Ηιόνα

Στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα, προς τα ανατολικά υπήρχε μια πόλη με το το όνομα «Ηιόνα», που αργότερα έγινε το επίνειο της Αμφίπολης. Εκεί για αρκετά χρόνια είχε εγκατασταθεί περσική φρουρά. Την Ηιόνα διοικούσε από χρόνια ο Πέρσης Βόγης.

Ηιόνα
Ερείπια Ηιόνας

Ο Κίμων στην Ηιόνα

Προς τα εκεί έπλευσε από το Βυζάντιο, το 476π.Χ. ο στόλος των συμμάχων με αρχηγό τον Κίμωνα. Την πόλη προστάτευε ισχυρό τείχος και η κατάληψη της δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επειδή την εποχή εκείνη δεν υπήρχε πολιορκητική τέχνη, και λόγω του ισχυρού της τείχους η πόλη δεν μπορούσε να κυριευθεί. Ο Κίμων μπορούσε να υπολογίζει μόνο σε παράδοση. Υποχρεώθηκε έτσι να συνεχίσει τις επιχειρήσεις όλο το χειμώνα περιμένοντας να εξαντληθούν τα εφόδια και τα τρόφιμα των αντιπάλων.

Ο Κίμων πρότεινε στον Βόγη, ότι αφού κάποια στιγμή θα τελείωναν εφόδια και τρόφιμα και βοήθεια από τους Πέρσες δεν ήταν δυνατό να έρθει, να του παραδώσει την πόλη. Επίσης, ο Κίμων του υποσχέθηκε ότι θα άφηνε ελεύθερους τους Πέρσες να φύγουν στη Μικρά Ασία.

Ο υπερήφανος, όμως, Βόγης ενώ είχε κάθε δικαιολογία να συνθηκολογήσει, δεν δέχθηκε να συζητήσει καν τις προτάσεις του Κίμωνα. Έφθασε, όμως, η στιγμή, που κάθε ελπίδα για το Βόγη χάθηκε. Τότε φάνηκε και το στρατηγικό δαιμόνιο του Κίμωνα. Εφάρμοσε μια πρωτοφανή για την εποχή εκείνη λύση, που έμεινε θρυλική: έστριψε τα νερά του Στρυμόνα προς το πλίθινο τείχος της πόλης, οπότε ήταν ζήτημα χρόνου η διάβρωση του κάτω μέρους του περιβόλου. Με το ρήγμα που θα γινόταν θα έπεφτε το πάνω μέρος του τείχους και οι Έλληνες θα ορμούσαν μέσα στην πόλη. Επειδή τα τρόφιμα είχαν ήδη εξαντληθεί ο Βόγης «άναψε μεγάλη φωτιά, έσφαξε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, τις παλακίδες, τους υπηρέτες και τους έριξε στη φωτιά. Πήρε έπειτα όλο το χρυσάφι και το ασήμι της πόλης και τα σκόρπισε από το τείχος στον Στρυμόνα. Και αφού έκανε όλα αυτά έπεσε και ο ίδιος στη φωτιά. Γι΄αυτό επαινείται μέχρι σήμερα από τους Πέρσες», σημειώνει ο Ηρόδοτος.

Η άλωση της Ηιόνας άνοιξε τον δρόμο και για την πόλη του Δορίσκου που ήταν το τελευταίο οχυρό των Περσών στη Θράκη. Από τη στιγμή που η Ηιόνα απελευθερώθηκε και αρκετές πόλεις στα παράλια της Θράκης ήταν μέλη της Α΄Αθηναϊκής συμμαχίας, ο Δορίσκος έχοντας πια απομονωθεί τελείως, δεν ήταν δυνατόν να μείνει για πολύ καιρό ακόμα στα χέρια των Περσών.

Η εκστρατεία στη Θράκη ήταν η πρώτη επιχείρηση της συμμαχίας. Η επέκταση της κυριαρχίας των Αθηναίων σε αυτήν την περιοχή άνοιγε νέους ορίζοντες για την πόλη. Μπορούσαν να υπολογίζουν οι Αθηναίοι ότι μέσα σε λίγο διάστημα θα είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν εκεί τους δικούς τους αποίκους και να εκμεταλλευτούν τις σπουδαίες πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Γι’ αυτό θέλησαν να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην πρώτη τους επιτυχία, αφού με αυτή άρχιζε «μια νέα εποχή». Για πρώτη φορά ο δήμος επέτρεψε να στηθεί από τον Κίμωνα στην Αγορά λίθινη -ίσως τρίεδρη- στήλη με τρία επιγράμματα που τα αναφέρει ο Πλούταρχος στον «Βίο» του Κίμωνα:

«Ήταν γενναίοι και εκείνοι που κάποτε με το φοβερό σπαθί τους προκάλεσαν πείνα μεγάλη στα παιδιά των Περσών στην Ηιόνα, στις όχθες του Στρυμόνα, και πρώτοι προκάλεσαν στους εχθρούς απελπισία.»

«Αυτή είναι η ανταμοιβή από τους Αθηναίους στους ηγεμόνες ως ευεργεσία για μεγάλα αγαθά. Βλέποντας κάποιος από τους μεταγενέστερους αυτά, θα φιλοτιμηθεί να αγωνιστεί κι αυτός για τις κοινές υποθέσεις».

«Από αυτήν την πόλη κάποτε μαζί με τους Ατρείδες κίνησε για τη ιερή Τροία ο Μενεσθέας, για τον οποίο ο Όμηρος ότι έφτασε εκεί ανάμεσα στους θωρακοφόρους Δαναούς άριστος ηγέτης μάχης. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αταίριαστο για τους Αθηναίους να ονομάζονται ηγέτες του πολέμου και συνάμα της γενναιότητας».

Στην Ήπειρο μιλούν ελληνικά

Στην Ήπειρο
Βουλευτήριο της αρχαίας Δωδώνης

Στην Ήπειρο βρίσκεται το πλέον ορεινό γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας. Αποτελείται από τους νομούς Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, Πρέβεζας, και Άρτας. Βόρεια συνορεύει με την Αλβανία και νότια με τους στερεοελλαδίτικους νομούς της Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, ανατολικά με τους μακεδονικούς νομούς Καστοριάς και Γρεβενών και τους θεσσαλικούς νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας, ενώ δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος. Ήταν πριν 140 έως 66 εκατομμύρια χρόνια (Κρητιδική Περίοδος) όταν στο βυθό της μεγάλης θάλασσας, που ονομάστηκε Τηθύς (από το όνομα της μυθικής γυναίκας του Ωκεανού), οι διεργασίες ήταν κοσμογονικές.

Στη γειτονιά μας, από αιώνες πριν, ξεκίνησαν να σχηματίζονται δύο βαθιά αυλάκια: το ένα, εκεί που σήμερα υψώνεται η Πίνδος, και το άλλο εκεί που υπάρχουν τα νησιά του Ιονίου. Ανάμεσα τους υψώθηκε ένας λόφος σαν τεράστιο τείχος, το ύβωμα του Γαβρόβου. Στα επόμενα πολλά εκατομμύρια χρόνια τα δύο αυτά αυλάκια γέμισαν κάθε είδους υλικό.

Πριν 35 εκατομμύρια χρόνια μέσα από τα νερά του ωκεανού, ξεπετάχθηκαν οι παρυφές των Άλπεων και ακολούθησε ολόκληρη η ραχοκοκαλιά τους. Στη γειτονιά μας το αυλάκι δεν υπήρχε πια.

Η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει με υλικό που κουβάλησαν οι αιώνες για πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια. Μια μεγάλη ορογενετική κίνηση έσπρωξε την Πίνδο πάνω από τη θάλασσα, ενώ η τάφρος του Ιονίου συνέχισε να γεμίζει με υλικό από το ύβωμα του Γαβρόβου για ακόμα πέντε εκατομμύρια χρόνια.

Στα 3ο εκατομμύρια πριν την εποχή μας, όταν ο Καινοζωικός αγώνας έμπαινε στο Μειόκαινο, η τάφρος είχε για τα καλά γεμίσει και μια τεράστια δύναμη την ωθούσε προς τα πάνω.

Ένα κομμάτι γης ξεπρόβαλε μέσα από τα νερά εκεί όπου σήμερα υπάρχει το Ιόνιο Πέλαγος. Το ύβωμα στριμώχθηκε, πιέστηκε και ανορθώθηκε και αυτό πάνω από τα νερά. Σχηματίστηκε το δυτικό κομμάτι της Αιγηίδας. Κατακερματίστηκε στα επόμενα εκατομμύρια χρόνια κι έμεινα οι κορυφές των βουνών να σχηματίζουν τα νησιά του Ιονίου Πελάγους.

Η γη, στον Ελλαδικό χώρο, εξακολουθούσε να χορεύει στο ρυθμό των σεισμών και των εκρήξεων σε όλη τη διάρκεια της Παλαιολιθικής Εποχής.

Στα 80.000 χρόνια πριν από την εποχή μας, το ηφαίστειο της Σαντορίνης εξερράγη με δύναμη και ορμή πολλαπλάσια εκείνης του 1450π.Χ., όταν αφάνισε το μινωικό πολιτισμό της Κρήτης. Καταποντισμοί και ανυψώσεις εδαφών ταρακούνησαν και σκότωσαν πολλές ζωές. Κάποια είδη αφανίστηκαν και ίσως και σχεδόν όλοι οι πρόγονοι του ανθρώπου που κυνηγούσαν στα μέρη της πρώην Αιγηίδας. Η ζωή, όμως, δε νικιόταν πια.

Στην κοιλάδα του Λούρου, στην Ήπειρο, οι σπηλιές φωνάζουν ακόμα ότι κατοικήθηκαν πολλά ζεστά καλοκαίρια. Μόλις πενήντα χιλιόμετρα από τα σημερινά Ιωάννινα βρίσκεται η σπηλιά του Κοκκινόπηλου, όπου μετρήθηκαν 800 εργαλεία με ηλικία 50.000 ως 33.000 χρόνια. Στη σπηλιά του Ασπροχάλικου 3,5 χιλιόμετρα πιο πέρα, η ραδιοχρονολόγηση έδειξε 37.900 χρόνια π.Χ. για ένα εργαλείο, ενώ στη σπηλιά Καστρίτσας, στην ίδια περιοχή, κατοικούσαν περίπου 25 άτομα, που τους χειμώνες κατέβαινα χαμηλότερα. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για τον τρόπο ζωής τους. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα όμως έχει καταλήξει στο ότι πολύ πριν το 2.200π.Χ. στην Ήπειρο και πιο βόρεια όπως και στα νοτιοανατολικά της μιλιόταν η ελληνική γλώσσα, ενιαία και αδιαίρετη.

