Αποταμίευση

Με τον όρο αποταμίευση, που αποτελεί καθαρά οικονομικό όρο χαρακτηρίζεται γενικά πάσης φύσεως συσσώρευση αγαθών για μελλοντική χρήση. Η αποταμίευση απορρέει από την παραδοχή του ανθρώπου ότι κάθε ποσό που ξοδεύεται στο τώρα, αφαιρείται από τον μελλοντικό του εαυτό.

Αποταμίευση
Αποταμίευση

Παρότι ο παραπάνω ορισμός φέρεται απλούστατος, φερόμενος ετυμολογικά εκ του ρήματος αποταμιεύω, όπου η λέξη απαντάται από βασιλείας του Όθωνα, το 1833, στους «Ελληνικούς Κώδικες», στην πραγματικότητα οι οικονομολόγοι δεν έχουν καταφέρει να δώσουν έναν ακριβή και πλήρη ορισμό που να καλύπτει όλες τις σύγχρονες μορφές εκδήλωσής της. Παλαιότερα δε, οι οικονομολόγοι, δεν έτρεφαν και τόση ευνοϊκή διάθεση απέναντι στην αποταμίευση, θεωρώντας την, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως στείρα δραστηριότητα ακόμα και κατακριτέα απόκρυψη αγαθών που έχαναν την παραγωγική χρησιμοποίησή τους ιδιαίτερα σε περιόδους κλίματος εμπιστοσύνης, ή νομισματικής ισορροπίας. Υπό αυτή την άποψη η αποταμίευση καταδικαζόταν ως τροχοπέδη της ευρύτερης οικονομικής ανάπτυξης. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτής της αντίληψης ήταν το έργο «Ο μύθος των μελισσών», (1714),του Μπερνάρ ντε Μαντεβίλ που αποτελεί ένα εγκώμιο των πολυτελών δαπανών, καθώς ακόμα και το περίφημο απόφθεγμα του Μοντεσκιέ: «Αν οι πλούσιοι δεν ξοδέψουν πολύ, οι φτωχοί θα πεθάνουν από την πείνα».

Η έννοια της αποταμίευσης ήταν γνωστή από την αρχαιότητα περισσότερο με την έννοια της Πρόνοιας. Αρχαίοι λαοί, όπως ιδιαίτερα οι αρχαίοι Αιγύπτιοι διατηρούσαν τεράστιες αποθήκες φύλαξης αγαθών για δύσκολες περιόδους. Ομοίως και στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν αποθήκες φύλαξης σίτου και άλλων αγαθών, όπως στο Πομπείο, κατά αναφορά του Δημοσθένη, καθώς και στον Πειραιά. Ο Ησίοδος είναι ο αρχαιότερος που εξήρε ιδιαίτερα το πνεύμα της αποταμίευσης και τη σημασία του τονίζοντας «Ει γαρ κεν σμικρόν κατά σμικρόν καταθείο, και θαμά τούτ΄ έρδοις, μέγα και το γένοιτο» (= αν καταθέτεις λίγα – λίγα και αυτό κάνεις ακατάπαυστα, θα πετύχεις μέγα έργο). Χαρακτηριστική και η σύγχρονη ελληνική παροιμία «Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι».

Δραστηριότητες αποταμίευσης

Με την έννοια της αποταμίευσης στη σύγχρονη εποχή προσδιορίζονται τέσσερις συναφείς περιπτώσεις δραστηριοτήτων, οι οποίες και είναι:

α) Η οποιαδήποτε συσσώρευση χρήματος, ή υλικών αγαθών για μέλλουσα χρήση. Σ’ αυτή την περίπτωση αποφεύγεται η κατανάλωση για δημιουργία ενεργητικού.

β) Η οποιαδήποτε ροή χρήματος ή διαθεσίμων, με τη διαδικασία της συσσώρευσης σε κάποια χρονική περίοδο. Ουσιαστικά πρόκειται για τα εξαγόμενα της προηγούμενης περίπτωσης, που καλούνται ευρύτερα αποταμιεύματα.

γ) Η οποιαδήποτε διαδικασία εξοικονόμησης ή διαφύλαξης διαθεσίμων, που αφορά περιπτωσιακή “αναβολή κατανάλωσης”, και

δ) Οι οποιοιδήποτε οικονομικοί πόροι που διατηρούνται δια της εξοικονόμησης.

Αντικείμενο και των τεσσάρων παραπάνω περιπτώσεων χρήσης του όρου μπορεί ν΄ αφορούν χρήμα ή υλικά αγαθά. Γενικά όμως οι οικονομολόγοι αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην α) περίπτωση, από το γεγονός ότι τα διάφορα στατιστικά και δημοσιονομικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την εκτίμηση της αποταμίευσης σε τρόπους μη νομισματικούς. Εξ ου και η δεσπόζουσα έννοια της αποταμίευσης του χρήματος. Το δε γεγονός ότι η αποταμίευση χρήματος και η αποταμίευση υλικών αγαθών μπορούν να εναλλαχθούν ως αμοιβαία υποκατάστατα, που αναπτύσσεται τις τελευταίες δεκαετίες, προσελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον των οικονομολόγων.

Ορισμοί χρήσης

Είναι γεγονός ότι στις οικονομικές αναλύσεις κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αποταμίευση κατά την β) περίπτωση, ως ροή χρήματος ή διαθεσίμων  αποτελεί το εισόδημα που πλεονάζει σε σχέση με τις δαπάνες στη κατανάλωση. Αυτό δόθηκε και ως ορισμός εν προκειμένω από τον Μ. Keynes. Τον ορισμό αυτό έλαβαν ως βάση οι δημόσιες υπηρεσίες για την εκτίμηση της αποταμίευσης των καταναλωτών. Επί του τελευταίου όμως, ο οικονομολόγος D. Robertson αντιπρότεινε εναλλακτική διατύπωση λαμβάνοντας υπόψη τη μελέτη της ανάλογης συμπεριφοράς των καταναλωτών με τρέχοντα ορισμό ότι «Η αποταμίευση ισούται με το πραγματοποιηθέν εισόδημα κατά την τελευταία περίοδο μείον τις δαπάνες της τρέχουσας κατανάλωσης». Παρά ταύτα κα οι δύο παραπάνω ορισμοί παρουσιάζουν αμφίβολη εμπειρική αξία. Αυτό διότι ο μεν ορισμός του Κέυνες οδηγεί σε υποτίμηση της πραγματικής αποταμίευσης, σύμφωνα με διάφορες στατιστικές, ενώ ο ορισμός του Ρόμπερτσον είναι μεν εύχρηστος και ακριβής μόνο όταν οι περίοδοι πληρωμών είναι συχνές και καθορισμένες.

Ο δε ορισμός κατά την περίπτωση γ) «διαδικασία εξοικονόμησης» πηγάζει από την α) περίπτωση δεδομένου ότι η συσσώρευση διαφυλάσσει τα αγαθά για μελλοντική χρήση. Αυτό όμως ισχύει ιδιαίτερα στα μέσα παραγωγής, όταν η αναβολή χρήσης αποσκοπεί σε μελλοντικούς παραγωγικούς σκοπούς. Ο δε ορισμός κατά τη περίπτωση δ) αφορά περισσότερο στον τεχνολογικό τομέα για καλλίτερη κατανομή των πόρων (διαθεσίμων) αλλά και με αποδοτικότερες μεθόδους. Πρόκειται για το πρόβλημα της «μεγιστοποίησης» που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Αποταμίευση μπορεί να εφαρμόσει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιχείρηση και γενικότερα μια χώρα όπου και διακρίνεται αντίστοιχα, όπως π.χ. προσωπική, επιχειρηματική, δημοσιονομική, μέχρι και αποταμιευτική πολιτική μιας χώρας.

Βασικές χρήσεις αποταμίευσης

  1. Τραπεζικές καταθέσεις
  2. Απόκτηση ακίνητης περιουσίας (καλλιεργήσιμων γαιών, δασών, κτιρίων κ.λπ.)
  3. Απόκτηση πολύτιμων μετάλλων, (κυρίως χρυσού) και πολύτιμων λίθων.
  4. Απόκτηση συλλογών και αντικειμένων τέχνης (χρημάτων, πινάκων ζωγραφικής, σπανίων βιβλίων, νομισμάτων, γραμματοσήμων κ.λπ.).
  5. Απόκτηση ξένων νομισμάτων (συνάλλαγμα).
  6. Απόκτηση μετοχών από Χρηματιστήρια αξιών.
  7. Εγγραφή σε εκδόσεις ομολογιών.
  8. Εγγραφή και απόκτηση εντόκων γραμματίων.
  9. Δανειοδότηση ιδιωτικών επιχειρήσεων.
  10. Αυτοχρηματοδότηση επιχειρήσεων (που αφορά μόνο επιχειρήσεις)

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αποταμίευση

Please follow and like us:
error0

Ερωτικό

Καημὸς ἀλήθεια νὰ περνῶ
τοῦ ἔρωτα πάλι τὸ στενό,
ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιὰ
μιὰ μέρα τοῦ θανάτου…

Στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό,
ποῦ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
– τί μοῦ στοιχίζει στὴν καρδιὰ
τὸ ξαναπέρασμά του;

Ἂς εἶναι, ὡστόσο, – τί ὠφελεῖ;
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ
καὶ μὲ λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα τὸ φιλὶ – ἂχ καρδιά μου!
ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲν μπόρεσε κανεὶς
ποτὲ νὰ μοῦ τὸ δώσει…

Ἴσως μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ,
γυρνώντας πάλι στὸ βυθὸ
καὶ μὲ τὴ νύχτα μυστικά,
γίνουμε πάλι ταίρι,

αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί,
ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
– σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλὴ
– νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πηγή: https://www.elculture.gr/blog/article/ναπολέων-λαπαθιώτης/

Please follow and like us:
error0

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (31 Οκτωβρίου 1888 – 8 Ιανουαρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής του μεσοπολέμου.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ο Βίος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888, στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων στην Αθήνα και ήταν παιδί του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, μαθηματικού και στρατιωτικού,  που διετέλεσε βουλευτής το 1903-1905 και έγινε υπουργός στρατιωτικών το 1909. Η μητέρα του, Βασιλική Παπαδοπούλου, ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη. Άρχισε να γράφει ποιήματα από παιδί. Ένα πρωτόλειο έμμετρο δράμα του εκδόθηκε με φροντίδα του πατέρα του. Στα γράμματα εμφανίστηκε επίσημα το 1905, στο περιοδικό Νουμάς. Το 1907 μαζί με άλλους εννιά νεαρούς λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό Ηγησώ. Ο Λαπαθιώτης σπούδασε νομικά αν και δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Υποστηρικτής του Βενιζέλου στην αρχή, κατατάχτηκε στον στρατό ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας, θέση που διατήρησε ως το 1921. Στη δεκαετία του ’20 φυσά ο αέρας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Επηρεάζει τους ποιητές του καιρού του, μαζί και τον Λαπαθιώτη που ενστερνίστηκε τον  κομμουνισμό. Το 1932 και μετά αρθρογραφούσε στο αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» το πεζό τραγούδι «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».

Ο Λαπαθιώτης ποτέ δεν έφυγε από το σπίτι του στις παρυφές του Λόφου Στρέφη. Στο διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό, που σήμερα ερημώνει, έζησε πάνω από 40 χρόνια και εκεί έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού έργου του, αλλά και αυτοκτόνησε. Η μητέρα του Λαπαθιώτη πέθανε πριν την κατοχή, ο πατέρας του στις αρχές της.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έμεινε οικονομικά απροστάτευτος, οικογενειακά απροστάτευτος, καθώς, παρά την ελευθερία και την ελευθεριότητα με την οποία ζούσε, δεν κατάφερε ποτέ να ενηλικιωθεί και να αφήσει τους γονείς και την πατρική του στέγη. Δεν μπόρεσε ποτέ να βρει το κλειδί του βιοπορισμού, η μέριμνα της καθημερινότητας δεν τον απασχόλησε ποτέ. Κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα, εγκαταλειπόμενος στην ηδονή.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης διάβαζε Ουώλτερ Χορέισο Πέιτερ, από τους βασικότερους θεωρητικούς εκφραστές του δόγματος «Η Τέχνη για την Τέχνη», το οποίο αποτέλεσε θεμέλιο του κινήματος του Αισθητισμού  και Όσκαρ Ουάιλντ. Πίστευε και αυτός ότι η τέχνη δεν έχει ηθικούς ή ωφελιμιστικούς λόγους ύπαρξης, σε αντίθεση με τις επικρατούσες απόψεις της εποχής του, οι οποίες ερμήνευαν το έργο τέχνης βάσει ηθικών και παιδευτικών αξιών.

Διέθετε μια από τις πλουσιότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Τη βιβλιοθήκη του την ξεπούλησε για να εξασφαλίζει ηρωίνη. Η ευαίσθητη, με μουσικότητα στίχων, μετρική ποικιλία και αγνή λυρική διάθεση, ποίησή του, χάθηκε σε δρόμους αδιέξοδους. Μας άφησε ένα μικρό σε όγκο, αλλά σημαντικό σε ποιότητα ποιητικό έργο. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής. Στα ποιήματά του σκύβουμε ακόμα και σήμερα με ενδιαφέρον, περιέργεια και απορία για την εκκεντρική αντισυμβατική και επικίνδυνη ζωή του.

Τα έργα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

  1. «Οι Περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ» ημιτελές μυθιστόρημα (πρωτόλειο)
  2. «Νέρων ο Τύραννος», 1901, θεατρικό παιδικό έργο, που το τύπωσε ο πατέρας του
  3. «ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ», άρθρο στο Νουμά, 1916
  4. «Η Ζωή μου», ημιτελής αυτοβιογραφία (φτάνει έως το 1917) που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Μπουκέτο το 1940.

Τα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

  • Τὰ καημένα τὰ πουλάκια
  • Τὰ χλωμά τὰ κοριτσάκια
  • Ἔχω ἕνα ἀηδόνι…
  • Ποιητής
  • Μυστικό…
  • Ἐπεισόδιο
  • Ἡ χαρά
  • Συντριβή
  • Ἀναμνήσεις
  • Τὸ παλιό μας τραγούδι
  • Μικρό Τραγούδι
  • Παραμύθι
  • Πόθος
  • Στο νυχτερινό κέντρο
  • Χειμωνιάτικο τοπίο
  • Ἐκ βαθέων
  • Στη φυλακή…
  • Κούραση
  • Κλείσε τὰ παράθυρα
  • Φαντάσματα
  • Βαθύ κι ἐξαίσιο βράδυ
  • Μοναξιά
  • Ἑκάτης πάθη
  • Νυχτερινό
  • Οἱ μπερντέδες
  • Ἐρωτικό
  • Οἱ κύκνοι τὸ φθινόπωρο
  • Λυπήσου
  • Προσμένω πάλι
  • Σπαρασμός
  • Ἄτιτλο
  • 1939
  • Φάντασμα
  • Προσμονή
  • Εἶμαι μόνος…
  • Ἐρινύες
  • Βαο, γαο, δαο
  • Τ᾿ ἁπλὸ παιδί πού ἐγὼ ἀγαπῶ…
  • Τραγούδι
  • Ὅταν βραδιάζει
  • Ἕνας χαμένος κύκλος
  • Ἀποχαιρετισμοί στη μουσική
  • Ἀποχαιρετισμός
  • Ἀποχαιρετιστήριο
  • Κραυγή

Πηγή: https://www.elculture.gr/blog/article/ναπολέων-λαπαθιώτης/


Please follow and like us:
error0

Η Ανακωχή του Μούδρου (1918)

Η Ανακωχή του Μούδρου που τερμάτισε τον πόλεμο Entente (Αντάντ)-Τουρκίας υπογράφτηκε από τους Τούρκους εκπροσώπους του σουλτάνου στις 30 Οκτωβρίου 1918 πάνω στο βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων», που ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου. Εκεί αποδέχτηκε η Τουρκία του σουλτάνου τους όρους που υπαγόρευσε, για λογαριασμό των δυνάμεων της Entente, ο Άγγλος αντιναύαρχος Άρθουρ Κάλθορπ. Οι όροι ήταν εξοντωτικοί, σαφής έκφραση των διαθέσεων της Entente για διανομή των εδαφών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και άμεση ή έμμεση οικονομική διείσδυση. Η Ανακωχή του Μούδρου σήμανε ουσιαστικά και τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 Το βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων», πάνω στο οποίο υπογράφτηκε η Ανακωχή του Μούδρου
Το βρετανικό πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων»

Με την συνθήκη αυτή συμφωνήθηκε η κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ των Συμμαχικών Δυνάμεων της Αντάντ (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία αναλάμβανε τα ακόλουθα βάσει των 25 όρων – άρθρων της:

1. Την υποχρέωση του ανοίγματος των Στενών των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου προς την Μαύρη Θάλασσα και την παράδοση των φρουρίων αυτών.

2. Την υπόδειξη των σημείων και έκταση πόντισης ναρκών και τορπιλών και παροχή βοήθειας στην αλίευσή τους.

3. Τη συγκέντρωση όλων των αιχμαλώτων των συμμάχων και των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη και άμεση παράδοση αυτών.

4. Την παράδοση του τουρκικού στρατού (του οπλισμού) με άμεση αποστράτευση, εκτός του απόλυτα αναγκαίου για τη φύλαξη των συνόρων και την εσωτερική ασφάλεια. Η δε δύναμη που θα απέμενε και η κατανομή της, θα καθοριζόταν μεταγενέστερα, σε συνεννόηση με την τουρκική κυβέρνηση.

5. Την άμεση παράδοση όλων των πολεμικών πλοίων στους Συμμάχους.

6. Την παροχή δυνατότητας στους Συμμάχους να καταλάβουν, για λόγους ασφάλειας, οποιαδήποτε στρατηγικά σημεία επί του εδάφους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έκριναν εκείνοι, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Οθωμανική κυβέρνηση.

7. Την ελεύθερη χρήση παντός λιμένος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από συμμαχικά πλοία.

8. Τη χρήση παντός υλικού επανόρθωσης που θα βρισκόταν σε τουρκικό λιμάνι.

9. Την ανεμπόδιστη κατάληψη του συστήματος υπόγειων διωρύγων της Ταυρίδας από τους συμμάχους.

10. Την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού από τα ΒΔ σύνορα με την Περσία και επάνοδο στα προπολεμικά.

