Διαπροσωπικές και διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα σε μέλη διαφορετικών πολιτισμικών και εθνικών ομάδων ήταν συχνό φαινόμενο στην αρχαιότητα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου (στα κοσμοπολίτικα λιμάνια της Μεσογείου και στον κόσμο των αποικιών). Μία πρώτη μορφή διαπροσωπικών σχέσεων είναι αυτή της φιλίας και, πιο συγκεκριμένα, μια ιδιαίτερη μορφή τελετουργικής φιλίας, που βρίσκουμε στην αρχαία Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες κοινότητες της αρχαίας Μεσογείου, που την ονομάζουμε με τον αρχαίο όρο «ξενία». Ο όρος ξενία προέρχεται
από τη λέξη ξένος, που σημαίνει φυσικά τον ξένο, αλλά σημαίνει κιόλας τον φιλοξενούμενο, σημαίνει έναν άνθρωπο με τον οποίον υπάρχει μία φιλική σχέση, δηλαδή φιλοξενία, ανταλλαγή δώρων, σημαίνει μία σχέση που ανανεώνεται ανάμεσα στα μέλη της και τις γενιές, από γενιά σε γενιά.

Διαπροσωπικές και διαπολιτισμικές σχέσεις

Αυτήν τη μορφή διαπροσωπικών σχέσεων μπορούμε να τη δούμε ήδη από το πρωιμότερο κείμενο της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, την Ιλιάδα του Ομήρου. Υπάρχει μια πολύ γνωστή σκηνή, στην οποία ο Όμηρος περιγράφει το πώς ο ∆ιομήδης από το Άργος, από το στρατόπεδο των Αχαιών, και ο Γλαύκος από τη Λυκία, που ήταν σύμμαχος των Τρώων, συναντιούνται στο πεδίο της μάχης και, όπως συνήθως κάνουν οι πολεμιστές του Ομήρου, πριν ξεκινήσουν να πολεμήσουν, παρουσιάζει ο καθένας τον εαυτό του και λέει κάποια πράγματα για τους προγόνους του. Σε αυτό το σημείο ο Γλαύκος και ο ∆ιομήδης συνειδητοποιούν ότι οι πρόγονοί τους ήταν συνδεδεμένοι με σχέσεις ξενίας και αποφασίζουν να μην πολεμήσουν, αλλά να ανανεώσουν κιόλας τη σχέση ξενίας ανταλλάσσοντας πολύτιμα δώρα.

Αυτού του είδους η σχέση δεν εμφανίζεται μόνο στον Όμηρο. Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα
από το πώς οι σχέσεις ξενίας χρησιμοποιούνται, για να συνδέσουν ανθρώπους από διαφορετικές
εθνικές και πολιτισμικές ομάδες. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι ένα περιστατικό που μας αφηγείται ο Ξενοφώντας. Τον 4ο π.Χ. αιώνα οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στη Μικρά Ασία στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Σε αυτό το πλαίσιο ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος συναντιέται με τον Πέρση σατράπη Φαρνάβαζο, για να εξετάσουν το ενδεχόμενο μιας σύναψης ανακωχής. Με το τέλος της συνάντησης, ο γιος του Φαρνάβαζου πλησιάζει τον Αγησίλαο και του προτείνει να γίνουν ξένοι, να αποκτήσουν μια σχέση ξενίας, και ανταλλάσσουν εκείνη τη στιγμή δώρα, για να επισφραγίσουν αυτήν τη σχέση. Τέτοιου είδους σχέσεις μπορούν να αποκτήσουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Μια δεύτερη μορφή διαπροσωπικών σχέσεων είναι προφανώς αυτή του γάμου. Έχουμε και πάλι
πάρα πολλά παραδείγματα: ένα πρώτο παράδειγμα, που μας αφηγείται ο Ηρόδοτος, είναι το πώς
ο Αριαπείθης, ο βασιλιάς των Σκυθών, είχε παντρευτεί μία Ελληνίδα από την ελληνική αποικία της
Ιστρίας, στη Μαύρη Θάλασσα, και απέκτησαν μαζί έναν γιο, τον Σκύλη. Ο Σκύλης έμαθε την ελληνική γλώσσα, να διαβάζει και να γράφει στα ελληνικά, από τη μητέρα του. Επομένως, είναι ένα καλό παράδειγμα για να δει κανένας το πώς η διαπολιτισμική σχέση του γάμου παίζει μεγάλο ρόλο για τη μετάδοση γλωσσικών και άλλων πληροφοριών μεταξύ δύο διαφορετικών κοινοτήτων.

