Στην Κρήτη της Τουρκοκρατίας

Οι κάτοικοι στην Κρήτη, Έλληνες και Τούρκοι, όσον αφορά τη φυσική τους εμφάνιση έχουν, έχουν ωραία κορμοστασιά, είναι εύρωστοι και ρωμαλέοι. Τους αρέσει να ασκούνται στην τοξοβολία,. Πάντα ξεχώριζαν σε αυτήν την άσκηση. Μάλιστα ο Παυσανίας βεβαιώνει ότι ήταν συνυφασμένη με το έθνος τους, και το προτιμούσαν επίσης όλοι οι λαοί της Ελλάδας. Έτσι, βλέπουμε πάνω στα αρχαία νομίσματα του νησιού να απεικονίζονται μόνο άντρες.

Πρόκειται για τίμιους ανθρώπους. Σήμερα το νησί αυτό δεν συναντά κανείς κατεργάρηδες ούτε λωποδύτες, ούτε ζητιάνους, δολοφόνους ή κλέφτες μεγάλης εμβέλειας. Οι πόρτες των σπιτιών κλείνουν απλά με πολύ ελαφριές ξύλινες ράβδους, που χρησιμεύουν ως κλειδαριές. Όταν κάποιος Τούρκος κλέψει, κάτι που σπανιότατα συμβαίνει, τον στραγγαλίζουν μέσα στη φυλακή, για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας. Στη συνέχεια βάζουν το πτώμα του σε ένα σάκο γεμάτο πέτρες και το ρίχνουν στη θάλασσα. Όταν ο κλέφτης είναι Έλληνας, καταδικάζεται σε ραβδισμό ή απαγχονισμό στο πλησιέστερο δέντρο.

Η πλειονότητα των Τούρκων έχει εκχριστιανιστεί ή είναι παιδιά Τούρκων χριστιανών. Οι Τούρκοι που έχουν αλλαξοπιστήσει, (πρώην χριστιανοί) συνήθως είναι λιγότεροι έντιμοι από τους γνήσιους Τούρκους. Ένας σωστός Τούρκος δεν λέει τίποτα όταν βλέπει τους χριστιανούς να τρώνε χοιρινό και να πίνουν κρασί, ενώ τους Τούρκους αποστάτες, που κρυφά τρώνε και πίνουν, τους επιτιμά και τους υβρίζει. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτοί οι δυστυχείς πουλάνε την ψυχή τους φτηνά, αφού για να αλλάξουν θρησκεία δεν κερδίζουν παρά ένα πανωφόρι και το προνόμιο να απαλλαγούν από το κεφαλοχάρατσο, προνόμιο που δεν ξεπερνά τα 5 τάλιρα ετησίως.

Οι Έλληνες χωρικοί φορούν στο κεφάλι τους μι κόκκινη σκούφια. Στα χωράφια, για να προστατευθούν από τον ήλιο, έχουν μοναδική συνδρομή ένα μαντήλι που το δένουν πάνω στη σκούφια και το ανασηκώνουν από τη μια μεριά με το μπαστούνι τους, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος ομπρέλας. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο. Οι Έλληνες ντύνονται ελαφρά. Φορούν μπλε βράκα από βαμβακερό ύφασμα που φτάνει ως τα πόδια, αλλά το πίσω μέρος της βράκας κατεβαίνει χαμηλότερα από ό,τι πρέπει και τους κάνει να φαίνονται πολύ αστείοι. Στην Κρήτη δεν βλέπουμε κανέναν χωρίς να είναι καλά ποδημένος, ενώ οι αγρότες της Ευρώπης ως επί το πλείστον είναι μισοξυπόλητοι. Στις πόλεις οι Έλληνες χρησιμοποιούν σκαρπίνια. από κόκκινο μαροκίνι, εξαιρετικά καθαρά και ανάλαφρα. Στα χωριά φορούν μικρές μπότες από το ίδιο δέρμα που τις κάνει να αντέχουν χρόνια ολόκληρα και είναι τόσο καλά ποδημένοι όσο οι αρχαίοι Κρητικοί του Ιπποκράτη.

Όσο για τις κυρίες στην Κρήτη, είδαμε αρκετά όμορφες. Το ένδυμα τους δεν τονίζει καθόλου τη μέση, παρ΄ό,τι είναι ό,τι πιο όμορφο διαθέτουν. Το ρούχο αυτό είναι πολύ απλό. Πρόκειται για ένα φουστάνι από κόκκινο μάλλινο ύφασμα, πλισέ, που σφίγγει στη μέση και κρέμεται στους ώμους με δύο χοντρά κορδόνια. Κάτω από φουστάνι φορούν μόνο ένα πουκάμισο. Καλύπτουν το κεφάλι τους με ένα άσπρο μαντήλι που πέφτει με χάρη πάνω στους ώμους τους.

Δεν υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι πιο φιλικοί από τους Έλληνες. Από όπου περνούσαμε όλο το χωριό συγκεντρώνονταν, οι μισοί τριγύρω μας, οι άλλοι μισοί στις αυλές τους. Δεν το έκαναν για να μας βρίσουν. Είναι τόσο καλοί άνθρωποι.

Παρ΄ότι στην Κρήτη δεν υπήρχαν ούτε οι μισοί από τους ανθρώπους που απαιτούνταν για να το καλλιεργούν, ωστόσο, παράγεται περισσότερη ποσότητα από μπορούν να καταναλώσουν οι κάτοικοι. Το νησί αφθονεί όχι μόνο σε κρασί, αλλά προμηθεύει τους ξένους λάδι, μαλλί, μετάξι, μέλι, κερί, τυριά, λάβδανο. Καλλιεργείται ελάχιστα το βαμβάκι και το σουσάμι. Το σιτάρι είναι εξαιρετικό, κυρίως στην περιοχή του Ηρακλείου και στην πεδιάδα της Μεσαράς, χωρίς όμως να ξέρουν να κάνουν ψωμί. Το ψωμί τους είναι μια μαλακιά ζύμη, κομματιασμένη και τόσο λίγο ψημένη που κολλά στα δόντια.

Τα κρητικά κρασιά είναι έξοχα, κόκκινα, λευκά και ροζέ. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι βλέπουμε νομίσματα χτυπημένα στην αρχαιότητα για τους Κρήτες, στην πίσω όψη των οποίων αναπαρίστανται στεφάνια από κισσό πλεγμένα με τσαμπιά σταφυλιών. Τα κρασιά σε αυτό το κλίμα έχουν την ξινάδα που χρειάζεται για να εξισορροπήσουν τη γλυκύτητα τους. Αυτή η γλύκα τους, όχι μόνο δεν είναι ανούσια, αλλά συνοδεύεται από ένα απολαυστικό βάλσαμο που κάνει όποιους γεύτηκαν τα κρασιά της Κρήτης να περιφρονούν κάθε άλλο κρασί.

Το μαλλί του Ηρακλείου Κρήτης, όπως και της υπόλοιπης Ελλάδας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για χοντρά υφάσματα, λουριά και στρώματα. Το μετάξι του νησιού θα ήταν τέλειο αν γνώριζαν να το δουλέψουν. Το μέλι είναι εξαιρετικό και μυρίζει θυμάρι, με το οποίο όλη η γη είναι γεμάτη. Το κερί και το λάβδανο δεν είναι προς περιφρόνηση. Αξίζουν τα τυριά των βουνών των Σφακίων. Αν και η Κρήτη είναι μια πλούσια χώρα, ωστόσο οι καλύτερες περιοχές του νησιού δεν καλλιεργούνται καθόλου σωστά, και μάλιστα τα 2/3 αυτού του βασιλείου αποτελούνται από ξερά βουνά, άγονα, δυσάρεστα, απόκρημνα, κατακόρυφα και περισσότερο προσιτά σε κατσίκες παρά σε ανθρώπους.

Joseph Pitton de Tournefort

Ατρέας, ο γενάρχης των Ατρειδών

Ο Ατρέας ήταν ο γενάρχης της τραγικής οικογένειας των Ατρειδών. Ήταν γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας. Εγγονός του Τάνταλου. Είχε μοναδικό αδελφό τον Θυέστη. Η τραγωδία της οικογένειας των Ατρειδών αρχίζει σύμφωνα με την παράδοση από τα δύο αυτά αδέλφια.

