Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης (1193-1254)

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης (Διδυμότειχο, 1193 – Νυμφαίο Ιωνίας, 3 Νοεμβρίου 1254) ήταν ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νικαίας (1222-1254), διάδοχος και γαμπρός του Θεοδώρου Α’ Λάσκαρη. Συνετός κυβερνήτης και ικανός στρατιωτικός, υπήρξε συνεχιστής του έργου του προκατόχου του, επιτυγχάνοντας να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις που παρέλαβε και να ανορθώσει κοινωνικά και οικονομικά το κράτος, θέτοντας τις βάσεις για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Η τριανταδυάχρονη βασιλεία του χαρακτηρίζεται από συνεχή πρόοδο σε όλους τους τομείς της ζωής τής εξόριστης Αυτοκρατορίας. Αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως Άγιος με το όνομα Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο Ελεήμων.

Ο Ιωάννης Βατάτζης στέφεται από την Παναγία σε υπέρπυρον (χρυσό νόμισμα)
Ο Ιωάννης Βατάτζης στέφεται από την Παναγία σε υπέρπυρον (χρυσό νόμισμα)

Η καταγωγή του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο  της Θράκης  το 1193. Παρόλο που από τα μέσα του 12ου αιώνα αρκετές επιφανείς προσωπικότητες του Βυζαντίου (κυρίως στρατιωτικοί) φέρουν το επώνυμο Βατάτζης, δεν μπορεί να ανασυντεθεί με ακρίβεια το γενεαλογικό του δένδρο. Κάποιες πηγές τον θέλουν γιο του στρατηγού Βασιλείου Βατάτζη και κάποιας ανεψιάς των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου και Αλεξίου Γ’ Αγγέλου, της οποίας το όνομα δεν μας διασώζεται. Αλλού πάλι φέρεται ως εγγονός του Κωνσταντίνου Βατάτζη, στρατοπεδάρχη του Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1148). Όλες αυτές οι πληροφορίες ελέγχονται για την ακρίβειά τους, καθώς προέρχονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από συναξάρια που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες μετά την εποχή του και σε πολλές περιπτώσεις συγχέουν τον βίο του Ιωάννη Γ’ με γεγονότα, που συνέβησαν κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α’ Λάσκαρη. Πάντως, είχε προγόνους και στη περιφανή οικογένεια των Δουκών, ενώ αδελφός του ήταν ο περίφημος σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος Δούκας.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας βρέθηκε στην Νίκαια Βιθυνίας, προφανώς ακολουθώντας το ρεύμα μετανάστευσης από τις λατινοκρατούμενες, προς τις υπό βυζαντινό έλεγχο, περιοχές. Εκεί οι αρετές του, αλλά και η ευγενική του καταγωγή εκτιμήθηκαν από τον Θεόδωρο Α’, ο οποίος τίμησε τον νεαρό Ιωάννη με το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου (επικεφαλής του πρώτου τμήματος της αυτοκρατορικής φρουράς). Τέλος, ελλείψει άρρενος διαδόχου, ο Θεόδωρος Α’ επέλεξε τον Ιωάννη ως διάδοχό του δίδοντάς του την κόρη του Ειρήνη ως σύζυγό του.

Συνωμοσίες και πρώτες κατακτήσεις

Η άνοδος του Ιωάννη Γ’ στον θρόνο της Νικαίας δεν βρήκε σύμφωνους τους αδελφούς τού Θεοδώρου, τους Ισαάκιο και Αλέξιο Λάσκαρη. Δυσαρεστημένοι, κατέφυγαν στην αυλή του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ροβέρτου Β’ του Κουρτεναί, ζητώντας βοήθεια για την ανατροπή του Ιωάννη Γ’. Μάλιστα προς επισφράγιση της συμμαχίας τους, τού πρόσφεραν το χέρι της ανιψιάς τους, Ευδοκίας, κόρης του Θεοδώρου, την οποία είχαν απαγάγει και φέρει μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη. Το συνοικέσιο μάλλον δεν ευοδώθηκε, αλλά ο Ροβέρτος Β’ βοήθησε τους αδελφούς Λάσκαρη να στρατολογήσουν μισθοφόρους, όπως επίσης και προσφέροντάς τους στρατό.

Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις αρχές του 1223, όταν ο φραγκικός στρατός των Λασκαριδών διεκπεραιώθηκε στην Βιθυνία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Ποιμανηνό το επόμενο έτος, όπου ο στρατός του Βατάτζη, με τον ίδιο επικεφαλής, συνέτριψε τους αντιπάλους. Πρόκειται για μεγάλης σπουδαιότητας νίκη: οι Φράγκοι  έχασαν τις περισσότερες μικρασιατικές κτήσεις τους, προς όφελος της Νικαίας, εξαιρουμένων των παράλιων απέναντι από την Πόλη και την Νικομήδεια, η δε εξασθένισή τους, λόγω της καταστροφής μεγάλου τμήματος του στρατού τους, έκανε τον Ιωάννη Γ’ ακόμη τολμηρότερο. Πράγματι ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας μετέφερε τον πόλεμο στα ευρωπαϊκά λατινοκρατούμενα εδάφη καθώς και στα απέναντι των παράλιων της Μικράς Ασίας νησιά του Αιγαίου. Με τη βοήθεια στόλου που ναυπηγήθηκε κοντά στην Λάμψακο (από όπου εξεδιώχθησαν οι Ενετοί), τα στρατεύματα του Βατάτζη διέσχισαν τον Ελλήσποντο και κυρίευσαν αρκετές πόλεις της Θράκης, ενώ οι Λατίνοι περιορίστηκαν πίσω από τα τείχη της Πόλης, μη δυνάμενοι να υπερασπίσουν τις κτήσεις τους. Από τα νησιά του Αιγαίου ανακτήθηκαν η Χίος, η Λέσβος, η Σάμος, η Ικαρία, η Κως και άλλα μικρότερα. Το σημαντικό νησί της Ρόδου, καθώς και άλλα των Δωδεκανήσων, εκυβερνάτο από τον βυζαντινό άρχοντα Λέοντα Γαβαλά, ο οποίος, κατόπιν αρκετών αμφίρροπων εχθροπραξιών, δέχτηκε εν τέλει την επικυριαρχία του Βατάτζη (1233).

Ενώ όμως όλα έβαιναν καλώς για το κράτος της Νίκαιας, και ενώ ο Ιωάννης Γ’ είχε ξεκινήσει τη βασιλεία του με τόσο καλούς οιωνούς, άρχισε να εξυφαίνεται στην Νίκαια συνωμοσία κατά του Αυτοκράτορα. Επικεφαλής των συνωμοτών, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του Αυτοκράτορα, ήταν ο εξάδελφος και στενός συνεργάτης του, Ανδρόνικος Νεστόγγος. Ο Ιωάννης Γ’ όμως πληροφορήθηκε εγκαίρως τα περί συνωμοσίας και εγκαταλείποντας τις επιχειρήσεις, επέστρεψε ταχέως στην Νίκαια, σώζοντας έτσι τον θρόνο του. Ωστόσο μέχρι το 1235 δεν επιχείρησε να ηγηθεί προσωπικά στρατιωτικών επιχειρήσεων για την επέκταση των συνόρων, έχοντας ως πρώτιστο σκοπό την εδραίωση της θέσης του και την ρύθμιση εσωτερικών ζητημάτων.

Η εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Σπουδαίο έργο επιτέλεσε ο Βατάτζης και ως προς την εσωτερική αναδιοργάνωση της χώρας, σε όλα τα επίπεδα. Ακολουθώντας ένα πρόγραμμα οικονομικής ανόρθωσης, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ευημερία των υπηκόων του και κυρίως των χαμηλών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Αναζωογονήθηκαν η γεωργία και η κτηνοτροφία, το εμπόριο γνώρισε σπουδαία άνθηση, ενώ παράλληλα υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στις καταχρήσεις και σπατάλες, που παρατηρούντο από την μεριά της διοίκησης. Έτσι μπόρεσε να εφαρμόσει πολιτική ελαφριάς φορολογίας, χωρίς να παρατηρηθεί ποτέ έλλειψη οικονομικών πόρων. Περιόρισε τις εισαγωγές ειδών πολυτελείας και με το προσωπικό του παράδειγμα προέτρεψε τον λαό να αποφεύγει την πολυτέλεια και τη χλιδή χάριν της λιτότητας. Αναφέρεται ότι επέπληξε τον γιο και διάδοχό του, όταν κάποια μέρα τον είδε ντυμένο με ακριβά ενδύματα.

Στην ιστορία έμεινε το «ωάτον» στέμμα που πρόσφερε στην γυναίκα του. Επρόκειτο για ένα στέμμα κατασκευασμένο από μαργαριτάρια, το οποίο χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από τις πωλήσεις αυγών του κτήματός του. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να δείξει, πού μπορεί να φτάσει κάποιος με συνετή και συνεπή διαχείριση. Μάλιστα αναφέρεται, ότι ασχολείτο και ο ίδιος με αγροτικές εργασίες στα κτήματά του, όταν του το επέτρεπαν οι κρατικές υποθέσεις.

Η μείωση των εισαγωγών ακολουθήθηκε από αύξηση των εξαγωγών. Ειδικά μετά την επιδρομή των Μογγόλων, το κατεστραμμένο Σουλτανάτο του Ικονίου εισήγαγε από την Νίκαια είδη διατροφής έναντι χρυσού, ακριβών υφασμάτων και άλλων πολυτελών ειδών.

Σπουδαία άνθηση, επίσης, γνώρισαν τα γράμματα και οι τέχνες. Ο Αυτοκράτορας έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την παιδεία και τις επιστήμες. Σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης και ο μοναχός και λόγιος Νικηφόρος Βλεμμύδης, έδρασαν την εποχή εκείνη στην Νίκαια. Ακόμη, με ειδική μέριμνα του Ιωάννη Γ’ και της πρώτης συζύγου του, ιδρύθηκαν μοναστήρια, ναοί, νοσοκομεία και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Όλα αυτά διασφαλίστηκαν με την ισχυρή φρούρηση των συνόρων, που επετεύχθη με μια σειρά αποτελεσματικών μέτρων, τα οποία ελήφθησαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα χτίστηκαν ή/και επανδρώθηκαν ισχυρά φρούρια κατά μήκος των συνόρων και χορηγήθηκαν ατέλειες και πρόνοιες σε συνοριακούς πληθυσμούς. Ουσιαστικά αναβίωσε ο θεσμός των ακριτών, χάρη στην επανίδρυση των στρατιωτικών αγροκτημάτων. Η άμυνα και προστασία των συνόρων ήταν αποτελεσματική όσο λίγες φορές, ακόμη και εναντίον των αεικίνητων τουρκομανικών φυλών, που ζούσαν στις παρυφές της βυζαντινο-σελτζουκικής μεθορίου και από τις οποίες η Μικρά Ασία υπέφερε από τα μέσα σχεδόν του 11ου αιώνα

Η οικογένεια του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ νυμφεύτηκε πρώτα το 1212 την Ειρήνη Λασκαρίνα, κόρη του Θεοδώρου Α’ Αυτοκράτορα των Ρωμαίων στη Νίκαια. Μαζί της απέκτησε ένα γιο, τον διάδοχό του: Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης Βατάτζης.

Η Ειρήνη κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, έπεσε από το άλογό της και τραυματίστηκε άσχημα με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να τεκνοποιήσει έκτοτε. Απεβίωσε το 1239, αφού πρώτα είχε αποσυρθεί σε ιερά μονή με το όνομα Ευγενία.

Το 1245 ο Ιωάννης Γ’ έκανε δεύτερο γάμο με την Κωνσταντία (Κονστάνς, Κωνστάντζα) Χοενστάουφεν, νόθη κόρη του Φρειδερίκου Β’ βασιλιά της Γερμανίας, η οποία άλλαξε το όνομά της σε Άννα. Δεν απέκτησαν παιδιά.

Επίσης συνήψε σχέση με μία γυναίκα από την ακολουθία της (Κωνσταντίας) Άννας, που οι βυζαντινές πηγές αποκαλούν «Μαρκεσίνα» (ίσως από τον τίτλο της μαρκησίας που πιθανώς έφερε). Η επιρροή αυτής της γυναίκας επάνω στον Αυτοκράτορα ήταν μεγάλη για ένα διάστημα. Αυτό είχε ως συνέπεια η «Μαρκεσίνα» να συμπεριφέρεται υπεροπτικά και αλαζονικά. Εξαιτίας της στάσης αυτής, αλλά και της δυτικής καταγωγής της, δεν άργησε να τραβήξει επάνω της τα πυρά της κοινής γνώμης, ο δε Ν. Βλεμμύδης καταφερόταν ανοικτά εναντίον της με βαρείς χαρακτηρισμούς. Όταν δε απαγόρευσε την παραμονή εκείνης και της συνοδείας της στην μονή, όπου ήταν ηγούμενος, η «Μαρκεσίνα» ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία τού λόγιου ιερομόναχου. Ο Ιωάννης Γ’ όμως, μετανιωμένος για την παράνομη αυτή σχέση, αρνήθηκε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια. Από τότε, η επιρροή της «Μαρκεσίνας» άρχισε να εξασθενεί.

Το τέλος του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης απεβίωσε στις 3 Νοεμβρίου του 1254 στο Νυμφαίο Μικράς Ασίας και ενταφιάστηκε με μεγάλες τιμές και λαϊκό πένθος στην Μονή Σωσάνδρων, που ο ίδιος είχε κτίσει προς τιμήν της Παναγίας. Έπασχε από επιληψία, που με τον καιρό εκδηλωνόταν όλο και πιο έντονα. Ωστόσο η βασιλεία του υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη και η δράση του υμνείται ομόφωνα από όλους τους ιστορικούς, σύγχρονους ή μεταγενέστερους, κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην Ιστορία. Υπήρξε πολύ αγαπητός στον λαό του.

Αποτίμηση του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης υπήρξε, κατά κοινή ομολογία όλων των ιστορικών, ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Στην περίπτωσή του επαληθεύεται η ρήση του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, του τελευταίου Αυτοκράτορα, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον αδελφό του, Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο, είπε τα εξής: «Από την ιστορία μας έχουμε το δίδαγμα πως όσο κυβερνούσαν βασιλιάδες στρατιώτες, η Ρωμανία δοξαζόταν, ενώ μόλις έπαιρναν την αρχή οι ευνούχοι, το κράτος διαλυόταν». Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης ανήκει στην πρώτη κατηγορία, μόνο που δεν τον διέκρινε η ιμπεριαλιστική νοοτροπία και η επιθυμία για αποκόμιση πλούτου και δόξας. Αντίθετα, πρώτιστο μέλημα του Ιωάννου ήταν ο λαός του. Γι’ αυτό έμεινε στην ιστορία γνωστός ως ο πατέρας των Ρωμαίων.

Τα επιτεύγματά του μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα, εάν ληφθεί υπόψιν το ιστορικό πλαίσιο, εντός του οποίου έδρασε. Ο Βυζαντινός κόσμος, μετά το 1204, βρισκόταν σε πλήρη αποσύνθεση, με τοπικιστικά και αυτονομιστικά κινήματα να διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι ιταλικές δημοκρατίες μονοπωλούσαν το εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου, ενώ παράλληλα αποτελούσαν σημαντικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα, εξαιτίας των πειρατικών επιχειρήσεων στις οποίες επιδιδόταν. Τα Βαλκάνια ήταν κατακερματισμένα μεταξύ Σλάβων, Βυζαντινών και Φράγκων, που πολεμούσαν αδιάκοπα μεταξύ τους. Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε και στην Μικρά Ασία με τις τουρκομανικές φυλές να αποτελούν μόνιμο κίνδυνο για κάθε οργανωμένη κοινωνία (ακόμα και για τους ομοφύλους τους Σελτζούκους). Η εμφάνιση των Μογγόλων έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη και πολύπλοκη, αν και τελικά απέβη θετική για το κράτος της Νίκαιας. Τέλος, μολονότι η Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης γρήγορα έπαψε να παίρνει επιθετικές πρωτοβουλίες, αποτελούσε πάντα μια δυνητική αιτία μίας ακόμη σταυροφορίας, την οποία οι πάπες εκείνη της περιόδου ήταν πρόθυμοι να κηρύξουν.

Η αυτοκρατορία της Νίκαιας το 1254, έτος θανάτου του Ιωάννη Γ'.
Η αυτοκρατορία της Νίκαιας το 1254, έτος θανάτου του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, ο Ιωάννης Γ’ κατάφερε να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις του κράτους του με μακρόχρονους και πολυμέτωπους αγώνες σε Μ. Ασία, Βαλκάνια και Αιγαίο. Οι αγώνες αυτοί τροφοδοτήθηκαν από μια στιβαρή και ανθούσα οικονομία, που ήταν το αποτέλεσμα συνετής και συνεπούς εσωτερικής πολιτικής. Δεν συμμεριζόταν την οπτική της κωνσταντινουπολίτικης αριστοκρατίας, η οποία ήθελε το κράτος της Νίκαιας ως απλό μέσο για την επάνοδο στην Βασιλεύουσα. Η οπτική αυτή είχε δημιουργήσει προστριβές μεταξύ των αριστοκρατών προσφύγων από την Πόλη και των ντόπιων μικρασιατικών πληθυσμών, ιδίως κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α΄. Παλαιότερα, παρόμοια οπτική (αλλά και πρακτική) αδιαφορίας για τις επαρχίες από μέρους της κεντρικής διοίκησης είχε οδηγήσει στην αποξένωση της πρωτεύουσας από τις επαρχίες, με συνέπεια οι τελευταίες να αδιαφορήσουν με την σειρά τους για την τύχη της Βασιλεύουσας το 1204. Για να αποφευχθεί κάτι παρόμοιο, ο Αυτοκράτορας δόμησε και οργάνωσε την επικράτειά του σε υγιείς βάσεις, ώστε η ευημερία να απλωθεί και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (από όπου αντλούσε μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών του).

Όλα αυτά είχαν ως άμεση συνέπεια η Αυτοκρατορία της Νίκαιας να καταστεί σημαντική δύναμη στον Βαλκανικό και Μικρασιατικό χώρο και να επιτύχει, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιωάννη, την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Τα νομίσματα του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Στην εποχή του κόπηκαν χρυσά υπέρπυρα, τραχέα αργυρά, τραχέα από κράμα χαλκού με λίγο άργυρο και χαλκά τεταρτηρά. Τα νομισματοκοπεία του ήταν στη Μαγνησία και στη Θεσσαλονίκη.

