Η Απελευθέρωση της Λαμίας (1944)

Την 18-4-1941, Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα ηλιόλουστη, η Λαμία βομβαρδίστηκε ανελέητα από τους Γερμανούς (γι’ αυτό η πόλη ήταν άδεια απ’ τον κόσμο της), λόγω της ύπαρξης Αγγλικών και Νεοζηλανδικών τμημάτων που οπισθοχωρούσαν αμυνόμενοι προς Αθήνα. Κυριακή 20/4, ημέρα του Πάσχα (οι ξεσπιτωμένες οικογένειες της Λαμίας, ήταν στα χωράφια και στα γειτονικά χωριά, γιορτάζοντας όπως μπορούσαν το Πάσχα), εισέρχονταν στη Λαμία οι Γερμανοί κατακτητές. Η σκληρή περίοδος της Κατοχής μόλις άρχιζε Κατά την περίοδο αυτή οι Έλληνες, παρ’ όλες τις κακουχίες, την πείνα και τη δυστυχία, τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις, τις εκτελέσεις, τις λεηλασίες, τις δημεύσεις και τις επιτάξεις, οργάνωσαν  εθνικές αντιστασιακές οργανώσεις κατά του κατακτητή, όπως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ το ΕΔΕΣ και πολλές άλλες.

Η Λαμία την ημέρα της Απελευθέρωσης της 
Στο βάθος Δεξιά η Μητρόπολη
Η Λαμία την ημέρα της Απελευθέρωσης της
Στο βάθος Δεξιά η Μητρόπολη

Συνθήκες διαβίωσης στη Λαμία της Κατοχής

Ο γερμανικός στρατός ήρθε, χωρίς την απαραίτητη επιμελητεία και παραβιάζοντας διεθνείς συμβάσεις, κατέσχεσε όλες τις αποθήκες τροφίμων. Όσα τρόφιμα δεν κατανάλωναν, τα μετέτρεπαν σε κονσέρβες σε επιταγμένα εργοστάσια. Με τον τρόπο αυτό στέρησαν τον ελληνικό πληθυσμό από τα βασικά τρόφιμα. Συγκεκριμένα η τότε γεωργική υπηρεσία της Λαμίας, διατάχθηκε να κάνει τα λεγόμενα «παρακρατήματα», για τα στρατεύματα κατοχής. Ήταν ποσότητες δημητριακών (σιτάρι, καλαμπόκι, κ.ά.) μετά το θερισμό, που τα συγκέντρωναν και τα έστελναν στην Ιταλία , στη Γερμανία η στα μέτωπα του πολέμου.

Τον Ιανουάριο του 1942, οι καιρικές συνθήκες έγιναν πολύ άσχημες. Ο χειμώνας έπεσε βαρύς. Πολλά χιόνια  το θερμόμετρο για αρκετό χρονικό διάστημα κάτω απ’ το μηδέν. Είχε χρόνια να κάνει τόσο κρύο. Για να ζεσταθούν οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να ξυλεύουν τα γύρω δάση. Στις πόλεις, όταν δεν είχαν κάτι για να ζεσταθούν, μερικοί έκοβαν δέντρα στα όρια της πόλης (ή και μέσα σ’ αυτήν). Τα σχολεία έκλεισαν και δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα. Το ηλεκτρικό ρεύμα από την Ηλεκτρική Εταιρία Λαμίας κοβόταν για πολλές ώρες.

Στη Λαμία, το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό εκπροσωπούσε από το 1942 ο Σουηδός Stoure Linner, με τρόφιμα που ήταν αποθηκευμένα σε διάφορους χώρους (όπως στο «Πέτρινο» Γυμνάσιο, στο ημιτελές κτίριο του Νοσοκομείου Λαμίας, στη Δημοτική Αγορά Λαμίας και αλλού). Η προσφορά αυτού του ανθρώπου ήταν μεγάλη, εφόσον έσωσε κόσμο από την πείνα και από τους Γερμανούς (με παρεμβάσεις που έκανε).

Πληροφοριακά αναφέρουμε ότι στη ζώνη της ενορίας Παναγίας Δέσποινας, κατά το έτος 1942, οι αποβιώσεις διπλασιάζονται, φτάνοντας τον αριθμό των 102 θανάτων!

Ειδικά τα παιδιά (μέχρι 10 ετών), αποτελούν τα πρώτα και μεγαλύτερα θύματα στις δοκιμασίες που περνά κάθε λαός. Κατά το 1942, οι θάνατοι παιδιών είναι το σκληρότερο γεγονός, 6 θάνατοι παιδιών από πείνα. Κατά τη διάρκεια του 1943 καταγράφεται 1 ακόμα θάνατος παιδιού από πείνα. Παράλληλα, το 1942, έχουμε μεγάλη αύξηση παιδικών θανάτων από διάφορες αιτίες. Η μεγάλη αντεπίθεση των Ρωσικών στρατευμάτων, ανάγκασε την Γερμανική Διοίκηση να διατάξει  τα στρατεύματα κατοχής να εκκενώσουν-αποχωρήσουν από την Ελληνική Επικράτεια.

Οι Γερμανοί φεύγουν από τη Λαμία

Έτσι μεγάλα τμήματα του Γερμανικού Στρατού από την Αθήνα, συμπεριλαμβανόμενων και άλλων περιοχών, πήραν το δρόμο της επιστροφής. 12 Οκτωβρίου 1944 η Αθήνα είναι ελεύθερη.

