Ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1534)

Ο Ιανός Λάσκαρις (βαπτιστικό όνομα Ιωάννης) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Ρώμη. Βυζαντινός λόγιος, συγγραφέας με έμφαση στα επιγράμματα, διπλωμάτης, πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βενετία. Σύμφωνα με τον Έρασμο η φιλολογική του παραγωγή θα ήταν μεγαλύτερη αν οι συχνές του πρεσβείες και οι ασχολίες του για τα πράγματα δεν τον είχαν απομακρύνει από τις Μούσες.

Ο Ιανός Λάσκαρις
Ο Ιανός (Ιωάννης) Λάσκαρις

Ο φιλόλογος Ιανός Λάσκαρις

Οι σύγχρονοι του τον αναφέρουν ως Ρυνδακηνό, όχι γιατί γεννήθηκε στη Ρύνδακο, πολίχνη της Προποντίδας, αλλά διότι οι πρόγονοι του κατοικούσαν εκεί ή κατάγονταν από εκεί. όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη ήταν 8 ετών. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε εκεί. Μετά οδηγήθηκε στην Κρήτη και από εκεί στη Βενετία, με εντολή του καρδιναλίου Βησσαρίωνα. Η Βενετία ήταν ακόμη το δεύτερο Βυζάντιο, ο δε Βησσαρίων είχε συγκεντρώσει γύρω του κύκλο λογίων, γνωστό, ως «Ακαδημία του Βησσαρίωνα». Το 1463 ο Βησσαρίων ορίζεται αποστολικός απεσταλμένος του πάπα στη Βενετία, κηρύσσοντας σταυροφορία κατά των Τούρκων. Με εντολή του μεγάλου αυτού κληρικού ο νεαρός Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου δίδασκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος και προστάτης. Έμεινε εκεί μέχρι το 1472. Ο θάνατος του Βησσαρίωνα υπήρξε πλήγμα όχι μόνο για τον Λάσκαρι, αλλά για όλους τους Έλληνες υπήρξε εθνικό πένθος.

Ο Ιανός Λάσκαρις ήταν τότε 28 ετών και αναχώρησε για τη Φλωρεντία, στην αυλή του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς. Το 1360 η σύγκλητος της Φλωρεντίας είχε ιδρύσει έδρα ελληνικών σπουδών -η πρώτη έδρα ελληνικής όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Ο πρώτος καθηγητής ήταν ο Λεόντιος Πιλάτος, διδάσκαλος του Πετράρχη και του Βοκάκιου, αλλά και γνωστός μεταφραστής στη λατινική της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Το Πανεπιστήμιο εκείνο οργανώθηκε από τον Μανουήλ Χρυσολωρά.

Με την άνοδο του οίκου των Μεδίκων αρχίζει καινούργια εποχή. Η μόδα είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Ο Ιανός Λάσκαρις ανοίγει Φροντιστήριο στη Φλωρεντία και έχει σωθεί ένα από τα πρώτα του μαθήματα. Στο μάθημα αυτό ο Λάσκαρις ήθελε να αποδείξει ότι ο πολιτισμός των Ρωμαίων κτίστηκε πάνω στα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού. Στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης έμεινε πάνω από 20 χρόνια.

Ένας από τους γνωστούς μαθητές του ήταν ο Μάρκος Μουσούρος, ο οποίος είχε έρθει στη Φλωρεντία 1486. Ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής, παρά τις οικονομικές του δυσκολίες, δαπανούσε 30.000 δουκάτα για την αγορά χειρογράφων και την αμοιβή των αντιγραφέων και ο Λάσκαρις κλήθηκε να διευθύνει τη περίφημη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη. Ο Ιανός Λάσκαρις στάλθηκε στην ελληνική Ανατολή για την αναζήτηση ελληνικών χειρογράφων. Ο Ιανός Λάσκαρις έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα και κατέγραψε σε πίνακα τους συγγραφείς που έπρεπε να αναζητήσει. Σε άλλο πίνακα ο Λάσκαρις κατέγραψε τους τόπους και τα πρόσωπα που έπρεπε να επισκεφθεί.

Ο Ιανός Λάσκαρις στη Γαλλία

Ενώ ο Λάσκαρις απασχολείται με τη διοργάνωση της Βιβλιοθήκης, μεγάλα γεγονότα διαδραματίζονται στην Ιταλική χερσόνησο, τα οποία διαταράσσουν την ηρεμία του μεγάλου σοφού. Κατά το Μεσαίωνα ως απελευθερωτές του Πανάγιου Τάφου θεωρούσαν τους Γάλλους βασιλείς και σε αυτούς προσέτρεχαν σε βοήθεια οι Ρωμαίοι Πάπες. Ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολο Η’ στο δρόμο για τον Πανάγιο Τάφο εισήλθε στη Φλωρεντία το 1494. Ο Πάπας, φοβούμενος την εμφάνιση του Γάλλου βασιλιά, έκανε ανοίγματα προς τον σουλτάνο. Ακολούθησε μαι σειρά επιστολών μεταξύ Πάπα και Σουλτάνου. Οι επιστολές κατασχέθηκαν και στάλθηκαν στον Κάρολο τον Η’ στη Φλωρεντία. Δεδομένου ότι ήταν γραμμένες στην τουρκική γλώσσα. Για να αποδειχθεί η γνησιότητα των επιστολών η μετάφραση βεβαιώθηκε από συμβολαιογράφο και χρησιμοποιήθηκαν τρεις πολύγλωσσοι μεταφραστές, ανάμεσα τους και ο Ιανός Λάσκαρις. Ο τελευταίος χρησιμοποιήθηκε λόγω της συμπάθειας του προς τα γαλλικά συμφέροντα, αλλά και για την γνώση της τουρκικής.

Ο Κάρολος Η’ αναχώρησε για τη Νεάπολη, αφού ο Πάπας επικύρωσε τα δικαιώματα του πάνω στο βυζαντινό θρόνο, που ήταν και ο βασικός στόχος του Γάλλου βασιλιά. Μετά την αναχώρηση των Γάλλων οι Μέδικοι έχασαν την εξουσία και ανέλαβε ο καλόγερος Σαβοναρόλα, άνθρωπος διακείμενος εχθρικά προς τα κλασικά γράμματα. Ο Ιανός Λάσκαρις είχε ανάγκη από καινούργιο μαικήνα. Γνώριζε τα σχέδια του Γάλλου βασιλιά και την αγάπη του για τα γράμματα και στρέφεται στην Γαλλία.

Οι γαλλικοί πνευματικοί κύκλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Λάσκαρι όχι μόνο τον εκφραστή της Αναγέννησης αλλά και τον άμεσο κληρονόμο μιας νέας αντίληψης για την Αρχαιότητα. Δεν ήταν μόνο γόνος επιφανούς βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας, αλλά και το ζωντανό παράδειγμα της ελληνικής παράδοσης. Πέρα από τις σχέσεις με τους λογίους της γαλλικής αυλής, συνδέεται με το διπλωματικό σώμα, πράγμα που εξηγεί τη μετέπειτα διπλωματική του καριέρα.

Ο νεαρός Γάλλος βασιλιάς πέθανε ξαφνικά το 1498. Νέος βασιλιάς ήταν ο Λουδοβίκος ΙΒ’. Ο διάδοχος χρησιμοποιεί τον Λάσκαρι και σε άλλες θέσεις και τότε αρχίζει η διπλωματική του πορεία. Ο τουρκικός κίνδυνος διαφάνηκε και πάλι και ο Λουδοβίκος ΙΒ’ εισβάλλει δύο φορές στη βόρεια Ιταλία και καταλαμβάνει το Μιλάνο. Ο Λάσκαρις τον ακολουθεί. Φαίνεται ότι εκεί συνάντησε και το φίλο το Μάρκο Μουσούρο και συνομίλησαν για τις ελληνικές σπουδές.

Ο Ιανός Λάσκαρις επιστρέφοντας στη Γαλλία απασχολείται με τις πρώτες μεταφράσεις των κειμένων του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος έως τότε ήταν άγνωστος στη Δύση και τον σύστησαν στους Δυτικούς λόγιους οι Έλληνες λόγιοι του Βυζαντίου. Το 1504 ο Λάσκαρις με επιστολή του στον Άλδο Μανούτιο, γραμμένη στα ιταλικά, τον ενθαρρύνει στις εκδόσεις για τους Έλληνες συγγραφείς. Προσπαθεί να πείσει τον Μανούτιο για τη σπουδαιότητα των Ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι, προς απογοήτευση των ελληνιστών, δεν βρίσκονταν σε αφθονία.

Στόχος του Ιανού Λάσκαρι, όπως και του Βησσαρίωνα, ήταν η απελευθέρωση του Βυζαντίου από τους Τούρκους εν είδει σταυροφορίας. Το 1501 οι συνομιλίες του εν όψει του πολέμου κατά των απίστων επαναλαμβάνονται και ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΒ’, με τη βοήθεια της Βενετίας και του βασιλιά της Ουγγαρίας, στέλνει δύο στόλους στο Αιγαίο, εκ των οποίων ο ένας αποτυγχάνει μπροστά τη Μυτιλήνη.

Η Γαλλία έχει ανάγκη περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων με τη Βενετία και ο Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται πρεσβευτής στη Βενετία. Εκεί έμεινε δύο μήνες, διότι οι Βενετοί έμειναν ουδέτεροι μην επιθυμώντας να εμπλακούν στις διαμάχες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.

