Η πραγματικότητα του Μεσαίωνα είναι η Χριστιανοσύνη. Ως προς αυτήν ο χριστιανός του Μεσαίωνα ορίζει την υπόλοιπη ανθρωπότητα και τοποθετείται σε σχέση με τους άλλους. Σε σχέση με τους Βυζαντινούς καταρχήν. Από το 1054, ο Βυζαντινός είναι ο σχισματικός. Αλλά αν και αυτή η αιτίαση του διαχωρισμού, της απόσχισης, είναι ουσιαστική, οι Δυτικοί δεν κατορθώνουν να την ορίσουν με σαφήνεια ή τουλάχιστον να την κατονομάσουν.
Η πραγματικότητα του Μεσαίωνα: Δυτικοί και βυζαντινοί
Παρ΄όλες τις θεολογικές αποκλίσεις -και ιδιαίτερα το ζήτημα του «Filioque», την απόρριψη δηλαδή από μέρους των Βυζαντινών της διπλής καταγωγής του Αγίου Πνεύματος, που κατά την άποψη τους προέρχεται μόνο από τον Πατέρα και όχι και από τον Υιό- παρά τη θεσμική κυρίως σύγκρουση εφόσον ο πατριάρχης αρνείται να αναγνωρίσει την ανωτερότητα του πάπα, οι Βυζαντινοί ήταν και αυτοί χριστιανοί.
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Δυτικούς και Βυζαντινούς είναι αποτέλεσμα της απομάκρυνσης που από τον 4ο αιώνα μετατράπηκε σε χάσμα. Δεν αλληλοκατανοούνταν πλέον, οι Δυτικοί ιδιαίτερα δεν κατανοούσαν τη γλώσσα αφού ακόμη και οι πιο σοφοί αγνούσαν τα ελληνικά.
Η έλλειψη κατανόησης μετατράπηκε σιγά σιγά σε μίσος, που είναι τέκνο της άγνοιας. Απέναντι στους Έλληνες οι Λατίνοι αισθάνονται ένα μίγμα φθόνου και περιφρόνησης που προέρχεται από το απωθημένο, σχετικά, συναίσθημα της δικής τους κατωτερότητας. Στους Έλληνες οι Λατίνοι προσάπτουν την εκζήτηση, τη δειλία, την απάτη. Τους προσάπτουν κυρίως ότι είναι πλούσιοι. Είναι η αντίδραση του βάρβαρου πολεμιστή απέναντι στον πολιτισμένο πλούσιο.
Στο λατινικό μίσος ανταποκρίνεται η ελληνική απέχθεια. Η Άννα Κομνηνή, που είδε τους Δυτικούς της Α΄ Σταυροφορίας, τους περιγράφει ως βάρβαρους, χονδροκομμένους, φλύαρους, αλαζόνες και ασταθείς. Είναι πολεμιστές, ενώ οι Έλληνες, που είναι άνθρωποι των διαπραγματεύσεων, αποστρέφονται τον πόλεμο και δεν πειθαρχούν στην ιδέα του ιερού πολέμου και τέλος, όλοι αυτοί οι εκκλησιαστικοί, επίσκοποι και ιερείς, που δίνουν τη ζωή τους στη μάχη, τους προκαλούν φρίκη, όπως άλλωστε και στην Άννα. Περισσότερο από όλα στους Βυζαντινούς προκαλεί φρίκη η απληστία των Δυτικών, που είναι πρόθυμοι να πουλήσουν γυναίκα και παιδιά για έναν οβολό.
Ο πλούτος του Βυζαντίου είναι, τέλος, η ύστατη κατηγορία και ο πρωταρχικός φθόνος των Δυτικών. Ο θαυμασμός εμπνέει εκθαμβωτικές περιγραφές σε όλους τους χρονικογράφους των πρώτων σταυροφοριών που περνάνε από την Κωνσταντινούπολη. Γι΄ αυτούς τους Βαρβάρους που ζούνε υπό άθλιες συνθήκες σε πρωτόγονα οχυρά ή σε άθλιες μικρές κωμοπόλεις -οι δυτικές πόλεις αριθμούν μονάχα μερικές χιλιάδες κατοίκους και η αστυφιλία είναι άγνωση- η Κωνσταντινούπολη με το ένα εκατομμύριο ίσως κατοίκους της, τον μνημειώδη πλούτο και τα καταστήματα της είναι η αποκάλυψη της πόλης.
Ακόμη, για τους Δυτικούς του Μεσαίωνα, το Βυζάντιο, είτε παράγει είτε διανέμει τα προϊόντα, είναι πηγή όλου σχεδόν του πλούτου, εφόσον οι πιο πολύτιμες λατινικές εισαγωγές προέρχονται από εκεί. Από εκεί προέρχονται τα πολύτιμα υφάσματα, από εκεί προέρχεται και το χρυσό νόμισμα, αναλλοίωτο μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα, που οι Δυτικοί ονομάζουν απλώς «Βυζαντινό», το «δολλάριο του Μεσαίωνα».
Η κατάληξη του λατινικού φθόνου για τους Βυζαντινούς είναι η έφοδος της 13ης Απριλίου 1204, η θηριώδης σφαγή γυναικών και παιδιών και η λεηλασία που χόρτασε επιτέλους τον φθόνο και το μίσος. «Από τη δημιουργία του κόσμου ποτέ δεν υπήρξε παρόμοια λεία σε πόλη», λέει ο ιστορικός των σταυροφόρων Βιλλαρδουίνος και ο Βυζαντινός χρονικογράφος Νικήτας Χωνιάτης γράφει: «Ακόμη και οι Σαρακηνοί είναι καλοί και συμπονετικοί σε σύγκριση με αυτούς τους ανθρώπους που στον ώμο φέρουν τον σταυρό του Χριστού».
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.


