Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511)

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (Αύγουστος 1423 – 9 Ιανουαρίου 1511) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους, που συνέβαλε με το έργο του στην αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων στη δυτική  Ευρώπη.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης
Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης

Ο Βίος του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1423. Γιος του Βασιλείου, καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Πόλης και ήταν εξάδερφος του ιστορικού της Άλωσης, Λαόνικου Χαλκοκονδύλη (γιος του Γεωργίου Χαλκοκονδύλη). Όταν το 1435 ο θείος Γεώργιος προσπάθησε με τη σύντροφό του Μαρία Μελισσηνή με τη βοήθεια του οθωμανού Μουράτ Β’ να ανατρέψει τους Ατσαγιόλι, τους  φλωρεντινούς δούκες της Αθήνας, η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την Αθήνα. Κατέφυγε αμέσως στο Μυστρά, όπου ο μικρός Δημήτριος γνωρίστηκε με το Βησσαρίωνα τον Τραπεζούντιο. Σπούδασε φιλοσοφία, πιθανότατα δίπλα στο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης στη Ρώμη

Το 1449 ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, μετά από σύντομο πέρασμα από τη γενέτειρά του Αθήνα, πήγε οριστικά μέσω Ραγκούζας (Σπλιτ) στην Ιταλία και πρώτα στη Ρώμη. Εκεί συμπλήρωσε τις σπουδές του δίπλα στον  Θεόδωρο Γαζή, από τον οποίο διδάχθηκε για πάνω από 2 χρόνια λατινικά. Με τον Γαζή συνδέθηκε με στενή φιλία, η οποία επισφραγίστηκε με τη διαθήκη του τελευταίου, που κληροδότησε στον Χαλκοκονδύλη την προσωπική του βιβλιοθήκη. Από το 1452 και για τρία χρόνια ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης βρέθηκε στην Περούτζια, όπου παρέδιδε μαθήματα ελληνικής. Το 1455 επέστρεψε στην Ρώμη, όπου παρέμεινε μέχρι το 1463, αντιγράφοντας και μεταφράζοντας στον κύκλο του Βησσαρίωνα όπου γνωρίστηκε και με τους Μιχαήλο Αποστόλη, Ιωάννη Ρώσο και Αθανάσιο Χαλκιόπουλο.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στην Πάντοβα

Από το 1463 μέχρι το 1472 έζησε στην Πάντοβα όπου ανέλαβε την έδρα των ελληνικών στο εκεί Πανεπιστήμιο. Εκεί εισήγαγε τους ακροατές του στις φιλοσοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και δίδαξε τα ελληνικά. Στην Πάντοβα μεταξύ των επιφανέστερων μαθητών του ήταν και ο Ιανός Λάσκαρις.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στη Φλωρεντία

Το 1472 προσκλήθηκε για τη Φλωρεντία, να διαδεχτεί τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η Φλωρεντία τότε με άρχοντα το Λαυρέντιο Μεγαλοπρεπή ήταν το σπουδαιότερο κέντρο ανθρωπιστικών σπουδών της Ευρώπης, μετά και τις πλατωνικές συζητήσεις που είχε διεξάγει στην ακαδημία της ο νεοπλατωνιστής Μαρσίλιο Φιτσίνο. Την έδρα κατείχε στην πράξη ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, αλλά τρία χρόνια αργότερα που έφυγε για το Μιλάνο, ο Χαλκοκονδύλης έλαβε το Σεπτέμβρη του 1475 κι επίσημα την καθέδρα των ελληνικών γραμμάτων. Μεταξύ των μαθητών του ήταν ο Τζοβάννι Πίκο ντελλά Μιράντολα, ο Τζιοβάνι (μετέπειτα πάπας Λεων I’) κι ο Πέτρος των Μεδίκων, γιοί του Λαυρέντιου, ο άρχοντας Ντονάτο Ατσαγιόλι και ο νεαρός Γιόχαν Ρόιχλιν, ο σημαντικότερος από τους Γερμανούς ανθρωπιστές. Επειδή είχε προσελκύσει όλους τους καλούς μαθητές στα μαθήματα ελληνικών του, «επέσυρε το φθόνο» του νεαρού αντίζηλου Άντζελο Πολιτσιάνο, η φήμη του όμως ως δασκάλου μεγάλωνε συνεχώς και δεν είναι τυχαίο ότι απεικονίστηκε σε γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Domenico Ghirlandaio που κοσμεί ως σήμερα την καθολική εκκλησία Σάντα Μαρία ντε λα Νοβέλα, δίπλα στο Φιτσίνο.

Το 1475 ή 1476 πέθανε ο δάσκαλός του Θεόδωρος Γαζής και του άφησε τη μεγάλη συλλογή χειρογράφων και βιβλίων του.

Το 1484 νυμφεύθηκε κι απέκτησε 4 παιδιά.

Το 1488 εξέδωσε έργα του Ομήρου με τίτλο «Ομήρου τα σωζώμενα».

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης  στο Μιλάνο

Το 1491 τον κάλεσε ο άρχοντας του Μιλάνου Λουδοβίκο Σφόρτσα να διδάξει ελληνικά και το φθινόπωρο του ίδιου έτους έφτασε στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας. Εκεί μπόρεσε απελευθερωμένος από αντιζηλίες ν αφοσιωθεί στη διδασκαλία. Εκεί τον επισκέφτηκε κι ο γερμανός μαθητής του Γιόχαν Ρόιχλιν. Το 1493 εξέδωσε και τον  Ισοκράτη, το 1494 τα γραμματικά Ερωτήματα και το 1499 το σημαντικό εγκυκλοπαιδικό λεξικό Σουΐδα ή Σούδα. Έργα του εξέδωσε και ο Άλδος Μανούτιος στη Βενετία. Ο Κων.Σάθας μας διασώζει ποίημα του Πολιτσιάνο (μετά το 1491 και πριν τον πρόωρο θάνατό του το 1494), όπου παρακαλά το Χαλκοκονδύλη να επιστρέψει στη Φλωρεντία, παρομοιάζοντας τους μαθητές του ως νεοσσούς χελιδόνια που έχασαν τον προστάτη τους.

Το 1500 αναγκάστηκε λόγω των πολιτικών εξελίξεων να φύγει για μερικούς μήνες στη Φερράρα αλλά σύντομα επέστρεψε. Στο Μιλάνο απέκτησε άλλα 6 παιδιά, το τελευταίο το 1502 σε ηλικία 78 ετών το ονόμασε Πτολεμαίο (Tolomeo), όμως 3 τα έχασε πριν πεθάνει ο ίδιος. Πέθανε στις 9 Ιανουαίου 1511 στο Μιλάνο σε ηλικία 87 ετών.

Ο Έρασμος τον χαρακτήρισε διανοούμενο εργατικό, πολυμαθέστατο αλλά ταυτόχρονα μετριόφρων.

Το έργο του Δημήτριου Χαλκοκονδύλη

Έγραψε πολλούς κώδικες, μεταξύ των οποίων:

  • Τον υπ’ αριθμόν 2783 κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων που περιέχει τους Πυθιονίκους τού Πινδάρου.
  • Τους υπ’ αριθμόν 2023 και 2808 κώδικες της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων που περιέχουν συγγραφές του Αριστοτέλη, και τις τραγωδίες Εκάβη και Ορέστης του Ευριπίδη.
Please follow and like us:
error0

Ο Giotto (1267-1337)

Ο Giotto, πλήρες όνομα Giotto di Bondone, (Τζόττο ντι Μποντόνε 1267 – 8 Ιανουαρίου 1337), ήταν Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας από την  Φλωρεντία. Θεωρείται από τις σημαντικότερες μορφές της τέχνης στα τέλη του Μεσαίωνα και πρόδρομος της Αναγέννησης.

Ο Giotto
Ο Giotto

Ο Βίος του Giotto

Ο Giotto γεννήθηκε περί το 1267 σε ένα χωριό κοντά στη Φλωρεντία και ο πατέρας του λεγόταν Μποντόνε. Ο βιογράφος των καλλιτεχνών της Αναγέννησης Τζόρτζιο Βαζάρι αναφέρει ότι ήταν γιος ενός βοσκού και τον ανακάλυψε ο Τσιμαμπούε να ζωγραφίζει τα πρόβατά του πάνω σε ένα βράχο, εκτίμησε το ταλέντο του και τον έκανε μαθητή του. Κατά πάσα πιθανότητα ο Giotto ακολούθησε το δάσκαλό του στην Ασίζη, όπου ο Τσιμαμπούε είχε αναλάβει την εικονογράφηση της Βασιλικής του Αγίου Φραγκίσκου. Εκεί, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών ιστορικών, εκτέλεσε κάποιες από τις νωπογραφίες στην Άνω Βασιλική με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Φραγκίσκου. Επειδή όμως καταστράφηκαν τα αρχεία των Φραγκισκανών κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, υπάρχουν ενστάσεις από κάποιους ιστορικούς σχετικά με την πατρότητα των παραστάσεων που αποδίδονται στον Giotto. Αβεβαιότητα υπάρχει επίσης για το ποιες από τις παραστάσεις εκτελέστηκαν από τον ίδιο το ζωγράφο και ποιες από το συνεργείο του. Οι νωπογραφίες που φαίνεται ότι εκτέλεσε εκεί έχουν διατηρηθεί πολύ καλύτερα από αυτές του Τσιμαμπούε, καθώς ο τελευταίος προετοίμαζε με σοβά κομμάτια τοίχου ανάλογα με τη σκαλωσιά του και, όταν δεν προλάβαινε να τελειώσει μία παράσταση όσο ακόμα ο σοβάς ήταν νωπός, την ολοκλήρωνε με την τεχνική secco. Αντίθετα ο Τζόττο προετοίμαζε με σοβά μόνο το κομμάτι του τοίχου που μπορούσε να εικονογραφήσει σε μια μέρα.