Επιγράμματα του Ιανού Λάσκαρι

Ο Ιανός Λάσκαρις συνεργάστηκε με τον Γκιγιόμ Μπιντέ (Βουδαίος) για την μεταφορά ελληνικών χειρογράφων από το Μπλουά στην πόλη του Φοντενεμπλό. Ο Μπιντέ ήταν ο επίσημος βιβλιοθηκάριος και ο Λάσκαρις ο βοηθός του. Υπάρχει επίγραμμα μνημείο της συνεργασίας των δύο μεγάλων φιλολόγων: «Του Αυγούστου, σαν τον Βάρρωνα, τη βιβλιοθήκη αυξάνει ο Βουδαίος με την προσφορά της Παλλάδας/ και οι δύο είναι σοφοί και ο κριτής αυτός είναι δικαιότερος εκείνου/ ο οποίος αυξάνει τις ελληνικές φωνές, ενώ εκείνος τις αφαιρούσε». Ο Λάσκαρις είχε την ευκαιρία να συνομιλεί με το βασιλιά Φραγκίσκο και του δώρισε μαι υδρόγειο σφαίρα και ένα μανδύα με το εξής επίγραμμα: «Το πέπλο αυτό που κατασκευάστηκε με επιμέλεια από ελληνικό χέρι, έργο της Αθηνάς, αφού το δεχθείς, βασιλιά του Παρισιού, να το ζωστείς, γιατί εάν σε αγγίξω, όμοιο όπως είμαι με το στολίδι της Αριάδνης θα λάμψω στον ουρανό».

Ο Ιανός Λάσκαρις πέθανε το 1534 στη Ρώμη. Τάφηκε στην εκκλησία της Αγίας Αγάθης. Στον τάφο του γράφτηκε επίγραμμα το οποίο είχε συνθέσει ο ίδιος, με επίγραμμα για τη γυναίκα του, Κατερίνα Ράλλη, που πέθανε αργότερα. Το επίγραμμα είναι το εξής: «Σε ξένη γη θάφτηκε ο Λάσκαρις. Μάθε ότι δεν λυπάται για τη φιλοξενία αυτή. Τη βρήκε γλυκιά. Ο πόνος είναι ότι η πατρίδα δεν δίνει πια ελεύθερο χώμα για την ταφή των Ελλήνων». Η μεγάλη θλίψη για την απώλεια του μεγαλύτερου Έλληνα φιλολόγου στη Δύση γίνεται αντιληπτή από στίχους που έγραψαν διάφοροι λόγιοι.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394-1486)

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394 – 1486) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Βυζαντινούς λόγιους του 15ου αιώνα που δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία στην Ιταλία και θεωρείται από τους πιο άξιους συνεχιστές του έργου του Μανουήλ Χρυσολωρά. Δίδαξε τους άρχοντες της Φλωρεντίας που καλλιέργησαν το πρωτοποριακό πνεύμα της Αναγέννησης.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος
Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της Εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη νεαρός διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας και για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τους μεγαλύτερους λογίους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας, όπου έμεινε αρκετά χρόνια και έμαθε λατινικά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Πάρα ταύτα, ήρθε ξανά στην Κωνσταντινούπολη και έφυγε μετά την άλωση από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβεβαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη και αυτός μαζί με άλλους πολλούς στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Έτσι βρέθηκε σε ένα φιλικό περιβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδίκων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (Cosimo de Medici), ο οποίος είχε ονομαστεί «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνική Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος. Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία. εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλωρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία τη ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακαδημία-με την υποστήριξη του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)-και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά. Πράγματι, η επιτυχημένη διδασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτωνα. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία. Το μάθημα του στο Πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοποριακό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πέρα από τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που είχε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν, όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Κι αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική. Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα διδάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής. Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι το 1471, οπότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένεια του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία Ιωάννης Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου γαι να διδάξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό. Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέστρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρήκε τον Έλληνα φίλο του, το Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό και μετέπειτα Πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε χρόνο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Πάρα ταύτα, δίδαξε αρκετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επιτυχία. Γρήγορα όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Το 1477, λοιπόν, βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδαξε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κουρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς έπεσε σε πλήρη ένδεια και μάλιστα άρχισε να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θάνατος τον βρήκε γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγραφέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Πάρα ταύτα, το συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διαφόρων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Τα σπουδαιότερα συγγράμματα του είναι τα εξής:

  1. Εκκλησιαστικά Ποιήματα
  2. Περί συλλογισμού
  3. Περί Αριστοτελικής Φιλοσοφίας
  4. Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά
  5. Λόγος περιττής Συνόδου της Φλωρεντίας
  6. Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προτείναντας
  7. Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους

Μεταφράσεις από τα ελληνικά στα λατινικά:

  1. Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί Ουρανού, Περί γενέσεως και φθορά, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης
  2. Βασιλείου του Μεγάλου: Ομιλία εις εξαήμερον

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511)

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (Αθήνα, Αύγουστος 1423 –Μιλάνο, 9 Ιανουαρίου 1511) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους, που συνέβαλε με το έργο του στην αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων στη δυτική  Ευρώπη.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης
Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης

Ο Βίος του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1423. Γιος του Βασιλείου, καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Πόλης και ήταν εξάδερφος του ιστορικού της Άλωσης, Λαόνικου Χαλκοκονδύλη (γιος του Γεωργίου Χαλκοκονδύλη). Όταν το 1435 ο θείος Γεώργιος προσπάθησε με τη σύντροφό του Μαρία Μελισσηνή με τη βοήθεια του Οθωμανού Μουράτ Β’ να ανατρέψει τους Ατσαγιόλι, τους  φλωρεντινούς δούκες της Αθήνας, η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την Αθήνα. Κατέφυγε αμέσως στο Μυστρά, όπου ο μικρός Δημήτριος γνωρίστηκε με το Βησσαρίωνα τον Τραπεζούντιο. Σπούδασε φιλοσοφία, δίπλα στο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης στη Ρώμη

Το 1449 ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, μετά από σύντομο πέρασμα από τη γενέτειρά του Αθήνα, πήγε οριστικά μέσω Ραγκούζας (Σπλιτ) στην Ιταλία και πρώτα στη Ρώμη. Εκεί συμπλήρωσε τις σπουδές του δίπλα στον  Θεόδωρο Γαζή, από τον οποίο διδάχθηκε για πάνω από 2 χρόνια λατινικά. Με τον Γαζή συνδέθηκε με στενή φιλία, η οποία επισφραγίστηκε με τη διαθήκη του τελευταίου, που κληροδότησε στον Χαλκοκονδύλη την προσωπική του βιβλιοθήκη. Από το 1452 και για τρία χρόνια ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης βρέθηκε στην Περούτζια, όπου παρέδιδε μαθήματα ελληνικής. Το 1455 επέστρεψε στην Ρώμη, όπου παρέμεινε μέχρι το 1463, αντιγράφοντας και μεταφράζοντας στον κύκλο του Βησσαρίωνα όπου γνωρίστηκε και με τους Μιχαήλο Αποστόλη, Ιωάννη Ρώσο και Αθανάσιο Χαλκιόπουλο.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στην Πάντοβα

Από το 1463 μέχρι το 1472 έζησε στην Πάντοβα όπου ανέλαβε την έδρα των ελληνικών στο εκεί Πανεπιστήμιο. Εκεί εισήγαγε τους ακροατές του στις φιλοσοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και δίδαξε τα ελληνικά. Στην Πάντοβα μεταξύ των επιφανέστερων μαθητών του ήταν και ο Ιανός Λάσκαρις.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στη Φλωρεντία

Το 1472 προσκλήθηκε για τη Φλωρεντία, να διαδεχτεί τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η Φλωρεντία τότε με άρχοντα το Λαυρέντιο Μεγαλοπρεπή ήταν το σπουδαιότερο κέντρο ανθρωπιστικών σπουδών της Ευρώπης, μετά και τις πλατωνικές συζητήσεις που είχε διεξάγει στην ακαδημία της ο νεοπλατωνιστής Μαρσίλιο Φιτσίνο. Την έδρα κατείχε στην πράξη ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, αλλά τρία χρόνια αργότερα που έφυγε για το Μιλάνο, ο Χαλκοκονδύλης έλαβε το Σεπτέμβρη του 1475 κι επίσημα την καθέδρα των ελληνικών γραμμάτων. Μεταξύ των μαθητών του ήταν ο Τζοβάννι Πίκο ντελλά Μιράντολα, ο Τζιοβάνι (μετέπειτα πάπας Λεων I’) κι ο Πέτρος των Μεδίκων, γιοί του Λαυρέντιου, ο άρχοντας Ντονάτο Ατσαγιόλι και ο νεαρός Γιόχαν Ρόιχλιν, ο σημαντικότερος από τους Γερμανούς ανθρωπιστές. Επειδή είχε προσελκύσει όλους τους καλούς μαθητές στα μαθήματα ελληνικών του, «επέσυρε το φθόνο» του νεαρού αντίζηλου Άντζελο Πολιτσιάνο, η φήμη του όμως ως δασκάλου μεγάλωνε συνεχώς και δεν είναι τυχαίο ότι απεικονίστηκε σε γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Domenico Ghirlandaio που κοσμεί ως σήμερα την καθολική εκκλησία Σάντα Μαρία ντε λα Νοβέλα, δίπλα στο Φιτσίνο.

Το 1475 ή 1476 πέθανε ο δάσκαλός του Θεόδωρος Γαζής και του άφησε τη μεγάλη συλλογή χειρογράφων και βιβλίων του.

Το 1484 νυμφεύθηκε κι απέκτησε 4 παιδιά.

Το 1488 εξέδωσε έργα του Ομήρου με τίτλο «Ομήρου τα σωζώμενα».

