Με τον όρο Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη, δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Η ιστορία μελετά κυρίως γραπτές πηγές που μας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν ενώ ως προϊστορία αναφέρεται η εποχή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές δεν μας είναι κατανοητές. Η μελέτη των γεγονότων περιλαμβάνει την καταγραφή τους, αλλά και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτά, όπως και τους γενικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης.
Η Ιστορία

Θεωρείται ο Πατέρας της Ιστορίας
Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ως εξελισσόμενη επιστήμη υφίσταται διαρκείς αλλαγές και μετασχηματισμούς, παράγοντας διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Ο ιστορικός ερευνά τις τάσεις της κοινωνίας σε διάφορες περιόδους και σε διάφορους τομείς, τις οικονομικές συνθήκες, την εξέλιξη του πολιτισμού, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Υπάρχει ιστορία των εθνών, ιστορία της μουσικής, ιστορία της ιατρικής, ιστορία της αρχιτεκτονικής κ.λ.π. Οι ιστορικοί πάντως εκφράζουν διάφορες απόψεις για το αντικείμενό τους, θεωρώντας το άλλοι επιστήμη και άλλοι τέχνη. Επίσης διαφορετικές απόψεις εκφράζονται και για την δυνατότητα της ιστορίας να είναι αντικειμενική, όπως γενικά και για τη φιλοσοφία της ιστορίας.
Περίοδοι της Ιστορίας
- Προϊστορική εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του ανθρώπου έως το 3500 π.Χ. περίπου και εξετάζεται από την Προϊστορία.
- Αρχαιότητα: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 3500 π.Χ. έως το 476 μ.Χ.και εξετάζεται από την Αρχαία Ιστορία.
- Μεσαίωνας: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 476 έως το 1500 περίπου και εξετάζεται από τη Μεσαιωνική Ιστορία.
- Νεότερη Εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1500 μ.Χ. έως σήμερα και εξετάζεται από τη Σύγχρονη Ιστορία.
Ακολουθούν άρθρα από την ελληνική και παγκόσμια ιστορία.
- Ο τόπος και οι άνθρωποι της Περσίας
- Περσία
- Οικονομία της μεσαιωνικής Δύσης
- Το ξύλο και άλλα υλικά του Μεσαίωνα
- Εξοπλισμένος κόσμος
- Ο τόπος και οι άνθρωποι της Περσίαςαπό Ζωή Δρακοπούλου
Ο τόπος στον οποίο μετακινήθηκαν οι αρχαίοι Πέρσες κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία ήταν η ζώνη των αλπικών ορέων πoυ εκτείνονται στις δυτικές και νότιες παρυφές των μεγάλων πεδιάδων της Κεντρικής Ασίας. Αυτά τα όρη απλώνονταν από την Ευρώπη μέχρι την Ανατολική Ασία και σε πολλά μέρη αποτελούνταν από δύο ή περισσότερες τεράστιες οροσειρές χωρισμένες μεταξύ τους από οροπέδια. Τα ποικίλα γεωμορφολογικά και βιογεωγραφικά γνωρίσματα καθορίζουν πόσο κατάλληλα είναι τα εδάφη ανάμεσα στην Κασπία και στον Περσκό Κόλπο για την υποστήριξη της ανθρώπινης διαβίωσης. Σε αυτό το περιβάλλον βρέθηκαν οι πρώτοι μετανάστες όταν μετακινήθηκαν προς Νότον κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες τις οποίες συνάντησαν επηρέασαν καθοριστικά τον χαρακτήρα των κοινωνιών που αναπτύχθηκαν έκτοτε στις περιοχές αυτές.

Τα όρη του Έλμπουρτζ Ο τόπος
Στην περιοχή που κατέλαβαν οι Πέρσες οι οροσειρές ακολουθούν σε γενικές γραμμές τη διεύθυνση Δύση-Ανατολή. Στον Βορρά, κυριότερη οροσειρά είναι τα όρη του Έλμπουρτζ, τμήμα μιας ορεινής αλυσίδας που εκτείνεται από τη Μκρά Ασία ως το Αφγανιστάν. Τα ψηλότερα όρη αυτής της οροσειράς βρίσκονται νοτίως της Κασπίας, με ψηλότερη κορυφή το Νταμαβάντ, που έχει υψόμετρο 5.601. Το Νταμαβάντ είναι επίσης το ψηλότερο όρος στη Μέση Ανατολή, και τα Έλμπουρτζ αποτελούν ένα τεράστιο φραγμό στη μετακίνηση από τα περσικά εδάφη προς τα βόρεια.