11. Την παράδοση του ελέγχου των υποβρυχίων καλωδίων.

12. Την αποφυγή καταστροφής στρατιωτικού, ναυτικού ή εμπορικού υλικού, χωρίς προηγούμενη συμμαχική άδεια.

13. Την παραχώρηση κάθε δυνατής διευκόλυνσης στον ανεφοδιασμό των συμμάχων, με αγορά ανθράκων και ναυτικού υλικού, απαγορευμένης της εξαγωγής τους.

14. Τον έλεγχο όλου του σιδηροδρομικού δικτύου από αξιωματικούς των συμμάχων και την παράδοση του Βατούμ.

15. Την παράδοση των φρουρίων της Χετζάζης, Ασσίρ, Υεμένης, Μεσοποταμίας (Ιράκ), Τριπολίτιδας και Κυρηναϊκής.

16. Την αποχώρηση των στρατευμάτων από την Κιλικία, καθώς και τη διάθεση στις συμμαχικές δυνάμεις όλης της εξάρτησης, όπλων και πυρομαχικών, καθώς και πάσης φύσεως μεταγωγικών του “αποστρατευθησομένου” τουρκικού στρατού.

17. Την παράδοση των λιμένων της Τριπολίτιδας και της Κυρηναϊκής.

18. Την εντός μηνός απέλαση οποιουδήποτε Γερμανού ή Αυστριακού υπηκόου από την Οθωμανική επικράτεια.

19. Την αποδοχή παράλληλης τοποθέτησης αξιωματικών της Αντάντ στο Οθωμανικό Υπουργείο Επισιτισμού.

20. Την κατακράτηση από τους συμμάχους Τούρκων αιχμαλώτων, εκτός εκείνων που υπερέβησαν το όριο στρατιωτικής ηλικίας.

21. Την άμεση διακοπή οποιασδήποτε σχέσης (οικονομικής, εμπορικής κ.λπ.) με τις κεντρικές Δυνάμεις (όρος που είχε ήδη ικανοποιηθεί).

22. Την επιφύλαξη στους Συμμάχους να καταλάβουν οποιοδήποτε χώρο στο βιλαέτι της Αρμενίας, εφόσον εκδηλωθούν ταραχές. Τα άρθρα 23 και 24 αφορούσαν κινήσεις των συμμαχικών δυνάμεων, ενώ το 25ο όριζε το τέλος των εχθροπραξιών τη μεσημβρίαν της ημέρας της υπογραφής, η οποία και ήταν η επομένη (31 Οκτωβρίου).

Ύστερα από την υπογραφή της Ανακωχής του Μούδρου ο συμμαχικός στόλος, που περιελάμβανε και μια ελληνική μοίρα, ανέπλευσε τα Στενά και αγκυροβόλησε στον Κεράτιο Κόλπο. Έτσι ο Σουλτάνος και η Κυβέρνηση του, που είχαν υπογράψει την ανακωχή, ήταν υπό την «προστασία» των νικητών, με την υποχρέωση να πραγματοποιήσουν τους όρους της Ανακωχής.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές της έσχατης ταπείνωσης τονώθηκε το εθνικό αίσθημα των Τούρκων -που είχε αφυπνιστεί κυρίως τις μέρες των Νεοτούρκων- και οργανώθηκε ισχυρό κίνημα εθνικής αντίστασης, από τους τελευταίους μήνες του 1918 και τους πρώτους μήνες του 1919 και ύστερα.

Έπειτα οι Άγγλοι -σύμφωνα με τους όρους της Ανακωχής- κατέλαβαν διάφορες θέσεις όπως: την Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα, τη Μαγνησία, τον Κασαμπά (ανατολικά της Σμύρνης). Επίσης οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αττάλεια και κινούνταν στην ενδοχώρα, προς τα βορειοδυτικά, ως το βιλαέτι του Αϊδινίου (περιοχή της Σμύρνης), όπου θα ανακόψει την πορεία τους η παρουσία των Ελλήνων. Τέλος, οι Γάλλοι κατέλαβαν την Κιλικία, το νοτιοανατολικό τμήμα της Μικρασίας. Αλλά οι όροι της αποστράτευσης έμειναν ανεκτέλεστοι, ενώ, αντίστροφα, ενισχυόταν το κίνημα αντίστασης των Τούρκων εθνικιστών εναντίον όλων των ξένων, ιδιαίτερα των Ελλήνων, που οι Τούρκοι εθνικιστές τους είδαν ως όργανα του ξένου ιμπεριαλισμού, μολονότι οι Έλληνες μόνοι είχαν λόγους να ενδιαφέρονται για την τύχη «αλύτρωτων» αδελφών.

Οι διεκδικήσεις όλων είχαν χαρακτήρα οικονομικό, αποικιακό: έλεγχο των Στενών, ζώνες οικονομικής επιρροής, εκμετάλλευση υπεδάφους. Μόνο η Ελλάδα είχε τότε δικαιώματα βασισμένα στη μακραίωνη παρουσία ελληνικού πληθυσμού ειδικά στις δυτικές και βόρειες ακτές της Μικρασίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Διατροφή και πλανήτης

Υγιεινή διατροφή σημαίνει και υγιή πλανήτη, καθώς τα φαγητά που κάνουν καλό στην υγεία, έχουν παράλληλα συνήθως και μικρότερο περιβαλλοντικό «αποτύπωμα», σύμφωνα με μια νέα βρετανο-αμερικανική επιστημονική μελέτη, την πιο ολοκληρωμένη του είδους της μέχρι σήμερα. Αντίστροφα, η ανθυγιεινή για τους ανθρώπους διατροφή επιβαρύνει περιβαλλοντικά και τον πλανήτη. Οι ερευνητές των πανεπιστημίων της Οξφόρδης και της Μινεσότα, με επικεφαλής τον καθηγητή Μάικλ Κλαρκ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), μελέτησαν 15 ομάδες τροφών και συνέκριναν την επίπτωση τους στην υγεία και στο περιβάλλον.

Διατροφή

Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σχεδόν όλες οι τροφές που σχετίζονται με καλύτερη υγεία (πλήρη δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ξηροί καρποί, λάδι κ.α.) έχουν τις μικρότερες συνέπειες για το περιβάλλον, την κλιματική αλλαγή και τους φυσικούς πόρους όπως το νερό. Από την άλλη, τροφές που έχουν συσχετιστεί με τον μεγαλύτερο κίνδυνο για διάφορες παθήσεις (ιδίως το ανεπεξέργαστο αλλά και το επεξεργασμένο κόκκινο κρέας) έχουν παράλληλα τις χειρότερες επιπτώσεις στη Γη και επιφέρουν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση και ρύπανση. Δύο βασικές εξαιρέσεις είναι τα ψάρια που είναι μια υγιεινή τροφή, αλλά η όλη αλυσίδα της αλιείας, επεξεργασίας και κατανάλωσης τους έχει μεσαίου επιπέδου περιβαλλοντικές επιπτώσεις (μεγαλύτερες από ό,τι η παραγωγή και κατανάλωση φυτικών τροφών), καθώς επίσης τα αναψυκτικά/ποτά με ζάχαρη που ενέχουν κινδύνους για την υγεία, αλλά το περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους είναι μικρό.

https://www.amna.gr/home/article/403665/-Opoio-fagito-kanei-kalo-stin-ugeia–kanei-kai-ston-planiti-kai-antistrofa

Please follow and like us:
error0

Η περιέργεια

Η περιέργεια δεν περιγράφει απλώς ένα ανοιχτό μυαλό αλλά την διάθεση να αποδεχτούμε προκλήσεις που θα μας κάνουν να υπερβούμε τα όριά μας. Η περιέργεια δηλώνει την διάθεση να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι μέσα από τις εμπειρίες μας και την αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο.

Περιέργεια

Τι γεννά την περιέργεια;

Η λέξη περιέργεια συχνά συνδέεται με την διάθεση να μάθουμε πληροφορίες για ένα θέμα, ένα πρόσωπο, μία κατάσταση. Ο στόχος μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, συνήθως είναι να επιβεβαιώσουμε αυτά που ήδη ξέρουμε ή πιστεύουμε. Σύγχρονες έρευνες στην ψυχολογία συνδέουν την περιέργεια με την δημιουργικότητα, την καινοτομία την χαρά και την ενσυναίσθηση. Τί είδους περιέργεια όμως; Στις έρευνες αυτές η περιέργεια χρησιμοποιείται σαν αντίθετη έννοια από αυτήν που περιγράψαμε παραπάνω και αφορά την επιθυμία να αναζητήσουμε το καινούργιο, το άγνωστο μέσα στο γνωστό. Η περιέργεια δεν περιγράφει απλώς ένα ανοιχτό μυαλό αλλά την διάθεση να αποδεχτούμε προκλήσεις που θα μας κάνουν να υπερβούμε τα όριά μας. Η περιέργεια δηλώνει την διάθεση να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι μέσα από τις εμπειρίες μας και την αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο.

Ζούμε σε έναν κόσμο που οι παλιές σταθερές της εργασίας, της οικονομικής- κοινωνικής- πολιτικής κατάστασης, του γάμου, της οικογένειας έχουν δώσει την θέση τους σε μία όλο και μεγαλύτερη ρευστότητα και αβεβαιότητα. Η ρευστότητα αυτή ευνοεί την  ανασφάλεια, τον φόβο και την διαμόρφωση περιοριστικών πεποιθήσεων, που μας πείθουν ότι οι επιθυμίες μας είναι ουτοπικές. Αυτή η απογοήτευση συχνά μας δημιουργεί μια αρνητική στάση και μας κάνει να είμαστε κλειστοί σε νέες προοπτικές. Κάποιες φορές, εναλλάσσεται με μία καταναγκαστική θετική σκέψη ότι «τα πράγματα θα πάνε καλά», η οποία με την πρώτη δυσάρεστη εμπειρία ανατρέπεται και δίνει πάλι την θέση της στον φόβο.

Η πιο παραγωγική στάση στη ζωή είναι αυτή της δημιουργικής περιέργειας που οδηγεί στην διάθεση για εξερεύνηση της ζωής, του εαυτού μας, των άλλων και των σχέσεων. Μας βοηθάει να προσεγγίσουμε την αβεβαιότητα στην καθημερινότητά μας με μία θετική στάση. Αν και πιστεύουμε ότι η βεβαιότητα και ο έλεγχος των καταστάσεων μας φέρνει ικανοποίηση, είναι η αβεβαιότητα και η πρόκληση που φέρνουν πιο μακροπρόθεσμα οφέλη. Συνηθίζουμε να αποζητάμε την επιβεβαίωση των πεποιθήσεων που ήδη έχουμε, ψάχνουμε τις απαντήσεις στην «αποθήκη των πληροφοριών» μας και απαντάμε αυτό που ήδη ξέρουμε, που έχουμε δει, που έχουμε ζήσει. Όταν δεν κλειδώνει ο νους μας σε συμπεράσματα και δεν ερμηνεύουμε την πραγματικότητα βάσει αυτών αλλά είμαστε ανοιχτοί και περίεργοι, μπορούμε να δίνουμε χρόνο και προσοχή, να παρατηρούμε, να ακούμε, να νιώθουμε, δηλαδή να είμαστε παρόντες. Η στάση αυτή προκύπτει από την επίγνωση ότι το μυστήριο της ζωής είναι πιο μεγάλο από εμάς και ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τί θα συμβεί.

Η καλλιέργεια της περιέργειας

Το πρώτο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε τις στιγμές που αισθανόμαστε άβολα. Όταν η αυτόματη τάση μας είναι να αποφύγουμε μία κατάσταση, τότε αυτό είναι σημάδι ότι υπάρχει κάτι καινούργιο να δοκιμάσουμε και να επωφεληθούμε. Μπορεί η συζήτηση με έναν άγνωστο, που συχνά μας κάνει να αισθανόμαστε αμήχανα, να είναι μια καλή αρχή. Το δεύτερο βήμα θα ήταν να προσπαθήσουμε στην συζήτηση να μιλήσουμε για κάτι που πραγματικά μας ενδιαφέρει.

Κλείνοντας, ο δρ. Kashdan γράφει το εξής ενδιαφέρον στο βιβλίο του: ο βαθμός στον οποίο είμαστε περίεργοι για τους αγαπημένους μας είναι καλύτερος δείκτης της αγάπης και της δέσμευσής μας σε αυτούς, ακόμα και από το να είμαστε εκεί σε όλες τις δύσκολες στιγμές τους.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/prosopikotita/symperifora/7848-i-aksia-tis-periergeias.html

Please follow and like us:
error0

Ο Ιωάννης Μεταξάς (1871-1941)

Ο Ιωάννης Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, πολιτικός και δικτάτορας από το 1936 ως το 1941. Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους  Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον Εθνικό Διχασμό συντασσόμενος με την παράταξη των βασιλοφρόνων αντιβενιζελικών και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά.

Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε από το βασιλιά Γεώργιο πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος  Δεμερτζή και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου σε συνεργασία με το βασιλιά. Κυβέρνησε έως το θάνατό του τον Ιανουάριο του 1941. Ο Μεταξάς έμεινε στην ιστορία για την απόρριψη του ιταλικού  τελεσιγράφου της 28ης Οκτωβρίου 1940, που του επιδόθηκε από τον Ιταλό πρεσβευτή Εμμανουέλε Γκράτσι. Η πράξη αυτή αποκρυσταλλώθηκε συμβολικά στον επίσημο κρατικό λόγο και στη δημόσια ιστορία, καθώς και εντυπώθηκε στη συλλογική μνήμη ως «ΟΧΙ».

Ο Ιωάννης Μεταξάς
Ο Ιωάννης Μεταξάς

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως έπαρχος. Ήταν γιος του Παναγή Μεταξά, ανώτατου κρατικού υπαλλήλου, και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο. Καταγόταν από παρηκμασμένο οικονομικά κλάδο των Αντζουλακάτων της αριστοκρατικής οικογένειας των Μεταξάδων και ήταν εγγονός του Μαρίνου Μεταξά, νομικού και γερουσιαστή, πρώτος ξάδερφος του Μενέλαου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού καθώς και ανιψιός του Αγαμέμνωνα Μεταξά και του Νικολάου Μεταξά, αξιωματικού του στρατού και πολιτικού. Είχε άλλα δύο αδέρφια, τη Μαριάνθη και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά αλλά, σχετικά νέος, οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο. Μεγάλωσε με σχετική οικονομική άνεση μέχρι και το  1879, οπότε και ο πατέρας του απώλεσε την πολιτική θέση που κατείχε με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν στην Κεφαλονιά. Στην Κεφαλονιά περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του ενώ δημοτικό παρακολούθησε στο τοπικό σχολείο της Ιθάκης.

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Ιωάννη Μεταξά

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε το 1890 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Τον Σεπτέμβριο του 1892 εισήλθε στη Σχολή Μηχανικών Στρατού και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στο  Ναύπλιο, όπου και ξεκίνησε να γράφει τις πρώτες σελίδες του ημερολογίου του. Το 1897 μετατέθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών σε επιτελική θέση δίπλα στον τότε Υπουργό Στρατιωτικών και θείο του, Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά μαζί του. Το 1898 πέτυχε τη χορήγηση υποτροφίας από τον Βασιλιά για στρατιωτικές σπουδές στη Γερμανία. Το 1902 αποφοίτησε από την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου με σημαντικές διακρίσεις, δεχόμενος εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό. Σύμφωνα με τα αρχεία της Ακαδημίας για τους αξιωματικούς που φοίτησαν εκεί κατά την ίδια περίοδο, ο Μεταξάς φοίτησε στην ίδια τάξη με τρεις μετέπειτα αρχηγούς του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου (Βίλχελμ Χάιε, Όττο Χάσσε και Γκέοργκ Βέτζελ), τον μετέπειτα Πρώσο υπουργό πολέμου και ιδρυτή της Ράιχσβερ στρατηγό Βάλτερ Ράινχαρντ, τον Πάουλ φον Λέτοβ-Φόρμπεκ (μετέπειτα διοικητή των γερμανικών δυνάμεων στην Ανατολική Αφρική κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), ενώ φαίνεται ότι στην ίδια τάξη φοιτούσε και ο Νουρεντίν πασάς, μετέπειτα διοικητής του τουρκικού στρατού κατά την Καταστροφή της Σμύρνης. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Εκεί συνεργάστηκε με τον Βίκτωρα Δούσμανη  για τη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, προήχθη σε Λοχαγό Α’ Τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκηπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β’. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Ιωάννης Μεταξάς του δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.

Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα, αφού ήταν γνωστός για τις επαφές του με τη βασιλική οικογένεια. Χαρακτηριστικό της στενής του σχέσης είναι ότι η Βασίλισσα Σοφία τον αποκαλούσε «Γιαννάκη». Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ανακλήθηκε πίσω στην Αθήνα με εντολή του ίδιου του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε ο τελευταίος. Στη συνάντηση του προσέφερε την θέση του πρώτου υπασπιστή του, την οποία και αποδέχθηκε.

Το 1912, λίγο πριν την έκρηξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ο Βενιζέλος έστειλε τον Μεταξά στη Σόφια για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συνθήκη μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Μετά την υπογραφή της συνθήκης αναχώρησε για το Βελιγράδι και τέλος στις 17 Οκτωβρίου έφτασε στη Λάρισα, όπου είχε εγκατασταθεί το Γενικό Επιτελείο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν τέταρτος στην ιεραρχία του επιτελείου, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ο εγκέφαλός του. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ενώ μαζί με τον Δουσμάνη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά. Το σχετικό πρωτόκολλο υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 1912 δια του οποίου παραδόθηκε ο Τούρκος στρατηγός Ταξίν Χασάν Πασάς με όλο το σώμα στρατού που διοικούσε. Τον Δεκέμβριο του 1912 ο Ιωάννης Μεταξάς μετέβη στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς διαπραγμάτευση των όρων της σύναψης ειρήνης με την Τουρκία. Όμως στις 16 Ιανουαρίου του 1913 ο Μεταξάς ανακλήθηκε από την κυβέρνηση και στάλθηκε αμέσως στην Ήπειρο, όπου ο στρατός αντιμετώπιζε προβλήματα. Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, ενώ ήταν και αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων. Τον Απρίλιο του 1913 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε Διοικητής του Επιτελείου. Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, μετά δε το πέρας αυτών των πολέμων προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και ως Διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1913, παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλιά με το Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης με την Τουρκία το 1914 για το ζήτημα των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ο Μεταξάς συνέταξε και σχέδιο αιφνίδιας απόβασης και κατάληψης των Στενών των Δαρδανελλίων σε περίπτωση πολέμου.