Στο υπέρπυρον ο Ιωάννης Γ’ στέκεται στα αριστερά, ενώ στα δεξιά η Θεοτόκος με το δεξί της χέρι τον ακουμπά στο κεφάλι. Στην άλλη όψη εικονίζεται ο Χριστός ένθρονος.

Τιμή του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη ως Αγίου

Ο Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ως Άγιος.
Ο Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ως Άγιος.

Η μνήμη του Αγίου Ιωάννου Βατάτζη του Ελεήμονος ετιμάτο με ιδιαίτερη ευλάβεια από τους μικρασιατικούς πληθυσμούς μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η μνήμη του Αγίου – Αυτοκράτορα διατηρήθηκε μέχρι τους νεότερους χρόνους, κυρίως στη μητρόπολη της Εφέσου. Το 14ο αιώνα ο επίσκοπος Πελαγονίας Γεώργιος συνέγραψε τον Βίον του Αγίου Ιωάννου βασιλέως του Ελεήμονος σε μορφή συναξαρίου, ενώ του αποδόθηκαν πολλά θαύματα. Στον επίσκοπο Γεώργιο πιθανόν βασίστηκε και ο  Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809), ο οποίος κατά παραγγελία του μητροπολίτη Εφέσου συνέταξε ακολουθία προς τιμήν του Αγίου-Αυτοκράτορα. Η Εκκλησία δεν τον αναγνώρισε επίσημα ως άγιο, ωστόσο στα μηναία αναφέρεται η μνήμη του «Ιωάννη Δούκα Βατάτζη» στις 4 Νοεμβρίου. Στο Διδυμότειχο έχει ανεγερθεί το 2010 ο πρώτος ναός αφιερωμένος στον άγιο Ιωάννη Βατάτζη.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)

Ο Ανδρέας Κάλβος (Απρίλιος 1792 – 3 Νοεμβρίου 1869) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του οποίου δεν υπάρχει γνωστή απεικόνιση. Η νεοκλασικιστική του παιδεία και η ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουν στην ποίηση του το δραματικό με το ειδυλλιακό, το παγανιστικό με το χριστιανικό, τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, τον πουριτανισμό με τον λανθάνοντα ερωτισμό, την αυστηρότητα, τη μελαγχολία, την κλασικιστική φόρμα με το ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που είναι ορατή ακόμη και στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) και στη μετρική (αρχαϊκή στροφή και μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, δεκαπεντασύλλαβους).

Ο Ανδρέας Κάλβος
Ο Ανδρέας Κάλβος

Ο Βίος του Ανδρέα Κάλβου

Σύγχρονος του Σολωμού, ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε το 1792  στη Ζάκυνθο από την Ανδριανή Ρουκάνη, καταγόμενη από παλιά αρχοντική οικογένεια της Ζακύνθου, και από τον Τζανέτο Κάλβο, Κερκυραίο μικροαστό. Το 1802 ο πατέρας Κάλβος παίρνει τα δύο παιδιά του, τον Ανδρέα και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο Νικόλαο, και εγκαταλείπει τη σύζυγο του για να εγκατασταθεί στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου ήταν από παλαιότερα εγκατεστημένος ο αδελφός του, Βιτσέντσο. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή του Ανδρέα Κάλβου στο Λιβόρνο από το 1802 έως το 1811, όπου απέκτησε στέρεη γνώση της ιταλικής παιδείας και γλώσσας. Για τον πατέρα του Τζανέτο υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι ήταν μέλος των μυστικών εταιρειών της εποχής που είχαν πολιτική και απελευθερωτική δράση στην Ιταλία.

Στο Λιβόρνο ο Ανδρέας Κάλβος έγραψε μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου και τύπωσε το καλοκαίρι του 1811 το πρώτο του έργο (Canzone…) αφιερωμένο στον Ναπολέοντα, που αργότερα αποκηρύσσει. Τον ίδιο χρόνο πήγε για λίγους μήνες στην Πίζα, όπου εργάστηκε ως γραμματέας και αμέσως μετά στη Φλωρεντία, κέντρο τότε της πνευματικής ζωής και δημιουργίας όπου φοίτησε στην Ακαδημία. Το 1812 σημαδεύεται από τη γνωριμία του με τον Ugo Foscolo, ποιητή και λόγιο, ο οποίος θα γίνει δάσκαλος, καθοδηγητής και μυητής του Κάλβου στον νεοκλασικισμό, στα αρχαϊκά πρότυπα, και στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Το 1813 ο Κάλβος, και υπό την σκιά του Foscolo, γράφει στα ιταλικά τρεις τραγωδίες:  Θηραμένης, Δαναΐδες και Ιππίας. Επιπλέον ολοκληρώνει τέσσερις δραματικούς μονολόγους σύμφωνα με τις νεοκλασικιστικές επιταγές. Ο Foscolo αυτοεξορίζεται στο τέλος του 1813 στη Ζυρίχη για να αποφύγει το αυστριακό καθεστώς. Ο Κάλβος τον ξανασυναντά εκεί το 1816 και την ίδια εποχή πληροφορείται τον θάνατο της μητέρας του. Εν τω μεταξύ έχει συνθέσει στα ιταλικά, από το 1814, την Ode agl’Ionii [Ωδή εις Ιονίους].

Σεπτέμβριο 1816 οι δύο φτάνουν στο Λονδίνο και η αλληλεπίδραση τους εξακολουθεί μέχρι τον Φεβρουάριο του 1817, όταν διαλύεται η σχέση τους. Ο Ανδρέας Κάλβος εξασφαλίζει τα προς το ζην παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα ιταλικών και σε μικρότερο βαθμό ελληνικών. Μεταξύ 1817 και 1818 μεταφράζει στα νέα ελληνικά το Book of Common Prayer, το βασικό λειτουργικό κείμενο της Αγγλικανικής Εκκλησίας, και επιμελείται φιλολογικά την ιταλική μετάφραση για λογαριασμό του εκδότη Bagster. Η νεοελληνική έκδοση θα κυκλοφορήσει το 1820 και η ιταλική το 1821. Η πολύγλωττος έκδοση, σε οκτώ γλώσσες, θα τυπωθεί το 1821 σε σχήμα 4ο. Στα 1818-19 δίνει διαλέξεις με θέμα τη ορθή προφορά των αρχαίων ελληνικών, οι οποίες προκαλούν αίσθηση. Συντάσσει μια Νεοελληνική Γραμματική, μια Μέθοδο Εκμάθησης Ιταλικών σε τέσσερα μέρη (το τρίτο μέρος συνιστούν οι δικές του Danaidi) και ασχολείται με τη σύνταξη ενός αγγλοελληνικού λεξικού.

Το Μάιο του 1819, προσχώρησε στο Αγγλικανικό Δόγμα (he had conformed to the Church of England) και παντρεύεται με το αγγλικανικό τυπικό την Τερέζα Τόμας η οποία πεθαίνει (πιθανότατα και η κόρη που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει) ένα χρόνο αργότερα. Συνάπτει ερωτική σχέση με τη μαθήτρια του Σούζαν Ριντού. Τέλη Ιουλίου του 1820 εγκαταλείπει την Αγγλία.

Το 1819 τυπώνει την πρώτη ελληνόφωνη ωδή του, Ελπίς Πατρίδος. Το ποίημα θα ανευρεθεί από τον Λεύκιο Ζαφειρίου σχεδόν 200 χρόνια μετά στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης και θα παρουσιαστεί στον τόμο «Ο Βίος και το Έργο του Ανδρέα Κάλβου» (Μεταίχμιο 2006).

Τον Σεπτέμβριο του 1820 επιστρέφει στη Φλωρεντία με μια μικρής διάρκειας στάση στο Παρίσι. Εμπλέκεται στο κίνημα των Καρμπονάρων, συλλαμβάνεται και απελαύνεται στις 23 Απριλίου του 1821. Καταφεύγει στη Γενεύη, όπου εργάζεται ως καθηγητής ξένων γλωσσών, ενώ παράλληλα τον απασχολεί η έκδοση ενός χειρογράφου της Ιλιάδας, που όμως δεν πραγματοποιείται. Συγκλονισμένος και συνεπαρμένος από το ξέσπασμα της επανάστασης, εκδίδει το 1824 στη Γενεύη τη Λύρα, συλλογή 10 ωδών. Οι ωδές του σχεδόν αμέσως μεταφράζονται στα γαλλικά και βρίσκουν ευμενή υποδοχή. Στις αρχές του 1825 ο Κάλβος μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύει ακόμη δέκα ωδές σε δίγλωσση έκδοση, με οικονομική ενίσχυση των φιλελλήνων, τις Νέες ωδές.

Τέλη Ιουλίου 1826 φτάνει στο Ναύπλιο όπου διαμένει για σύντομο χρονικό διάστημα και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου αναχωρεί για την Κέρκυρα. Μέχρι το 1827 διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία. Ως το 1836, οπότε και επανατοποθετείται στην Ακαδημία, ασχολείται με ιδιαίτερα μαθήματα. Το 1841 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Κερκυραϊκού Γυμνασίου, παραιτείται όμως στο τέλος του χρόνου. Ταυτόχρονα συνεργάζεται με τοπικές εφημερίδες. Με τον Σολωμό, όπως μαρτυρείται, «είχε απλή γνωριμία».

Η εκκλησία της Αγ. Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, όπου βρίσκεται ο τάφος του Κάλβου
Η εκκλησία της Αγ. Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, όπου βρίσκεται ο τάφος του Κάλβου

Τον Νοέμβριο του 1852 ο Κάλβος αφήνει την Κέρκυρα και επιστρέφει στην Αγγλία. Ένα χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1853  παντρεύεται με τη Charlotte Wadams, στο παρθεναγωγείο της οποίας στο Λάουθ θα διδάσκει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Κάλβος πεθαίνει στις 3 Νοεμβρίου του 1869. Η ταφή του (καθώς και της χήρας του, που πέθανε το 1888) έγινε στο νεκροταφείο της εκκλησίας της Αγίας Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, κοντά στο Λάουθ.

Μετακομιδή των οστών του Ανδρέα Κάλβου

Η σορός του Ανδρέα Κάλβου και της συζύγου παρέμειναν στην Αγγλία για 91 χρόνια. Κατόπιν αιτήσεως της, τότε, ελληνικής κυβέρνησης, που γιόρτασε το 1960 ως «Έτος Κάλβου», έγινε η μετακομιδή των οστών του εθνικού ποιητή από το Λονδίνο στην Αθήνα και εν συνεχεία στη  Ζάκυνθο. Πρεσβευτής στην αγγλική πρωτεύουσα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Στρατιωτικό απόσπασμα απένειμε τιμές στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, την 19η Μαρτίου, ημέρα της μεταφοράς των δύο φερέτρων, ενώπιον συγκεντρωμένου πλήθους και προσωπικοτήτων από τον πνευματικό και πολιτικό κόσμο. Με στρατιωτική συνοδεία τα δύο «μολύβδινα φέρετρα», στα οποία τοποθετήθηκε η ελληνική σημαία, οδηγήθηκαν στο ναό του Αγίου Ελευθερίου στη Μητρόπολη, όπου ετελέσθη τρισάγιο.

Το έργο του Ανδρέα Κάλβου

  • Έργα (αυτοτελείς εκδόσεις )
  1. Canzone…, Λιβόρνο, 1811
  2. Le Danaidi, Λονδίνο, 1818
  3. Ελπίς Πατρίδος, Λονδίνο, 1819
  4. Italian Lessons in four parts, Λονδίνο, 1820 [1818 σε τέσσερα αυτοτελή τεύχη]
  5. Βιβλίον των Δημοσίων προσευχών, Λονδίνο, 1820 (και ανατυπώσεις)
  6. Η Λύρα, Γενεύη, 1824
  7. Odes nouvelles [Νέες ωδές], Παρίσι, 1826
  • Χειρόγραφα και σκόρπια έργα
  1. Ιππίας (τραγωδία) (1813)
  2. Θηραμένης(1813)
  3. Οί Εποχές (Le Stagioni – Giovanni Meli) (1814)
  4. Ωδή εις Ιονίους (Ωδή σε Ionii) (1814)
  5. Απολογία της Αυτοκτονίας (1815)
  6. Σxέδιο Νέων Αρχών καί των Γραμμάτων (1821)
  7. Ερευνα Περί της Φύσεως του Διαφορικού Υπολογισμού (1827)
  8. Χάριτες – αποσπάσματα, Φώσκολος (1846)
  9. Επίκρισις Θεολογική (1840)
  10. Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσης (Γραμματική της Σύγχρονης Γλώσσης Ελλήνων Φυσικών)(1822)
  • Κυριότερες συγκεντρωτικές εκδόσεις
  1. «Ωδαί (Η Λύρα – Λυρικά – Απόσπασμα άτιτλου ποιήματος)», Ωκεανίδα 1997 (Πιστή μετατύπωση των έργων του Ανδρέα Κάλβου, σε επιμέλεια Γιάννη Δάλλα)
  2. «Ωδαί», Ίκαρος 1970, Κριτική Έκδοση: Filippo Maria Pontani
  3. «Η Ιωνιάς», Συνέχεια 1992 (Ανατύπωση και φιλολογική επιμέλεια της σωζόμενης χειρόγραφης μορφής των ποιημάτων της «Λύρας»)
  4. «Το Ψαλτήριον του Δαυίδ μεταφρασθέν υπό Α. Κάλβου του Ζακυνθίου», Ίκαρος 2011
  5. «Ωδαί», Μεταίχμιο 2009, επιμέλεια Δ. Δημηρούλη (αντίστοιχης δομής με την έκδοση της Ωκεανίδας, αλλά με την προσθήκη της νεοευρεθείσας ωδής «Ελπίς Πατρίδος», με εκσυγχρονισμένη ορθογραφία και στο μονοτονικό· συνοδεύεται από cd με αναγνώσεις ποιημάτων από τον Βασίλη Παπαβασιλείου)
  6. Κάλβος, Α.: Μαθήματα φιλοσοφίας. Πανεπιστημιακές παραδόσεις στην Ιόνιο Ακαδημία, Κέρκυρα 1840-41. Εισαγωγή Παναγής Αλιπράντης, Επιμ. Λίνος Μπενάκης, Προλεγόμενα Ευάγγελος Μουτσόπουλος. ΚΕΕΦ – Ακαδημία Αθηνών, Αθ. 2002

https://el.wikipedia.org/wiki/Ανδρέας_Κάλβος

Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Οδυσσέα Ελύτη

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
Και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό
Τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ’ αίματα

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: https://www.youtube.com/

Ο Πολύγυρος Χαλκιδικής (600π.Χ.-…)

Ο Πολύγυρος είναι πόλη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του Νομού Χαλκιδικής και βρίσκεται στο γεωγραφικό του κέντρο. Είναι χτισμένος στις νότιες υπώρειες του Χολομώντα, σε μέσο υψόμετρο 550 μ. Στα βόρεια του Πολυγύρου απλώνονται πλαγιές κατάφυτες από βελανιδιές που συγκροτούν ένα θαυμάσιο δάσος. Οι πλαγιές καταλήγουν σε κορυφές από τις οποίες η ψηλότερη είναι ο Τσουκαλάς, με υψόμετρο 890μ. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, του 2011, το πολεοδομικό συγκρότημα του Πολυγύρου έχει 6.121 κατοίκους

Η Γεωγραφία του Πολυγύρου

Ο Πολύγυρος

Πάνω από τον Πολύγυρο δεσπόζει ένας εντυπωσιακός κωνικός λόφος, ο περίφημος Αη-Λιας, με το ομώνυμο ξωκλήσι στην κορυφή του. Το λεκανοπέδιο περιβάλλεται από τους λόφους Πλάια στα βόρεια, στα ανατολικά από τα Ανήλια και τον λόφο του Αγίου Χριστοφόρου, στα νότια τα Καστριά και στα δυτικά από το Κάστρι. Προς τα νότια εκτείνεται ο ελαιώνας του Πολύγυρου. Στα νότια του Πολυγύρου χαμηλοί λόφοι, χαράδρες και ρέματα οδηγούν σε εύφορες πλαγιές, στις οποίες απλώνεται ο τεράστιος ελαιώνας του Πολυγύρου και στα παράλια απλώνονται οι οικισμοί Καλυβών και Γερακινής. Οι οικισμοί αυτοί είναι παραθαλάσιοι και δίπλα στους μόνιμους κατοίκους τους, ζουν πολλούς μήνες το χρόνο, χιλιάδες παραθεριστές.

Το όνομα του Πολύγυρου

Πολλές εκδοχές υπάρχουν σχετικά με την προέλευση του ονόματος Πολύγυρος. Υποστηρίχτηκε ότι προέρχεται από τις πολλές «κλιτύες» των αλλεπάλληλων λόφων, από το Πολύ-γερός λόγω του υγιεινού κλίματος, από το όνομα Πολύαρος (πιθανώς μεγαλοκτηματίας) που βρέθηκε σε εγχάρακτη επιγραφή ή τέλος, από το πολύ-ιερός τόπος, λόγω ενός μεγάλου ιερού που υπήρχε στην περιοχή, το οποίο μετά από την καταστροφή και ερήμωση της Απολλωνίας της Χαλκιδικής διατήρησε την αίγλη του.

Η ιστορία του Πολύγυρου

Ο Πολύγυρος στην Αρχαιότητα

Στο λόφο Καστρί, δυτικά του Πολύγυρου έχει εντοπιστεί αρχαίος οχυρός οικισμός. Από τη θέση του επόπτευε την περιοχή της Βατονιάς και του Πολυγύρου και ήλεγχε τον δρόμο ο οποίος ένωνε τα Ζερβοχώρια με τον Τορωναίο κόλπο. Από σωστική ανασκαφή η οποία πραγματοποιήθηκε στο νεκροταφείο του οικισμού εντοπίστηκαν αργυρά κοσμήματα του 6ου αιώνα π.Χ., τα οποία εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο Πολύγυρου. Αρχαίες εγκαταστάσεις έχουν εντοπιστεί και στη λοφοσειρά Καστριά, όπου ο σημαντικότερος οικισμός ήταν η μικρή, ισχυρά οχυρωμένη εγκατάσταση στον Μπίζλα. Στους νότιους πρόποδες των Καστριών έχουν εντοπιστεί δύο αρχαιολογικοί χώροι, μια τούμπα η οποία σήμερα έχει μερικώς επιχωματωθεί, και στη θέση Πλατανούδια, βρέθηκαν τμήματα του κυκλικού ηρώου του Τί(του) Ιουλίου Νεοπτολέμου, από το οποίο σώζεται επιγραφή με λατινικούς χαρακτήρες.