Νότια αυτών των ορέων, από τα οποία διαχωρίζεται με διαδοχικά υψίπεδα, βρίσκεται η οροσειρά του Ζάγρου. Πρόκειτα για ένα περίπλοκο ορεινό σχηματισμό με κορυφές που το υψόμετρό τους ξεπερνά τα 4.500μ. Το υψίμετρο που χωρίζει αυτές τις δύο απλικές οροσειρές έχει στη μεγαλύτερη έκτασή του υψόμετρο μεταξύ 1.000 και 1.500μ. τα ίδια τα υψίπεδα διασχίζονται από μικρότερες οροσειρές, με σημαντικότερη την Κοχρούντ, που χωρίζει τις ανατολικές ερήμους από την υπόλοιπη χώρα. Στη νοτιοδυτική πλευρά του βόρειου Ζάγρου διανοίγεται η μεγάλη αλλουβιανή λεκάνη της Μεσοποταμίας, την οποία αποστραγγίζουν οι ποταμοί Τίγρης και Ευφράτης. Η περιοχή αυτή έχει πολύ χαμηλότερο υψόμετρο από το υπόλοιπο Ιράν και συνεπώς εκεί επικρατούν διαφορετικές συνθήκες.
Το κλίμα της χώρας είναι ηπειρωτικό με ακραίες ετήσιες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και σχετικά περιορισμένες βροχοπτώσεις στις περισσότερες περιοχές. Στο Ισφαχάν, την παλιά πρωτεύουσα, στην καρδιά της χώρας τον χειμώνα η μέση θερμοκρασία πέφτει κάτω από το μηδέν, ενώ το καλοκαίρι ξεπερνά τους 30 βαθμούς κελσίου. Το μέσο ετήσιο ύψος των κατακρημνισμάτων είναι 108 χιλιοστόμετρα, ενώ από τον Ιούνιο ωςτον Σεπτέμβριο δεν έχουν καταγραφεί βροχοπτώσεις.
Η φυσική βλάστηση του Ιράν εμφανίζει μεγάλη ποικιλία. Ενώ στις περιοχές με χαμηλό υψόμετρο γύρω από τα βουνά επικρατούν οι λειμώνες της στέπας, στα ψηλά όρη υπάρχει μόνο αλπική βλάστηση. Καθώς η κεντρική περιοχή του οροπεδίου αποτελείται ως επί το πλείστον από ερημικά και ημιερημικά εδάφη, η φυσική βλάστηση είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Ο βορειότερες περιοχές γύρω από τη νότια ακτή της Κασπίας δέχονται τα πιο πολλά κατακρημνίσματα, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί και εκεί ένα αείφυλλο δάσος μεσογειακού τύπου.
Οι άνθρωποι
Η περιοχή του Ιράν κατοικείται εδώ και πολλές χιλιετίες. Ενώ γύρω από τα βουνά λαι στα πιο φιλόξενα σημεία του υψιπέδου ζούσαν πρωτόγονοι κτηνοτρόφοι, στη λεκάνη της μίας, στις δυτικές παρυφές του, αναπτύσσονταν πολύ πιο εξελιγμένες κοινωνίες. Πρόκειται για τους πρώτους πολιτισμούς, για εδραίους πληθυσμούς που ανέπτυξαν έναν εξελιγμένο τρόπο ζωής, έχτισαν μόνιμους οικοσμούς, καλλιεργιούσαν τη γη και χρησιμοποιούσαν τα μέταλλα. Στο όριο αναμεσα σε αυτούς του δύο κόσμους, στο σύγχρονο Χουζεστάν, βρισκόταν μία απο τις πιο εξελιγμένες τέτοιες κοινωνίες.