Από τα πρωιμότερα έργα του σύμφωνα με τον Βαζάρι ήταν η νωπογραφία του Ευαγγελισμού και η Σταύρωση στο ναό της Σάντα Μαρία Νοβέλα στη Φλωρεντία. Εργάστηκε επίσης στη Ρώμη, στο Ρίμινι και στην Πάδοβα, όπου εκτέλεσε το 1305 το αντιπροσωπευτικότερο έργο του, την εικονογράφηση του Παρεκκλησίου Σκροβένι (Scrovegni) (αλλιώς Παρεκκλήσιο της Αρένας) με σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Χριστού. Στις εικονογραφικές παραστάσεις της Πάδοβας διακρίνονται με μεγαλύτερη σαφήνεια τα χαρακτηριστικά της τέχνης του, δηλαδή η απομάκρυνση από τις συμβάσεις της βυζαντινής ζωγραφικής, η προοπτική ανάδειξη του χώρου, η αφηγηματική παραστατικότητα και οι εύγλωττες κινήσεις και εκφράσεις των μορφών που είναι πια πραγματικοί άνθρωποι και όχι συμβατικές μορφές.

Η φυγή στην Αίγυπτο, νωπογραφία, 1303-1305, Πάντοβα, Cappella degli Scrovegni
Η φυγή στην Αίγυπτο,
Πάντοβα, Cappella degli Scrovegni

Ένα από τα διασημότερα έργα του, η ένθρονη Παναγία με το Βρέφος του ναού των Αγίων Πάντων (Madonna d’ Ognissanti ) που σήμερα εκτίθεται στο Ουφίτσι, πρέπει να εκτελέστηκε πριν το ταξίδι του στην Πάδοβα.

Madonna d΄ Ognissanti, 1311, Φλωρεντία Ουφίτσι
Madonna d΄ Ognissanti

Πιθανότατα πριν το 1309 δούλεψε ξανά στην Ασίζη, όπου εικονογράφησε την Κάτω Βασιλική και το Παρεκκλήσιο της Μαγδαληνής. Το 1311  επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου το 1318 του ανατέθηκε η εικονογράφηση τεσσάρων παρεκκλησίων στο ναό των Φραγκισκανών Σάντα Κρότσε. Από αυτό το έργο του σώζονται σήμερα οι νωπογραφίες στα παρεκκλήσια Μπάρντι (Bardi) και Περούτσι (Peruzzi) με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και του Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Το κήρυγμα στα πουλιά, νωπογραφία, 1295-1299, Ασίζη, Άνω Βασιλική
Το κήρυγμα στα πουλιά,
Ασίζη, Άνω Βασιλική

Από το 1328 μέχρι το 1333 παρέμεινε στη Νάπολη, καλεσμένος του βασιλιά Ροβέρτου των Ανζού, και για λίγο στη Μπολόνια. Ένδειξη της τεράστιας αναγνώρισης που κέρδισε το ταλέντο του από τους σύγχρονούς του είναι οι αναφορές στο όνομά του από το Δάντη και το Βοκάκιο καθώς και η ανάθεση σ’ αυτόν από την πόλη της Φλωρεντίας (1334) των εργασιών ανοικοδόμησης του καθεδρικού ναού. Σχεδίασε το γνωστό καμπαναριό (Campanile) του Ντουόμο που φέρει το όνομά του, αν και δεν ολοκληρώθηκε από τον ίδιο. Πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1337 σε ηλικία περίπου 70 ετών.

Πηγή: Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Please follow and like us:
error0

Ο Masaccio (1401-1428)

Ο Masaccio (πραγματικό όνομα Tommaso di ser Giovanni di Mone Cassai, 21 Δεκεμβρίου 1401 – καλοκαίρι 1428) ήταν ο πρώτος μεγάλος Ιταλός ζωγράφος της Ιταλικής Αναγέννησης. Σύμφωνα με τον Giorgio Vasari, ήταν ο καλύτερος ζωγράφος της γενιάς του λόγω των δεξιοτήτων του στην αναδημιουργία αληθοφανών στοιχείων και κινήσεων καθώς και στην πειστική αίσθηση των τριών διαστάσεων.

Ο Masaccio
Ο Masaccio

Ο Βίος του Masaccio

Ο Masaccio γεννήθηκε στο Castel San Giovanni in Valdarno και λένε ότι μπορεί κανείς ακόμη να δει μερικές εικόνες τις οποίες δημιούργησε όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Ήταν άνθρωπος πολύ αφηρημένος και εσωστρεφής, όμοιος με κάποιον που η κλίση και η σκέψη του είναι αποκλειστικά στραμμένες προς την τέχνη και γι΄αυτό δεν καταπιάνεται ιδιαίτερα με τις δικές του υποθέσεις, πολύ περισσότερο με τις υποθέσεις των άλλων. Επειδή λοιπόν με κανένα τρόπο δεν σκεπτόταν τις έννοιες και τα πράγματα της καθημερινότητας, δεν έδινε σημασία σε αυτά που φορούσε ούτε ενδιαφερόταν για τα δανεικά που έδινε, εκτός αν είχε απόλυτη ανάγκη. Έτσι ονομαζόταν από όλους, όχι Tommaso, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα αλλά Masaccio που θα πει μακρύς, ακατάστατος Θωμάς. Όχι επειδή ήταν άνθρωπος των ελαττωμάτων αλλά εξαιτίας της ατημελησίας του, η οποία όμως δεν τον εμπόδιζε να καταπιάνεται με άλλα πράγματα που του προξενούσαν ευχαρίστηση.

Την εποχή που ο Masolino de Panicale ζωγράφιζε το παρεκκλήσιο στην εκκλησία Santa Maria del Carmine στη Φλωρεντία, ο Masaccio καταπιανόταν για πρώτη φορά με την τέχνη του προσπαθώντας όσο μπορούσε να προσανατολιστεί με βάση τον Filippo και τον Donatello, παρ΄ όλο που η τέχνη τους ήταν διαφορετική από τη δική του. Προσπαθούσε ακατάπαυστα να παραστήσει τις μορφές του ζωντανές, κινούμενες και φυσικές. Σχέδιο και περίγραμμα, καθώς και η χρωματικότητα, διαφέρουν τόσο πολύ από τα ανάλογα των παλιών μαστόρων, που οι εικόνες του, χωρίς αμφιβολία, μπορούν να συγκριθούν με οποιοδήποτε νεότερο δημιούργημα στην περιοχή του σχεδίου ή της ζωγραφικής. Ήταν πολύ προσεκτικός στη δουλειά του και υπέροχος και θαυμάσιος στα θέματα της προοπτικής.

Περισσότερο από άλλους μάστορες επιχειρούσε να αποδώσει γυμνές μορφές και σμικρύνσεις μ΄έναν τρόπο άγνωστο στο παρελθόν. Είχε ελαφρύ χέρι και επέδειξε μεγάλη απλότητα στην απόδοση των ενδυμασιών. Απ΄αυτόν προέρχεται ένας πίνακας σε τέμπερα: η Παναγία που με τον γιο της στην αγκαλιά της αναπαύεται πάνω στην ποδιά της Αγίας Άννας.

Sant'Anna Metterza, 1424-1425, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Sant’Anna Metterza

Το τέλος του Masaccio

Ο Masaccio πέθανε στα 27 του χρόνια, και τόσο γρήγορα που δεν έλειψαν οι γνώμες πως πέθανε από δηλητήριο και όχι τυχαία. Ο Filippo Brunelleschi είπε σαν έμαθε τον θάνατο του: «Ο θάνατος του Masaccio είναι μια πολύ μεγάλη απώλεια» και λυπήθηκε ιδιαίτερα που εκείνος πέθανε, γιατί είχε αγωνιστεί πολύ να του μάθει τους νόμους της προοπτικής και της αρχιτεκτονικής. Τα οστά του Masaccio τάφηκαν στην εκκλησία των Carmine το 1443 και μολονότι τότε δεν τοποθέτησαν κανένα μνημείο στον τάφο του, επειδή όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερα αναγνωριστεί, τιμήθηκε μετά θάνατον με επιτάφιες επιγραφές.