Είναι η εποχή τουλάχιστον τριακόσια χρόνια πριν από τα πρώτα μινωικά ανάκτορα και πάνω από εξακόσια πριν από την εποχή της μυκηναϊκής εποχής, κοντά χίλια χρόνια πριν την εμφάνιση των Δωριέων. Και οπωσδήποτε, αρκετά πριν επικρατήσουν στον ελλαδικό χώρο τα ελληνικά φύλα, σε καιρούς που νότια πλειοψηφούσε το «μεσογειακό υπόστρωμα», τα προελληνικά ινδοευρωπαϊκά φύλα και μόλις που εμφανίζονταν οι Πρωτοέλληνες.

Γύρω στο 2.200 π.Χ. η ελληνική γλώσσα άρχισε να εξαπλώνεται σε νέες εκτάσεις και να διασπάται στα τρία: στην ιωνική διάλεκτο που έμελλε πολύ αργότερα να εξελιχθεί στην κοινή, στην κεντρική διάλεκτο και τη δυτική διάλεκτο. Αυτό σημαίνει ότι εκείνοι που τη μιλούσαν είχαν από καιρό αρχίσει να μεταναστεύουν.

Στις νέες περιοχές, η γλώσσα πήρε τους δικούς της ξεχωριστούς δρόμους. Όμως στην Ήπειρο εντοπίζονται πιο παλιά σημάδια της ελληνικής παρουσίας. Και εκεί τοποθετεί «την Ελλάδαν την αρχαίαν» ο Αριστοτέλης. Στην αρχαία Δωδώνη άλλωστε λατρεύτηκε πρώτα ο Δίας και σε αυτόν απευθύνθηκε ο Αχιλλέας όταν προσευχήθηκε.

Στη χαραυγή των χρόνων για τους οποίους έχουμε πληροφορίες, στην Ήπειρο ζούσαν 14 λαοί ή φυλές. Αρχικά, ξεχώρισαν οι Χάονες που εκτείνονταν από τα Κεραύνια όρη της σημερινής Βορείου Ηπείρου ως τον ποταμό Θύαμη (Καλαμά) βόρεια της Ηγουμενίτσα. Συνόρευαν με τους Θεσπρωτούς που απλώνονταν ανάμεσα στα ποτάμια Θύαμη και Αχέροντα, μέσα στα όρια του σημερινού νομού Πρέβεζας και ως τη Δωδώνη. Νοτιότερα, ζούσαν οι Κασσωπαίοι από τον Αχέροντα μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο.

Η χώρα των Μολοσσών απλωνόταν στο εσωτερικό, ανάμεσα στον Αμβρακικό και την περιοχή της Δωδώνης. Στη συνέχει, ο Μολοσσοί ισχυροποιήθηκαν και απλώθηκαν σε βάρος των γειτόνων τους: πήραν τη Δωδωναία από τους Θεσπρωτούς, κατέκτησαν την Κασσωπαία και απλώθηκαν βόρεια έως τον Αώο ποταμό και τη σημερινή Βόρειο Ήπειρο. Στους ιστορικούς χρόνους, δύο λαοί κυριαρχούσαν στην Ήπειρο: οι παλιότεροι Θεσπρωτοί και οι μεταγενέστεροι Μολοσσοί, που αναπτύσσονταν με κέντρο το μαντείο της Δωδώνης, στον σημερινό νομό Ιωαννίνων.

Οι Θεσπρωτοί πίστευαν ότι οι πύλες του Άδη βρίσκονταν στην περιοχή τους  και συνδύαζαν τη μυθολογία για τον Κάτω Κόσμο με την καταγωγή των βασιλιάδων τους από το θεό Άδη. Ο Κάτω Κόσμος, όπου βρισκόταν το βασίλειο των νεκρών, ήταν γνωστός και με το όνομα του θεού και κυρίαρχου Άδη και ήταν χωρισμένος σε τρία γνωστά μας μέρη: στον Τάρταρο, τα Ηλύσια Πεδία και των Μακάρων. Τον τοποθετούσαν σε διάφορα σημεία, συνήθως σε κάποιο μέρος της Ηπείρου όπου υπήρχε και η κρυφή είσοδος σε αθέατο σημείο του ποταμού Αχέροντα. Το μυστικό πέρασμα «πρέπει να βρισκόταν» κοντά σε ένα γνωστό νεκυομαντείο στην περιοχή του Αχέροντα.

Οι Αχαιοί πήραν την Τροία με τον περίφημο Τρωικό Πόλεμο. Ο Νεοπτόλεμος γιος του Αχιλλέα  εκδικητικός για το θάνατο του πατέρα του, ξέσπασε σε αγριότητες που ενόχλησαν την θεά Αθηνά και τον θεό Ποσειδώνα. Η γιαγιά του, Θέτιδα, τον προειδοποίησε πριν φύγει από την Τροία να μην επιστρέψει στην πατρίδα του δια θαλάσσης γιατί ο Ποσειδώνας του ετοίμαζε συμφορές.

Ο Νεοπτόλεμος πήρε τη γυναίκα του Έκτορα, Ανδρομάχη και τον μάντη Έλενο, που του έλαχαν από τα λάφυρα και μαζί με τους δικούς του πέρασε στη Θράκη, στη Μακεδονία και από εκεί προχώρησε στην περιοχή των Μολοσσών, τους νίκησε και έγινε βασιλιάς στην Ήπειρο και τα κοντινά νησιά. Έδωσε στη μητέρα του Δηιδάμεια ως σύζυγο τον Έλενο και από την Ανδρομάχη απέκτησε γιο που τον ονόμασε Μολοσσό.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. ισχυρός λαός της Ηπείρου ήταν οι Χάονες, αλλά οι Μολοσσοί κατάφεραν να τους υπερκεράσουν. Από τους Μολοσσούς γεννήθηκε η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος Β΄ αφού εκτόπισε τους σφετεριστές του θρόνου της Μολοσσίας, εγκατέστησε σε αυτόν τον αδελφό της γυναίκας του, τον Αλέξανδρο Α΄. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου του Α΄ η Ήπειρος πέρασε στα χέρια των Μακεδόνων.

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» έγραψε ένα σημαντικό κεφάλαιο στη νεότερη ελληνική ιστορία κατά τα έτη 1908-1914. Ήταν μια μυστική πολιτική εταιρεία, η οποία διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο στο πολιτικό συντονισμό των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στις επαφές με τα πολιτικά και στρατιωτικά στοιχεία που δεν επιδοκίμαζαν την πολιτική των Νεοτούρκων και στη συνεννόηση των βαλκανικών εθνοτήτων. Η άξια ηγεσία της συνεργάστηκε επιτυχώς με τον Ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως
Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα ένας υπολοχαγός του ελληνικού στρατού επρόκειτο να καταστεί η ψυχή και ο πολιτικός οργανωτής του Ελληνισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης ίδρυσε το 1908 την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως» μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη και διηύθυνε με τη βαθύτατη κρίση του και την αλάθητη γνώμη του τους αγώνες των Ελλήνων της Τουρκίας, από τα ελληνικά χωριά μέχρι την Οθωμανική Βουλή. Γνωρίζοντας όσο λίγοι τα εθνικά μας δίκαια, συνέδραμε στο έργο τους στην Κωνσταντινούπολη τους κορυφαίους του Γένους, τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τους μητροπολίτες, τους αξιωματικούς, τους βουλευτές, τους επιχειρηματίες κι απλούς πολίτες.

Ως αρχηγός της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1906-1908 και αμέσως μετά στην Κωνσταντινούπολη, ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης καταπολέμησε τον βουλγαρισμό στη Μακεδονία και τη Θράκη. Αυτός, όμως, ήταν ο πρώτος που κατάλαβε, ότι για να νικηθεί ο νεοτουρκικός σωβινισμός έπρεπε να συνεννοηθούν οι Έλληνες και οι Βούλγαροι. Υπήρξε ο πρωτεργάτης αυτής της συμμαχίας. Τα σχέδια του ήταν ακόμη πιο μεγαλεπήβολα. Τον απασχολούσε το ενδεχόμενο, κατά τη διεξαγωγή ενός μελλοντικού πολέμου, η Ελλάδα να απελευθερώσει μόνο λίγες περιοχές και ο μεγαλύτερο όγκος του Ελληνισμού να παραμείνει σε τουρκικό έδαφος, ή σε περίπτωση διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, να περιέλθουν ελληνικά τμήματα σε άλλα κράτη.

Η μεταπολίτευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1908 ήταν η ευκαιρία του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαϊδη και του Ελληνισμού γενικότερα. Ο Σουλιώτης επεσήμανε την εκπολιτιστική δύναμη του ελληνικού πνεύματος, την ανικανότητα των περισσότερων Τούρκων για εμπορική ή πολιτιστική εργασία και το ενδεχόμενο της απομάκρυνσης των Ευρωπαίων. Έτσι, υπογράμμισε την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η αποκάλυψη της ελληνικής καταγωγής πολλών τουρκικών οικογενειών και εθίμων και να καταστεί σταδιακά η ελληνική γλώσσα ως δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους. Επιπλέον, προώθησε την εισαγωγή αυξανόμενου αριθμού Ελλήνων σε όλους τους κλάδους και την εκλογή όσο το δυνατόν περισσότερων Ελλήνων βουλευτών στην Οθωμανική Βουλή. Παρόμοιες ενέργειες πίστευε θα οδηγούσαν στο εξελληνισμό του τουρκικού κράτους

Η διάψευση των προσδοκιών του από το νεοτουρκικό κίνημα ενίσχυσε τις προθέσεις του Σουλιώτη να συνεννοηθεί με άλλους λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το σχέδιο του Σουλιώτη μπορεί σήμερα να φαίνεται ουτοπικό, αλλά την εποχή εκείνη ο υπόδουλος Ελληνισμός ξεπερνούσε τα 5.000.000. Η δε ακμή του στον οικονομικά και πνευματικό τομέα είχε κορυφωθεί.