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στο Μιλάνο

Το 1491 τον κάλεσε ο άρχοντας του Μιλάνου Λουδοβίκο Σφόρτσα να διδάξει ελληνικά και το φθινόπωρο του ίδιου έτους έφτασε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας. Εκεί μπόρεσε απελευθερωμένος από αντιζηλίες ν αφοσιωθεί στη διδασκαλία. Εκεί τον επισκέφτηκε κι ο γερμανός μαθητής του Γιόχαν Ρόιχλιν. Το 1493 εξέδωσε και τον  Ισοκράτη, το 1494 τα γραμματικά Ερωτήματα και το 1499 το σημαντικό εγκυκλοπαιδικό λεξικό Σουΐδα ή Σούδα. Έργα του εξέδωσε και ο Άλδος Μανούτιος στη Βενετία. Ο Κων.Σάθας μας διασώζει ποίημα του Πολιτσιάνο (μετά το 1491 και πριν τον πρόωρο θάνατό του το 1494), όπου παρακαλά το Χαλκοκονδύλη να επιστρέψει στη Φλωρεντία, παρομοιάζοντας τους μαθητές του ως νεοσσούς χελιδόνια που έχασαν τον προστάτη τους.

Το 1500 αναγκάστηκε λόγω των πολιτικών εξελίξεων να φύγει για μερικούς μήνες στη Φερράρα αλλά σύντομα επέστρεψε. Στο Μιλάνο απέκτησε άλλα 6 παιδιά, το τελευταίο το 1502 σε ηλικία 78 ετών το ονόμασε Πτολεμαίο (Tolomeo), όμως 3 τα έχασε πριν πεθάνει ο ίδιος. Πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1511 στο Μιλάνο σε ηλικία 87 ετών.

Ο Έρασμος τον χαρακτήρισε διανοούμενο εργατικό, πολυμαθέστατο αλλά ταυτόχρονα μετριόφρων.

Το έργο του Δημήτριου Χαλκοκονδύλη

Έγραψε πολλούς κώδικες, μεταξύ των οποίων:

  • Τον υπ’ αριθμόν 2783 κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων που περιέχει τους Πυθιονίκους τού Πινδάρου.
  • Τους υπ’ αριθμόν 2023 και 2808 κώδικες της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων που περιέχουν συγγραφές του Αριστοτέλη, και τις τραγωδίες Εκάβη και Ορέστης του Ευριπίδη.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Giotto (1267-1337)

Ο Giotto, πλήρες όνομα Giotto di Bondone, (Τζόττο ντι Μποντόνε 1267 – 8 Ιανουαρίου 1337), ήταν Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας από την  Φλωρεντία. Θεωρείται από τις σημαντικότερες μορφές της τέχνης στα τέλη του Μεσαίωνα και πρόδρομος της Αναγέννησης.

Ο Giotto
Ο Giotto

Ο Βίος του Giotto

Ο Giotto γεννήθηκε περί το 1267 σε ένα χωριό κοντά στη Φλωρεντία και ο πατέρας του λεγόταν Μποντόνε. Ο βιογράφος των καλλιτεχνών της Αναγέννησης Τζόρτζιο Βαζάρι αναφέρει ότι ήταν γιος ενός βοσκού και τον ανακάλυψε ο Τσιμαμπούε να ζωγραφίζει τα πρόβατά του πάνω σε ένα βράχο, εκτίμησε το ταλέντο του και τον έκανε μαθητή του. Κατά πάσα πιθανότητα ο Giotto ακολούθησε το δάσκαλό του στην Ασίζη, όπου ο Τσιμαμπούε είχε αναλάβει την εικονογράφηση της Βασιλικής του Αγίου Φραγκίσκου. Εκεί, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών ιστορικών, εκτέλεσε κάποιες από τις νωπογραφίες στην Άνω Βασιλική με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Φραγκίσκου. Επειδή όμως καταστράφηκαν τα αρχεία των Φραγκισκανών κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, υπάρχουν ενστάσεις από κάποιους ιστορικούς σχετικά με την πατρότητα των παραστάσεων που αποδίδονται στον Giotto. Αβεβαιότητα υπάρχει επίσης για το ποιες από τις παραστάσεις εκτελέστηκαν από τον ίδιο το ζωγράφο και ποιες από το συνεργείο του. Οι νωπογραφίες που φαίνεται ότι εκτέλεσε εκεί έχουν διατηρηθεί πολύ καλύτερα από αυτές του Τσιμαμπούε, καθώς ο τελευταίος προετοίμαζε με σοβά κομμάτια τοίχου ανάλογα με τη σκαλωσιά του και, όταν δεν προλάβαινε να τελειώσει μία παράσταση όσο ακόμα ο σοβάς ήταν νωπός, την ολοκλήρωνε με την τεχνική secco. Αντίθετα ο Τζόττο προετοίμαζε με σοβά μόνο το κομμάτι του τοίχου που μπορούσε να εικονογραφήσει σε μια μέρα.

Από τα πρωιμότερα έργα του σύμφωνα με τον Βαζάρι ήταν η νωπογραφία του Ευαγγελισμού και η Σταύρωση στο ναό της Σάντα Μαρία Νοβέλα στη Φλωρεντία. Εργάστηκε επίσης στη Ρώμη, στο Ρίμινι και στην Πάδοβα, όπου εκτέλεσε το 1305 το αντιπροσωπευτικότερο έργο του, την εικονογράφηση του Παρεκκλησίου Σκροβένι (Scrovegni) (αλλιώς Παρεκκλήσιο της Αρένας) με σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Χριστού. Στις εικονογραφικές παραστάσεις της Πάδοβας διακρίνονται με μεγαλύτερη σαφήνεια τα χαρακτηριστικά της τέχνης του, δηλαδή η απομάκρυνση από τις συμβάσεις της βυζαντινής ζωγραφικής, η προοπτική ανάδειξη του χώρου, η αφηγηματική παραστατικότητα και οι εύγλωττες κινήσεις και εκφράσεις των μορφών που είναι πια πραγματικοί άνθρωποι και όχι συμβατικές μορφές.

Η φυγή στην Αίγυπτο, νωπογραφία, 1303-1305, Πάντοβα, Cappella degli Scrovegni
Η φυγή στην Αίγυπτο,
Πάντοβα, Cappella degli Scrovegni

Ένα από τα διασημότερα έργα του, η ένθρονη Παναγία με το Βρέφος του ναού των Αγίων Πάντων (Madonna d’ Ognissanti ) που σήμερα εκτίθεται στο Ουφίτσι, πρέπει να εκτελέστηκε πριν το ταξίδι του στην Πάδοβα.

Madonna d΄ Ognissanti, 1311, Φλωρεντία Ουφίτσι
Madonna d΄ Ognissanti

Πιθανότατα πριν το 1309 δούλεψε ξανά στην Ασίζη, όπου εικονογράφησε την Κάτω Βασιλική και το Παρεκκλήσιο της Μαγδαληνής. Το 1311  επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου το 1318 του ανατέθηκε η εικονογράφηση τεσσάρων παρεκκλησίων στο ναό των Φραγκισκανών Σάντα Κρότσε. Από αυτό το έργο του σώζονται σήμερα οι νωπογραφίες στα παρεκκλήσια Μπάρντι (Bardi) και Περούτσι (Peruzzi) με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και του Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Το κήρυγμα στα πουλιά, νωπογραφία, 1295-1299, Ασίζη, Άνω Βασιλική
Το κήρυγμα στα πουλιά,
Ασίζη, Άνω Βασιλική

Από το 1328 μέχρι το 1333 παρέμεινε στη Νάπολη, καλεσμένος του βασιλιά Ροβέρτου των Ανζού, και για λίγο στη Μπολόνια. Ένδειξη της τεράστιας αναγνώρισης που κέρδισε το ταλέντο του από τους σύγχρονούς του είναι οι αναφορές στο όνομά του από το Δάντη και το Βοκάκιο καθώς και η ανάθεση σ’ αυτόν από την πόλη της Φλωρεντίας (1334) των εργασιών ανοικοδόμησης του καθεδρικού ναού. Σχεδίασε το γνωστό καμπαναριό (Campanile) του Ντουόμο που φέρει το όνομά του, αν και δεν ολοκληρώθηκε από τον ίδιο. Πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1337 σε ηλικία περίπου 70 ετών.

Πηγή: Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Ο Masaccio (1401-1428)

Ο Masaccio (πραγματικό όνομα Tommaso di ser Giovanni di Mone Cassai, 21 Δεκεμβρίου 1401 – καλοκαίρι 1428) ήταν ο πρώτος μεγάλος Ιταλός ζωγράφος της Ιταλικής Αναγέννησης. Σύμφωνα με τον Giorgio Vasari, ήταν ο καλύτερος ζωγράφος της γενιάς του λόγω των δεξιοτήτων του στην αναδημιουργία αληθοφανών στοιχείων και κινήσεων καθώς και στην πειστική αίσθηση των τριών διαστάσεων.

Ο Masaccio
Ο Masaccio

Ο Βίος του Masaccio

Ο Masaccio γεννήθηκε στο Castel San Giovanni in Valdarno και λένε ότι μπορεί κανείς ακόμη να δει μερικές εικόνες τις οποίες δημιούργησε όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Ήταν άνθρωπος πολύ αφηρημένος και εσωστρεφής, όμοιος με κάποιον που η κλίση και η σκέψη του είναι αποκλειστικά στραμμένες προς την τέχνη και γι΄αυτό δεν καταπιάνεται ιδιαίτερα με τις δικές του υποθέσεις, πολύ περισσότερο με τις υποθέσεις των άλλων. Επειδή λοιπόν με κανένα τρόπο δεν σκεπτόταν τις έννοιες και τα πράγματα της καθημερινότητας, δεν έδινε σημασία σε αυτά που φορούσε ούτε ενδιαφερόταν για τα δανεικά που έδινε, εκτός αν είχε απόλυτη ανάγκη. Έτσι ονομαζόταν από όλους, όχι Tommaso, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα αλλά Masaccio που θα πει μακρύς, ακατάστατος Θωμάς. Όχι επειδή ήταν άνθρωπος των ελαττωμάτων αλλά εξαιτίας της ατημελησίας του, η οποία όμως δεν τον εμπόδιζε να καταπιάνεται με άλλα πράγματα που του προξενούσαν ευχαρίστηση.