Αποτίμηση του έργου του Masaccio

Η τέχνη του Masaccio είναι άξια κάθε επαίνου, αφού αυτή άνοιξε τον δρόμο προς τον ωραίο τρόπο απεικόνισης της εποχής μας. Μεγάλη η φήμη του έργου του σε όλες τις εποχές, όμως υπάρχει η άποψη πως θα κατάφερνε ακόμη περισσότερα αν δεν τον άρπαζε ο Θάνατος. Ο Masaccio ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε στην πράξη τις θεωρίες του Brunelleschi και του Leon Batista Alberti περί προοπτικής. Η ζωγραφική του έδινε την αίσθηση του τρισδιάστατου και η χρήση που έκανε της πηγής φωτός ήταν απαράμιλλη. Η επίδρασή του στην εν συνεχεία αναγεννησιακή ζωγραφική ήταν τεράστια.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Please follow and like us:
error0

Ο Βοκάκιος (1313-1375)

Ο Βοκάκιος (Giovanni Boccaccio, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1313 – 21 Δεκεμβρίου 1375) ήταν Ιταλός συγγραφέας, ο μεγαλύτερος από τους μαθητές του φημισμένου Πετράρχη. Θεωρείται σημαντικός  Ανθρωπιστής της Αναγέννησης και υπήρξε συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου αριθμού έργων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το Δεκαήμερον και το Περί Διασήμων Γυναικών. Οι χαρακτήρες του Βοκάκιου διακρίνονται για τον ρεαλισμό, την έμπνευση, την εξυπνάδα και την προσγείωσή τους στην πραγματικότητα της εποχής τους (αντίθετα με χαρακτήρες συγχρόνων του συγγραφέων, που συνδέονταν περισσότερο με τις  μεσαιωνικές αξίες της Ιπποσύνης, της Ευσέβειας και της Ταπεινότητας).

Ο Βοκάκιος
Ο Βοκάκιος

Ο Βίος του Βοκάκιου

Ο Βοκάκιος γεννήθηκε πιθανότατα στη Φλωρεντία και ήταν νόθος γιος του Μποκκάτσιο ντι Κελλίνο (Boccaccio di Chellino), πλούσιου έμπορου, και μιας άγνωστης κοπέλας ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε ως γιο του και τον πήρε το 1327 στην Νάπολη, όπου ασχολείτο με το εμπόριο. Ο Βοκάκιος, όμως, που δε συμπάθησε το εμπόριο και τις αναγκαστικές σπουδές στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, από το 1334 ξεκίνησε να δημοσιεύει έργα του. Σε μια οικονομική κρίση το 1340, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Φλωρεντία, όπου το 1350 γνώρισε τον Πετράρχη, και τελείωσε το γνωστότερο έργο του το Δεκαήμερο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ακολουθώντας τις μετακινήσεις του Πετράρχη, με ανθρωπιστικές μελέτες και συγγράφοντας. Πέθανε μετά από μακροχρόνια ασθένεια ένα χρόνο μετά τον Πετράρχη, το 1375.

Ο Βοκάκιος έγραψε

  • Amorosa visione (Ερωτικά οράματα) (1342)
  • Buccolicum carmen (Βουκολικό άσμα) (1367-69)
  • Caccia di Diana (Το κυνήγι της Άρτεμης, 1334-37)
  • Comedia delle ninfe fiorentine (Κωμωδία των Φλωρεντινών Νυμφών) (Amato, 1341-42)
  • Corbaccio (περί το 1365, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • De mulieribus claris (Περί διασήμων γυναικών, 1361, αλλεπάλληλες εκδόσεις έως το 1375)
  • Decameron (Δεκαήμερον) (1349-52, ανανεωμένη έκδοση 1370-71) ― ελλην. μετάφρ. Νίκος Σαρλής,
  • Elegia di Madonna Fiammetta (Ελεγεία της Μαντόνα Φιαμμέττα) (1343-44)
  • Esposizioni sopra la Comedia di Dante (Γνώμες για την [Θεία] Κωμωδία του Δάντη, 1373-74)
  • Filocolo (1336-39)
  • Filostrato (1335 or 1340)
  • Genealogia deorum gentilium libri (Βιβλία γενεαλογίας εθνικών θεών) (1360, ανανεωμένη έκδοση 1374)
  • Ninfale fiesolano (1344-46, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • Rime (Ρίμες) (ολοκληρώθηκε το 1374)
  • Teseida delle nozze di Emilia (πριν το 1341)
  • Trattatello in laude di Dante (1357, αλλαγή τίτλου De origine vita studiis et moribus viri clarissimi Dantis Aligerii florentini poetae illustris et de operibus compositis ab eodem)
  • Zibaldone Magliabechiano (περ. 1351-56)

https://el.wikipedia.org/wiki/Βοκάκιος

Please follow and like us:
error0

Ο Ντονατέλλο (1386-1466)

Ο Ντονατέλλο, με πλήρες όνομα Ντονάτο ντι Νικολό Μπάρντι (Donato di Niccolò Bardi, 1386 – 13 Δεκεμβρίου 1466), ήταν γλύπτης της πρώιμης Αναγέννησης από τη Φλωρεντία. Τη φήμη του οφείλει κυρίως στους ανδριάντες του, δημιούργησε όμως και έργα τεχνοτροπίας basso rilievo (αβαθές ανάγλυφο), στα οποία εμφανίζονται οι νέες -για την εποχή του- τάσεις στην εικονική προοπτική.

Ο Ντονατέλλο
Ο Ντονατέλλο

Ο Βίος του Ντονατέλλο

Ο Ντονατέλλο γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1386. Αφιερώθηκε στη μελέτη σχεδίου και δεν έγινε μόνο ένας εξαίρετος και αξιοθαύμαστος γλύπτης, αλλά έδειξε επίσης πολλές ικανότητες και σε γύψινες διακοσμήσεις, ενώ ήταν έξοχος στην προοπτική και εκτιμήθηκε πολύ στην αρχιτεκτονική. Οι εργασίες του ήταν τόσο ωραίες και είχαν τέτοια χάρη, ώστε τις παρομοίαζε κανείς με τα περίφημα έργα των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλου μάστορα. Γι΄αυτό θεωρήθηκε ο πρώτος που επανέφερε το αρχαίο είδος του χαμηλού αναγλύφου και το καλλιέργησε με τον καλύτερο τρόπο. Η ευκολία και η μαστοριά με τις οποίες επεξεργαζόταν τα ανάγλυφα δείχνουν με πόση σύνεση δούλευε προσδίδοντας τους ασυνήθιστη ομορφιά, έτσι ώστε, ως τις μέρες μας, δεν βρέθηκε κανείς καλλιτέχνης που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει ή να τον φτάσει. Στα νιάτα του δούλεψε πολλά πράγματα, στα οποία, λόγω της ποσότητας τους, δεν δόθηκε η σημασία που τους άξιζε.

Το έργο του Ντονατέλλο

Δόξα και όνομα τα κατοχύρωσε με ένα σύμπλεγμα που παρίστανε τον Ευαγγελισμό. Το υλικό ήταν αμμόλιθος και το έργο βρίσκεται στη Santa Croce της Φλωρεντίας. Ιδιαίτερη ποιότητα παρουσιάζει η μορφή της Παρθένου, που τρομαγμένη από την ξαφνική παρουσία του αγγέλου στρέφεται προς αυτόν με δέος και ύψιστη χάρη, ενώ αυτός τη χαιρετά. Στο πρόσωπο της διακρίνει κανείς την ταπεινοφροσύνη και ευγνωμοσύνη που εκφράζονται όταν κανείς δέχεται κάποιο δώρο χωρίς να το περιμένει, και μάλιστα όταν αυτό το δώρο είναι πολύ μεγάλο. Τα φορέματα της Παναγίας και του αγγέλου ο Ντονατέλλο τα αξιοποίησε ωραία προσδίδοντας τους μια θαυμάσια πτυχολογία, μέσα από την οποία προσπαθούσε να κάνει αντιληπτή την ανθρώπινη σωματικότητα επαναφέροντας την τελειότητα των αρχαίων, η οποία είχε ξεχαστεί για πολλά χρόνια.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Στη Φλωρεντία ο Ντονατέλλο έφτιαξε ακόμη ένα μπρούτζινο σύμπλεγμα. Παρουσιάζει την Ιουδίθ να αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη. Είναι ένα έργο εξαιρετικής απόδοσης και μαστοριάς. Γιατί, όπως είναι απλή η εμφάνιση της Ιουδίθ, αναγνωρίζει κανείς σε αυτήν το θάρρος και την τόλμη, καθώς και τη δύναμη που απέκτησε με τη βοήθεια του Ουρανού. Στο πρόσωπο του Ολοφέρνη, αντίθετα, φαίνεται η επίδραση του κρασιού και του ύπνου, καθώς και ο θάνατος στα μέλη του, που έχουν καταρρεύσει και φαίνονται χωρίς ζωή.