Ατρέας, ο γενάρχης των Ατρειδών
Ο θησαυρός του Ατρέα, Μυκήνες

Ο Ατρέας παντρεύτηκε την Αερόπη, την κόρη του Κατρέα από την Κρήτη, εγγονή του Μίνωα. Απέκτησε δύο γιους, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο και μια κόρη την Αναξιβία, μητέρα του Πυλάδη. Ωστόσο, ο Πέλοπας, ο πατέρας του Ατρέα και του Θυέστη, είχε και έναν άλλο γιο, τον Χρύσιππο, που τον απέκτησε σε μεγάλη ηλικία από τη νύμφη Αξιόπη. Επειδή ο γερο-Πέλοπας αγαπούσε πολύ τον τελευταίο γιο του, οι Ατρέας και Θυέστης, παρακινημένοι από τη μητέρα τους Ιπποδάμεια, επειδή φοβήθηκαν ότι θα έχανα τα κληρονομικά τους δικαιώματα πάνω στην Πελοπόννησο, σκότωσαν το Χρύσιππο και τον έριξαν σε ένα πηγάδι. Το πρώτο αυτό έγκλημα θα οδηγήσει σε μια σειρά εγκλημάτων.

Ο Πέλοπας θύμωσε πολύ και τους έδιωξε από κοντά του. Τα δύο αδέλφια πήγαν τότε στις Μυκήνες, όπου βασίλευε ο αδελφός της μητέρας τους Σθένελος, ο πατέρας του Ευρυσθέα. Ο Σθένελος τους πρόσφερε καταφύγιο και μετά το θάνατο του Ευρυσθέα ο Ατρέας παντρεύτηκε την Αερόπη και έγινε βασιλιάς των Μυκηνών.

Ο Ατρέας μετά το θάνατο του Πέλοπα παίρνει στην κατοχή ολόκληρη την Πελοπόννησο και παραμερίζει τον Θυέστη, που τον κάνει βοσκό στα κοπάδια του. Αυτό έγινε γιατί ο Ατρέας είχε στην κατοχή του αρνί με το χρυσόμαλλο δέρμα (που ήταν σύμβολο της δύναμης του). Έτσι ο Θυέστης συνωμοτεί με τη γυναίκα του Ατρέα Αερόπη, γίνεται εραστής της και αυτή τον παρακινεί να κλέψουν το χρυσόμαλλο αρνί για να αφαιρέσουν την εξουσία από τον Ατρέα. Ο Ατρέας αποκαλύπτει τη συνωμοσία και καταδιώκει τη γυναίκα του Αερόπη, που πέφτει με το άλογο της στη θάλασσα από το Ταίναρο και πνίγεται, ενώ ο Θυέστης κρύβεται στα βουνά.

Ο Ατρέας κρατά αιχμάλωτους τους γιους του αδελφού του και τελικά τον καλεί λέγοντας του ότι τον συγχωρεί. Οργανώνει μάλιστα και συμπόσιο προς τιμήν του, όπου του δίνει να φάει τις σάρκες των γιων του που είχε στο μεταξύ σκοτώσει. Ο Θυέστης, όταν το μαθαίνει αυτό, τρελαίνεται. Μόνο ένας από τους γιους του Θυέστη γλύτωσε, ο Αίγισθος, που θα εκδικηθεί αργότερα το κακό που έκανε ο Ατρέας στην οικογένειας του ξελογιάζοντας την Κλυταιμήστρα και σκοτώνοντας μαζί της τον Αγαμέμνονα, όταν ο τελευταίος γύρισε από την Τροία.

Η Μυθολογία αναφέρει ότι ο Ήλιος, από τον αποτροπιασμό που ένιωσε για τα εγκλήματα της οικογένειας του Ατρέα, μια μέρα ανέτειλε από τη δύση.

Δήλος, τόπος ιερός (1400π.Χ.-…)

Ήταν πολύ όμορφες οι Τιτανίδες αδελφές Αστερία και Λητώ. Ο Δίας πρώτα είδε την Αστερία και την πόθησε. Εκείνη όμως, είχε την καρδιά της δοσμένη σε άλλον, τον άνδρα της Πέρση, στον οποίο είχε χαρίσει κόρη την Εκάτη. Ο Δίας την κυνήγησε. Στην απελπισία της η Αστερία πήδηξε από έναν βράχο και έπεσε στη θάλασσα. Θύμωσε ο Δίας και την μεταμόρφωσε σε κακοτράχαλο νησάκι. Και ήταν το μοναδικό στον κόσμο νησί, που δεν μπορούσε κάπου να ριζώσει: πλανιόταν πάνω κάτω στο Αιγαίο, έγινε φωλιά ορτυκιών, το είπαν Ορτυγία. Οι θαλασσινοί το συναντούσαν στα ταξίδια του, το προσπερνούσαν και το ονόμασαν «Δήλος» (=σημαδούρα).

Δήλος, τόπος ιερός
Αναπαράσταση του ναού του θεού Απόλλωνα στη Δήλο

Ο Δίας ξέχασε την Αστερία. Είχε δει την αδελφή της και την είχε ερωτευτεί. Αυτή δεν τον αρνήθηκε. Στους εννιά μήνες την έπιασαν οι πόνοι. Κόντευε να σκάσει από τη ζήλια της η ‘Ηρα και διέταξε κανένας τόπος να μη δεχτεί τη ετοιμόγεννη Λητώ. Με την κοιλιά στο στόμα η Λητώ περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο παρακαλώντας κάπου να σταθεί για να γεννήσει. Απελπισμένη στράφηκε στην αδελφή της, την περιπλανώμενη Δήλο. Εκείνη δέχτηκε. Δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από την Ήρα αφού είχε καταντήσει ένα κακοτράχαλο νησί. Πως, όμως, να γεννήσει η Λητώ πάνω στη Δήλο, έτσι καθώς την παρέδερναν τα κύματα. ήρθε η ώρα του Δία να κάνει κάτι: τέσσερις κολόνες ορθώθηκαν από το βυθό της θάλασσας και στήριξαν τη Δήλο να μένει στο εξής ακίνητη, στη σημερινή της θέση. Η Λητώ είχε βρει πια τόπο να γεννήσει. Και ήρθαν να τη βοηθήσουν και άλλες θεές, παλιές και νέες, η Ρέα, η Θέμιδα, η Αμφιτρίτη ανάμεσα τους.

Όμως, η Λητώ πάλι δε μπορούσε να γεννήσει. Επτά μερόνυχτα ταλαιπωρούνταν χωρίς να μπορεί να ελευθερωθεί. Οι άλλες κατάλαβαν ότι έπρεπε να βρεθεί η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, για να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Την είχε απομονώσει η Ήρα στον Όλυμπο, μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο, για να μη βλέπει και να μην ακούει τι γίνεται στον κόσμο. Έστειλαν την ίριδα να τη βρει. Πείστηκε να πάει. Γεννήθηκε ο θεός Απόλλωνας. Την επόμενη μέρα στο διπλανό νησί γεννήθηκε η Άρτεμη. Η Δήλος έγινε τόπος λατρείας του θεού Απόλλωνα, του θεού του φωτός.

Η Δήλος στο αθηναϊκό άρμα

Ριζωμένη στα νοτιοδυτικά της Μυκόνου, είναι γνωστή ως Μικρή Δήλος, σε αντιδιαστολή με τη Ρήνεια, τη Μεγάλη Δήλο. Διαθέτει ένα από τα πιο ασφαλή φυσικά λιμάνια, αλλά συνδέεται με καΐκι με τη Μύκονο, στην οποία ανήκει διοικητικά.

Κατοικήθηκε αρχικά από Μινωίτες και τον 12ο αιώνα π.Χ. από Μυκηναίους. Δύο αιώνες αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί Ίωνες που έφεραν εκεί τη λατρεία στη Λητώ και τα παιδιά της, Απόλλωνα και Άρτεμη.