Την εποχή που ο Masolino de Panicale ζωγράφιζε το παρεκκλήσιο στην εκκλησία Santa Maria del Carmine στη Φλωρεντία, ο Masaccio καταπιανόταν για πρώτη φορά με την τέχνη του προσπαθώντας όσο μπορούσε να προσανατολιστεί με βάση τον Filippo και τον Donatello, παρ΄ όλο που η τέχνη τους ήταν διαφορετική από τη δική του. Προσπαθούσε ακατάπαυστα να παραστήσει τις μορφές του ζωντανές, κινούμενες και φυσικές. Σχέδιο και περίγραμμα, καθώς και η χρωματικότητα, διαφέρουν τόσο πολύ από τα ανάλογα των παλιών μαστόρων, που οι εικόνες του, χωρίς αμφιβολία, μπορούν να συγκριθούν με οποιοδήποτε νεότερο δημιούργημα στην περιοχή του σχεδίου ή της ζωγραφικής. Ήταν πολύ προσεκτικός στη δουλειά του και υπέροχος και θαυμάσιος στα θέματα της προοπτικής.

Περισσότερο από άλλους μάστορες επιχειρούσε να αποδώσει γυμνές μορφές και σμικρύνσεις μ΄έναν τρόπο άγνωστο στο παρελθόν. Είχε ελαφρύ χέρι και επέδειξε μεγάλη απλότητα στην απόδοση των ενδυμασιών. Απ΄αυτόν προέρχεται ένας πίνακας σε τέμπερα: η Παναγία που με τον γιο της στην αγκαλιά της αναπαύεται πάνω στην ποδιά της Αγίας Άννας.

Sant'Anna Metterza, 1424-1425, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Sant’Anna Metterza

Το τέλος του Masaccio

Ο Masaccio πέθανε στα 27 του χρόνια, και τόσο γρήγορα που δεν έλειψαν οι γνώμες πως πέθανε από δηλητήριο και όχι τυχαία. Ο Filippo Brunelleschi είπε σαν έμαθε τον θάνατο του: «Ο θάνατος του Masaccio είναι μια πολύ μεγάλη απώλεια» και λυπήθηκε ιδιαίτερα που εκείνος πέθανε, γιατί είχε αγωνιστεί πολύ να του μάθει τους νόμους της προοπτικής και της αρχιτεκτονικής. Τα οστά του Masaccio τάφηκαν στην εκκλησία των Carmine το 1443 και μολονότι τότε δεν τοποθέτησαν κανένα μνημείο στον τάφο του, επειδή όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερα αναγνωριστεί, τιμήθηκε μετά θάνατον με επιτάφιες επιγραφές.

Αποτίμηση του έργου του Masaccio

Η τέχνη του Masaccio είναι άξια κάθε επαίνου, αφού αυτή άνοιξε τον δρόμο προς τον ωραίο τρόπο απεικόνισης της εποχής μας. Μεγάλη η φήμη του έργου του σε όλες τις εποχές, όμως υπάρχει η άποψη πως θα κατάφερνε ακόμη περισσότερα αν δεν τον άρπαζε ο Θάνατος. Ο Masaccio ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε στην πράξη τις θεωρίες του Brunelleschi και του Leon Batista Alberti περί προοπτικής. Η ζωγραφική του έδινε την αίσθηση του τρισδιάστατου και η χρήση που έκανε της πηγής φωτός ήταν απαράμιλλη. Η επίδρασή του στην εν συνεχεία αναγεννησιακή ζωγραφική ήταν τεράστια.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Βοκάκιος (1313-1375)

Ο Βοκάκιος (Giovanni Boccaccio, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1313 – 21 Δεκεμβρίου 1375) ήταν Ιταλός συγγραφέας, ο μεγαλύτερος από τους μαθητές του φημισμένου Πετράρχη. Θεωρείται σημαντικός  Ανθρωπιστής της Αναγέννησης και υπήρξε συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου αριθμού έργων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το Δεκαήμερον και το Περί Διασήμων Γυναικών. Οι χαρακτήρες του Βοκάκιου διακρίνονται για τον ρεαλισμό, την έμπνευση, την εξυπνάδα και την προσγείωσή τους στην πραγματικότητα της εποχής τους (αντίθετα με χαρακτήρες συγχρόνων του συγγραφέων, που συνδέονταν περισσότερο με τις  μεσαιωνικές αξίες της Ιπποσύνης, της Ευσέβειας και της Ταπεινότητας).

Ο Βοκάκιος
Ο Βοκάκιος

Ο Βίος του Βοκάκιου

Ο Βοκάκιος γεννήθηκε πιθανότατα στη Φλωρεντία και ήταν νόθος γιος του Μποκκάτσιο ντι Κελλίνο (Boccaccio di Chellino), πλούσιου έμπορου, και μιας άγνωστης κοπέλας ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε ως γιο του και τον πήρε το 1327 στην Νάπολη, όπου ασχολείτο με το εμπόριο. Ο Βοκάκιος, όμως, που δε συμπάθησε το εμπόριο και τις αναγκαστικές σπουδές στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, από το 1334 ξεκίνησε να δημοσιεύει έργα του. Σε μια οικονομική κρίση το 1340, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Φλωρεντία, όπου το 1350 γνώρισε τον Πετράρχη, και τελείωσε το γνωστότερο έργο του το Δεκαήμερο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ακολουθώντας τις μετακινήσεις του Πετράρχη, με ανθρωπιστικές μελέτες και συγγράφοντας. Πέθανε μετά από μακροχρόνια ασθένεια ένα χρόνο μετά τον Πετράρχη, το 1375.

Ο Βοκάκιος έγραψε

  • Amorosa visione (Ερωτικά οράματα) (1342)
  • Buccolicum carmen (Βουκολικό άσμα) (1367-69)
  • Caccia di Diana (Το κυνήγι της Άρτεμης, 1334-37)
  • Comedia delle ninfe fiorentine (Κωμωδία των Φλωρεντινών Νυμφών) (Amato, 1341-42)
  • Corbaccio (περί το 1365, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • De mulieribus claris (Περί διασήμων γυναικών, 1361, αλλεπάλληλες εκδόσεις έως το 1375)
  • Decameron (Δεκαήμερον) (1349-52, ανανεωμένη έκδοση 1370-71) ― ελλην. μετάφρ. Νίκος Σαρλής,
  • Elegia di Madonna Fiammetta (Ελεγεία της Μαντόνα Φιαμμέττα) (1343-44)
  • Esposizioni sopra la Comedia di Dante (Γνώμες για την [Θεία] Κωμωδία του Δάντη, 1373-74)
  • Filocolo (1336-39)
  • Filostrato (1335 or 1340)
  • Genealogia deorum gentilium libri (Βιβλία γενεαλογίας εθνικών θεών) (1360, ανανεωμένη έκδοση 1374)
  • Ninfale fiesolano (1344-46, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • Rime (Ρίμες) (ολοκληρώθηκε το 1374)
  • Teseida delle nozze di Emilia (πριν το 1341)
  • Trattatello in laude di Dante (1357, αλλαγή τίτλου De origine vita studiis et moribus viri clarissimi Dantis Aligerii florentini poetae illustris et de operibus compositis ab eodem)
  • Zibaldone Magliabechiano (περ. 1351-56)

https://el.wikipedia.org/wiki/Βοκάκιος

Ο Ντονατέλλο (1386-1466)

Ο Ντονατέλλο, με πλήρες όνομα Ντονάτο ντι Νικολό Μπάρντι (Donato di Niccolò Bardi, 1386 – 13 Δεκεμβρίου 1466), ήταν γλύπτης της πρώιμης Αναγέννησης από τη Φλωρεντία. Τη φήμη του οφείλει κυρίως στους ανδριάντες του, δημιούργησε όμως και έργα τεχνοτροπίας basso rilievo (αβαθές ανάγλυφο), στα οποία εμφανίζονται οι νέες -για την εποχή του- τάσεις στην εικονική προοπτική.

Ο Ντονατέλλο
Ο Ντονατέλλο

Ο Βίος του Ντονατέλλο

Ο Ντονατέλλο γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1386. Αφιερώθηκε στη μελέτη σχεδίου και δεν έγινε μόνο ένας εξαίρετος και αξιοθαύμαστος γλύπτης, αλλά έδειξε επίσης πολλές ικανότητες και σε γύψινες διακοσμήσεις, ενώ ήταν έξοχος στην προοπτική και εκτιμήθηκε πολύ στην αρχιτεκτονική. Οι εργασίες του ήταν τόσο ωραίες και είχαν τέτοια χάρη, ώστε τις παρομοίαζε κανείς με τα περίφημα έργα των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλου μάστορα. Γι΄αυτό θεωρήθηκε ο πρώτος που επανέφερε το αρχαίο είδος του χαμηλού αναγλύφου και το καλλιέργησε με τον καλύτερο τρόπο. Η ευκολία και η μαστοριά με τις οποίες επεξεργαζόταν τα ανάγλυφα δείχνουν με πόση σύνεση δούλευε προσδίδοντας τους ασυνήθιστη ομορφιά, έτσι ώστε, ως τις μέρες μας, δεν βρέθηκε κανείς καλλιτέχνης που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει ή να τον φτάσει. Στα νιάτα του δούλεψε πολλά πράγματα, στα οποία, λόγω της ποσότητας τους, δεν δόθηκε η σημασία που τους άξιζε.