Ιουδίθ  και Ολοφέρνης
Ιουδίθ και Ολοφέρνης

Στην εσωτερική αυλή της Signoria τοποθετήθηκε μια δική του μορφή σε μπρούντζο που παρίστανε τον Δαυίδ γυμνό σε φυσικό μέγεθος. Ακουμπά το ένα του πόδι πάνω στο κεφάλι του Γολιάθ, ενώ στο δεξί του χέρι κρατά ένα σπαθί. Η μορφή του είναι τόσο φυσική, τόσο ζωντανή και αληθινή, που να φαίνεται σε μερικούς καλλιτέχνες πως βγήκε κατευθείαν από ένα ζωντανό σώμα.

Δαυίδ
Δαυίδ

Η Signoria της Βενετίας τον κάλεσε να φτιάξει στην Padua το μνημείο του Gattamellata. Ο Ντονατέλλο δούλεψε στον μπρούντζο ένα έφιππο ανδριάντα, που απεικόνισε με μεγάλη φυσικότητα το άλογο αλλά και το θάρρος και τον ζωντανό δυναμισμό του ιππέα. Αξιοθαύμαστη είναι η χύτευση του τόσο μεγάλου έργου, κυρίως σε ότι αφορά το μέτρο και την ακρίβεια των αναλογιών. Γι΄αυτό, το έργο του μπορεί να συγκριθεί σε ό,τι αφορά την τεχνική, το μέγεθος και την ποιότητα με οποιοδήποτε ανάλογο έργο αρχαίου καλλιτέχνη.

Μνημείο του Gattamellata
Μνημείο του Gattamellata

Ο Ντονατέλλο, εκτός από τα αξιοθαύμαστα γλυπτά του, καταπιάστηκε και με μικρά καλλιτεχνικά αντικείμενα. Ανέλαβε, μάλιστα, τη δημιουργία οικογενειακών εμβλημάτων, που τα τοποθετούσαν πάνω στα τζάκια ή στις προσόψεις των αστικών σπιτιών. Ο Ντονατέλλο ήταν σε όλα έξοχος, που μπορεί να πει κανείς πως ήταν ένας από τους πρώτους που με μελέτη, κρίση και γνώση προώθησε τη γλυπτική για τους νεότερους και γι΄αυτό του αξίζει πολύ μεγάλη δόξα.

Ήταν γενναιόδωρος, αγαπητός και φιλικός. Σκεπτόταν περισσότερο το καλό των φίλων του παρά το δικό του καλό. Ποτέ δε νοιαζόταν για τα χρήματα. Τα είχε τοποθετήσει σε ένα καλάθι, που το είχε κρεμασμένο με ένα σκοινί στη στέγη και οι βοηθοί και φίλοι του έπαιρναν ό,τι τους χρειαζόταν χωρίς να τον ρωτούν.

Το τέλος του Ντονατέλλο

Έζησε ευτυχισμένα γερατειά και όταν άρχισε να χάνει τις δυνάμεις του και δεν μπορούσε να εργαστεί, υποστηρίχθηκε από τους φίλους του και τον Cosimo de Medici, οποίος όσο ήταν γερός ο Ντονατέλλο τον τιμούσε και αυτόν και την τέχνη του και του έδινε συνεχώς δουλειά.

Ο Ντονατέλλο στην ηλικία των 80 ετών έπεσε στο κρεβάτι από τα αρθριτικά του. Χειροτέρευε από μέρα σε μέρα, χάνοντας τις δυνάμεις του και στις 13 Δεκεμβρίου 1466 πέθανε. Σύμφωνα με την επιθυμία του τάφηκε στην εκκλησία San Lorenzo κοντά στον Cosimo, για να είναι το σώμα του μετά θάνατον δίπλα σε εκείνον με τον οποίο ήταν το πνεύμα του όσο ζούσε.

Ο θάνατος του Ντονατέλλο λύπησε βαθιά τους συμπολίτες και τους ομοτέχνους του, και για να τιμηθεί νεκρός, όπως τιμήθηκε ζωντανός, έκαναν μια μεγαλοπρεπή κηδεία και ακολούθησαν όλοι οι ζωγράφοι, οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες και όλοι οι κάτοικοι της πόλης.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Please follow and like us:
error0

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (1406-1469)

Ο Fra Filippo di Tommaso Lippi (Φρα Φίλιππο ντι Τομμάζο Λίππι, 23 Ιουνίου 1406 – 9 Οκτωβρίου 1469) ήταν Ιταλός ζωγράφος.

 Fra Filippo Lippi
Fra Filippo Lippi

Ο Βίος του Fra Filippo Lippi

Τα πρώτα χρόνια του Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi, μοναχός του τάγματος των Καρμελιτών, γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Μετά το θάνατο του πατέρα του Tommaso, έμεινε ένα φτωχό και απροστάτευτο αγόρι, αφού και η μητέρα του είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννηση του. Η Mona Lappacia (Μόνα Λαπάτσια), η αδελφή του πατέρα του, τον ανέλαβε και τον μεγάλωσε με πολύ κόπο ως τα οκτώ του χρόνια. Ύστερα όμως δε μπορούσε πια να τον κρατήσει και τον έδωσε να γίνει μοναχός στο μοναστήρι της Carmine. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη κλίση για όλες τις μηχανικές επιδόσεις και εφευρετικότητα, όμως στην εκμάθηση των επιστημών δεν είχε καμία επίδοση. Δεν ήθελε να ταλαιπωρεί το πνεύμα του με αυτές και δε μπορούσε να συμφιλιωθεί μαζί τους. Το αγόρι διατήρησε το κοσμικό του όνομα Filippo και τέθηκε κάτω από την εποπτεία του δασκάλου της γραμματικής, για να μάθει κανείς ποιες ήταν οι ικανότητες του. Αντί όμως να σπουδάζει, σχεδίαζε στα βιβλία του και στα βιβλία των άλλων διάφορες μορφές και ο ηγούμενος αποφάσισε τελικά να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο προκειμένου να μάθει ζωγραφική.

Εκείνη την εποχή είχε ζωγραφίσει και πάλι το παρεκκλήσι της Carmine ο Masaccio (Ιταλός ζωγράφος, από τους σημαντικότερους) και αυτές οι ζωγραφιές άρεσαν πολύ στον Filippo. Κάθε μέρα πήγαινε από ευχαρίστηση να τις επεξεργαστεί και με παρέα άλλα παιδιά έκανε ασκήσεις σχεδίου και τα ξεπερνούσε όλα σε ικανότητα και γνώση, έτσι που πίστευε πια καθένας ότι με τον καιρό θα κατορθώσει σημαντικά πράγματα. Έτσι, όχι σε ώριμη ηλικία αλλά κιόλας όταν ήταν ακόμη νεαρός, έφτιαξε τόσο υπέροχα έργα, που έμοιαζε ο ίδιος με θαύμα.

Πολύ νωρίς ζωγράφισε στο διάδρομο του μοναστηριού έναν πάπα που επιβεβαιώνει τον κανόνα του τάγματος των Καρμελιτών. Σε πολλούς άλλους τοίχους της εκκλησίας βρίσκονται άλλες τοιχογραφίες από το χέρι του, κυρίως μια παράσταση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και με σκηνές από τη ζωή του. Στην ίδια εκκλησία ζωγράφισε ο Filippo τον Άγιο Μαρτάλιο, μια μορφή που του εξασφάλισε μεγάλη φήμη.

Ο Filippo Lippi φεύγει από το μοναστήρι

Επειδή ο ίδιος άκουσε συνέχεια να τον επαινούν αποφάσισε στα δεκαεπτά του να αφήσει τη μοναστική ζωή. Πήγε στην περιοχή της Ancona και όταν μια μέρα έκανε ταξίδι αναψυχής στη θάλασσα με φίλους του, πιάστηκαν όλοι από ένα πλοίο Μαυριτανών και μεταφέρθηκαν στη Μπαρμπαριά.

Τους έβαλαν αλυσίδες και τους είχαν για σκλάβους. Δεκαοκτώ μήνες έμεινε εκεί ο Filippo για μεγάλη του στενοχώρια, όταν ξαφνικά του ήρθε η ιδέα να ζωγραφίσει τον κύριο του, που τον είχε δει αρκετά. Με κάρβουνο τον απεικόνισε πάνω σε έναν άσπρο τοίχο, με το κοστούμι των Μαυριτανών και με μεγάλη πιστότητα. Οι άλλοι σκλάβοι τον ανέφεραν στον κύριο τους, γιατί σε εκείνα τα μέρη, που σχέδιο και ζωγραφική ήταν πράγματα άγνωστα, αυτό που έκανε ο Filippo τους φαινόταν σαν ένα θαύμα. Αυτό ήταν η αφορμή να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του ο Filippo. Έτσι η δόξα της υπέροχης τέχνης της ζωγραφικής φάνηκε καθαρά: εκεί που η κυριαρχούσα δύναμη τιμωρεί και βασανίζει, εκείνη κάνει ακριβώς το αντίθετο και, αντί να οδηγεί στην καταπίεση και στο θάνατο, προωθεί ους ανθρώπους στην καλοσύνη και την ελευθερία. Γιατί, αφού ο Filippo έφτιαξε μερικές έγχρωμες εικόνες, οδηγήθηκε με συνοδεία σώος και αβλαβής στη Νάπολη.

