Στη χριστιανική Ευρώπη υπήρχε η «αποικιακή» και η «φεουδαλική» δουλεία. Η «αποικιακή» μορφή δουλείας κυριαρχούσε στη δυτική Ευρώπη, με τις ρίζες της κυρίως στην ανάλογη πρακτική στην ιβηρική χερσόνησο. Εκεί η Reconquista -η ανακατάληψη των περιοχών, που είχαν καταλάβει τον 10ο αιώνα μουσουλμάνοι, από τους χριστιανούς- είχε ως αποτέλεσμα αρχής γενομένης από τον ύστερο Μεσαίωνα, την κυριαρχία των χριστιανικών φυλών επί των ηττημένων Μαυριτανών και την εκμετάλλευση των τελευταίων από αυτούς.

Οι αποκαλούμενοι «σαρακηνοί» σκλάβοι συναντώνται παντού την κεντρική και νότια Πορτογαλία και στην Ισπανία τη μεσαιωνική περίοδο. Η σύγκρουση Χριστιανών και Μουσουλμάνων είχε επεκταθεί πέραν των ορίων της χερσονήσου, και ήταν μέσω της πολεμικής τους αναμέτρησης στη θάλασσα που ο θεσμός της δουλείας διαιωνιζόταν. Στην αραβική Μεσόγειο, φυσικά, οι δούλοι ήταν Χριστιανοί. Το 1588 υπολογιζόταν πως περισσότεροι των 2.500 Βενετών ήταν διασκορπισμένοι στη Μεσόγειο «in misera captivita».

Οι μουσουλμάνοι κουρσάροι δρούσαν τον 16ο αιώνα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, δραστηριότητα που τους απέφερε χριστιανούς δούλους ακόμα και από τη Ρωσία και την Αγγλία. Οι χριστιανικές δυνάμεις, με τη σειρά τους, δεν δίσταζαν να υποδουλώνουν κάθε Μαυριτανό που έπεφτε στα χέρια τους. Με αυτό το ιστορικό προηγούμενο οι ιβηρικές κοινωνίες είχαν αποδεχτεί τη δουλεία ως ένα μόνιμο στοιχείο της δημόσιας ζωής τους. Οι μεσαιωνικοί νόμοι τόσο της Ισπανίας όσο και της Πορτογαλίας επέτρεπαν την κατοχή δούλων.

Με την απαρχή της εποχής των ανακαλύψεων η ιβηρική δουλεία πήρε μια νέα μορφή. Μετεξελίχθηκε σε ατλαντικό θεσμό. Η γεωγραφική αλλαγή είχε ως συνέπεια και μία ανάλογη φυλετική: τη θέση των Μαυριτανών ως εμπορεύσιμο είδος κατέλαβαν οι μαύροι Αφρικανοί. Τόσο από άποψη ποσοτική όσο και ποιοτική ήταν η απαρχή μιας νέας εποχής, καθώς οι μαύροι υποδουλώνονταν σε αριθμούς που υπερέβαιναν κατά πολύ παλαιότερες πρακτικές, αλλά και χρησιμοποιούνταν πλέον κυρίως για την εξυπηρέτηση των αναγκών της αποικιακής οικονομίας στην Αμερική. Χώρες που κατέφευγαν στη δουλεία στις αποικίες του, -η Πορτογαλία, η Ισπανία και, μεταγενέστερα η Γαλλία και η Αγγλία- έτειναν να αποδέχονται την επέκτασή της και στις μητροπολιτικές τους περιοχές, εισάγοντας έτσι στην Ευρώπη το αποικιακό πρότυπο των διαφυλετικών σχέσεων.

Εκτός της Ιβηρικής χερσονήσου η μεσογειακή δουλεία δεν μπορούσε να στηρίζεται στο αποικιακό σύστημα και όφειλε την επιβίωσή της σχεδόν αποκλειστικά στην πειρατεία. Στη Γαλλία τα λιμάνια της Μασσαλίας και της Τουλόν αναπόφευκτα δέχονταν τη λεία των πειρατών. Εκτός των λιμανιών αυτών η δουλεία ήταν φαινόμενο σπάνιο στη χώρα. Υπάρχουν καταγεγραμμένες περιπτώσεις δούλων στο Roussillion αλλά ήταν σχεδόν όλοι Μαυριτανοί που είχαν εισαχθεί από την Ισπανία.

Δουλεία

Τυπικά η δουλεία ήταν παράνομη. Το 1571 το Βασιλικό Διάταγμα του Μπορντό αποφαινόμενο σε μία περίπτωση δουλεμπορίας διακήρυξε ότι «η Γαλλία, το λίκνο της ελευθερίας, δεν επιτρέπει τη δουλεία». «Όλοι σε αυτό το βασίλειο είναι ελεύθεροι» έγραψε ο νομικός Loisel το 1608, «και αν ένας δούλος φτάσει σε αυτές τις ακτές και βαπτιστεί χριστιανός, αποκτά την ελευθερία του». Η ανάπτυξη της υπερατλαντικής γαλλικής αυτοκρατορίας, όμως, ερχόταν σε αντίθεση με αυτού του τύπου τις διακηρύξεις, και παράλληλα με την εξάπλωση της αποικιακής δουλείας επεκτάθηκε και η αποδοχή του θεσμού στη μητροπολιτική Γαλλία, που εισήγαγε αφρικανούς εργάτες κυρίως μέσω των λιμανιών της La Rochelle και της Νάντης.

