Η καλή φήμη μιας γυναίκας στην πρώιμη νεότερη δυτική Ευρώπη εξαρτιόταν από τον βαθμό τής από μέρους της αποδοχής της ανδρικής ισχύος και από την ορθή εκπλήρωση του ρόλου που της είχε ανατεθεί. Στο πλαίσιο του γάμου, για παράδειγμα, απαιτούνταν η απόλυτη πίστη της γυναίκας, ενώ η απιστία ενός άνδρα δεν θεωρούνταν συνήθως πράξη ατιμωτική. Στις κλειστές κοινότητες οι άνδρες μπορεί κάποιες φορές να υφίσταντο κριτική, εάν διέπρατταν μοιχεία, αλλά οι γυναίκες διέτρεχαν τον κίνδυνο μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης που θα συνεπαγόταν τη διά βίου ατίμωσή τους. Στο χώρο της εργασίας ορισμένα επαγγέλματα θεωρούνταν πως ανήκαν αποκλειστικά στην ανδρική σφαίρα και οι γυναίκες περιορίζονταν σε περιθωριακές δραστηριότητες.

Αυτή η πατριαρχική και υπαγορευμένη από τους άνδρες σύλληψη της τιμής, όμως, δεν εναρμονιζόταν πάντοτε με τη σύνθετη πραγματικότητα. Η κοινωνική πρακτική στους κόλπους όλων των κοινωνικών τάξεων, από την Αυλή ως την αγροτική κοινότητα, συχνά παρείχε σε πολλές γυναίκες την ευκαιρία να προασπίζονται την τιμή τους, χωρίς στην πορεία να συνιστούν απελή για την ανδρική κυριαρχία.

Η αγνότητα, για παράδειγμα, θεωρούνταν στοιχείο της γυναικείας τιμής και οι γυναίκες που την έχασαν εκτός του πλαισίου του γάμου «ατιμασμένες». Οι γυναίκες που είχαν συχνές σεξουαλικές επαφές εκτός γάμου ήταν φυσικά ατιμασμένες ή «πόρνες». Στην πραγματικότητα, αυτές οι αντιλήψεις επιβίωναν μόνο σε μικρές ή λιγότερο σύνθετες κοινωνίες. Σε περισσότερο κοσμοπολίτικες κοινωνίες όπως στο Λονδίνο της εποχής της Παλινόρθωσης (17ος αιώνας), οι πόρνες πολυτελείας ήταν αντικείμενα σεβασμού επειδή ακριβώς η κοινωνική τους θέση τούς εξασφάλιζε την τιμή τους.

Σε περιπτώσεις μοιχείας δεν λειτουργούσαν πάντα τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Η γυναίκα που είχε περιέσει σε αυτό το παράπτωμα προφανώς εκτίθετο στο δημόσιο στιγματισμό, ιδιαίτερα εάν αποκτούσε νόθο παιδί. Και ο άνδρας, όμως, αντιμετωπιζόταν ως επίσης κάποιος που είχε επιτελέσει μια ατιμωτική πράξη. Οι γυναίκες ατιμάζονταν εξαιτίας της μοιχείας του συζύγου τους και δικαιούνταν να αιτηθούν τον χωρισμό τους. Η γυναίκα είχε δικαίωμα να αρνηθεί κάθε σεξουαλική επαφή με τον σύζυγό της, εάν αυτός είχε διαπράξει μοιχεία. Φαίνεται πως η επίσημη χριστιανική άποψη, είτε καθολική είτε προτεσταντική, «ποτέ δεν αποδέχτηκε τα διπλά μέτρα και σταθμά».