Η φήμη της ζωγραφικής του Filippo εκτοξεύεται

Εκεί ζωγράφισε με εντολή του βασιλιά Alfonso, βασιλιά της Καλαβρίας, έναν πίνακα με τέμπερα επάνω σε σανίδι για το παρεκκλήσιο του πύργου. Λίγο αργότερα νοστάλγησε τη Φλωρεντία και, επιστρέφοντας εκεί, έμεινε μερικούς μήνες και ζωγράφισε για τις μοναχές του San Ambrogio, έναν ωραίο πίνακα βωμού, κάτι που έγινε γνωστό στον Cosimo de Medici, ο οποίος τον συμπάθησε πολύ. Για το παρεκκλήσιο του παλατιού των Μεδίκων έφτιαξε μια εικόνα με θέμα τη Γέννηση του Χριστού. Έναν πίνακα με τη Γέννηση του Χριστού και τη μορφή του Ιωάννη του Βαπτιστή ζωγράφισε για τη γυναίκα του Cosimo, η οποία τον δώρισε την σκήτη των Camaldoli, που την είχε ιδρύσει από ευλάβεια και ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.

Στο παλάτι της Signora ο Filippo ζωγράφισε πάνω από μια πόρτα ένα Ευαγγελισμό και πάνω από μια άλλη πόρτα του ίδιου κτιρίου τη μορφή του Αγίου Βερνάρδου. Στη Sancretia του Santo Spirito ζωγράφισε ακόμη την Παναγία περιβαλλόμενη από αγγέλους και αγίους, ένα σημαντικό έργο το οποίο εκτιμήθηκε από τους μάστορες του επαγγέλματος.

Ευαγγελισμός
Ευαγγελισμός

Στο παρεκκλήσιο των Επιστατών της εκκλησίας του San Lorenzo ζωγράφισε πάνω σε ξύλο έναν Ευαγγελισμό. Σε ένα παρεκκλήσιο των Santi Apostoli, υπάρχει από τα χέρια του ένας πίνακας που παριστάνει την Παναγία περιτριγυρισμένη από από πολλές μορφές. Στο Prato, κοντά στην Φλωρεντία, πέρασε πολλούς μήνες στην παρέα του Fra Diamante, του τάγματος των Καρμελιτών ο οποίος ήταν φίλος του, όταν και εκείνος ήταν στο μοναστήρι, και ζωγράφισε σε όλη την περιοχή ένα πλήθος έργων. Εκεί πήρε από τις μοναχές της Santa Margherita την εντολή να ζωγραφίσει την εικόνα για τον κεντρικό βωμό. Ενώ δούλευε εκεί, παρατήρησε μια μέρα τη θυγατέρα του Φλωρεντινού, Francesco Butti, που σε αυτό το μοναστήρι είχε ανατραφεί ή ήθελε να γίνει μοναχή. Ο Fra Filippo παρατήρησε τη Lucrezia (αυτό ήταν το όνομα του κοριτσιού) και, επειδή ήταν όμορφη και χαριτωμένη κατάφερε τις μοναχές να του δώσουν άδεια να κάνει ένα σχέδιο της, που θα χρησιμοποιούσε για τη μορφή της Παναγίας στην εικόνα του βωμού. Σε αυτήν την περίπτωση ερωτεύτηκε την κοπέλα και βρήκε τελικά μέσα και τρόπους να φυγαδέψει τη Lucrezia.Η κοπέλα έμεινε κοντά στον Filippo και του γέννησε έναν γιο, που πήρε το όνομα του πατέρα του και αργότερα έγινε και εκείνος ένας φημισμένος ζωγράφος.

Σε μια παράσταση πάνω από το πηγάδι στην αυλή του νοσοκομείου Ceppo, έκανε ο Filippo τον δωρητή αυτού του θεραπευτηρίου, τον Francesco di Marco, και στην εκκλησία ζωγράφισε έναν μικρό πίνακα με θέμα το θάνατο του Αγίου Ιερωνύμου. Οι επιστάτες της εκκλησίας που ήθελαν κάτι από το Filippo για να τον θυμούνται, του έδωσαν τη παραγγελία να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο του κεντρικού βωμού. Σε αυτό το έργο ο Filippo επέδειξε όλες του τις ικανότητες κατορθώνοντας να δώσει ενδύματα και μορφές με τον ωραιότερο τρόπο, προσδίδοντας στις μορφές ανάστημα μεγαλύτερο του φυσικού και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες, οι οποίοι με νέο τρόπο επιδίωκαν να απεικονίσουν μορφές μεγάλου μεγέθους. Ακόμη απεικόνισε και την ιστορία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, τη γέννηση του, τη διδασκαλία του και τη βάπτιση, τι γεύμα του Ηρώδη και τέλος τον αποκεφαλισμό του Αγίου.

Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη
Ο Αποκεφαλισμός του Ιωάννη

Καθώς επίσης παρουσίασε σκηνές από τον βίο του Αγίου Στεφάνου, του πάτρωνα αυτού εκείνης της εκκλησίας, και τη συζήτηση, τον λιθοβολισμό και τον θάνατο αυτού του πρώτου μάρτυρα. Ανάμεσα στις μορφές που θρηνούν τον Άγιο Στέφανο ζωγράφισε τον μαθητή του Fra Diamante και τον εαυτό του, όπως τον έβλεπε στον καθρέφτη και φορώντας ράσο. Αυτό το έργο είναι το σημαντικότερο του.

Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου.
Η επικήδεια τελετή του Αγίου Στεφάνου

Το 1463, ο Filippo ζωγράφισε έναν πίνακα με τέμπερα, με μια πολύ ωραία παράσταση του Ευαγγελισμού για την εκκλησία San Jacopo στο Pistoia. Ο Filippo ήταν σε όλους τους πίνακες του θαυμάσιος, εδώ όμως ξεπέρασε τον εαυτό του. Ο πίνακας αυτός ζωγραφίστηκε τόσο χαριτωμένα, τόσο όμορφα, που δεν θα μπορούσε να γίνει ωραιότερος. Γενικά, ήταν κάτι το ασυνήθιστο, που στην εποχή του δεν τον ξεπέρασε κανείς. Γι’ αυτό ο Michelangelo δεν τον επαινούσε μόνο, αλλά τον μιμούνταν σε πολλά πράγματα.

Η ενορία του Spoleto κάλεσε τον Filippo, χρησιμοποιώντας τον Cosimo de Medici, για να ζωγραφίσει το παρεκκλήσιο στην εκκλησία της Madonna, κάτι που έκανε μαζί με τον Fra Diamante, ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του. Λένε πως αιτία του θανάτου του ήταν η υπερβολική κλίση στις ερωτικές περιπέτειες και ότι τον δηλητηρίασαν οι συγγενείς της ερωμένης του.

Κριτική για τον Fra Filippo Lippi

Ο Fra Filippo Lippi ήταν φίλος των χαρούμενων ανθρώπων και ζούσε πάντα ευχάριστα. Έμαθε στον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής, και ο τελευταίος τελείωσε πολλά έργα στην εκκλησία των Καρμελιτών στο Prato και προχώρησε στην απομίμηση της τεχνοτροπίας του δασκάλου του φτάνοντας σε μεγάλη τελειότητα.

Ο Fra Filippo Lippi πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1469 στα εξήντα τρία του χρόνια και με τη διαθήκη του εμπιστεύτηκε στον Fra Diamante τη φροντίδα του γιου του Filippo (Filippino). Αυτό το παιδί, που τότε ήταν δέκα χρονών, έμαθε από τον Fra Diamante την τέχνη της ζωγραφικής και επέστρεψε μαζί του στη Φλωρεντία.

Ο Filippo τάφηκε σε έναν τάφο από λευκό και κόκκινο μάρμαρο, που οι κάτοικοι του Spoleto έφτιαξαν στην εκκλησία που αυτός διακόσμησε. Ο θάνατος του λύπησε πολύ τους φίλους του, ιδιαίτερα τον Cosimo de Medici και τον πάπα Ευγένιο, ο οποίος ήθελε να του δώσει την άδεια να νομιμοποιήσει το γάμο του με τη Lucrezia. Ο Filippo όμως δεν ενδιαφερόταν, γιατί αυτό που τον ένοιαζε ήταν μια ζωή ελεύθερη και ανεμπόδιστη.