Τον 7ο π.Χ. αιώνα η Δήλος αναδείχτηκε σε ιερό κέντρο αμφικτιονίας των Κυκλαδιτών Ιώνων, κάτω από την προστασία της Νάξου. Ιωνική πόλη και η Αθήνα, μπήκε στη δηλιακή αμφικτιονία και ανέλαβε την κηδεμονία της Δήλου. Στα 543 π.Χ., ο τύραννος της Αθήνας Πεισίστρατος προχώρησε σε κάθαρση του ιερού. Μετά το νησί πέρασε στη σύντομη κυριαρχία του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη.

Ο Πέρσης στρατηγός, Δάτις, που πέρασε από εκεί στα 490 π.Χ. πλέοντας προς την Εύβοια και την Αττική, σεβάστηκε τη Δήλο ως τόπο ιερό και δεν την κατέλαβε. Δέκα χρόνια αργότερα όταν ο περσικός κίνδυνος εξέλιπε, η ιδέα μιας μεγάλης συμμαχίας είχε ωριμάσει: η Δήλος έγινε το κέντρο της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία συμμετείχαν 300 πόλεις. Στο νησί είχαν εγκαταστήσει το Κοινό Ταμείο.

Προοδευτικά όμως η συμμαχία μετατράπηκε σε ηγεμονία της Αθήνας. Στα 456 π.Χ. το Ταμείο μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη, ενώ οι Αθηναίοι επενέβησαν ανοιχτά στη διοίκηση του ιερού. Στα 46 π.Χ. διέταξαν «γενική κάθαρση» του νησιού και απαγόρευσαν να γεννιούνται και να πεθαίνουν άνθρωποι στη Δήλο. Οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στη Ρήνεια, αλλά, την επόμενη χρονιά, τους επετράπη να επιστρέψουν. Η διοίκηση και τα οικονομικά του ναού είχαν αναλάβει να διαχειρίζονται τέσσερις αμφικτίονες Αθηναίοι.

Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και την ήττα της Αθήνας η Δήλος πέρασε στην επιρροή της Σπάρτης. Σύντομα όμως οι Αθηναίοι συνήλθαν, ανασύστησαν την συμμαχία και επέβαλαν την κηδεμονία τους στο νησί. όσο διαρκούσε η αθηναϊκή ηγεμονία, ανά τέσσερα χρόνια και μήνα Μάιο, τελούσαν στη Δήλο την εορτή των Δηλίων. Οι Αθηναίοι έστελναν «θεωρούς» και «χορούς». Ο αρχηγός της «θεωρίας» επέβαινε σε πλοίο που ονομαζόταν «δηλία»ή «θεωρία ναυς». Μόλις ο αρχηγός της αποστολής πατούσε στη Δήλο, κατευθυνόταν στο ναό και έψελνε τον «προσόδιον», ύμνο που περιέγραφε όσα πέρασε η Λητώ ώσπου να γεννήσει τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Μετά τις θυσίες βοδιών ακολουθούσαν αγώνες: στίβου, ιππικοί και μουσικοί. Η εορτή τελείωνε με παραστάσεις δράματος και συμπόσια. Η όλη ιστορία ήταν τόσο σεβαστή και ιερή, ώστε όσο έλειπαν από την Αθήνα οι «θεωροί» αναστέλλονταν οι εκτελέσεις θανατικής ποινής.

Το πρόβλημα της Δήλου

Το 315 π.Χ., όταν ο Πτολεμαίος έγινε κυρίαρχος του Αιγαίου, Οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τη κηδεμονία της Δήλου, η οποία ανέκτησε την ανεξαρτησία της. Ως το 166 π.Χ., οπότε το νησί αποδόθηκε πάλι στην Αθήνα, η Δήλος έζησε τη χρυσή 150ετία της. Αναδείχτηκε για άλλη μια φορά κέντρο συνομοσπονδίας των νησιών, ενώ το ιερό της κατακλύσθηκε από πλούσια αναθήματα. Στην εποχή αυτή ανήκουν τα πιο πλήρη επιγραφικά μνημεία της.

Τοπικός άρχοντας, μια γερουσία και η εκκλησία του δήμου διαχειρίζονταν τις υποθέσεις του δηλιακού λαού. Την εποπτεία του ναού ασκούσαν τέσσερις ιεροποιοί, ιερείς και ταυτόχρονα διαχειριστές της περιουσίας του θεού, όλοι με ετήσια θητεία. Κάποια στιγμή οι κάτοικοι της Δήλου απευθύνθηκαν στο μαντείο των Δελφών με το ερώτημα: τι να κάνουν με το βωμό του Απόλλωνα που τους φαινόταν μικρός. Πολύ σοβαρά η Πυθία απάντησε να διπλασιάσουν τον όγκο του. Ποτέ δεν κατάφεραν να λύσουν να βρουν τη λύση, γιατί ο βωμός είχε σχήμα κύβου και οι τότε μαθηματικοί διέθεταν μόνο διαβήτες και χάρακες για να λύσουν γεωμετρικά προβλήματα, χρησιμοποιώντας ευθείες και κύκλους.

Το όλο ζήτημα («να βρεθεί η ακμή κύβου διπλάσιου όγκου από άλλο δοθέντα κύβο») αποκλίθηκε «δήλιον πρόβλημα». Ούτε σήμερα έχει απαντηθεί καθώς η άλγεβρα μόνο κατά μεγάλη προσέγγιση δίνει λύση.

Στα 250 π.Χ. στο νησί φάνηκαν οι Ρωμαίοι. Αρχικά, έστησαν εταιρεία εμπόρων και τραπεζιτών που με την υποστήριξη της Ρώμης απέκτησαν μεγάλη δύναμη στη Δήλο. Στα 166 π.Χ. μετά την ήττα του Μακεδόνα Περσέα, η ρωμαϊκή σύγκλητος παρέδωσε το νησί στην κηδεμονία της Αθήνας.

Η Δήλος έγινε αθηναϊκή κτήση με τους Ρωμαίους ουσιαστικούς κυριάρχους. Οι Αθηναίοι εγκατέστησαν εκεί κληρουχία (στρατιωτική αποικία με διανομή κλήρων -αγροτεμαχίων- στους στρατιώτες, αντί αμοιβής για την εκεί θητεία τους). Από το 146 π.Χ., οπότε και αρχίζει ουσιαστικά η ρωμαϊκή κατάκτηση στην Ελλάδα το νησί γνώρισε μεγάλη ακμή. Εξελίχθηκε σε δυναμικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, καθώς βρέθηκε στο σταυροδρόμι θαλάσσιων επικοινωνιών από την Ανατολή στην Ελλάδα και τη Ρώμη και αντίστροφα.

Η Δήλος εγκαταλείπεται

Στους πολέμους της Ρώμης με τους Πάρθους η Αθήνα πήγε με το βασιλιά Μιθριδάτη, ενώ η Δήλος έμεινε πιστή στη ρωμαϊκή δημοκρατία (88π.Χ). Το νησί αφαιρέθηκε από την εποπτεία της Αθήνας, αλλά γνώρισε μεγάλες καταστροφές και λεηλατήθηκε άγρια από τους Πάρθους στρατηγούς του Μιθριδάτη, Αρχέλαο και Μηνοφάνη.

Όμως, στο Αιγαίοι δρούσαν οι πειρατές Αθηνόδωρος και Ισίδωρος, που αψηφούσαν τους Ρωμαίους και τρομοκρατούσαν τους νησιώτες. Στα 69 π.Χ. κυρίευσαν τη Δήλο, κατέστρεψαν τα ιερά και τους ναούς, αιχμαλώτισαν τους κατοίκους για να τους πουλήσουν δούλους και αποχώρησαν. Δύο αιώνες αργότερα όταν ο περιηγητής Παυσανίας ασχολήθηκε με το νησί, η Δήλος κατοικούνταν μόνο από τους φύλακες του ναού. Στα επόμενα χρόνια η Δήλος λεηλατήθηκε, καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε πολλές φορές. Τελευταίοι το κούρσεψαν οι Ιωαννίτες Ιππότες (1533μ.Χ.).

Μετά η έρημη Δήλος μεταβλήθηκε σε λατομείο για τις ανάγκες των Βενετών και των Τούρκων που έχτιζαν κάστρα στα γύρω νησιά. Ως μια από τις Κυκλάδες πέρασε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος του 1830. Στα 1873 αποστολή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής πήρε άδεια να ανασκάψει το νησί. Οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως σπουδαία ευρήματα. Σοβαρή δουλειά έκαναν στη Δήλο και οι Έλληνες Αρχαιολόγοι: Π.Καββαδίας, Α. Κεραμόπουλος, και άλλοι.