Στην Λαμία, οι Γερμανοί σχεδίαζαν πριν την αποχώρησή τους, τη νύχτα της 17ης  προς 18ης Οκτωβρίου 1944, να τοποθετήσουν εκρηκτικούς μηχανισμούς, με σκοπό να καταστρέψουν, αποθήκες πυρομαχικών, εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας (Εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής της Ηλεκτρικής Εταιρείας στην οδό Λεωνίδου και το τηλεφωνικό κέντρο της ΑΕΤΕ (Ανώνυμη Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία) στην οδό Αινιάνων & αποθήκες τροφίμων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού (παλιό Νοσοκομείο στην οδό Φλέμινγκ (σημερινό Δημαρχείο), στο σιδηροδρομικό σταθμό Λαμίας, στο παλιό Γυμνάσιο Αρρένων (σημερινό 6ο Γυμνάσιο) και κτίρια στην οδό Παλαιολόγου.

Στην πόλη έχει σημάνει συναγερμός και πολλοί κάτοικοι αρχίζουν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, καθώς δεν γνωρίζουν πότε και από πού θα έρθει το χτύπημα ούτε πόσο μεγάλο θα είναι το μέγεθος της καταστροφής.

Μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων 3 άνθρωποι έπαιξαν εκείνες τις ώρες, τον πλέον σημαντικό ρόλο, σωτήριο για την ύπαρξη της Λαμίας, αποτρέποντας σε μεγάλο βαθμό την καταστροφή της: ο Ιταλός Αξκός (ηλεκτρολόγος) Eugenio de Simone, ο Αυστριακός στρατιώτης Josef H. Blechinger (Ηλίας Κόκκινος) και ο Σουηδός αντιπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Sture Linner.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, πριν την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, ο Εουτζένιο Ντε Σιμόνε, είχε πάρει εντολή από τους Γερμανούς να φτιάξει και να τοποθετήσει στο στρατόπεδο Λοχαγού Τσαλτάκη (όπως το γνωρίζουμε), τον ηλεκτρικό μηχανισμό σύνδεσης με τα  εκρηκτικά για την ανατίναξη των πυρκών.

Το σχέδιο είχε ως εξής: οι Γερμανοί θα εγκατέλειπαν την πόλη και όταν θα έφταναν στο «δεκαέξι» (16ο χιλιόμετρο Λαμίας προς Δομοκό) εκείνος θα πυροδοτούσε μικρή ποσότητα εκρηκτικών, ως σινιάλο για τον ερχομό της καταστροφής και στη συνέχεια θα ενεργοποιούσε τον μεγάλο όγκο των πυρομαχικών-εκρηκτικών, για να  καταστραφούν.

Και οι δυο αυτοί άνθρωποι με πρωτοβουλία τους απέκοψαν τις συνδέσεις των εκρηκτικών μηχανισμών & δεν έγινε ολοκληρωτική ανατίναξη των αποθηκών πυρκών (μία μόνο μικρή έκρηξη για παραπλάνηση). Τα δύο αυτά πρόσωπα έχουν χαραχθεί και στη μνήμη των Λαμιωτών, που τους τίμησαν με διαφόρους τρόπους.

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε, ότι και ο Σουηδός αντιπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Sture Linner, προσέφερε τα μέγιστα στην πόλη, αποτρέποντας την ανατίναξη των αποθηκών τροφίμων & των εγκαταστάσεων κοινής ωφελείας (εκτός του Τηλεφ. Κέντρου), καθώς με δική του πρωτοβουλία επισκέφθηκε τα μεσάνυχτα της 17ης Οκτωβρίου το Γερμανό φρούραρχο στην οικία του (οδός Τσιριμώκου και Μανωλίδου) πείθοντας αυτόν να μην προβούν οι κατοχικές δυνάμεις σε αυτή την πράξη.

Ελάχιστες ώρες πριν την αποχώρηση των Γερμανών, την 17η  Οκτωβρίου, μια αψημαχία καταγράφηκε μεταξύ δυνάμεων του ΕΛΑΣ Ρούμελης, οι οποίες συγκρούστηκαν με  Γερμανούς στη Μεγάλη Βρύση, στην οποία σκοτώθηκαν εννέα μαχητές του ΕΛΑΣ.

18 Οκτωβρίου 1944, ανήμερα της θρησκευτικής εορτής του Αγίου Λουκά, απελευθερώνεται η πόλη της Λαμίας, μετά την αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων και την υποχώρηση τους προς το βορρά.

Μαρτυρία της γερόντισσας, Σοφίας Φρονιμοπούλου Καραμπότση, «το μεσημέρι περίπου χτύπησαν χαρμόσυνα οι καμπάνες των Ιερών ναών. Ταυτόχρονα αντάρτες του ΕΛΑΣ εισέρχονταν στην πόλη για τον έλεγχο ύπαρξης Γερμανών Στρατιωτών (αναγνώριση)».

Αργά το βράδυ- πρώτες ώρες της 19ης Οκτωβρίου τα πρώτα τμήματα της 13ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ μπήκαν στην Λαμία. Ακολούθησαν οι άνδρες του ΕΛΑΝ Μαλιακού.

Ο Άρης Βελουχιώτης μπαίνει στη Λαμία

Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, έδωσε διαταγή στον Άρη Βελουχιώτη να μετακινηθεί από την Πελοπόννησο όπου βρίσκονταν, στη Ρούμελη. Στις 18 Οκτ. φθάνει στην Άμφισσα. Ενώ το σούρουπο της 20ης  Οκτωβρίου  εισέρχεται  στην Λαμία, όπου τον υποδέχονται οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και κάτοικοι της πόλεως.

Με εντολή του ανακοινώνεται ότι ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ υποσχόταν να μιλήσει στο λαμιώτικο λαό την Κυριακή 29 Οκτώβρη στην παμφθιωτική πανηγυρική εκδήλωση με αφορμή την 4η επέτειο του «ΟΧΙ», συγκέντρωση, όπου εκφωνήθηκε ο μνημειώδης «Λόγος της Λαμίας».