Ο Lorenzo de Medici, ο οποίος είχε ονομαστεί πρεσβευτής των Φλωρεντινών, πήγε στο Spoleto, για να ζητήσει από την εκεί ενορία το σκήνωμα του Filippo προκειμένου να ενταφιαστεί στη Santa Maria del Fiore στη Φλωρεντία. Αλλά οι κάτοικοι του Spoleto του απάντησαν ότι δεν έχουν μεγάλο μερίδιο στη δόξα και ότι τους λείπουν έξοχοι άνδρες. Γι’ αυτό του ζήτησαν τη χάρη να τους αφήσει αυτόν τον άνδρα, αφού η Φλωρεντία έχει ένα ατελείωτο πλήθος σπουδαίων ανθρώπων και δε θα τους έλειπε αυτός. Η παράκληση έγινε δεκτή και το σκήνωμα του Filippo έμεινε στην πόλη στην οποία εργάστηκε στα τελευταία του. Ο γιος του Filippo (Filippino) του έφτιαξε εκεί, σύμφωνα με εντολή του Lorenzo, ένα μαρμάρινο μνημείο το οποίο κόστισε εκατό χρυσά δουκάτα.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μεταφ. Στέλιος Λυδάκης, εκδ. Κανάκη

Please follow and like us:
error0

Η Άννα Μαρία Λουΐζα των Μεδίκων

Η Άννα Μαρία Λουΐζα των Μεδίκων (Anna Maria Luisa de’ Medici, 11 Αυγούστου 1667 – 18 Φεβρουαρίου 1743) ήταν η τελευταία απόγονος της οικογένειας των Μεδίκων. Μοναχοκόρη και δεύτερο παιδί (από τρία αδέλφια) του Κόζιμο του τρίτου (Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης), και της συζύγου του, Μαργαρίτας Λουΐζας της Ορλεάνης ανιψιάς του Λουδοβίκου ΙΓ ‘της Γαλλίας.

Η Άννα Μαρία Λουΐζα με το σύζυγο της Γιόχαν Βίλχελμ
Η Άννα Μαρία Λουΐζα και ο Γιόχαν Βίλχελμ
Πινακοθήκη Ουφίτσι

Τα πρώτα χρόνια

Παρά τις προσπάθειες της μητέρας της να προκαλέσει αποβολή στην εγκυμοσύνη της, κάνοντας υπερβολική ιππασία, η μικρή παιδούλα γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 1667 στη Φλωρεντία και πήρε το όνομά της από τη θεία της, Anne-Marie Louise της Ορλεάνης, Δούκισσα του Montpensier.

Η σχέση των γονιών της ήταν αρκετά ανταγωνιστική. Η μητέρα της δεν έχανε ευκαιρία και σε κάθε περίσταση πρόσβαλε τον άνδρα της ακόμη και μπροστά στον Παπικό Νούντσιο, αποκαλώντας τον «κακό γαμπρό». Τελικά, ο Κόζιμο τα Χριστούγεννα του 1674 συναινεί και η σύζυγος του αποχωρεί, για να κλειστεί στο Μοναστήρι του Αγίου Πέτρου της Μονμάρτρης στο Παρίσι. Όλα της τα προνόμια και τα περιουσιακά στοιχεία θα περάσουν στα παιδιά της μετά το θάνατό της. Η Άννα Μαρία Λουΐζα δεν την ξαναείδε ποτέ. Την ανατροφή της ανέλαβε η γιαγιά της (από την πλευρά του πατέρα) η Vittoria della Rovere.

Πριγκίπισσα του Παλατινάτου

Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, το 1669 η Άννα Μαρία Λουΐζα θεωρήθηκε πιθανή νύφη για τον Λουδοβίκο τον Μέγα Δελφίνο. Ιδέα που απορρίφτηκε από τον πατέρα της, ο οποίος αντίθετα προσπάθησε να αρχίσει διαπραγματεύσεις για να παντρευτεί η κόρη του τον Πέτρο Β΄της Πορτογαλίας. Οι Πορτογάλοι υπουργοί φοβούμενοι ότι πιθανόν η Άννα Μαρία είχε κληρονομήσει τον ιδιότροπο χαρακτήρα της μητέρας της και ότι θα μπορούσε να επηρεάσει τον αδύναμο χαρακτήρα του ηγεμόνα, απέρριψαν την πρόταση. Μετά από συνεχείς απορρίψεις, ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προτείνει για σύζυγο τον Γιόχαν Βίλχελμ (Johann Wilhelm II), δούκα του Neuburg (εκλέκτορα του Παλατινάτου). Πράγματι, ο γάμος γίνεται στις 29 Απριλίου 1691 και αναχωρεί με τον μικρό της αδελφό για το Ντίσελντορφ. Το 1692 μένει έγκυος αλλά αποβάλει, λόγω σύφιλης του συζύγου της, εξαιτίας της οποίας το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Αν κανείς εξαιρέσει αυτό το γεγονός, κατά τα άλλα, είχε έναν αρμονικό γάμο. Παρακολουθούσε μαζί με τον σύζυγό της μουσικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις.

Επιστροφή στη Φλωρεντία

Ο σύζυγός της πεθαίνει το 1716 και η πριγκίπισσα μένει μόνη με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 1717 να επιστρέψει στην Φλωρεντία. Εκεί αντιμετωπίζει την εχθρότητα της χήρας του αδελφού της Φερδινάνδου, καθώς και του αδελφού της Γκαστόνε που την απεχθανόταν εξαιτίας της ανάμειξης της, στον αποτυχημένο του γάμο με την Άννα Μαρία Φραντζέσκα. Αναγκάζεται λοιπόν να εγκαταλείψει την αριστερή πτέρυγα του βασιλικού παλατιού Πίττι και να εγκατασταθεί στη βίλλα “La Quiete”. Παρ όλη την αντιπάθειά που έτρεφε για τον αδελφό της προσπαθεί πάντα να βελτιώσει την δημόσια εικόνα του, ως Μεγάλου Δούκα ο οποίος σπάνια έκανε δημόσιες εμφανίσεις, με αποτέλεσμα να εξαπλώνονται ανησυχητικές φήμες για υποτιθέμενο θάνατό του.

Τελευταία χρόνια

Ο Γκαστόνε (Gian Gastone) πέθανε στις 9 Ιούλη του 1737, περιβαλλόμενος από ιεράρχες και την αδελφή του. Τότε τα υπάρχοντά των Μεδίκων, συμπεριλαμβανομένων χρημάτων, τεράστιων συλλογών έργων τέχνης, κτηρίων του κράτους και εδαφών του πρώην Δουκάτου του Ουρμπίνο , περιέρχονται στην Anna Maria Luisa. Είναι η τελευταία απόγονος των Μεδίκων, διότι παρά τις προσπάθειες του Κόζιμο του τρίτου (Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης), να αλλάξει το κληρονομικό δίκαιο ‘όταν πέθανε ο γιος του Ferdinand και να παραχωρήσει τα δικαιώματα στους εναπομείναντες συγγενείς του, το σχέδιό του απορρίφθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και τον αυτοκράτορα Κάρολο τον έκτο, των Αψβούργων. Η Άννα Μαρία Λουΐζα το ίδιο έτος υπογράφει, την σωτήρια για την Φλωρεντία συμφωνία, με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τον Φραγκίσκο της Λωρραίνης, τη λεγόμενη Patto di Famiglia (σύμφωνο για την οικογένεια). Σε αυτή, υπάρχει απαράβατος όρος ότι όλη η προσωπική περιουσία των Μεδίκων που παραχωρήθηκε από την ιδία στην δυναστεία της Λωρραίνης, δεν θα μεταφερθεί ποτέ έξω από τη Φλωρεντία. Έτσι ξεκινά και η ιστορία της Πινακοθήκης Ουφίτσι.

Η ιδία διαμένει σε ειδική πτέρυγα στο Παλάτσο Πίττι και ασχολείται με την επίβλεψη της ολοκλήρωσης της πρόσοψης της Βασιλικής του Αγίου Λαυρεντίου. Πέθανε σε ηλικία 75 ετών τον Φεβρουάριο του 1743 στο παλάτι Πίττι και θάφτηκε με τιμές στη Βασιλική του Αγίου Λαυρεντίου στη Φλωρεντία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άννα_Μαρία_Λουΐζα_των_Μεδίκων

Please follow and like us:
error0

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 1511-1574)

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 30 Ιουλίου 1511 – 27 Ιουνίου 1574) ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός, γνωστός κυρίως για το έργο του Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων, με βιογραφικά στοιχεία διακεκριμένων καλλιτεχνών, που θεωρείται η ιδεολογική βάση της συγγραφής της ιστορίας της τέχνης.

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός.
Ο Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Βίος και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι γεννήθηκε στο Αρέτσο, γιος του αγγειοπλάστη Αντόνιο Βαζάρι και της Μαντελένα Τάτσι. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την εκπαίδευσή του προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την αυτοβιογραφία του. Την περίοδο 1520-1524 μαθήτευσε κοντά στους Αντόνιο ντα Σακόνε και Τζοβάνι Πολάστρα (1465-1540), αποκτώντας γνώσεις λατινικών. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη ζωγραφική κάτω από την επίβλεψη του Γκιγιώμ ντε Μαρσιγιά (Guillaume de Marcillat), ενώ αργότερα υπήρξε μαθητής του Καρδινάλιου της Κορτόνα, Σίλβιο Πασερίνι (1470-1529), τον οποίο συνόδευσε στη Φλωρεντία. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Πιέριο Βαλεριάνο (1477-1558), ο οποίος ήταν επίσης δάσκαλος στην αυλή των Μεδίκων, και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο εργαστήριο του Αντρέα ντελ Σάρτο και του Μπάτσιο Μπαντινέλλι. Το 1529 μαθήτευσε στο εργαστήριο του Ραφαέλλο ντα Μπρέσια, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να ασχολείται με τη χρυσοτεχνία, κάτω από την επίβλεψη του Βιττόριο Γκιμπέρτι.