Ένα άλλο παράδειγμα: ένας άλλος ηγεμόνας από τον κόσμο των αυτοκρατοριών, ο Άμασις, ο φαραώ της Αιγύπτου. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Άμασις είχε παντρευτεί μια γυναίκα από την ελληνική αποικία της Κυρήνης. Από την Κυρήνη, ξέρουμε επίσης από μία επιγραφή στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., που ρυθμίζει μια σειρά από ζητήματα, ότι ανάμεσα σε αυτά ρυθμίζει το ποιος έχει την ιδιότητα του Κυρηναίου πολίτη: και, όπως μας λέει το κείμενο της επιγραφής, την ιδιότητα του Κυρηναίου πολίτη την έχουν όσοι έχουν γεννηθεί από Κυρηναίο πατέρα και Κυρηναία μητέρα, αλλά την έχουν επίσης και όσοι έχουν γεννηθεί από μητέρα από τη Λιβύη, από την περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στον Καταβαθμό και τον Αυτομάλακα, μια ευρύτερη ζώνη της Λιβύης με την οποία η Κυρήνη είχε σχέση. Τα παιδιά από μεικτούς γάμους ανάμεσα σε Κυρηναίους και γυναίκες από τη Λιβύη είχαν πολιτικά δικαιώματα στην πόλη της Κυρήνης.

Μια τρίτη μορφή διαπολιτισμικής επικοινωνίας είναι αυτή μέσω των ονομάτων που παίρνουν οι άνθρωποι, της ονοματοδοσίας. Ιδιαίτερα στην αρχαιότητα, που όλα τα ονόματα είναι ομιλούντα ονόματα -με άλλα λόγια, όποιος ακούει ένα όνομα μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς σημαίνει. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του πιο διάσημου ιστορικού της αρχαιότητας: ο πατέρας του Θουκυδίδη του Αθηναίου είχε ένα θρακικό όνομα, λεγόταν Όλορος. Ξέρουμε από διάφορες πηγές για τις στενές σχέσεις που είχε η οικογένεια του Θουκυδίδη με τη Θράκη. Είναι, λοιπόν, γεγονός ότι ο πατέρας του είχε ένα θρακικό όνομα, το οποίο έλαβε είτε λόγω κάποιου μεικτού γάμου είτε λόγω κάποιας σχέσης ξενίας είτε γενικότερα λόγω της επιθυμίας να τιμηθεί κάποιος Θράκας με τον οποίον η οικογένεια του Θουκυδίδη είχε σχέσεις.

Είναι ένα από τα διλήμματα των μεταναστών σε όλες τις κοινωνίες το αν θα διατηρήσουν το ξένο
τους όνομα ή θα λάβουν ένα όνομα που είναι κατανοητό και είναι πιο εύκολο να χρησιμοποιήσει
κανείς στην κοινότητα στην οποία βρίσκεται. Μία χαρακτηριστική περίπτωση από αυτήν την
άποψη είναι μια λίστα με ονόματα Θρακών από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. στην Αθήνα. Κάποιοι από τους Θράκες έχουν τυπικά θρακικά ονόματα: Σεύθης, Κάρσις, Τράλις, ∆ίβυθος, Πατούμας, ∆ουληζέλμις κ.τ.λ.· αλλά η πλειοψηφία αυτών των Θρακών έχουν ελληνικά ονόματα, όπως Αριστόμαχος, Κτησίας, Γλαυκίας, Νίκων, ∆ιονύσιος κ.τ.λ. Κάποιοι, λοιπόν, επέλεξαν να διατηρήσουν το θρακικό τους όνομα και άλλοι επέλεξαν να λάβουν ένα ελληνικό όνομα στο ελληνικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκονταν.

Μία τέταρτη μορφή διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ ατόμων διαφορετικών πολιτισμικών και
εθνικών ομάδων είναι αυτό των συμποσίων και βεβαίως του μοιράσματος του φαγητού και του
ποτού, που λαμβάνει χώρα σε ένα συμπόσιο. Ο Ηρόδοτος περιγράφει μια πολύ ενδιαφέρουσα
περίπτωση ενός συμποσίου, που οργάνωσε ένας Θηβαίος, ο Ατταγίνος, ο γιος του Φρύνωνα, λίγο
πριν από τη μάχη των Πλαταιών. Σε αυτό το σημείο, βεβαίως, οι Θηβαίοι είναι σύμμαχοι των
Περσών. Σε αυτό το συμπόσιο λοιπόν, όπως μας λέει, ο Ατταγίνος κάλεσε τον επικεφαλής των
Περσών, τον Μαρδόνιο, και άλλους πενήντα Πέρσες.

Σε αυτό το δείπνο μαζί με τους πενήντα Πέρσες υπήρχαν και πενήντα Θηβαίοι και κάθονταν σε κάθε ανάκλιντρο ένας Πέρσης και ένας Θηβαίος. Είναι ενδιαφέρον να φανταστεί κανένας πώς ακριβώς θα επικοινωνούσαν ένας Πέρσης και ένας Θηβαίος. Πρέπει να φανταστούμε Πέρσες που μιλάνε ελληνικά; Πρέπει να φανταστούμε Θηβαίους που μιλάνε περσικά; Πάντως σύμφωνα με την ιστορία του Ηροδότου, τουλάχιστον ένας Πέρσης ήξερε ελληνικά και συνομιλώντας με τον συνδαιτυμόνα του θα του εκφράσει την αγωνία του, διότι προβλέπει ότι στη μάχη των Πλαταιών, που θα ακολουθήσει σε λίγο, οι Πέρσες θα συντριβούν. Ξέρει ότι θα πεθάνει, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό.


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».