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως»

Κατά την πρώτη φάση τς Οργανώσεως, έως την κήρυξη του οθωμανικού συντάγματος στα τέλη Ιουλίου 1908, η κύρια δραστηριότητα της ήταν η αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας, της βουλγαρικής Εξαρχίας και των βουλγαρικών συμμοριών. Για το λόγο αυτό η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» συνέστησε έξι τμήματα (Δέρκος, Στράντζα, Πύργος, Βογάζικοϊ, Μέτρες, Σηλυβρία), άρχισε να μοιράζει όπλα στους ομογενείς, δημιούργησε εκτελεστικό τμήμα και αποφάσισε τη διακοπή των εμπορικών συναλλαγών με τους Βούλγαρους. Παράλληλα, ελήφθησαν μέτρα για την εξύψωση του εθνικού φρονήματος, την ισχυροποίηση του ελληνικού στοιχείου και την καταπολέμηση της ξενομανίας και των δυτικών προτύπων. Στα καταστήματα τοποθετήθηκαν και ελληνικές επιγραφές και έγιναν συστάσεις για τη χρήση μόνο της ελληνικής γλώσσας όπου δεν ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί κάποια ξένη. Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» κατάφερε να αποσπάσει Έλληνες μαθητές από ξένα σχολεία, τα οποία συνήθως αποτελούσαν πυρήνες καθολικής προπαγάνδας. Ο Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, το Ζωγράφειο και το Λύκειο Χατζηχρήστου δέχτηκε μεγάλο αριθμό μαθητών από τα καθολικά σχολεία χωρίς την καταβολή διδάκτρων.

Έτσι, με την καθοδήγηση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» ο ελληνικός πληθυσμός άρχισε να οργανώνεται, να πειθαρχεί, να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, να ομονοεί και να εμφανίζει ενιαία στάση απέναντι στην τουρκική κυβέρνηση και τις άλλες εθνότητες.

Τον Ιανουάριο του 1911 ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαϊδης με υπόμνημα του προς την ελληνική κυβέρνηση, υποδείκνυε μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλία για συνεννόηση με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους η οποία θα οδηγούσε σε κοινή στρατιωτική πίεση προς την Τουρκία.

Η πρώτη κίνηση μιας σειράς επαφών έγινε με αφορμή την κοπή της βασιλόπιτας όπου προσκλήθηκαν και Βούλγαροι, Αρμένιοι και Άραβες βουλευτές. Τότε συμφωνήθηκε η τήρηση κοινής στάσης απέναντι των Νεοτούρκων. Το σχέδιο του Σουλιώτη στέφθηκε με επιτυχία. Ο Οικουμενικός πατριάρχης, ο πατριάρχης των Αρμενιοκαθολικών και οι αντιπρόσωποι των τριών πατριαρχείων των Συροχαλδαίων απηύθυναν ταυτόσημα υπομνήματα διαμαρτυρίας για τις αυθαιρεσίες των Τούρκων. Το κείμενο αυτών υπομνημάτων υπήρξε αποτέλεσμα εργασίας της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», όπως και το συνέδριο των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τον Αύγουστο του 1911.

Το σχέδιο του Σουλιώτη συνεχίστηκε με απόπειρα προσέγγισης των δυσαρεστημένων Τούρκων. Μάλιστα το αντίπαλο των Νεοτούρκων κόμμα κατήγγειλε τις ενέργειες των τελευταίων κατά των Ελλήνων και άλλων εθνοτήτων.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η Αθήνα, η Σόφια και το Βελιγράδι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία. Ο Σουλιώτης έσπευσε να πολεμήσει με το βαθμό του λοχαγού στην πρώτη γραμμή και αποσπάστηκε στο επιτελείο του Βούλγαρου στρατηγού ως σύνδεσμός . Από τη θέση αυτή κατόρθωσε να ειδοποιήσει εγκαίρως το ελληνικό επιτελείο για την κίνηση της βουλγαρικής μεραρχίας προς τη Θεσσαλονίκη. Ο ελληνικός στρατός πρόλαβε να ελευθερώσει την πόλη και ο Ίων Δραγούμης ύψωσε την πρώτη ελληνική σημαία στη Μητρόπολη. Οι πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» αποδείχθηκαν πολύτιμες για τις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και του στόλου.

Το τέλος της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως»

Το 1913 η κυβέρνηση των Νεότουρκων έλαβε μέτρα κατά των Ελλήνων. Απέλασε τους Έλληνες βουλευτές -μέλη της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως». Στη Θράκη και τη Μικρά Ασία άρχισαν διωγμοί των Ελλήνων από τις προαιώνιες εστίες τους. Η δράση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» περιοριζόταν, οι αρχηγοί της απουσίαζαν, οι επιτελείς της είχαν διασκορπιστεί και η διαλλακτική πολιτική του πατριάρχη Γερμανού Ε’ έναντι των Νεοτούρκων δεν ωφελούσε σε τίποτα. Λόγω της αδράνειας του σε σχέση με τους διωγμούς των Ελλήνων, ο πατριάρχης δέχτηκε ισχυρή πίεση από τους μητροπολίτες Γερμανό Καραβαγγέλη, Προύσης Δωρόθεο και Αίνου Ιωακείμ, να κηρύξει το ελληνικό έθνος «εν διωγμώ» και να κλείσει τις εκκλησίες. Η έναρξη, όμως, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσε τέλος στον Αγώνα του πατριαρχείου και της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», της οποίας η προσφορά προς το έθνος υπήρξε ανεκτίμητη.

Ο Αλκιβιάδης (450 π.Χ.-405 π.Χ.)

Το 450 π.Χ. γεννιέται στην Αθήνα της μεγαλύτερης ακμής ο Αλκιβιάδης. Στα σαράντα πέντε χρόνια της πολυτάραχης ζωής του, διασταύρωσε τα βήματα του με τη δόξα, την προδοσία, τον θρίαμβο, την ήττα, το κυνηγητό και τη λαμπρότητα τόσο πολλές φορές και με τόσο ακραίες εναλλαγές, που προκαλεί ίλιγγο ακόμα και σήμερα στο μελετητή της προσωπικότητας του. Ήταν η πιο φιλόδοξη, η πιο συναρπαστική και πολυσυζητημένη προσωπικότητα της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Αλκιβιάδης
Ο Αλκιβιάδης

Ο στρατηγός Αλκιβιάδης

Ο Αλκιβιάδης καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών. Πατέρας του ήταν ο Κλεινίας και μητέρα του η Δεινομάχη. Ο Αλκιβιάδης ήταν ανηψιός του Περικλή, στο σπίτι του οποίου ανατράφηκε, έζησε από μικρό παιδί μέσα στην πολυτέλεια, τη δόξα, τον πλούτο και τα κέντρα εξουσίας. Ήταν άνθρωπος εκπληκτικής ομορφιάς και χαρακτήρας απίστευτα παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Δεν υπολόγιζε ποτέ κανέναν, έκανε πράγματα ανήκουστα για την εποχή του, τόσο στα προσωπικά όσο και στην πολιτική και στρατιωτική του δραστηριότητα, όμως κατηύθυνε τον αθηναϊκό δήμο όπως ο κύριος το σκυλάκι του.

Μετά το θάνατο Περικλή το 431 π.Χ., ο Αλκιβιάδης εκλέγεται στρατηγός της Αθήνας. Είναι υπέρμαχος της συνέχειας του Πελοποννησιακού πολέμου κατά της Σπάρτης και οπαδός της παγκόσμιας, για τα δεδομένα της εποχής, κυριαρχίας της πόλης του. Διαφωνεί με την πρώτη ειρήνη που επιβάλλει η Αθήνα και μετά τη νίκη της στη Σφακτηρία και πείθει τους Αθηναίους να του εμπιστευτούν την εκστρατεία κατά της Σικελίας. Ενώ είχε ξεκινήσει επικεφαλής της μεγαλύτερης αρμάδας που είχε συγκεντρώσει ποτέ ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, τον καλούν πίσω για να απολογηθεί για την κατηγορία ότι είχε σπάσει τις Ερμές, ιερές πύλες που υπήρχαν στην πόλη.

Ο Αλκιβιάδης, έξαλλος, αφήνει την αρμάδα, αλλά δε γυρίζει στην Αθήνα. Πηγαίνει στον μεγαλύτερο εχθρό της, την Σπάρτη. Αυτοί τον υποδέχονται θερμά. Ο Αλκιβιάδης τους δίνει συμβουλές κατά της πατρίδας του. Φοβερότερη είναι η συμβουλή του να καταλάβουν και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια, για να κόψουν την Αττική στα δύο και να αποκλείσουν τα ορυχεία του Λαυρίου. Το χτύπημα για τους Αθηναίους είναι φοβερό.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, κάνει παιδί με τη βασίλισσα της Σπάρτης, Τιμαία, ενώ ο βασιλιάς Άγις απουσιάζει σε εκστρατεία. Το σκάνδαλο τον διώχνει από τη Σπάρτη και, μη έχοντας που αλλού να πάει, καταφεύγει στην αυλή του Πέρση σατράπη, Τισσαφέρνη. Εκεί γίνεται στρατηγός εναντίον των Αθηναίων και Σπαρτιατών. Με τον περσικό στόλο νικά τους Λακεδαιμόνιους, παίρνει τα περσικά και τα σπαρτιατικά λάφυρα και ξαναγυρίζει θριαμβευτής στην Αθήνα. Ο λαός, αυτός που μέχρι πριν λίγο τον θεωρούσε προδότη, τον υποδέχεται σαν ήρωα. Λίγο αργότερα όμως, οι πράξεις του τον οδηγούν σε νέα εξορία.

Πηγαίνει στη Θράκη και απομονώνεται. Όταν βλέπει ελλιμενισμένο τον αθηναϊκό στόλο στους Αιγός ποταμούς, συμβουλεύει τους ναυάρχους να πάνε το στόλο σε πιο ασφαλές μέρος. Οι στρατηγοί, με πρώτο τον Τυδέα, τον διώχνουν λέγοντας του ότι δε δέχονται συμβουλές από προδότες. Ο Σπαρτιάτης Άγις καταστρέφει τον αθηναϊκό στόλο. Οι Αθηναίοι υποψιάζονται τον Αλκιβιάδη ως υπεύθυνο για την ήττα τους.