Από το καλοκαίρι του 1532, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ζωγράφος της αυλής των Μεδίκων και ακολουθώντας την επιθυμία του δούκα της Φλωρεντίας Αλέξανδρου για έργα οχύρωσης της πόλης, ο Βαζάρι ξεκίνησε να ασχολείται εντατικά με την αρχιτεκτονική. Μετά τη δολοφονία του προστάτη του το 1537, εγκατέλειψε την αυλή των Μεδίκων με σκοπό να εργαστεί ως αυτόνομος καλλιτέχνης. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε έργα κατά παραγγελία, κυρίως στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, και στη Νάπολη. Από το 1554 ήταν υπεύθυνος για την ανακαίνιση και διακόσμηση του Παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία, έργο που τον απασχόλησε μέχρι το 1572, μέσα από το οποίο φρόντισε να προβάλει τη συμβολή της οικογένειας των Μεδίκων στην αναγέννηση των τεχνών. Αρκετοί από τους πίνακες του Βαζάρι, που θα χρησιμοποιούνταν για διακοσμητικούς σκοπούς, ολοκληρώθηκαν από βοηθούς του. Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε την βοήθεια πολυάριθμων βοηθών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση των έργων του. Για την πλειοψηφία των πινάκων και των νωπογραφιών του, ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τα σχέδιά τους, τα οποία θεωρούσε ως μέρος της αληθινής δημιουργικής διαδικασίας. Συνήθιζε ακόμα να επαναλαμβάνει τις ίδιες μορφές σε περισσότερα έργα του, γεγονός που συνέβαλε στην ικανότητά του να ολοκληρώνει απαιτητικές παραγγελίες σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Την περίοδο από το 1559 μέχρι το 1562, ο Τζόρτζιο Βαζάρι ανέλαβε τις πιο σημαντικές παραγγελίες για αρχιτεκτονικές κατασκευές. Ίσως το σπουδαιότερο αρχιτεκτονικό έργο του, υπήρξε η κατασκευή του παλατιού Ουφίτσι, το οποίο σχεδιάστηκε αρχικά για τη στέγαση δικαστικών γραφείων, σύμβολο της πολιτικής ενότητας που είχε διαμορφώσει ο Κόζιμο Α΄. Τα πρώτα σχέδια για το παλάτι χρονολογούνται από το 1559. Το 1561 ξεκίνησε να εργάζεται για την ανάπλαση του κέντρου της Πίζας, κυρίως ανακαινίζοντας παλαιότερα παλάτια της περιοχής. Σχεδίασε επίσης την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1565-69) καθώς και την εσωτερική της διακόσμηση, ζωγραφίζοντας το ιερό της. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να ασχολείται με τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δεύτερη έκδοση των Βίων, ο πρώτος τόμος της οποίας τυπώθηκε το 1564 για να ακολουθήσει η έκδοση ακόμα δύο τόμων το 1568. Το Μάιο του 1563 ταξίδεψε στο Αρέτσο, στην Κορτόνα, στην Ασίζη, στην Ανκόνα και στη Βενετία, όπου συνάντησε τον Τιτσιάνο, ενώ την άνοιξη του 1566 επισκέφτηκε πόλεις της βόρειας Ιταλίας, συλλέγοντας στοιχεία και πηγές.

Το Φεβρουάριο του 1570 επισκέφτηκε τη Ρώμη για να επιθεωρήσει τρία παρεκκλήσια στο Βατικανό, τα οποία ανέλαβε να διακοσμήσει με παραγγελιοδότη τον Πάπα Πίο Ε΄, ξεκινώντας τις εργασίες για το έργο το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Οι νωπογραφίες ολοκληρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από συνεργάτες του Βαζάρι όπως ο Αλεσάντρο Φέι, ενώ ο ίδιος φιλοτέχνησε επιμελώς το ιερό για κάθε παρεκκλήσι. Τον επόμενο χρόνο ανακηρύχθηκε ιππότης από τον πάπα και επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου παράλληλα με τις εργασίες για το Παλάτσο Βέκιο, ανέλαβε τη διακόσμηση του καθεδρικού ναού της πόλης, έργο που έμεινε όμως ημιτελές εξαιτίας του θανάτου του, στις 27 Ιουνίου του 1574.

Βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων

Έκδοση των Βίων του Τζόρτζο Βαζάρι
Έκδοση των Βίων

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι οφείλει τη φήμη του ως «πατέρα» της ιστορίας της τέχνης στη συγγραφή του έργου Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων (Le vite de più eccellenti architetti, pittori, et scultori ή απλώς Vite), καθώς δεν περιορίστηκε στην εξιστόρηση της ζωής των καλλιτεχνών αλλά προχώρησε σε μία κριτική θεώρηση της εξέλιξης των τεχνοτροπιών και του ύφους που επέβαλαν. Το έργο του ήταν αφιερωμένο στον Κόζιμο Α’ των Μεδίκων και η πρώτη έκδοσή του δημοσιεύτηκε το 1550, σε δύο τόμους με συνολικά περισσότερες από χίλιες σελίδες. Περιείχε ένα προοίμιο, μία εισαγωγή στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, καθώς και τρία κύρια μέρη με τις βιογραφίες συνολικά 133 καλλιτεχνών.

Σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή της πρώτης έκδοσης, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες. Ο ίδιος αναφέρεται σε κείμενα του Βιτρούβιου, σε αρχιτεκτονικές πραγματείες των Αλμπέρτι και Σεμπαστιάνο Σέρλιο, στα κείμενα του Λορέντζο Γκιμπέρτι (Commentari) καθώς και σε άλλα γραπτά του Ραφαήλ και του Ντομένικο Γκιρλαντάιο, τα οποία όμως δεν έχουν καθοριστεί. Ανάμεσα σε άλλα έργα που βρίσκονταν στη διάθεσή του Βαζάρι, περιλαμβάνονται ο οδηγός του Φραντσέσκο Αλμπερτίνι για την πόλη της Φλωρεντίας, η αλληλογραφία του Πιέτρο Αρετίνο και άλλες ανώνυμες πηγές. Μία δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση του έργου ολοκληρώθηκε το 1568 και αυτή αποτέλεσε τη βάση όλων των μελλοντικών εκδόσεων και μεταφράσεων. Εκδόθηκε σε τρεις τόμους, σημαντικά πιο εκτεταμένη από την πρώτη έκδοση, περιέχοντας περισσότερες από 1500 σελίδες και περίπου 30 νέες βιογραφίες. Η δεύτερη έκδοση ανέφερε επίσης πρόσθετες πηγές, μεταξύ αυτών τα ιστορικά έργα του Παύλου Διάκονου (π. 720-799), τα χρονικά των Τζοβάνι και Ματέο Βιλάνι, καθώς και την προσωπική του αλληλογραφία. Σημαντική συμβολή στη δεύτερη αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση είχε και ο Βιτσέντζο Μποργκίνι, ο οποίος συμβούλευσε τον Βαζάρι να μην περιοριστεί στις βιογραφικές πληροφορίες για κάθε καλλιτέχνη, αλλά να εστιάσει στο έργο τους και την αξία του.

Κριτική για το συγγραφικό έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι

Η έκδοσή του έργου θεωρήθηκε πολύ σημαντική στο σύνολο της Ευρώπης προκαλώντας τόσο τον άκριτο θαυμασμό όσο και την περιφρόνηση ή τα δυσμενή σχόλια από άλλους καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ αυτών και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Ο Ελ Γκρέκο διαφώνησε με αρκετές από τις κριτικές τοποθετήσεις του Βαζάρι, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για το συγγραφέα των Βίων. Οι παρατηρήσεις του Θεοτοκόπουλου απηχούσαν τις απόψεις ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού κόσμου του 16ου αιώνα, καθώς έχουν διασωθεί και άλλα σχόλια καλλιτεχνών και φιλότεχνων με ανάλογο περιεχόμενο.

Τα υπόλοιπα γραπτά κείμενα του Βαζάρι θεωρούνται μικρότερης αξίας, ωστόσο παρέχουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με το έργο του ίδιου, ειδικότερα η αλληλογραφία του, τμήματα της οποίας εμφανίζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αρετές, ωστόσο κατά το μεγαλύτερο ποσοστό δεν έχει διασωθεί.

Κριτική για τον Τζόρτζιο Βαζάρι

Το έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι παρά τα κενά, τα λάθη, τη μέθοδο για την οποία μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία την απαρχή της επιστημονικής αντιμετώπισης των καλλιτεχνικών φαινομένων. Ο Τζόρτζιο Βαζάρι βλέπει στο σύνολο της την καλλιτεχνική δημιουργία της Ιταλίας, κάτι που δεν είχε επιχειρήσει κανείς στο παρελθόν.

