Κούρος -η γυναικεία μορφή αντίστοιχα Κόρη- είναι η ονομασία των μεγάλων διαστάσεων μαρμάρινων αγαλμάτων ανδρικής μορφής, τα οποία μετά την μέση αρχαϊκή περίοδο 580 π.Χ. δεσπόζουν στην ελληνική τέχνη. Οι Κούροι είναι γυμνοί, ενώ οι Κόρες είναι ντυμένες.

Κούρος και Κόρη
Κροίσος, ο κούρος της Αναβύσσου

Στόχος της αρχαϊκής πλαστικής σε ένα μεγάλο της μέρος είναι ο κούρος ο «ανδρόπαις», ο οποίος θα παραμείνει για περισσότερα από εκατό χρόνιατο θέμα που θα επεξεργασθούν οι γλύπτες σε όλη την έκταση του ελληνικού χώρου. Ο νέος άνθρωπος στην πιο καλή του ώρα, θα στηθεί στα ιερά «αγάλματα» για τον θεό, είτε αποτελεί εικόνα του ίδιου του θεού είτε εικόνα του ανθρώπου που προσφέρεται σον θεό. Η ίδια αυτή μορφή θα υψωθεί πάνω στους τάφους των ανδρών, μνήμα της αλκής και της ομορφιάς τους, όχι εικόνα εφήμερη μιας συμπτωματικής στιγμής της ζωής τους.

Σ.τα τελευταία χρόνια του 7ου π.Χ. αιώνα οι Έλληες γοητεύονται ακόμα από το μέγεθος του έργου, όπως μαρτυρούν τα λείψανα του κολοσσού των Ναξίων στη Δήλο. Στις εξωτερικές αυτές αξίες του λέργου δεν θα σταθούν όμως για πολύ οι Έλληνες. Προτού ακόμη φθάσουν στην σολώνεια αντίληψη της «ευνομίας» και του μέτρου, θα προχωρήσουν προς τη σύλληψη των καλλιτεχνικών μορφών που προκύπτουν από μια εσωτερική θεώρηση και αποτελούν έκφραση ουσιαστικών και μόνιμων αξιών.

Υπερφυσικό είναι ακόμη το μέγεθος των πρώτων κούρων της Αττικής: του Διπύλου, που σώζεται μόνο η κεφαλή και ένα χέρι, και των δύο του Σουνίου, αλλά ένας από τους πρωιμότερους ο κούρος της Νέας Υόρκης, έχει αποκτήσει τα ανθρώπινα σχεδόν μέτρα. Με τις πρώτες αυτές δημιουργίες της η αττική τέχνη παίρνει πρωτεύουσα θέση σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο και προβάλλει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της. Η κεφαλή του Διπύλου με το καθαρό και σύμμετρο ελλειπτικό πρόσωπο, το υψηλό μέτωπο, τα ευαίσθητα τόξα των φρυδιών που πλαισιώνουν τα δύο μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, τις πλατιές παρειές, τα έξοχα σχηματοποιημένα αυτιά και τέλος την πλούσια, σοφά στυλιζαρισμένη και συγχρόνως ελεύθερα διευθετημένη κόμη, αρχίζει στα τελευταία χρόνια του 7ου π.Χ. αιώνα το γενεαλογικό δέντρο των αττικών κούρων που θα τελειώσει ένα αιώνα αργότερα.

Γύρω στο 600π.Χ. οι τεχνίτες προχωρούν γρήγορα στις πλαστικές κατακτήσεις. Το απλό γεωμετρικό σχήμα της κεφαλής διαφοροποιείται και αποκτά μεγαλύτερη κίνηση και πλούτο, τόσο στο περίγραμμα του όσο και στον κυματισμό των επιμέρους επιφανειών. Το σώμα αποκτά ελαστικότητα, καθώς διαφοροποιούνται οι μεγάλες επιφάνειες σε μικρότερους πλαστικούς όγκους με τις μελετημένες αυλακώσεις της κοιλιακής χώρας και της πλάτης, οι αρθρώσεις αποκτούν δύναμη και τα σχήματά τους γίνονται πιο ρευστά.

Στον αρχαϊκό κούρο βρίσκουμε ένα κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα : το «αρχαϊκό μειδίαμα». Το μειδίαμα αυτό δεν είναι ψεύτικο, ούτε οφείλεται σε άτυχη αδεξιότητα των τεχνιτών. Αποτελεί μια λεπτομέρεια χαρακτηριστική, που εκφράζει μαζί με όλη την άλλλη επεξεργασία του σώματος, και προπάντων του προσώπου, τη χαρά και την άφατη αγαλλίαση του ανθρώπου μπροστά στο θαύμα του κόσμου. Η στάση αυτή σφραγίζει μια εποχή, αυτή που ονομάζουμε ώριμη αρχαϊκή. Ούτε πριν ούτε μετά υπάρχει αυτό το μειδίαμα. Στους πρώτους κούρους βρίσκει ακόμη ο θεατής μια έκφραση σοβαρή, μια στάση ευθύνης που φτάνει στα τελευταία αρχαϊκά χρόνια τα όρια του τραγικού.

Από τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικά ρεύματα: ένα συντηρητικό, που συνεχίζει τη παράδοση και ένα νεωτεριστικό, που ετοιμάζει νέους δρόμους που θα οδηγήσουν τελικά στο ξεπέρασμα των αρχαϊκών σχημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο κούρος της Αναβύσσου (Κροίσος), που χρονολογείται το 525π.Χ. δεν είναι πια «ανδρόπαις», αλλά «άνδρας». Έχει μια πρωτοΐδωτη σωματική πληρότητα, η σάρκα είναι αφθονότερη από όσο στα περισσότερα αττικά έργα, το πρόσωπο έχει μια κατασκευή στέρεη κα ιπλατιά, μια αυστηρή δομή και διάταξη των όγκων.