Ο Εθνικός Διχασμός και ο Ιωάννης Μεταξάς

Η σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν αναπόφευκτη λόγω της διαφορετικής τους νοοτροπίας και ιδεολογίας. Ο μεν Ιωάννης Μεταξάς ήταν φιλομοναρχικός και πίστευε στην υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ο δε Ελευθέριος Βενιζέλος προτιμούσε την κυβέρνηση αυτόνομη και πέρα από τις παρεμβάσεις του Βασιλιά και πίστευε στη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ήταν λοιπόν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Την εποχή της γνωριμίας τους ο Βενιζέλος ήταν πανίσχυρος, ενώ ο Μεταξάς ένας παραγκωνισμένος βασιλικός στρατιωτικός. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε, λόγω των σπουδαίων του στρατιωτικών γνώσεων πάνω σε στρατιωτικές τακτικές, να διοριστεί πρώτος υπασπιστής του Βενιζέλου και να αναμειχθεί παρασκηνιακώς στα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού ο Μεταξάς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, υποστηρίζοντας φανερά τη διατήρηση της ουδετερότητας. Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απομάκρυνση του Δούσμανη, ανέλαβε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου. Στις 17 Φεβρουαρίου, αμέσως μετά την συνάντηση Βενιζέλου και Βασιλιά, ο Μεταξάς ανακοίνωσε την παραίτησή του υποβάλλοντας παράλληλα αίτηση αποστρατείας αλλά και ένα υπόμνημα, στο οποίο εξηγούσε γιατί θεωρούσε ότι η επιχείρηση των συμμαχικών δυνάμεων στο στενό των Δαρδανελλίων θα αποτύγχανε.

Όπως διατύπωσε στην εν λόγω επιστολή ο Μεταξάς, μια προσπάθεια κατάληψης εδαφών στην Μικρά Ασία θα ήταν καταδικασμένη εξαρχής, αφού αφενός θα αποδυνάμωνε το στρατιωτικό μέτωπο στα σύνορα με την Βουλγαρία, αφετέρου η αντιμετώπιση του σχεδόν εξ ολοκλήρου τούρκικου πληθυσμού στην ενδοχώρα της θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στον έλεγχο των εδαφών. Εκτός αυτού, υποστήριξε πως τα εδάφη της δυτικής Μικράς Ασίας καθώς ήταν πεδινά ήταν ευάλωτα και δεν είχαν κατάλληλα σημεία για άμυνα ενάντια σε μια επίθεση από την ενδοχώρα. Για τον Μεταξά, μοναδική οριστική λύση θα ήταν η απευθείας κατάληψη ολόκληρης της Μικράς Ασίας, που ωστόσο η Ελλάδα δεν ήταν σε καμία περίπτωση ικανή να πετύχει. Μετά την αποχώρησή του ο Μεταξάς φαίνεται ότι προχώρησε στην δημοσίευση ανυπόγραφων άρθρων στην εφημερίδα «Η Νέα Ημέρα Τεργέστης», στην οποία διέρρευσε μέρος των περιεχομένων από τις μυστικές διαπραγματεύσεις με την Αντάντ χαρακτηρίζοντας παράλληλα την Μικρά Ασία αποικία, γεγονός που προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις των μικρασιατικών συλλόγων και του Βενιζέλου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ο Μεταξάς μαζί με τους Γεώργιο Στρέιτ, Δούσμανη και την Βασίλισσα Σοφία επηρέαζαν καθοριστικά τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, διατηρούσαν δε συνεχή επικοινωνία με το Βερολίνο, στο οποίο διοχέτευαν απόρρητα έγγραφα, με αξιωματούχους της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

Στις 6 Οκτωβρίου ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα ως Υπαρχηγός του Επιτελείου. Στις 27 Ιουνίου 1916, ύστερα από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύθηκε διάταγμα γενικής αποστράτευσης. Με προσωπική ανάμειξη του ίδιου του Μεταξά αλλά και των μελών του επιτελείου, δημιουργήθηκαν οι σύνδεσμοι επιστράτων, οι οποίοι στελεχώθηκαν με απόστρατους και αποτέλεσαν την πρώτη μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα, αριθμώντας 200.000 μέλη. Οι σύνδεσμοι επιστράτων λειτούργησαν υποστηρικτικά προς τον βασιλικό θεσμό καθ’ όλη τη διάρκεια των γεγονότων του Εθνικού Διχασμού. Στις 12 Αυγούστου 1916 ο Βασιλιάς προχώρησε στην απομάκρυνση του Μεταξά από το Επιτελείο, ικανοποιώντας σχετικό αίτημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Παράλληλα συνεχιζόταν οι διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ να αποβιβαστεί με 3.000 στρατιώτες στο Φάληρο και να προελάσει προς την Αθήνα, όπου συνάντησε σφοδρή αντίσταση από τους Επιστράτους, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει. Την αποχώρηση των συμμάχων ακολούθησαν διώξεις των Βενιζελικών, οπαδοί των οποίων συνελήφθησαν σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας. Τα περιστατικά αυτά έχουν καταγραφεί ως «Νοεμβριανά».

Η Εξορία του Ιωάννη Μεταξά

Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους Βασιλικούς, οι οποίοι έπρεπε άμεσα να εξοριστούν. Ο κατάλογος περιείχε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, καθώς και τον συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά. Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Κωνσταντίνος Έσσλιν  κ.α. Στις 29 Ιουνίου, ύστερα από ταξίδι εννιά ημερών έφτασε στο Αιάκειο. Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε πάρει μαζί του την οικογένεια του, η οποία αποτελείτο από τη σύζυγό του και τις δύο τους κόρες. Κατέλυσαν στο Grand Hotel μαζί με άλλους σημαντικούς εξόριστους. Στην Κορσική ο Μεταξάς μάθαινε γαλλικά, ενώ μάθαινε στις κόρες του ελληνικά με ένα  αλφαβητάριο που είχε συντάξει ο ίδιος. Τα νέα περί ανακωχής των Κεντρικών Δυνάμεων ανησύχησαν τους εξόριστους. Λίγο αργότερα έφτασε η είδηση ότι οι Φιλελεύθεροι είχαν ζητήσει τους Βασιλικούς πίσω για να τους δικάσουν. Αυτή η είδηση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Μεταξά και τον ανάγκασε να σκεφτεί για πρώτη φορά την περίπτωση της απόδρασης.

Στους επόμενους μήνες που ακολούθησαν, ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με μασόνους και πολιτικούς προκειμένου να καταφέρει να βρει τρόπο διαφυγής. Αποφασίστηκε να κλέψουν το αυτοκίνητο του νομάρχη γιατί ήταν το μοναδικό το οποίο μπορούσε να κυκλοφορεί το βράδυ. Στο σχέδιο συμμετείχαν ο Δημήτριος Γούναρης και ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, ενώ ο Ιωάννης Σαγιάς αρνήθηκε να συμμετάσχει. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 οι τρεις εξόριστοι έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο, αφού διένυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία. Μετά την αποβίβασή τους και ύστερα από πολύωρη πεζοπορία κατέλυσαν σε ξενοδοχείο ύστερα από παράκληση των Γούναρη και Πεσμαζόγλου. Τελικά, στις οκτώ το βράδυ, οι τοπικές αστυνομικές αρχές κατέφθασαν στο ξενοδοχείο και συνέλαβαν τους φυγάδες. Η ιταλική όμως κυβέρνηση αρνήθηκε την έκδοσή τους στη Γαλλία. Την ίδια ώρα ο Βενιζέλος βρισκόταν στη Ρώμη για να συναντήσει τον πρωθυπουργό σχετικά με τις εδαφικές απαιτήσεις της Ελλάδας, οπότε συζητήθηκε και το θέμα των φυγάδων. Παρ’ όλες τις πιέσεις του ο Ιταλός πρωθυπουργός αρνήθηκε να εκδώσει τους φυγάδες στην Ελλάδα. Πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο εκβιασμού σχετικά με το θέμα των Δωδεκανήσων. Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας Κάλιαρι. Εκεί παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Ο Μεταξάς όντας μασόνος ζήτησε τη βοήθεια της ιταλικής μασονικής στοάς σχετικά με την ασφαλή επιστροφή τους στην πατρίδα και έλαβε ικανοποιητικές εγγυήσεις. Ύστερα από πιέσεις τον μασόνων στον υπουργό των εξωτερικών Τιττόνι (Tittoni), η ιταλική κυβέρνηση επέτρεψε στους φυγάδες να εγκατασταθούν σε μια από τις πόλεις Περούτζια, Σιένα ή Λούκκα. Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα. Εκεί παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο. Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου. Ο Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου σε θάνατο. Τον Μάιο του 1920 οι τρεις εξόριστοι έπαψαν να θεωρούνται κρατούμενοι των συμμάχων. Στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Μεταξάς με την οικογένειά του μετακόμισαν στη  Φλωρεντία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκηπα Ανδρέα.

Πολιτική σταδιοδρομία

Ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία, ο Μεταξάς αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο ταξίδι για να επισκεφθεί μερικούς φίλους. Στην Αθήνα συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Σκουλούδη, τον φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, ενώ επισκέφθηκε και τον τάφο του δολοφονημένου πολιτικού Ίωνα Δραγούμη. Ύστερα από αυτές τις συναντήσεις αναχώρησε από την Αθήνα για την Κεφαλλονιά με σκοπό να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη. Στο λιμάνι της Σάμης έτυχε μεγάλης υποδοχής από τους κατοίκους του νησιού αλλά και τους επίστρατους. Στις 30 Νοεμβρίου του 1920 επισκέφθηκε το Αργοστόλι, όπου η πόλη είχε ετοιμάσει ενθουσιώδη υποδοχή. Τις επόμενες μέρες πραγματοποίησε επισκέψεις στα γύρω χωριά και στην Ιθάκη. Πριν αναχωρήσει από την Κεφαλλονιά ίδρυσε τον «Πολιτικό Λαϊκό Σύλλογο» που σκοπό είχε την επίβλεψη των βουλευτών του νησιού.

Τις επόμενες μέρες η οικογένεια Μεταξά έφυγε από τη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκε στο Φάληρο. Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στο στράτευμα, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως. Στις 25 Μαρτίου του 1921 ο υπουργός Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Μεταξά σπίτι του. Στη συνάντηση παρευρισκόταν ο υπουργός στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο πρωθυπουργός Γούναρης και ο συνταγματάρχης και συμφοιτητής του Μεταξά, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος. Στην αρχή, αφού συζήτησαν τα περί Μικρασιατικής εκστρατείας, του πρότειναν τη θέση του στρατιωτικού συμβούλου του Αντιστράτηγου. Μετά την άρνηση του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης δε δίστασε να του προσφέρει την ίδια την θέση του Αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας. Παρόλα αυτά ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας ήταν καταδικασμένη σε ήττα. Το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο Γενικό Επιτελείο, όπου προεξοφλούσε την ήττα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στη Μικρά Ασία. Ακολούθησε και δεύτερη συνάντηση στις 29 Μαρτίου χωρίς αποτέλεσμα.

Τελικά, η Μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην ολική  καταστροφή του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βασιλιάς τον κάλεσε στα ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Μεταξά να συντάξει την επιστολή παραίτησής του προς τον ελληνικό λαό. Η κατάσταση ήταν και για τον ίδιο ανησυχητική, γιατί δεχόταν συνεχώς απειλές για τη ζωή του.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο παρουσιάστηκε ως τρίτη λύση μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών. Το κόμμα του δε βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσε, με αποτέλεσμα να απογοητευτεί και να συμμετάσχει στο φιλομοναρχικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη των  Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη. Έτσι τα μεσάνυχτα της 21 Οκτωβρίου του 1923 ξέσπασε το κίνημα εναντίον της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Το κίνημα αυτό καθοδηγούσε παρασκηνιακά ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος φοβόταν ότι οι επικείμενες εκλογές θα οδηγούσαν σε αβασίλευτο καθεστώς. Στην αρχή φάνηκε ότι οι κινηματίες υπερείχαν, αφού είχαν καταληφθεί όλες οι πόλεις εκτός από την Αθήνα, αλλά ύστερα από τις συντονισμένες προσπάθειες των Κονδύλη και Πάγκαλου κατάφεραν να τους περιορίσουν στην Κόρινθο. Τελικά το κίνημα έληξε άδοξα στις 28 Οκτωβρίου και ο Μεταξάς κατάφερε να δραπετεύσει αμέσως μετά από την καταστολή του, με νορβηγικό πλοίο από την  Πάτρα με προορισμό την Ιταλία.

Το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα και αποδέχτηκε την νέα πολιτική σκηνή. Η κατάσταση που συνάντησε ήταν πραγματικά δραματική, αφού το κόμμα του είχε διαλυθεί από τους Βενιζελικούς. «Κατεστράφη το κόμμα μου» γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία, ο Μεταξάς και ο Τσαλδάρης εκπροσώπησαν τον βασιλόφρονα πολιτικό κόσμο. Προκειμένου να ανασυγκροτήσει το πολιτικό του κόμμα, ξεκίνησε περιοδείες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Με τη δικτατορία Πάγκαλου φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε. Επέστρεψε όμως στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1926, όπου συγκέντρωσε 151.044 ψήφους και κατέλαβε 51 έδρες από τις 286. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Ως υπουργός ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν αρμόδιος για το ζήτημα της σύμβασης που είχε υπογραφεί επί της δικτατορίας του Πάγκαλου με την εταιρεία ηλεκτρισμού «Πάουερ» με όρους δυσμενείς για το ελληνικό δημόσιο. Η κυβέρνηση της Βρετανίας διαμήνυσε στην ελληνική κυβέρνηση ότι αν δεν επικυρωνόταν η σύμβαση δε θα είχε πρόσβαση σε δανειοδότηση από την αγγλική χρηματαγορά. Ως αρμόδιος υπουργός ο Μεταξάς κατάφερε να πείσει τους απρόθυμους βουλευτές να υπερψηφίσουν τη σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι η αυτοδυναμία της Ελλάδας «από απόψεως νομοθετικής» περιοριζόταν «υπό της παντοδυναμίας» των κρατών με τα οποία διατηρούσε σχέσεις. Το Φεβρουάριο όμως του 1928 πολλά μέλη του κόμματος αποχώρησαν με αποτέλεσμα να χάσει την εκλογική του δύναμη. Έτσι στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 οι Ελευθερόφρονες απέσπασαν μόνο 22.518 ψήφους και ανέδειξαν δύο γερουσιαστές. Το ίδιο περίπου συνέβη και στις  βουλευτικές εκλογές του 1932, στις οποίες το κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε 18.591 ψήφους και κατέλαβε τρεις έδρες. Παρόλα αυτά ο Μεταξάς συμμετείχε στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας τη θέση του υπουργού Εσωτερικών.

Στις 11 Οκτωβρίου του 1934 ο Βενιζέλος, από τα Χανιά όπου κατοικούσε, αποφάσισε να εγκαινιάσει σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα σχετικά με τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού. Ύστερα από μερικές μέρες ο Μεταξάς απάντησε στις «μυθοπλασίες», κατά τον ίδιο, του Βενιζέλου εγκαινιάζοντας δικιά του σειρά άρθρων στην εφημερίδα Καθημερινή. Η αρθρογραφία των δύο αντρών τελείωσε στις 23 Ιανουαρίου του 1935, με το τελευταίο άρθρο του Μεταξά. Συνολικά ο Βενιζέλος δημοσίευσε 37 άρθρα, ενώ ο Μεταξάς 70. Μέσα από την αρθρογραφία φαίνεται η απέχθεια που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι ισχυρισμοί του Μεταξά κρίνονται περισσότερο αξιόπιστοι. Προς υπεράσπισή του ο Μεταξάς αναφέρει ένα έγγραφο της Γερμανικής κυβέρνησης, με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση έδινε εγγυήσεις στον Βασιλιά σε περίπτωση παραμονής της χώρας στην ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος το αρνήθηκε αλλά οι σύγχρονες μελέτες στα γερμανικά αρχεία απέδειξαν ότι πράγματι το έγγραφο υπήρξε. Από την άλλη, οι διωγμοί του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βούλγαρους συμμάχους των Γερμανών ύστερα από την παράδοση του Ρούπελ από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, αποδεικνύουν τις όποιες εγγυήσεις ουδετερότητας στην καλύτερη περίπτωση ανεφάρμοστες.

Το 1935 το κόμμα του Μεταξά ανέδειξε επτά βουλευτές, με 152.285 ψήφους, ενώ το 1936 κατέλαβε πάλι επτά έδρες, με 50.137 ψήφους. Η απελπισία του ήταν έκδηλη. Στο ημερολόγιο του έγραψε: «Εκλογαί. Από χθες είχα την διαίσθησιν της αποτυχίας. Ερημιά σπιτιού. Κέντρον, χαλαρότης, μόνον οι πιστοί Κεφαλλήνες. Καμία εκδήλωσις έξω. Σήμερον επίσης, παρ’ όλας τας ελπίδας οικείων και φίλων. Νύκτα εξεδηλώθη πλήρως η αποτυχία. Παντού. Εξαιρέσεις Ηλείας και Μεσσηνίας και εκεί μόνον κάτι. Εις Κεφαλληνίαν η επιτυχία όχι πλήρης. Εις Αθήνας η αποτυχία οικτρά. Συμπέρασμα, ο αντιβενιζελισμός δεν με θέλει, με απέβαλεν εκ του μέσου του. Καλλίτερα». Όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της.

Προς το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου

Μετά τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση εξαιτίας διαφωνιών κυρίως για το ζήτημα της επανόδου στο στράτευμα των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών του κινήματος του 1935. Με σειρά πρωτοβουλιών του, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ κατάφερε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού: στις 5 Μαρτίου ο Γεώργιος διόρισε εν αγνοία του πρωθυπουργού υπουργό στρατιωτικών το Μεταξά, θέση στην οποία θα παρέμενε μέχρι το θάνατό του το 1941. Η πολιτική σημασία της πράξης ήταν μεγάλη, καθώς ο Μεταξάς, εκτός από αφοσιωμένος φιλοβασιλικός, ήταν ένας από τους λιγοστούς πολιτικούς που είχαν υποστηρίξει την επιβολή ενός αυταρχικού, μη κοινοβουλευτικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Στις 14 Μαρτίου ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Δεμερτζής πέθανε αιφνιδίως στις 13 Απριλίου και την ίδια ημέρα ο βασιλιάς, δίχως να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς, διόρισε το Μεταξά πρωθυπουργό.