Στην περιοχή του Πολυγύρου, ή κατ’ άλλους στο χώρο του σημερινού οικισμού, εντοπίζεται η αρχαία Απολλωνία, η οποία ήταν μια από τις 32 πόλεις του, ιδρυμένου το 432 π.Χ., Κοινού των Χαλκιδέων. Το Κοινό των Χαλκιδέων, με πρωτεύουσα πόλη την Όλυνθο, υποτάχθηκε το 379 π.Χ. στους Σπαρτιάτες· δεκαετίες αργότερα, το 348 π.Χ., ο Φίλιππος ο Μακεδών υπέταξε την περιοχή της Χαλκιδικής στο Μακεδονικό βασίλειο. Η θέση της Απολλωνίας έχει ταυτιστεί με τον αρχαιολογικό χώρο της Παλαίπορτας. Το όνομα του χώρου οφείλεται στην πλατειά τομή σε βράχο η οποία δημιουργήθηκε για να οχυρωθεί η ακρόπολη της πόλης.

Το 168 π.Χ. η Χαλκιδική ακολούθησε τη μοίρα ολόκληρου του ελλαδικού χώρου και υποτάχθηκε στους Ρωμαίους. Το 43 π.Χ. ιδρύθηκε στη Χαλκιδική η ρωμαϊκή αποικία της Κασσάνδρειας, που η επικράτειά της (territorium) εκτεινόταν βορειοανατολικά ως τους νότιους πρόποδες του Υψίζωνου (Χολομώντα) και συνόρευε με την επικράτεια της αρχαίας Απολλωνίας (υπολογίζεται ότι τα όριά τους θα βρίσκονταν περίπου έξι χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Πολύγυρου).

Στη θέση Αλατόστρατα εντοπίστηκε ληνός κρασιού ο οποίος έχει χαραγμένο το συμπίλημα των γραμμάτων ΑΜΕ. Έχει χρονολογηθεί στον 2ο αιώνα μ.Χ. και αποτελεί την παλαιότερη μαρτυρία παραγωγής κρασιού στην περιοχή.

Ο Πολύγυρος στα Βυζαντινά χρόνια

Η παλαιότερη γνωστή γραπτή μνεία στο τοπωνύμιο Πολύγυρος γίνεται στην διαθήκη του πρωτοσπαθαρίου Δημητρίου Πτελεώτη η οποία συντάκτηκε πριν το 959 και σώζεται ένα απόσπασμά της σε έγγραφο του 996. Σύμφωνα με τη διαθήκη, ο Πτελεώτης άφησε χρήματα και ώστε να αγοραστεί ολόκληρο ένα κτήμα το οποίο ονομαζόταν «προάστειον του Πολυγύρου ήγουν τα Χαβούνια», ώστε να κατασκευαστεί μονή, αφιερωμένη στην Παναγία. Η μονή αυτή είναι γνωστή ως Μονή του Πολυγύρου. Η μονή πριν το 975 είχε περιέλθει στην κυριότητα της μονής Κολοβού, η οποία βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό και το 979/980 μεταβιβάστηκε στην Μονή Ιβήρων. Η θέση της είναι άγνωστη. Έχουν προταθεί ως θέσεις το εξωκκλήσι της Παναγίας δυτικά του Πολύγυρου, ο λόφος στον Μπίζλα και η θέση Πλατανούδια. Στη μονή παραχωρήθηκαν 20 πάροικοι, ενώ στην περιοχή κατέφυγαν μετά τις βουλγαρικές επιδρομές στην Χαλκιδική την περίοδο 975-996, κάτοικοι των γύρων περιοχών λόγω της οχυρότητας του τόπου. Περί το 1092 η Μονή του Χαβουνίου κατασχέθηκε από το κράτος και δεν ξαναναφέρεται στα αγιορείτικα έγγραφα.

Ο Πολύγυρος κατά την Οθωμανική περίοδο

Το 1430 ο Πολύγυρος κατακτάται από τους Οθωμανούς Τούρκους και υπάγεται στην περιφέρεια (σαντζάκ) της Θεσσαλονίκης, στο ναχιγιέ του Παζαργκιάχ και φορολογικά ανήκει στο χάσι του Λόγγου. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Πολύγυρος αρχικά είχε χτιστεί στην περιοχή Σελιό, στα Καστριά, όπου υπάρχει μεσοβυζαντινός ναός αφιερωμένος στον άγιο Νικόλαο, προτού μετακινηθεί στη σημερινή του θέση, ίσως τον 15ο-16ο αιώνα. Η παλαιότερη γραπτή μνεία στον οικισμό του Πολυγύρου γίνεται στην απογραφή του 1445, όπου καταγράφονται 28 νοικοκυριά. Στις επόμενες απογραφές, ο πληθυσμός του χωριού παρουσιάζει αύξηση, με τα νοικοκυριά του χωριού να είναι 105 το 1519, 137 το 1527 και 134 το 1568, όπου αναφέρεται ως Πόλυρος και διαθέτει αμιγώς χριστιανικό πληθυσμό. Σύμφωνα με την απογραφή του 1568, στον Πολύγυρο κατοικούσαν 94 οικογένειες, 36 άγαμοι και 4 χήρες. Ο συνολικός φόρος που κατέλαβε το χωριό ήταν 14.534 ακτσέδες, με κυριότερα προϊόντα τα αμπελουργικά και το σιτάρι. Άλλα προϊόντα περιοχής περιλάμβαναν δημητριακά όπως το ρύζι, το κριθάρι, η σίκαλη και το κεχρί, ελαιοκομικά, οπωροκηπευτικά, βαμβάκι, λινάρι και μεταξωτά ενδύματα. Τον Νοέμβριο του 1791 εκλέγεται επίσκοπος Κασσανδρείας ο Ιγνάτιος Γ΄. Ήταν Πολυγυρινός και μετέφερε την έδρα της επισκοπής στον Πολύγυρο. Το 1793 επισκέφτηκε τον Πολύγυρο ο Γάλλος Πρόξενος Εσπρί-Μαρί Κουζινερί, αναζητώντας την αρχαία πόλη Χαλκίς, την οποία με βάση τις περιγραφές των κατοίκων την ταύτισε με την Παλαίπορτα. Αναφέρει ότι είχε την όψη μικρής πόλης και 1500 κατοίκους.

Οι κάτοικοι του Πολυγύρου συμμετείχαν στη μεγάλη επαναστατική κίνηση του 1821 και στις 17 Μαΐου του ίδιου χρόνου εκδιώκουν, προσωρινά, την τοπική τουρκική φρουρά. Σ’ αυτές τις επιχειρήσεις διακρίθηκε ο Πολυγυρινός Μαυρουδής Παπαγεωργάκης και ο Ιωάννης Σταστάρης από τα χασικοχώρια, οι οποίοι συνέχισαν το αγώνα στη Νότια Ελλάδα, καθώς και ο οπλαρχηγός Ιωάννης Ν. Στυλούδης. Παρόλα αυτά, οι τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν νικήσει τις ελληνικές δυνάμεις του Στάμου Χαψά στη θέση Κούτσουρο, κοντά στη Μονή Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας, τις 10 Ιουνίου 1821, και τις δυνάμεις του Εμμανουήλ Παπά και στη Μάχη της Ρεντίνας, έφτασαν στον Πολύγυρο, τον οποίο οι κάτοικοί του τον είχαν εγκαταλείψει, και τον πυρπόλησαν. Μέχρι το φθινόπωρο του 1821, η επανάσταση στη Χαλκιδική είχε καταπνιγεί. Σημαντικές προσωπικότητες της επανάστασης από τον Πολύγυρο ήταν ο Γεώργιος Χρυσηίδης, οι υπαξιωματικοί Χρήστος Μαυρουδής και Γεώργιος Παντούδης και ο ιατροχειρούργος Χρήστος Νικολαΐδης. Μετά την επανάσταση, κάτοικοι του Πολύγυρου οι οποίοι δεν είχαν καταφύγει στη νότια Ελλάδα επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν ξανά στον Πολύγυρο, ξαναχτίζοντάς τον.

Ανάλογη δραστηριότητα επέδειξαν οι Πολυγυρινοί και κατά την επανάσταση του 1854 υπό τον Τσάμη Καρατάσο. Η έναρξη του Κριμαϊκού Πολέμου θεωρήθηκε ως ευνοϊκή συγκυρία για την απελευθέρωση, όμως η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία εμπόδισαν αυτές τις επαναστάσεις. Ο Καρατάσος ξεκίνησε από τις Σποράδες με 500 περίπου ένοπλους άντρες και αποβιβάστηκε στη Σιθωνία το Μέγα Σάββατο, όμως έμαθαν στη συνέχεια ότι το πλοίο το οποίο τους έφερνε πολεμοφόδια βυθίστηκε από γαλλικό πλοίο. Οι Οθωμανοί ετοίμασαν στρατό περίπου 2.500 αντρών για να αντιμετωπίσουν την πολιορκία της Ορμύλιας και έτσι ο Καρατάσος έστειλε σώμα περίπου 50 αντρών με επικεφαλής τον Αθανάσιο Βλαχομιχάλη να εισβάλλει στον Πολύγυρο. Εκεί η υποδοχή του ήταν θερμή, αν και διστακτική. Ο Βλαχομιχάλης και οι άντρες του απώθησαν τουρκική δύναμη στα υψώματα του Καβρόλακα τις 14 Απριλίου, αλλά στις 21 Απριλίου έφυγε και πήγε να ενωθεί με τις δυνάμεις του Καρατάσου, ο οποίος κατευθυνόταν προς το Άγιο Όρος.

Οι κάτοικοι του απροστάτευτου πια Πολύγυρου, θέλοντας να υποδυθούν ότι δεν είχαν ανακατευθεί στο κίνημα, ενημέρωσαν τους Τούρκους για την αποχώρηση του σώματος. Οι Τούρκοι έφτασαν στον Πολύγυρο υπό την αρχηγία των Χασάν Αγά και Μαχμούτ Μπέη στις 22 Απριλίου. Οι τριάντα πρόκριτοι του Πολύγυρου τους συνάντησαν στη θέση Λιβάδι και εκεί οι Τούρκοι τους περικύκλωσαν και σκότωσαν όλους τους προκρίτους, εκτός τριών, δύο από τους οποίους προσποιήθηκαν τους ημιονηγούς και τον Γ. Ν. Σφύρη, ο οποίος αρχικά διέφυγε, για να συλληφθεί και να εκτελεστεί μετά από δύο ημέρες. Η σφαγή αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και τελικά οι πρωταίτιοι της σφαγής Χασάν Αγάς και Μαχμούτ Μπέης στάλθηκαν στην εξορία. Ένα ηρώο κατασκευάστηκε στη θέση της σφαγής το 1930.

Κατά την διοικητική μεταρρύθμιση του 1871, δημιουργήθηκε ο καζάς της Κασσάνδρας, με τον Πολύγυρο να ορίζεται πρωτεύουσά του. Το 1878 άρχισε και οργανώνεται νέα επανάσταση, όμως οι Τούρκοι, έχοντας ενημερωθεί για τις κινήσεις, κήρυξαν στρατιωτικό νόμο στον Καζά Κασσάνδρας τις 5 Ιανουαρίου 1878 και τοποθετήθηκαν στην Χαλκιδική αυτοκρατορικά στρατεύματα. Πολλά μέλη των επαναστατικών επιτροπών που είχαν δημιουργηθεί συνελήφθησαν, ανάμεσά τους και ο Πολυγυρινός Νικόλαος Χατζηαναγνώστου ή Συκιώτης, ο οποίος εξορίστηκε στη Μικρά Ασία για τέσσερα χρόνια.

Ο Πολύγυρος τα νεότερα χρόνια

Τελικά, έπειτα από 482 χρόνια οθωμανικής κατοχής, ο Πολύγυρος απελευθερώνεται στις 2 Νοεμβρίου του 1912 από τον ελληνικό στρατό και άμεσα ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος. Όμως, τα πρώτα χρόνια της ελληνικής κυριαρχίας σημαδεύτηκαν από έντονα παράπονα από τους κατοίκους της Χαλκιδικής λόγω των προβλημάτων που δεν είχαν επιλυθεί, με κυριότερο το συγκοινωνιακό, καθώς αμαξιτός δρόμος έφτανε πριν το 1915 μέχρι τα Βασιλικά και έπειτα μέχρι τη Γαλάτιστα, ενώ εξακολουθούσε να υφίσταται η δράση ληστών. Ο αμαξιτός δρόμος έφτασε στον Πολύγυρο το 1935.

Το 1916, μετά τη δημιουργία του κινήματος Εθνικής Αμύνης, ο λοχαγός Γεώργιος Κονδύλης έφτασε στη Χαλκιδική για να καταστείλει το φιλοβασιλικό κίνημα. Κατά τη διάρκεια των διενέξεων στον Πολύγυρο, απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Συνάπαλος, εκτελέστηκαν τέσσερις στο εξωκλήσι του Αγίου Βλάσση και σε μάχες εναντίων του στρατού Εθνικής Αμύνης σκοτώθηκαν δύο Πολυγυρινοί. Ακολούθησε αποκλεισμός της Χαλκιδικής, με αποτέλεσμα να παρατηρηθούν ελλείψεις τροφίμων. Τον Αύγουστο του 1918 στην περιοχή σημειώθηκε πυρκαγιά η οποία έφτασε μέχρι τις παρυφές του Πολύγυρου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ιδρύθηκε η Φιλοδασική Ένωση Πολύγυρου, η οποία δημιούργησε δύο πάρκα, το πάρκο της Φιλοδασικής και το πάρκο των Έξι Βρυσών. Το 1925 στο πάρκο της Φιλοδασικής κτίστηκε το παλιό γυμνάσιο, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1969, όταν και κατεδαφίστηκε. Τη δεκαετία του 1930 τέθηκε θέμα μεταφοράς της πρωτεύουσας του νομού από τον Πολύγυρο στα Νέα Μουδανιά, οδηγώντας σε αντιπαλότητα ανάμεσα τους δύο οικισμούς. Από τον ισχυρό σεισμό που σημειώθηκε στη Ιερισσό τις 26 Σεπτεμβρίου 1932 στον Πολύγυρο σημειώθηκαν συγκριτικά περιορισμένες ζημιές. Κατά τη διάρκεια της γερμανοβουλγαρικής κατοχής στον Πολύγυρο σημειώθηκαν καταστροφές, όπως η πυρπόληση του δημοτικού σχολείου το 1945, ενώ εκτελέστηκαν έξι Πολυγυρινοί.

Τη δεκαετία του 1960 στον Πολύγυρο κατασκευάζεται τουριστικό περίπτερο στις Έξι Βρύσες, όπου διαμορφώνεται πλατεία, κτίζεται το κτίριο του ΟΤΕ και το Εθνικό Στάδιο, ενώ αργότερα, στα κτήματα που παραχώρησε ο δήμαρχος του Πολύγυρου Αθανάσιος Καραγκάνης κτίζεται το νοσοκομείο του Πολύγυρου.

Πηγή: https://www.halkidiki.com/poligiros/index_g

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πολύγυρος

Το Άγιον Όρος

Το Άγιον Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, που βρίσκεται στη χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στη Μακεδονία. Περιλαμβάνει τις είκοσι Ιερές Μονές, τα εξαρτήματά τους και διάφορα καταστήματα και υπηρεσίες. Ανεπίσημα χαρακτηρίζεται ως «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία». Από το 1988 συγκαταλέγεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Η Σημαία του Αγίου Όρους
Η Σημαία του Αγίου Όρους

Η γεωγραφία του Αγίου όρους

Η χερσόνησος του Άθω είναι η ανατολικότερη και τραχύτερη των τριών επιμέρους παράλληλων χερσονήσων (Κασσάνδρας ή Παλλήνης, Λόγκου ή Σιθωνίας -κεντρική, και Άθω ή Αγίου Όρους) που απαρτίζουν την χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η χερσόνησος αυτή καλύπτεται από το όρος Άθω, ύψους 2033μ., εξ ου και το όνομά της, καταλήγει δε στο ακρωτήριο Νυμφαίο ή Ακρόθωον. Στερείται ποταμών και λιμνών. Συνδέεται με τη Χαλκιδική με τον στενό ισθμό του Ξέρξη, χαμηλή λωρίδα γης, μήκους 2 χλμ., ιστορικό από τους Περσικούς πολέμους το 480 π.Χ.. Μεταξύ της χερσονήσου του Άθω και της Σιθωνίας ή Λόγκου σχηματίζεται ο Σιγγιτικός ή κόλπος Αγίου Όρους, ενώ ΒΑ ο κόλπος της Ιερισσού.Λίγα μίλια ΝΑ του Άθω βρίσκεται το μεγαλύτερο βάραθρο του Αιγαίου που από τα 80μ βάθος, απότομα φθάνει τα 1070μ.

Το όνομα του Αγίου όρους

Την πρώτη ονομασία και μετονομασία τη συναντούμε στον Βίο των μαρτύρων της Τιβεριούπολις του Θεοφύλακτου Αχρίδος, όπου διαβάζουμε: «τὸ πάλαι μὲν ἱερόν, νῦν δὲ ἃγιον ὃρος λεγόμενον καταλαμβάνει». Κατά το θεωρούμενο πρώτο Τυπικό που επικύρωσε ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, ο Άθως καλείται απλώς «Όρος». Ίσως αυτή να ήταν η συνήθης τότε ονομασία του χώρου.