Κυριακή 29 Οκτ. οι καμπάνες του Ιερού Ναού χτυπούσαν και ο κόσμος συγκεντρώνονταν να παρακολουθήσει τη δοξολογία. Την 10η ώρα η πλατεία και οι γύρω δρόμοι είχαν γεμίσει κόσμο. Σε τιμητική παράταξη άνδρες του ΕΛΑΣ έξω από το Μητροπολιτικό Ι.Ν, ως το κτίριο που από τον εξώστη θα μιλούσε ο Καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Μετά την δοξολογία ο Άρης συνοδευόμενος από τον Αρχιμανδρίτη Γερμανό Δημάκο, παρακολούθησε παρέλαση τμημάτων του ΕΛΑΣ που βρέθηκαν στη Λαμία, καθώς και των οργανώσεων, και μετά από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου του Βούλγαρη μίλησε στις χιλιάδες συγκεντρωμένου λαού στην πλατεία Ελευθερίας.

Η ευσέβεια των τότε κατοίκων & η πίστη στην θεία παρέμβαση για την αποτροπή της καταστροφής της πόλης, με πολλά θύματα, οδήγησαν το έτος 1946, ο τότε Δήμαρχος Λαμιέων Σταύρος Χαραλαμπόπουλος, να ανακοινώσει την πρόθεση του Δήμου να οριστεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς προστάτης της πόλης και η 18η Οκτωβρίου ημέρα τοπικής εορτής.

Έτσι, δύο χρόνια μετά, στις 25 Ιουνίου 1948, δημοσιεύεται Βασιλικό Διάταγμα «Περί αναγνωρίσεως ως μονίμου τοπικής θρησκευτικής εορτής τελετής του Ευαγγελιστού Λουκά Λαμίας», με το οποίο ορίζεται πολιούχος της πόλης ο Ευαγγελιστής Λουκάς.

Οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και τα θεία

Λέγει ο μακαριστός Γέροντας Γερμανός Δημάκος  (Ηγούμενος Ι. Μ. Παναγίας Αγάθωνος), για την συμμετοχή του στην αντίσταση & την  πίστη του Άρη Βελουχιώτη, Περιοδικό «Σημάδια», «Ο ΕΛΑΣ, παιδάκι μου, εκείνη την εποχή στη Ρούμελη δεν κρατούσε καμιά κόκκινη παντιέρα με σφυροδρέπανο. Μια ελληνική σημαία κρατούσε ο μπάρμπα-Νικόλας ο Καραγιώργης, με σταυρό επάνω που σήμερα δεν έχει, που έγραφε «Ελευθερία ή Θάνατος», θα έπρεπε να ‘μαι από σίδερο για να μην τους ακολουθήσω.

Ούτε κόκκινες παντιέρες υπήρχαν ούτε σφυροδρέπανα. Απλά οι περισσότεροι Ελασίτες ήταν κομμουνιστές. Εγώ όμως δεν πήγα επειδή ήμουν κομμουνιστής, πήγα σαν παπάς. Έτσι το ‘νιωσα. Πήγα να πολεμήσω τους κατακτητές.

Όσο για το πώς αντιμετώπιζε ο Άρης την Εκκλησία, λέγει: «ήταν από οικογένεια θεοσεβούμενη. Ο ίδιος έτρεφε μεγάλο σεβασμό στην Εκκλησία και τους ανθρώπους της. Όταν περνούσαμε από Εκκλησία έκανε το σταυρό του. Κατέβαινε απ’ τ’ άλογο όταν βλέπαμε ή παπά ή δεσπότη και του φίλαγε το χέρι».

Πηγή: https://fonografos.net/v1/η-απελευθέρωση-της-λαμίας/

            

Please follow and like us:
error0

Η Λέλα Καραγιάννη (1898-1944)

Η Λέλα Καραγιάννη (24 Ιουνίου 1898 – 8 Σεπτεμβρίου 1944) ήταν Ελληνίδα αντιστασιακός, αρχηγός της κατασκοπευτικής οργάνωσης «Μπουμπουλίνας». Συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς λίγο πριν την Απελευθέρωση της Ελλάδας.

Η Λέλα Καραγιάννη, η «Μπουμπουλίνα» της Αντίστασης
Η Λέλα Καραγιάννη

Ο Βίος της Λέλας Καραγιάννη

Η Λέλα Καραγιάννη γεννήθηκε το 1898 στο χωριό Λίμνη της Εύβοιας και ήταν κόρη του Αθανασίου Μηνόπουλου και της Σοφίας Μπούμπουλη. Ο πατέρας της γεννήθηκε στο Πήλι της βόρειας Εύβοιας, ενώ η μητέρα της εικάζεται πως καταγόταν από τις Σπέτσες. Η ίδια έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Αθήνα όπου γνώρισε και παντρεύτηκε τον Σμυρνιό φαρμακοποιό Γεώργιο Καραγιάννη, με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά.

Οργάνωση «Μπουμπουλίνα»

Κατά την κατοχή, η Λέλα Καραγιάννη έγινε μέλος της αντίστασης, μετατρέποντας το σπίτι της σε αρχηγείο της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα». Την οργάνωση δημιούργησε και χρηματοδότησε η ίδια, το 1941. Τον Οκτώβρη του 1941 συνελήφθη και μετά από 7 μήνες απελευθερώθηκε. Στόχος της οργάνωσης ήταν η φυγάδευση Βρετανών στρατιωτών (είχε οργανώσει δίκτυο 150 στρατιωτών) στο Κάιρο αλλά και δολιοφθορές κατά του εχθρού. Η οργάνωση διώχθηκε ανηλεώς από την Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους κάτι που οδήγησε στην μεταπολεμική δικαστική καταδίκη των μελών της Ειδικής Ασφάλειας.

Η Λέλα Καραγιάννη δημιούργησε και δίκτυο κατασκοπείας το οποίο μεταξύ άλλων συγκέντρωσε πληροφορίες για την κίνηση των γερμανικών πλοίων, υπέκλεψε σχεδιαγράμματα αεροδρομίων, διοχέτευσε πληροφορίες για Έλληνες συνεργάτες των αρχών κατοχής.