Μετά από νέα αποτυχία των Φιλελευθέρων να έλθουν σε συμφωνία με τα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης, η κυβέρνηση Μεταξά  εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή στις 27 Απριλίου με 241 ψήφους υπέρ, 4 αποχές και 16 κατά, τους βουλευτές του Κ.Κ.Ε. και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Τρεις μέρες αργότερα, η Βουλή με ψήφισμά της διέκοψε τις εργασίες της για πέντε μήνες εξουσιοδοτώντας την κυβέρνηση να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για όλα τα θέματα, με τη σύμφωνη γνώμη μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, η οποία δε λειτούργησε ποτέ.

Η πρωτοφανής αυτή παραίτηση του κοινοβουλίου από τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας συνέπεσε με την πολιτική στήριξη που προσέφερε ο παραδοσιακός πολιτικός κόσμος στην αυταρχική και κατασταλτική δράση της κυβέρνησης ενώπιον της πρωτοφανούς έξαρσης των εκδηλώσεων του εργατικού κινήματος την περίοδο αυτή, με αποκορύφωμα την αιματηρή καταστολή της απεργίας της 9ης Μαΐου  στη Θεσσαλονίκη. Ο Μεταξάς έσπευσε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, επισείοντας τον κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης και στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με στενούς συνεργάτες του. Στα μέσα Ιουλίου επήλθε συμφωνία για το αποτακτικό ζήτημα και το σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ του αντιβενιζελικού Θεοτόκη και του ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος το ανακοίνωσε στο Γεώργιο. Η συμφωνία θα εφαρμοζόταν με την επανάληψη των εργασιών της Βουλής. Όμως, στις 4 Αυγούστου 1936, παραμονή εικοσιτετράωρης πανελλαδικής απεργίας, ο Μεταξάς, επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει επ’ αόριστον την ισχύ πολλών διατάξεων του  Συντάγματος που κατοχύρωναν τις προσωπικές και συλλογικές ελευθερίες και, χωρίς να προκηρύξει εκλογές, να διαλύσει τη Βουλή με τη συγκατάθεση του βασιλιά, ο οποίος εξέδωσε δύο παράνομα διατάγματα με τα οποία καταλύθηκε ο κοινοβουλευτισμός και επιβλήθηκε δικτατορία.

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά

Χαρακτήρας και ιδεολογία του καθεστώτος

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά είχε αρκετά εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών καθεστώτων, αλλά ουσιαστικά κατατασσόταν από σύγχρονους παρατηρητές ως «απροσδιόριστο» και όχι φιλοφασιστικό καθεστώς. Δημιουργήθηκε η ΕΟΝ, οργάνωση νεολαίας – η συμμετοχή στην οποία αρχικά δεν ήταν υποχρεωτική – στην οποία χρησιμοποιούσαν σκούρες μπλε στολές (αντίστοιχα οι Ιταλοί φασίστες φορούσαν μαύρες στολές), υιοθετήθηκε ο χαιρετισμός δι’ ανατάσεως της δεξιάς χειρός (όπως στη Γερμανία του Χίτλερ). Οι Αδόλφος Χίτλερ και Μπενίτο Μουσολίνι πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως δεκανείς, ανήλθαν στην εξουσία κερδίζοντας τις εκλογές μέσω των μαζικών πολιτικών κομμάτων που διηύθυναν, δημιούργησαν ομάδες εφόδου που τρομοκρατούσαν τους αντιπάλους τους και ευθύνονται για μεγάλη σειρά πολιτικών δολοφονιών. Ο Μεταξάς επίσης δεν δίσταζε να συνεργαστεί και να χρησιμοποιήσει συλλόγους που υποστήριζαν και εφάρμοζαν δυναμική, βίαιη πολιτική, αλλά τα εργαλεία αυτά τα ενέτασσε σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο πολιτικής οργάνωσης. Ο αντικοινοβουλευτισμός του Μεταξά δεν συνεπαγόταν τα πληβειοκρατικά στοιχεία του Γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού, τα οποία τον απωθούσαν. Επίσης, η ρητορεία των τελευταίων ήταν καθαρά ιμπεριαλιστική, αντιθέτως αυτής του Μεταξά. Ο Μεταξάς δε συμμάχησε με καμία φασιστική χώρα, ενώ διατήρησε καλές σχέσεις με την Βρετανία. Η βασική διαφορά του καθεστώτος του Μεταξά με τα φασιστικά ήταν ότι στηριζόταν στη δύναμη του στρατού, ο οποίος αρκείτο στη βεβαιότητα ότι δεν θα επανέλθουν οι βενιζελικοί αξιωματικοί. Παρά το ότι ήταν αντικομμουνιστικό, βίαιο και αντικοινοβουλευτικό καθεστώς, δεν ήταν και ολοκληρωτικό, αφού δεν επεδίωκε τον γενικό συντονισμό όλης της κοινωνίας.

Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το κράτος της 4ης Αυγούστου, και η οποία εμπνεόταν από την ιδεολογία του «Γ΄ Ράιχ» αλλά είχε πιο παραδοσιακά στοιχεία, όπως την θρησκευτική πίστη. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες οφείλουν να είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α’) και Βυζαντινού (Β’) Πολιτισμού και να έχουν ως σκοπό τη φυλετική ενότητα του έθνους, καθώς και τη διατήρηση των παραδόσεων. Το ιδανικό πολίτευμα κατά τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, αλλά η στρατοκρατική Σπάρτη και η αρχαία Μακεδονία η οποία ενοποίησε πολιτικά την αρχαία Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας σε ένα διαιρεμένο έθνος, ενώ στρεφόταν εχθρικά απέναντι στον “παλαιοκομματισμό” και τις κοινοβουλευτικές τακτικές του παρελθόντος. Το καθεστώς Μεταξά δεν εφάρμοσε και δεν πίστευε σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική και η ιδεολογία περί «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» δε βρήκε πλατιά απήχηση στην Ελλάδα όσο βρήκε η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στη Γερμανία. 

Διώξεις – αντικομμουνισμός

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της δικτατορίας ήταν η αστυνομική τρομοκρατία, η οποία στράφηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα κυρίως κατά των κομμουνιστών, αλλά και κατά δημοκρατικών πολιτών. Επίσης και κατά κάποιων συντηρητικών πολιτικών, οι οποίοι, έχοντας επαφές με την Αυλή, επιδίωκαν την ανατροπή του Ιωάννη Μεταξά. Ο Γεώργιος Καφαντάρης σε ανακοίνωση διαμαρτυρίας γράφει «Αι αυθαίρετοι συλλήψεις είναι συνήθη φαινόμενα. Πάμπολλοι είναι οι υποβληθέντες εις μεσαιωνικά μαρτύρια». Τα κόμματα απαγορεύτηκαν, οι πολιτικοί εξορίστηκαν ή τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, τα συνδικάτα διαλύθηκαν ενώ οι βασανισμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο στα αστυνομικά τμήματα. Οι συνθήκες διαβίωσης των εξόριστων ήταν τόσο άσχημες που μερικοί πέθαιναν από αρρώστιες. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο πρώην πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος. Χαρακτηριστικό της τρομοκρατίας είναι ότι η ΓΣΕΕ διαλύθηκε και αναπληρώθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία με πρόεδρο τον ίδιο τον υπουργό εργασίας. Επιπλέον με βασιλικά διατάγματα πέτυχε η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος να γίνεται από τον Βασιλιά.

Ο Ιωάννης Μεταξάς προσπάθησε και πέτυχε να επιβάλει έναν συστηματικό διωγμό του κομμουνιστικού στοιχείου. Την «επιχείρηση» αυτή ανέλαβε ο Υπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος με βασανιστήρια, διώξεις και με πιστοποιητικά φρονημάτων επιχείρησε να περιορίσει την επέκτασή του. Ο αιφνιδιασμός του ΚΚΕ και η μη οργανωμένη αντίδραση είχε ως αποτέλεσμα την εύκολη εξουδετέρωση του πρώτου από τη δικτατορία Μεταξά, όχι όμως και τη διάλυσή του.

Το καθεστώς από την πρώτη κιόλας μέρα έκλεισε τον Ριζοσπάστη και έκανε το πρώτο κύμα συλλήψεων. Τον Σεπτέμβριο του 1936 συνέλαβε και φυλάκισε τον Νίκο Ζαχαριάδη στην Κέρκυρα στην περιβόητη Ακτίνα Θ’. Μέχρι τα μέσα του 1938 συνέλαβε σχεδόν όλη την ηγεσία του ΚΚΕ. Στις φυλακές της Ακροναυπλίας που λειτούργησαν από την άνοιξη του 1937 φυλάκισε την μεγαλύτερη ομάδα κομμουνιστών, περίπου 600 άτομα. Επίσης εκτόπισε στα μικρά νησιά Αη Στράτη, Ανάφη, Φολέγανδρο, Κίμωλο, Γαύδο και αλλού πολλά στελέχη και μέλη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1939 ελάχιστα μέλη του ΚΚΕ είχαν παραμείνει ασύλληπτα. Το ΚΚΕ ουσιαστικά δεν υπήρχε.

Το 1939 ο Μανιαδάκης κατασκεύασε την Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ με ηγετικά στελέχη του κόμματος που είχαν προσχωρήσει στο καθεστώς, όπως ο Μιχάλης Τυρίμος και ο Μανώλης Μανωλέας. Μάλιστα η Προσωρινή Διοίκηση εξέδιδε και δικό της πλαστό Ριζοσπάστη και κατάφερε να συσπειρώσει στους κόλπους της αρκετά μέλη του ΚΚΕ. Παράλληλα, όμως, υπήρχε και η παλιά ηγεσία του ΚΚΕ, η λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή, η οποία εξέδιδε δικό της Ριζοσπάστη.

Στα τέλη του 1939 κατ’ εντολήν του φυλακισμένου Ζαχαριάδη, το μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε από την Κέρκυρα για να ξεκαθαρίσει το κόμμα από τους χαφιέδες και να βοηθήσει στην ανασυγκρότησή του. Όμως, μπλέχτηκε στα δίχτυα της Ασφάλειας και εντάχθηκε στην Προσωρινή Διοίκηση με αποτέλεσμα και ο έγκλειστος Ζαχαριάδης να υποστηρίξει την Προσωρινή Διοίκηση σαν την πραγματική καθοδήγηση του ΚΚΕ. Οι αλληλοκατηγορίες των δύο καθοδηγήσεων αποπροσανατόλισαν τα μέλη του ΚΚΕ, δημιουργώντας μια άνευ προηγουμένου σύγχυση και το τοπίο ξεκαθάρισε προς τα τέλη του 1941, όταν συγκροτήθηκε η λεγόμενη Νέα Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ μεσούσης της Κατοχής.

Το κοινωνικό προφίλ του καθεστώτος Μεταξά

Ο τομέας της κοινωνικής πρόνοιας θεωρείται ως ο μοναδικός τομέας που το καθεστώς της 4ης Αυγούστου παρουσίασε μια συνολική και συνεπή πολιτική με την ρύθμιση των αγροτικών χρεών το 1937, την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης, την καθιέρωση του θεσμού της υποχρεωτικής διαιτησίας μεταξύ εργατοϋπαλλήλων και εργοδοσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και κυρίως την εφαρμογή αποφάσεων της περιόδου της αβασίλευτης δημοκρατίας για τη λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1937, η οποία ωστόσο είχε δυνητική αξία, εξαιτίας της έλλειψης πόρων για τη χρηματοδότησή του και του αργού ρυθμού ασφάλισης των εργαζομένων. Τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα, ενώ από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια.

Εξωτερική και οικονομική πολιτική

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί, αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Για τη διαφορετική νοοτροπία Αγγλίας και Ελλάδας γράφει ο Βρετανός στρατηγός σερ Χ.Μ. Ουίλσον «κάτω από τη δικτατορία του Μεταξά είχαν υιοθετηθεί ορισμένες ναζιστικές ιδέες. Η νεολαία χαιρετούσε χιτλερικά έως ότου οι Αυστραλοί την εδίδαξαν να χαιρετά με το σύνθημα της νίκης. Η θέσις μας στην Ελλάδα ήταν πραγματικά παράδοξη: Αγωνιζόμαστε εναντίον του ολοκληρωτισμού ενισχύοντας μια φασιστική κυβέρνηση εναντίον μιας άλλης». Από τη δεκαετία του 1930 η αντιβενιζελική παράταξη στην οποία ανήκε ο Μεταξάς είχε συντονιστεί με την πολιτική των κρατών της δυτικής Ευρώπης στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα της Βρετανίας, θεωρώντας πως ήταν σύμφωνη με την εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων. Λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας ο Μεταξάς σύνηψε συμφωνία με τους Βρετανούς με την οποία άυξησε το τοκοχρεολύσιο του εξωτερικού δημόσιου χρέους από 30% που προβλεπόταν για την διετία 1935-37 σε 40% ενώ στις αρχές του 1940 αυτό αυξήθηκε κατά 3% ακόμη. Τον Μάρτιο του 1937 δήλωνε με επιστολή του στον πρέσβη της Ελλάδος στο Λονδίνο ότι «οι μόναι προνομιακαί επιχειρήσεις εν Ελλάδι είναι αι Αγγλικαί».

Τον Οκτώβριο του 1938 ο Μεταξάς πρότεινε στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε διπλωματικά, επιφυλασσόμενη να συνδεθεί με επίσημο τρόπο με ένα καθεστώς που θεωρούσε ότι είχε αβέβαιο μέλλον εξαιτίας της αντιδημοτικότητάς του και υπολογίζοντας ότι μια τέτοια συμμαχία θα αντιμετωπίζονταν ως πρόκληση από την Ιταλία και ίσως προξενούσε ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, την ώρα που η άμυνα της Ελλάδας ήταν ανεπαρκής. Από το 1939 η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς, οι οποίοι αποδέχονταν την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις ήταν τυπικές, αφού η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις των Γερμανών. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας, λόγω των συνεχών προκλήσεων. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα. Παρόλα αυτά η πολιτική της ουδετερότητας απέτρεψε τον Μεταξά από τη λήψη περαιτέρω μέτρων.

Οι Βενιζελικοί θεωρούσαν τον Μεταξά προσκείμενο στην γερμανική πλευρά, ενώ οι βασιλόφρονες θεωρούσαν ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος ήταν προσκείμενος περισσότερο στην Βρετανία. Φαίνεται όμως ότι στον μεσοπόλεμο ο Μεταξάς άλλαξε την πολιτική του γραμμή προς την Βρετανική αυτοκρατορία. Το είχε δηλώσει μάλιστα στην σύσκεψη των στρατηγών (Μάιος 1940) όπως και σε διάφορες συνεντεύξεις του ότι το επαναλαμβανόμενο δόγμα της Ελλάδας ήταν ότι δεν μπορούσε να βρεθεί σε αντίθετο στρατόπεδο εκτός εκείνου της Αγγλίας. Η Αγγλία είχε στρατιωτική υπεροχή στην Μεσόγειο και ένας αγγλικός αποκλεισμός θα ήταν το τέλος της οικονομικής ανάπτυξης στη Ελλάδα. Μάλιστα αυτό αποδείχτηκε αργότερα με τον Βρετανικό αποκλεισμό κατά την διάρκεια της κατοχής που προξένησε την λιμοκτονία του Ελληνικού πληθυσμού.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος

Εξώφυλλο εφημερίδας "Έθνος", 28 Οκτωβρίου 1940.
Εξώφυλλο εφημερίδας “Έθνος”, 28 Οκτωβρίου 1940.

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του Μεταξά ήταν η επιστράτευση με τα φύλλα πορείας. Ήταν μια πρωτοποριακή μέθοδος για την εποχή, όπου μπορούσε μέσα σε 2-3 εβδομάδες να συγκεντρώσει γρήγορα τον στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν έκανε νωρίτερα επιστρατεύσεις ήταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τους Ιταλούς, οι οποίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα θα ήταν εύκολος. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να υπακούσει στο ιταλικό τελεσίγραφο για ελεύθερη είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ’ άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με τη στρατηγική της ευθυγράμμισης με τη Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε, έστω και προσωρινά, τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών. Ο Γεώργιος Σεφέρης θα γράψει έναν χρόνο αργότερα: «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου». Σύμφωνα με άλλες απόψεις αναγκάστηκε να πει το ΟΧΙ είτε λόγω της πίεσης από τον λαό, είτε λόγο του ότι ήταν αναγκασμένος. Άλλοι τονίζουν πως το ΟΧΙ ήταν προσχηματικό, καθώς ο Μεταξάς ήθελε απλώς να πέσουν μερικές τουφεκιές «για την τιμή των όπλων». Στις 31 Οκτωβρίου 1940 ο Ζαχαριάδης συνέταξε ένα γράμμα που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες και το οποίο καλούσε τον ελληνικό λαό να αντισταθεί ενωμένος τη φασιστική Ιταλία. Το γράμμα αυτό θεωρήθηκε από κάποια ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ ως πλαστό.

Ο Ιωάννης Μεταξάς στο ημερολόγιο του ανέλυσε εκτενώς την απόφασή του σε ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»), στις 30 Οκτωβρίου 1940. Αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο, θα επαναλαμβανόταν ο Εθνικός Διχασμός του 1916, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί στον πόλεμο αποδυναμωμένη και με τις δυνάμεις της διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία, το Αιγαίο, τη Θράκη κ.α. Ήταν λοιπόν κατά την άποψή του η ύστατη λύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Πατρίδας του. Επιπλέον πίστευε στην σίγουρη νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων και ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε «Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση, είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών».

Το τέλος του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρρώστησε από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος, η οποία κατέληξε σε παραμυγδαλικό απόστημα με τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκές και πέθανε στις 29 Ιανουαρίου του 1941 στις 6:00 π.μ.