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη

Κανένα από τα νησιά που επισκεφτήκαμε με την κρουαζιέρα δεν μας εντυπωσίασε τόσο όσο η Θήρα. Διασχίσαμε τη θάλασσα και καταλήξαμε σε ένα τεράστιο όρμο που λειτουργεί ως λιμάνι για τη Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη. Κανένα αξιόλογο λιμάνι δεν θα μπορούσε να είναι τόσο καλά προετοιμασμένο.

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη
Κάτοικοι της Θήρας στο (τέλος του 19ου αιώνα)

Ανεβήκαμε στο ψηλότερο σημείο του νησιού. Από εκεί η πόλη Φηρά έμοιαζε με κυματιστή λευκή θάλασσα, οι στέγες χωρίζονταν σχεδόν ομοιόμορφα ανάμεσα στις επίπεδες με στηθαίο, σχεδιασμένο για να συγκεντρώνουν το νερό της βροχής που είναι υπερπολύτιμο για το νησί, και τις θολωτές που μαρτυρούν την έλλειψη ξυλείας, που καθιστά αναγκαία αυτήν την αυτοστηριζόμενη αψίδα από κονίαμα. Αυτό ξαναφέρνει στο μυαλό την έλλειψη ξύλου και νερού. Σε μια στροφή του κεντρικού δρόμου αποκαλυπτόταν μια γοητευτική μακρινή θέα άσπρων τοίχων που πλαισίωναν καθαρές αυλές, στρωμένες με μαύρα και άσπρα βότσαλα, που περιέβαλλαν σε απόσταση ένα καμπαναριό με πολλές καμάρες, ένα καθαρό ανάγλυφο με φόντο το λαμπρό ουρανό, με τη λάμψη της λευκότητας να αμβλύνεται από τις δυνατές πλάγιες σκιές και το χαλκοπράσινο των καμπανών.

Γυρίζοντας στους δρόμους και σταματώντας που και που για να εξετάσουμε τα παράξενα μαγαζιά ή να ατενίσουμε επίμονα από ανοίγματα ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών προς το φανταστικό κόλπο που απλωνόταν πέρα και κάτω, πέσαμε πάνω σε ένα καφενείο που τράβηξε την προσοχή μας. Ο ιδιοκτήτης του, που όμως αποδείχθηκε μιλούσε αρκετά ιταλικά για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε, μας συνόδευσε έξω σε ένα μπαλκόνι με φάτσα προς τη θάλασσα και έβγαλε μια τεράστια καράφα με ντόπιο κρασί. Τι υπέροχο κρασί! Ήταν κίτρινο, γλυκό όσο χρειάζεται για να μη γίνει αηδιαστικό. Ήταν ευχάριστο όσο το έπινες και σε έκανε καλοκάγαθο καθώς το ρουφούσες.

Πάνω από τα κεφάλια μας πλατάγιζε μια ταλαιπωρημένη βρώμικη τέντα από την τεμπέλικη δυτική αύρα. Από κάτω ανέβαινε ο ελικοειδής δρόμος, με τις σειρές των γαϊδουριών να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν σιωπηρά κάτω από τις τρεμοφέγγουσες ζεστές ακτίνες του απριλιάτικου πρωινού.

Μακριά κάτω, και σχεδόν κάτω από τα πόδια μας βρίσκονταν σαν παιδικά παιχνίδια και τα πλοία και το ατμόπλοιο, κοντά στον οικισμό της αποβάθρας, όπου μικροσκοπικοί άνθρωποι, σαν μυρμήγκια, έσπευδαν πολυάσχολοι, αλλά τώρα η απόσταση έσβηνε κάθε ήχο τους. Μέσα από τη θάλασσα των σκεπών που ανέβαιναν και κατέβαιναν ερχόταν το κουδούνισμα μιας επίμονης καμπάνας, που καλούσε τους πιστούς κάποιας εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης. Τέτοια υπέρτατη ευτυχία είναι φτηνή για τρεις δραχμές και κάποια προσθήκη μερικών ευτελών ελληνικών χάλκινων κερμάτων για έκφραση καλοσύνης! Ήταν το στενό αυτό μπαλκόνι που δέσποζε στον όρμο, που μας έκανε να ερωτευτούμε τη Θήρα. Πριν από αυτό ήμασταν απλά επηρεασμένοι.

Στο βόρειο άκρο της πόλης, όπου τελείωναν τα σπίτια άρχιζε η ελεύθερη κορυφογραμμή του βουνού, εκεί υπήρχε ένας παλιός μύλος, στα σπηλαιώδη βάθη του οποίου μας παρότρυνε να μπούμε μια ζαρωμένη γριά. Είχε κάποιο πρωτόγονο μηχανικό εξοπλισμό, με γρανάζια φτιαγμένα από τεράστια στρογγυλά κούτσουρα, πάνω στα οποία είχαν σχηματιστεί χονδροειδή δόντια. Ακριβώς απ΄έξω υπήρχε ένας καπνισμένος φούρνος, γιατί ο μυλωνάς δεν άλεθε μόνο το καλαμπόκι, αλλά το έκανε και ψωμί.

Πέρα από το μύλο δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα που κατοικούνταν, παρ΄ότι σε μια μακρινή στροφή του κρατήρα ήταν ορατό ένα λευκό κομμάτι γης από βασάλτη, που έδινε την εντύπωση πυκνοκατοικημένης πόλης με πύργους και επάλξεις. Ακόμη πιο μακριά προς Βορρά, στο ακρωτήρι που βρίσκεται δίπλα από το πέρασμα στην ανοιχτή θάλασσα, βρίσκεται μια ασήμαντη πόλη, στην κορυφογραμμή επίσης, ενώ κατά μήκος του όρμου προς το Νότο υπάρχουν οικισμοί εδώ κι εκεί και ανεμόμυλοι. Αλλά η πόλη της Θήρας είναι η μόνη που έχει συγκεντρωμένο πληθυσμό.

Προσπαθώντας να αναλύσουμε τις εντυπώσεις που μας δημιούργησε η Θήρα έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κύρια ομορφιά της, εκτός από την παράξενη θέση της, είναι το χρώμα της, και ότι η δυσκολία στην περιγραφή της οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αδυναμία να αποδοθούν με λέξεις οι εκπληκτικές αντιθέσεις των βράχων, της πόλης, του ουρανού και της θάλασσας. Μπορεί κανείς να απεικονίσει κάπως άτονα την αρχιτεκτονική γοητεία της με τη βοήθεια της φωτογραφικής μηχανής, ή αν είναι εξαιρετικά προικισμένος να πλέξει το εγκώμιο του κρασιού της Θήρας. Με τη βοήθεια της γεωλογικής στατιστικής μπορεί κανείς να υποθέσει πως θα ήταν το βουνό αν μπορούσαμε να τραβήξουμε τη θάλασσα και να αποκαλύψουμε τα βαθύτερα σημεία του, αφήνοντας έναν κύκλο από βουνά να σχηματίζει μια κούπα 1.000 μέτρων και κομμένους κεντρικούς κώνους. Μπορεί κανείς, με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, να δικαιολογήσει τη φορτική συμπεριφορά των παιδιών της πόλης, που ζητιανεύουν.

Αλλά για να γίνει μια αληθινή περιγραφή της Θήρας χρειάζεται ο καλλιτέχνης με τα χρώματα του, ενώ το πιο αποτελεσματικό είναι μια προσωπική επίσκεψη, που συνεπάγεται κάποιο χρόνο και κόπο -μικρό σε σύγκριση με τις ομορφιές που βλέπει κανείς στη Θήρα. Και μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι ο κάθε επισκέπτης θα κατηφορίσει, πατώντας προσεκτικά πάνω στις γλιστερές πλάκες, προς το μόλο με ένα σπαρακτικό αίσθημα λύπης που αφήνει αυτό το πανέμορφο νησί του Αιγαίου, και θα αποπλεύσει, περνώντας από το βόρειο πορθμό, με έναν αναστεναγμό, κοιτώντας πίσω του τα φώτα της Θήρας, στο βραχώδες ύψωμα πάνω από τον όρμο, με τα φώτα που τρεμοπαίζουν να ανακατεύονται με τα σταθερά αστέρια της μεσογειακής νύχτας.

