Η δίκη του Ιησού

Η δίκη του Ιησού δεν γεννήθηκε από συνειδησιακή ανάγκη πραγμάτωσης του δικαίου, σύμφωνα με τις πηγές. Τα κίνητρα που οδήγησαν στην απόφαση για τη διεξαγωγή της και ο τρόπος με τον οποίο πραγματώθηκε ήταν ξένα προς κάθε παρόρμηση απονομής δικαιοσύνης. Αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο το ρεαλιστικό συμφέρον της διαφύλαξης της κεκτημένης εξουσίας, τόσο από τη μεριά του εβραϊκού ιερατείου όσο και από τη μεριά του Ρωμαίου κυριάρχου.

Η δίκη του Ιησού

Η δίκη του Ιησού

Ήταν άνοιξη του 33μ.Χ., όταν η δραστηριότητα του Ιησού είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της. Η ανάσταση του Λαζάρου στη Βηθανία, που είχε συγκλονίσει το λαό και η θριαμβευτική του είσοδος στα Ιεροσόλυμα, όπου τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων, οι διδασκαλίες του στο ναό του Σολομώντα, το περιεχόμενο τους, καθώς και η πλατιά απήχηση τους είχαν κατατρομάξει το εβραϊκό ιερατείο. Οι αρχιερείς και οι γραμματείς αισθάνονταν ότι η θρησκευτική, αλλά και η ουσιαστικά κοσμική τους εξουσία πάνω στον εβραϊκό λαό άρχιζε να κλονίζεται σοβαρότατα.

Το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού έπληττε τα στηρίγματα της εξουσίας του ιερατείου από δύο κρισιμότατες πλευρές.

Πρώτον, καταργούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό την άλογη και άκαμπτη τυπολατρεία, η οποία από τη φύση της προσφέρεται στα χέρια κάθε ιερατείου ως όργανο καταναγκασμού και καταπίεσης, ιδίως όταν οι παραβάσεις της τιμωρούνται αυστηρότατα, ακόμη και με θανάτωση. Συγκεκριμένα, η διδασκαλία του Ιησού χαλάρωνε προπαντός την απόλυτη αυστηρότητα της τήρησης της αργίας του Σαββάτου, για τη διατήρηση της οποίας προβλεπόταν ακόμη και η επιβολή θανατικής ποινής. Δεν απέδιδε βαρύνουσα σημασία στην συμμόρφωση προς τους κανόνες της περιτομής, η οποία υπηρετούσε τη διαφύλαξη της θρησκευτικής και φυλετικής ταυτότητας. Καταργούσε επίσης την παραδοχή ότι ο ναός του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ συνιστούσε την υλική υπόσταση, δηλαδή ως οικοδόμημα και όχι με οποιαδήποτε μεταφυσική έννοια, την κατοικία του θεού, την οποία βέβαια εξουσίαζε το ιερατείο. Πρέσβευε δε και την κατάργηση των αιματηρών θυσιών, δηλαδή της τελετουργικής θανάτωσης ζώων.

Δεύτερον, ήταν αυτό το ίδιο το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού, που ως η μεγαλύτερη επανάσταση ιδεών της Ιστορίας, η οποία συντελέστηκε μάλιστα χωρίς τη χρήση βίας από τη μεριά των υποστηρικτών της, κλόνιζε συθέμελα την εξουσία του ιερατείου. Ήταν πρωτάκουστο κήρυγμα της καθολικής ισότητας όλων. Ήταν επίσης ο απελευθερωτικός ρόλος ο οποίος για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία των θρησκειών προσεδίδετο στον ιερό νόμο, από τον οποίο, όπως έλεγε ο Απόστολος Παύλος «Εν τη ελευθερία, λοιπόν, με την οποίαν ηλευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί και μη υποβληθήτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας». Και ήταν και η σύνθεση της ελευθερίας με την αγάπη, διότι, όπως μας λέει ο Απόστολος Παύλος, «…μη μεταχειρίζεσθε την ελευθερία εις αφορμήν της σαρκός, αλλά δια της αγάπης δουλεύετε αλλήλους. Διότι όλος ο νόμος εις ένα λόγο συμπληρούται, εις τον αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν».

Τη διδασκαλία αυτή και τη δράση του Ιησού οι αρχιερείς και οι γραμματείς την αισθάνθηκαν ως καταλυτική απειλή εναντίον της εξουσίας και γι’ αυτό αποφάσισαν να αντιδράσουν ριζικά.

Η θανάτωση του Ιησού, όμως, έπρεπε να περιβληθεί ένδυμα νομιμότητας ή πάντως νομιμοφάνειας, για να κερδίσει σε πειστικότητα απέναντι στον εβραϊκό λαό, και να εξασφαλίσει έτσι τη «νομιμόφρονα» υποταγή του. Για το λόγο αυτό ο Ιησούς, αμέσως μετά τη σύλληψη του την εσπέρα της Πέμπτης, πριν από το Πάσχα από Ρωμαίους στρατιώτες, ως τους μόνους αρμόδιους από τη ρωμαϊκή κατοχή να εφαρμόσουν την σχετική απόφαση των αρχιερέων, οδηγήθηκε στον οίκο του αρχιερέως όπου έμεινε όλη τη νύχτα. Το πρωί της Παρασκευής ο Ιησούς οδηγήθηκε για εξέταση στον πρώην αρχιερέα Άννα, ο οποίος όμως, δεν μπόρεσε να αποσπάσει τίποτα το επιβαρυντικό, και στη συνέχεια στον εν ενεργεία αρχιερέα Καϊάφα, που ήταν ένας από τους φανατικότερους διώκτες του Ιησού.