Η Λέλα Καραγιάννη συλλαμβάνεται

Τον καλοκαίρι του 1944, η Λέλα Καραγιάννη είχε γίνει και συνεργάτης του κατασκοπευτικού δικτύου του Απόλλωνα, οπότε και συνελήφθη μαζί με πέντε από τα παιδιά της και βασανίστηκε στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν. Η σύλληψη έγινε καθώς ο συνεργάτης των Γερμανών Γιώργος Ριζόπουλος ζήτησε από την Καραγιάννη να μεσολαβήσει για να τον συνδέσει μαζί με τον αρχηγό των ταγμάτων ασφαλείας Ντερτιλή, με το δίκτυο του Απόλλωνα. Ο Ριζόπουλος όμως συνελήφθη και κατέδωσε τη Καραγιάννη με αποτέλεσμα τη σύλληψη της μαζί με 2 συνεργάτες της. Η Καραγιάννη είχε αναφέρει ότι σε μελλοντική απόβαση των Βρετανών τα τάγματα ασφαλείας θα μπορούσαν να «προσφέρουν μεγάλες υπηρεσίες».

Η Λέλα Καραγιάννη εκτελείται

Η Λέλα Καραγιάννη μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου όπου συνδέθηκε με την Ηρώ Κωνσταντοπούλου και την είχε σαν κόρη της. Ύστερα από λίγο διάστημα εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές στο παρακείμενο άλσος Χαϊδαρίου μαζί με άλλους 59 αγωνιστές της Αντίστασης στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, περίπου ένα μήνα πριν από την Απελευθέρωση. Η εκτέλεση της πιθανόν να ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής των Ες Ες των Βάλτερ Σιμάνα και Βάλτερ Μπλούμε η οποία παρέκαμψε την πιο μετριοπαθή πολιτική των Γερμανών στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο.

Η υστεροφημία της Λέλας Καραγιάννη

Μετά θάνατον της απενεμήθη το Βραβείο Αρετής και Αυτοθυσίας από την Ακαδημία Αθηνών και το 2011 ο τιμητικός τίτλος του Δικαίου των Εθνών από το Γιαντ Βασσέμ, το Ίδρυμα για την Μνήμη των Μαρτύρων και των Ηρώων (βλ. Έλληνες Δίκαιοι των Εθνών). Στη συμβολή των οδών Λέλας Καραγιάννη αριθ. 1 και Σταυροπούλου στην Αθήνα, κοντά στην Πλατεία Αμερικής υπάρχει η Οικία Λέλας Καραγιάννη. Μαρμάρινη προτομή της Λέλας Καραγιάννη τοποθετήθηκε στην οδό Τοσίτσα στα Εξάρχεια το 1963 και είναι έργο της γλύπτριας Λουκίας Γεωργαντή. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2016 βανδάλισαν το γλυπτό αποκεφαλίζοντάς το. 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λέλα_Καραγιάννη

Please follow and like us:
error0

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου (1927-1944)

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου εκτελέστηκε με 17 σφαίρες, όσα ήταν και τα χρόνια της, ανάμεσα σε 50 Έλληνες δίνοντας τη ζωή της για τη πατρίδα. Μέχρι την τελευταία στιγμή η δεκαεφτάχρονη ηρωίδα της κατοχής αντιμετώπισε με περιφρόνηση τις κάννες του αποσπάσματος. Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου του 1927, από ευκατάστατους γονείς καταγόμενους από τη Σπάρτη. Μαθήτρια ακόμη του Αρσακείου, οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και ανέπτυξε αντιστασιακή δράση. Ήταν άριστη μαθήτρια και μιλούσε τέσσερις γλώσσες.

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου στην Καισαριανή
Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου

Αντιστασιακή Δράση της Ηρούς Κωνσταντοπούλου

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου πολύ γρήγορα αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο αγωνιστικά στελέχη τη ΕΠΟΝ. Έκρυβε όπλα και προκηρύξεις κάτω από την σχολική της ποδιά, έγραφε συνθήματα στους τοίχους και κολλούσε αφίσες, προκαλώντας τους Γερμανούς. Στις 16 Ιουλίου του 1944, την ημέρα των γενεθλίων της, μία ομάδα των Ταγμάτων Ασφαλείας εισέβαλε στο σπίτι της οικογένειάς της στην οδό Βεΐκου 57 στο Κουκάκι και τη συνέλαβε. Τη μετέφεραν στο αρχηγείο όπου βασανίστηκε αλύπητα από τον «Αγήνορα», διαβόητο συνεργάτη των Γερμανών. Μετά από λίγες μέρες οι βασανιστές της δεν κατάφεραν να της αποσπάσουν καμιά πληροφορία. Οι γονείς της χρησιμοποίησαν τις γνωριμίες τους και κατόρθωσαν να την απελευθερώσουν. Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου συνέχισε τη δράση της, ως τις 31 Ιουλίου, οπότε συνελήφθη και πάλι από άνδρες των Ες- Ες, ύστερα από ένα σαμποτάζ σε τρένο που μετέφερε πυρομαχικά. Την μετέφεραν στα κρατητήρια της «Κομαντατούρ» στην οδό Μέρλιν, όπου με κτηνώδη βασανιστήρια προσπαθούσαν ματαίως επί τρεις εβδομάδες να της αποσπάσουν πληροφορίες για τις δραστηριότητες των αντιστασιακών οργανώσεων. Ωστόσο εκείνη δεν λύγισε και οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να της αποσπάσουν κουβέντα. Οι προσπάθειες των δικών της να τη σώσουν, αυτή τη φορά απέτυχαν.