Το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν της 29ης Ιανουαρίου 1941

«Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως ενεφάνισε προ δέκα ημερών, ήτοι το προπαρελθόν Σάββατον, φλεγμονήν του φάρυγγος, ήτις κατέληξεν εις απόστημα παραμυγδαλικόν. Παρά την έγκαιρον διάνοιξίν του, ως και την μετεγχειρητικήν κατάλληλον θεραπείαν, παρουσίασεν εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς, ως γαστρορραγίαν και ουρίαν, και απέθανεν σήμερον, 6 π.μ. Οι θεράποντες ιατροί Μαρίνος Γερουλάνος, Β. Μπένσης, Μ. Γεωργόπουλος, Μ. Μακκάς, Ε. Φωκάς, Δ. Δημητριάδης, Ι. Χρυσικός, Γ. Καραγιαννόπουλος, Δ. Κομνηνός, Ν. Λωράνδος, Γ. Οικονομίδης, Ν. Γεωργόπουλος».

Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του ίσως και να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. Αυτή η άποψη δεν επιβεβαιώνεται όμως από τα γραφόμενα του ημερολογίου του, όπου ο Μεταξάς γράφει ότι «καλύτερα να πεθάνουμε όλοι παρά να υποταχθούμε στον Χίτλερ» και απέρριπτε προτροπές του Έλληνα πρέσβη στη Γερμανία Ραγκαβή για μεσολάβηση του Χίτλερ. Σύμφωνα με τον Υπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο θάνατος του Μεταξά προήλθε από ιατρικά λάθη («Εάν ο Μεταξάς είχε νοσηλευθεί και στην τρίτη θέση ενός δημοσίου νοσοκομείου, θα είχε σωθεί»).

Επίσης, ο Σπύρος Παξινός Διευθυντής της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών (1936-1941), το 1942 κατά τη διάρκεια δεξίωσης της Αγγλικής πρεσβείας στο Κάιρο, εκμυστηρεύτηκε σε Άγγλο διπλωμάτη την επιθυμία του να γράψει ένα βιβλίο που θα απεκάλυπτε τα πάντα γύρω από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά και το οποίο θα εξέδιδε μετά τον πόλεμο. Την επόμενη μέρα τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και μεταφέρθηκε στις Συριακές φυλακές στο Άκρον, ως πράκτορας των Γερμανών. Με το τέλος του πολέμου μεταφέρθηκε σε φυλακές στην Ινδία και το 1958 δολοφονήθηκε στο Πακιστάν, χωρίς να διαλευκανθεί το έγκλημα.

Η προσωπική ζωή του Ιωάννη Μεταξά

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν παντρεμένος από το 1909 με τη Λέλα Χατζηϊωάννου (1883 – 5-10-1984) με την οποία απέκτησε δύο παιδιά:

  • τη Λουκία Μεταξά, σύζυγο του Γεώργιου Μαντζούφα
  • την Ιωάννα Μεταξά, σύζυγο του καθηγητή ιατρικής και πρύτανη Ευγένιου Φωκά

Κόρη της Ιωάννας Μεταξά είναι η συγγραφέας Ιωάννα Φωκά – Μεταξά, σύζυγος του Αριστομένη Περρωτή, βουλευτή Μεσσηνίας.

Παρ’ ότι ο Ιωάννης Μεταξάς καταγόταν από οικογένεια μετριότατης οικονομικής κατάστασης, είχε μια πλούσια πνευματική καλλιέργεια και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στη μουσική, τη ζωγραφική το θέατρο και τον κινηματογράφο. Αυτή την καλλιέργεια φαίνεται ότι την απέκτησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία και κατά την εξορία του στη Γαλλία και την Ιταλία (1917-1920). Κατά τη διάρκεια που είχε την εξουσία, εξακολουθούσε να παρακολουθεί τα καλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας, όπως μαρτυρεί ο Παντελής Πρεβελάκης, Διευθυντής των Καλών Τεχνών επί καθεστώτος 4ης Αυγούστου. Στη διάρκεια της δικτατορίας δεν επιδίωξε την «στράτευση» καλλιτεχνών για την παραγωγή προπαγανδιστικού έργου, όπως συνέβη σε άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα του μεσοπολέμου. Κράτησε ίσες αποστάσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, απαγορεύοντας μόνο την παραγωγή εκείνων που ήταν ιδεολογικά αντίθετα με το καθεστώς.

Πηγή: www.enet.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Μεταξάς

Please follow and like us:
error0

Η Ελληνική Σημαία

Η Ελληνική Σημαία περιέχει εννέα ισοπαχείς, οριζόντιες και εναλλασσόμενες λευκές και κυανές παράλληλες λωρίδες, καθώς και έναν λευκό σταυρό μέσα σε ένα κυανό τετράγωνο (πλαίσιο) στο πάνω προΐστιο μέρος. Οι εννέα λωρίδες αντιστοιχούν στις συλλαβές της ιστορικής φράσης «Ελευθερία ή Θάνατος», όπως παράλληλα και στα γράμματα της λέξης «Ελευθερία». Ο σταυρός συμβολίζει τον σταυρό του χριστιανισμού και της ορθόδοξης πίστης, όπως και ο σταυρός που συχνά υπάρχει και στον ιστό. Τα κρόσσια που περικλείουν τη σημαία συμβολίζουν τις ψυχές όσων θυσιάστηκαν για την πατρίδα.

Η ελληνική σημαία στην κορυφή του όρους Ημεροβίγλι, νήσος Οθωνοί
Η ελληνική σημαία στην κορυφή του όρους Ημεροβίγλι, νήσος Οθωνοί

Ιστορία

Σταυρός και θρησκευτικός συμβολισμός

Οι ελληνικές σημαίες στη Βυζαντινή εποχή

Σημαίες και λάβαρα με το σύμβολο του σταυρού χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Οι ελληνικές σημαίες κατά την Τουρκοκρατία

Στη μεταβυζαντινή εποχή σημαίες με το σύμβολο του σταυρού είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Έλληνες σε διάφορες εποχές και κατά τόπους σε περιπτώσεις εξεγέρσεων. Δημοτικά τραγούδια των  αρματολών του 17ου και 18ου αιώνα αναφέρουν ότι αυτοί είχαν φλάμπουρα με τον σταυρό και άλλα θρησκευτικά σύμβολα.

Για παράδειγμα, δημοτικό του μικρού Χορμόπουλου (1683) αναφέρει: Είν’ ο Σουμήλας πώρχεται μαζί με τον Μεϊντάνη.
Και το μικρό Χορμόπουλο το χιλιοπαινεμένο
Πού’νε καμάρι των Κλεφτών καμάρι των Αγράφων,
Φέρουν τα φλάμπουρα ανοιχτά με το Σταυρό στη μέση.

Επίσης το δημοτικό του Νικολού Τζουβάρα (1770), αρματολού της Λάμαρης: Ρωτάτε για το Νικολό, τον καπετάν Τζιουβάρα,
Πού’ταν στο Λούρο αρματωλός, στο Καρπενήσι κλέφτης
Είχε φλάμπουρο όμορφο, κόκκινο και γαλάζιο,
Με το Χριστό, με το Σταυρό και με την Παναγία.

Η σημαία με λευκό σταυρό σε μπλε φόντο υψώθηκε από το στόλο που με αρχηγό το Γιάννη Σταθά και υπαρχηγό το Νικοτσάρα πραγματοποιούσε επιδρομές σε παράλια του βόρειου Αιγαίου το 1807. Αυτή ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807 στη Μονή Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο. Σε αυτή ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Ανδρέα Μιαούλη, Παπαθύμιο Βλαχάβα, Γιάννη Σταθά, Νικοτσάρα, τον Σκιαθίτη διδάσκαλο του Γένους Επιφάνιο-Στέφανο Δημητριάδη, τους Λαζαίους, τον Αναστάσιο Καρατάσο, τον Λιόλιο Ξηρολειβαδίτη, τον Νικόλαο Τσάμη και πολλούς άλλους. Οι καπεταναίοι είχαν συγκεντρωθεί στο Μοναστήρι για να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους για την Επανάσταση. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από το μπλε εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του.

Οι σημαίες της Ελληνικής Επανάστασης

Το πρώτο έτος της Ελληνικής Επανάστασης δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση και το κάθε στρατιωτικό σώμα έφερε τη δική του σημαία. Οι επαναστατικές σημαίες είτε ήταν τρίχρωμες (άσπρο-μαύρο-κόκκινο) με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας (όπως π.χ. τον φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του ή την άγκυρα κ.ά.), τα οποία είχαν όλες οι σημαίες των νησιών, είτε ακολουθούσαν τα μπαϊράκια και τα φλάμπουρα των αρματολών φέροντας σταυρό μαζί με αγίους ή τον αετό, ενώ πολλά χωριά εξεγέρθηκαν υπό το λάβαρο της εκκλησίας της ενορίας τους.

Το 1822 πραγματοποιήθηκε η Α´ Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, η οποία ψήφισε το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, το πρώτο ελληνικό σύνταγμα. Στις παραγράφους ρδ’ και ρε’ του Προσωρινού Πολιτεύματος συναντάται η πρώτη απόφαση για τη μορφή της ελληνικής  σημαίας, με την οποία καθιερώθηκαν το κυανό και το λευκό ως χρώματα της σημαίας και ανατέθηκε στο Εκτελεστικό Σώμα να προσδιορίσει τη μορφή της.

Σύμφωνα με μια θεωρία θέλησαν να αποφύγουν το κόκκινο και το πράσινο, χρώματα δηλαδή που συνδέονταν με τον ισλαμισμό και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ παράλληλα σύμφωνα με άλλη θεωρία, η επιλογή των χρωμάτων έγιναν για να συμβολίζει το γαλάζιο της θάλασσας του Αιγαίου και το λευκό των κυμάτων. Πάντως η πιο διαδεδομένη θεωρία για το πλήθος των λωρίδων, είναι ότι συμβολίζουν τις συλλαβές της φράσης «ελευθερία ή θάνατος», οι πέντε κυανές τις συλλαβές «Ε-λευ-θε-ρί-α» και οι τέσσερις λευκές «ή θά-να-τος». Οι θεωρίες για την επιλογή των χρωμάτων και το συμβολισμό των λωρίδων κρίνονται συχνά βέβαια ως λαϊκοί θρύλοι και ρομαντισμοί. Ωστόσο, γεγονός είναι πως πολλές από τις σημαίες της επανάστασης έφεραν μία από τις φράσεις «Ελευθερία ή Θάνατος», «Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ», ή «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ».

Στις 15 Μαρτίου 1822 εκδόθηκε η απόφαση 540 του εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, πρόεδρο του. Το διάταγμα όριζε για τις σημαίες ότι:

α) των μεν κατά γην δυνάμεων η σημαία, σχήματος τετραγώνου, θα είχεν εμβαδόν κυανούν, το οποίο θα διηρείτο εις τέσσαρα ίσα τμήματα από άκρων έως άκρων του εμβαδού

β) η δε κατά θάλασσαν σημαία θα ήτο διττή’ μία διά τα πολεμικά και άλλη διά τα εμπορικά πλοία. Και της μεν διά τα πολεμικά πλοία το εμβαδόν θα διηρείτο ες εννέα οριζόντια παραλληλόγραμμα, παραμειβομένων εις αυτά των χρωμάτων λευκού και κυανού’ εις την άνω δε προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο τετράγωνον κυανόχρουν, διηρημένον εν τω μέσω δι’ ενός σταυρού λευκοχρόου. Της δε διά τα εμπορικά πλοία διωρισμένης το εμβαδό θα ήτο κυανούν’ εις την άνω προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο ωσαύτως τετράγωνον λευκόχρουν και διηρημένον εν τω μέσω δι’ ενός σταυρού κυανοχρόου.

Σύμφωνα με κείμενο στο ιστορικό αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών υπ’ αριθμόν 8711, η πρώτη σημαία που υψώθηκε στα Καλάβρυτα:

…έφερεν άνωθεν σταυρόν, με γραμμάς κάτωθεν αυτού 16, κατά το σύνθημα της Εταιρείας των Φιλικών, και με την επιγραφήν ή ελευθερία ή θάνατος. Κατόπιν δε ο Ν. Σολιώτης έλαβε προσφερθείσαν αυτώ παρά της μονής Αγίας Λαύρας την χρυσοκέντητων επί των Χριστιανών αυτοκρατόρων σημαίαν της μονής, φέρουσα εξ ενός την Ανάστασιν και ετέρωθεν τον άγιον Γεώργιον. Σώζονται δε ως παρακαταθήκαι μετά τον Αγώνα παρά του Σολιώτου εις τη ρηθείσαν μονήν αμφότεραι αυταί αι σημαίαι.

Σημαία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους

Επί Όθωνα προστέθηκαν στη σημαία του στρατού ξηράς και του πολεμικού ναυτικού τα βασιλικά παράσημα. Η εμπορική σημαία ορίστηκε να είναι σαν την σημαία του πολεμικού ναυτικού, χωρίς τα παράσημα.

Το 1862 με την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα, αφαιρέθηκαν απ’ τις σημαίες τα βασιλικά παράσημα. Επί Γεωργίου Α΄ προστέθηκε στις σημαίες στρατού και πολεμικού ναυτικού το βασιλικό στέμμα. Το 1864, ορίστηκε η σημαία του πεζικού να φέρει στο κέντρο της εικόνα του Αγίου Γεωργίου, προστάτη του πεζικού. Στις 31 Μαΐου 1914 εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα που όριζε με ακρίβεια τη μορφή των σημαιών, χωρίς να μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά που ήδη είχαν. Ορίστηκε επίσης σημαία που θα χρησιμοποιείται από υπουργεία, πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια. Ακόμη όρισε ότι η σημαία του εμπορικού ναυτικού είναι και η εθνική σημαία, αυτή δηλαδή που επιτρεπόταν να υψώνουν και οι ιδιώτες. Στις 25 Μαρτίου 1924 τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών αφαίρεσαν τα στέμματα από τις σημαίες, εκτελώντας το ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης στην Αθήνα «Περί ανακηρύξεως τής Δημοκρατίας».

Η ελληνική σημαία σε διάφορες υπηρεσίες, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, 1934
Η ελληνική σημαία σε διάφορες υπηρεσίες

Στις 20 Φεβρουαρίου 1930 νέο διάταγμα για τη μορφή της Σημαίας, όριζε ότι η κλίμακα της εθνικής σημαίας είναι 2:3. Η επίσημη σημαία είναι «κυανούν ορθογώνιο, με αναλογίες διαστάσεων επίσης 2:3, το οποίο διαιρείται σε τέσσερα ίσα ορθογώνια δι’ ορθίου λευκού σταυρού, του οποίου αι κεραίαι έχουσι πλάτος ίσον προς το 1/5 του πλάτους της σημαίας». Η επίσημη σημαία ορίστηκε να χρησιμοποιείται από υπουργεία πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια και η εθνική σημαία από πολεμικά και εμπορικά πλοία, ναυτικά και λιμενικά καταστήματα και ιδρύματα, από τα προξενεία και από τους ιδιώτες. Το διάταγμα όριζε ακόμη η σημαία του πεζικού να χρησιμοποιείται από τα συντάγματα πεζικού και ευζώνων, και στον ιστό της να φέρει υπερκείμενη σταυροφόρο χρυσή σφαίρα με εμπρός τον αριθμό του συντάγματος και πίσω το γράμμα Π.

Στις 10 Οκτωβρίου του 1935 επαναφέρθηκαν τα στέμματα στις σημαίες με το ψήφισμα της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης στην Αθήνα «Περί καταργήσεως τής αβασιλεύτου Δημοκρατίας». Το 1967, η Χούντα των Συνταγματαρχών αφαίρεσε το στέμμα από τις σημαίες, και το 1969 με νέο ψήφισμα καταργήθηκε η σημαία του πεζικού και καθιερώθηκε ως επίσημη σημαία εκείνη του Ναυτικού. Στις 18 Αυγούστου του 1970, η αναλογία της σημαίας μετατράπηκε από 2:3 σε 7:12. Μετά τη  Μεταπολίτευση, ο Νόμος 48/1975 και το Προεδρικό Διάταγμα 515/1975 ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τη μορφή και τις διαστάσεις της σημαίας.

Ο Νόμος 851/21-12-1978 (ΦΕΚ 233 τ. Α΄) «Περί εθνικής Σημαίας, των Πολεμικών Σημαιών καί του Διακριτικού Σήματος τού Προέδρου τής Δημοκρατίας» καθόριζε την επίσημη εθνική σημαία που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, καθώς και τις τεχνικές και τυπικές προδιαγραφές της. Η κλίμακα της σημαίας άλλαξε πάλι σε 2:3, όπως φαίνεται από τις διαστάσεις που προβλέπονται (π.χ. 432:648 ή 90:135). Στα πλαίσια του άρθρου 9, καταργήθηκαν οι διατάξεις των προηγούμενων ετών (1967, 1969, 1971, 1973, 1975). Η επίσημη σημαία, ίδια με τη σημαία του στρατού ξηράς, καταργήθηκε με αυτόν το νόμο και αντικαταστάθηκε πλήρως από την εθνική σημαία, η ανάρτηση της οποίας γίνεται πάνω σε λευκό κοντό, στην κορυφή του οποίου υπάρχει (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις) λευκός σταυρός.

Το 1980, το Προεδρικό Διάταγμα 348/17-4-1980 (ΦΕΚ 98 τ. Α΄), καθόριζε με λεπτομέρειες τις προδιαγραφές για τις πολεμικές σημαίες. Η σημαία της Πολεμικής Αεροπορίας φέρει στο κέντρο του σταυρού την εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.

Η ελληνική σημαία εορτάζει και τιμάται στις 27 Οκτωβρίου, παραμονή της επετείου του «ΟΧΙ». Δίπλα στην κρατική σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας συχνά συναντάται και η εθνική ελληνική σημαία. Σε μερικούς θεσμούς όπως η εκπαίδευση και ο στρατός η παρουσία της ελληνικής σημαίας είναι επίσημη και θεσμοθετημένη.

Η εξέλιξη της ελληνικής σημαίας

Η επίσημη σημαία της Ελλάδας όπως εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου.

1822-1969
1822–1969
1970-1975
1970–1975
1975-1978
1975–1978
1978-σήμερα
1978–σήμερα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σημαία_της_Ελλάδας

Please follow and like us:
error0

Ο Άγιος Δημήτριος (280μ.Χ.-306μ.Χ.)