Η επικράτηση όμως του ονόματος «Άγιον Όρος» φαίνεται να έγινε κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, συγκεκριμένα σε χρυσόβουλο έγγραφο του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού προς την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας το 1144, η οποία αναγνωρίζεται οριστικά και επίσημα και επιβάλλεται το νέο όνομα όπως αναγράφεται σε αυτό: «Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων». Σε μεταγενέστερα αυτοκρατορικά και άλλα έγγραφα αναφέρεται ως «Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Η Ιστορία του Αγίου Όρους

Μύθοι και αρχαϊκή περίοδος

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το όρος Άθως συνδέεται με τη γιγαντομαχία μεταξύ των Γιγάντων και των ολύμπιων θεών, ηγέτης των πρώτων ήταν ο Άθως. Ο Άθως πέταξε από τη Θράκη έναν τεράστιο βράχο εναντίον του Ποσειδώνα, αλλά αστόχησε και ο βράχος έπεσε στη θάλασσα, δημιουργώντας το όρος, στο οποίο δόθηκε το όνομά του.

Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο θεός Απόλλωνας ερωτεύτηκε τη Δάφνη, κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας. Η Δάφνη, προκειμένου να κρατηθεί αγνή, βρήκε καταφύγιο στον κύριο λιμένα του Άθωνα, δίνοντας έτσι το όνομά της σε αυτόν. Από αυτόν το μύθο φαίνεται ότι από τους αρχαίους χρόνους η περιοχή συνδέθηκε με τον αγώνα κατά της σάρκας.

Οι αρχαίοι γεωγράφοι αναφέρουν δέκα πόλεις στη χερσόνησο: Δίον, Θύσσος, Κλεωναί, Ακρόθωοι, Χαράδρια, Παλαιώριον, Σάνη, Ολόφυξος, Απολλωνία, Ουρανούπολις. Κατά τον 5ο π.Χ. αι. υπήρχαν διάφορα προελληνικά φύλα στην περιοχή. Σημαντικά ιστορικά γεγονότα συνδέονται με την περιοχή: Κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων ο Άθως αναφέρεται για πρώτη φορά σχετικά με την περσική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου το 493 π.Χ.. Πλέοντας γύρω από τη χερσόνησο, ο περσικός στόλος συνάντησε κακοκαιρία και υπέστη φοβερή καταστροφή. Κατ´αυτό τον τρόπο η αποπειραθείσα εισβολή ματαιώθηκε.

Δέκα έτη αργότερα ο Ξέρξης επανέλαβε την αποστολή, αλλά προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος νέας καταστροφής έσκαψε κανάλι στον στενό λαιμό της χερσονήσου: η διώρυγα ανοίχθηκε στο βόρειο μέρος της χερσονήσου, στη σημερινή θέση Πρόβλακα, κοντά στο χωριό Νέα Ρόδα, με μήκος 1,5 μίλι, πλάτος 65-100 πόδια και βάθος 6-10 πόδια. Επίσης ο κόλπος του Αγίου Όρους συνδέεται και με την απώλεια του στόλου του Σπαρτιάτη Επικλέους στα 411 π.Χ..

Το Άγιον όρος υπάγεται στο Βασίλειο των Μακεδόνων

Το 368 π.Χ. η χερσόνησος και οι πόλεις της έγιναν μέρος του κράτους του Φιλίππου Β΄. Μερικά έτη αργότερα ο γιος του Αλέξανδρος ο Μέγας έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας. Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο ένας αρχιτέκτονας, ο Δεινοκράτης, πρότεινε στον Αλέξανδρο να μετασχηματίσει το βουνό και όλη τη χερσόνησο σε τεράστιο άγαλμα, που θα απεικόνιζε τον Αλέξανδρο να κρατά μια πυκνοκατοικημένη πόλη στο χέρι του. Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι ήταν αρκετή για το Όρος η ανάμνηση της αλαζονείας του Πέρση βασιλιά.

Πρώτα σημάδια μοναστικού βίου στο Άγιον Όρος

Το πότε ακριβώς διαδόθηκε ο Χριστιανισμός στον Άθω δεν είναι γνωστό. Κατά μία ρωσική παράδοση φέρεται η ίδια η Θεοτόκος να εμφανίζεται στην περιοχή και οι κάτοικοι να ασπάζονται τον Χριστιανισμό. Συγκεκριμένα η Θεοτόκος μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη παραπλέοντας τον Άθω, πηγαίνοντας στην Κύπρο για να επισκεφθούν τον Λάζαρο, λόγω φοβερής θαλασσοταραχής αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή των Ιβήρων. Εκεί η Θεοτόκος θαυμάζοντας το χώρο ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν καί παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι». Έτσι το Άγιο Όρος καθιερώθηκε να λέγεται ως «κλήρος και περιβόλι της Παναγιάς». Επίσης παραδίδεται παράδοση κατά την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε στον Άθω πλείστους ναούς. Από την έρευνα όμως ουδέν θετικό επ’ αυτής μαρτυρείται. Βέβαιο όμως είναι από κείμενα ότι κατά τον Δ’ αιώνα υπήρχαν χριστιανοί, τα ίχνη και η τύχη των οποίων όμως παραμένουν άγνωστα. Είναι πιθανό ότι μεμονωμένοι ερημίτες ασκήτεψαν στον Άθωνα κατά τη διάρκεια του τέταρτου και πέμπτου αιώνα εφόσον ευσταθεί ότι οι μονές χτίστηκαν από τον πρώτο αυτοκράτορα, ενώ ήταν πολυάριθμοι κατά τον ένατο αιώνα, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για οργάνωση σε μοναστηριακές κοινότητες.

Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μοναχοί από τον Άθωνα παρευρέθηκαν στη Σύνοδο που οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη  για την αποκατάσταση των εικόνων το 843. Επίσης κατά το 2ο ήμισυ του Θ’ αιώνα ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε, στο βόρειο τμήμα, τη λεγόμενη Μεγάλη Βίγλα, το πρώτο Μοναστήρι. Τότε και ορίσθηκαν τα σύνορα του Άθω και απαγορεύτηκε η είσοδος σε αυτόν των λαϊκών, μη εξαιρουμένων και των ποιμένων. Έτσι ο Άθως άρχισε να αποτελεί αποκλειστικό τόπο ασκητών και «οικητήριο βίου Αγίου».

Ανεξάρτητα όμως των παραπάνω, από ιστορικής άποψης, τρεις υπήρξαν οι κύριοι λόγοι της ανάπτυξης του μοναχισμού του Αγίου Όρους.

  1. Η προηγούμενη διάλυση των αρχαίων πόλεων, με συνέπεια όλος ο χώρος να είναι κενός και επομένως κατάλληλος για ασκητές.
  2. Η εξάπλωση των εχθρών των Βυζαντινών στις ανατολικές περιοχές, όπου και κατέστρεψαν τα παλαιότερα εκεί μοναστήρια.
  3. Η εικονομαχία που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη, ένεκα της οποίας πολλοί μοναχοί αναζήτησαν κάποιο νέο χώρο ως «καταφύγιο».

Με δεδομένα αυτά συμπεραίνεται πλέον ασφαλώς ότι ο μοναχισμός του Αγίου Όρους άρχισε περί τον 8ο αιώνα, ενώ από τον επόμενο αιώνα το Άγιο Όρος αποτελεί πλέον και ιστορικά το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της εποχής και όλων των μετέπειτα εποχών.

Ιστορικά η αρχή της αθωνικής μοναστικής ζωής συμπίπτει με τη Σύνοδο του 843 που συγκάλεσε η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα για την αναστήλωση των ιερών εικόνων επί Πατριάρχου Μεθοδίου Α΄, και ειδικότερα με την άφιξη στον Άθωνα δύο μεγάλων προσωπικοτήτων. Πρώτος ησυχαστής αναφέρεται ο Πέτρος ο Αθωνίτης, του οποίου η άφιξη μπορεί να τοποθετηθεί στο τέλος του Ζ’ αιώνα, ενώ ο δεύτερος είναι ο Ευθύμιος ο Νέος, ο οποίος ήρθε στο Όρος από τη Θεσσαλονίκη περί το 860. Οι δύο αυτοί άνδρες, αν και περίπου σύγχρονοι, εκπροσωπούσαν διαφορετικές ασκητικές τάσεις μοναχισμού: ο μεν πρώτος του λεγόμενου «ερημιτισμού» και ο δεύτερος του λεγόμενου «λαυριωτισμού». Τέλος με χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α’ το 885 ο Άθως ορίσθηκε ως αποκλειστικός τόπος διαμονής ασκητών αποκλειομένων οποιονδήποτε άλλων κοσμικών, ακόμα και ποιμένων ή γεωργών.

Έτσι ο αγιορείτικος μοναχισμός άρχισε να αναπτύσσεται όπως και στα παλαιότερα κέντρα του στην Ανατολή περνώντας από τρία στάδια: του ασκητικού, του κοινοτικού και του κοινοβιακού μέσα σε σύντομο διάστημα. Οι πρώτοι ερημίτες μοναχοί εγκαταστάθηκαν στην αρχή της χερσονήσου όπου το έδαφος ήταν ομαλό, λόγω όμως των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών άρχισαν σιγά σιγά να μεταφέρονται σε τελείως απρόσιτες περιοχές μέσα στη χερσόνησο. Στη συνέχεια οι μοναχοί εκείνοι συγκεντρώθηκαν στις λεγόμενες «λαύρες» (οργανωμένες ομάδες), όπως εκείνες παλαιότερα της Παλαιστίνης. Από αυτές δύο έμειναν γνωστές, εκείνη του Κλήμεντος, κοντά στη σημερινή Μονή Ιβήρων, και η λεγόμενη «Καθέδρα των Γερόντων» επί του υψώματος «Ζυγός» που ήταν και η σπουδαιότερη. Επίσης πολλών παλαιών ασκητικών συνοικισμών και ασκητηρίων διατηρήθηκε η μνήμη όπως και το «Αθωνικόν Πρωτάτον» (αρχαιότατος μοναστικός οικισμός του Αγίου Όρους).

Η οργάνωση των Μονών του Αγίου Όρους

Η πλησιέστερη επισκοπική έδρα ήταν αυτή της Ιερισσού και ο οικείος  Επίσκοπος απαίτησε να έχει στη δικαιοδοσία του τους μοναχούς της χερσονήσου. Στα 985 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος με χρυσόβουλλο απάλλαξε τους ερημίτες από τη δικαιοδοσία της Μονής Αγίου Ιωάννου του Κολοβού, που βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό, και παραχώρησε τον Άθωνα ως ιδιοκτησία τους.

Σύντομα, το παλαιότερο των κυρίαρχων μοναστηριών, η Ιερά Μονή του Ξηροποτάμου, χτίστηκε και εισήλθε υπό το μοναχικό τυπικό του Αγίου Βασιλείου. Σαρακηνοί πειρατές παρενοχλούσαν τους μοναχούς τον ένατο και δέκατο αιώνα, αλλά η αυτοκρατορική γενναιοδωρία ήρθε πάντα στην ενίσχυση αυτών των εσωτερικών «Αγίων Τόπων» των Ελλήνων.

Η περίοδος ακμής του Αγίου Όρους

Την βυζαντινή περίοδο και με σιγίλιο του Βασιλείου Α’ το 883 παραχωρήθηκε το προνόμιο, μαζί με άλλα, της διοικητικής αυτοδιοίκησης και ο Λέων ΣΤ’ αναγνώρισε την ανεξαρτησία του όρους το 908.

Με τη βοήθεια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 1046, ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042 – 1054) ρύθμισε την εσωτερική διακυβέρνηση των μοναστηριών, τη διαχείριση των ακινήτων τους και την εμπορική δραστηριότητά τους. Από το αυτοκρατορικό έγγραφο (Δεύτερο Τυπικόν) που εξέδωσε, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στη χερσόνησο, απαγόρευση τόσο αυστηρή, ώστε από τότε ακόμη και ο Τούρκος αγάς ή ο ανώτερος υπάλληλος, που κατοικούσαν στις Καρυές, δεν έπαιρναν μαζί τους το χαρέμι τους.

Γύρω στο 1100 η Μεγίστη Λαύρα είχε 800 μοναχούς και σε όλο τον Άθωνα υπήρχαν 180 μοναστήρια. Αυτή την περίοδο μπήκε σε γενική χρήση ο όρος «Άγιον Όρος». Ο Αλέξιος Κομνηνός απάλλαξε τα μοναστήρια από τη φορολογία, τα ελευθέρωσε από την υποταγή στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τα τοποθέτησε κάτω από την άμεση προστασία του. Εξαρτήθηκαν, εντούτοις, από το γειτονικό επίσκοπο Ιερισσού για τη χειροτονία των ιερέων και των διακόνων τους.

Οι Σλάβοι επεδίωξαν να γίνουν αποδεκτοί στις νέες μονές και σε λίγο οι πρίγκιπές τους στη βαλκανική χερσόνησο ίδρυσαν ανεξάρτητα «καθίσματα» για τους Σλάβους μοναχούς. Κατ’ αυτό τον τρόπο προέκυψαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α’ (1081 – 1118) τα καθαρά σλαβικά μοναστήρια του Χιλανδαρίου και του Ζωγράφου. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες δεν έπαψαν ποτέ να φανερώνουν το ενδιαφέρον τους για τη μικρή μοναστική πολιτεία και ωφελήθηκαν ακόμη και πολιτικά από την καθολική εκτίμηση που η θρησκευτική αδελφότητα απολάμβανε σε όλο το Χριστιανικό κόσμο.

Η κοινωνικοοικονομική κατάστασή του Αγίου Όρους

Οι συνεχείς δωρεές,οι κρατικές επιχορηγήσεις και τα έσοδά τους συνεβαλαν στην απόκτηση εδαφικών εκτάσεων στην κεντρική και την υπόλοιπη Μακεδονία. Με το σύστημα των εκμισθώσεων οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης καλλιεργούνταν από παροίκους-ελεύθερους καλλιεργητές. Η ανάπτυξη όμως ιδιοκτησίας «προσέδωσε σ’ αυτές χαρακτηριστικά γνωρίσματα μεγαλοϊδιοκτητών δηλαδή απληστία και τάση αυξήσεως της περιουσίας τους σε βάρος ασθενέστερων». Σημαντικές ήταν οι κτήσεις των μονών της Λαύρας, του Χιλανδαρίου, Εσφιγμένου, Ξηροποτάμου, Αγίου Παύλου, Ιβήρων, Κουτλουμουσίου, Ξενοφώντος, Διονυσίου. Έτσι εκτός από υπολογίσιμη οικονομική δύναμη μεταβαλλόταν και σε υπολογίσιμη κοινωνική: τα πολυάριθμα άτομα-εκμισθωτές που χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια των κτημάτων τους ήταν σε κατάσταση εξάρτησης από αυτές και επομένως έστω και έμμεσα κοινωνικοποιούνταν η μεγάλη αθωνική μοναστική περιουσία.

Η Λατινική κυριαρχία στο Άγιον Όρος

Έναν αιώνα αργότερα, μετά την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), οι Λατίνοι Σταυροφόροι βασάνισαν, έκαψαν, έπνιξαν αλλά και κρέμασαν τους μοναχούς και προέβησαν σε καταστροφές των Μονών. Οι μοναχοί απευθύνθηκαν στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’, ο οποίος τους πήρε υπό την προστασία του και στις επιστολές του (ΧΙΙΙ, 40 XVI, 168) αποτίει φόρο τιμής στις μοναστικές αρετές τους. Εντούτοις, με την αποκατάσταση της βυζαντινής πολιτικής κυριαρχίας οι μοναχοί επέστρεψαν (1313) στην κανονική εξάρτησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το Άγιον Όρος τον 14ο αιώνα

Το 14ο αιώνα η Καταλανική Εταιρεία επέδραμε εναντίον του Άθωνα για δύο έτη (1307 – 1309), καταστρέφοντας ριζικά πολλά μοναστήρια, λεηλατώντας τους θησαυρούς τους και τρομοκρατώντας τους μοναχούς. Από τα 300 μοναστήρια που υπήρχαν στην αρχή του 14ου αιώνα, μόνο 35 αφέθηκαν.

Στα μέσα του αιώνα η Μακεδονία περιήλθε στα χέρια του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Δουσάν, ο οποίος επισκέφτηκε τη χερσόνησο και έδωσε σε πολλά από τα μοναστήρια την οικονομική ενίσχυσή του. Κατά το δέκατο τέταρτο αιώνα παρατηρούνται και οι μεγάλες ησυχαστικές έριδες, με κύριους πρωταγωνιστές τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και το Βαρλαάμ τον Καλαβρό, οι οποίες έφεραν αναταραχή στη μοναστική πολιτεία.

Ησυχαστικές έριδες στο Άγιον Όρος

Οι μοναχοί του Αγίου Όρους είχαν αποδεχτεί τον Ησυχασμό. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο το Σιναΐτη, ιδρυτή του ησυχαστικού κινήματος, οι μοναχοί θα μπορούσαν να δουν το «άκτιστο φως» του Θεού, το φως που έλαμψε στη Μεταμόρφωσή του Ιησού στο όρος Θαβώρ, εάν ήταν ενάρετοι και αφιερωμένοι αποκλειστικά στην προσευχή. Η πρακτική των ησυχαστών ήταν να επαναλαμβάνουν συνεχώς την επίκληση, τη λεγόμενη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Το ζήτημα του Ησυχασμού διαίρεσε τη βυζαντινή κοινωνία. Μερικοί τον αγκάλιασαν με θέρμη ενώ άλλοι τον απέρριψαν βίαια, κυρίως λόγω των υπερβολών μερικών φανατικών. Ο Ησυχασμός υποστηρίχθηκε επίσης από τους βυζαντινούς αριστοκράτες και επικράτησε τελικά σε τρεις Συνόδους (1341, 1347, 1351).

Οι προσπάθειες που έγιναν από το Βαρλαάμ και τον αυτοκράτορα  Ανδρόνικο Γ’ για να καταπολεμήσουν την κίνηση των Ησυχαστών και να περιορίσουν τη διάδοσή της ήταν ανεπιτυχείς. Τελικά μετά από τις αποφάσεις των Συνόδων που συνεκλήθησαν για αυτό το θέμα κατέπαυσαν οι ταραχές.

Η Παλαιολόγεια περίοδος του Αγίου Όρους

Αργότερα, οι αυτοκράτορες Παλαιολόγοι στην Κωνσταντινούπολη και οι Σλάβοι πρίγκιπες και ηγεμόνες της βαλκανικής χερσονήσου συνέχισαν να εμπλουτίζουν τα μοναστήρια του Άθωνα, τα οποία έλαβαν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού πλούτου τους κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας περιόδου.