Εκτέλεση της Ηρούς Κωνσταντοπούλου

Οι Γερμανοί μετέφεραν την Ηρώ Κωνσταντοπούλου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, στο θάλαμο των μελλοθανάτων. Ακόμα κι εκεί στην απομόνωση του στρατοπέδου, στο περιβόητο Μπλοκ 15 συνέχιζε τον αγώνα της. Κάποιες γυναίκες θα επιλέγονταν για τα στρατόπεδα της Γερμανίας και μερικές το είδαν ως λυτρωμό στο μαρτύριο τους. Η Ηρώ τότε φώναξε: «Ντροπή σας. Δεν είστε Ελληνίδες!… Μα δεν ντρέπεστε; Καμιά δεν πρέπει να πάει στη Γερμανία!… Μα τι φοβάστε… Μη σας τουφεκίσουνε; Καλύτερα να μας τουφεκίσουν παρά να υποστούμε εξευτελισμούς»! Εκεί η Ηρώ γνώρισε τη Λέλα Καραγιάννη, που έγινε δεύτερη μάνα της. Κοιμόταν κάθε βράδυ στην αγκαλιά της. Βλέποντας κάποιες περίεργες κινήσεις μέσα στο στρατόπεδο, η Λέλα Καραγιάννη κατάλαβε τι θα επακολουθούσε. Ρώτησε ένα Ουγγρογερμανό φύλακα, τον Βαλεντίνο και εκείνος με σπασμένα ελληνικά της είπε: «Ηρώ αύριο πρωί πρωί…» και με το χέρι του έκανε την κίνηση του δείκτη που τραβάει τη σκανδάλη. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1944, η Ηρώ οδηγήθηκε μαζί με άλλους 49 κρατουμένους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Εκεί οι χιτλερικοί έστησαν στον τοίχο την έφηβη που δεν είχε καν δικαστεί και τη «γάζωσαν» με 17 σφαίρες- όσα ήταν και τα χρόνια της -για «παραδειγματισμό», όπως είπαν. Η ίδια λίγο πριν οι εκτελεστές της ανοίξουν πυρ έσκισε το φόρεμά της και φώναξε: «Χτυπάτε! Κτήνη». Όταν ρώτησαν έναν Γερμανό στρατηγό «γιατί τη σκοτώσατε; Ήταν μόλις 17 χρονών…», εκείνος απάντησε: «Γιατί τέτοιοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι για εμάς». Η Ηρώ έπεσε για τη λευτεριά τής πατρίδας, 37 μέρες προτού απελευθερωθεί η Ελλάδα.

Τιμές για την Ηρώ Κωνσταντοπούλου

Στις 29 Δεκεμβρίου του 1977 η Ακαδημία Αθηνών, με εισήγηση του καθηγητή της Φιλοσοφίας, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, τίμησε την ηρωίδα με μεταθανάτιο βραβείο για την υπέρτατη θυσία της, αναγνωρίζοντας έτσι και τη συμβολή της ΕΠΟΝ στον απελευθερωτικό αγώνα. Το 1981 ο Νίκος Φώσκολος μετέφερε στη μεγάλη οθόνη τη ζωή της, με πρωταγωνίστρια τη Μαίρη Βιδάλη.

Πηγή: Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-17chroni-iroida-pou-gazosan-i-germani-me-17-sferes-gia-paradigmatismo-i-iro-konstantopoulou-pou-ekrive-opla-ke-prokirixis-kato-apo-tin-scholiki-podia-ektelestike-fonazontas-chtipate-k/

Please follow and like us:
error0

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς (1944)

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς έχει μείνει στην ιστορία ως τραγωδία για τη Νίκαια, κατά την οποία διεξήχθησαν ομαδικές εκτελέσεις στην περιοχή από τα Γερμανικά Κατοχικά Στρατεύματα, ως αντίποινα της Μάχης της Κοκκινιάς που είχε προηγηθεί.

Τα γεγονότα του Μπλόκου της Κοκκινιάς αναπαριστώνται στην ταινία «Το Μπλόκο» του 1965 του Άδωνι Κύρου.

Η Μάντρα της Κοκκινιάς ως μνημειακός χώρος για το Μπλόκο της Κοκκινιάς
Η Μάντρα της Κοκκινιάς ως μνημειακός χώρος

Τα Γεγονότα

Κοκκινιά. Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944. Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει. Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Επικεφαλής της κτηνωδίας που θα εξελιχθεί σε λίγες ώρες, ο συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιώργος Σγούρoς και ο διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς.

Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.

Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους. Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ό,τι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.

Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους.

Ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, τα παλικάρια γονατισμένα και με τα πρόσωπα τους γυρισμένα προς την Μάντρα περιμένουν με αγωνία. Οι γερμανοτσολιάδες πιάνουν δουλειά. Ο συνταγματάρχης των ταγματασφαλιτών Ι. Πλυτζανόπουλος, που φοράει κάσκα και κρατά μαστίγιο, δίνει το γενικό πρόσταγμα. Ο ταγματάρχης Γ. Σγούρος με τον γιό του «μπέμπη» (Θεόδωρο Σγούρο) που είναι ντυμένος τσολιάς και οπλισμένος με αραβίδα παίρνουν θέσεις.

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν. Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.

Ακολουθεί ο γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών του ΚΚΕ, Παναγιώτης Ασμάνης που τον κομματιάζουν στην κυριολεξία καθώς τον έσερναν για εκτέλεση. Τον σκότωσε ο ίδιος ο Πλυντζανόπουλος. Οι δοσίλογοι Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τσιμπιδάρος, Τσανακαλιώτης, Τηλέμαχος, Μόρφης (της Ειδικής Ασφάλειας), Μητρόπουλος, Γκίνος, μαζί με τον λοχαγό Παπαγεωργίου και τον διερμηνέα Ανθόπουλο συνεχίζουν με το δάχτυλο τεντωμένο: «Εσύ εκεί, και εσύ εμπρός σήκω. Εσύ ο κομμουνιστής».

Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν. Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.

Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν». Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη αντάρτισσα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Την ώρα που η Κουμπάκη και η Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ Νίνο ή Πέτρος.

την πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν… Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν! Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι «Έλληνες» συνεργάτες τους χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον χαφιέ Ι.Πλυντζανόπουλο, τον έπιασε από το λαιμό και του βγάζει την κουκούλα. Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.

Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.

Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλυφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου. Ανάμεσα τους και οι προδότες Μπατράνης και Μπεμπέκογλου.

Κατόπιν διαταγής οι Εργάτες του Δήμου, θάβουν τους εκτελεσμένους της Μάντρας στο Γ’ Νεκροταφείο και τους εκτελεσμένους των Καμένων στο Νεκροταφείο της Ανάληψης.

Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.

Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού. (…)

Η Μάντρα της Κοκκινιάς

Ο τόπος αυτός αφορά την κτιριακή εγκατάσταση ενός προπολεμικού ταπητουργείου, το οποίο ανήκε στην αγγλική εταιρεία “Οριένταλ Κάρπετ” και λειτουργούσε από το 1929 μέχρι τα πρώτα χρόνια της περίοδου της Κατοχής όπου αδρανοποιήθηκε. Στο ανενεργό πλέον ταπητουργείο επί της Κατοχής, Γερμανοί κατακτητές και ντόπιοι συνεργάτες τους, εκτέλεσαν 75 συνολικά Έλληνες πατριώτες νεαρής κυρίως ηλικίας, μεταξύ των οποίων 72 άνδρες και 3 γυναίκες.

Μετά τα γεγονότα το ταπητουργείο δεν ξαναλειτούργησε. Έμεινε γνωστό ως Μάντρα Μπλόκου της Κοκκινιάς ή απλά ως Μάντρα της Κοκκινιάς και σήμερα αποτελεί σημαντικό μνημειακό χώρο.

Η Δίκη

Μετά την απελευθέρωση η ηγεσία των Ταγμάτων Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου του διοικητή του ευζωνικού τάγματος, Ιωάννη Πλυτζανόπουλου, και των σημαντικότερων συνεργατών του, δικάστηκε για τη συμμετοχή σε περίπου 30 μπλόκα. Από τις πρώτες μέρες της διαδικασίας οι δημοκρατικές εφημερίδες της εποχής επισήμαναν την παρουσία «οπαδών της δεξιάς» στο ακροατήριο και το φόβο που είχαν μάρτυρες κατηγορίας, όπως στρατιώτες που κατέθεταν συνοδευόμενοι από τη στρατονομία. Η δικαστική διαδικασία για το μπλόκο της Κοκκινιάς επικεντρώθηκε στο αν ο Πλυτζανόπουλος είχε πυροβολήσει έναν συλληφθέντα που αντιδρούσε στον απαγχονισμό του και δεν ασχολήθηκε καθόλου με την κατηγορία για «πράξεις βίας εν συμπράξει μετά των οργάνων των αρχών κατοχής εις βάρος Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά του εχθρού». Ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή ενός κατηγορούμενου, που δρούσε στο μπλόκο ως καταδότης χωρίς να φοράει κουκούλα. Τελικά, όλοι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι το Μάρτιο του 1947 και ο αθηναϊκός τύπος της εποχής έκανε μόνο μερικές ασήμαντες αναφορές στην απόφαση.

Δημόσια μνήμη

Τη δεκαετία του 1950 τοποθετήθηκε στη μάντρα μια πλάκα που ανέφερε ότι «εδώ οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν Έλληνες πατριώτες». Στην επέτειο του μπλόκου τελούνταν ανεπίσημα μνημόσυνα από αριστερούς, έως ότου η δημοτική αρχή οργάνωσε ένα μνημόσυνο στην εικοστή επέτειο του μπλόκου, το 1964. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας τη διοργάνωση της τελετής, που προσέλαβε πλέον αντικομμουνιστικό χαρακτήρα, ανέλαβε η Στρατιωτική Διοίκηση Πειραιώς. Στην επίσημη ομιλία τον Αύγουστο του 1967 αποσιωπήθηκε η συμμετοχή των ταγματασφαλιτών και προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι «κύριος αποκλειστικός στόχος» του μπλόκου ήταν μέλη της ΟΠΛΑ καθώς και ότι οι κουκουλοφόροι καταδότες ήταν εντεταλμένα μέλη του ΚΚΕ. Στις 17 Αυγούστου 1968 έγιναν τα αποκαλυπτήρια μιας νέας αναμνηστικής πλάκας στην μάντρα, που έφερε την επιγραφή «Προδόται και μασκοφόροι κομμουνισταί εαμίται, ελασίται παρέδωσαν εις τους βάρβαρους κατακτητάς την 17ην Αυγούστου 1944 αγνούς πατριώτας αγωνιστάς της Εθνικής Αντιστάσεως, τέκνα ηρωικά της Νικαίας, οι οποίοι και εξετελέσθησαν εις τον χώρον τούτον». Στην ομιλία του τον ίδιο μήνα ο ταγματάρχης ε.α. Νικόλαος Πλυτζανόπουλος, ανιψιός του διοικητή των ταγματασφαλιτών που συμμετείχαν στο μπλόκο που είχε εν τω μεταξύ διοριστεί δήμαρχος Νίκαιας, επανέλαβε το ίδιο μοτίβο, αναφερόμενος στους δράστες ως «μασκοφόρους προδότας κομμουνιστάς» και στα θύματα ως «αθώους εθνικόφρονας πολίτας της Νικαίας» και υπερασπιζόμενος την ανάγκη δράσης το καλοκαίρι του 1944 κατά της «κόκκινης τρομοκρατίας». Η επιγραφή αφαιρέθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας.

Μνημεία

Το Ηρώο των Πεσόντων του Μπλόκου της Κοκκινιάς βρίσκεται στην Πλατεία 17ης Αυγούστου (Πλατεία Οσίας Ξένης). Είναι ένα ορειχάλκινο άγαλμα του Γιώργου Ζογγολόπουλου, του 1956.