Πλέον ο Αλκιβιάδης έχει εχθρούς τους πάντες, Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Πέρσες. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να βρει μέρος να προφυλαχθεί. Πηγαίνει στη Φρυγία, ο Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος, τρομαγμένος στην ιδέα και μόνο να έρθει στην αυλή του ένας τέτοιος δαιμόνιος τύπος, διατάζει να τον σκοτώσουν. Δολοφονείται το 405 π.Χ. από άγνωστους δράστες. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά αν ήταν Αθηναίοι, Σπαρτιάτες ή Πέρσες.

Η προσωπική ζωή του Αλκιβιάδη

Ο Αλκιβιάδης ήταν όμορφος εξωτερικά, αλλά εσωτερικά ήταν βίαιος, εγωκεντρικός και ματαιόδοξος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 416 π.Χ. κέρδισε τρία πρώτα βραβεία στις αρματοδρομίες και έγινε ο πιο διάσημος άνθρωπος της Ελλάδας. Οι γιορτές του και η απροκάλυπτη πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε μόνο με αυτές των Περσών μπορούν να συγκριθούν. Όταν πήγε στη Σπάρτη, όμως, τους εξέπληξε όλους με την αντοχή του. Ξύρισε το κεφάλι του, έκανε μπάνιο στον Ευρώτα, κοιμόταν στο πάτωμα και έτρωγε μέλανα ζωμό. Όταν πήγε στους Πέρσες, ζούσε με τη μεγαλύτερη πολυτέλεια και χλιδή.

Στην γενέτειρα του, την Αθήνα έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Χαστούκισε το δάσκαλο του, κατέστρεψε το κατηγορητήριο ενός προστατευομένου του, έβαλε στοίχημα ότι θα δείρει στην Αγορά τον πιο πλούσιο και σεβάσμιο άνθρωπο της πόλης, τον Ιππόνικο, το οποίο όχι μόνο έκανε, αλλά αργότερα παντρεύτηκε την κόρη του, Ιππαρέτη. Οι απιστίες του όμως ανάγκασαν την σύζυγο του να φύγει από το σπίτι. όταν η Ιππαρέτη πήγε στο δικαστήριο για να ζητήσει διαζύγιο, μπήκε μέσα, τη σήκωσε στα χέρια και την κουβάλησε βίαια στο σπίτι. Αρνιόταν να χάσει την περιουσία της. Στην Άβυδο παντρεύτηκε μια θεία του, στη Σπάρτη, όπως αναφέραμε παραπάνω, έκανε παιδί με τη βασίλισσα.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, ερωτικά ελκόταν και από άνδρες. Ένας εραστής του, ο Άνυτος διοργάνωσε δείπνο και τον κάλεσε. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε. Κάποια στιγμή όμως, εισέβαλε μεθυσμένος μέσα στο σπίτι του Άνυτου και απαίτησε να του δώσει τα μισά αργυρά και χρυσά σκεύη του σπιτιού. Τα πήρε και έφυγε, ενώ ο Άνυτος τον επαινούσε λέγοντας στους καλεσμένους του ότι πήρε μόνο τα μισά, ενώ μπορούσε να τα πάρει όλα.

Ο μόνος που μπορούσε να τον δαμάσει ήταν ο Σωκράτης. Η σχέση τους ήταν πνευματική και πλατωνική. Ο όμορφος, πλούσιος και ένδοξος Αλκιβιάδης παρακαλούσε το γέρο, φτωχό και ρακένδυτο Σωκράτη να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως τον απέρριπτε συστηματικά. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να συγκρατήσει το νεαρό, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τον κατευθύνει σε κάποιες στιγμές περίσκεψης, που τελικα τον οδηγούσαν σε μεγαλύτερες εκρήξεις.

Όταν έγινε Ολυμπιονίκης, αφού πήρε μέρος στην πομπή της πόλης, έκανε και μία δική του, ιδιωτική, χρησιμοποιώντας τα χρυσά αγγεία του ιερού της Ολυμπία, αλλά κανείς δεν του είπε τίποτα. ήθελε να είναι πάντα στο επίκεντρο των συζητήσεων. Μια φορά έδωσε ένα υπέρογκο ποσό για να αγοράσει ένα σκύλο και όλη η πόλη συζητούσε αυτή την απερισκεψία. Όταν έπαψε, όμως, να αποτελεί θέμα συζήτησης, έκοψε την ουρά του σκύλου, για να υπάρξει δεύτερος γύρος συζητήσεων.

Αυτός ήταν ο Αλκιβιάδης. Ακραίος, βίαιος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, παρορμητικός, επιβλητικός, καιροσκόπος, προδότης.

Πηγή: Θουκυδίδου Ιστορίαι εκδ.ΚΑΚΤΟΣ

Πηγή: Μια σταγόνα Ιστορία, Δ. Καμπουράκης, εκδ. Πατάκη

Τα Άβδηρα του Δημόκριτου

Η ιστορία του Νομού Ξάνθης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν της ευρύτερης Θράκης. Στην αρχαιότητα την περιοχή λάμπρυναν τα Άβδηρα, η γενέτειρα του Δημόκριτου.

Τα Άβδηρα του Δημόκριτου
Ερείπια στα Άβδηρα

Ο Άβδηρος ήταν γιος του Ερμή και φίλος του Ηρακλή. Όταν ο ημίθεος, με εντολή του Ευρυσθέα, πραγματοποίησε τον άθλο να αιχμαλωτίσει τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη, άφησε κάποια στιγμή τα θηρία στη φύλαξη του φίλου του.

Τα άγρια ζώα όμως, κατασπάραξαν τον φύλακα τους και ο Ηρακλής για να τιμήσει τον Άβδηρο, ίδρυσε στον τόπο της τραγωδίας την πόλη Άβδηρα. Ο Ηρόδοτος, βέβαια, αναφέρει ότι την πόλη ίδρυσε ο ήρωας Τιμήσιος, όταν μαζί με οπαδούς του εξορίστηκε από τις Κλαζομενές (656π.Χ.).

Αργότερα, η πόλη καταστράφηκε από γείτονες Θράκες. Την ξανάχτισαν Ίωνες άποικοι από την Τέω, πόλη της μικρασιατικής ακτής απέναντι από τη Σάμο, όταν το 543π.Χ. εγκατέλειψαν την Ιωνία για να μην υποδουλωθούν στους Πέρσες του Κύρου. Εξήντα χρόνια αργότερα τα πράγματα είχαν αλλάξει. Όταν ο Ξέρξης εξεστράτευσε εναντίον της Ελλάδας, οι Αβδηρίτες τον υποδέχτηκαν φιλικά. Ο Μεγάλος Βασιλιάς τους πρόσφερε πλούσια δώρα. Μετά την ήττα των Περσών στις Πλαταιές τα Άβδηρα προσχώρησαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία συνεισφέροντας κάθε χρόνο 10 χρυσά τάλαντα.

Το 376π.Χ. Τριβαλλοί Θράκες κατέστρεψαν την πόλη που έγινε στη συνέχεια κτίση των Μακεδόνων (343π.Χ.) και μετά (170π.Χ.) των Ρωμαίων. Στα βυζαντινά χρόνια, η πόλη ονομαζόταν Πολλοί Στύλοι ή Πολύστυλο. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης τα Άβδηρα έπαψαν να υπάρχουν.

Τα Άβδηρα των σοφών και των ηλίθιων

Ο Δημόκριτος γεννήθηκε στα Άβδηρα ανάμεσα το 470π.Χ. και 460π.Χ. Έζησε 1909 και ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αιθιοπία, Ερυθρά Θάλασσα, Περσία και Ινδίες. Είναι ο πρώτος υλιστής φιλόσοφος της ελληνικής αρχαιότητας και ο άνθρωπος που ανακάλυψε την ατομική θεωρία, οδηγημένος σε αυτήν με βάση τη λογική, καθώς πειραματικές έρευνες και εμπειρίες δεν υπήρχαν στην εποχή του.

Δίδασκε ότι πυρήνας των πάντων είναι το άτομο. Το άτομο είναι τα μόρια της ύλης, τα οποία κινούνται αιώνια στο κενό και «αλληλοσυνωθούμενα και ενούμενα» μεταξύ τους δίνουν γένεση στους κόσμους, ανάμεσα στους οποίους και η Γη. Θεωρείται πρόδρομος του φιλόσοφου Επίκουρου αλλά και της ατομικής εποχής. Από τα άπειρα έργα που έγραψε σώθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα.

Στα Άβδηρα γεννήθηκε και ο μεγάλος σοφιστής της αρχαιότητας ο Πρωταγόρας, που περιόδευσε σε πολλές πόλεις, διδάσκοντας η ρητορική τέχνη. Έμεινε πολύ καρό στην Αθήνα, απολαμβάνοντας την εκτίμηση των Αθηναίων, ώσπου κατηγορήθηκε ως άθεος και φυγαδεύτηκε για να γλυτώσει. Τα συγγράμματα του κάηκαν σε δημόσιο χώρο.

Όταν στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν τον όρο «αβδηριτισμός» εννοούσαν «ηλιθιότητα». Οι Αβδηρίτες κατάντησαν ήρωες ανεκδότων τα οποία είχαν βάση αληθινά ή περίπου αληθινά γεγονότα. Διαβάστε παρακάτω για να καταλάβετε.

Κάποια στιγμή διέθεσαν αμύθητα ποσά για να κατασκευάσουν άγαλμα της Αφροδίτης από ελεφαντόδοντο, πήγαν και το έστησαν στην κορυφή λόφου τόσου ψηλού, ώστε ούτε η ομορφιά και η πολυτέλεια του φαινόταν ούτε καλά καλά το ίδιο το άγαλμα διακρινόταν.

Ενώ η πόλη ήταν μικρή, οι Αβδηρίτες έχτισαν μια πύλη πελώριων διαστάσεων. Ήταν τόσο χτυπητή η εντύπωση που η ματαιοδοξία τους προκαλούσε, ώστε όταν ο φιλόσοφος, κυνικός Διογένης επισκέφτηκε τα Άβδηρα, τους είπε: «Κλείστε την πύλη. Τόσο μεγάλη που είναι κινδυνεύετε να σας φύγει από αυτήν η πόλη σας».