Το έργο του Ντονατέλλο

Δόξα και όνομα τα κατοχύρωσε με ένα σύμπλεγμα που παρίστανε τον Ευαγγελισμό. Το υλικό ήταν αμμόλιθος και το έργο βρίσκεται στη Santa Croce της Φλωρεντίας. Ιδιαίτερη ποιότητα παρουσιάζει η μορφή της Παρθένου, που τρομαγμένη από την ξαφνική παρουσία του αγγέλου στρέφεται προς αυτόν με δέος και ύψιστη χάρη, ενώ αυτός τη χαιρετά. Στο πρόσωπο της διακρίνει κανείς την ταπεινοφροσύνη και ευγνωμοσύνη που εκφράζονται όταν κανείς δέχεται κάποιο δώρο χωρίς να το περιμένει, και μάλιστα όταν αυτό το δώρο είναι πολύ μεγάλο. Τα φορέματα της Παναγίας και του αγγέλου ο Ντονατέλλο τα αξιοποίησε ωραία προσδίδοντας τους μια θαυμάσια πτυχολογία, μέσα από την οποία προσπαθούσε να κάνει αντιληπτή την ανθρώπινη σωματικότητα επαναφέροντας την τελειότητα των αρχαίων, η οποία είχε ξεχαστεί για πολλά χρόνια.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Στη Φλωρεντία ο Ντονατέλλο έφτιαξε ακόμη ένα μπρούτζινο σύμπλεγμα. Παρουσιάζει την Ιουδίθ να αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη. Είναι ένα έργο εξαιρετικής απόδοσης και μαστοριάς. Γιατί, όπως είναι απλή η εμφάνιση της Ιουδίθ, αναγνωρίζει κανείς σε αυτήν το θάρρος και την τόλμη, καθώς και τη δύναμη που απέκτησε με τη βοήθεια του Ουρανού. Στο πρόσωπο του Ολοφέρνη, αντίθετα, φαίνεται η επίδραση του κρασιού και του ύπνου, καθώς και ο θάνατος στα μέλη του, που έχουν καταρρεύσει και φαίνονται χωρίς ζωή.

Ιουδίθ  και Ολοφέρνης
Ιουδίθ και Ολοφέρνης

Στην εσωτερική αυλή της Signoria τοποθετήθηκε μια δική του μορφή σε μπρούντζο που παρίστανε τον Δαυίδ γυμνό σε φυσικό μέγεθος. Ακουμπά το ένα του πόδι πάνω στο κεφάλι του Γολιάθ, ενώ στο δεξί του χέρι κρατά ένα σπαθί. Η μορφή του είναι τόσο φυσική, τόσο ζωντανή και αληθινή, που να φαίνεται σε μερικούς καλλιτέχνες πως βγήκε κατευθείαν από ένα ζωντανό σώμα.

Δαυίδ
Δαυίδ

Η Signoria της Βενετίας τον κάλεσε να φτιάξει στην Padua το μνημείο του Gattamellata. Ο Ντονατέλλο δούλεψε στον μπρούντζο ένα έφιππο ανδριάντα, που απεικόνισε με μεγάλη φυσικότητα το άλογο αλλά και το θάρρος και τον ζωντανό δυναμισμό του ιππέα. Αξιοθαύμαστη είναι η χύτευση του τόσο μεγάλου έργου, κυρίως σε ότι αφορά το μέτρο και την ακρίβεια των αναλογιών. Γι΄αυτό, το έργο του μπορεί να συγκριθεί σε ό,τι αφορά την τεχνική, το μέγεθος και την ποιότητα με οποιοδήποτε ανάλογο έργο αρχαίου καλλιτέχνη.

Μνημείο του Gattamellata
Μνημείο του Gattamellata

Ο Ντονατέλλο, εκτός από τα αξιοθαύμαστα γλυπτά του, καταπιάστηκε και με μικρά καλλιτεχνικά αντικείμενα. Ανέλαβε, μάλιστα, τη δημιουργία οικογενειακών εμβλημάτων, που τα τοποθετούσαν πάνω στα τζάκια ή στις προσόψεις των αστικών σπιτιών. Ο Ντονατέλλο ήταν σε όλα έξοχος, που μπορεί να πει κανείς πως ήταν ένας από τους πρώτους που με μελέτη, κρίση και γνώση προώθησε τη γλυπτική για τους νεότερους και γι΄αυτό του αξίζει πολύ μεγάλη δόξα.

Ήταν γενναιόδωρος, αγαπητός και φιλικός. Σκεπτόταν περισσότερο το καλό των φίλων του παρά το δικό του καλό. Ποτέ δε νοιαζόταν για τα χρήματα. Τα είχε τοποθετήσει σε ένα καλάθι, που το είχε κρεμασμένο με ένα σκοινί στη στέγη και οι βοηθοί και φίλοι του έπαιρναν ό,τι τους χρειαζόταν χωρίς να τον ρωτούν.

Το τέλος του Ντονατέλλο

Έζησε ευτυχισμένα γερατειά και όταν άρχισε να χάνει τις δυνάμεις του και δεν μπορούσε να εργαστεί, υποστηρίχθηκε από τους φίλους του και τον Cosimo de Medici, οποίος όσο ήταν γερός ο Ντονατέλλο τον τιμούσε και αυτόν και την τέχνη του και του έδινε συνεχώς δουλειά.

Ο Ντονατέλλο στην ηλικία των 80 ετών έπεσε στο κρεβάτι από τα αρθριτικά του. Χειροτέρευε από μέρα σε μέρα, χάνοντας τις δυνάμεις του και στις 13 Δεκεμβρίου 1466 πέθανε. Σύμφωνα με την επιθυμία του τάφηκε στην εκκλησία San Lorenzo κοντά στον Cosimo, για να είναι το σώμα του μετά θάνατον δίπλα σε εκείνον με τον οποίο ήταν το πνεύμα του όσο ζούσε.

Ο θάνατος του Ντονατέλλο λύπησε βαθιά τους συμπολίτες και τους ομοτέχνους του, και για να τιμηθεί νεκρός, όπως τιμήθηκε ζωντανός, έκαναν μια μεγαλοπρεπή κηδεία και ακολούθησαν όλοι οι ζωγράφοι, οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες και όλοι οι κάτοικοι της πόλης.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (1406-1469)

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (Φρα Φίλιππο ντι Τομμάζο Λίππι, 23 Ιουνίου 1406 – 9 Οκτωβρίου 1469) ήταν Ιταλός ζωγράφος.

 Fra Filippo Lippi
Fra Filippo Lippi

Ο Βίος του Fra Filippo Lippi

Τα πρώτα χρόνια του Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi, μοναχός του τάγματος των Καρμελιτών, γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Μετά το θάνατο του πατέρα του Tommaso, έμεινε ένα φτωχό και απροστάτευτο αγόρι, αφού και η μητέρα του είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννηση του. Η Mona Lappacia (Μόνα Λαπάτσια), η αδελφή του πατέρα του, τον ανέλαβε και τον μεγάλωσε με πολύ κόπο ως τα οκτώ του χρόνια. Ύστερα όμως δε μπορούσε πια να τον κρατήσει και τον έδωσε να γίνει μοναχός στο μοναστήρι της Carmine. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη κλίση για όλες τις μηχανικές επιδόσεις και εφευρετικότητα, όμως στην εκμάθηση των επιστημών δεν είχε καμία επίδοση. Δεν ήθελε να ταλαιπωρεί το πνεύμα του με αυτές και δε μπορούσε να συμφιλιωθεί μαζί τους. Το αγόρι διατήρησε το κοσμικό του όνομα Filippo και τέθηκε κάτω από την εποπτεία του δασκάλου της γραμματικής, για να μάθει κανείς ποιες ήταν οι ικανότητες του. Αντί όμως να σπουδάζει, σχεδίαζε στα βιβλία του και στα βιβλία των άλλων διάφορες μορφές και ο ηγούμενος αποφάσισε τελικά να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο προκειμένου να μάθει ζωγραφική.

Εκείνη την εποχή είχε ζωγραφίσει και πάλι το παρεκκλήσι της Carmine ο Masaccio (Ιταλός ζωγράφος, από τους σημαντικότερους) και αυτές οι ζωγραφιές άρεσαν πολύ στον Filippo. Κάθε μέρα πήγαινε από ευχαρίστηση να τις επεξεργαστεί και με παρέα άλλα παιδιά έκανε ασκήσεις σχεδίου και τα ξεπερνούσε όλα σε ικανότητα και γνώση, έτσι που πίστευε πια καθένας ότι με τον καιρό θα κατορθώσει σημαντικά πράγματα. Έτσι, όχι σε ώριμη ηλικία αλλά κιόλας όταν ήταν ακόμη νεαρός, έφτιαξε τόσο υπέροχα έργα, που έμοιαζε ο ίδιος με θαύμα.

Πολύ νωρίς ζωγράφισε στο διάδρομο του μοναστηριού έναν πάπα που επιβεβαιώνει τον κανόνα του τάγματος των Καρμελιτών. Σε πολλούς άλλους τοίχους της εκκλησίας βρίσκονται άλλες τοιχογραφίες από το χέρι του, κυρίως μια παράσταση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και με σκηνές από τη ζωή του. Στην ίδια εκκλησία ζωγράφισε ο Filippo τον Άγιο Μαρτάλιο, μια μορφή που του εξασφάλισε μεγάλη φήμη.

Ο Filippo Lippi φεύγει από το μοναστήρι

Επειδή ο ίδιος άκουσε συνέχεια να τον επαινούν αποφάσισε στα δεκαεπτά του να αφήσει τη μοναστική ζωή. Πήγε στην περιοχή της Ancona και όταν μια μέρα έκανε ταξίδι αναψυχής στη θάλασσα με φίλους του, πιάστηκαν όλοι από ένα πλοίο Μαυριτανών και μεταφέρθηκαν στη Μπαρμπαριά.