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε επίσης από τις προσπάθειες της Μονής των Καρυών να εξασφαλίσει υπεροχή έναντι των άλλων μοναστηριών, τον τελικό αποκλεισμό του επισκόπου Ιερισσού από τη χερσόνησο, τις επιθέσεις από πειρατές όλων των ειδών, και την ίδρυση διάφορων νέων μοναστηριών: Σιμωνόπετρας, Κωνσταμονίτου, Αγίου Παύλου και Διονυσίου.

Η Οθωμανική κυριαρχία του Αγίου Όρους

Όταν το 1430 οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, οι μοναχοί προσέφεραν την υποταγή τους στο σουλτάνο Μουράτ Β΄, ο οποίος τους αναγνώρισε τα προηγούμενα αυτοκρατορικά προνόμια:

  • αναγνώριζε το επί Μεχμέτ Α’ παλαιότερο καθεστώς νομής των βακουφίων και των μουλκιών τους.
  • απαγόρευε στους μουσουλμάνους ή χριστιανούς να εισέρχονται στη χερσόνησο του Αγίου όρους και στα βακούφια των μοναστηριών έξω από αυτήν.
  • διέταζε την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων των μετοχίων τους με πλοία προς τό Άγιο Όρος
  • αναγνώριζε τα ισχύοντα παλαιότερα και για τις περιουσίες τους (χωριά, αμπέλια, κήποι,πρόβατα) στην ύπαιθρο της Θεσσαλονίκης και των Σερρών, ανανεώνοντας το καθεστώς φορολογικής ατέλειας που είχαν στα χρόνια του παππού του, του Μπαγιαζήτη Α’: διέταζε τους καδήδες και τους σουμπασήδες αυτών των βιλαετίων να μην εισπράττουν τίποτε από τις μοναστηριακές περιουσίες και να μην εισέρχονται σε αυτές οι εισπράκτορες του χαρατσίου
  • επιβεβαίωσε την απαλλαγή των μοναχών από τους έκτακτους φόρους.

Όμως το 1432/3 οι μοναστηριακές περιουσίες σε Θεσσαλονίκη και Σέρρες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε χάσιαζιαμέτια, τιμάρια, μούλκια και  βακούφια φόρους. Με μπεράτι του 1485 ο Μπαγιαζήτ Β’ ανανέωσε τα παλαιότερα μπεράτια του Μουράτ Β’ και του Μεχμέτ Β’ και σύμφωνα με αυτό,

  • διατηρούσαν τη νομή των εκκλησιών, των σπιτιών των αμπελιών, των μύλων και των χωραφιών τους στις επαρχίες των Σερρών και της Θεσσαλονίκης.
  • Κανείς δεν μπορούσε να τους αφαιρέσει τις περιουσίες τους.
  • Επίσης οι αξιωματούχοι όφειλαν να μην παραβιάζουν το σουλτανικό και εθμικό δίκαιο.

Υπήρξε περίοδος ακμής έως το 16ο αιώνα, οπότε η οικονομική θέση των μοναστηριών χειροτέρεψε λόγω των δυσβάστακτων φόρων που επιβλήθηκαν από τους Οθωμανούς. Οι μοναχοί δεν μπορούσαν να κατοικήσουν πλέον εκεί και το Όρος σχεδόν εγκαταλείφθηκε. Επέζησε μόνο χάρη στην ενίσχυση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πρόσφερε υλική και ηθική υποστήριξη. Κάποια οικονομική ενίσχυση δόθηκε από τους κυβερνήτες των χωρών του Βορρά, ιδιαίτερα τις ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας αλλά και από τους απλούς ορθοδόξους.

Η Ακαδημία του Αγίου Όρους

Τα μοναστήρια βρίσκονταν σε άθλια οικονομική κατάσταση το 18ο αιώνα. Αλλά παρά την ένδειά τους, μια κίνηση προέκυψε για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή του Άθωνα. Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Ακαδημία του Αγίου Όρους ιδρύθηκε σε ένα κτήριο κοντά στη Μονή του Βατοπεδίου. Σκοπός της ήταν οι σπουδαστές να διδάσκονται θεολογία, φιλοσοφία και λογική. Τα πρώτα έτη, όταν ο διαφωτιστής κληρικός Ευγένιος Βούλγαρης ήταν διευθυντής, η Ακαδημία προσέλκυσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη. Αλλά όταν ο Βούλγαρης παραιτήθηκε, περιήλθε σε μαρασμό και έκλεισε το 1799. Επανιδρύθηκε τέλη του 18ου αιώνα και έκτοτε λειτουργεί κανονικά. Παλαιότερα διέθετε:

  • Δημοτική Εκπαίδευση
  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση
  • Μεταλυκειακή Εκπαίδευση

Σήμερα Διαθέτει:

  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση

Το Άγιον Όρος στη Επανάσταση του 1821

Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821 το Άγιο Όρος λειτούργησε ως άσυλο όπου κατέφυγαν πολλές οικογένειες, ενώ οι Μονές συνέδραμαν τον αγώνα με χρήματα, τρόφιμα και πολεμοφόδια. Περίπου 800 μοναχοί οπλίστηκαν και υπό τον Εμμανουήλ Παπά των Σερρών, μαζί και με κοσμικούς στρατιωτικούς, προσέβαλαν διάφορες θέσεις Τούρκων στη Θεσσαλονίκη και την Κασσάνδρα. Στις περιοχές εκείνες είχαν συγκεντρωθεί περί τις 50.000 Οθωμανών, εκ των οποίων σκοτώθηκαν πάνω από 20.000 από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1821. Όμως η Επανάσταση στην περιοχή κατεστάλη και πάνω από 40.000 Έλληνες σφαγιάσθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Τότε ακολούθησε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του Άθωνα. Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν μοναχούς, καθώς επίσης και τα γυναικόπαιδα που είχαν βρει εκεί καταφύγιο, κατέστρεψαν το τυπογραφείο των Μονών, λεηλάτησαν όσους θησαυρούς μπόρεσαν να βρούν και χρησιμοποίησαν ανεκτίμητα χειρόγραφα για να κατασκευάσουν φυσίγγια.

Το Άγιον όρος εντάσσεται στο ελληνικό κράτος

Το αυτόνομο καθεστώς του Αγίου Όρους αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά διεθνώς πριν την αναγνώριση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στη Χαλκιδική, με τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878. Αυτή η συνθήκη προέβλεπε ότι «οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούν τις κτήσεις και τα πρότερα πλεονεκτήματά τους και χωρίς καμία εξαίρεση απολαύουν απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων». Στα τέλη του 19ου αιώνα, βάσει εγγράφου εβρισκόμενου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους με τίτλο  Κατάστασιν των Μονών του Αγίου Όρους ο συνολικός αριθμός των μοναχών ανερχόταν σε 4.046 και διέμεναν 1465 λαϊκοί. Το Άγιο Όρος απελευθερώθηκε από το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Συγκεκριμένα στις 2 Νοεμβρίου 1912 κατέπλευσαν και αγκυροβόλησαν στον όρμο της Δάφνης η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, το Θωρηκτό «Αβέρωφ», με το αντιτορπιλικό «Θύελλα» και τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» υπό τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπανών των Ιερών Μονών που αντελήφθησαν την προσόρμιση του ελληνικού στόλου. Αποβιβάσθηκε άγημα, ο επικεφαλής του οποίου αξιωματικός «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων», επικύρωσε την αποβατική ενέργεια χαρακτηρίζοντας τον καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και την εκεί μικρή οθωμανική δύναμη ως αιχμαλώτους πολέμου «άνευ πολεμικής τινός ενέργειας», οπότε και υψώθηκε η Ελληνική Σημαία.

Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, πλην της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, με την οποία διαπιστωνόταν η κατάλυση των οθωμανικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912. Εκείνη την περίοδο εννέα με δέκα χιλιάδες μοναχών κατοικούσαν εκεί.

Το ελληνικό κράτος κύρωσε με το Ν.Δ. 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος άρχισε να ισχύει το 1927 μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος, οπότε και για πρώτη φορά επισημοποιήθηκε η συνταγματική προστασία του καθεστώτος αυτοδιοίκησης του Αγίου Όρους.

Η Γερμανική Κατοχή του Αγίου Όρους

Όταν εκδηλώθηκε ο Ελληνοιταλικός πόλεμος η μοναστική κοινότητα του Άθω δεν αδιαφόρησε . Μάλιστα οι νεώτεροι μοναχοί μετέβησαν στις Καρυές προκειμένου να λάβουν φύλλο πορείας για το μέτωπο. Όμως το Ελληνικό κράτος αρνήθηκε τη συμμετοχή εθελοντών στον πόλεμο ιδιαίτερα αν αυτοί ήταν κληρικοί ή μοναχοί. Επίσης οι μονές διέθεσαν το υποζύγιά τους χωρίς αποζημίωση, ενώ διοργάνωσαν και εράνους σε είδη και χρήματα για την βοήθεια του Ελληνικού στρατού. Σε όλη αυτήν την κινητοποίηση έμειναν ουδέτεροι οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι μοναχοί. Η προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος ανησύχησε τους μοναχούς: ο Διοικητής του Αγίου Όρους πρότεινε τη διαφυγή των χειρογράφων και των λοιπών κειμηλίων των μονών καθώς και τη φυγάδευση όσων μοναχών είχαν αναπτύξει αντιστασιακή δράση, εκτός Αγίου Όρους, στην Αθήνα ή τα νησιά του Αιγαίου. Τελικά πολλές μονές τα έκρυψαν τα κειμήλια σε κατακόμβες. Με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης οι πολιτικές και αστυνομικές αρχές του Άθω περιήλθαν σε κατάσταση πανικού. Στις Καρυές συνήλθε η Ιερά Κοινότητα και συγκρότησε πολιτοφυλακή από μοναχούς και λαϊκούς. Παράλληλα ελήφθησαν μέτρα ανακουφιστικά των Ελλήνων στρατιωτών που έφθαναν στην χερσόνησο του Άθω και βοηθήθηκαν να διαπεραιωθούν στα νησιά του Αιγαίου. Αρχικά οι Γερμανοί έφθαναν στο Άγιον Όρος κατά πολύ μικρές ομάδες στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του Απριλίου του 1941. Η επίσημη απόβαση έγινε στη Μονή Βατοπεδίου μια εβδομάδα αργότερα από τον Περιφερειακό Φρούραρχο Λαγκαδά με τη συνοδεία ενός ταγματάρχη κι ένοπλου αποσπάσματος. Την επόμενη ημέρα μετέβησαν στις Καρυές.

Η στάση των Γερμανών

Πράγματι ούτε Γερμανικό φρουραρχείο λειτούργησε ούτε στάθμευε μόνιμα στρατιωτικό απόσπασμα στο Άγιον Όρος. Υπαγόταν στο περιφερειακό φρουραρχείο Λαγκαδά. Λόγω καταγγελιών βουλγάρων μοναχών, ό,τι κρύβονταν πολεμικό υλικό ή αντάρτες ή άγγλοι ή πως τροφοδοτούνταν αγγλικά υποβρύχια από τις μονές, έφτασαν ορισμένες φορές για ανακρίσεις και έρευνες Γερμανοί στην περιοχή. Επίσης οι Γερμανοί απέτρεψαν απόπειρα των Βουλγάρων να φτάσουν τον Μάιο του 1941 στο Άθω, κατορθώνοντας να πάνε μέχρι την Ιερισσό απ’ όπου και διώχθηκαν από τους Γερμανούς.

Η άφιξη Γερμανών επιστημόνων

Τον Ιούνιο του 1941 φθάνει στο Άθω μικτή αποστολή από Γερμανούς αξιωματικούς και επιστήμονες επικεφαλής της οποίας ήταν ο Γερμανός βυζαντινολόγος Φραντζ Ντόλγκερ – παλιός γνώριμος των μοναχών του Αγίου όρους από παλιότερες εκεί επισκέψεις – του πανεπιστημίου του Μονάχου, με σκοπό τη μελέτη και φωτογράφηση εγγράφων και χειρογράφων που βρίσκονταν στις βιβλιοθήκες του Αγίου όρους. Οι μοναχοί προετοιμάστηκαν με συστατικές επιστολές που τους απέστειλαν οι Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος, Γεννάδειος Θεσσαλονίκης και άλλοι. Στην πραγματικότητα η αποστολή αυτή είχε οργανωθεί από τον Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg fur die besetzten Gebiete. Η επιστημονική αυτή ομάδα έφτασε στις 15 Ιουνίου του 1941 και πραγματοποίησε στη διάρκεια της επίσκεψής της 1900 φωτογραφικές λήψεις χειρογράφων, μικρογραφιών, εικόνων και άλλων κειμηλίων. Η επίσκεψη αυτή δεν άφησε αδιάφορη την κυβέρνηση και ο Τσολάκογλου με απόρρητο έγγραφό του εφιστούσε την προσοχή στον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας για τη διαφύλαξη των αγιορείτικων θησαυρών. Το φθινόπωρο του 1943 ο Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg αποπειράθηκε να κλέψει τους θησαυρούς – πιθανώς ερήμην του Φραντζ Ντόλγκερ – κάτι που στο τέλος αποτράπηκε, άγνωστο από ποιούς.

Η κατάσταση των μοναχών κατά τη Γερμανική κατοχή

Η μοναστική κοινότητα του Αγίου όρους αριθμούσε περί τους 3855 μοναχούς τον Σεπτέμβριο του 1942: 2812 Έλληνες και 1043 αλλοεθνείς, δηλαδή 712 Ρώσοι, 150 Ρουμάνοι, 108 Βούλγαροι και 73 Σέρβοι. Ιδιαίτερα προβλήματα επισιτισμού αντιμετώπιζε κάτι που εκμεταλλευόταν η Βουλγαρική προπαγάνδα που παρείχε τρόφιμα και επεδίωκε τον προσεταιρισμό τους. Με παρέμβαση του Υπουργείου των Εσωτερικών της Κατοχικής Κυβέρνησης προς το Υπουργείο Επισιτισμού εστάλησαν τρόφιμα (115 τόνοι σιτάρι σε δύο φάσεις).

Η στάση των αλλοεθνών μοναχών

Οι Βούλγαροι μοναχοί ενισχύθηκαν οικονομικά από το Βουλγαρικό κράτος, ενώ η μονή τους, η Ζωγράφου, έσπευσε να υψώσει Βουλγαρική σημαία και προπαγάνδιζε υπέρ των Βουλγαρικών θέσεων προβαίνοντας στις πιο κάτω ενέργειες: διανομή βουλγαρικών αλφαβηταρίων στους Έλληνες εργάτες που δούλευαν στην μονή, απόμακρυνσή τους στη συνέχεια και πρόσκληση βουλγαρόφωνων από την Φλώρινα για να εργαστούν στην μονή, συνεργασία με Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης, διανομή τροφίμων σε άλλους μοναχούς με σκοπό τον προσεταιρισμό τους, επαφές με Βούλγαρους ανώτατους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη. Το ζήτημα της δράσης των Βουλγάρων πρακτόρων προκάλεσε περιπλοκές στις σχέσεις μεταξύ του πολιτικού διοικητή Κορφιατάκη και του Διοικητή της χωροφυλακής Πάλμου, καθώς ο πρώτος ζητούσε να μην ανανεώνονται οι άδειες εισόδου σε ύποπτα άτομα και να απομακρυνθούν άλλα και ο δεύτερος έκρινε πως αν εφαρμοζόταν ένα τέτοιο μέτρο θα έπληττε και άσχετα με τη βουλγαρική προπαγάνδα άτομα. Η Ιερά Σύναξη του αγίου όρους διαφώνησε κι αυτή διότι ήταν δική της αρμοδιότητα η απέλαση προσώπων ενώ αν απομακρυνόταν κάποιος Βούλγαρος θα θεωρείτο ως απόπειρα καταδίωξής τους. Τελικά ο Πάλμος καταγγέλθηκε για ολιγωρία και απομακρύνθηκε. Βούλγαροι και Ρώσοι μοναχοί ήθελαν τη διεθνοποίηση του Αγίου Όρους και την με κάθε τρόπο απαλλαγή από την Ελληνική διοίκηση. Την πρόταση αυτή συνυπέβαλαν Ρώσοι και Βούλγαροι στη Σόφια τον Μάιο του 1941 και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στην Ιερά Σύναξη του Αγίου όρους η οποία και απορρίφθηκε χωρίς να βρει σύμμαχους τους Σέρβους μοναχούς.