Κάποτε αποφάσισαν να φτιάξουν υδραγωγείο για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της λειψυδρίας που είχαν. Αντί όμως να κατασκευάσουν τα απαιτούμενα έργα, ξόδεψαν όλα τα εφτά για να φτιάξουν μια τεράστια μαρμάρινη κρήνη, με επίσης μαρμάρινη δεξαμενή, τις οποίες καμάρωναν αλλά δε μπορούσαν να τροφοδοτήσουν με νερό.

Ένας Αβδηρίτης γιατρός, νοίκιασε κάποτε ένα γαϊδουράκι μαζί με τον αγωγιάτη του, για να πάει σε μακρινό χωριό, όπου τον είχαν καλέσει. Το μεσημέρι έκαναν μια στάση σε μέρος που σκιά δεν υπήρχε, ενώ ο ήλιος χτυπούσε κατακούτελα. Ο γιατρός ξάπλωσε την σκιά του γαϊδάρου. Ο αγωγιάτης τον χρέωσε παραπάνω, με το επιχείρημα ότι είχε νοικιάσει τον ίδιο και τον γάιδαρο («όνο») , όχι τη σκιά του. Έφτασαν στα δικαστήρια για να λύσουν τη διαφορά. Η υπόθεση έμεινε γνωστή ως η «περί όνου σκιάς» και η έκφραση διατηρείται ως τις μέρες μας.

Η Θράκη (100.000 π.Χ.-…)

Η Θράκη είναι τμήμα αναπόσπαστο του Ελληνισμού από αιώνες, στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, γνώρισε από την αρχή της προϊστορικής της ακόμη πορείας, μια πολυτάραχη ζωή. Στα εδάφη της κινήθηκαν διάφοροι λαοί και φύλα. Έλληνες, Ρωμαίοι, βάρβαροι του βορρά και της στέπας, Φράγκοι και Σλάβοι, Βούλγαροι και Τούρκοι.

Η Θράκη
Η Θράκη στην πραγματική της διάσταση

H πρώτη εγκατάσταση στη Θράκη ανάγεται στο 100.000 π.Χ. Η αρχαία Θράκη εκτεινόταν από το Αιγαίο ως το Δούναβη και από τον Εύξεινο Πόντο έως τα όρια της Μακεδονίας. Κατά τον Ηρόδοτο οι Θράκες ήταν στην αρχαιότητα, ο πολυπληθέστερος λαός μετά τους Ινδούς. Στους προϊστορικούς κατοίκους προστίθενται τα Θρακικά φύλα που κατεβαίνουν από τον Βορρά. Τον 7ο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες αποικίζουν το Αιγαίο, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο Στα παράλια της Θρακικής γης ιδρύονται και ακμάζουν σημαντικές  ιωνικές αποικίες: Μαρώνεια, Άβδηρα, Βυζάντιο, Αγχίαλος, Απολλωνία, Μεσημβρία, Οδησσός.

Η Θράκη στην Ελληνική Μυθολογία

Κατά την ελληνική μυθολογία, υπήρξε ένας προπάτορας που λεγόταν Θραξ και ήταν γιος του θεού του πολέμου Άρη. Ο θεός Άρης λεγόταν ότι διέμενε στη Θράκη. Σε μια άλλη εκδοχή και σύμφωνα με τον Ευριπίδη (στο έργο του Των Θρακών οι χρυσές ασπίδες) αναφέρει ότι το όνομα του Άρη ήταν Θραξ, ο οποίος ήταν ο προστάτης των Θρακών και του οποίου η χρυσή ασπίδα φυλασσόταν στο ναό του στη Βιστονίδα της Θράκης. Στην ελληνική μυθολογία η Θράκη ήταν κόρη του Ωκεανού και της Παρθενόπης, αδελφή της Ευρώπης.

Οι Θράκες εμφανίζονται στην Ιλιάδα του Ομήρου ως σύμμαχοι των Τρώων με αρχηγούς τον Ακάμα και τον Πήρο ή Πήρρο. Αργότερα στη Ιλιάδα έκανε την εμφάνιση του και ένας άλλος βασιλιάς, ο Ρήσος, ο οποίος σκοτώθηκε μετά από νυχτερινή επιδρομή που έκανε ο Διομήδης και ο Οδυσσέας στο στρατόπεδο των Τρώων. Ένας άλλος μυθολογικός βασιλιάς των Θρακών ήταν ο Κισσεύς, ο οποίος ζούσε στη δυτική τότε Θράκη και μετέπειτα Μακεδονία, ο οποίος ήταν πατέρας του Τρώα πρεσβύτερου Αντήνορα. Η Ομηρική Θράκη εκτεινόταν ως τον Αξιό ποταμό δυτικά, τον Ελλήσποντο και την Μαύρη Θάλασσα ανατολικά. Βόρεια εκτεινόταν μέχρι και τη σημερινή Σερβία και ολόκληρη τη Βουλγαρία.

Η ελληνική μυθολογία είναι γεμάτη από Θράκες βασιλείς όπως οι: Διομήδης των Θρακών, Τηρέας, Λυκούργος, Φινέας, Εύμολπος, Πολυμνήστωρ, Οίαγρος (πατέρας τουΟρφέα) και άλλοι. Επίσης η φυλή που ο Όμηρος καλούσε Θράκες περιλάμβανε πολλές φυλές, διότι η αρχαία Θράκη ήταν τόπος διαμονής φυλών όπως οι Ηδωνοί που ζούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Στρυμόνα και Νέστου, οι Βισάλτες που ζούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα, οι Κίκονες στην περιοχή της σημερινής Ροδόπης, οι Βίστωνες, οι Δόβηρες, οι Μύγδονες, οι Σάτραι, οι Αψίνθιοι και πολλοί άλλοι.

Το όνομα των αρχαίων Θρακών είναι στενότατα συνδεδεμένο προς το θρησκευτικό και πνευματικό βίο των Ελλήνων κυρίως με την λατρεία του Ορφέα και του Διόνυσου και των Καβειρίων μυστηρίων.

Η Θράκη κατά την Αρχαϊκή και Κλασική Εποχή

Με τον όρο Θράκη κατά την αρχαιότητα καθοριζόταν μια πολύ μεγάλη περιοχή που  κατά τον Ηρόδοτο άρχιζε από τα παράλια του Εύξεινου Πόντου και έφθανε  μέχρι τις κορυφογραμμές της Πίνδου, από τον Βορρά ξεκινούσε από τον Δούναβη  και προς τον Νότο έφθανε στο Αιγαίο πέλαγος  και τον Όλυμπο. Τα πιθανότερα σύνορά της είναι αυτά που προσδιορίζει ο Θουκυδίδης. Στο βορρά ο Δούναβης, στην Ανατολή ο Εύξεινος Πόντος, στη Δύση ο ποταμός Στρυμόνας και στο Νότο το Αιγαίο πέλαγος.

Ως πρώτοι κάτοικοί της φέρονται διάφορα Πελασγικά φύλλα όπως Ηδωνες, Δίοι, Οδρύσαι, Κίκονες, Γέτες κ.α. τα οποία αποτέλεσαν έναν λαό μέγα και αρχαιότατο, έναν από τους αρχαιότερους λαούς της Ευρώπης. Οι πρώτες θετικές πληροφορίες για την ιστορία της Θράκης αρχίζουν με την εποχή της ίδρυσης των Ελληνικών αποικιών στα παράλια της τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι παράγοντες που προώθησαν τον ραγδαίο αποικισμό και την δημιουργία πόλεων από τους Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Μεγαρείς και Κυκλαδίτες ήταν η σημασία των παραλίων αυτών για τον έλεγχο της Προποντίδας και τα πλεονεκτήματα από την οικονομική εκμετάλλευση των μεταλλείων της Θράκης και ιδιαίτερα του χρυσού  Παγγαίου. Οι πόλεις αυτές μεταβλήθηκαν σε εστίες ελληνικής παραγωγικής δράσης, φημισμένες για την αμπελουργία και την οινοπαραγωγή τους

Η Θράκη νότια του Δούναβη(εκτός από την περιοχή των Βησσών), για μισό αιώνα ήταν προσαρτημένη στην Περσία από τον Δαρείο Α΄, που πραγματοποίησε εκστρατεία στην περιοχή από το 513 π.Χ. έως το 512 π.Χ..

Κατά την κλασική περίοδο, οι Θράκες ήταν διαιρεμένοι σε πολυάριθμες φυλές. Ισχυρά βασίλεια παρέμειναν αυτά των Οδρυσών και της Δακίας. Αυτή την περίοδο (5ος – 4ος αιώνας π.Χ.), οι Θράκες ήταν περιζήτητοι από τις ελληνικές πόλεις-κράτη ως μισθοφόροι πελταστές. Οι πελταστές ήταν εξοπλισμένοι με την πέλτη, δηλ. μικρή ασπίδα η οποία είχε μία εσοχή σαν μισοφέγγαρο, και τρία ακόντια, τα οποία κρατούσαν το ένα στο ένα χέρι και τα άλλα δύο στο άλλο χέρι μαζί με την ασπίδα.

Η Θράκη κατακτήθηκε από τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και ανήκε στο βασίλειο της Μακεδονίας για ενάμιση αιώνα. Μετά τον Γ’ Μακεδονικό Πόλεμο, η Θράκη έγινε χώρα υποτελής στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το 279 π.Χ. Κέλτες εισέβαλαν στη Μακεδονία, τη Νότια Ελλάδα, και τη Θράκη και, ενώ εκδιώχθηκαν γρήγορα από την νότια Ελλάδα και τη Μακεδονία, παρέμειναν στη Θράκη έως το τέλος του αιώνα.

Θρησκεία – Πολιτισμός της Θράκης

Η θρησκεία των Θρακών επικεντρώνεται γύρω από τη ζωή, το θάνατο και τη γονιμότητα. Οι Θράκες, εκτός των άλλων θεών των Ελλήνων, λάτρευαν περισσότερο τον Διόνυσο, στον οποίο πρόσφεραν θυσίες και έκαναν πολυήμερες γιορτές, ενώ αρκετοί αρχαίοι ιστορικοί αναφέρονται και στα Διονύσια μυστήρια. Σημαντικότερα από αυτά τα μυστήρια ήταν τα Καβείρια, τα οποία τελούσαν οι Κάβειροι, λαός που ζούσε στη σημερινή Ροδόπη και στη νήσο Σαμοθράκη. Πολλά φαλλικά σύμβολα βρέθηκαν κατά τις σύγχρονες ανασκαφές, τα οποία μαρτυρούν τη λατρεία αυτών των συμβόλων, η οποία προερχόταν από τη θρησκευτική λατρεία για τη γονιμότητα. Επίσης ο μυθικός ποιητής Ορφέας, αλλά και θεός της ποίησης των αρχαίων Ελλήνων, λατρευόταν και αυτός από τους αρχαίους λαούς της Θράκης.