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 – 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ. Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου.

Ο άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Εικόνα στο Μουσείο Clinton Μασαχουσέτης.
Ο Άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης

Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

Ο Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης

Το γνωστότερο παλαιοχριστιανικό μνημείο της Θεσσαλονίκης είναι η βασιλική του Αγίου Δημητρίου, αρκετά αλλοιωμένη σήμερα μετά τις αναστηλωτικές εργασίες που ακολούθησαν την πυρκαγιά του 1917.

Η βασιλική χτίστηκε πάνω στα ερείπια του λουτρού της ρωμαϊκής αγοράς, όπου κατά την παράδοση τάφηκε ο μάρτυς Δημήτριος το 303. Λίγο αργότερα, το 313, στο σημείο αυτό ιδρύθηκε ένα μικρό ορθογώνιο μαρτύριο, ο «οικίσκος» των πηγών, όπου ένα σταυρόσχημο όρυγμα, στη μέση του οποίου υψώνεται λιθόκτιστος τύμβος που περιείχε μικρή μαρμάρινη λάρνακα με φιαλίδιο γεμάτο αίμα του Αγίου. Αυτό ήταν το εγκαίνιο του ναού.

Η πρώτη μεγάλη βασιλική χρίστηκε πολύ αργότερα, πιθανότατα μέσα στο γ’ τέταρτο του 5ου αιώνα σύμφωνα με τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα και όχι στις αρχές του 5ου αιώνα, από τον έπαρχο Ιλλυρικού Λεόντιο, όπως το θέλει η παράδοση. Η πρώτη βασιλική καταστράφηκε από πυρκαγιά την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου μεταξύ 629 και 634. Ο ναός ξαναχτίστηκε πάνω στα παλιά θεμέλια πολύ γρήγορα, το 640 με 650. Το 1917 καταστράφηκε ξανά από πυρκαγιά και αναστηλώθηκε αργότερα με βάση τα ερείπια της βασιλικής του 7ου αιώνα.

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και νάρθηκα. Αβέβαιο είναι αν υπήρχε αίθριο, σώζεται όμως μαρμάρινη φιάλη. Προκειμένου το μνημείο να καλύψει το χώρο όπου είχε ταφεί ο μάρτυρας, δηλαδή το ρωμαϊκό λουτρό, το ανατολικό τμήμα της βασιλικής προσέλαβε αυτή την ακανόνιστη μορφή. Κάτω από αυτό διαμορφώθηκε το λουτρό σε κρύπτη. Στο ευρύχωρο εγκάρσιο κλίτος που εξέχει στα πλάγια του ναού οι κιονοστοιχίες κάμπτονται σχηματίζοντας Π.

Οι κίονες που χωρίζουν το μεσαίο κλίτος από τα πλάγια εναλλάσσονται με πεσσούς. Αυτή η εναλλαγή πεσσών και κιόνων θα γίνει στη συνέχεια από επίδραση του μνημείου αυτού συνηθισμένη στα Βαλκάνια. Επάνω στα πλάγια κλίτη υπήρχαν υπερώα.

Στη ΒΔ γωνία της βασιλικής είναι προσαρτημένα κτίσματα που προέρχονται από τα ρωμαϊκά λουτρά και θα χρησίμευαν πιθανώς ως βαπτιστήριο. Στη ΝΑ γωνία χτίστηκε το 10ο αιώνα το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου σε μορφή μικρής τρίκλιτης βασιλικής που τοιχογραφήθηκε το 1303. Στη δυτική πρόσοψη του ναού προστέθηκαν εσφαλμένα από τους αναστηλωτές δύο πύργοι, που θυμίζουν συριακά μνημεία και ασφαλώς δεν υπήρχαν στο παλαιοχριστιανικό κτίριο. Τα κιονόκρανα της βασιλικής παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, γιατί κατά την αναστήλωση του 7ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν και παλαιότερα του 5ου και 6ου αιώνα. Σημαντικά για τη χρονολόγηση του ναού είναι αυτά που διατηρήθηκαν in situ από τον αρχικό ναό του 5ου αιώνα. Είναι θεοδοσιανά και συγγενεύουν με αυτά της βασιλικής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη που ανάγεται την 6η δεκαετία του 5ου αιώνα.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/vioi-agion/agios-dimitrios-giorti-simera-26-oktovriou-poioi-giortazoun/

Πηγή: «Παλαιοχριστιανική Τέχνη, Ναοδομία», Νίκος Γκιολές

Please follow and like us:
error0

Η Θεσσαλονίκη (316π.Χ.-…)

Η Θεσσαλονίκη εικάζεται πως ιδρύθηκε στη θέση της αρχαίας Θέρμης, η οποία αποτελούσε τον σημαντικότερο οικισμό της περιοχής. Από τη Θέρμη, πήρε το όνομα του ο Θερμαϊκός Κόλπος. Η ακριβής θέση του οικισμού δεν είναι γνωστή και δεν πρέπει να γίνεται σύνδεση με την περιοχή που σήμερα έχει την ίδια ονομασία. Η αρχαία Θέρμη βρισκόταν κοντά στη θάλασσα μιας και αποτελούσε σημαντικό λιμάνι εκείνης της εποχής και το πιθανότερο είναι να βρισκόταν στη θέση που βρίσκεται το σημερινό Καραμπουρνάκι.

Θεωρείτο το σημαντικότερο λιμάνι της ευρύτερης περιοχής για πολλούς αιώνες, αφού διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με όλες τις πόλεις του τότε ελληνικού κόσμου. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο στρατός αλλά και το ναυτικό του Ξέρξη, στρατοπέδευσαν στη Θέρμη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τους στην Ελλάδα.

Ο Λευκός Πύργος, της Θεσσαλονίκης
Ο Λευκός Πύργος

Ίδρυση της Θεσσαλονίκης

Η περίοδος μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλέξανδρου (323 π.Χ) χαρακτηρίζεται από μεγάλες ανακατατάξεις. Η αυτοκρατορία που είχε δημιουργήσει ο μεγάλος στρατηλάτης εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι τη Βακτριανή, την Ινδία και την Αίγυπτο. Τον θάνατο του ακολούθησε η διάσπαση της αυτοκρατορίας ανάμεσα στους διαδόχους. Η Θεσσαλονίκη, ιδρύεται το 316/315 π.Χ. από τον τότε βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο, με την συγχώνευση των οικισμών που υπήρχαν στην γύρω περιοχή. Ο Κάσσανδρος υπήρξε διοικητής της Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλέξανδρου στην Ανατολή. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της περιοχής μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Μακεδονίας το 306 π.Χ. Εκείνη την εποχή ανθίζει το εμπόριο σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Η Πέλλα, η πρωτεύουσα της Μακεδονίας δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της νέας εποχής μιας και δεν είχε άμεση επαφή με τη θάλασσα (επικοινωνούσε μέσω καναλιών).

Ο Κάσσανδρος αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής γύρω από τον Θερμαΐκό κόλπο, θέλησε να δημιουργήσει ένα οικονομικό και εμπορικό κέντρο για τη Μακεδονία, το όποιο θα τη συνέδεε με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. Θέλοντας να αναδείξει τη μεγάλη σημασία που είχε για αυτόν η νέα πόλη, της έδωσε το όνομα της γυναίκας του, Θεσσαλονίκης, κόρη του Φιλίππου Β’.

Η θέση της νέας πόλης ήταν ιδανική από κάθε άποψη. Βορειοδυτικά συνδεόταν με την Πέλλα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ανατολικά με τις απαραίτητες για την γεωργία και την κτηνοτροφία εύφορες εκτάσεις της Καλαμαριάς, με την Αμφίπολη και τη Θράκη. Και νότια η έξοδος προς τον Θερμαΐκό κόλπο. Αποτέλεσμα της γεωγραφικής θέσης της, ήταν η Θεσσαλονίκη να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο εμπόριο της ευρύτερης περιοχής. Η ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης προσέλκυσε κάτοικους των γύρω περιοχών από το Βορρά και από τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, με αποτέλεσμα τη γρήγορη αύξηση του πληθυσμού της.

Εμπορεύματα και ταξιδιώτες έφταναν με καράβια στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από κάθε σημείο της Μεσογείου. Οι κάτοικοι της έρχονται σε επαφή με ξένες ιδέες, πολιτισμούς και θρησκείες, όπως φαίνεται από τη διάδοση ξένων λατρειών. Η μεγάλη εμπορική δραστηριότητα προσέλκυσε και το Εβραϊκό στοιχείο. Η πρώτη εγκατάσταση των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιείται τον 3ο αι. π.Χ. Εκείνη την εποχή Εβραίοι κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Μεσογείου που είχαν εμπορική σημασία.

Η οικονομική ανάπτυξη της πόλης ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με την κυκλοφορία του δικού της νομίσματος, που διευκόλυνε ακόμα περισσότερο τις εμπορικές συναλλαγές. Η Θεσσαλονίκη απέκτησε δικαίωμα νομισματοκοπίας το 187 π.Χ. Το δικαίωμα αυτό παραχωρήθηκε (όπως και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας) από τον Φίλιππο Ε’.

Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε μέρος του βασιλείου της Μακεδονίας έχοντας σχετική αυτονομία στη διοίκηση της. Η οργάνωση της πόλης ακολουθεί τα πρότυπα των άλλων ελληνικών πόλεων, με βουλή και εκκλησία του δήμου. Στην λειτουργία της πόλης επεμβαίνει η κεντρική διοίκηση του Μακεδονικού βασιλείου με τους εκεί εκπρόσωπους του και την έκδοση βασιλικών διαγραμμάτων. Η παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης δεν είχε ως στόχο μόνο την εσωτερική λειτουργία της πόλης, αλλά και τον έλεγχο στις σχέσεις που είχε η Θεσσαλονίκη με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις.

Παράλληλα με το εμπόριο και τη βιοτεχνία που άνθιζε στην Θεσσαλονίκη, αναπτύχθηκε στις γύρω περιοχές η γεωργία και η κτηνοτροφία. Η εύφορη γη και η δυνατότητα άρδευσης βοήθησαν στην παράγωγη ποικίλων προϊόντων.

Η Θεσσαλονίκη κατά τη Ρωμαϊκή εποχή

Η Μακεδονία και μαζί η Θεσσαλονίκη υποτάσσεται στους Ρωμαίους το 168 π.Χ. μετά την μεγάλη νίκη του ύπατου Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου έναντι του Περσέα τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας.

Η Θεσσαλονίκη βρέθηκε υπό τον έλεγχο του Αιμίλιου Παύλου. Η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερις διοικητικές περιφέρειες («μερίδες») με στόχο να αποφευχθεί μελλοντική συμμαχία ενάντια στη Ρώμη. Η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα της δεύτερης περιφέρειας (Macedonia secunda), που εκτεινόταν από τον Στρυμόνα μέχρι τον Αξιό. Οι υπόλοιπες περιφέρειες είχαν ως κέντρα την Αμφίπολη, την Πέλλα, και την Ηράκλεια της Πελαγονίας.

Η σημαντικότερη εξέγερση κατά της Ρώμης οργανώθηκε από τον Αδραμυτιανό Ανδρίσκο. Η ήττα του στρατού του από τον Κόντιο Καικίλιο Μάτελλο οριστικοποίησε την κυριαρχία της Ρώμης στην περιοχή. Οι τέσσερις επαρχίες ενώθηκαν και ανακηρύχθηκαν Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας.

Στην ανάδειξη της Θεσσαλονίκης ως σημείο αναφοράς της επαρχίας της Μακεδονίας ευνόησε η στρατηγική της θέση, άλλα και η στάση που τήρησαν οι κάτοικοι της κατά την εξέγερση του Ανδρίσκου.
Η Θεσσαλονίκη απέκτησε τεράστια σημασία στο πλαίσιο αυτής της νέας διευρυμένης επαρχίας και αντιμετωπίζεται με εύνοια από τους Ρωμαίους. Επιλέχθηκε ως έδρα του Ρωμαίου διοικητή της Μακεδονίας, διατηρεί την παλιά της πολιτική οργάνωση και έχει το δικό της νόμισμα. Η ζωή των κατοίκων της Θεσσαλονίκης ωστόσο δεν ήταν καθόλου εύκολη.Η βαριά φορολογία και η λεηλασία του πλούτου της πόλης από τους εκάστοτε διοικητές δοκίμαζαν τις αντοχές των κατοίκων.

Το ενδιαφέρον των Ρωμαίων για την Ανατολή συμβάλει στην ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Η πόλη γίνεται σημαντικός στρατιωτικός και εμπορικός σταθμός μετά και την κατασκευή της Εγνατίας οδού (146- 120 π.Χ.) από τον ανθύπατο Γναίο Εγνάτιο. Ο σπουδαίος αυτός δρόμος ξεκινούσε από την τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής, και έφτανε ως τον Έβρο. Η Εγνατία συνδεόταν με τη δυτική είσοδο της πόλης και ακολουθούσε περίπου τον σημερινό δρόμο προς Καβάλα. Η Εγνατία οδός που διασχίζει σήμερα το κέντρο της πόλης αποτελεί προέκτασή της.

Η επέκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προς βορρά, αναβαθμίζει ακόμα περισσότερο τη Θεσσαλονίκη καθώς αποτελεί τη βασική έξοδο από το βορρά προς τη θάλασσα.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της Ρώμης μεταξύ των δημοκρατικών και των αυτοκρατορικών, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε σημαντικό κέντρο εξελίξεων. Ο Πομπήιος μαζί με πιστούς σε αυτόν ύπατους και συγκλητικούς, εγκαθίσταται για λίγο στη Θεσσαλονίκη. Μετά τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα (42 π.Χ), οι δολοφόνοι του, Βρούτος και Κάσσιος καταφεύγουν στη Μακεδονία. Η Θεσσαλονίκη υποστηρίζοντας τους αυτοκρατορικούς, Αντώνιο και Οκταβιανό, αρνήθηκε να δεχτεί τους Βρούτο και Κάσσιο. Χαρακτηριστική είναι και η αντίδραση του Βρούτου, πριν τη μάχη των Φιλίππων, που υποσχέθηκε ότι θα επιτρέψει στους στρατιώτες του να λεηλατήσουν τη Θεσσαλονίκη εάν νικούσαν.

Μέτα τη μάχη των Φιλίππων, οι Θεσσαλονικείς υποδέχονται τους νικητές Αντώνιο και Οκταβιανό με ιδιαίτερες τιμές, και στήνεται τιμητική αψίδα προς τιμήν τους. Οι νικητές ανταμείβουν τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης για τη στάση τους, ανακηρύσσοντάς την «ελεύθερη πόλη». Η Θεσσαλονίκη αποκτά αρκετά προνόμια και οι κάτοικοι απαλλάσσονται από τη φορολογία.

Στα χρόνια που ακολουθούν η πόλη απολαμβάνει την ειρήνη και η επέκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προς την ανατολή και τον βορά απομακρύνουν τον κίνδυνο επιθέσεων από τα βαρβαρικά φύλα. Η Θεσσαλονίκη ως «ελεύθερη πόλη» εξελίσσεται ως κέντρο πολιτισμού στα Βαλκάνια. Διοργανώνονται μεγάλες γιορτές τα Ολύμπια και τα Πύθια, μουσική και γυμναστικοί αγώνες, αντίστοιχοι αυτών της Ολυμπίας.

Ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει στη Θεσσαλονίκη το 50 μ.Χ. η οποία έγινε η «Χρύση Πύλη» για τη διάδοση του Χριστιανισμού στην Ευρώπη. Ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει αρχικά στην Εβραϊκή συναγωγή της πόλης και ακολουθούν συγκεντρώσεις πιστών σε σπίτια και δημόσιους χώρους.

Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, δυσαρεστημένοι με τη μεγάλη απήχηση του κηρύγματος του Απόστολου Παύλου αντέδρασαν. Ο απόστολος εκδιώκεται από την πόλη, όμως παρά τις αντιδράσεις αρκετοί κάτοικοι της πόλης ασπάστηκαν τις ιδέες του Χριστιανισμού και δημιουργούν την πρώτη χριστιανική κοινότητα. Η Θεσσαλονίκη τους επόμενους αιώνες θα αποτελέσει σημείο αναφοράς του χριστιανικού κόσμου.

Στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ παρατηρείται κινητικότητα στη βαλκανική χερσόνησο και νέοι κίνδυνοι απειλούν την Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη, η οποία αποτελεί το σημαντικότερο σταυροδρόμι της περιοχής. Η Θεσσαλονίκη δέχεται τρεις Επιδρομές των Γότθων την περίοδο 254-269. Και στις τρεις κατάφερε να μείνει όρθια και να απωθήσει τους εισβολείς χάρη στα ισχυρά της τείχη και την σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της.

Σε μια περίοδο εντόνων εξελίξεων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, το 293 μ.Χ. ιδρύεται η Τετραρχία και η αυτοκρατορία κυβερνάται από τους Διοκλητιανό, Μαξιμιανό, Κωνστάντιο Χλωρό και Γαλέριο. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία πλέον αποτελείται από δυο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό. Ο Διοκλητιανός και ο Γαλέριος διοικούν το ανατολικό τμήμα και ο Μαξιμιανός με τον Κωνσταντίνο τον Χλωρό το δυτικό τμήμα. Έδρα του Γαλερίου μετά το Σίρμιο έγινε η Θεσσαλονίκη στην οποία έχτισε σημαντικά ρωμαϊκά δημόσια κτήρια. Το Γαλεριανό Ανάκτορό, τη Ροτόντα, την Αψίδα του Γαλέριου (Καμάρα), τον ιππόδρομο, και την Ρωμαϊκή Αγορά.

Όταν ξεκίνησαν οι διωγμοί των Χριστιανών, με διαταγή του Γαλέριου συλλαμβάνεται και εκτελείται με μαρτυρικό θάνατο ο Άγιος Δημήτριος, ο οποίος είχε αναλάβει πλούσια φιλανθρωπική και θρησκευτική δράση για να μεταδώσει τις Χριστιανικές ιδέες.