Philip Sanford Marden

Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

Αυτό το κίνημα το ήξεραν και οι πρέσβεις της Αγγλίας και Γαλλίας και Ρουσσίας, όμως τους έλεγαν αυτεινών και τις μερίδες των δικών μας που ήταν μ΄αυτούς, ότι δια αυτούς δουλεύομεν. Ο Μεταξάς έδειξε χαρακτήρα, ήταν ξεμακρυσμένος από τους ξένους, στάθη καθώς μιλήσαμεν κατά τον όρκο μας. Το βράδυ συνάζω ανθρώπους και βάζω το σχέδιον εις την ενέργειαν. Ο Θεός στράβωσε την εξουσίαν και την ενέκρωσε, από τη δικαιοσύνην που είχε κι ο βασιλέας κι όλοι αυτείνοι κοιμάτον.

Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843
Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης

……………………………………………………………………………………………

Αφού έγιναν οι νέοι υπουργοί και τους αναγνώρισαν όλοι οι Σύμβουλοι της Επικρατείας, τότε οι νέοι υπουργοί έφκιασαν ένα έγγραφο δια τον Καλλέργη και εμένα να το υπογράψει ο βασιλέας, δι΄ασφάλειαν μας, ότι φυλάξαμε την ησυχίαν. Τότε πήγαν εις τον βασιλέα να υπογράψει το Σύνταγμα κι αυτό. Ήταν και οι Πρέσβεις των Δυνάμεων εις το Παλάτι και τα υπόγραψε όλα και του έγινε ένα μεγάλο «ζήτω» από όλους τους πολίτες της πρωτεύουσας.

Τότε μαζώχτη πολύς κόσμος από όλα τα χωριά και τα νησιά. Δια να μη γένει καμιά αταξία τους σύναξα όλους έξω εις τον κάμπο και τους βάνω ένα λόγο, πως σηκώσαμεν την επανάσταση, πως είμαστε εις τον αγώνα ξυπόλητοι και γυμνοί και νηστικοί τις περισσότερες φορές, πόσοι σκοτώθηκαν, πόσοι σκλαβώθηκαν, πόσοι τούρκεψαν, κι έγινε γης Μαδιάμ η πατρίδα μας, και τίποτα δεν κέρδισαν οι τίμιοι άνθρωποι από την ανοησία μας και την κακία μας, εμάς κι εκείνων που μας κυβερνούσαν αρχή και τέλος, όλο εμφυλίους πολέμους κι άλλες ακαταστασίες κάναμεν. Και χάθηκαν εις αυτά περισσότεροι από τους πολέμους των Τούρκων.

«Ιδού αδελφοί, ο Θεός έκαμεν πάλι το έλεος του και και μας έφερε μόνος του το αγαθό του δώρο και μας προστάτεψε κι εμάς και το Βασιλέα μας, ούτε αυτός να αγανακτίσει εναντίον μας, ούτε εμείς εις τον Βασιλέα μας. Και φώτισε και τα δύο μέρη εις το εξής θα ζήσουμε με την ευλογίαν του Θεού ως πατέρας με τα απιδιά του. Διώχνομεν αύριον και τους Μπαυαρέζους. Και να είμαστε γενναίοι εις αυτούς, να μην θυμηθεί κανένας πάθος από μας να πειράξει κανέναν, ή να διατιμήσει όσο να πάνε εις την ευχή του Θεού. Τώρα εσείς όλοι οι αγαθοί άνθρωποι να υπάγει καθένας εις το σπίτι του ν΄αφήσει τ΄άρματα του, όπως τ΄άφησα κι εγώ και βαστώ εις το χέρι μου το μπαστούνι μου, όπου βλέπετε, και πήρα και το σκαλιστήρι μου κι εργάζομαι εις τον κήπο μου και εις τ΄ αμπέλι μου, ότι ζυγώνει κι ο τρύγος. Αυτά είχα να σας πω αδελφοί.» Σε δύο ώρες δεν έμεινε κανένας από αυτούς.

Φέραμεν και πλοία και μπαρκαρίσαμεν όλους τους Μπαυαρέζους. Τους πήγα εις τον Περαία, όπου είχαν Έλληνες αδικήσει, κατατρέξει, χτυπήσει – τους μεταχειρίζονταν χειρότερα από τους Τούρκους. Δεν εστάθη τρόπος να θυμηθή κανένας Έλληνας παραμικρά από αυτά και να κατατρέξουν κανέναν. Τους μπαρκαρίσαμεν όλους και πάνε εις την δουλειάν τους.

Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης

Στην Άνδρο ζήσαμε μέρες του Αιγαίου

Φτάσαμε στην Άνδρο. Αρχίσαμε την αναρρίχηση μέσα στους στενούς ελικοειδείς δρόμους, ανάμεσα σε ψηλούς πέτρινους τοίχους σκεπασμένους με βατόμουρα που μας αναζωογονούσαν καθώς βαδίζαμε κοπιαστικά.

Στην Άνδρο ζήσαμε μέρες του Αιγαίου
Χαρακτηριστικές ξερολιθιές της Άνδρου

Η εκκλησία της Παναγίας ήταν ασφυκτικά γεμάτη και η ατμόσφαιρα πνιγηρή από τη μυρωδιά του λιβανιού.Το άχαρο κτίριο χωρίς παράθυρα, χτισμένο από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι από σχιστόλιθο, υλικό από το οποίο η ίδια η Άνδρος είναι φτιαγμένη, είναι απλώς ένας τόπος λατρείας. Όμως η θρησκεία δεν εξαρτάται από Παρθενώνες ή Ουεστμίνστερ. Ο Δίας και η ήρα θα μπορούσαν να έχουν βρει μόνο έναν χοντροκομμένο γαμήλιο βωμό στο όρος Όχη και ο Απόλλωνας δεν είχε λόγο να καυχιέται για τον Κύνθο στη Δήλο.

Αυτοί οι χωριάτες ασκούν τη λατρεία τους μάλλον ως επαγγελματική υπόθεση, αλλά μακάρι να είχαμε τη μισή ευλάβεια στις δικές μας εκκλησίες. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πιστεύουν χωρίς αμφισβήτηση, και μερικές φορές είναι να αναρωτιέται κανείς πόση από την πίστη τους έχει ακόμη ρίζες στον Όλυμπο.

Τους αφήσαμε να θυμιατίζουν και συνεχίσαμε την πορεία μας ανάμεσα στα σκιερά δρομάκια προς το μέρος που μας παραχωρήθηκε για τη φιλοξενίας μας στην Άνδρο. Είναι ένα αγρόκτημα με 12 πεζούλες, που το ύψος του ξεπερνά το πλάτος του και ανήκει παραδόξως σε έναν Αμερικανό πολίτη, που γεννήθηκε εδώ, αλλά τώρα κατοικεί πέρα από τη θάλασσα στη μεγάλη πατρίδα. Πριν από χρόνια ο νέος από την Άνδρο πήγε στη Σμύρνη και από εκεί στην Νέα Υόρκη. Τελείωσε το κολέγιο, σπούδασε ιατρική και θεολογία, παντρεύτηκε μια Αμερικανίδα, με την οποία και τα παιδιά τους περνά τα καλοκαίρια σε αυτό το ακανόνιστο πέτρινο εξωχικό στην κορυφή της Κατακοίλου, και τους χειμώνες στο μεγαλύτερο σπίτι στο Μπατσί, που αποτελούσε στο διάστημα της παραμονής μας την κατοικίας μας. Τώρα, με την επιστροφή του στην Αμερική, το οίκημα χρησιμοποιείται ως προσωρινό κατάλυμα από το διευθυντή του σχολείου, ο οποίος με κόπο από το Μπατσί μέχρι εκεί με τα πόδια και θεωρεί ότι το ταξίδι αυτό που κάνει μία φορά τη εβδομάδα είναι αποτελεσματική άσκηση.