Τους έβαλαν αλυσίδες και τους είχαν για σκλάβους. Δεκαοκτώ μήνες έμεινε εκεί ο Filippo για μεγάλη του στενοχώρια, όταν ξαφνικά του ήρθε η ιδέα να ζωγραφίσει τον κύριο του, που τον είχε δει αρκετά. Με κάρβουνο τον απεικόνισε πάνω σε έναν άσπρο τοίχο, με το κοστούμι των Μαυριτανών και με μεγάλη πιστότητα. Οι άλλοι σκλάβοι τον ανέφεραν στον κύριο τους, γιατί σε εκείνα τα μέρη, που σχέδιο και ζωγραφική ήταν πράγματα άγνωστα, αυτό που έκανε ο Filippo τους φαινόταν σαν ένα θαύμα. Αυτό ήταν η αφορμή να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του ο Filippo. Έτσι η δόξα της υπέροχης τέχνης της ζωγραφικής φάνηκε καθαρά: εκεί που η κυριαρχούσα δύναμη τιμωρεί και βασανίζει, εκείνη κάνει ακριβώς το αντίθετο και, αντί να οδηγεί στην καταπίεση και στο θάνατο, προωθεί ους ανθρώπους στην καλοσύνη και την ελευθερία. Γιατί, αφού ο Filippo έφτιαξε μερικές έγχρωμες εικόνες, οδηγήθηκε με συνοδεία σώος και αβλαβής στη Νάπολη.

Η φήμη της ζωγραφικής του Filippo εκτοξεύεται

Εκεί ζωγράφισε με εντολή του βασιλιά Alfonso, βασιλιά της Καλαβρίας, έναν πίνακα με τέμπερα επάνω σε σανίδι για το παρεκκλήσιο του πύργου. Λίγο αργότερα νοστάλγησε τη Φλωρεντία και, επιστρέφοντας εκεί, έμεινε μερικούς μήνες και ζωγράφισε για τις μοναχές του San Ambrogio, έναν ωραίο πίνακα βωμού, κάτι που έγινε γνωστό στον Cosimo de Medici, ο οποίος τον συμπάθησε πολύ. Για το παρεκκλήσιο του παλατιού των Μεδίκων έφτιαξε μια εικόνα με θέμα τη Γέννηση του Χριστού. Έναν πίνακα με τη Γέννηση του Χριστού και τη μορφή του Ιωάννη του Βαπτιστή ζωγράφισε για τη γυναίκα του Cosimo, η οποία τον δώρισε την σκήτη των Camaldoli, που την είχε ιδρύσει από ευλάβεια και ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.

Στο παλάτι της Signora ο Filippo ζωγράφισε πάνω από μια πόρτα ένα Ευαγγελισμό και πάνω από μια άλλη πόρτα του ίδιου κτιρίου τη μορφή του Αγίου Βερνάρδου. Στη Sancretia του Santo Spirito ζωγράφισε ακόμη την Παναγία περιβαλλόμενη από αγγέλους και αγίους, ένα σημαντικό έργο το οποίο εκτιμήθηκε από τους μάστορες του επαγγέλματος.

Ευαγγελισμός
Ευαγγελισμός

Στο παρεκκλήσιο των Επιστατών της εκκλησίας του San Lorenzo ζωγράφισε πάνω σε ξύλο έναν Ευαγγελισμό. Σε ένα παρεκκλήσιο των Santi Apostoli, υπάρχει από τα χέρια του ένας πίνακας που παριστάνει την Παναγία περιτριγυρισμένη από από πολλές μορφές. Στο Prato, κοντά στην Φλωρεντία, πέρασε πολλούς μήνες στην παρέα του Fra Diamante, του τάγματος των Καρμελιτών ο οποίος ήταν φίλος του, όταν και εκείνος ήταν στο μοναστήρι, και ζωγράφισε σε όλη την περιοχή ένα πλήθος έργων. Εκεί πήρε από τις μοναχές της Santa Margherita την εντολή να ζωγραφίσει την εικόνα για τον κεντρικό βωμό. Ενώ δούλευε εκεί, παρατήρησε μια μέρα τη θυγατέρα του Φλωρεντινού, Francesco Butti, που σε αυτό το μοναστήρι είχε ανατραφεί ή ήθελε να γίνει μοναχή. Ο Fra Filippo παρατήρησε τη Lucrezia (αυτό ήταν το όνομα του κοριτσιού) και, επειδή ήταν όμορφη και χαριτωμένη κατάφερε τις μοναχές να του δώσουν άδεια να κάνει ένα σχέδιο της, που θα χρησιμοποιούσε για τη μορφή της Παναγίας στην εικόνα του βωμού. Σε αυτήν την περίπτωση ερωτεύτηκε την κοπέλα και βρήκε τελικά μέσα και τρόπους να φυγαδέψει τη Lucrezia.Η κοπέλα έμεινε κοντά στον Filippo και του γέννησε έναν γιο, που πήρε το όνομα του πατέρα του και αργότερα έγινε και εκείνος ένας φημισμένος ζωγράφος.

Σε μια παράσταση πάνω από το πηγάδι στην αυλή του νοσοκομείου Ceppo, έκανε ο Filippo τον δωρητή αυτού του θεραπευτηρίου, τον Francesco di Marco, και στην εκκλησία ζωγράφισε έναν μικρό πίνακα με θέμα το θάνατο του Αγίου Ιερωνύμου. Οι επιστάτες της εκκλησίας που ήθελαν κάτι από το Filippo για να τον θυμούνται, του έδωσαν τη παραγγελία να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο του κεντρικού βωμού. Σε αυτό το έργο ο Filippo επέδειξε όλες του τις ικανότητες κατορθώνοντας να δώσει ενδύματα και μορφές με τον ωραιότερο τρόπο, προσδίδοντας στις μορφές ανάστημα μεγαλύτερο του φυσικού και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες, οι οποίοι με νέο τρόπο επιδίωκαν να απεικονίσουν μορφές μεγάλου μεγέθους. Ακόμη απεικόνισε και την ιστορία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, τη γέννηση του, τη διδασκαλία του και τη βάπτιση, τι γεύμα του Ηρώδη και τέλος τον αποκεφαλισμό του Αγίου.

Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη
Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη

Καθώς επίσης παρουσίασε σκηνές από τον βίο του Αγίου Στεφάνου, του πάτρωνα αυτού εκείνης της εκκλησίας, και τη συζήτηση, τον λιθοβολισμό και τον θάνατο αυτού του πρώτου μάρτυρα. Ανάμεσα στις μορφές που θρηνούν τον Άγιο Στέφανο ζωγράφισε τον μαθητή του Fra Diamante και τον εαυτό του, όπως τον έβλεπε στον καθρέφτη και φορώντας ράσο. Αυτό το έργο είναι το σημαντικότερο του.

Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου.
Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου

Το 1463, ο Filippo ζωγράφισε έναν πίνακα με τέμπερα, με μια πολύ ωραία παράσταση του Ευαγγελισμού για την εκκλησία San Jacopo στο Pistoia. Ο Filippo ήταν σε όλους τους πίνακες του θαυμάσιος, εδώ όμως ξεπέρασε τον εαυτό του. Ο πίνακας αυτός ζωγραφίστηκε τόσο χαριτωμένα, τόσο όμορφα, που δεν θα μπορούσε να γίνει ωραιότερος. Γενικά, ήταν κάτι το ασυνήθιστο, που στην εποχή του δεν τον ξεπέρασε κανείς. Γι’ αυτό ο Michelangelo δεν τον επαινούσε μόνο, αλλά τον μιμούνταν σε πολλά πράγματα.

Η ενορία του Spoleto κάλεσε τον Filippo, χρησιμοποιώντας τον Cosimo de Medici, για να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο στην εκκλησία της Madonna, κάτι που έκανε μαζί με τον Fra Diamante, ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του. Λένε πως αιτία του θανάτου του ήταν η υπερβολική κλίση στις ερωτικές περιπέτειες και ότι τον δηλητηρίασαν οι συγγενείς της ερωμένης του.

Κριτική για τον Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi ήταν φίλος των χαρούμενων ανθρώπων και ζούσε πάντα ευχάριστα. Έμαθε στον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής, και ο τελευταίος τελείωσε πολλά έργα στην εκκλησία των Καρμελιτών στο Prato και προχώρησε στην απομίμηση της τεχνοτροπίας του δασκάλου του φτάνοντας σε μεγάλη τελειότητα.

Ο Fra Filippo Lippi πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1469 στα εξήντα τρία του χρόνια και με τη διαθήκη του εμπιστεύτηκε στον Fra Diamante τη φροντίδα του γιου του Filippo (Filippino). Αυτό το παιδί, που τότε ήταν δέκα χρονών, έμαθε από τον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής και επέστρεψε μαζί του στη Φλωρεντία.

Ο Filippo τάφηκε σε έναν τάφο από λευκό και κόκκινο μάρμαρο, που οι κάτοικοι του Spoleto έφτιαξαν στην εκκλησία που αυτός διακόσμησε. Ο θάνατος του λύπησε πολύ τους φίλους του, ιδιαίτερα τον Cosimo de Medici και τον πάπα Ευγένιο, ο οποίος ήθελε να του δώσει την άδεια να νομιμοποιήσει το γάμο του με τη Lucrezia. Ο Filippo όμως δεν ενδιαφερόταν, γιατί αυτό που τον ένοιαζε ήταν μια ζωή ελεύθερη και ανεμπόδιστη.