Ο πολιτισμός των αρχαίων Θρακών, όπως περιγράφεται από πολλούς ιστορικούς αλλά και από τα ευρήματα των ανασκαφών, αναφέρεται σε ένα λαό με πολλές φυλές. Συγκεκριμένα ο Ηρόδοτος τους αποκαλεί το δεύτερο πολυπληθέστερο λαό (μετά τους Ινδούς) στον τότε γνωστό κόσμο γι΄αυτόν και ο πιο ισχυρός από όλους, αν υπολογίσουμε όλες τις φυλές ενωμένες.

Η Θράκη κατά την Ρωμαϊκή Εποχή

Το 168 π.Χ.  γίνεται η  κατάκτηση της Θράκης από τους Ρωμαίους, μετά την ήττα του Περσέα στη μάχη της Πύδνας και τη διάλυση του Μακεδονικού Κράτους. Το 46 μ.Χ. η Θράκη ανακηρύσσεται Ρωμαϊκή Επαρχία. Παντού επικρατεί η Ελληνική γλώσσα, οι θεσμοί, οι λατρείες κ.λπ. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Τραϊανός και Αδριανός ανέπτυξαν τους οικισμούς. Λόγω του ότι οι Θράκες ήταν επιδέξιοι και άφοβοι πολεμιστές, έγιναν επιθυμητοί και σεβαστοί μονομάχοι. Αυτός ο τύπος μονομάχου ονομαζόταν και Θραξ. Ο γνωστός μονομάχος και αρχηγός των σκλάβων Σπάρτακος καταγόταν από τη Θράκη. Αξιοσημείωτη είναι η λατρεία του τοπικού ανώνυμου θεού «Ήρωα Ιππέα», που αργότερα ταυτίστηκε με τον Αγ. Γεώργιο.

Η Θράκη κατά τη Βυζαντινή Εποχή

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, η Θράκη αναβαθμίζεται σημαντικά. Η νέα πρωτεύουσα του κράτους, Κωνσταντινούπολη, βρίσκεται στην περιοχή της Θράκης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συρροή πολλών ατόμων στην περιοχή, προς αναζήτηση καλύτερης ζωής και το κέντρο του ελληνικού πολιτισμού μετατοπίζεται από την Αθήνα στην Κωνσταντινούπολη. Μερικοί από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες κατάγονταν από τη Θράκη, όπως ο Ιουστίνος και ο ανιψιός και διάδοχός του Ιουστινιανός. Φυσικά πρόκειται για μία αυτοκρατορία που κυρίως στηρίζει τη συνεκτικότητά της στη θρησκεία και στη γλώσσα και όχι στον ελληνικό πολιτισμό. Όμως στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων πολλά από τα ήθη και έθιμά τους προέρχονται από τον ελληνικό πολιτισμό εμπλουτισμένα με τη χριστιανική θρησκεία, όπως του κιοπέκ μπέη, του καλόγερου, τα αναστενάρια κ.α. Στα βυζαντινά χρόνια έχουμε και τις συγκρούσεις με τα σλαβικά φύλα, καθώς και με το αλταϊκό φύλο των Βουλγάρων, τα οποία θα δημιουργήσουν ισχυρά ρήγματα στην πυκνότητα του ντόπιου πληθυσμού.

Η Θράκη υπό την Οθωμανική Κατάκτηση

Το 1204 μ.Χ. η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλύεται από τους Φράγκους και η Θράκη ονομάστηκε Ρωμανία.  Στα μέσα του 14ου αιώνα ακολουθεί και η  κατάκτηση από τους Τούρκους. Την ονομάζουν Ρουμελί – Ρούμελη – Rum Eli, δηλαδή «Χώρα των Ρωμαίων». Το 1352 γίνεται  η πρώτη κατάκτηση. Το 1371 ο Σουλτάνος Μουράτ Β’ μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους του στην Αδριανούπολη.

Την εποχή της Τουρκοκρατίας ο Ελληνισμός της Θράκης, αν και υπόδουλος, ζει έντονα  την Ελληνική παράδοση. Η θρησκεία και η λαογραφία διατήρησαν αναλλοίωτη την εθνική συνείδηση των Θρακών παρά τις όποιες προσπάθειες των νεοτούρκων, πολιτική των εκτοπισμών, σφαγές, δημεύσεις.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Οθωμανοί διέκριναν τους υπηκόους σε μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους, δίνοντας φυσικά περισσότερα προνόμια στους μουσουλμάνους, ως πολίτες πρώτης κατηγορίας. Σαν παράδειγμα των μέτρων που έλαβαν οι Οθωμανοί μπορούμε να αναφέρουμε το παιδομάζωμα και τo χαράτσι ή κεφαλικό φόρο. Σε αυτήν την ιστορική φάση αρκετοί Θρακικοί πληθυσμοί έγιναν μουσουλμανικοί, είτε λόγω των παραπάνω κινήτρων είτε λόγω μίας μουσουλμανικής συγκρητιστικής αίρεσης, των κιζιλμπασήδων, η οποία φέρει αρκετά κοινά στοιχεία με το χριστιανισμό. Κάποια χρόνια αργότερα άλλαξε η πολιτική του Οθωμανικού κράτους λαμβάνοντας ηπιότερα μέτρα, καθώς ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχαν γίνει ήδη μουσουλμάνοι και με αυτό τον τρόπο δεν πλήρωναν φόρο, μειώνοντας κατά πολύ τα έσοδα του κράτους. Παράλληλα έχουμε και μεταφορές άλλων εθνοτήτων όπως Τσιγγάνους, Αρμένιους και Εβραίους. Παράλληλα έχουμε και μεταναστεύσεις ελληνικών φύλων προς τη Θράκη όπως Ηπειρώτες, Θεσσαλούς, Μακεδόνες και Πελοποννησίους.

Η Θράκη υπό Βουλγαρική Κατοχή

Κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής (1913-1918), στη Δυτική Θράκη σημειώθηκαν μαζικές εκτοπίσεις Ελλήνων δια της βίας, σε σημείο τέτοιο, ώστε ο Ελληνισμός της περιοχής συρρικνώθηκε ανεπανόρθωτα. Έτσι, πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1920 οι μουσουλμάνοι ήταν μια ξεκάθαρη πλειοψηφία στην δυτική Θράκη. Μετά το 1923 στην Ελληνική Θράκη εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, την ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία(Βόρεια Θράκη).


Θράκη και Εθνική Παλιγγενεσία

Η Θράκη, κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, πλήρωσε βαρύ τίμημα σε αντίποινα. Τον Σεπτέμβριο του 1821 ο οθωμανικός στόλος κατέστρεψε ολοσχερώς τη Σαμοθράκη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της.

Έως τις αρχές του 20ου αιώνα, στον ενιαίο αυτό χώρο ζούσαν Έλληνες- Ρωμιοί – Ρωμαίοι, Βούλγαροι και Τούρκοι.  Από το 1885 άρχισε η τριχοτόμηση:  Η αυτόνομη από το 1875  Βουλγαρική Ηγεμονία προσάρτησε την Ανατολική Ρουμελία ή Ρωμυλιό.
Το 1913, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η νότια Θράκη χωρίστηκε σε Ανατολική και Δυτική.  Η Ανατολική παρέμεινε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ η Δυτική, αν και είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό στρατό, παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία.

Η Ενσωμάτωση της Θράκης στο ελληνικό κράτος

Με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878 ιδρύθηκε η “Μεγάλη Βουλγαρία”, η οποία κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης. Με την αναθεώρηση της Συνθήκης από το Συνέδριο του Βερολίνου η εδαφική έκταση της αυτόνομης Βουλγαρίας περιορίστηκε και η βόρεια Θράκη έγινε ξεχωριστό κράτος, υποτελές στον Σουλτάνο, με το όνομα “Ανατολική Ρωμυλία”. Η υπόλοιπη Θράκη παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία. Το 1886, μέσω πραξικοπήματος, η Ανατολική Ρωμυλία ενώθηκε με το βουλγαρικό κράτος. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 η Δυτική Θράκη προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία, ενώ η Ανατολική, συμπεριλαμβανομένης και της Αδριανουπόλεως, παρέμεινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 απέδωσε το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Με τη Συνθήκη των Σεβρών οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι νικήτριες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Ιαπωνία, μετά από διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου, παράλληλα με τον τιτάνιο αγώνα των ντόπιων Ελλήνων εκχώρησαν στην Ελλάδα τη Δυτική και την Ανατολική Θράκη ως τις Μέτρες. Όμως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη και να υποχωρήσει πέραν του Έβρου. Η συγκεκριμένη κατάσταση παγιώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης που οριστικοποιήθηκε η απώλεια της Ανατολικής Θράκης και τα σημερινά σύνορα της Ελλάδας. Από την ανταλλαγή πληθυσμών εξαιρούνται οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης που αναγνωρίζονται ως θρησκευτική μειονότητα και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου. 200.000 και πλέον Ανατολικοθρακιώτες οδηγούνται στον ξεριζωμό και την προσφυγιά.

Ξεριζωμένοι από την γενέθλια γη τους οι Θρακιώτες έφεραν μαζί με την πίκρα και τον πόνο του ξεριζωμού, τον πολύτιμο, τον  πλουσιότατο και ανεξάντλητο θησαυρό των γραφικών τους εθίμων και των λαϊκών τους παραδόσεων. Η Θράκη έχει να μας παρουσιάσει ένα δικό της ξεχωριστό και πολύ χαρακτηριστικό μάλιστα μουσικοχορευτικό ύφος και χρώμα, πράγμα που το διαπιστώνουμε τόσο όταν ακούμε τις μελωδίες και τα τραγούδια της, όσο και όταν βλέπουμε τους υπέροχους Θρακιώτικους χορούς να χορεύονται.