Στη Μάντρα της Κοκκινιάς, τόπος όπου Έλληνες πατριώτες εκτελέστηκαν μαζικά από τους Γερμανούς κατακτητές, υπάρχει το μουσείο για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.

Το Μνημείο των Πεσόντων του Μπλόκου της Κοκκινιάς βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο του Γ’ Νεκροταφείου Αθηνών.

Πηγή: https://www.news247.gr/afieromata/75-chronia-apo-to-mploko-tis-kokkinias.7487476.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Μπλόκο_της_Κοκκινιάς

Please follow and like us:
error0

Η Μάχη στις Καρούτες (1944)

Τον Αύγουστο του 1944 οι χιτλερικοί εξαπέλυσαν ενάντια των ελεύθερων περιοχών της Στερεάς τις τελευταίες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους. Στις επιχειρήσεις αυτές, που άρχισαν στις 5 Αυγούστου ’44, πήραν μέρος περίπου 19.000 Γερμανοί με πολλά τανκς, πυροβολικό, όλμους και θωρακισμένα οχήματα. Σκοπός τους: να συντρίψουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ της περιοχής ή τουλάχιστον να τους διώξουν από τους κύριους ορεινούς όγκους που ήταν και τα ορμητήριά τους, για να κρατηθεί ανοιχτή η οδική αρτηρία Αθήνας-Θεσσαλονίκης ενόψει της επικείμενης αναχώρησης των γερμανικών τμημάτων από την Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτών των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων ανήκει και η μάχη στις Καρούτες.

Η Μάχη στις Καρούτες
Το χωριό Καρούτες

Δραστηριότητα πριν τη μάχη στις Καρούτες

Επίλεκτο γερμανικό τάγμα των SS, πάνω από 300 άνδρες, κατάφερε να ανατρέψει στις 4 Αυγούστου τα φυλάκια του ΕΛΑΣ στην τοποθεσία Έλατος και να εγκατασταθεί στο χωριό Καρούτες με προορισμό το Λιδωρίκι, όπου η έδρα της 5ης ταξιαρχίας ΕΛΑΣ.

Παράλληλα στις 4 Αυγούστου του 1944 ένας λόχος ανταρτών του ΕΛΑΣ της Ρούμελης είναι στρατοπεδευμένος στη Στρώμη, ένα μικρό χωριό στις βορεινές πλαγιές της Γκιώνας κοντά στις όχθες του Μόρνου. Οι αντάρτες με διοικητή το Μήτσο Δημητρίου (καπετάν Νικηφόρο) πήραν το μεσημεριανό συσσίτιό τους και ξεκίνησαν. Ήρθε η πληροφορία πως οι Γερμανοί ξεκίνησαν απ’ την Άμφισσα για το 51 χιλιόμετρο. Εκεί λοιπόν θα πήγαιναν να τους χτυπήσουν.
Έφτασαν στο χωριό Λευκαδίτη κι έκαναν μικρή στάση. Τους μοίρασαν λίγο μπομπότα και λίγα φύλλα καπνού και ξεκίνησαν ξανά. Ανέβηκαν σχεδόν κατακόρυφα σχεδόν στην Γκιώνα. Στην κορυφή έκαναν μια καινούργια στάση και τους μίλησαν για την αποστολή τους. Τους είπαν πως ένα χιτλερικό τάγμα Ες Ες κινήθηκε από την Άμφισσα και βρίσκεται στο χωριό Καρούτες. Αυτό θα χτυπούσαν.
Η διοίκηση έστειλε μια διμοιρία μπροστά ν’ ανιχνεύσει το ύψωμα πάνω απ’ τις Καρούτες και οι υπόλοιποι περίμεναν εκεί. Έριξαν στις πλάτες τους τις χλαίνες τους, γιατί παρόλο που ήταν Αύγουστος έκανε πολύ κρύο. Ήταν σε υψόμετρο κοντά στα 2.000 μέτρα. Και άρχισαν τις προετοιμασίες τους.

Τμήματα της Ταξιαρχίας και του 5ου Ανεξάρτητου Τάγματος Παρνασσίδος, ακολουθώντας καλυμμένα δρομολόγια, κυκλώνουν τους Γερμανούς και κατά το μεσημέρι τους επιτίθενται αιφνιδιαστικά και ύστερα από σκληρή μάχη τους εκμηδενίζουν ολοκληρωτικά.

Σκοτώθηκαν 220 Γερμανοί, ενώ 122 πιάστηκαν αιχμάλωτοι, από τους οποίους πολλοί τραυματίες. Όσοι επέζησαν παραδόθηκαν στην Αγγλική Αποστολή. Ανάμεσά τους και ο υποδιοικητής του Γερμανικού Τάγματος.

Οι αντάρτες πήραν πολλά λάφυρα: ένα πυροβόλο των 7.5, δύο ομαδικούς όλμους, πολλούς ατομικούς όλμους, πυροβόλα, μυδράλια. Στη μάχη αυτή έπεσαν 28 μαχητές του ΕΛΑΣ. Ένας από τους 28 αυτούς ΕΛΑΣίτες ήταν και ο Θεόδωρος Μισαηλίδης, 20 ετών, γιος του πρώτου Δήμαρχου Δραπετσώνας Δημήτρη Μισαηλίδη.

Ο Θεόδωρος Μισαηλίδης

Ο Θεόδωρος Μισαηλίδης, γνωστός με το αντάρτικο όνομα «Ακρίτας», ήταν ανθυπολοχαγός της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, εκπαιδευτής των Εφεδροελασιτών στο στρατόπεδο που είχε οργανωθεί στο Κάλλιο της Δωρίδας. Στη μάχη που προαναφέραμε πολέμησε επικεφαλής του μεγαλύτερου τμήματος των Εφεδροελασιτών που κινήθηκαν από το νοτιοδυτικό μέρος του χωριού, και σκοτώθηκε στο προαύλιο του σχολείου μπροστά στο εχθρικό πυροβόλο κατά την πρώτη έφοδο των ανταρτών εναντίον των Γερμανών που αμύνονταν μέσα στο σχολείο.