Ο Lorenzo de Medici, ο οποίος είχε ονομαστεί πρεσβευτής των Φλωρεντινών, πήγε στο Spoleto, για να ζητήσει από την εκεί ενορία το σκήνωμα του Filippo προκειμένου να ενταφιαστεί στη Santa Maria del Fiore στη Φλωρεντία. Αλλά οι κάτοικοι του Spoleto του απάντησαν ότι δεν έχουν μεγάλο μερίδιο στη δόξα και ότι τους λείπουν έξοχοι άνδρες. Γι’ αυτό του ζήτησαν τη χάρη να τους αφήσει αυτόν τον άνδρα, αφού η Φλωρεντία έχει ένα ατελείωτο πλήθος σπουδαίων ανθρώπων και δε θα τους έλειπε αυτός. Η παράκληση έγινε δεκτή και το σκήνωμα του Filippo έμεινε στην πόλη στην οποία εργάστηκε στα τελευταία του. Ο γιος του Filippo (Filippino) του έφτιαξε εκεί, σύμφωνα με εντολή του Lorenzo, ένα μαρμάρινο μνημείο το οποίο κόστισε εκατό χρυσά δουκάτα.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Η Άννα Μαρία Λουΐζα των Μεδίκων

Η Άννα Μαρία Λουΐζα των Μεδίκων (Anna Maria Luisa de’ Medici, 11 Αυγούστου 1667 – 18 Φεβρουαρίου 1743) ήταν η τελευταία απόγονος της οικογένειας των Μεδίκων. Μοναχοκόρη και δεύτερο παιδί (από τρία αδέλφια) του Κόζιμο του τρίτου (Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης), και της συζύγου του, Μαργαρίτας Λουΐζας της Ορλεάνης ανιψιάς του Λουδοβίκου ΙΓ ‘της Γαλλίας.

Η Άννα Μαρία Λουΐζα με το σύζυγο της Γιόχαν Βίλχελμ
Η Άννα Μαρία Λουΐζα και ο Γιόχαν Βίλχελμ
Πινακοθήκη Ουφίτσι

Τα πρώτα χρόνια

Παρά τις προσπάθειες της μητέρας της να προκαλέσει αποβολή στην εγκυμοσύνη της, κάνοντας υπερβολική ιππασία, η μικρή παιδούλα γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 1667 στη Φλωρεντία και πήρε το όνομά της από τη θεία της, Anne-Marie Louise της Ορλεάνης, Δούκισσα του Montpensier.

Η σχέση των γονιών της ήταν αρκετά ανταγωνιστική. Η μητέρα της δεν έχανε ευκαιρία και σε κάθε περίσταση πρόσβαλε τον άνδρα της ακόμη και μπροστά στον Παπικό Νούντσιο, αποκαλώντας τον «κακό γαμπρό». Τελικά, ο Κόζιμο τα Χριστούγεννα του 1674 συναινεί και η σύζυγος του αποχωρεί, για να κλειστεί στο Μοναστήρι του Αγίου Πέτρου της Μονμάρτρης στο Παρίσι. Όλα της τα προνόμια και τα περιουσιακά στοιχεία θα περάσουν στα παιδιά της μετά το θάνατό της. Η Άννα Μαρία Λουΐζα δεν την ξαναείδε ποτέ. Την ανατροφή της ανέλαβε η γιαγιά της (από την πλευρά του πατέρα) η Vittoria della Rovere.

Πριγκίπισσα του Παλατινάτου

Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, το 1669 η Άννα Μαρία Λουΐζα θεωρήθηκε πιθανή νύφη για τον Λουδοβίκο τον Μέγα Δελφίνο. Ιδέα που απορρίφτηκε από τον πατέρα της, ο οποίος αντίθετα προσπάθησε να αρχίσει διαπραγματεύσεις για να παντρευτεί η κόρη του τον Πέτρο Β΄της Πορτογαλίας. Οι Πορτογάλοι υπουργοί φοβούμενοι ότι πιθανόν η Άννα Μαρία είχε κληρονομήσει τον ιδιότροπο χαρακτήρα της μητέρας της και ότι θα μπορούσε να επηρεάσει τον αδύναμο χαρακτήρα του ηγεμόνα, απέρριψαν την πρόταση. Μετά από συνεχείς απορρίψεις, ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προτείνει για σύζυγο τον Γιόχαν Βίλχελμ (Johann Wilhelm II), δούκα του Neuburg (εκλέκτορα του Παλατινάτου). Πράγματι, ο γάμος γίνεται στις 29 Απριλίου 1691 και αναχωρεί με τον μικρό της αδελφό για το Ντίσελντορφ. Το 1692 μένει έγκυος αλλά αποβάλει, λόγω σύφιλης του συζύγου της, εξαιτίας της οποίας το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Αν κανείς εξαιρέσει αυτό το γεγονός, κατά τα άλλα, είχε έναν αρμονικό γάμο. Παρακολουθούσε μαζί με τον σύζυγό της μουσικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις.

Επιστροφή στη Φλωρεντία

Ο σύζυγός της πεθαίνει το 1716 και η πριγκίπισσα μένει μόνη με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 1717 να επιστρέψει στην Φλωρεντία. Εκεί αντιμετωπίζει την εχθρότητα της χήρας του αδελφού της Φερδινάνδου, καθώς και του αδελφού της Γκαστόνε που την απεχθανόταν εξαιτίας της ανάμειξης της, στον αποτυχημένο του γάμο με την Άννα Μαρία Φραντζέσκα. Αναγκάζεται λοιπόν να εγκαταλείψει την αριστερή πτέρυγα του βασιλικού παλατιού Πίττι και να εγκατασταθεί στη βίλλα “La Quiete”. Παρ όλη την αντιπάθειά που έτρεφε για τον αδελφό της προσπαθεί πάντα να βελτιώσει την δημόσια εικόνα του, ως Μεγάλου Δούκα ο οποίος σπάνια έκανε δημόσιες εμφανίσεις, με αποτέλεσμα να εξαπλώνονται ανησυχητικές φήμες για υποτιθέμενο θάνατό του.

Τελευταία χρόνια

Ο Γκαστόνε (Gian Gastone) πέθανε στις 9 Ιούλη του 1737, περιβαλλόμενος από ιεράρχες και την αδελφή του. Τότε τα υπάρχοντά των Μεδίκων, συμπεριλαμβανομένων χρημάτων, τεράστιων συλλογών έργων τέχνης, κτηρίων του κράτους και εδαφών του πρώην Δουκάτου του Ουρμπίνο , περιέρχονται στην Anna Maria Luisa. Είναι η τελευταία απόγονος των Μεδίκων, διότι παρά τις προσπάθειες του Κόζιμο του τρίτου (Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης), να αλλάξει το κληρονομικό δίκαιο ‘όταν πέθανε ο γιος του Ferdinand και να παραχωρήσει τα δικαιώματα στους εναπομείναντες συγγενείς του, το σχέδιό του απορρίφθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και τον αυτοκράτορα Κάρολο τον έκτο, των Αψβούργων. Η Άννα Μαρία Λουΐζα το ίδιο έτος υπογράφει, την σωτήρια για την Φλωρεντία συμφωνία, με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τον Φραγκίσκο της Λωρραίνης, τη λεγόμενη Patto di Famiglia (σύμφωνο για την οικογένεια). Σε αυτή, υπάρχει απαράβατος όρος ότι όλη η προσωπική περιουσία των Μεδίκων που παραχωρήθηκε από την ιδία στην δυναστεία της Λωρραίνης, δεν θα μεταφερθεί ποτέ έξω από τη Φλωρεντία. Έτσι ξεκινά και η ιστορία της Πινακοθήκης Ουφίτσι.

Η ιδία διαμένει σε ειδική πτέρυγα στο Παλάτσο Πίττι και ασχολείται με την επίβλεψη της ολοκλήρωσης της πρόσοψης της Βασιλικής του Αγίου Λαυρεντίου. Πέθανε σε ηλικία 75 ετών τον Φεβρουάριο του 1743 στο παλάτι Πίττι και θάφτηκε με τιμές στη Βασιλική του Αγίου Λαυρεντίου στη Φλωρεντία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άννα_Μαρία_Λουΐζα_των_Μεδίκων

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 1511-1574)

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 30 Ιουλίου 1511 – 27 Ιουνίου 1574) ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός, γνωστός κυρίως για το έργο του Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων, με βιογραφικά στοιχεία διακεκριμένων καλλιτεχνών, που θεωρείται η ιδεολογική βάση της συγγραφής της ιστορίας της τέχνης.

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός.
Ο Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Βίος και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι γεννήθηκε στο Αρέτσο, γιος του αγγειοπλάστη Αντόνιο Βαζάρι και της Μαντελένα Τάτσι. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την εκπαίδευσή του προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την αυτοβιογραφία του. Την περίοδο 1520-1524 μαθήτευσε κοντά στους Αντόνιο ντα Σακόνε και Τζοβάνι Πολάστρα (1465-1540), αποκτώντας γνώσεις λατινικών. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη ζωγραφική κάτω από την επίβλεψη του Γκιγιώμ ντε Μαρσιγιά (Guillaume de Marcillat), ενώ αργότερα υπήρξε μαθητής του Καρδινάλιου της Κορτόνα, Σίλβιο Πασερίνι (1470-1529), τον οποίο συνόδευσε στη Φλωρεντία. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Πιέριο Βαλεριάνο (1477-1558), ο οποίος ήταν επίσης δάσκαλος στην αυλή των Μεδίκων, και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο εργαστήριο του Αντρέα ντελ Σάρτο και του Μπάτσιο Μπαντινέλλι. Το 1529 μαθήτευσε στο εργαστήριο του Ραφαέλλο ντα Μπρέσια, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να ασχολείται με τη χρυσοτεχνία, κάτω από την επίβλεψη του Βιττόριο Γκιμπέρτι.