Σήμερα, στην Ελλάδα η ευημερούσα μουσουλμανική μειονότητα αριθμεί περίπου 120.000 μέλη, ενώ στην απέναντι όχθη του Έβρου είναι ζήτημα αν απέμειναν 3.000 Έλληνες.

Σημερινή Κατάσταση της Θράκης

Η Βόρεια Θράκη ανήκει στην Βουλγαρία (συνθήκη Αγίου Στεφάνου 1878) η Ανατολική Θράκη ανήκει στην Τουρκία (συνθήκη Μουδανίων 1922) και η Δυτική Θράκη το μικρότερο τμήμα ανήκει στην Ελλάδα, η οποία σαν χώρα Ελληνική έχει κοινά με όλες τις άλλες περιοχές τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Ελληνικότητάς της. Έχει όμως όπως και εκείνες τη δική της ξεχωριστή φυσιογνωμία, που διαμορφώθηκε μέσα στη μακρά ιστορική της πορεία. Η γεωγραφική της θέση, η επαφή της με άλλους λαούς, το κάπως τραχύ κλίμα της, οι ιστορικές της περιπέτειες επηρέασαν την πνευματική, ψυχική και κοινωνική ζωή του λαού της. Η ζωή αυτή βρήκε την έκφρασή της στις ποικίλες και πολύμορφες εκδηλώσεις, παραδόσεις, έθιμα, τραγούδια, παροιμίες, λατρεία, παραμύθια.

Σήμερα στη Θράκη της δικής μας εποχής υπάρχει ένα μεγάλο και πολύτιμο αλλά και ανεξερεύνητο στρώμα λαϊκού πολιτισμού. Ακόμη και η απλή λαϊκή ζωή έχει κρατήσει και πολύ μεγάλο από το επιβλητικό μεγαλείο και την ανεπανάληπτη ομορφιά της ζωής στην παλαιότερη μορφή της.

Συμπερασματικά, με όλα τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύεται περίτρανα η αυθεντικότητα αλλά και η Ελληνικότητα της Θράκης, της Θράκης που είναι μια πανάρχαια  Ελληνική περιοχή, πατρίδα του Ορφέα, του Δημόκριτου, του Πρωταγόρα και πολλών άλλων φιλοσόφων της αρχαιότητας και κορυφαίων πνευματικών μορφών της νεότερης εποχής, Γεώργιος Βιζυηνός, Βάρναλης, Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου κ.α.

Πηγή: sgouridis.gr

Πηγή: https://thrakiki.gr/thraki/istoria

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Θράκη

Η Ξάνθη, η κυρά και η αρχόντισσα της Θράκης

Η Ξάνθη είναι πόλη της Θράκης στη Βόρεια Ελλάδα. Αποτελεί την πρωτεύουσα της ομώνυμης Περιφερειακής Ενότητας και την έδρα του ομώνυμου Δήμου. Υπάγεται διοικητικά στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 56.122 μόνιμους κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Βρίσκεται κτισμένη στις παρυφές του Αχλαδόβουνου και τη διαρρέει ο ποταμός Κόσυνθος. Ο πολιούχος της Ξάνθης είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και η ημέρα της Αποτομής της Τίμιας Κεφαλής του στις 29 Αυγούστου, είναι αργία για την πόλη.

Το ρολόι
Το ρολόι της Ξάνθης

Η Ξάνθη στα αρχαία χρόνια

Στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στη Βιστονίδα λίμνη (ανατολικά) και το Νέστο (δυτικά) στα αρχαία χρόνια ζούσαν οι θρακικές φυλές των Βιστόνων (κοντά στη Βιστονίδα λίμνη) και οι Σαπαίοι (δυτικά των Βιστόνων και μέχρι το Νέστο ποταμό. Στα ορεινά της ίδιας περιοχής ζούσαν τα θρακικά φύλα των Τραυσών (στα βορειοανατολικά, στην κοιλάδατου Τραύου ποταμού, που διαρρέει την κοιλάδα του Εχίνου και χύνεται στα βόρεια της Βιστονίδας λίμνης), των Σατρών  στα βόρεια και των Δίων στην κοιλάδα του Νέστου.

Κεντρική κώμη των Σατραίων ήταν ένα χωριό που βρισκόταν στο πέρασμα του ποταμού Κοσσινίτη-Κοσύνθου, ακριβώς στην είσοδο της χαράδρας προς το εσωτερικό της ορεινής περιοχής. Το χωριό αυτό στα αρχαιοθρακικά ονομαζόταν Πάρα (το) και σήμαινε το πέρασμα, διάβαση δηλ. την ίδια έννοια με το νοτιοελληνικό πόρος:διάβαση.

Με την πάροδο του χρόνου το όνομα του χωριού αυτού ενώθηκε με το άρθρο το και έτσι μετονομάσθηκε σε Τόπαρα ή Τόπειρος με την ίδια πάντα σημασία.

Με τη διέλευση της Εγνατίας οδού μέσα από το χωριό αυτό (100 π.Χ.) το Τοπάρα αναπτύχθηκε σε πλούσια πόλη και ακμαία «ελεύθερη» με δικά της νομίσματα (2ος αιώνας μ.Χ.).

Η Τόπειρος ήταν γνωστή καθ’ όλη τη ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή περίοδο σαν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Ν.Δ. Θράκης. Το 549 όμως την κατέλαβαν οι Σκλαβηνοί βάρβαροι (όπως και την παρακείμενη Αναστασιούπολη και την Τραϊανούπολη) και της μέν πόλεως κατέστρεψαν τα τείχη και τα οικήματα, τους δε κατοίκους της άλλους μεν έσφαξαν επί τόπου, ενώ τους υπολοίπους τους πήραν ως αιχμαλώτους μαζί τους πέρα από το Δούναβη. Αμέσως όμως μετά (522) την ξανάκτισε ο Ιουστινιανός και την οχύρωσε με θολωτά τείχη.

Η πόλη παίρνει το όνομα Ξάνθη

Τον 8ο μ.Χ. η πόλη ξανακαταστράφηκε, άγνωστο αν από σεισμό ή βαραβαρικές επιδρομές. Πάλι όμως ξανακτίσθηκε. Αλλά τώρα άλλαξε όνομα  και μετονομάσθηκε σε (λατινικό) Ρούσιο (ίσως γιατί νόμισαν ότι η ονομασία Τόπερος προερχόταν από το Τόπυρος που σημαίνει το πύρινο). Αργότερα από Ρούσιο μετονομάσθηκε στο ελληνικότερο Ξάνθεια, όνομα με το οποίο πρωτομαρτυρείται το 879 μ.Χ., όταν ο επίσκοπος αυτής Γεώργιος αναφέρεται να συμμετέχει σε σύνοδο στην Κων/πολη.

Με αυτή την ονομασία είναι γνωστή σ’ όλη την μετέπειτα ιστορία μέχρι και σήμερα.

Η Ξάνθη κατά την Τουρκοκρατία

Κατά τα τελευταία χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας η Ξάνθεια πολλές φορές μαρτυρείται στις αλλεπάλληλες περιγραφές της ζωής και των περιπετειών της αυτοκρατορίας έως ότου τελικά το 1385 μ.Χ. κατελήφθη από τους Οθωμανούς.

Έκτοτε αρχίζει μια περίοδος πολύ δύσκολη γεμάτη από δημεύσεις, καταπιέσεις, βασανιστήρια και φόρους προς τους χριστιανούς κατοίκους της πόλεως, οι οποίοι παρά τις πολλές καταπιέσεις και δοκιμασίες δεν έχασε την ελληνικότητά της. Αντίθετα, ανεδείχθη το μόνο ελληνικό-χριστιανικό κέντρο ανάμεσα στην Ανδριανούπολη και τη Θεσσαλονίκη και εδώ κατέφευγαν πολλοί καταδιωκόμενοι Έλληνες της ευρύτερης θρακικής και μακεδονικής γης. Χαρακτηριστικό δείγμα του ελληνικού φρονήματος των Ξανθίων είναι ότι (όπως προκύπτει από επίσημα οθωμανικά αρχεία) ποτέ δεν επέτρεψαν στους κατακτητές να κατοικήσουν μέσα σ’ αυτή. Πάντοτε το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε συντριπτικά 90-95%).

Μετά δε τη διάδοση της καπνοκαλλιέργειας στην περιοχή αποδείχθηκε ότι το είδος των καπνών της ήταν μοναδικό και περιζήτητο μέσα στο παλάτι του σουλτάνου. Τότε άρχισε μια άλλη περίοδος οικονομικής άνθησης της πόλεως, καθώς ανεγέρθηκαν καπναποθήκες και συνέρρευσαν καπνεργάτες για την επεξεργασία και εμπορία των καπνών της, των οποίων η φήμη ξεπέρασε τα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και έγιναν περιζήτητα από τη Ρωσία μέχρι την Αίγυπτο και την Αυστρία.

Η Ξάνθη κατά το 19ο αιώνα

Την οικονομική άνθηση της πόλης  προς καιρό σταμάτησαν δύο δύσκολες περίοδοι,

α) η ελληνική επανάσταση, κατά την οποία πολλοί Ξάνθιοι συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν (μεταξύ των οποίων και ο τότε μητροπολίτης Σεραφείμ) ή και σφαγιάσθηκάν και κρεμάστηκαν και

β) δυο αλλεπάλληλοι σεισμοί το 1829, που κυριολεκτικά ισοπέδωσαν την πόλη και τα χωριά της περιοχής.

Πολύ γρήγορα όμως μέσα από τις στάχτες και τους κονιορτούς των χαλασμάτων οι Ξάνθιοι θα ξανακτίσουν την πόλη τους με νέα, πιο όμορφα και πιο άνετα σπίτια, νέες εκκλησίες και νέα καπνομάγαζα, όπου σα μελίσσι θα συρρέουν οι καπνεργάτες για την επεξεργασία του φημισμένου καπνού της.