«Όταν τον είδαμε,» γράφει ο συμπολεμιστής του Αθηναίος, «ήταν καθισμένος και ακουμπισμένος σε ένα πεζούλι. Είχε σφιχτά αγκαλιασμένο το όπλο του και στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η έκφραση… σα να ήθελε να μας πει: “Το όπλο αυτό δεν μπορεί να μου το πάρει κανείς!”» (εφ.Προοδευτική Εύβοια, 14/5/81).

Σύμφωνα με αφήγηση του πατέρα του και του αδελφού του Αλέκου, ο «Ακρίτας» φυγαδεύτηκε στο βουνό τον Οκτώβρη του 1942 καταδιωκόμενος από τη γερμανική αστυνομία, γιατί είχε βοηθήσει τρεις Άγγλους αιχμαλώτους να δραπετεύσουν από στρατόπεδο συγκέντρωσης και στη συνέχεια τους έκρυβε σε φιλικά σπίτια. Το όνομα του Θεόδωρου Μισαηλίδη αναφέρεται σε όλα τα δημοσιεύματα για τη μάχη στις Καρούτες.

Μια ιστορία από τη μάχη στις Καρούτες


Ο Γιώργος που είχαν τρυπήσει τα τσαρούχια του απ’ τα λιθάρια τα έσιαζε σιγομουρμουρίζοντας:
«Εχ, ρε έρμα ποδάρια, καμιά φορά δεν είχατε τύχ’ να ιδήτε ποδήματα. Σήμερα, όμως, όπως και ναχ’ το πράμα θα σας μποτοφορέσω».«Μήπως φορούσες και στο χωριό σου μπότες;» τον πείραξε ένας δίπλα του απ’ την Αγιαθυμιά που άκουσε το μουρμουρητό του Γιώργου.«Όχι, ρε Αη-Θυμιώτ’, είμνα φτωχός, πολύ φτωχός. Δούλευα με τη Μαριώ μ’ απ’ την αυγή ως το βράδυ και δε χορταίναμε ψωμί με τα κουτσούβαλά μας, όχ’ να φουρέσω και παπούτσια. Τσ’ Κυριακές σαν έβγαινα κι εγώ στην πλατέα τ’ χουριού μ’ αυτά τα “γλαρώνια” έβγαινα».Έγινε η μάχη. Μακελιοκόπηκαν οι Γερμανοί. Όσοι γλίτωσαν ξεπρόβαιναν μέσα απ’ τα ερείπια του χωριού με άσπρα μαντήλια δεμένα στις κάνες των όπλων τους και παραδίνονταν. Και άλλους τους ξετρύπωναν οι αντάρτες απ’ τους φράχτες, τα κατώγια των σπιτιών, τους φούρνους, φωνάζοντας:«Ψηλά τα χέρια, ρεμάλια!»«Νίξ’ καπούτ;» ρωτούσαν φοβισμένοι στη γλώσσα τους οι Γερμανοί.«Νίξ’ καπούτ. Ψηλά τα χέρια», τους απαντούσαν.Η μάχη στις Καρούτες τέλειωσε. Περίλαμπρη νίκη για τους αντάρτες. Στην πλατεία έγινε προσκλητήριο για να βρεθεί πόσοι λείπουν. Έλειπε ο Γιώργος κι ένας άλλος μόνο. Τι όμως απόγιναν; Μας πληροφορεί η ιστορία της Εθνικής Αντίστασης: «Ο Αη-Θυμιώτης που προχωρούσε δίπλα-δίπλα με το Γιώργο κι ήταν υπεύθυνος για τη σύνδεση μαζί του λέει:“Αν χτυπήθηκε, χτυπήθηκε σ’ αυτά τα σπίτια”, κι έδειξε τον ανήφορο. “Ως εκεί κρατούσαμε σύνδεση, έπειτα δεν τον ξανάδα”. Ξεκινήσαμε να τους βρούμε. Μόλις ανηφορήσαμε βλέπουμε το Γιώργο κεφαλοδεμένο μ’ ένα όπλο χιαστί κι ένα στο δεξί του χέρι να συνοδεύει ένα Γερμανό γυμνό που απ’ το πλευρό του έτρεχε αίμα.\“Τι έγινε, πού χάθηκες βρε Γιώργο; Νομίσαμε πως… ”“Δε σας τόπα το πρωί ρε συναγωνιστές ότι τέλειωσαν οι αμαρτίες των ποδαριών μου κι ότι σήμερα θα τα μποτοφορέσω. Όμως ο κερατάς παραλίγο να μου φάει το στάρι. Είχ’ ανεβεί στα καδρόνια της σκεπής και μ’ φύτεψε μια στ’ αριστερό μου μπράτσο. Αν δεν πάθαινε μπλοκή το πιστόλι τ’ θα με σκότωνε. Φωτιά τόχου κι εγώ πλέτι και τον έφερα σαν τσόνι κάτω. Τον αφόπλισα του ’βγαλα τσ’ μπότες και τα ρούχα και να μ’ έκανε βαφτιστήρ’ αυγουστιάτικα”.“Στο κεφάλι έχεις τραύμα; Γιατί δέθηκες έτσι;”“Δεν είναι τίποτα συναγωνιστές, μια γκρατσουνιά μοναχά”.Άμαθος ο Γιώργος να βαδίζει με μπότες πήγαινε σαν βαρυφορτωμένη μαούνα. “Σαν μαούνα πας”, τον πείραζαν οι άλλοι. Κι από τότε του έμεινε και το όνομα “Μαούνας”.Το Μήτρο τον βρήκαμε σκοτωμένο σ’ ένα καμένο σπίτι. Τον είχε βρει η σφαίρα στο κούτελο».

Πηγή: http://karteria1.blogspot.com/2015/04/blog-post_223.html

Please follow and like us:
error0