Το αγρόκτημα το φροντίζει ο παπάς με το αζημίωτο βέβαια, γιατί κάθε πεζούλα είναι φορτωμένη με φρούτα, ροδάκινα, αχλάδια, ρόδια σύκα, λεμόνια, πορτοκάλια, ελιές, κυδώνια, καρύδια, μούρα, βατόμουρα, σταφύλια, σε τέτοια αφθονία και ποιότητα που ο καθένας θα ευχόταν να είναι παιδί για να έχει πιο καλό πεπτικό σύστημα.

Στο παλιό σπίτι γευματίζαμε, ξαπλώναμε καταγής κατά από τις συκιές, ανεβοκατεβαίναμε στο αγρόκτημα με τις πεζούλες του. Τελικά χορτασμένοι από ξεκούραση και ηρεμία, κατηφορήσαμε στην πίστα του χορού όπου οι νέοι και οι νέες χόρευαν με γρήγορα βήματα πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και με σοβαρό ύφος, σαν να έκαναν την προσεχή τους. Ο χώρος της ορχήστρας ήταν μια επίπεδη στρογγυλή βεράντα μπροστά στο οινοπωλείο και ο χορός έμοιαζε να είναι συνέχεια της πρωινής λειτουργίας. Οι ενδυμασίες δεν ήταν φανταχτερές και ο ερωτισμός απουσίαζε εντελώς από τις κινήσεις τους: ο πιο αυστηρός ηθικολόγος δεν θα είχε τίποτα να ψέξει.

…………………………………………………………………………………

Ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου και εμείς πήγαμε στην Κατάκοιλο για την απονομή των ενδεικτικών. Το κτίριο του σχολείου ήταν απλώς τέσσερις τοίχοι από σχιστόλιθο της Άνδρου, με μαι μεγάλη σκεπή φτιαγμένη από κυπαρίσσια. Το πάτωμα ήταν το ίδιο το έδαφος, η έδρα του διευθυντή ένα είδος ξύλινου κουτιού και τα θρανία χοντροκομμένοι πάγκοι χωρίς πλάτη. Τα παράθυρα ήταν επίσης ξύλινα χωρίς τζάμια. Ο διευθυντής στεκόταν στην έδρα του με το ξεθωριασμένο του σακάκι ριγμένο στους ώμους του, ενώ περίπου 20 αγόρια, 12 χρονών και κάτω, κάθονταν στους πάγκους.

Φτάσαμε το καταμεσήμερο και τα παιδιά περίμεναν τον ερχομό του παπά, που θα τα εξέταζε στα θρησκευτικά. Μας έδωσαν σκαμνιά γιατί δεν υπήρχαν καρέκλες, και όταν εμφανίστηκε ο παπάς συνεχίστηκε η διαδικασία. Ένα παιδί είπε την προσευχή και ακολούθησε η κατήχηση. Αφού εξετάστηκαν τα παιδιά στα μαθήματα της τάξης τους, γλώσσα, μαθηματικά και ιστορία, υπογράφτηκαν τα πρακτικά του σχολικού έτους από τον πληρεξούσιο του δημάρχου, τον παπά και δύο χωριανούς και στη συνέχεια πήγαμε στο δείπνο που ακολούθησε.

Irving Manatt

Πάσχα στην Πάρο

Περάσαμε την Κυριακή του Πάσχα στην Πάρο. Ήταν μια ήρεμη μέρα, χωρίς τίποτα το εντυπωσιακό, στην τοπική εκκλησία που ήταν παλιά και ασυνήθιστη και είχε, ενδιαφέρουσα εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία, γιατί ορισμένα τμήματα της ανάγονται στην ειδωλολατρική εποχή. Το πάτωμα της ήταν στρωμένο με αρωματικά φύλλα που είχαν πέσει και πατηθεί κατά την προηγούμενη νύχτα από τους πιστούς της μεσονύχτιας λειτουργίας, μέρος της οποίας παρακολουθήσαμε στο γειτονικό νησί, Ίος. Οι δρόμοι της Πόλης της Πάρου ήταν έρημοι, γιατί το Πάσχα στην Πάρο είναι μια σπιτική γιορτή. Ο ήχος κάποιου πυροτεχνήματος ακουγόταν κάθε τόσο.

Πάσχα στην Πάρο
Αρχαιοελληνικά και χριστιανικά στοιχεία στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου

Κάναμε ένα πρωινό περίπατο στους δρόμους της πόλης και φθάσαμε στην σε μια μεγάλη άσπρη εκκλησία, όχι μακριά από τη θάλασσα που ήταν αφιερωμένη στην Παναγία, που λέγεται Παναγία Εκατονταπυλιανή: ήταν ένα είδος τριπλής εκκλησίας μ δύο παρεκκλήσια αριστερά και δεξιά της κύριας αίθουσας της εκκλησίας και περίπου στο ίδιο μέγεθος. Στο δεξιό παρεκκλήσι υπήρχε μια σταυροειδής κολυμπήθρα αρκετά παλιά και σε μικρό ύψος από το επίπεδο του πατώματος, πράγμα που φανέρωνε τη χρήση αυτού του τμήματος του ναού.

Η παρουσία των αρχαίων μαρμάρινων κιόνων που ήταν ενσωματωμένοι στο πρώιμο χριστιανικό οικοδόμημα ήταν εξίσου εντυπωσιακή. Στο κύριο μέρος του ναού, το πιο αξιοσημείωτο, υπήρχε ένα πέτρινο τέμπλο με τρεις θύρες που οδηγούν μέσα στο Ιερό αντί για τη συνηθισμένη μία θύρα, μια διαρρύθμιση που πολλοί θεωρούν ότι προσομοιάζει το προσκήνιο του αρχαίου θεάτρου.

Ήταν εντελώς άδεια και υπήρχε μια βαριά μυρωδιά από λιβάνι και μυρωδιά βάλσαμου από τα φύλλα και τα κλαδιά που είχαν πέσει την προηγούμενη νύχτα. ήταν όλα ακίνητα, πολύ υγρά και κρύα και εμφανώς πολύ παλιά, που χωρίς αμφιβολία έχουν αντικαταστήσει κάποιον προηγούμενο ειδωλολατρικό ιερό χώρο.

Στην αυλή μπροστά στην εκκλησία υπήρχε ένα είδος εγκαταλελειμμένου μοναστηριού, που με τους τοίχους περιέκλειε το χώρο μπροστά από τη εκκλησία. Σε ένα τμήμα των κτιρίων αυτού του περιφραγμένου χώρου υπάρχει ένα μικρό μουσείο, γνωστό κυρίως για τις επιγραφές, μία από τις οποίες αναφέρεται στον Αρχίλοχο, το συγγραφέα της ιαμβικής ποίησης, που ζούσε στην Πάρο τον 7ο αιώνα π.Χ. Η Πάρος ήταν, φυσικά, γνωστή για τα μάρμαρα της. Το λατομείο από όπου προέρχονταν οι τεράστιοι ογκόλιθοι βρισκόταν στα βορειοανατολικά.

Τριγυρνώντας στην μικρή σύγχρονη πόλη, που βρίσκεται στην ίδια τοποθεσία που βρισκόταν η αρχαία πόλη της Πάρου, και λέγεται Παροικιά, διαπιστώσαμε ότι δεν έλειπε το χρώμα που ήταν τόσο ευχάριστο στα μάτια, παρ΄όλο που οι δρόμοι ήταν γενικά λασπωμένοι και βρώμικοι.

Στη νότια πλευρά του λιμανιού υπάρχει ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπήρχε στην αρχαιότητα μια μικρή ακρόπολη, που ακόμη και έχει στην κορυφή ένα σχετικά ογκώδη πύργο, χτισμένο από τους Φράγκους, λίγο πιο πέρα από τα αρχαία μαρμάρινα οικοδομήματα. Απ΄έξω είχε κανείς μια παράξενη εικόνα μιας καλύβας φτιαγμένης από κορμούς, εικόνα που δημιουργούνταν από τη χρησιμοποίηση μαρμάρινων κιόνων για τα τείχη, με τον κάθε κίονα με τις πλευρές στραμμένες προς τα έξω, που δέσποζε και εντυπωσίαζε.