Μετά τον Θάνατο του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρίσκεται στη δύση της και παρακμάζει. Εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες προκαλούν μετατόπιση του ενδιαφέροντος στην ανατολή έως ότου αντικατασταθεί οριστικά από την Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ροτόντα, Θεσσαλονίκη
Ροτόντα

Η Θεσσαλονίκη κατά τη Βυζαντινή εποχή

Ο 4oς αιώνας φέρνει μεγάλες αλλαγές στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και κατ’ επέκταση στη Θεσσαλονίκη. Σταματούν οι διωγμοί των χριστιανών και ο χριστιανισμός επικρατεί οριστικά ως η κύρια θρησκεία. Η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη (330) και η Θεσσαλονίκη μπαίνει σε μια νέα πορεία συμβασιλεύουσας . Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε σημαντικό κέντρο χριστιανισμού και συχνά αποτελεί σημείο αναφοράς στις πολιτικές εξελίξεις της αυτοκρατορίας.

Η Θεσσαλονίκη χάρη στην ισχυρή γεωπολιτική της θέσει παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική και πνευματική εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής. Στους αιώνες που ακολουθούν εμφανίζονται νέοι κίνδυνοι που απειλούν την πόλη.

Το 322/23 βρίσκεται στην πόλη ο Μέγας Κωνσταντίνος κατά τις προετοιμασίες για την επερχόμενη σύγκρουση του με τον Λικίνιο, διοικητή του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Κατά τη διαμονή του στην Θεσσαλονίκη κατασκευάζει λιμάνι στο νοτιοδυτικό άκρο της πόλης για να οργανώσει εκεί τον ισχυρό του στόλο. Ο Κωνσταντίνος νικά τον Λικίνιο και τον αιχμαλωτίζει, για να τον στείλει εξόριστο στη Θεσσαλονίκη όπου μετά από λίγους μήνες θανατώνεται με εντολή του πρώτου.

Το 379 ο Μέγας Θεοδόσιος κάνει τη Θεσσαλονίκη έδρα του για να αντιμετωπίσει τους Γότθους οι οποίοι κατά ομάδες λεηλατούσαν την Μακεδονία, τη Θράκη και την Θεσσαλία. Αφού νίκησε τους Γότθους (378) προχώρησε σε ανοικοδόμηση των τειχών και ενίσχυσε την οχύρωση της πόλης. Ο Θεοδόσιος βαπτίζεται χριστιανός από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και εκδίδει διάταγμα με το οποίο ο χριστιανισμός γίνεται η επίσημη θρησκεία του κράτoυς .

Ο Θεοδόσιος πεθαίνει το 395 και μοιράζει το ρωμαϊκό κράτος στους δυο γιους του, τον Ονόριο στον οποίο παραχωρεί το δυτικό τμήμα με έδρα τη Ρώμη και τον Αρκάδιο το ανατολικό με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Είναι η αρχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Θεσσαλονίκη τους επόμενους αιώνες εξελίσσεται στο πλαίσιο της νέας αυτής αυτοκρατορίας.

Άβαροι και Σλάβοι εναντίον της Θεσσαλονίκης

Από τα μέσα του 6ου αιώνα η Θεσσαλονίκη και οι κάτοικοι της δοκιμάζονται συχνά από επιδρομές βαρβαρικών φύλων που λεηλατούν την ύπαιθρο και απειλούν μεγάλες πόλεις, όμως δεν καταφέρνουν να κάμψουν την αντίσταση των Θεσσαλονικέων χάρη στη γενναιότητα τους, τα ισχυρή τείχη και την «συνδρομή» του Αγίου Δημήτριου.

Το 597 (ή το 586) στην πρώτη πολιορκία των Αβαροσλάβων, με δεκάδες χιλιάδες άνδρες (η πηγή αναφέρει τον υπερβολικό αριθμό των 100.000) η Θεσσαλονίκη αμύνθηκε επιτυχώς.

Μερικά χρόνια αργότερα 5000 Σλάβοι, προσπαθούν να αιφνιδιάσουν και να εισβάλουν στην πόλη την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημήτριου. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης οι κάτοικοι τη πόλης παρακολουθούσαν την αγρυπνία στο ναό του πολιούχου και αμέσως ξεσηκώνονται για να αποκρούσουν τους εισβολείς, οι οποίοι υποχωρούν άτακτα.

Οι Σλάβοι πολιορκούν ξανά τη Θεσσαλονίκη το 615, από ξηρά και από θάλασσα. Σε μερικές μέρες ο στόλος τους από μονόξυλα καταστρέφεται από δυνατή τρικυμία και επωφελούμενοι από τη σύγχυση των επιτιθεμένων, οι Θεσσαλονικείς ορμούν και τους αναγκάζουν σε υποχώρηση. Για άλλη μια φορά ο Άγιος Δημήτριος βρίσκεται στο πλευρό των κατοίκων και σώζει την πόλη από την καταστροφή.

Το 618 Σλάβοι που ζουν στη Μακεδονία με τη συνδρομή των Αβάρων, πραγματοποιούν άλλη μια επιδρομή η οποία σταματά στα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Μέτα τον καταστροφικό σεισμό του 620, σλαβικά φύλα θέλοντας να επωφεληθούν από την γενικευμένη σύγχυση που επικρατεί στην πόλη, προσπαθούν να εισβάλουν. Όμως ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη φτάνουν έγκαιρα και έτσι αποτυγχάνει και αυτή η επίθεση.

Η Θεσσαλονίκη σώζεται άλλη μια φορά το 675-677 από την επίθεση των Σλάβων, που όμως συνεχίζουν να λεηλατούν την ύπαιθρο. Έτσι ο Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος το 688 νικά τους Βουλγάρους και τους Σλάβους και εισέρχεται θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη. Χιλιάδες Σλάβοι από τη Μακεδονία μεταφέρονται στη Μ. Ασία.

Ύστερα από την αποδυνάμωση των σλαβικών φυλών, η περιοχή γνωρίζει ειρήνη και οι σχέσεις των Σλάβων, που είχαν παραμείνει και των Ελλήνων, περνούν σε νέα διάσταση αναπτύσσοντας εμπορικές και πολιτισμικές σχέσεις. Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει οικονομική και πνευματική άνθηση, η εύφορη ύπαιθρος καλλιεργείται εντατικά, η βιοτεχνία αναπτύσσεται, το εμπόριο ακμάζει με εμπορεύματα και προϊόντα που ταξιδεύουν από θάλασσα και από στεριά. Άλλωστε εδώ και αιώνες το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και η Εγνατία οδός, παίζουν σημαντικό ρόλο όχι μόνο στο εμπόριο αλλά και στη μετάδοση γνώσης και πολιτισμού.

Κύριλλος και Μεθόδιος

Στις αρχές του 9ου αιώνα γεννιούνται στη Θεσσαλονίκη δυο αδέρφια που έμελλε να αναλάβουν το δύσκολο έργο της μετάδοσης του χριστιανισμού και του βυζαντινού πολιτισμού στους Σλάβους της Βαλκανικής. Οι Κύριλλος και Μεθόδιος, γιοι στρατιωτικού αξιωματούχου της Θεσσαλονίκης, εντάχθηκαν στο σχέδιο του Βυζαντίου για τον εκχριστιανισμό των σλαβικών λαών. Τα δυο αδέρφια δημιουργούν την αλφάβητο των Σλάβων, μεταφράζουν κείμενα στην παλαιοσλαβική και δημιουργούν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας.

Άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς

Η ευημερία και η πρόοδος της πόλης διακόπτεται βίαια στις αρχές του 10ου αιώνα με την εμφάνιση των Σαρακηνών πειρατών στον κόλπο του Θερμαΐκού. Από το 824 Σαρακηνοί έχουν καταλάβει την Κρήτη και με ορμητήριο τα λιμάνια της λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις του Αιγαίου. Ο Βυζαντινός στόλος δεν καταφέρνει να τους αναχαιτίσει και εκείνοι βρίσκουν την ευκαιρία να κινηθούν προς τη Θεσσαλονίκη με αρχηγό τους τον εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη. Στην παρούσα φάση η Θεσσαλονίκη είναι μάλλον απροετοίμαστη για ένα τέτοιο κίνδυνο με ελλειπή οχυρωματικά τείχη και αλλαγές στη διοίκηση που καθυστερούν ακόμη περισσότερο την προετοιμασία της πόλης. Οι Σαρακηνοί εμφανίζονται στο Θερμαϊκό κόλπο μπροστά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης το πρωί της 29ης Ιουνίου του 904. Την τρίτη ημέρα της πολιορκίας οι Σαρακηνοί πειρατές πραγματοποιούν έφοδο δια θαλάσσης έχοντας κατασκευάσει ξύλινους πύργους πάνω στα καράβια τους, που ξεπερνούν σε ύψος το θαλάσσιο τείχος. Με αυτόν τον τρόπο κατορθώνουν να εισβάλλουν στην πόλη προκαλώντας χάος και πανικό στους κατοίκους της.

Σφαγές και λεηλασίες ακολούθησαν την εισβολή και διήρκεσαν δέκα ημέρες. Χιλιάδες αιχμάλωτοι και λάφυρα φορτώθηκαν στα πλοία με προορισμό την Κρήτη και τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Παρά τη μεγάλη καταστροφή, η πόλη ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της. Τα θαλάσσια τείχη επισκευάζονται και η πόλη συνεχίζει να ακμάζει.

Βούλγαροι εναντίον της Θεσσαλονίκης

Κατά την περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1059) οι Βούλγαροι ηγεμόνες Συμεών (893-927) και Σαμουήλ (976-1014) προχωρούν σε αλλεπάλληλες επιδρομές στις περιοχές της Βαλκανικής και απειλούν τη Θεσσαλονίκη που χρησιμοποιείται ως κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων έναντι των Βουλγάρων. Το 1014 μετά το θάνατο του Σαμουήλ, η Βουλγαρία γίνεται βυζαντινή επαρχία. Η αυτοκρατορία του Βυζαντίου φτάνει τότε στη μεγαλύτερή της έκταση έχοντας σαν βόρειο σύνορα τον Δούναβη.

Το 1040 οι Βούλγαροι επαναστατούν με αρχηγό τον Πέτρο Δελεάνου ο οποίος ανακηρύσσεται τσάρος. Ο στρατός του κατευθύνεται προς το νότο καταλαμβάνοντας περιοχές και πολιορκεί τη Θεσσαλονίκη με 40.0000 άντρες. Με μια ηρωική έξοδο των κατοίκων, στο πλευρό των οποίων βρίσκεται για άλλη μια φορά ο Άγιος Δημήτριος, απωθούν τους εχθρούς και λύεται η πολιορκία.

Νορμανδοί στη Θεσσαλονίκη

Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψη βυζαντινών επαρχιών στη Νότια Ιταλία επιχειρούν εκστρατείες έναντι των ανατολικών επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το 1185 καταλαμβάνουν το Δυρράχιο το όποιο αποτελούσε την αρχή της Εγνατίας οδού και πολιορκούν τη Θεσσαλονίκη από στεριά και θάλασσα με 80.000 στρατιώτες και 200 καράβια. Παρά τη γενναία αντίσταση των κατοίκων και τα ισχυρά τείχη, η ανικανότητα της διοίκησης και η ελλιπής οργάνωση της άμυνας, οδήγησαν στην κατάληψη της πόλης από τους Νορμανδούς στις 24 Αυγούστου του 1185.

Η Θεσσαλονίκη ακόμη μια φορά μετά την επέλαση των Νορμανδών έζησε σφαγές βιασμούς και λεηλασίες, ανάλογης σκληρότητας με αυτές των Σαρακηνών πειρατών. Η Νορμανδική καταπίεση διήρκεσε έναν χρόνο. Μέτα την ήττα του νορμανδικού στρατού κοντά στην Αμφίπολη αποχωρούν από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη.

Η Φραγκοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1204-1224)

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Φράγκους της 4ης σταυροφορίας, ακολουθεί και η παράδοση της Θεσσαλονίκης. Η βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύεται και στη θέση της δημιουργούνται φράγκικα και ελληνικά κράτη.

Η Θεσσαλονίκη μαζί με άλλες περιοχές της Μακεδονίας παραχωρείται στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, ο οποίος ιδρύει το Φράγκικο βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Το 1205 ενώ ο Βονιφάτιος βρίσκεται σε εκστρατεία στη Νότια Ελλάδα, πληροφορείται από τη σύζυγό του Μαρία την Ουγγρική για τις μυστικές συνεννοήσεις των κατοίκων της Θεσσαλονίκης με τον Βούλγαρο τσάρο Ιωαννίτση. Μετά από λίγο οι Βούλγαροι αποχωρούν και ο Βονιφάτιος επιστρέφει εσπευσμένα στη Θεσσαλονίκη όπου και τιμωρεί σκληρά τους υπεύθυνους.

Μετά το θάνατο του Βονιφάτιου το 1207 ο Ιωαννίτσης προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και πολιορκεί τη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Ιωαννίτσης δολοφονείται στη σκηνή του, η πολιορκία παύει και η πόλη σώζεται. Οι κάτοικοι αποδίδουν τη σωτηρία τους στην επέμβαση του πολιούχου της πόλης τον Άγιο Δημήτριο.

Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα Ελλήνων Ηγεμόνων (1224-1246)

Το 1224 μπαίνει νικητής στη Θεσσαλονίκη ο ηγεμόνας της Ηπείρου, Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας και στέφεται βασιλιάς την άνοιξη του ίδιου έτους. Ως βασιλιάς της Μακεδονίας καταλαμβάνει πολλές περιοχές και επεκτείνει το βασίλειό του από την Αδριατική και το Ιόνιο έως τον Έβρο με απώτερο στόχο την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και την ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας .

Όμως το 1230 ο Θεόδωρος Δούκας χάνει τη μάχη της Κλοκονίτσας κοντά στον Έβρο από τον τσάρο των Βουλγάρων Ιωάννη Ασάν Β’ ο οποίος τον αιχμαλωτίζει. Σύντομα πολλές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης περνούν στα χέρια του Ασάν. Το βασίλειο της Θεσσαλονίκης συρρικνώθηκε και τη διοίκηση αναλαμβάνουν συγγενείς του Θεοδώρου έως το 1246. Το 1246 η Θεσσαλονίκη περνάει στα χέρια του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Δούκα Βατάτζη. Τη διοίκηση της αναλαμβάνει ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, πατέρας του μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’.

Η Θεσσαλονίκη ξανά Συμβασιλεύουσα

Ο Μιχαήλ Η’ ανακτά την Κωνσταντινούπολη το 1261, και τερματίζει τη Λατινοκρατία. Προχωρά στην ανασυγκρότηση του βυζαντινού κράτους που όμως είναι περιορισμένη, γεωγραφικά και οικονομικά αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα. Η απώλεια πλούσιων εδαφών και τα εμπορικά προνόμια που έχουν παραχωρηθεί σε σημαντικές εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, κυρίως της Γένουας και της Βενετίας αποδυναμώνουν περισσότερο την αυτοκρατορία.

Στις αρχές του 14ου αιώνα η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει έναν νέο εχθρό. Καταλανοί μισθοφόροι που πολιορκούν την πόλη. Οι Καταλανοί είχαν προσληφθεί από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ για να αναχαιτίσει τις επιθέσεις των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Όμως με αφορμή την αδυναμία πληρωμής από τον Ανδρόνικο προχώρησαν σε λεηλασίες στη Μακεδονία και τη Θράκη. Μετατρέπουν τη χερσόνησο της Κασσάνδρας σε ορμητήριο για τις επιδρομές τους στο Άγιο Όρος και τη Χαλκιδική. Οι Καταλανοί μισθοφόροι εμφανίζονται μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης την άνοιξη του 1308 και πολιορκούν την πόλη. Ενισχύσεις φτάνουν έγκαιρα από την Κωνσταντινούπολη και έτσι η πόλη σώζεται από βέβαιη καταστροφή. Οι Καταλανοί μετά την ήττα τους στρέφονται προς τη νότια Ελλάδα.

Κατά τον 14ο αιώνα παρά την αποδυνάμωση και την γενικότερη παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας η Θεσσαλονίκη αναπτύσσεται και προοδεύει. Αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο πολιτισμού όπου αναπτύσσονται τα γράμματα και οι τέχνες. Η ιδιότυπη αυτοδιοίκηση της ενισχύει ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη νέων ιδεών και πεποιθήσεων. Από κάθε σημείο της αυτοκρατορίας πολίτες καταφθάνουν στη Θεσσαλονίκη για να μαθητεύσουν δίπλα στους καλύτερους δασκάλους της εποχής. Κατά τον 14ο αιώνα αναδείχτηκαν σημαντικοί Θεσσαλονικείς φιλόσοφοι, νομικοί και καλλιτέχνες οι οποίοι άφησαν πίσω τους σημαντικό έργο.

Τον θάνατο του Ανδρόνικου Β’(1341) ακολουθεί μακροχρόνια εμφύλια διαμάχη για τη διαδοχή ανάμεσα στον νόμιμο αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ και τον Ιωάννη Καντακουζηνό στην διάρκεια της οποίας η Θεσσαλονίκη αποτελεί κέντρο πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, με αποκορύφωμα το κίνημα των Ζηλωτών.

Θρησκευτικά και κοινωνικοπολιτικά κινήματα στη Θεσσαλονίκη

Ο 14ος αιώνας είναι ο χρυσός αιώνας για το Βυζάντιο και τη Θεσσαλονίκη αφού αναπτύχθηκαν η παιδεία, η ζωγραφική και ανεγέρθηκαν τα περισσότερα βυζαντινά μνημεία. Χαρακτηρίζεται όμως και ως αιώνας συγκρούσεων και κοινωνικών αναταραχών. Την περίοδο αυτή στο θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας βρίσκεται ο διάδοχος Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος.

Τον θρόνο όμως, διεκδικούν οι Ιωάννης Καντακουζηνός και Αλέξιος Απόκαυκος. Ο Καντακουζηνός έχει στο πλευρό του τους ευγενείς και ο Αποκαυκος, την αυτοκράτειρα Άννα μητέρα του Ιωάννη Ε Παλαιολόγου και τον λαό της Θεσσαλονίκης. Σε αυτό το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο σε πολλές πόλεις ξεσπούν διαμάχες και συγκρούσεις.

Αρχικά εκδηλώνεται το κίνημα των Ησυχαστών, οι οποίοι πρέσβευαν ότι η επαφή με το Θεό γίνεται με νοερή προσευχή σκύβοντας το κεφάλι στο στήθος. Ηγέτης των Ησυχαστών ήταν ο Γρηγόριος Παλαμάς.