Η λανθάνουσα κίνηση όλων των αρχαϊκών αγαλμάτων, η οποία μέσα από τη φαινομενική ακινησία και την αυστηρή μετωπικότητα κατόρθωνε με τις αδιόρατες αποκλίσεις και συμμετρίες να τα εμψυχώνει, χαρίζοντάς τους παλμό ζωής, έχει σχεδόν ξεπεράσει τα όριά της και παύει να είναι «λανθάνουσα». Όμως η τελική αποδέσμευση του σώματος συντελείται στις αρχές του νέου αιώνα.

Κούρος και Κόρη
Παιδί του Κριτίου

Το άγαλμα ενός νέου που πιστεύεται ότι έγινε από τον γλύπτη Κριτίο γύρω στο 485π.Χ. και ονομάζεται «παιδί του Κριτίου», ανοίγει νέους δρόμους με απλή αλλά για την ιστορία της τέχνης βαρυσήμαντη καινοτομία: παύει να πατά στο έδαφος και με τα δύο πέλματα, δηλαδή να στηρίζεται και στα δύο αλύγιστα πόδια. Τώρα στηρίζεται γερά μόνο στο ένα (στο αριστερό), ενώ λυγίζει ελαφρά στο γόνατο το άλλο. Η μικρή αυτή τεραβολή προκαλεί αλλεπάλληλες κινήσεις και αντικινήσεις όλων των μελών του σώματος και θέτει νέους νόμους στην ααλστική απόδοση του κορμιού. Το «παιδί του Κριτίου» είναι ορόσημο για το τέλος ητς αρχαϊκής εποχής και την αρχή της νέας -κλασικής- εποχής.

Κόρες

Το δεύτερο θέμα με το οποίο εκφράσθηκε η αρχαϊκή πλαστική είναι η μορφή της Κόρης. Απέννατι στον γυμνό νέο στέκεται η ντυμένη νέα. Το καινούργιο στοιχέεί που εμφανίζεται, το ένδυμα περιπλέκει περισσότερο το πλαστικό πρόβλημα, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, αλλά συγχρόνως προσφέρει νέα στοιχεία για γλυπτική επεξεργασία, νέα εκφραστικά μέσα, πλουτίζει την κλίμακα της πλαστικής, που γίνεται έτσι πιο πολύφωνη και πολύτροπη. Η προσπάθεια του τεχνίτη να επιτύχει την αρμονική και ισότιμη συζυγία των δυο μελών, του σώματος και του ενδύματος, ήταν μακρόχρονη και επίπονη.

Την ιστορία του θέματος της κόρης, από τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα και ύστερα, μπορούμε να παρακολουθήσουμε καλύτερα από οπουδήποτε αλλού στην πλούσια σειρά των αγαλμάτων που βρέθηκαν στην αθηναϊκή Ακρόπολη, στον λάκκο, όπου ύστερα από την περσική καταστροφή οι Αθηναίοι απέθεσαν ευλαβικά όλα τα συντριμμένα αφιερώματα, απροσδόκητη προσφορά στην αρχαιολογικη έρευνα.

Κούρος και Κόρη
Η «Πεπλοφόρος»

Ξεχωριστή θέση σε αυτή τη σειρά έχει η «Πεπλοφόρος». Η σεμνή κόρη φορεί ακόμη (~530π.Χ.) πάνω από τον χιτώνα τον αυστηρό πέπλο, που αποκτά μοναδική δύναμη τεκτονικής έκφρασης και συνάμα επιτρέπει στο σώμα να διατηρεί πλήρη ανεξαρτησία. Και πάνω σε αυτό το κορμί υψώνεται το τρισεύγενο κεφάλι, με τον λεπταίσθητο και καθαρό κυματισμό των επιφανειών του προσώπου, τα δυνατά μάτια και τους ριχτούς πλοκάμους. Η όλη κατασκευή έχει μια εσωτερική πνοή και στερεότητα, ώστε τα αντικειμενικά μικρό ανάστημά της υψώνεται με μνημειακό μέγεθος.

Κούρος και Κόρη
Η Κόρη με τα «αμυγδαλωτά μάτια»

Η Κόρη με τα «αμυγδαλωτά μάτια» (~500π.Χ.) ολοκληρώνει τις αναζητήσεις του αρχαϊσμού στο θέμα της Κόρης. Δεν είναι πια η σύνθεση σώματος και ενδύματος που έχει κατακτηθεί από τον τεχνίτη, είναι η απόδοση του ακόμη βαθύτερου κόσμου της νέας γυναίκας σε όλη την ευγενική, σεμνή, χαριτωμένη, εύθραυστη και γοητευτική υπόστασή του.

Η Κόρη του Ευθυδίκου

Τον τελευταίο σταθμό της αρχαϊκής τέχνης εκφράζει η Κόρη του Ευθυδίκου (485π.Χ.) που αποτελεί ένα προδρομικό έργο της κλασικής εποχής. Για πρώτη φορά τώρα η Κόρη αποκτά μια ολοκληρωμένη σωματικότητα, ενώ το πρόσωπο με τα χαμηλά φρύδια, το στενό αλλά παχύ βλέφαρο, τον βαθιά τοποθετημένο βολβό του ματιού, το οριζόντιο χείλος, την αυστηρή κάθετη μύτη και το γεωμετρικό, ελλειπτικό περίγραμμα προσφέρει τα πιο νεότροπα στοιχεία και απομακρύνει την Κόρη από όλα τα προηγούμενα έργα του αρχαϊσμού.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».