Μέσα βρήκαμε μια μικρή λάρνακα, ερειπωμένη όπως ήταν και η μεγάλη εκκλησία, που όμως έχει ακόμη μαρτυρίες πρόσφατης θρησκευτικής δραστηριότητας. Εκτός από τα απομεινάρια παλαιών ναών, που χρησιμοποιήθηκαν στα τείχη του φράγκικου φρουρίου, λίγα πράγματα στην Πάρο θυμίζουν την εποχή που ήταν η πλουσιότερη από όλες τις περιοχές που ήταν υποτελείς στην Αθήνα.

Τα πιο διατηρημένα από τα κλασικά μνημεία είναι τα λατομεία, τώρα εγκαταλελειμμένα, που όμως φέρουν τα σημάδια της αρχαίας σμίλης από όπου προήλθε η πρώτη ύλη για τα περισσότερα από τα φημισμένα ελληνικά γλυπτά που μας παραδόθηκαν.

Philip Sanford Marden

Ανάσταση στην Ίο

Η κύρια τελετή της γιορτής του Πάσχα στην Ελληνική Εκκλησία γίνεται τη νύχτα πριν το Πάσχα μάλλον, παρά ανήμερα. Αισθανθήκαμε πολύ τυχεροί που παρακολουθήσαμε αυτήν την νυχτερινή λειτουργία και κάναμε Ανάσταση στην Ίο.

Ανάσταση στην Ίο
Η πόλη της Ίου

Εκεί η εκκλησία ήταν μικροσκοπική με άσπρους τοίχους, χαμηλή σκεπή και γεμάτη μέχρι έξω από την πόρτα, ενώ από την ανοιχτή είσοδο έβγαινε η μονότονη ψαλμωδία μιας ανδρικής χορωδίας, με τις φωνές να επιστρέφουν πάντα σε ένα έντονα τονισμένο και μελωδικό ρεφρέν.

Τα κεριά αποτελούσαν το μόνο φωτισμό. Στα δεξιά μια χορωδία ανδρών και αγοριών, υπό τη διεύθυνση του σχολείου, έψαλλε την ατελείωτη και επίμονη λιτανεία του ελάσσονα. Ένας γέρος διοπτροφόρος παπάς περιεργαζόταν το εκκλησίασμα από την είσοδο του ιερού. Οι άνδρες φαίνονταν ιδιαίτερα ευσεβείς, παίρνοντας στα χέρια τους την εικόνα που βρισκόταν μπροστά στην είσοδο και φιλώντας τη πολλές φορές. Καθώς μπαίναμε μας έδωσαν από ένα κερί περίπου 30 εκατοστών και στεκόμασταν στριμωγμένοι ανάμεσα στο μικρό ακροατήριο κρατώντας τα μπροστά μας και με τους καλοσυνάτους ανθρώπους να μας κοιτάζουν ζωντανή και καλοπροαίρετα χιουμοριστική περιέργεια. Σε λίγο ο παπάς προχώρησε μπροστά από την πόρτα του ιερού με το κερί του αναμμένο, που ήταν το σύνθημα για ένα συναρπαστικό στριμωξίδι πολλών μικρών αγοριών που βρέθηκαν γύρω του, προσπαθώντας το καθένα να ανάψει πρώτο το κερί του. Έπειτα από αυτό η φλόγα πήγε από κερί σε κερί μέχρι που ο καθένας κρατούσε το δικό του μικρό φανάρι, και ακολουθώντας το γέροντα παπά προχωρήσαμε όλοι μαζί προς την πλατεία που βρισκόταν μπροστά στην εκκλησία όπου συνεχίστηκε η λειτουργία.

Η Ανάσταση στην Ίο ήταν ένα θέαμα που δεν μπορεί εύκολα να ξεχαστεί: η μικρή πλατεία, με το βάθρο του Χριστού στο κέντρο της και το πλήθος των πιστών γύρω γύρω, με τον καθένα να κρατά το αναμμένο κερί του και όλη η περιοχή να πλημμυρίζει από μια κίτρινη λάμψη. Η μονοτονία της λειτουργίας συνεχιζόταν όπως πριν. Η ήπια νυχτερινή αύρα επαρκούσε τώρα για να σβήσει ένα απροστάτευτο κερί, αλλά όποτε συνέβαινε αυτό, οι διπλανοί έδιναν τη φλόγα τους και ο φωτισμός ανανεωνόταν με το ρυθμό που διακοπτόταν.

Η γραφική λειτουργία κορυφώθηκε με την ανακοίνωση του «Χριστός Ανέστη». Με αυτές τις μαγικές λέξεις όλοι οι φραγμοί έπεσαν. Όλοι οι πιστοί έγιναν φορείς αυτής της ιερής χαράς. Ένας σωματώδης άνδρας άρπαξε το σκοινί της καμπάνας που κρεμόταν έξω από την εκκλησία και χτύπαγε με ζωηρό ρυθμό τις πολλές καμπάνες που υπήρχαν ψηλά. Διαχυτικά πληθωρικά αγόρια εξακόντιζαν εκρηκτικά πυροτεχνήματα στους τοίχους των γειτονικών σπιτιών, προκαλώντας ένα χαρούμενο βουητό με γνήσιο μεσογειακό τρόπο.

Οι θρησκευτικές γιορτές όλων των νότιων περιοχών φαίνεται ότι αποτελούν κατάλληλες ευκαιρίες για ζωηρές εκδηλώσεις παρόμοιες με αυτές που είμαστε συνηθισμένοι να παρακολουθήσουμε στη δική μας εθνική εορτή. Γρήγορα αντιληφθήκαμε ότι και οι άλλες εκκλησίες στην περιοχή είχαν φτάσει στο «Χριστός Ανέστη» περίπου την ίδια ώρα, γιατί μακρινές καμπάνες και πυροτεχνήματα γρήγορα ανήγγειλαν την Ανάσταση του Κυρίου.

Χωρίς αμφιβολία ένα μέρος της πασχαλινής χαλάρωσης οφείλεται στην αντίδραση στην αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής των Ελλήνων, καθώς και σε ένα αίσθημα πίστης και αφοσίωσης που ανανεώνεται κάθε χρόνο κατά τη γιορτή αυτή με ένα ζήλο που παραπέμπει στην πρώτη μυθιστορηματική ανακάλυψη της αιώνιας σωτηρίας ως θείας αλήθειας. Η ελληνική Σαρακοστή είναι μια αυστηρή περίοδος κατά την οποία η αποχή από φαγητό και κρασί, είναι εκπληκτικά πλήρης: έχει αναφερθεί από ταξιδιώτες στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια ότι αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες από την αδυναμία εξασφάλισης τροφής, ειδικότερα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας,

Η αγροτιά ακολουθούσε πρόθυμα τη νηστεία. Οι ντόπιοι καταφέρνουν να επιβιώνουν με εκπληκτικά λίγη τροφή κατά τη διάρκεια των σαράντα ημερών. Δεν είναι παράξενο που με τον ερχομό του Πάσχα αποβάλλουν κάθε συγκράτηση σε μυρωδιές και εκδηλώνουν μια χωρίς όρια ευχαρίστηση. Από αυτά δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι επικρατεί ανάρμοστη ελευθεριότητα. Η λειτουργία μετά από τη διακοπή από τις καμπάνες και τα βαρελότα, επανήλθε στον ρυθμό της και διήρκεσε μέχρι τις τρεις το πρωί, γεγονός το οποίο φανερώνει ότι η ευχάριστη ατμόσφαιρα του Πάσχα συνοδεύεται από μια κόσμια συγκράτηση και αναβλητικότητα.

Αφού έγινε η Ανάσταση στην Ίο και ανταλλάξαμε πολλά «Χριστός Ανέστη» μεταξύ μας και με τους χωρικούς, ξεκινήσαμε περνώντας από τα στενά σοκάκια της πόλης και ακολουθήσαμε τον τραχύ δρόμο προς το πλοίο, κρατώντας τα αναμμένα κεριά, προστατεύοντας τα από τον δυνατό άνεμο. Σχηματίσαμε μια μακριά πομπή φώτων, καθώς ανηφορίζαμε την πλαγιά, προς τις βάρκες, μια ταιριαστή κορύφωση μιας από τις πιο παράδοξες εμπειρίες που είχαμε στο Αιγαίο.

