεύθυνο και ελεύθερο, της πολιτείας στην πιο ευτυχισμένη ισορρόπηση των δυνάμεων που την συγκροτούν: «το μητ΄ άναρχον μήτε δεσποτούμενον».

Είναι χαμένα τα δύο κορυφαία χρυσελεφάντινα αγάλματα του Φειδία, η Αθηνά Παρθένος, που στήθηκε στον Παρθενώνα το 438π.Χ., και ο Ολύμπιος Ζεύς, που στήθηκε στον ναό της Ολυμπίας μετά το 430π.Χ. Εικόνα για την προσωπικότητα του Φειδία κερδίζουμε από τις μεγαλειώδεις γλυπτικές συνθέσεις του Παρθενώνα που σώθηκαν. Στη δημιουργία του ο Φειδίας αφιέρωσε 15 χρόνια, από το 447π.Χ. οπότε και άριχσαν οι εργασίες στις μετώπες, ως το 432π.Χ. οπότε και τελείωσαν τα αετώματα. Ο μεγάλος τεχνίτης κατόρθωσε να πραγματώσει το πιο μεγάλο έργο της ελληνικής πλαστικής και πέτυχε να βρει μια θέση για τη ζωφόρο στον δωρικό ναό -κάτι που ήταν εντελώς αδιανόητο. Ακόμη μπόρεσε να στολίσει με ανάγλυφα τις μετώπες κάτι που ήταν εντελώς μοναδικό για ένα τόσο μεγάλο κτίριο.

Είναι αυτονόητο πως δεν ήταν δυνατό να εκτελέσει μόνος του ο Φειδίας τις πολυάριθμες συνθέσεις με τις πολλές εκατοντάδες μορφές ηρώων, ανθρώπων και ζώων (τον βοήθησαν οι μαθητές του: Αλκαμένης ο Λήμνιος, Αγοράκριτος ο Πάριος, Κρησίλας ο Κυδωνιεύς, Κολώτης ο Ηλείος). Αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως σε αυτόν χρωστάμε όχι μόνο τη γενική σύλληψη, αλλά και τη σχεδίαση όλων αυτών των συνθέσεων.

Στις μετώπες μοίρασε τέσσερις κύκλους μυθολογικών θεμάτων, γνωστότερων από παλαιότερες πλαστικές απεικονίσεις : Γιγαντομαχία, Κενταυρομαχία, Αμαζονομαχία και Ιλίου πέρσις. Στα αετώματα η σύλληψη είναι πολύ πιο πρωτότυπη θεματικά και μοναδική στη σύνθεση τής. Στο ανατολικό εικονίζει τη γέννηση της Αθηνάς, θέμα γνωστό στην αγγειογραφία, αλλά αχρησιμοποίητο στην μεγάλη πλαστική. Στο δυτικό τοποθετεί τη σύγκρουση της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα για την κατοχή της Αθήνας, θέμα σπάνιο.

Αλλά εκεί όπου η έμπνευση του Φειδία παρουσιάζεται αληθινά επαναστατική είναι η ζωφόρος. Το θέμα της όχι μόνο πρωτότυπο και απροσδόκητο, αλλά αποτελεί την έφραση μιας ριζικά νέας πνευματικής στάσης απέναντι στην παράδοση, και την θρησκευτική και την καλλιτεχνική, ομόλογη με αυτήν που εκφράζει ο Περικλής στον «Επιτάφιο».

Τη θέση των παλαιών μύθων, με την πανάρχαια ιερότητα, την παίρνει στη ζωφόρο του Παρθενώνα η εορταστική πομπή των Παναθηναίων, όπου κινείται ο αθηναϊκός λαός, σεμνός και χαρούμενος, ευσεβής αλλά συνάμα περήφανος, πειθαρχημένος, αλλά ελεύθερος, πάνω από όλους οι τρισεύγενοι νέοι καβάλα στα ατίθασα και αγέρωχα άλογά τους. Δίπλα στους αρχαίους μύθους καθιερώνει ο Φειδίας τον μύθο της αθηναϊκής δημοκρατίας σε ένα αποκαλυπτικό όραμα που το ξετυλίγει μπροστά στα μάτια μας σε μια αδιάσπαστη ζωφόρο 160 μέτρων.

Ιππείς, Δυτική πλευρά του Παρθενώνα

Εκεί όμως που η πλαστική επεξεργασία και σύνθεση συναγωνίζονται τη μεγαλόπνοη, σχεδόν θεόπνευστη, σύλληψη, είναι στα αετώματα. Ποτέ πριν ο τριγωνικός και άβολος αυτός χώρος δεν κατόρθωσε να κλείσει τέτοια σύνολα όπου η θεϊκή δύναμη και μεγαλοπρέπεια προβάλλουν σε μια επιφάνεια γεμάτη άνεση και ολβιότητα. Από το κέντρο του δυτικού αετώματος σώθηκαν μερικά κομμάτια -κορμός του Ποσειδώνα και της Αθηνάς- που μας επιτρέπουν να αισθανθούμε τη δόνηση της μεγάλης πλαστικής στην κορυφαία της ώρα. Και δίπλα σε αυτά τα θραυσμένα κορμιά οι κεφαλές των αλόγων του άρματος του Ποσειδώνος του δυτικού και οι κεφαλές των αλόγων του άρματος της νύχτας του ανατολικού, μαρτυρούν πως το χέρι του μεγάλου γλύπτη κατόρθωσε να μην προδοθεί το υπερκόσμιο όραμα και να αποτυπωθεί στο μάρμαρο η πιο θεία μορφή αλόγου που έδωσε ποτέ η ανθρώπινη τέχνη.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.