Από το καλοκαίρι του 1532, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ζωγράφος της αυλής των Μεδίκων και ακολουθώντας την επιθυμία του δούκα της Φλωρεντίας Αλέξανδρου για έργα οχύρωσης της πόλης, ο Βαζάρι ξεκίνησε να ασχολείται εντατικά με την αρχιτεκτονική. Μετά τη δολοφονία του προστάτη του το 1537, εγκατέλειψε την αυλή των Μεδίκων με σκοπό να εργαστεί ως αυτόνομος καλλιτέχνης. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε έργα κατά παραγγελία, κυρίως στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, και στη Νάπολη. Από το 1554 ήταν υπεύθυνος για την ανακαίνιση και διακόσμηση του Παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία, έργο που τον απασχόλησε μέχρι το 1572, μέσα από το οποίο φρόντισε να προβάλει τη συμβολή της οικογένειας των Μεδίκων στην αναγέννηση των τεχνών. Αρκετοί από τους πίνακες του Βαζάρι, που θα χρησιμοποιούνταν για διακοσμητικούς σκοπούς, ολοκληρώθηκαν από βοηθούς του. Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε την βοήθεια πολυάριθμων βοηθών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση των έργων του. Για την πλειοψηφία των πινάκων και των νωπογραφιών του, ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τα σχέδιά τους, τα οποία θεωρούσε ως μέρος της αληθινής δημιουργικής διαδικασίας. Συνήθιζε ακόμα να επαναλαμβάνει τις ίδιες μορφές σε περισσότερα έργα του, γεγονός που συνέβαλε στην ικανότητά του να ολοκληρώνει απαιτητικές παραγγελίες σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Την περίοδο από το 1559 μέχρι το 1562, ο Τζόρτζιο Βαζάρι ανέλαβε τις πιο σημαντικές παραγγελίες για αρχιτεκτονικές κατασκευές. Ίσως το σπουδαιότερο αρχιτεκτονικό έργο του, υπήρξε η κατασκευή του παλατιού Ουφίτσι, το οποίο σχεδιάστηκε αρχικά για τη στέγαση δικαστικών γραφείων, σύμβολο της πολιτικής ενότητας που είχε διαμορφώσει ο Κόζιμο Α΄. Τα πρώτα σχέδια για το παλάτι χρονολογούνται από το 1559. Το 1561 ξεκίνησε να εργάζεται για την ανάπλαση του κέντρου της Πίζας, κυρίως ανακαινίζοντας παλαιότερα παλάτια της περιοχής. Σχεδίασε επίσης την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1565-69) καθώς και την εσωτερική της διακόσμηση, ζωγραφίζοντας το ιερό της. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να ασχολείται με τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δεύτερη έκδοση των Βίων, ο πρώτος τόμος της οποίας τυπώθηκε το 1564 για να ακολουθήσει η έκδοση ακόμα δύο τόμων το 1568. Το Μάιο του 1563 ταξίδεψε στο Αρέτσο, στην Κορτόνα, στην Ασίζη, στην Ανκόνα και στη Βενετία, όπου συνάντησε τον Τιτσιάνο, ενώ την άνοιξη του 1566 επισκέφτηκε πόλεις της βόρειας Ιταλίας, συλλέγοντας στοιχεία και πηγές.

Το Φεβρουάριο του 1570 επισκέφτηκε τη Ρώμη για να επιθεωρήσει τρία παρεκκλήσια στο Βατικανό, τα οποία ανέλαβε να διακοσμήσει με παραγγελιοδότη τον Πάπα Πίο Ε΄, ξεκινώντας τις εργασίες για το έργο το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Οι νωπογραφίες ολοκληρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από συνεργάτες του Βαζάρι όπως ο Αλεσάντρο Φέι, ενώ ο ίδιος φιλοτέχνησε επιμελώς το ιερό για κάθε παρεκκλήσι. Τον επόμενο χρόνο ανακηρύχθηκε ιππότης από τον πάπα και επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου παράλληλα με τις εργασίες για το Παλάτσο Βέκιο, ανέλαβε τη διακόσμηση του καθεδρικού ναού της πόλης, έργο που έμεινε όμως ημιτελές εξαιτίας του θανάτου του, στις 27 Ιουνίου του 1574.

Βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων

Έκδοση των Βίων του Τζόρτζο Βαζάρι
Έκδοση των Βίων

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι οφείλει τη φήμη του ως «πατέρα» της ιστορίας της τέχνης στη συγγραφή του έργου Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων (Le vite de più eccellenti architetti, pittori, et scultori ή απλώς Vite), καθώς δεν περιορίστηκε στην εξιστόρηση της ζωής των καλλιτεχνών αλλά προχώρησε σε μία κριτική θεώρηση της εξέλιξης των τεχνοτροπιών και του ύφους που επέβαλαν. Το έργο του ήταν αφιερωμένο στον Κόζιμο Α’ των Μεδίκων και η πρώτη έκδοσή του δημοσιεύτηκε το 1550, σε δύο τόμους με συνολικά περισσότερες από χίλιες σελίδες. Περιείχε ένα προοίμιο, μία εισαγωγή στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, καθώς και τρία κύρια μέρη με τις βιογραφίες συνολικά 133 καλλιτεχνών.

Σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή της πρώτης έκδοσης, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες. Ο ίδιος αναφέρεται σε κείμενα του Βιτρούβιου, σε αρχιτεκτονικές πραγματείες των Αλμπέρτι και Σεμπαστιάνο Σέρλιο, στα κείμενα του Λορέντζο Γκιμπέρτι (Commentari) καθώς και σε άλλα γραπτά του Ραφαήλ και του Ντομένικο Γκιρλαντάιο, τα οποία όμως δεν έχουν καθοριστεί. Ανάμεσα σε άλλα έργα που βρίσκονταν στη διάθεσή του Βαζάρι, περιλαμβάνονται ο οδηγός του Φραντσέσκο Αλμπερτίνι για την πόλη της Φλωρεντίας, η αλληλογραφία του Πιέτρο Αρετίνο και άλλες ανώνυμες πηγές. Μία δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση του έργου ολοκληρώθηκε το 1568 και αυτή αποτέλεσε τη βάση όλων των μελλοντικών εκδόσεων και μεταφράσεων. Εκδόθηκε σε τρεις τόμους, σημαντικά πιο εκτεταμένη από την πρώτη έκδοση, περιέχοντας περισσότερες από 1500 σελίδες και περίπου 30 νέες βιογραφίες. Η δεύτερη έκδοση ανέφερε επίσης πρόσθετες πηγές, μεταξύ αυτών τα ιστορικά έργα του Παύλου Διάκονου (π. 720-799), τα χρονικά των Τζοβάνι και Ματέο Βιλάνι, καθώς και την προσωπική του αλληλογραφία. Σημαντική συμβολή στη δεύτερη αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση είχε και ο Βιτσέντζο Μποργκίνι, ο οποίος συμβούλευσε τον Βαζάρι να μην περιοριστεί στις βιογραφικές πληροφορίες για κάθε καλλιτέχνη, αλλά να εστιάσει στο έργο τους και την αξία του.

Κριτική για το συγγραφικό έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι

Η έκδοσή του έργου θεωρήθηκε πολύ σημαντική στο σύνολο της Ευρώπης προκαλώντας τόσο τον άκριτο θαυμασμό όσο και την περιφρόνηση ή τα δυσμενή σχόλια από άλλους καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ αυτών και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Ο Ελ Γκρέκο διαφώνησε με αρκετές από τις κριτικές τοποθετήσεις του Βαζάρι, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για το συγγραφέα των Βίων. Οι παρατηρήσεις του Θεοτοκόπουλου απηχούσαν τις απόψεις ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού κόσμου του 16ου αιώνα, καθώς έχουν διασωθεί και άλλα σχόλια καλλιτεχνών και φιλότεχνων με ανάλογο περιεχόμενο.

Τα υπόλοιπα γραπτά κείμενα του Βαζάρι θεωρούνται μικρότερης αξίας, ωστόσο παρέχουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με το έργο του ίδιου, ειδικότερα η αλληλογραφία του, τμήματα της οποίας εμφανίζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αρετές, ωστόσο κατά το μεγαλύτερο ποσοστό δεν έχει διασωθεί.

Κριτική για τον Τζόρτζιο Βαζάρι

Το έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι παρά τα κενά, τα λάθη, τη μέθοδο για την οποία μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία την απαρχή της επιστημονικής αντιμετώπισης των καλλιτεχνικών φαινομένων. Ο Τζόρτζιο Βαζάρι βλέπει στο σύνολο της την καλλιτεχνική δημιουργία της Ιταλίας, κάτι που δεν είχε επιχειρήσει κανείς στο παρελθόν.

Εκεί που η επιστημονική κριτική ελέγχει τον Τζόρτζιο Βαζάρι είναι κυρίως η επιφανειακή έρευνα των πηγών και το ότι οι χρονολογίες που δίνει είναι πολλές φορές λανθασμένες. Δεν είναι πάντα αντικειμενικός στις κρίσεις του αλλά δεν είναι και άδικος. όλα αυτά όμως δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι ο Βαζάρι αποτελεί έναν μεγάλο πρωτοπόρο, που δημιουργεί τεράστιες προϋποθέσεις στην έρευνα και την κατανόηση τόσο των δημιουργών όσο και των δημιουργημάτων τους.

Στον Τζόρτζιο Βαζάρι αποκαλύπτεται για μια ακόμη φορά η οικουμενικότητα του αναγεννησιακού ανθρώπου. Ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας, υπήρξε, με την παρότρυνση του Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, ο ιδρυτής της Φλωρεντινής Ακαδημίας, η οποία συμπεριέλαβε όλους τους καλλιτέχνες που εργάζονταν στη Φλωρεντία, διαχωρίζοντας για πρώτη φορά τους καλλιτέχνες από τους τεχνίτες. Αυτό συνέτεινε στην εξύψωση της θέσης τους και μέσα στα πλαίσια αυτού του διαχωρισμού εντάσσονται και οι Βίοι, που κατοχυρώνουν τη μοναδικότητα των δημιουργών της τέχνης, οι οποίοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της.

Τέλος του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι πέθανε στη Φλωρεντία στις 27 Ιουνίου 1574, μόλις 2 μήνες μετά το θάνατο, στις 21 Απριλίου 1574, του δούκα Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, του μεγάλου του πάτρωνα, στον οποίο είχε αφιερώσει και τις δύο εκδόσεις του έργου του.