Η εξέταση από τον Καϊάφα δεν απέδωσε τίποτα το ουσιαστικό και θεωρήθηκε σκόπιμο να συγκληθεί το Συνέδριο των αρχιερέων και γραμματέων, που ήταν το ανώτατο εβραϊκό δικαστήριο, και ο Ιησούς προσήχθη να δικαστεί. Μέσα στο κλίμα αμηχανίες που είχαν οδηγήσει οι ολοφάνερες αποδεικτικές αδυναμίες, επιχειρούν ο ίδιος ο Καϊάφας και οι αρχιερείς να αποσπάσουν από τον Ιησού ομολογία ότι είναι υιός Θεού, γιατί θεώρησαν ότι έστω και πάνω σε μια τέτοια γενικότατη και αόριστη τοποθέτηση θα μπορέσει να στηριχθεί η επιδιωκόμενη θανατική καταδίκη. Αφού ο Ιησούς είπε την περίφημη φράση «…συ είπας» ο Καϊάφας διέρρηξε τα ιμάτια του για να δημιουργήσει εντυπώσεις.

Χρειάζονταν όμως, σύμφωνα με τον εβραϊκό νόμο, τουλάχιστον δύο μάρτυρες για να μπορέσει η κατηγορία να επισύρει καταδίκη. Οι ψευδομάρτυρες που προσήλθαν σύντομα αποπέμφθηκαν, γιατί οι καταθέσεις τους ήταν αντιφατικές και ολοφάνερα αναξιόπιστες.

Η θανατική ποινή όμως, έπρεπε να επικυρωθεί και από Ρωμαίο διοικητή της περιοχής, που εκείνη τη εποχή ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Εκεί άρχισε μαι άλλη διαδικασία που περιελάμβαναν στη λυσσαλέα εμμονή του Καϊάφα για θανάτωση του Ιησού και την προσπάθεια του Πόντιου Πιλάτου να μην ενδώσει στην αξίωση αυτή.

Είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης και αλλά και φοβίας, όπου το ιερατείο ερέθιζε το θρησκευτικό αίσθημα του όχλου, που ασχημονούσε και απειλούσε. Χαρακτηριστικό του κλίματος αυτού ήταν η προτίμηση του όχλου στον Βαραββά.

Μπροστά σε αυτή την παρωδία δικαστικής διαδικασίας ο Πόντιος Πιλάτος διέταξε την δημόσια μαστίγωση του Ιησού, ελπίζοντας ότι θα ικανοποιούνταν η επιθετικότητα του όχλου και θα τον οδηγούσε να παραιτηθεί της παραίτησης του για θανάτωση του Ιησού. Όμως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Πλέον δεν είχε απλά καταλυθεί κάθε ίχνος δικαστικής επίφασης, αλλά η κατάσταση είχε πάρει τη μορφή ανοιχτής, δημόσιας αντιπαράθεσης και διαπραγμάτευσης μεταξύ του μαινόμενου, αλλά και μεθοδικά κατευθυνόμενου όχλου και ενός απειλούμενου φορέα εξουσίας, του Πιλάτου. Για να απεμπλακεί ο Πιλάτος από όλη αυτή την διαδικασία, απλά «ένιψε τας χείρας του», αποφάσισε την θανατική καταδίκη και έδωσε εντολή την εντολή για την εκτέλεση της.

Η δίκη του Ιησού κάνει δραματικά φανερό το νοηματικό χάσμα ανάμεσα στην στάση του Ιησού και των διωκτών του. Ανάμεσα στη διδασκαλία του Ιησού και το βαθύτατο πνευματικό της νόημα, για την πλήρη ισότητα όλων των ανθρώπων, το οποίο μάλιστα δεν εξαντλείται στο σεβασμό του άλλου, αλλά περιλαμβάνει και την αγάπη προς κάθε άνθρωπο, και αντίστροφα στην κυνική επιδίωξη των διωκτών του, Εβραίων και Ρωμαίων, που επέβλεπε αποκλειστικά στη διαφύλαξη με κάθε μέσο της εξουσίας τους. Το νοηματικό αυτό χάσμα με καμιά λογική δε μπορεί να ενταχθεί σε μαι δικαιική σχέση κι έτσι κατά κάποιον τρόπο διαλεκτικά να «γεφυρωθεί». Κι αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία ενώπιον του εβραϊκού Συνεδρίου και στη συνέχεια ενώπιον του Πιλάτου με καμιά λογική, ακόμη και την πιο τυπική και κενή ουσίας, δε μπορεί να θεωρηθεί πράξη, έστω και άστοχης, απονομής δικαίου. Αποτελεί σαφέστατα περίπτωση βάναυσης άσκησης κυριαρχικής εξουσίας, της οποίας η αποτελεσματικότητα επιχειρήθηκε να ενισχυθεί με το να της προσδοθεί ο εικονικός χαρακτήρας μιας δίκης. Η δίκη του Ιησού ήταν, δηλαδή, μια «σκηνοθετημένη» δίκη.

Πηγή: http://www.enet.gr