Ο εορτασμός των 1.000 ετών του Αγίου Όρους

Στις 17 Απριλίου του 1963 το πολεμικό σκάφος Ασπίς μετέφερε από το Πρωτάτο του Αγίου Όρους στον Πειραιά την ιστορική εικόνα της Παναγίας με το βρέφος, γνωστή ως Άξιον Εστί. Η εικόνα το βράδυ της ιδίας ημέρας έφτασε εν πομπή στη Μητρόπολη των Αθηνών, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Ήταν το προοίμιο των εορτασμών για την χιλιετηρίδα του Αγίου Όρους. Σε προσφώνησή του κατά την τελετή στη Μητρόπολη ο δήμαρχος Αθηναίων Άγγελος Τσουκαλάς τόνισε ότι «συμβολισμόν βαθύτατον περικλείει η παρουσία της σεπτής εικόνας διότι ο κόσμος διέρχεται σήμερον δραματικάς στιγμάς και σείονται τα θεμέλια των κοινωνιών υπό τα πλήγματα της ανηθικότητος και του μίσους». Τα προεόρτια έληξαν στις 24 Απριλίου, αφού εν τω μεταξύ ο βασιλιάς Παύλος στις 21 Απριλίου προσκύνησε την εικόνα. Η ξαφνική ασθένεια του Παύλου στις 19 Μαΐου επέφερε αναβολή των εορτασμών κατά ένα μήνα. Η απόφαση αυτή της κυβερνήσεως ελήφθη έπειτα από έντονους φραστικούς διαπληκτισμούς του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη  βασίλισσα Φρειδερίκη και τον Κωνσταντίνο, καθώς η βασίλισσα επέμενε ότι θα έπρεπε να αναβληθούν οι εορτασμοί για να μπορέσει να παραστεί ο βασιλιάς, ενώ ο Καραμανλής θεώρησε τούτο δυσχερές. Εν τέλει, οι εορτασμοί αναβλήθηκαν για τις 22-25 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου έφτασε με τρένο στην Αλεξανδρούπολη ο Οικουμενικός  Πατριάρχης Αθηναγόρας, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές. Τις επόμενες ημέρες έφτασαν στον Πειραιά αντιπροσωπείες και άλλων Εκκλησιών όπως της κοπτικής και κατευθύνθηκαν ατμοπλοϊκώς στον Άθω, όπου στις 23 Ιουνίου έφτασε ο Παύλος συνοδευόμενος από τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον πρίγκιπα Μιχαήλ. Ήταν το αποκορύφωμα των εορτασμών της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους. Πρώτη φορά έπειτα από πολλούς αιώνες συναντήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης με Πατριάρχη Ιεροσολύμων και Πατριάρχες βαλκανικών χωρών, όπως ο Βουλγαρίας Κύριλλος και ο Σερβίας Γερμανός. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας σε ομιλία του στον ιερό ναό του Πρωτάτου τόνισε: «Εορτάζομεν την πρώτην χρυσήν χιλιετηρίδα του αγιορειτικού μοναχισμού. Οι κατοικούντες σήμερον εις το Άγιον Όρος είναι οι συνεχισταί της γνησίας ορθοδόξου θρησκευτικής ζωής». Και πρόσθεσε ότι το Άγιον Όρος είναι «η κιβωτός του ακραιφνούς ορθοδόξου μοναχικού βίου και εάν οι άνθρωποι έδιδον μείζονα προσοχήν εις το σιωπηλόν μήνυμα του μοναχικού βίου, θα έζων εν ειρήνη». Με τη σειρά του ο βασιλιάς Παύλος, κατά το πρόγευμα που παρέθεσε η Ιερά Κοινότης, μίλησε και υπογράμμισε ότι οι καταπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης «ανανέωσαν και πάλιν εις την σκέψιν μας την θείαν αλήθειαν ότι ου επ’ άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος». Και συμπλήρωσε ότι «συχνή αύτη προς τον άνθρωπο υπόμνησις είναι αναγκαιοτάτη κατά τους παρόντας ιδία καιρούς, ότι η επιτευχθείσα ολική πρόοδος τυχόν παρερμηνευομένη, δυνατόν να προκαλέση εις την σκέψιν μας αισθήματα αυταρεσκείας και αυταρκείας έναντι του Θεού». Η 24η Ιουνίου ήταν η τελευταία ημέρα της βασιλικής παρουσίας στον Άθω. Ο Παύλος και ο Κωνσταντίνος μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και λοιπούς ιεράρχες έφτασαν στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγιναν δεκτοί «με χαρμοσύνους και πλήρεις μελωδικότητος κωδωνοκρουσίας των δεκατριών κωδώνων της Ιεράς Μονής, τους οποίους χειρίζονται θαυμασίως οι ειδικοί κωδωνοκρούσται μοναχοί».

Ιδιοκτησιακό καθεστώς

Από ιδιοκτησιακής άποψης το έδαφος της χερσονήσου του Άθω είναι αναπαλλοτρίωτο και κατανεμημένο μεταξύ των είκοσι Ιερών Μονών του (άρθρο 105 παρ. 2 εδ. α΄ Συντ.). Σε καθεμιά από τις είκοσι αυτές εδαφικές περιοχές υπάρχουν και άλλα μοναστικά ιδρύματα (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα και ησυχαστήρια), τα οποία αποτελούν εξαρτήματα των μονών. Επιπλέον, και η εκτός Αγίου Όρους ακίνητη περιουσία των μονών είναι «απολύτως αναπαλλοτρίωτος ως πράγμα θείω δικαίω» (άρθρο 181 Κ.Χ.Α.Ο.). Παρόλα αυτά με νόμο (Ν. 1198/1981), ο οποίος καθορίζει και τις λεπτομέρειες, έχει επιτραπεί η εκποίηση ή η ανταλλαγή ακινήτων των μονών που βρίσκονται εκτός Αγίου Όρους, μόνον όμως για λόγους προφανούς ωφέλειάς τους, όπως όταν πρόκειται για απρόσοδα ακίνητα ή όταν με το τίμημα αντιμετωπίζεται σοβαρή ανάγκη της μονής.

Απαγόρευση εγκαταβίωσης ετεροδόξων και σχισματικών

Σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 εδ. γ΄ «απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί». Ένα πρόβλημα το οποίο ακόμα δεν έχει επιλυθεί και σχετίζεται με την εν λόγω απαγόρευση είναι η παράνομη κατοχή των χώρων της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου και των εξαρτημάτων της από τη σχισματική τέως μοναστική αδελφότητα ήδη από τη δεκαετία του 1970.

Το Άγιον όρος και οι Διεθνείς συνθήκες

Σε διεθνές επίπεδο το Ελληνικό Κράτος έχει αναλάβει δεσμεύσεις έναντι των μη ελληνικών μονών και εξαρτημάτων του Αγίου Όρους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων (Σέβρες, 10 Αυγούστου 1920), η οποία κυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1923 «περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 311/30.10.1923), «η Ελλάς υποχρεούται να αναγνωρίση και διατηρήση τα εκ παραδόσεως δικαιώματα και τας ελευθερίας ων απολαύουσι αι μη ελληνικαί μοναστηριακαί κοινότητες του Αγίου Όρους κατά τας διατάξεις του άρθρου 62 της Βερολινείου Συνθήκης της 13 Ιουλίου 1878». Οι τελευταίες προέβλεπαν γενικότερα ότι η Υψηλή Πύλη αναλάμβανε να διατηρήσει την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας μεταξύ των υπηκόων της και ειδικότερα —για πρώτη φορά διεθνώς— ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούσαν τις πρότερες κτήσεις και πλεονεκτήματά τους και απολάμβαναν, χωρίς καμία εξαίρεση, πλήρη ισότητα δικαιωμάτων και προνομίων. Ευρωπαϊκής ΈνωσηςΤ

Το έδαφος το Αγίου Όρους —ως υπαγόμενο στην κυριαρχία του Ελληνικού κράτους— αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο ισχύει και εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης. Παρόλα αυτά έχουν προβλεφθεί αποκλίσεις σε σχέση με την εφαρμογή του στην περιοχή ήδη από την προσχώρηση της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

  • Κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Συνδιάσκεψης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ελλάδας εν όψει της υπογραφής της Συνθήκης προσχώρησης της τελευταίας στις πρώτες στις 28 Μαΐου 1979 στην Αθήνα, τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υιοθέτησαν κοινή δήλωση περί του Αγίου Όρους, η οποία προσαρτήθηκε στην εν λόγω Τελική Πράξη. Η κοινή δήλωση έχει ως εξής:

«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς το οποίο έχει παραχωρηθεί στο Άγιο Όρος, όπως τούτο είναι εγγυημένο από το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος, δικαιολογείται αποκλειστικά για λόγους πνευματικούς και θρησκευτικούς, η Κοινότης θα μεριμνήσει ώστε να ληφθούν υπ’ όψη οι λόγοι αυτοί κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τις τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές καθώς και το δικαίωμα εγκαταστάσεως.»

  • Επιπλέον, κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που υιοθέτησε τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στις 2 Οκτωβρίου 1997, υιοθετήθηκε δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη». Η Ελλάδα με τη σειρά της διατύπωσε την εξής δήλωση, την οποία και έλαβε υπ’ όψη της η Διάσκεψη:

«Σχετικά με τη δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η Ελλάδα υπενθυμίζει την κοινή δήλωση για το Άγιο Όρος που έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες».

  • Τέλος, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχώρησης της Ελλάδας στη ζώνη της Συμφωνίας του Σένγκεν (Συμφωνία του 1985 και Σύμβαση του 1990) στις 6 Νοεμβρίου 1992 στη Μαδρίτη, υιοθετήθηκε κοινή δήλωση σχετική με το Άγιον Όρος, η οποία έχει ως εξής:

«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους, δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα συμβαλλόμενα μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της Συμφωνίας του 1985 και της Συμβάσεως του 1990».

Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ την 1 Μαΐου 1999 και την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εν λόγω δήλωση λειτουργεί πλέον σε επίπεδο  δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο έδαφός της.

Διαμονητήριο στο Άγιον Όρος

Διαμονητήριο του 1978
Διαμονητήριο του 1978

Σύμφωνα με το άρθρο 176 του Κ.Χ.Α.Ο. «πας εισερχόμενος εν Αγίω Όρει, πλην των περιοίκων προσκυνητών, οφείλει να εμφανισθή τη Ιερά Επιστασία, όπως λάβη την άδειαν της επισκέψεως των μονών και εξαρτημάτων καθ’ όλου». Πρόκειται για την υποχρέωση εφοδιασμού οποιουδήποτε επιθυμεί να επισκεφθεί το Άγιο Όρος με την ειδική άδεια εισόδου, διαμονής και επισκέψεως, γνωστή ως διαμονητήριο, από τα γραφεία προσκυνητών της Ιεράς Επιστασίας στη Θεσσαλονίκη και την Ουρανούπολη Χαλκιδικής. Η αξία του ειδικού ενσήμου, το οποίο οφείλει να είναι επικολλημένο επί του διαμονητηρίου, προκειμένου αυτό να έχει ισχύ, είναι σήμερα €25,00 για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, €35,00 για τους ετερόδοξους Χριστιανούς και τους αλλόθρησκους και €10,00 για ειδικές κατηγορίες (όπως φοιτητές και οπλίτες).

Το Άβατο του Αγίου Όρους

Σύμφωνα με το άρθρο 186 του Κ.Χ.Α.Ο. «η εις την χερσόνησον του Αγίου Όρους είσοδος των θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται». Η απαγόρευση αυτή κυρώνεται και ποινικά με τη διάταξη του άρθρου 43β του Ν.Δ. της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 «περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους», το οποίο προστέθηκε με το Ν.Δ. 2623/1953 (ΦΕΚ Α΄ 268/28.9.1953)  και προβλέπει ότι «η παράβασις του άρθρου 186 του Καταστατικού Χάρτου επισύρει την ποινήν φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους». Ο περιορισμός αυτός έχει την πνευματική του βάση στην παρθενία των μοναχών και την αφιέρωση του Όρους στη Θεοτόκο. Ονομάζεται άβατον και ισχύει από την αρχή της σύστασης της ιδιόρρυθμης πολιτείας, αν και κατά το παρελθόν σε στιγμές ανάγκης έχει καμφθεί.

Η Διοίκηση του Αγίου Όρους

Το Διοικητήριο του Αγίου Όρους
Το Διοικητήριο στις Καρυές

Η πολιτική διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. Α στ. 26 του Οργανισμού του (άρθρο πρώτο Ν. 3566/2007), και ασκείται μέσω της Διοίκησης του Αγίου Όρους, η οποία αποτελεί αυτοτελή δημόσια αρχή και οργανώνεται με το Π.Δ. 227/1998 (ΦΕΚ Α΄ 176/28.7.1998).

Στη Διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκουν η από διοικητικής πλευράς εποπτεία ως προς την ακριβή τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, η Διοίκηση του Αγίου Όρους απαρτίζεται από το Διοικητή του Αγίου Όρους (ο οποίος έχει βαθμό και αποδοχές Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης), τον Αναπληρωτή Διοικητή και το λοιπόν προσωπικό της, μόνιμο ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και εδρεύει στις Καρυές.

Γραφεία της έχουν συσταθεί στη Θεσσαλονίκη και στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής.

Από τις 26 Αυγούστου 2019, Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους είναι ο εφοπλιστής και Άρχων Οφφικίαλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου  Θανάσης Μαρτίνος, ενώ από τις 27 Αυγούστου 2019, μετά από αρκετά χρόνια πληρώθηκε η θέση του Υποδιοικητή, την οποία κατέλαβε ο επί σειρά ετών πρώην Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους Αρίστος Κασμίρογλου.

Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους

Το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους έγκειται στο ότι η διοίκησή του ασκείται μέσω των αντιπροσώπων των είκοσι Ιερών Μονών του, οι οποίοι αποτελούν την Ιερά Κοινότητα. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονται στην αρχή κάθε έτους από τις οικείες μονές σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς τους, «προτιμωμένων πάντοτε των κεκτημένων εκκλησιαστικήν μόρφωσιν και εγκύκλιον παιδείαν». Οι διοικητικές αρμοδιότητές της εκτείνονται σε οτιδήποτε δεν έχει απονεμηθεί στην εξουσία άλλου οργάνου του Αγίου Όρους, διαθέτει δηλαδή τεκμήριο αρμοδιότητας. Επίσης διαθέτει και δικαστικές εξουσίες.

Η Ιερά Κοινότητα εδρεύει στις Καρυές και οι είκοσι αντιπρόσωποι των μονών παραμένουν μονίμως εκεί καθόλη τη διάρκεια του έτους για το οποίο εξελέγησαν, υποχρεούμενοι να προσέρχονται τακτικώς και ανελλιπώς στις συνεδρίες της. Οι εργασίες της Ιεράς Κοινότητας λαμβάνουν χώρα πάντοτε ενώπιον του Πρωτεπιστάτη, ο οποίος διευθύνει τις συζητήσεις της.

Όσον αφορά την επίσημη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων με την Ιερά Κοινότητα και παρά την εγκαταβίωση και Ρώσων, Σέρβων, Βουλγάρων και Ρουμάνων μοναχών στο Άγιο Όρος, όλα τα έγγραφα της Ιεράς Κοινότητας, των Ιερών Μονών και των εξαρτημάτων τους πρέπει να συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα (άρθρο 26 Κ.Χ.Α.Ο.).

Η Ιερά Επιστασία του Αγίου Όρους

Οι είκοσι Ιερές Μονές διαιρούνται σε πέντε τετράδες, καθεμιά από τις οποίες ασκεί ανά πενταετία για ένα έτος (από 1 Ιουνίου έως 31 Μαΐου του επομένου) την Ιερά Επιστασία. Οι μονές κάθε τετράδας αποστέλλουν κατ’ έτος από ένα πρόσωπο με τα προσόντα που καθορίζονται και για τους αντιπροσώπους των μονών στην Ιερά Κοινότητα. Οι τετράδες είναι οι εξής:

Α΄ ΤετράδαΒ΄ ΤετράδαΓ΄ ΤετράδαΔ΄ ΤετράδαΕ΄ Τετράδα
Μεγίστης ΛαύραςΒατοπεδίουΙβήρωνΧιλανδαρίουΔιονυσίου
ΔοχειαρίουΚουτλουμουσίουΠαντοκράτοροςΞηροποτάμουΖωγράφου
ΞενοφώντοςΚαρακάλλουΦιλοθέουΑγίου ΠαύλουΑγίου Παντελεήμονος
ΕσφιγμένουΣταυρονικήταΣίμωνος ΠέτραςΓρηγορίουΚωνσταμονίτου

Ο πρώτος τη τάξει κάθε τετράδας ονομάζεται Πρωτεπιστάτης, είναι ο πρόεδρος της Ιεράς Επιστασίας —χωρίς η ψήφος του να κατισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας, οπότε και αποφασίζει η Ιερά Κοινότητα— και κρατεί «την του Πρώτου ράβδον». Δεν αποκλείεται ο αντιπρόσωπος της μονής στην Ιερά Κοινότητα να εκτελεί ταυτόχρονα και τα καθήκοντα του Επιστάτη, με εξαίρεση αυτόν της μονής στην οποία ανήκει ο Πρωτεπιστάτης. Δηλαδή οι αντιπρόσωποι των μονών Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Χιλανδαρίου και Διονυσίου δεν μπορούν να εκτελούν παράλληλα και τα καθήκοντα του Πρωτεπιστάτη.

Η Ιερά Επιστασία εδρεύει και αυτή στις Καρυές, όπου διαρκώς διαμένουν οι Eπιστάτες. Επιτρέπεται να απουσιάζουν, πλην του Πρωτεπιστάτη, εναλλάξ και κατά την ιεραρχική τάξη, μόνο όταν παρουσιάζεται επιστατικό καθήκον. Την Ιερά Κοινότητα και την Ιερά Επιστασία επικουρούν ο αρχιγραμματεύς και ο υπογραμματεύς.

Η σφραγίδα της Ιεράς Κοινότητας, αποτελούμενη από τέσσερα αποσπώμενα μέρη, καθένα από τα οποία φυλάσσεται από έναν Eπιστάτη, παραδίδεται κάθε έτος στη νέα Ιερά Eπιστασία.

Στις αρμοδιότητες της Ιεράς Επιστασίας ανήκει η διαχείριση του κοινού ταμείου, που ενεργείται με βάση προϋπολογισμό που έχει εγκριθεί από την Ιερά Κοινότητα. Επίσης οφείλει:

  • να διεκπεραιώνει και να σφραγίζει την αλληλογραφία της Ιεράς Κοινότητας,
  • να επιτηρεί την καθαριότητα στις Καρυές και την επισκευή των οδών,
  • να διατηρεί επαρκή φωτισμό,
  • να διενεργεί αστιατρικές επιθεωρήσεις,
  • να διατιμά τα τρόφιμα και
  • να επιβλέπει την ευπρεπή και κόσμια συμπεριφορά
    • απαγορεύοντας τις αταξίες, τα τραγούδια, τα παιχνίδια, τα όργανα, γενικότερα τις ακοσμίες, το κάπνισμα, την ιππασία στις κεντρικές οδούς, το άνοιγμα των καταστημάτων κατά τους εσπερινούς και τις ημέρες των Κυριακών και των επίσημων εορτών, την πώληση κρέατος και παρασκευή φαγητού μη νηστίσιμου κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και κατά τις υπόλοιπες νηστείες και
    • απελαύνοντας μέσω των οργάνων της (σεϊμένιδων και σερδαρών) κάθε μέθυσο, άεργο, άτακτο, ζητώντας, όταν παρίσταται ανάγκη, και τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας που βρίσκεται στις Καρυές.

Γενικότερα η Ιερά Επιστασία εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία της Ιεράς Κοινότητας και εκπληρώνει συγχρόνως καθήκοντα δημαρχιακά και Ειρηνοδικείου.