Βρήκαμε τα κόκκινα αυγά, χαρακτηριστικά του ελληνικού Πάσχα, να μας περιμένουν στο πλοίο. Αυγά σφιχτά και βαμμένα με χυμό από παντζάρι ή άλλη ανάλογη χρωστική ουσία, που τα βλέπαμε να υπάρχουν σε γαβάθες για 1-2 βδομάδες μετά το Πάσχα. Οι Έλληνες τηρούν το έθιμο αυτό γιατί πιστεύεται ότι είναι η ανάμνηση ενός θαύματος που έγινε για να πεισθεί μια δύσπιστη γυναίκα για την αλήθεια της Ανάστασης.

Philip Sanford Marden

Το Ιερό της Δήλου

Αναρριχηθήκαμε ανάμεσα σε χωράφια με κριθάρι, με κατακόκκινες παπαρούνες και περπατήσαμε ανάμεσα σε ανθισμένο τριφύλλι για να φτάσουμε μέχρι το Ιερό της Δήλου.

Το Ιερό της Δήλου
Ο στεγασμένος με ογκόλιθους γρανίτη χώρος, όπου γεννήθηκαν οι δύο θεοί στον Κύνθο της Δήλου

Αν ο ίδιος ο Όμηρος ήταν εδώ για να τραγουδήσει στις μεγάλες συνάξεις των Ιώνων και όντως τραγούδησε αυτόν τον ύμνο της Δήλου, βρήκε σίγουρα τα άνθη του και την ευωδία του, αν όχι και το φοίνικα του. Και στο σημείο αυτό η προσευχή της Χρυσηίδας θα μπορούσε να έχει διαμορφωθεί στο μυαλό του. Ενώ ο Κύνθος δεν είναι παρά ένας χωματόλοφος ανάμεσα σε βουνά, για το μάτι του νου όμως κανένα επιβλητικό βουνό στη Γη δεν προσφέρει πλατύτερο ορίζοντα από αυτό το παρατηρητήριο στη μικρή Δήλο. Αν κάποιος θέλει να γοητευτεί από το Αιγαίο και τις ιστορίες που το συνοδεύουν, πρέπει να βρεθεί σε εκείνο το μέρος. Στρογγυλά σαν δαχτυλίδια, τα νησιά σχηματίζουν έναν κύκλο που υψώνεται από τον ορίζοντα. Τα νησιά αυτά που σχηματίζουν ένα κύκλο, «Κυκλάδες», ήταν το παλιό ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα «Τα μαργαριτάρια της Ελλάδος» -και κατά τον ποιητή Καλλίμαχο «ένας χορός που χόρευε γύρω από την εύοσμη Αστερία», όπως ονομαζόταν η Δήλος σε παλαιότερους χρόνους.

Το Ιερό της Δήλου είναι ο βωμός στη μεγάλη πλατιά ορχήστρα του Αιγαίου. Σε αυτή θάλασσα που φουσκώνει ελαφρά και τρεμοφέγγει, έχεις την εντύπωση μιας ρυθμικής κίνησης των νησιών. Και παρ΄όλο που ο Κύνθιος βάρβιτος έχει σιωπήσει από καιρό, υπάρχει μια αίσθηση λεπτής μελωδίας των πρωινών άστρων.

Τα ερείπια των ναών που κάποτε ήταν αφιερωμένοι στον Κύθνιο Δία ή την Αθηνά σε αυτήν την κορυφή του λόφου. Αλλά τα λίγα υπολείμματα ενός φράγκικου κάστρου στη θέση αυτή δείχνουν ότι κατά το Μεσαίωνα η Δήλος δεν ήταν έρημος τόπος, όπως υπήρξε για δεκαοχτώ αιώνες. Ο Παυσανίας τη βρήκε να κατοικείται από έναν μόνο άνθρωπο που φύλασσε τον Ιερό της Δήλου και ένας ποιητής, έναν αιώνα πριν, είχε γράψει: «Ποιος θα περίμενε να είναι πιο έρημη από την Τήνο;». Σήμερα το σύνολο του πληθυσμού του ιερού του νησιού, όταν δεν αυξάνεται από άτομα που βρίσκονται σε καραντίνα λόγω πανώλους, σε περιοχές της Ανατολής αποτελείται από τον έφορο των μαρμάρινων ερειπίων και δύο κοπάδια από κατσίκια από τη Μύκονο, που είναι πράγματι κάτοικοι της Δήλου μόνο όταν υπάρχει βοσκή.

Αλλά πρέπει να πας στην Τήνο αν θέλεις να δεις τους Έλληνες να συγκεντρώνονται από τρεις ηπείρους εκεί τώρα, όπως παλαιότερα συνωστίζονταν στη Δήλο, και αν ήθελες να ακούσεις τους κανονιοβολισμούς. Και μια ματιά στα μάρμαρα της Δήλου που έχουν χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο της εκκλησίας, του προσκυνήματος θα εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό την ερείπωση της Δήλου.

Irving Manatt

Ο Σιμωνίδης ο Κείος (556π.Χ.-468π.Χ.)

Ο Σιμωνίδης από την Κέα έζησε από το 556 π.Χ. έως το 468π.Χ. και στάθηκε από τους πιο επιφανείς λυρικούς της αρχαιότητας. Πολλά χρόνια της ζωής του τα πέρασε στις αυλές των τυράννων ή των βασιλιάδων διαφόρων ελληνικών πόλεων γράφοντας ποιήματα με αμοιβή. Φιλοξενήθηκε από τους Πεισιστρατίδες στην Αθήνα και από τους Αλευάδες και τους Σκοπάδες στη Θεσσαλία. Στην Αθήνα, όπου ζούσε τα χρόνια των Περσικών πολέμων, έγραψε τις φημισμένες ελεγείες του καθώς και τα επιγράμματα του για τους νεκρούς του πολέμου. Δέχθηκε πολλές τιμές και κέρδισε τη φιλία του Θεμιστοκλή.

Στα 476π.Χ., καλεσμένος από τον τύραννο των Συρακουσών Ιέρωνα, ο Σιμωνίδης πήγε στη Σικελία. Εκεί κατάφερε να συμφιλιώσει τον Ιέρωνα με τον Θήρωνα, τον τύραννο του Ακράγαντα, που ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν. Πέθανε στη νησί της Σικελίας το 468π.Χ. σε βαθιά γεράματα. Το έργο του, από το οποίο ένα πολύ μικρό μέρος σώζεται, περιελάμβανε ύμνους, εγκώμια, θρήνους, επινίκια, ελεγείες, επιγράμματα και άλλα. Η ποίηση του, που γενικά είχε κέντρο τον άνθρωπο, διαδόθηκε πάρα πολύ και έγινε πανελλήνια. Ο Πλάτων τον κατατάσσει στους επτά σοφούς.

Ο Σιμωνίδης ο Κείος
Ο Σιμωνίδης ο Κείος

Ο Σιμωνίδης γράφει

Εκείνων που σκοτώθηκαν στις Θερμοπύλες

Εκείνων που σκοτώθηκαν στις Θερμοπύλες

ένδοξη η τύχη, ωραίος ο θάνατος τους,

κι ο τάφος τους βωμός

ανάμνηση τους πρέπει και όχι γόοι

κι εγκώμιο είναι γι΄αυτούς το μοιρολόι.

Τέτοιος εντάφιος στολισμός

ποτέ τη λάμψη δε θα χάσει

απ΄τον καιρό τον παντοδαμαστή

κι ούτε σκουριά ποτέ θα τον σκεπάσει.

Στο μνήμα των αντρείων ετούτο το ιερό

η δόξα της Ελλάδας έχει θρονιαστεί

το μαρτυρά κι ο βασιλιάς της Σπάρτης ο Λεωνίδας,

που αφήνει στολίδι πίσω του αρετής τρανό

κι ένα όνομα που αμάραντο θα μείνει.

Η Αρετή

Ένας λόγος λέει: Σε βράχια

η Αρετή δυσκολοπάτητα φωλιάζει

κι έναν τόπο θείο και πάναγνο αφεντεύει,

δεν μπορούν του καθενός θνητού τα μάτια

να τη δουν, την αντικρίζει μόνο εκείνος

που από μέσα του ο ιδρώτας σπαραγμός

της καρδιάς του, θ΄ αναβρύσει,

μόνο εκείνος που ως τ΄ ακρόκορφο θα φτάσει

της αντρείας.