Το αντίπαλο δέος με ηγέτη το μοναχό Βαρλαάμ τους κατηγόρησε ως ειδωλολάτρες και μυστικιστές. Τελικά η αναγνώριση από το πατριαρχείο των Ησυχαστών έδωσε τέλος στη διαμάχη. Αξίζει να σημειωθεί πως με την επικράτηση των Ησυχαστών η παιδεία και η φιλοσοφία καθυστέρησαν για την Θεσσαλονίκη αλλά ανέδειξαν την εκκλησιαστική τέχνη. Το κίνημα των Ζηλωτών, η πρώτη «Λαϊκή δημοκρατία» επικράτησε στη Θεσσαλονίκη κατά τον εμφύλιο των διεκδικητών του θρόνου. Μετά τη νίκη τους κατέλαβαν όλα τα δημόσια αξιώματα, εγκαθίδρυσαν λαϊκή αυτοδιοίκηση, κατάργησαν προνόμια της αριστοκρατίας και δήμευσαν περιουσίες πλουσίων.

Τα αντίποινα δεν άργησαν και οργανώθηκαν από την αυτοκρατορική κυβέρνηση. Οι Ζηλωτές ανατράπηκαν το 1349 και τη Θεσσαλονίκη κατέλαβε ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Το κίνημα των Ζηλωτών προπαντός ήταν ένα κίνημα κοινωνικοπολιτικό έχοντας όμως- όπως πρόσταζε η εποχή – και θρησκευτικές αναφορές.

Χαρακτηρίζεται από ιδέες προοδευτικές για την εποχή και εναντιώνονται στους ευγενείς, στους πλούσιους και γενικά εναντίον των προνομιούχων, που είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους τον πλούτο και την εξουσία, καταδυναστεύοντας τον λαό.

Η Θεσσαλονίκη κατά την Τουρκοκρατία

Κατά την τελευταία πενηντακονταετία της η Βυζαντινή αυτοκρατορία παρήκμασε και αυτό εκμεταλλεύτηκαν οι Οθωμανοί, οι οποίοι άρχισαν να κατακτούν σταδιακά τις επαρχιακές πόλεις γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Το 1430 δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι κατέκτησαν τη Θεσσαλονίκη αφού το 1337 μετά από 4ετή πολιορκία, ο Βαγιαζίτ Α΄ έθεσε την πόλη σε φόρο υποτέλειας χωρίς ωστόσο να την συμπεριλάβει σε Οθωμανική Διοίκηση.

Στα επόμενα χρόνια αλλεπάλληλες επιθέσεις και πολιορκίες εξασθένησαν την πόλη και τους κατοίκους. Ο κυβερνήτης Ανδρόνικος τότε αποφασίζει να παραδώσει την Θεσσαλονίκη στους Βενετούς με τον όρο να σωθεί η πόλη. Η τυραννική στάση των Βενετών όμως απέναντι στους κατοίκους και η ελλιπής οχύρωση της πόλης οδήγησαν πολλούς από τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης να φύγουν και να εγκατασταθούν σε πιο ασφαλείς περιοχές.

Στις 29 Μαρτίου 1430 ο σουλτάνος Μουράτ Β΄καταλαμβάνει την πόλη και για δύο μερόνυχτα ο τούρκικος στρατός λεηλατεί, σκοτώνει και σκλαβώνει τους κατοίκους. Ο σουλτάνος θα προσευχηθεί για πρώτη φορά στην εκκλησία της Αχειροποιήτου η οποία ήταν η πρώτη εκκλησία που μετατράπηκε σε τζαμί.

Τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης δεν ξεπερνά τις 7000 ψυχές. Ο σουλτάνος αντιλήφθηκε σύντομα πως η πόλη πρέπει να αναγεννηθεί. Διατάζει τότε να εγκατασταθούν στην πόλη Μουσουλμάνοι από την περιοχή των Γιαννιτσών.

Παράλληλα επιτρέπει στους Εβραίους να κατοικήσουν στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι ειχαν διωχθεί από τη δυτική Ευρώπη. Σταδιακά απελευθερώθηκαν Χριστιανοί – για πολλούς από αυτούς πλήρωσε ο ίδιος ο Μουράτ Β΄τα λύτρα και προέτρεψε το ίδιο και τους αξιωματούχους του – και τους επιτράπηκε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Οι περισσότεροι δημιούργησαν γειτονιές γύρω από τις εκκλησίες που δεν είχαν μετατραπεί σε τζαμιά.

Επίσημη απογραφή του 1519 καταγράφει το σύνολο των κατοίκων στη Θεσσαλονίκη που έφθανε του 29.220. (15.715 ήταν Εβραίοι, 6.875 Μουσουλμάνοι και 6.635 Χριστιανοί). Τα πρώτα χρόνια Τούρκοι και Έλληνες ζούσαν σε γειτονικές συνοικίες. Σταδιακά οι τρεις μεγάλες κοινότητες Μουσουλμάνοι, Εβραίοι και Χριστιανοί αρχίζουν να οριοθετούν άτυπα σύνορα και μετακινούνται σε διαφορετικούς οικισμούς.

Οι Μουσουλμάνοι θα εγκατασταθούν στην Άνω πόλη και την Ακρόπολη για να αποφύγουν τις ανθυγιεινές ξυλοσκέπαστες γειτονιές και να διατηρούν την πλήρη θέα και τον έλεγχο του υπόλοιπου πληθυσμού .Τα σπίτια τους χτίστηκαν με θέα τον Θερμαΐκό χωρίς ρυμοτομία, κάτι που ακόμη χαρακτηρίζει την περιοχή αυτή της Θεσσαλονίκης.

Οι Χριστιανοί ζούσαν κυρίως στο Ανατολικό τμήμα του κέντρου κατά μήκος της σημερινής Εγνατίας και γύρω από εκκλησίες που παρέμειναν χριστιανικές. Οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της αγοράς από την παραλία ως το ύψος της Εγνατίας στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης. Η περιοχή ήταν η πιο ανθυγιεινή χωρίς νερό και χωρίς καθαριότητα. Πυρκαγιές εκδηλωνόταν συχνά και κατάκαιγαν τα ξύλινα σπίτια σε όλο το κέντρο. Ενώ επιδημίες, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, προκαλούσαν το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων.

Ανάμεσα στις δύο συνοικίες, εκεί που σήμερα βρίσκουμε την Αρχαία Αγορά μέχρι την Εγνατία οδό είχαν εγκατασταθεί οι Ντονμέδες. Πρόκειται για Εβραίους που ακολούθησαν τη διδασκαλία του ψευδοπροφήτη Σαμπατάι Σεβή. Εμφανίστηκε και άρχισε να διδάσκει το 1655 ενώ αργότερα ασπάστηκε το Μωαμεθανισμό. Όσοι τον ακολούθησαν και εξισλαμίστηκαν απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους Εβραίους τόσο θρησκευτικά αλλά και κοινωνικά. Οι Ντονμέδες ήταν κυρίως μορφωμένοι και εύποροι Εβραίοι.

Κάθε κοινότητα είχε τη δική της οργάνωση και επικεφαλής οριζόταν οι θρησκευτικοί τους ηγέτες. Στην Τουρκική δικαιοσύνη σπάνια κατέφευγαν οι Έλληνες ενώ οι Εβραίοι ποτέ. Οι μουσουλμάνοι εκπροσωπούνταν από τους πρόκριτους.

Οι λίγοι Ευρωπαίοι υπήκοοι, πρόξενοι, υπάλληλοι προξενείων και έμποροι είχαν σημαντικό κύρος και επηρέαζαν την οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης. Ζούσαν στη σημερινή περιοχή γνωστή ως Φραγκομαχαλάς. Όσοι Έλληνες και Εβραίοι συνεργαζόταν μαζί τους είχαν δικαίωμα σε φορολογικές απαλλαγές και άλλα προνόμια τα οποία πολλές φορές γινόταν λόγος έριδας και καβγάδων με τους υπόλοιπους. Οι Ευρωπαίοι υπήκοοι υπολογίζονται εκείνη την περίοδο περί τα 2000 άτομα.

Η οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης επηρεαζόταν από τους Έλληνες και τους Εβραίους και από κοινού βρισκόταν σε έντονο συναγωνισμό με το Φράγκικο στοιχείο που εξυπηρετούσαν κυρίως συμφέροντα των χωρών τους.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Θεσσαλονίκη παρήκμασε και ολοκληρώθηκε ο εξισλαμισμός της πόλης. Αυτό επιτεύχθηκε με την μετατροπή των εκκλησιών σε τζαμιά. Για τους μουσουλμάνους τα τζαμιά αποτελούσαν κέντρα για τη θρησκευτική και εκπαιδευτική ζωή τους. Συνολικά είχαν καταγραφεί 38 μιναρέδες και 49 συνοικιακά τεμένη. Ανάλογης σημασίας για τη ζωή των μουσουλμάνων ήταν οι τεκέδες. Πρόκειται για θρησκευτικά ιδρύματα που ζούσαν οι δερβίσηδες. Ο ρόλος των δερβίσηδων κάλυπτε την ιατρική, τη θρησκεία και καθημερινές συμβουλές διαβίωσης αφού βρισκόταν πιο κοντά στο λαό σε σχέση με τους θρησκευτικούς ηγέτες του. Ο μεγαλύτερος τεκές στη Θεσσαλονίκη ήταν των Μεβλελήδων – των περιστρεφόμενων δερβίσηδων – και βρισκόταν δυτικά, εκεί που καταλήγει η οδός Αγίου Δημητρίου.

Πολύ σημαντικά και απαραίτητα για την κάθαρση των πιστών ήταν τα Λουτρά. Στη Θεσσαλονίκη το πρώτο λουτρό χτίστηκε από τον Μουράτ, τα γνωστά λουτρά Παράδεισος. Είναι διπλό λουτρό με ξεχωριστή είσοδο για άντρες και για γυναίκες και λειτουργούσε χωρίς διακοπή ως το 1968. Άλλα τουρκικά μνημεία στη Θεσσαλονίκη είναι το Μπεζεστένι, σκεπαστή κλειστή αγορά επί της οδού Βενιζέλου κοντά στην Εγνατία. Εκεί εμπορευόταν χρυσάφι, μεταξωτά και πολυτελή υφάσματα. Χτίστηκε στα τέλη του 15ου αι από τον Βαγιαζίτ Β΄.

Το Αλατζά Ιμαρέτ λειτουργούσε και ως πτωχοκομείο. Πήρε το όνομά του «Αλατζά» από τις πολύχρωμες διακοσμήσεις του. Τέλος ο Πύργος του Αίματος, η διαβόητη φυλακή που ένωνε το Ανατολικό με το Παραλιακό τείχος της Θεσσαλονίκης. Σήμερα είναι γνωστός σε όλους, αφού είναι η εικόνα της πόλης, ο Λευκός Πύργος και χτίστηκε περίπου το 1535. Αρχικά ήταν χώρος θλίψης και πόνου αφού τα βασανιστήρια και οι αποκεφαλισμοί των φυλακισμένων από τους Γενίτσαρους λάμβαναν μέρος σε καθημερινή βάση. Αυτός ήταν ο λόγος που πήρε την αρχική του ονομασία Πύργος του Αίματος. Σήμερα ο Λευκός Πύργος λειτουργεί ως Μουσείο, στεγάζει και εξιστορεί την ιστορία της Θεσσαλονίκης με χρήση σύγχρονου οπτικοακουστικού εξοπλισμού.

Ο 18ος αι βρίσκει την νεόδμητη Ελληνική αστική τάξη σε άνθιση και ιδρύονται τα πρώτα σχολεία και οι πρώτοι σύλλογοι. Η Ελληνική κοινότητα ενισχύεται ενώ παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια εθνικής αφύπνισης.

Οι μεγάλες αλλαγές ωστόσο πραγματοποιήθηκαν κατά τον 19ο αι στη Θεσσαλονίκη. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν ακόμη υπό Τουρκική κατοχή και απελευθερώθηκε μόλις το 1912, μεγάλες μεταρρυθμίσεις σηματοδότησαν την περιοχή. Η Ελληνική κοινότητα δραστηριοποιείται πιο έντονα, ανοίγουν σχολεία ανώτερης μόρφωσης, αρχίζουν να κυκλοφορούν οι πρώτες εφημερίδες και ξεκινά ο εξευρωπαϊσμός της Θεσσαλονίκης.

Το 1873 αρχίζει η σταδιακή κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους και δημιουργείται προκυμαία. Ο καθαρός αέρας συμβάλλει στην «απελευθέρωση» της πόλης από λοιμούς και επιδημίες. Η πόλη αρχίζει να επεκτείνεται προς τη συνοικία των Εξοχών. Είναι η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας όπου άρχισαν να χτίζονται οι εξοχικές κατοικίες των πλούσιων Θεσσαλονικέων. Στη συνέχεια έγιναν μόνιμες κατοικίες που τις προτιμούσαν οι οικονομικά εύρωστοι κάτοικοι ανεξαρτήτως εθνικότητας.

Η Θεσσαλονίκη συνδέεται σιδηροδρομικώς με την Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη. Στα τέλη του 1800 κυκλοφορούν τα πρώτα τραμ στην πόλη, τα οποία είναι ιππήλατα. Θα γίνουν ηλεκτροκίνητα το 1907. Λίγο πριν, κατασκευάζεται το πρώτο τεχνητό λιμάνι της Θεσσαλονίκης από Γάλλους μηχανικούς.

Παρά τις ανατινάξεις κτιρίων από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και τις ένοπλες συγκρούσεις με τον Ελληνικό στρατό, που ορίζουν την αρχή του Μακεδονικού αγώνα, η Θεσσαλονίκη παραμένει τόπος σημαντικής γεωγραφικής και πολιτικής σημασίας.

Η Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

Τον Οκτώβριο του 1912 η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται από τον νικηφόρο Ελληνικό στρατό. Ο Τούρκος διοικητής θα υπογράψει το πρωτόκολλο παράδοσης και η πόλη θα περάσει στην ελληνική επικράτεια χωρίς να γίνει μάχη. Η συνθήκη η οποία επισφράγισε επίσημα ότι η Θεσσαλονίκη προσαρτάται πλέον στο ελληνικό κράτος, υπεγράφη στο Βουκουρέστι το 1913.

Ο Ταξίν Πασάς παραδίδει τη Θεσσαλονίκη στο Διάδοχο Κωνσταντίνο
Ο Ταξίν Πασ΄άς παραδίδει τη Θεσσαλονίκη στο Διάδοχο Κωνσταντίνο

Στις 11 το πρωί της 25ης Οκτωβρίου έφθασαν στο Γενικό Στρατηγείο δύο Τούρκοι αξιωματούχοι από το επιτελείο του Ταξίν Πασά, διοικητή της πόλης, οι οποίοι προσκόμισαν ένα έγγραφο του, στο οποίο αναγγελλόταν ότι θα κατέφθανε μια επιτροπή από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη και τον Σεφήκ Πασά για διαπραγματεύσεις. Πράγματι, λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, έφθασε με μια αμαξοστοιχία η επιτροπή και γνωστοποίησε στο Διάδοχο Κωνσταντίνο τους όρους του Ταξίν Πασά για τη παράδοση της Θεσσαλονίκης χωρίς μάχη. Ο Τούρκος διοικητής ζητούσε να αποσυρθεί με το στρατό και τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού και να παραμείνει εκεί ως το τέλος του πολέμου. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος όμως απέρριψε τον όρο αυτό του Τούρκου Πασά. Το ίδιο όμως βράδυ άρχισαν να καταφθάνουν στο Γενικό Επιτελείο τηλεγραφήματα των Υπουργών Εξωτερικών και Στρατιωτικών, τα οποία ανέφεραν την κατάληψη των Σερρών από τους Βούλγαρους και εξέφραζαν φόβους για ταυτόχρονη άφιξη του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού στην πόλη του Αγίου Δημητρίου.

Την επομένη, στις 26 Οκτωβρίου, στις 5 το πρωί, επέστρεψε στο ελληνική Γενικό Επιτελείο ο Σεφήκ Πασάς, ο οποίος ανακοίνωσε ότι ο Ταξίν Πασάς δεχόταν όλους τους όρους, αλλά ζητούσε να του επιτραπεί να κρατήσει 5000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσυλλέκτων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και στον Τούρκο πληρεξούσιο δόθηκε δίωρη προθεσμία για να μεταφέρει την οριστική απάντηση του διοικητή του. Επειδή, όμως η προθεσμία έληξε χωρίς ανταπόκριση, δόθηκε εντολή στον ελληνικό στρατό να προελάσει προς τη Θεσσαλονίκη μετά τον Λουδία και τον Αξιό. Από την άλλη πλευρά, μέσα στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από πολύωρη σύσκεψη με τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Ταξίν Πασάς πείσθηκε να απεμπολήσει την αξίωση του για τη διατήρηση των 5000 όπλων και απέστειλε με έφιππους αξιωματικούς την έγγραφη απάντηση του, με την οποία αποδεχόταν όλους τους όρους του Έλληνα αρχιστρατήγου. Η απάντηση αυτή έφθασε στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις 2 το μεσημέρι.

Αμέσως δόθηκε διαταγή στην 7η μεραρχία και σε δύο τάγματα ευζώνων να προελάσουν γρήγορα και να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, ενώ ταυτόχρονα ο αρχιστράτηγος, έστειλε μήνυμα στον διοικητή της βουλγαρικής μεραρχίας στρατηγό Τεοντορώφ με το οποίο τον πληροφορούσε ότι επίκειτο η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και εξέφραζε την άποψη ότι η βουλγαρική φάλαγγα καλό θα ήταν να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση και να μη βαδίσει προς την πόλη. Γύρω στις 11 το βράδυ, δύο Έλληνες αξιωματικοί, οι Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς) συνυπέγραψαν με τον Ταξίν Πασά το πρωτόκολλο της παράδοσης, σύμφωνα με όλους τους όρους τους οποίους είχε προτείνει η ελληνική πλευρά. Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου του 1912, ακριβώς την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημήτριου, του πολιούχου της, η Θεσσαλονίκη απελευθερωνόταν ύστερα από πολύχρονη δουλεία, η οποία είχε αρχίσει στις 30 Μαρτίου του 1430.

Η δοξολογία της απελευθέρωσης εψάλλει στον Άγιο Μηνά, εκκλησία που παρέμεινε ορθόδοξη για όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html



Please follow and like us:
error0