Η Δικαιοσύνη στο Άγιον Όρος

Η απονομή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος ρυθμίζεται τόσο από διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. όσο και από αυτές του κυρωτικού του Ν.Δ., οι οποίες τον συμπληρώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κ.Χ.Α.Ο. «Ο σκοπός των εν Αγίω Όρει δικαστηρίων είναι η εκδίκασις των εκάστοτε αναφυομένων εν Αγίω Όρει οριακών ζητημάτων, η φρούρησις της μοναχικής πειθαρχίας και η τιμωρία των υποπιπτόντων εις παράπτωμα μοναχών εν γένει του Αγίου Όρους». Από το ιδιότυπο αυτό καθεστώς εξαιρούνται, πλην των πταισμάτων, τα κοινά ποινικά αδικήματα, τα οποία εκδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.

Τα Δικαστήρια

Δικαστικά όργανα, με διακριτές αρμοδιότητες το καθένα, αποτελούν:

  • ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής,
  • η Ιερά Κοινότητα και
  • η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης.

Οι Δικαστικές αρμοδιότητες

  • Ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής δικάζουν σε πρώτο βαθμό
    • τα εκκλησιαστικά και πειθαρχικά παραπτώματα των μοναχών που ζουν τόσο στις οικείες μονές όσο και στα εξαρτήματά τους, εκτός από αυτά που επισύρουν την ποινή της καθαιρέσεως,
    • τις αστυνομικές και αγορανομικές παραβάσεις και τα πταίσματα που διαπράττονται στην περιφέρεια της οικείας μονής (τα πταίσματα που διαπράττονται στις Καρυές δικάζονται από την Ιερά Επιστασία) και
    • τις οριακές και άλλες διαφορές μεταξύ ορισμένης μονής και εξαρτήματός της ή μεταξύ δύο εξαρτημάτων της οικείας μονής.
  • Η Ιερά Κοινότητα δικάζει
    • σε πρώτο βαθμό τις οριακές διαφορές μεταξύ των μονών ή μεταξύ εξαρτημάτων δύο ή περισσοτέρων μονών και
    • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των Γεροντιών των Ιερών Μονών.
  • Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης, δικάζει
    • τα εκκλησιαστικά αδικήματα που συνεπάγονται την ποινή της καθαιρέσεως και
    • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητας.

Οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους

Όλες οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους αποτελούν θρησκευτικά πνευματικά ιδρύματα και όλες χαρακτηρίζονται ως «Κυρίαρχες», «Βασιλικές», «Πατριαρχικές» και «Σταυροπηγιακές».
Κυρίαρχες επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό και οργανωτικό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
Βασιλικές επειδή η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
Πατριαρχικές ονομάστηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους.
Σταυροπηγιακές γιατί κατά την ίδρυσή τους τοποθετήθηκε σε αυτές σταυρός, ο οποίος απεστάλη από το Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα ορισμένες ήταν ιδιόρρυθμες.

  • Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας από τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυθεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δε φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.
  • Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονομένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.

Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Ο αριθμός των είκοσι Μονών, ως ανεγνωρισμένων ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθεί αλλά ούτε και να ελαττωθεί. Από αυτές οι δεκαεπτά είναι ελληνικές, μία σερβική, μία ρωσική και μία βουλγαρική.

Η χερσόνησος του Άθω όπως φαίνεται από την κορυφή του Αγίου Όρους προς
Η χερσόνησος του Άθω όπως φαίνεται από την κορυφή του Αγίου Όρους προς βορειοδυτικά

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιο_Όρος

Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς      του ’30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Ο Οδυσσέας Ελύτης
Ο Οδυσσέας Ελύτης

Ο Βίος του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου.

Το 1914, ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφτηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, στη Λέσβο και στις Σπέτσες. Το Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφτηκε στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντας τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.

Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «…μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση».

Τα Νέα Γράμματα του Οδυσσέα Ελύτη

Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «…ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα». Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν. Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης. Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού.

Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας». Το 1936 η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο «Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης» στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Προσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs.

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Αλβανικό μέτωπο

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α’ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».

Ο Οδυσσέας Ελύτης στην Ευρώπη

Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολίασε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του: «Ένα ταξίδι που θα μ’ έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ’ έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές, στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l’Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St.Germain des Pres». Στο Παρίσι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Association Internationale des Critiques d’ Art ενώ είχε επίσης την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ, Χουάν Μιρό και άλλους.

Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E. Teriade, που πρώτος είχε προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συνάντησε τους μεγάλους ζωγράφους Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Πικάσο, για του οποίου το έργο έγραψε αργότερα άρθρα και αφιέρωσε στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, από τα τέλη του 1950 μέχρι το Μάιο 1951, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει τη σύνθεση του Άξιον Εστί.

Ο Οδυσσέας Ελύτης επιστρέφει στην Ελλάδα

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε το Μάρτιο του 1953 αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953 ανέλαβε και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ, διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί, στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε το Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο το Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παραουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.

To 1965 του απονεμήθηκε από τον Κωνσταντίνο Β΄ το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, απήχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ, ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας» που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 – 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στους καταλόγους των βουλευτών επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκό.

Το Βραβείο Νομπέλ του Οδυσσέα Ελύτη

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία» σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νομπέλ, ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη», στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.

Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς, στην Αθήνα.

Το έργο του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του ’30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ’ την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος». Το έργο του έχει επανηλειμμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον «ορθόδοξο» υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.

Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ’ την ύλη και μέσα από την ψυχή». Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί – για πρώτη φορά στην ποίησή του – την τεχνική του κολάζ.

Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.

Ποιήματα

«Προσανατολισμοί», (1940) 
«Ηλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», (1943) 
«Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», (1946) 
«Το Άξιον Εστί», (1959) 
«Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό», (1960) «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», (1971) 
«Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», (1971)«Ο Ήλιος ο ηλιάτορας», (1971)«Το Μονόγραμμα», (1972) 
«Τα Ρω του Έρωτα», (1973) 
«Ο Φυλλομάντης», (1973)
«Τα Ετεροθαλή», (1974) 
«Σηματολόγιον», (1977) 
«Μαρία Νεφέλη», (1978) 
«Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», (1982) 
«Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», (1984) 
«Ο Μικρός Ναυτίλος», (1988) 
«Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», (1991) «Η ποδηλάτισσα» , (1991)
«Δυτικά της λύπης», (1995) 
«Εκ του πλησίον» , (1998)

Πεζά, δοκίμια, συνεντεύξεις

  • «Η Αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», (1942)
  • «Ο ζωγράφος Θεόφιλος» (1973))
  • «Ανοιχτά χαρτιά» (1974)
  • «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» (1976)
  • «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (1978)
  • «Ιδιωτική Οδός» (1989)
  • «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» (1990)
  • «Εν λευκώ» (1992)
  • «Ο κήπος με τις αυταπάτες» (1995)
  • «Συν τοις άλλοις»,επιμ.: Ηλίας Καφάογλου, εκδ.Ύψιλον, 2011 [με 37 συνεντεύξεις του ποιητή]

Μεταφράσεις

  • «Δεύτερη γραφή» (1976)
  • «Σαπφώ» (1984)
  • «Η αποκάλυψη» (1985)

Μελοποιημένα έργα / ποιήματα του Ελύτη
Σημαντικός αριθμός ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη έχει μελοποιηθεί και τραγουδηθεί από πολλούς καλλιτέχνες. Μερικά έργα αναφέρονται παρακάτω:

  • «Άξιον Εστί», Μίκης Θεοδωράκης
    • Της δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ
    • Ένα το χελιδόνι
  • Μικρές Κυκλάδες
    • Του μικρού Βοριά, Μίκης Θεοδωράκης
    • Η Μάγια, Μίκης Θεοδωράκης
  • Τα Ρω του Έρωτα
    • Το θαλασσινό τριφύλλι, Λίνος Κόκκοτος
  • Η πεντάμορφη στον κήπο, Γιώργος Κουρουπός
  • Η νεροσταγόνα, Θόδωρος Αντωνίου
  • Με την πρώτη σταγόνα της βροχής, Μάνος Χατζιδάκις
  • Ο Ήλιος ο ηλιάτορας, Δημήτρης Λάγιος
  • «Προσανατολισμοί», Ηλίας Ανδριόπουλος – Οδυσσέας Ελύτης, δίσκος (1984)
  • Ο Ήλιος ο ηλιάτορας, Ζαράνης Πέτρος
  • Ο Αύγουστος, Ζαράνης Πέτρος

Πηγή: https://odysseas-elitis.weebly.com/betaiotaomicrongammarhoalphaphiiotakappaomicron.html#

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 – 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου
Ο Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Βίος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του  πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους  γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου.

Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση.

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ’ όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλείς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην  επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1934

Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».

Ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου στα Δεκεμβριανά

Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των  Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Μεταπολεμική περίοδος

1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής
1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952  συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961.

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το  παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός με την Ένωση Κέντρου

Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο  Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα.

Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό  χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της.

Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο  στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη σκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου συγκρούεται με τα ανάκτορα

Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β’, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστίγιου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ’ όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα, ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ξέσπασε η  υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός.

Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον  Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ’ υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών.

Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί.

Το τέλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας».

Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες.

Οι ρήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:

  • Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, έκανε λόγο για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων».
  • Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα είπε: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος».
  • Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε «Ποίος το λέει αυτό;» για να πει, μόλις ο υβριστής απάντησε «εγώ»: «Τότε δεν έχει καμία σημασία!»
  • Όταν κλήθηκε να περιγράψει την ιδεολογία της Ένωσης Κέντρου είπε: «διαφέρομεν από την Δεξιάν ως προς την Δικαιοσύνην, διαφέρομεν από την Αριστεράν ως προς την Ελευθερίαν».
  • «Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα»
  • Το 1965, επί πρωθυπουργίας του, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) για την κυριότητα οικοπέδου στο κέντρο της Αθήνας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ζήτησε οδηγίες, και ο Παπανδρέου του είπε: «Άκουσε παιδί μου. Τα ράσα είναι σαν το κάρβουνο: αν είναι σβηστό και το πιάσεις λερώνεσαι, αν είναι αναμμένο καίγεσαι. Δώσε το στους παπάδες.»

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Παπανδρέου

«ΑΣΠΙΔΑ»

Στην αρκετά μακρά ιστορία των μυστικών οργανώσεων που ταλάνισαν το εσωτερικό του ελληνικού στρατού από το 1909 έως το 1974, μία –αν και έχει περάσει μισός αιώνας από την αποκάλυψή της– εξακολουθεί να καλύπτεται από αχλύ μυστηρίου. Η οργάνωση «ΑΣΠΙΔΑ» (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα Ιδέα Δημοκρατία Αξιοκρατία) ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αντιμετωπιζόταν ως απόλυτο ψεύδος, ως μια σκευωρία που άνοιξε τον δρόμο για τη δικτατορία του 1967.

Στη δίκη για τον «ΑΣΠΙΔΑ»
Ο κατηγορούμενος λοχαγός Αρ. Μπουλούκος με τον αδελφό του Διονύσιο και τον συνήγορο υπεράσπισης Ευάγγελο Γιαννόπουλο στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ. Το Στρατοδικείο τον καταδίκασε σε 18 χρόνια κάθειρξη.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, και το παρόν άρθρο θα επιχειρήσει να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της υπόθεσης αυτής. Τον Φεβρουάριο του 1964 η Ένωσις Κέντρου με αρχηγό τον Γ. Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές με το σαρωτικό 52,8%. Η δημοτικότητα της νέας κυβέρνησης στον Στρατό ήταν αμφίβολη λόγω και της ρητορικής του Ανένδοτου Αγώνα, που θεώρησε τον Στρατό κομματική μηχανή της ΕΡΕ. Βέβαια η Ε.Κ. είχε και υποστηρικτές εντός του στρατεύματος, οι οποίοι θεωρούσαν πως στα ανώτατα κλιμάκια κυριαρχούσαν φανατικοί αντίπαλοι του Κέντρου έτοιμοι ακόμη και να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Γι’ αυτόν τον λόγο τόσο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Π. Γαρουφαλιάς, όσο και ο υφυπουργός του Μ. Παπακωνσταντίνου κατακλύστηκαν από υπομνήματα αξιωματικών που ζητούσαν σαρωτικές μεταβολές στη σύνθεση της διοίκησης του Στρατού. Τελικά, η συμβιβαστική έναντι των Ανακτόρων τακτική του Γεωργίου Παπανδρέου προκάλεσε δυσαρέσκεια στους νεότερους και δυναμικότερους οπαδούς της Ε.Κ. στο στράτευμα. Ένας από αυτούς, ο 32χρονος λοχαγός Α. Μπουλούκος, τον Ιούλιο του 1964, επικαλούμενος τον φόβο δεξιού πραξικοπήματος, προχώρησε στην ίδρυση της οργάνωσης «ΑΣΠΙΔΑ».

Η συγκρότηση μιας περίεργης κίνησης στρατιωτικών

Ο Μπουλούκος, παλαιός οπαδός του Γ. Γρίβα, διατηρούσε εχθρική στάση έναντι των κυβερνήσεων Καραμανλή για την εγκατάλειψη της ενωτικής προοπτικής στο Κυπριακό. Οταν ο Γρίβας το 1960 εμφανίστηκε ως ένας από τους ηγέτες της κεντρώας αντιπολίτευσης, ο Μπουλούκος ενθουσιωδώς συμμετείχε στη δημιουργία μιας συνωμοτικής ομάδας αξιωματικών η οποία φαίνεται πως στόχευε ακόμη και σε δυναμική αναμέτρηση με την κυβέρνηση. Η «κίνηση Γρίβα» έγινε εύκολα αντιληπτή και διαλύθηκε μέσω δυσμενών μεταθέσεων ευάριθμων στελεχών· η σύντομη αυτή εμπειρία πάντως υπήρξε καθοριστική για τον Μπουλούκο, ο οποίος προφανώς δεν μετέβαλε την πίστη του στην αναγκαιότητα σύμπηξης συνωμοτικών ομάδων μέσα στον Στρατό.

Αρχικά, ο αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ στράφηκε στους παλαιούς συντρόφους του από την «κίνηση Γρίβα» και κατάφερε να επανασυγκολλήσει τον πυρήνα της. Πιθανότατα ο (διαβόητος τη δεκαετία του 1980) λοχαγός διαβιβάσεων Θ. Τόμπρας ανέλαβε τη σύνταξη του όρκου της οργάνωσης. Σε ομολογουμένως περίεργα ελληνικά και με έντονη επιρροή από το αντίστοιχο κείμενο του ΙΔΕΑ, δινόταν έμφαση στην προστασία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου από οιανδήποτε επιβουλή (κομμουνιστική ή μη), στην ανάγκη δημιουργίας μιας Μεγάλης Ελλάδας (μια σαφής αναφορά στη φιλοδοξία της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα) και στην υποχρέωση ένταξης στην οργάνωση αποκλειστικά αποφοίτων της Σχολής Ευελπίδων. Με βάση τις μαρτυρικές καταθέσεις βαθμοφόρων που βολιδοσκοπήθηκαν από τον Μπουλούκο, η οργάνωση δήλωνε αντίθετη προς τη Δεξιά και την Αριστερά, δεν είχε αντιμοναρχική στόχευση και ως βασικό της σκοπό έθετε την εξυπηρέτηση των μελών της σε θέματα ευνοϊκών τοποθετήσεων και προαγωγών. Μέχρι το φθινόπωρο του 1964, ο Μπουλούκος, εκμεταλλευόμενος τη θητεία του στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), είχε καταφέρει να μυήσει τουλάχιστον 40 κατώτερους αξιωματικούς, ακόμη και μέσα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ).

Ταυτοχρόνως, ο επικεφαλής της οργάνωσης επιδίωξε να έρθει σε επαφή με πολιτικά πρόσωπα και στράφηκε στον φιλόδοξο, ραγδαία ανερχόμενο, αλλά άπειρο περί τα πράγματα της χώρας, υπουργό Προεδρίας Ανδ. Παπανδρέου. Η σχέση Μπουλούκου – Παπανδρέου εξακολουθεί να έχει σκοτεινές πτυχές. Καθώς φαίνεται, ο αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ αποκάλυψε την ύπαρξη της οργάνωσης στον υπουργό και ζήτησε τη βοήθειά του, κάτι που δεν σημαίνει και ανάληψη της πολιτικής αρχηγίας εκ μέρους του υπουργού. Ο Ανδρέας δεν απέρριψε, ως ώφειλε, την επαφή με τον Μπουλούκο, πιθανόν θέλοντας πληρέστερη ενημέρωση για τα ενδότερα στο Στράτευμα. Ομως, μέσα στους επόμενους μήνες του 1964, οι επαναλαμβανόμενες αντιΝΑΤΟικές αναφορές του Ανδρέα τον αποξένωσαν από τον φιλοδυτικό Μπουλούκο.

Αποκάλυψη του «ΑΣΠΙΔΑ» και πολιτικές επιπτώσεις

Ο Μπουλούκος, είτε γιατί προξενούσε προβλήματα στα κεντρικά της ΚΥΠ είτε γιατί θέλησε να επεκτείνει την επιρροή του ΑΣΠΙΔΑ, μετατέθηκε στην Κύπρο στα τέλη του 1964. Στη Μεγαλόνησο όμως υπηρετούσαν πολλοί αντιπαπανδρεϊκοί αξιωματικοί και οι συνωμοτικές κινήσεις του έγιναν αντιληπτές. Ο παλαιός του πάτρωνας Γρίβας έπαυσε να τον καλύπτει και την άνοιξη του 1965 ο Α/ΓΕΣ Γεννηματάς έλαβε τις πρώτες καταγγελίες για τον υπερκινητικό λοχαγό. Τελικά, τον Μάιο του 1965 ο Γρίβας κατηγόρησε ευθέως τον Μπουλούκο για συνωμοσία, αφήνοντάς τον όμως να γυρίσει ανενόχλητος στην Ελλάδα, και την ίδια ώρα ενημέρωσε τον βασιλιά και τον υπουργό Εθνικής Αμυνας, όχι όμως και τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου.