Ο πλούτος θα συρρέει στην πόλη και την περιοχή και πολλοί καπνέμποροι θα διαθέσουν τα κέρδη τους, αλλά και τα καπνομάγαζα ή κτήματά τους για την ανέγερση σχολείων. Θα αναδειχθούν μεγάλοι ευεργέτες της παιδείας και της πόλεως, αλλά και του ελληνισμού γενικότερα. Να μερικά ονόματα που αν και πέρασαν από τότε εκατόν πενήντα χρόνια ,μας είναι ακόμη σεβαστά:Μιχ. Ματσίνης, Θεοδ. Ζαλάχας, Παν. Στάλιος, Παντ. Κουγιουμτζόγλου, Χατζή Σταύρου Χεκίμογλου, Λουκάς Ισσάντωρ κ.λ.π. Παράλληλα και ο απλός κόσμος θα συναγωνίζεται με τους καπνεμπόρους του με εκδηλώσεις και προσφορές υπέρ των κοινών της πόλεως. Θα συσταθούν σύλλογοι, θα διενεργηθούν έρανοι, θα γίνουν χοροεσπερίδες, θα διατεθούν περιουσίες για την πνευματική καλλιέργεια και μόρφωση των παιδιών της πόλεως και περιφέρειας και χορήγηση υποτροφιών για σπουδές στην Πόλη.

Την λαμπρή οικονομική και στρατηγική της θέση θα φθονήσουν οι Βούλγαροι, που τότε άρχισαν να αποκτούν εθνική συνείδηση και θα θελήσουν να διεισδύσουν μέσα στην πόλη για να δημιουργήσουν βουλγαρικούς θύλακες. Οι Ξάνθιοι όμως με πρωτοστάτη τον τότε μητροπολίτη τους Ιωακείμ τον Σγουρό, αγρυπνούν και αποσοβούν κάθε προσπάθεια, μη διστάζοντας να κατέβουν σε απεργίες ή να καταγγείλουν τον Καϊμακάμη για φιλοβουλγαρισμό.

Η Ξάνθη ενσωματώνεται στο Ελληνικό κράτος

Θα ακολουθήσουν οι βαλκανικοί πόλεμοι, όπου στις 8 Νοεμβρίου του 1912 η Ξάνθη θα καταληφθεί από τους «συμμάχους» Βουλγάρους, οι οποίοι όμως θα θελήσουν με βίαια μέτρα, καταπιέσεις και δολοφονίες να εξαναγκάσουν τους Ξάνθιους να μεταστραφούν στον εκβουλγαρισμό τους. Πλην μάταια. Στις 13 Ιουλίου 1913, στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο η Ξάνθη θα απελευθερωθεί από τα ελληνικά στρατεύματα, αλλά πολύ γρήγορα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, 28 Ιουλίου του ίδιου χρόνου θα επιδικασθεί όλη η Θράκη στην ηττημένη Βουλγαρία. Μπροστά στη δεύτερη αυτή κατοχή οι Ξάνθιοι προτιμούν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους παρά να βρεθούν κάτω από τη βουλγαρική κατοχή. Έτσι έμειναν αυτοεξόριστοι μέχρι το 1919, οπότε στις 4 Οκτωβρίου του έτους εκείνου, μετά την ήττα των Γερμανών και των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ εισέρχονται στην Ξάνθη και απελευθερώνουν την πόλη, ενώ τα υπόλοιπα συμμαχικά στρατεύματα προωθούνται πέραν του Ιάσμου. Η πλήρης ενσωμάτωση της Ξάνθης και όλης της Δ. Θράκης στην Ελλάδα θα λάβει χώρα με την συνθήκη των Σεβρών στις 28 Ιουλίου 1920.

Έκτοτε η Ξάνθη, ζώντας μέσα στην αγκαλιά της μητέρας Ελλάδας, προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της και να ξανακτίσει την οικονομία της. Πολύ γρήγορα (1922-23) θα δεχθεί  νέους ξεριζωμένους αδελφούς από τις αλησμόνητες πατρίδες του Πόντου, της Μ. Ασίας και της Αν. Θράκης. Θα τους αγκαλιάσει και όλοι μαζί θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν τη νέα Ξάνθη. Το έργο δύσκολο και οι αγώνες πολύ σκληροί. Ευτυχώς το πολύτιμο αγαθό της γης αυτής, ο καπνός, θα στηρίξει τις πρώτες αυτές προσπάθειες, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργηθούν και οι προσφυγικοί συνοικισμοί της πόλης για την εγκατάσταση των προσφύγων.

Η Ξάνθη κατά τον 20ο και 21ο αιώνα

Δε θα προλάβει όμως να συνέλθει η πόλη και δέχεται νέο πλήγμα τόσο με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όσο και μάλιστα με τη νέα βουλγαρική κατοχή για νέο εκβουλγαρισμό των κατοίκων της. Γρήγορα όμως (σχετικά) θα φύγουν και πάλι τα νέφη των κατακτητών για να επανέλθει η ελευθερία και  στην πόλη (14 Σεπτεμβρίου 1944). Το μόνο που αφήνουν πίσω τους οι κατακτητές ήταν στάχτες και αποκαϊδια.

Θα αρχίσει ένας νέος τιτάνιος αγώνας για οικονομική ανόρθωση και κοινωνική-πνευματική ανάπτυξη. Μπορεί το εγχείρημα να είναι δύσκολο αλλά και η επιμονή των Ξανθίων τεράστια. Μέσα στα εξήντα χρόνια που πέρασαν από την εποχή εκείνη, η Ξάνθη έγινε ήδη αγνώριστη. Με το Πανεπιστήμιο, το Δ΄ Σώμα Στρατού, την εγκατάσταση των νεοπροσφύγων από τις ανατολικές χώρες και τη φυσική δυναμική των κατοίκων της, καθώς και τη δημιουργία νέων βιομηχανικών μονάδων στην ευρύτερη περιοχή της, η πόλη και περιοχή της ατενίζει με αισιοδοξία και πίστη το μέλλον. Χαρακτηριστικό δείγμα της νέας αυτής δυναμικής προοπτικής της πόλεως είναι ότι ο πληθυσμός αυτής έχει υπερβεί ήδη τις 60.000 κατοίκους, η δε έκτασή της από την ανατολική έως τη δυτική παρυφή της εγγίζει τα 20 χιλιόμετρα. Ελπίζεται τα σύννεφα του κακού και της μιζέριας να πέρασαν για πάντα από την Ξάνθη και το αύριο της πόλεως και της Θράκης ολόκληρης να είναι πλέον ειρηνικό και ανθηρό.

Αδελφοποιήσεις πόλεων

Οι αδελφοποιήσεις πόλεων αποβλέπουν στη σύσφιξη των διεθνών σχέσεων και έχουν κυρίως πολιτιστικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα. Οι ανταλλαγές αποστολών και άλλες κοινές εκδηλώσεις των αδελφοποιημένων πόλεων γίνονται μέσα στα πλαίσια των διμερών και των διεθνών συμφωνιών και καθορίζονται από την αρχή της αμοιβαιότητας.

Η πόλη της Ξάνθης έχει αδελφοποιηθεί από το 1984 με τις εξής τέσσερις πόλεις:

Γκίφχορν της Βόρειας Γερμανίας, που βρίσκεται κοντά στο Αννόβερο στο ομοσπονδιακό κρότος της Κάτω Σαξωνίας. Ο πληθυσμός του Γκίφχορν ανέρχεται σε 55.000 κατοίκους εκ των οποίων οι 2.000 είναι Έλληνες, οι οποίοι διαθέτουν οργανωμένη ελληνική κοινότητα. Το Γκίφχορν είναι μια βιομηχανική πόλη, στην περιφέρειά του όμως υπάρχει και αγροτική παραγωγή. Το πρωτόκολλο αδελφοποίησης Ξάνθης – Γκίφχορν υπογράφτηκε στις 30.11.1984 από το Δήμαρχο  Κ. Μπένη.

Νέο Βελιγράδι της Σερβίας, που είναι ο μεγαλύτερος από τους 16 Δήμους που αποτελούν την πρωτεύουσα της Σερβίας Βελιγράδι. Το Νέο Βελιγράδι, που κτίστηκε μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχει 350.000 κατοίκους. Είναι βιομηχανική πόλη όπου εδρεύουν πολλές εταιρείες της Σερβίας. Το πρωτόκολλο αδελφοποίησης Ξάνθης – Νέου Βελιγραδίου υπογράφτηκε στις 11.4.1994 από το Δήμαρχο Φ. Αμοιρίδη.

Σμόλυαν της Βουλγαρίας, που βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Παμπόροβο, της περιοχής Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη). Το Σμόλυαν έχει πληθυσμό 40.000 κατοίκους και είναι αγροτικό και τουριστικό κέντρο. Διαθέτει το μεγαλύτερο χιονοδρομικό κέντρο της Βουλγαρίας και πολλά ξενοδοχεία. Το πρωτόκολλο αδελφοποίησης Ξάνθης – Σμόλυαν υπογράφτηκε στις 28.6.1995 από το Δήμαρχο Φ. Αμοιρίδη.

Μπίγκα της Τουρκίας, που βρίσκεται στη Μυσία κοντά στην ακτή της Προποντίδας και σε απόσταση 130 χιλιομέτρων περίπου από τον Ελλήσποντο. Πρόκειται για μια πόλη κτισμένη στην περιοχή των αρχαίων και βυζαντινών Πηγών και κοντά στο Γρανικό ποταμό (σήμερα Μπίγκα Τσάι). Στη Μπίγκα σώζεται η παλιά ελληνική συνοικία. Η πόλη έχει 40.000 κατοίκους και βιομηχανίες αγροτικών προϊόντων, ενώ είναι κέντρο αγροτικής παραγωγής. Το πρωτόκολλο αδελφοποίησης Ξάνθης – Μπίγκα υπογράφτηκε στις 28.6.2000 από το Δήμαρχο Μ. Στυλιανίδη.

Μπεσίκτας της Τουρκίας, που βρίσκεται στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου και ανήκει στο πολεοδομικό συγκρότημα της Κωνσταντινούπολης. Ορίζεται ανατολικά από το Βόσπορο, από το προάστιο Σαρίγιερ στα βόρεια, από το Σισλί στα δυτικά και από το Μπέιογλου στα νότια. Πρόκειται για μεγάλο αστικό δήμο με 200.000 κατοίκους, που περιλαμβάνει περιοχές γραφείων και προάστια του Βοσπόρου με ελληνικό ενδιαφέρον. Το σύμφωνο συνεργασίας Ξάνθης- Μπεσίκτας υπογράφτηκε στις 14.12.2007 στην Ξάνθη και στις 21.06.2008 στο Δήμο Μπεσίκτας από το Δήμαρχο Μ. Στυλιανίδη.

Πηγη: https://www.cityofxanthi.gr