Εκεί που η επιστημονική κριτική ελέγχει τον Τζόρτζιο Βαζάρι είναι κυρίως η επιφανειακή έρευνα των πηγών και το ότι οι χρονολογίες που δίνει είναι πολλές φορές λανθασμένες. Δεν είναι πάντα αντικειμενικός στις κρίσεις του αλλά δεν είναι και άδικος. όλα αυτά όμως δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι ο Βαζάρι αποτελεί έναν μεγάλο πρωτοπόρο, που δημιουργεί τεράστιες προϋποθέσεις στην έρευνα και την κατανόηση τόσο των δημιουργών όσο και των δημιουργημάτων τους.

Στον Τζόρτζιο Βαζάρι αποκαλύπτεται για μια ακόμη φορά η οικουμενικότητα του αναγεννησιακού ανθρώπου. Ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας, υπήρξε, με την παρότρυνση του Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, ο ιδρυτής της Φλωρεντινής Ακαδημίας, η οποία συμπεριέλαβε όλους τους καλλιτέχνες που εργάζονταν στη Φλωρεντία, διαχωρίζοντας για πρώτη φορά τους καλλιτέχνες από τους τεχνίτες. Αυτό συνέτεινε στην εξύψωση της θέσης τους και μέσα στα πλαίσια αυτού του διαχωρισμού εντάσσονται και οι Βίοι, που κατοχυρώνουν τη μοναδικότητα των δημιουργών της τέχνης, οι οποίοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της.

Τέλος του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι πέθανε στη Φλωρεντία στις 27 Ιουνίου 1574, μόλις 2 μήνες μετά το θάνατο, στις 21 Απριλίου 1574, του δούκα Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, του μεγάλου του πάτρωνα, στον οποίο είχε αφιερώσει και τις δύο εκδόσεις του έργου του.

Please follow and like us:
error0

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων (1519-1574)

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων (ιταλικά: Cosimo I de’ Medici‎, 12 Ιουνίου 1519 – 21 Απριλίου 1574) ήταν ο δεύτερος Δούκας της Φλωρεντίας και, στη συνέχεια, ο πρώτος Μέγας Δούκας της Τοσκάνης.

Ο Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων, ο πρώτος Μέγας Δούκας της Τοσκάνης.
Ο Κόζιμο Α’ των Μεδίκων

Ο Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων γεννήθηκε στην Φλωρεντία και ήταν ο γιος του διάσημου στρατιωτικού Τζοβάνι των Μεδίκων, του επιλεγόμενου «νταλε Μπάντε Νέρε», και της Μαρίας Σαλβιάτι.

Με τη δολοφονία του δούκα Αλεξάνδρου των Μεδίκων (1537) δεν υπήρχε κανένας άρρην απόγονος της οικογένειας από τον πρώτο κλάδο της δυναστείας. Τότε θυμήθηκαν τον ξεχασμένο δεύτερο κλάδο, του οποίου εκπρόσωπος τότε ήταν ο μόλις 17χρονος Κόζιμο. Παρόλο που δε ζούσε στη Φλωρεντία, τον ευνόησαν, διότι πίστευαν ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του, θα μπορούσε εύκολα να γίνει “πιόνι”. Σύντομα όμως τους διέψευσε, γιατί αποδείχθηκε υπερβολικά ισχυρογνώμων και φιλόδοξος.

Απέρριψε αμέσως την πρόταση να δώσει επιπλέον εξουσίες στο συμβούλιο των 48. Τον Ιούλιο του 1537, οι εξόριστοι βάδιζαν κατά της Τοσκάνης υπό την αρχηγία του Μπερνάρντο Σαλβιάτι και του Πιέρο Στρότσι. Όταν ο Κόζιμο Α΄ άκουσε ότι πλησιάζουν, έστειλε τον καλύτερο στρατηγό του, τον Αλεσσάντρο Βιτέλλι, να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Αφού τους κατανίκησε, πολιόρκησε και το φρούριο, που ο Στρότσι και οι άνδρες του είχαν καταφύγει για να σωθούν. Το φρούριο έπεσε αμέσως και οι συλληφθέντες αιχμάλωτοι αποκεφαλίσθηκαν, ενώ το σώμα τού αρχηγού Στρότσι βρέθηκε με ένα αιματοβαμμένο μαχαίρι δίπλα του.

Ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων αρχηγός του Φλωρεντινού κράτους

Τον Ιούνιο του 1537 ο Κόζιμο Α΄των Μεδίκων αναγνωρίστηκε από τον Κάρολο Ε΄ των Αψβούργων της Γερμανίας ως αρχηγός του Φλωρεντινού κράτους, σε αντάλλαγμα πολεμικών υπηρεσιών που του είχε προσφέρει με τη Γαλλία. Επανέφερε έτσι την δύναμη των Μεδίκων, που βασίλεψαν στην Φλωρεντία ως τον Τζαν Γκαστόνε των Μεδίκων (1671 – 1737). Πολιόρκησε τη Σιένα με τη στρατιωτική υποστήριξη του βασιλιά. Η πόλη αντιστάθηκε, αλλά μετά από 15μηνη πολιορκία (1554 – 1555) έπεσε· ο πληθυσμός της μειώθηκε από 40.000 στις 8.000. Φρόντισε ιδιαίτερα για τη ναυτική παρουσία της Τοσκάνης, ιδρύοντας το Τάγμα του Αγίου Στεφάνου, που πολέμησε τους Οθωμανούς και άσκησε πειρατεία στη Μεσόγειο. Το 1569 ανακήρυξε το μεγάλο δουκάτο της Τοσκάνης.

Αυταρχική διακυβέρνηση

Ήταν ηγεμόνας δεσποτικός και απολυταρχικός. Παρά όμως την αυταρχικότητα και τους βαρείς φόρους που επέβαλλε, ήταν λάτρης των γραμμάτων και των τεχνών. Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) και ο Φλωρεντινός στόλος που πήρε μέρος σε αυτή ενέπνευσαν τον καλύτερο ζωγραφικό πίνακα. Έκτισε πάρα πολλές κατασκευές, περισσότερο για να εξασφαλίσει την άμυνα του κράτους του από τους εχθρούς. Ήταν και λάτρης της αλχημείας, τέχνη που κληρονόμησε από τη μάμμη του Κατερίνα Σφόρτσα. Ο βασιλιάς Κάρολος Ε΄ τον βοήθησε να ανεξαρτητοποιηθεί εντελώς και να απαλλαγεί το κράτος του από οποιαδήποτε Ισπανική επιρροή. Ταυτόχρονα φρόντιζε να εξουδετερώνει όλες τις εναντίον του συνωμοσίες πριν δημιουργηθούν, οργανώνοντας τη δολοφονία των ύποπτων γι’ αυτό. Ένας από αυτούς ήταν ο Λορεντσίνο (1548), ο τελευταίος Μέδικος διεκδικητής της Φλωρεντίας.

Τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του, συντετριμμένος από το θάνατο δύο γιων του από ελονοσία, παρέδωσε την εξουσία στο γιο του Φραγκίσκο και αποσύρθηκε στη βίλα του Καστέλο.

Πέθανε στις 21 Απριλίου 1574.

Παλάτσο Πίττι

Το κτίριο πουλήθηκε το 1549 από τον Μπουονακόρσο Πίττι στην Ελεονώρα του Τολέδου. Μεγαλωμένη στην πολυτελή αυλή της Νάπολης, η Ελεονώρα ήταν σύζυγος του Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων. Κατά την εγκατάστασή του στο ανάκτορο Πίττι, ο Κόζιμο ανέθεσε στον Τζόρτζιο Βαζάρι την επέκταση του κτιρίου έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις αισθητικές του προτιμήσεις. Το κτίριο υπερδιπλασιάστηκε με την προσθήκη μιας νέας κατασκευής στην πίσω πλευρά του. Ο Βαζάρι κατασκεύασε επίσης το Corridoio Vasariano, έναν υπερυψωμένο διάδρομο που ξεκινούσε από το Παλάτσο Βέκιο, το παλιό ανάκτορο των Μεδίκων και έδρα της κυβέρνησης, περνούσε μέσα από το Ουφίτσι και πάνω από το Πόντε Βέκιο κι έφτανε στο Πίττι. Έτσι μπορούσαν οι Μέδικοι να μεταβαίνουν από την επίσημη διαμονή τους στο νέο τους παλάτι εύκολα και με ασφάλεια. Αρχικά το Παλάτσο Πίττι χρησιμοποιούνταν κυρίως για την φιλοξενία επισήμων επισκεπτών και για εκδηλώσεις της αυλής, ενώ κύρια διαμονή των Μεδίκων παρέμενε το Παλάτσο Βέκκιο. Μόνιμη κατοικία των Μεδίκων και στέγη των καλλιτεχνικών τους συλλογών έγινε επί Φερινάνδου Α΄, γιου του Κόζιμο και της Ελεονώρας. 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κόζιμο_Α΄_των_Μεδίκων

Please follow and like us:
error0