Οι γυναίκες ιδιαίτερα των κατώτερων τάξεων ήταν συχνά σε θέση να υπερβούν τον κυρίαρχο ανδρικό ηθικό κώδικα. Μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως όπλο εναντίον του άνδρα την προσωπική του τιμή, αυτή που εκείνος προσπαθούσε να αγωνιωδώς να διατηρήσει, κατηγορώντας τον δημόσια για άσκηση βίας ή βιασμό. Σε άλλες περιπτώσεις προσέφευγαν στον εκβιασμό. Παρ΄όλο που, υπό κανονικές συνθήκες, βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, οι γυναίκες διέθεταν και αυτές κάποια όπλα, και τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» που εφάρμοζαν οι άνδρες, δεν υπερίσχυαν πάντα.

Ταυτόχρονα, η ανδρική κυριαρχία συνεπαγόταν και μια σειρά υποχρεώσεων, και οι άνδρες που δεν στέκονταν στο ύψος αυτών καλούνταν να λογοδοτήσουν. Η συζυγική κακοποίηση είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πρακτικής που γινόταν συνήθως αντικείμενο κριτικής από τους ηθικολόγους, αποδοκιμασίας από τους γείτονες και ποινικής δίωξης από το νόμο. Παρ΄όλο που πάντα επιτρεπόταν σταδιακά έφτασε να αντιμετωπίζεται ως και μορφή ατιμωτικής συμπεριφοράς από μέρους του άνδρα.

Τα επισκοπικά δικαστήρια στην Καταλονία του 16ου αιώνα έκαναν σαφές πως ο ξυλοδαρμός της συζύγου ή αδυναμία κάλυψης των στοιχειωδών αναγκών για την επιβίωσή της αποτελούσαν προσβολή της τιμής της και επαρκή λόγο διάστασης των συζύγων. Με αυτή την έννοια η γυναίκα διαφύλατε την τιμή της μέσω της ατίμωσης του συζύγου. Δικαιωνόταν απλώς μέσω της εκούσιας ατίμωσης του. Σε όλες τις άλλες διαστάσεις της συζυγικής σχέσης, η γυναίκα διέθετε παρόμοια τη δυνατότητα κατάδειξης της αναγκαιότητας σεβασμού του ρόλου της.

Η καλη φήμη μιας γυναίκας

Παρόμοια, αν ένας άνδρας αποτύγχανε στην εκπλήρωση των συζυγικών του καθηκόντων θεωρούνταν ατιμασμένος. Τελετουργικά στο χώρο των αγροτικών κοινοτήτων, όπως τα charivari (λαϊκό έθιμο διαπόμπευσης), δημοσιοποιούσαν την ατίμωση του και με τον τρόπο αυτό δικαίωναν τη σύζυγο. Οι παραδοσιακές κοινωνίες στιγμάτιζαν, επίσης, τους συζύγους που επέτρεπαν στις συζύγους τους να κυριαρχούν επάνω τους. Σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις η φήμη ενός άνδρα ουσιαστικά προσδιοριζόταν από τη γυναίκα του και ήταν η κοινότητα που έκρινε κατά πόσο ο άνδρας εκπλήρωνε επαρκώς το ρόλο που του υπαγόρευε το φύλο του. Σε αυτές τις περιστάσεις η πατριαρχία, τόσο στον οικογενειακό όσο και στον κοινωνικό τους χώρο, δεν ήταν ακλόνητη, αντίθετα απειλούνταν συχνά και ήταν απαραίτητη η συνεχής επανεξέταση και αναθεώρησή της.

Η καλή φήμη μιας γυναίκας

Το αγγλικό θέατρο του 17ου αιώνα, όπως οι παραστάσεις του Σαίξπηρ Taming of the Shrew (Η Στρίγγλα που έγινε αρνάκι), θα υπενθύμιζαν σίγουρα στο κοινό το πρόβλημα. Αναμφίβολα, κάποιοι άνδρες λάμβαναν τις απαραίτητες προφυλάξεις, προκειμένου να διασφαλίσουν πως όλοι οι οικιακοί ρόλοι, ανδρικοί και γυναικείοι, εκπληρώνονταν ορθά.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».