Στην Ιταλία, όπως και στην Ισπανία, κυριαρχούσε η οικιακή δουλεία. Ένα διακεκριμένο μέλος της Εκκλησίας, όπως ο καρδινάλιος d’ Este λεγόταν πως απασχολούσε το 1584 πένηντα Τούρκους δούλους στη βίλα του στο Tivoli. Παρά, όμως, την αποδοχή της δουλείας στην πράξη, η νομοθεσία ήταν διφορούμενη και ένας φυγάς δούλος αποκτούσε σύμφωνα με το νόμο την ελευθερία του. Η δουλεία αντιμετωπιζόταν ως μία προσωρινή κατάσταση, αποτέλεσμα δυσμενών συγκυριών όπως η αιχμαλωσία σε καιρό πολέμου. Όντας προσωρινή, δεν μπορούσε να είναι κληρονομική. Και ήταν ακριβώς σε αυτές τις Μεσογειακές χώρες όπου ήταν ευρύτερα διαδεδομένη η δουλεία -Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία- που η καθολική θεολογία και το κοσμικό δίκαιο συνέκλιναν για να διασφαλίσουν το δικαίωμα δούλων, τόσο ως ανθρώπινων όντων όσο και ως χριστιανών, στη χειραφέτηση και στην κοινωνική ισότητα. Υπό κανονικές συνθήκες, αυτό θα συνεπαγόταν τη σταδιακή εξάλειψη της δουλείας στην Ευρώπη. Νέα πνοή, όμως, δόθηκε στο θεσμό με την ανάπτυξη των αποικιακών οικονομιών που εξαρτώνταν από τη φθηνή εργασία.

Η «φεουδαλική» δουλεία συνδεόταν με τη διαθεσιμότητα εργατικών χειρών. Ο πιο αναπτυγμένος βιομηχανικός τομέας της Σκωτίας, αυτός της εξόρυξης άνθρακα, γνώρισε τα οφέλη της δουλείας αυτή την περίοδο. Μέχρι το 1605 οι ανθρακωρύχοι ήταν ελεύθεροι. Τον Ιούνιο, όμως, του 1606 με κοινοβουλευτική απόφαση απαγορεύτηκε η ελεύθερη επιλογή εργασίας, και, επιπλέον, πάγωσαν οι μισθοί τους. Η απόφαση του 1606 αφορούσε τα ανθρακωρυχεία, μία άλλη του 1607 τα ορυχεία μετάλλου και το 1641 επεκτάθηκαν οι ρυθμίσεις αυτές και στο χώρο των βιομηχανικών εργατών.

Στη Ρωσία η δουλεία ήταν διαδεδομένη στο χώρο της υπαίθρου. Οι δούλοι παρείχαν τις ίδιες υπηρεσίες με τους δουλοπαροίκους, με ιδιαίτερο, όμως, γνώρισμα τους την απώλεια της προσωπικής τους ελευθερίας. Κάποιος μπορούσε να υποπέσει σε καθεστώς δουλείας επί συμβολαίω για περιορισμένο η απροσδιόριστο χρονικό διάστημα ή σε καιρό πολέμου ή λόγω χρεών. Υποδουλώνονταν και μη ρωσικές εθνότητες: πολωνοί δούλοι αναρριχώνταν σε υπεύθυνες θέσεις στα νοικοκυριά των ευγενών και το εμπόριο Τατάρων που αιχμαλωτίζονταν στη ρωσική μεθόριο ήταν εξαιρετικά ανθηρό. Στη στέπα, όπου πολλές γαιοκτησίες δεν διέθεταν αγροτικά χέρια, η δουλεία ήταν διαδεδομένη. Το ποσοστό των δούλων σε σχέση με αυτό των ελεύθερων χωρικών σε ορισμένες περιοχές έφθανε το πενήντα τοις εκατό.

Το παράδοξο είναι ότι στη Ρωσία η δουλεία εξαλείφθηκε ακριβώς σε μια περίοδο ενίσχυσης του θεσμού. Η διάκριση μεταξύ δούλων και δουλοπαροίκων ήταν πάντα ισχνή και καθώς οι δύο κατηγορίες υπέστησαν τις οικονομικές συνέπειες της κρίσης του 17ου αιώνα έτειναν να ταυτιστούν νομικά. Η τελευταία σημαντική διάκριση μεταξύ δούλων του και δουλοπαροίκων ήταν η εξαίρεση των πρώτων από την καταβολή φόρων. Με νομοθετήματα του 1680 και του 1724 οι ακτήμονες δούλοι πλήρωναν πλέον φόρους, όπως και οι δουλοπάροικοι κάτοχοι γης. Με αυτά τα μέτρα η δουλεία ενσωματώθηκε στον ευρύτερο θεσμό της δουλοπαροικίας.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».