Την πρωτοβουλία κινήσεων πήρε πλέον ο Γαρουφαλιάς, που προφανώς δεσμεύθηκε απέναντι στον Γ. Παπανδρέου ότι θα φρόντιζε να μην αναμειχθεί το όνομα του Ανδρέα στην υπόθεση. Απομάκρυνε τους ελάχιστους ανώτερους αξιωματικούς που ήταν αφοσιωμένοι στην κυβέρνηση στον τομέα των πληροφοριών και ανέθεσε στον, ανεπίληπτης εθνικοφροσύνης, αρχηγό του Στρατιωτικού Δικαστικού Σώματος, αντιστράτηγο Σίμο, τις ανακρίσεις. Το πόρισμα Σίμου απέδωσε μικρή σημασία στην οργάνωση και πρότεινε πειθαρχικά μέτρα για ελάχιστους αξιωματικούς, με πρώτο φυσικά τον Μπουλούκο. Η όποια ελπίδα για μυστικές ανακρίσεις κατέρρευσε νωρίς και αντιπολιτευόμενες εφημερίδες αποκάλυψαν την υπόθεση, κατηγορώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου ως ηγέτη της οργάνωσης.

Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ όμως εμφανίστηκε σε μια ταραχώδη εποχή και η ψύχραιμη αντιμετώπισή της αποτέλεσε πολυτέλεια. Οι σχέσεις μεταξύ βασιλιά Κωνσταντίνου και κυβέρνησης επιδεινώνονταν ραγδαία λόγω της επιθυμίας του πρώτου να έχει βαρύνοντα λόγο στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Μόλις η καταγγελία για την ύπαρξη συνωμοσίας στο στράτευμα διέρρευσε, ο βασιλιάς και η ΕΡΕ (που από καιρό θεωρούσε την Ε.Κ. οιονεί επαναστατικό κόμμα) ένιωσαν δικαιωμένοι. Την ίδια ώρα, ο κεντρώος Τύπος αντιμετώπισε τον ΑΣΠΙΔΑ ως κατασκευασμένη σκευωρία και τον Α/ΓΕΣ Γεννηματά ως υπεύθυνο για μεγαλοποίηση της υπόθεσης. Σε αυτή τη γραμμή προσχώρησε τελικά και ο Γ. Παπανδρέου, με αποτέλεσμα η επιθυμία του για ανάληψη από τον ίδιο του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και για αντικατάσταση του Γεννηματά να οδηγήσει στην πλήρη ρήξη με το Στέμμα τον Ιούλιο του 1965.

Σε ένα φορτισμένο κλίμα οι ανακρίσεις για τον ΑΣΠΙΔΑ συνεχίστηκαν από τον στρατιωτικό ανακριτή Λαγάνη. Οι εκατοντάδες μαρτυρικές καταθέσεις που συσσωρεύθηκαν όμως ελάχιστη βοήθεια προσφέρουν μέχρι και σήμερα στην κατανόηση του τι ακριβώς ήταν ο ΑΣΠΙΔΑ: στη συντριπτική τους πλειονότητα οι μάρτυρες κατηγορίες ασχολούνταν με τα πολιτικά φρονήματα των υποτιθέμενων συνωμοτών και όχι με πραγματικές πτυχές της δράσης τους. Το βούλευμα που εκδόθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1966 πρότεινε την παραπομπή σε δίκη 27 αξιωματικών με τη βαρύτατη κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, προσδιορίζοντας ως αρχηγούς τους συνταγματάρχες Παπατέρπο και Αναγνωστόπουλο, ουσιαστικούς επικεφαλής της ΚΥΠ επί Ε.Κ. Είναι αυτονόητο πως για τις εφημερίδες της Κεντροδεξιάς οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι, ενώ για εκείνες του Κέντρου και της Αριστεράς θύματα του δεξιού παρακράτους. Την ίδια στιγμή, αντίθετα με την επίσημη γραμμή του κόμματός τους, σε συνομιλίες τους με Αμερικανούς διπλωμάτες, τόσο ο Ανδρέας όσο και ο Μ. Παπακωνσταντίνου αναγνώριζαν τον ΑΣΠΙΔΑ ως πραγματική οργάνωση, αλλά με μόνο στόχο την αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών της, χωρίς πολιτική ατζέντα.

Η δικαστική διερεύνηση και η ετυμηγορία για τους 27

Η δίκη των εμπλεκομένων ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1966 και διήρκεσε πέντε μήνες. Τόσο η αμερικανική, όσο και η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα ήλπιζαν πως από την ακροαματική διαδικασία θα προέκυπτε καταφανής ανάμειξη του Ανδρέα που θα οδηγούσε στον εξοβελισμό του από την πολιτική ζωή και σε ομαλοποίηση της κατάστασης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη: οι μαρτυρίες δεν βοήθησαν σε μια πιο διαφωτιστική προσέγγιση της οργάνωσης, ενώ οι αλληλοκατηγορίες και η διαρκής ένταση μεταξύ κατηγορουμένων και έδρας δεν άφηναν τη διαδικασία να εξελιχθεί. Οταν μάρτυρας κατηγορίας υπονόησε ότι εμπλεκόμενος στη συνωμοσία ήταν και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας, αντιστράτηγος Τσολάκας, το Στρατοδικείο αποφάσισε να συνεχιστεί η διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, συσκοτίζοντας ακόμη περισσότερο την αλήθεια. Η ετυμηγορία ανακοινώθηκε στα μέσα Μαρτίου του 1967 και περιελάμβανε την αθώωση 12 εκ των 27 κατηγορουμένων και ποινές που ξεκινούσαν από 18 χρόνια κάθειρξη (για τους Παπατέρπο και Μπουλούκο) και κατέληγαν στα δύο χρόνια φυλάκισης για άλλους κατηγορουμένους. Οι ποινές ήσαν μάλλον χαμηλές δεδομένης της βαρύτητας των κατηγοριών. Ας σημειωθεί πως οι καταδικασμένοι αξιωματικοί συμπεριελήφθησαν στην αμνηστία που χορήγησε η Χούντα τον Δεκέμβριο του 1967. Η άρση της ασυλίας του Α. Παπανδρέου προκειμένου να προσαχθεί σε δίκη ως πολιτικός αρχηγός της συνωμοσίας του ΑΣΠΙΔΑ αποτέλεσε τροχοπέδη στις απόπειρες συνεννόησης μεταξύ των μεγάλων αστικών κομμάτων και θεωρείται μία από τις αιτίες κατάρρευσης της υπηρεσιακής κυβέρνησης Παρασκευόπουλου, που άνοιξε τον δρόμο για νέα όξυνση των πολιτικών παθών.

Συμπερασματικά, η υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ» προκάλεσε αναταράξεις δυσανάλογες του μεγέθους της και της δράσης της οργάνωσης. Κατά πάσα πιθανότητα κεντρική επιθυμία του εμπνευστή της συσσωμάτωσης Μπουλούκου ήταν η διαμόρφωση ενός δικτύου αλληλοϋποστήριξης, όπως είχε καταλήξει ο ΙΔΕΑ. Είναι εντυπωσιακό το πώς από τους κατηγορουμένους της δίκης ελάχιστοι είχαν πραγματική σχέση με την οργάνωση: οι περισσότεροι διώχθηκαν μάλλον για τα φρονήματά τους παρά για την όποια συνωμοτική ζύμωση. Η Ε.Κ. έχασε τα αδύναμα ερείσματά της στον τομέα των μυστικών υπηρεσιών και οι σχέσεις της με την ΕΡΕ δηλητηριάστηκαν, εμποδίζοντας την απαραίτητη μετά τα Ιουλιανά του 1965 καταλλαγή στην πολιτική ατμόσφαιρα. Ουσιαστικά, ωφελημένοι από την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν δύο παράγοντες: Αρχικά, η ομάδα του Γ. Παπαδόπουλου που πρωταγωνίστησε στην εξουδετέρωση της ομάδας Μπουλούκου αποδεικνύοντας τη χρησιμότητά της στους πάτρωνές της: στελέχη που έγιναν πασίγνωστα μετά την 21η Απριλίου όπως οι Θεοφιλογιαννάκος, Στειακάκης, Παλαιολόγος υπήρξαν δυναμικοί μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη. Ο άλλος ωφελημένος ήταν ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου: οι οξείες επιθέσεις που δέχθηκε δεν τον αποδυνάμωσαν. Για τις μάζες του Κέντρου και της Αριστεράς ήταν ο ριζοσπάστης ηγέτης που φόβιζε το «κατεστημένο», το οποίο για να τον αποδυναμώσει στρεφόταν σε μηχανορραφίες, όπως η «σκευωρία» του ΑΣΠΙΔΑ.

Το κείμενο είναι του κ. Δημήτρη Παπαδιαμάντη, διδάκτωρος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Εθνικού – Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/882322/article/epikairothta/ellada/h-ypo8esh-aspida

Αποταμίευση

Με τον όρο αποταμίευση, που αποτελεί καθαρά οικονομικό όρο χαρακτηρίζεται γενικά πάσης φύσεως συσσώρευση αγαθών για μελλοντική χρήση. Η αποταμίευση απορρέει από την παραδοχή του ανθρώπου ότι κάθε ποσό που ξοδεύεται στο τώρα, αφαιρείται από τον μελλοντικό του εαυτό.

Αποταμίευση
Αποταμίευση

Παρότι ο παραπάνω ορισμός φέρεται απλούστατος, φερόμενος ετυμολογικά εκ του ρήματος αποταμιεύω, όπου η λέξη απαντάται από βασιλείας του Όθωνα, το 1833, στους «Ελληνικούς Κώδικες», στην πραγματικότητα οι οικονομολόγοι δεν έχουν καταφέρει να δώσουν έναν ακριβή και πλήρη ορισμό που να καλύπτει όλες τις σύγχρονες μορφές εκδήλωσής της. Παλαιότερα δε, οι οικονομολόγοι, δεν έτρεφαν και τόση ευνοϊκή διάθεση απέναντι στην αποταμίευση, θεωρώντας την, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως στείρα δραστηριότητα ακόμα και κατακριτέα απόκρυψη αγαθών που έχαναν την παραγωγική χρησιμοποίησή τους ιδιαίτερα σε περιόδους κλίματος εμπιστοσύνης, ή νομισματικής ισορροπίας. Υπό αυτή την άποψη η αποταμίευση καταδικαζόταν ως τροχοπέδη της ευρύτερης οικονομικής ανάπτυξης. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτής της αντίληψης ήταν το έργο «Ο μύθος των μελισσών», (1714),του Μπερνάρ ντε Μαντεβίλ που αποτελεί ένα εγκώμιο των πολυτελών δαπανών, καθώς ακόμα και το περίφημο απόφθεγμα του Μοντεσκιέ: «Αν οι πλούσιοι δεν ξοδέψουν πολύ, οι φτωχοί θα πεθάνουν από την πείνα».

Η έννοια της αποταμίευσης ήταν γνωστή από την αρχαιότητα περισσότερο με την έννοια της Πρόνοιας. Αρχαίοι λαοί, όπως ιδιαίτερα οι αρχαίοι Αιγύπτιοι διατηρούσαν τεράστιες αποθήκες φύλαξης αγαθών για δύσκολες περιόδους. Ομοίως και στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν αποθήκες φύλαξης σίτου και άλλων αγαθών, όπως στο Πομπείο, κατά αναφορά του Δημοσθένη, καθώς και στον Πειραιά. Ο Ησίοδος είναι ο αρχαιότερος που εξήρε ιδιαίτερα το πνεύμα της αποταμίευσης και τη σημασία του τονίζοντας «Ει γαρ κεν σμικρόν κατά σμικρόν καταθείο, και θαμά τούτ΄ έρδοις, μέγα και το γένοιτο» (= αν καταθέτεις λίγα – λίγα και αυτό κάνεις ακατάπαυστα, θα πετύχεις μέγα έργο). Χαρακτηριστική και η σύγχρονη ελληνική παροιμία «Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι».

Δραστηριότητες αποταμίευσης

Με την έννοια της αποταμίευσης στη σύγχρονη εποχή προσδιορίζονται τέσσερις συναφείς περιπτώσεις δραστηριοτήτων, οι οποίες και είναι:

α) Η οποιαδήποτε συσσώρευση χρήματος, ή υλικών αγαθών για μέλλουσα χρήση. Σ’ αυτή την περίπτωση αποφεύγεται η κατανάλωση για δημιουργία ενεργητικού.

β) Η οποιαδήποτε ροή χρήματος ή διαθεσίμων, με τη διαδικασία της συσσώρευσης σε κάποια χρονική περίοδο. Ουσιαστικά πρόκειται για τα εξαγόμενα της προηγούμενης περίπτωσης, που καλούνται ευρύτερα αποταμιεύματα.

γ) Η οποιαδήποτε διαδικασία εξοικονόμησης ή διαφύλαξης διαθεσίμων, που αφορά περιπτωσιακή “αναβολή κατανάλωσης”, και

δ) Οι οποιοιδήποτε οικονομικοί πόροι που διατηρούνται δια της εξοικονόμησης.

Αντικείμενο και των τεσσάρων παραπάνω περιπτώσεων χρήσης του όρου μπορεί ν΄ αφορούν χρήμα ή υλικά αγαθά. Γενικά όμως οι οικονομολόγοι αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην α) περίπτωση, από το γεγονός ότι τα διάφορα στατιστικά και δημοσιονομικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την εκτίμηση της αποταμίευσης σε τρόπους μη νομισματικούς. Εξ ου και η δεσπόζουσα έννοια της αποταμίευσης του χρήματος. Το δε γεγονός ότι η αποταμίευση χρήματος και η αποταμίευση υλικών αγαθών μπορούν να εναλλαχθούν ως αμοιβαία υποκατάστατα, που αναπτύσσεται τις τελευταίες δεκαετίες, προσελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον των οικονομολόγων.

Ορισμοί χρήσης

Είναι γεγονός ότι στις οικονομικές αναλύσεις κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αποταμίευση κατά την β) περίπτωση, ως ροή χρήματος ή διαθεσίμων  αποτελεί το εισόδημα που πλεονάζει σε σχέση με τις δαπάνες στη κατανάλωση. Αυτό δόθηκε και ως ορισμός εν προκειμένω από τον Μ. Keynes. Τον ορισμό αυτό έλαβαν ως βάση οι δημόσιες υπηρεσίες για την εκτίμηση της αποταμίευσης των καταναλωτών. Επί του τελευταίου όμως, ο οικονομολόγος D. Robertson αντιπρότεινε εναλλακτική διατύπωση λαμβάνοντας υπόψη τη μελέτη της ανάλογης συμπεριφοράς των καταναλωτών με τρέχοντα ορισμό ότι «Η αποταμίευση ισούται με το πραγματοποιηθέν εισόδημα κατά την τελευταία περίοδο μείον τις δαπάνες της τρέχουσας κατανάλωσης». Παρά ταύτα κα οι δύο παραπάνω ορισμοί παρουσιάζουν αμφίβολη εμπειρική αξία. Αυτό διότι ο μεν ορισμός του Κέυνες οδηγεί σε υποτίμηση της πραγματικής αποταμίευσης, σύμφωνα με διάφορες στατιστικές, ενώ ο ορισμός του Ρόμπερτσον είναι μεν εύχρηστος και ακριβής μόνο όταν οι περίοδοι πληρωμών είναι συχνές και καθορισμένες.

Ο δε ορισμός κατά την περίπτωση γ) «διαδικασία εξοικονόμησης» πηγάζει από την α) περίπτωση δεδομένου ότι η συσσώρευση διαφυλάσσει τα αγαθά για μελλοντική χρήση. Αυτό όμως ισχύει ιδιαίτερα στα μέσα παραγωγής, όταν η αναβολή χρήσης αποσκοπεί σε μελλοντικούς παραγωγικούς σκοπούς. Ο δε ορισμός κατά τη περίπτωση δ) αφορά περισσότερο στον τεχνολογικό τομέα για καλλίτερη κατανομή των πόρων (διαθεσίμων) αλλά και με αποδοτικότερες μεθόδους. Πρόκειται για το πρόβλημα της «μεγιστοποίησης» που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Αποταμίευση μπορεί να εφαρμόσει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιχείρηση και γενικότερα μια χώρα όπου και διακρίνεται αντίστοιχα, όπως π.χ. προσωπική, επιχειρηματική, δημοσιονομική, μέχρι και αποταμιευτική πολιτική μιας χώρας.

Βασικές χρήσεις αποταμίευσης

  1. Τραπεζικές καταθέσεις
  2. Απόκτηση ακίνητης περιουσίας (καλλιεργήσιμων γαιών, δασών, κτιρίων κ.λπ.)
  3. Απόκτηση πολύτιμων μετάλλων, (κυρίως χρυσού) και πολύτιμων λίθων.
  4. Απόκτηση συλλογών και αντικειμένων τέχνης (χρημάτων, πινάκων ζωγραφικής, σπανίων βιβλίων, νομισμάτων, γραμματοσήμων κ.λπ.).
  5. Απόκτηση ξένων νομισμάτων (συνάλλαγμα).
  6. Απόκτηση μετοχών από Χρηματιστήρια αξιών.
  7. Εγγραφή σε εκδόσεις ομολογιών.
  8. Εγγραφή και απόκτηση εντόκων γραμματίων.
  9. Δανειοδότηση ιδιωτικών επιχειρήσεων.
  10. Αυτοχρηματοδότηση επιχειρήσεων (που αφορά μόνο επιχειρήσεις)

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αποταμίευση

Ερωτικό

Καημὸς ἀλήθεια νὰ περνῶ
τοῦ ἔρωτα πάλι τὸ στενό,
ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιὰ
μιὰ μέρα τοῦ θανάτου…

Στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό,
ποῦ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
– τί μοῦ στοιχίζει στὴν καρδιὰ
τὸ ξαναπέρασμά του;

Ἂς εἶναι, ὡστόσο, – τί ὠφελεῖ;
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ
καὶ μὲ λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα τὸ φιλὶ – ἂχ καρδιά μου!
ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲν μπόρεσε κανεὶς
ποτὲ νὰ μοῦ τὸ δώσει…

Ἴσως μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ,
γυρνώντας πάλι στὸ βυθὸ
καὶ μὲ τὴ νύχτα μυστικά,
γίνουμε πάλι ταίρι,

αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί,
ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
– σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλὴ
– νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πηγή: https://www.elculture.gr/blog/article/ναπολέων-λαπαθιώτης/