Πρόκειται για τους Ελαμίτες, οι οποίοι επεξέτειναν την επικράτειά τους από τις πεδιάδες μέχρι τα όρη από όπου εξόρυσσαν μέταλλα και έκαναν εμπόριο με την Ανατολή. Πρωτεύουσά τους ήταν τα Σούσα, η βάση από την οποία ορμώμενοι απέκτησαν σταδιακά τον έλεγχο σημαντικού μέρους της Μεσοποταμίας. Οι Ελαμίτες ανέπτυξαν επίσης στενές εμπορικές σχέσεις με πόλεις των Σουμερίων και με άλλα αστικά κέντρα της περιοχής.
Τη 2η π.Χ. χιλιετία η πόλη της Βαυλώνας έχοντας αναδειχθεί σε κυρίαρχη δύναμη στη Μεσοποταμία, προχώρησε στη δημιουργία του δικού της επεκτατικού κράτους. Εν τέλει οι Ελαμίτες έγιναν και οι ίδιοι κομμάτι του πολιτικού συστήματςο της Μεσοποταμίας και ενσωματώθηκαν στην Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία.
Τη 2η π.Χ. χιλιετία η άφιξη νέων ομάδων από την Κεντρική Ασία κλόνισε τους προηγούμενους αστικούς πολιτισμούς της Μεσοποταμίας. Το ισχυρό αυτό μεταναστευτικό κύμα προκλήθηκε πιθανώς από τις μεταβαλλόμενες ανθρωπογεωγραφικές συνθήκες στις ασιατικές εστίες των συγκεκριμένων πληθυσμών, με χαρακτηριστικά την επιδείνωση των κλιματικών συνθηκών και τις πληθυσμιακές πιέσεις. Τούτοι οι λαοί ήρθαν κυρίως από τις στέπες, τα εύκρατα βοσκοτόπια που διαμορφώνουν μια τεράστια ζώνη κατά μήκος της Ευρασίας, από την ανατολική Ευρώποη ως την ανατολική Ασία, και ήταν κυρίως νομάδες κτηνοτρόφοι.
Η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών, όπως η μείωση των βροχοπτώσεων, τους ώθησε να μετακινηθούν με την προσδοκία ότι θα βρουν καλύτερη γη. Τέτοιες νομαδικές μεταναστεύσεις διαμόρφωσαν τις συνθήκες για συγκρούσεις μεταξύ των φυλών και, επακόλουθα, για περισσότερες μετακινήσεις πληθυσμών σε αναζήτηση νέων εδαφών
Ο μετανάστες που έφθασαν στη Μέση Ανατολή ήταν σχεδόν από κάθε άποψη διαφορετικοί από τους γηγενείς πληθυσμούς. Είναι γνωστοί κυρίως ως Άριοι, λέξη που στα σανσκριτικά δηλώνει εκείνους που κατάγονται από ευγενική γενιά. Οι εκτεταμένες μεταναστεύσεις των Αρίων, τούς οδήγησαν σε πολλές και ποικίλες περιοχές, γενικά όμως κινήθηκαν προς Νότον.
Μήδοι και Πέρσες
Ανάμεσα στους πιο σημαντικούς πληθυσμούς που μετακινήθηκανσ τη Μέση Ανατολή ήταν οι λαοί που έμεινα γνωστοί στην ιστορία ως Μήδοι και Πέρσες. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στη δυτική περιοχή του σύγχρονου Ιράν γύρω από τη λίμνη Ούρμια. Εκεί ήρθαν σε επαφή με την Ασσυριακή Αυτοκρατορία, ένα ισχυρό και ανεπτυγμένο κράτος της βόρειας Μεσοποταμίας. Οι νεήλυδες σύντομα έγιναν υποτελείς των Ασσυρίων.
Ενώ οι Πέρσες κινήθηκαν έπειτα προς τα ανατολικά, οι Μήδοι εδραιώθηκαν στα δυτικά και τον 8ο π.Χ. αιώνα πλέον είχαν ιδρύσει ένα ισχυρό κράτος. Πρωτεύουσά τους ήταν τα Εκβάτανα. Κατόπιν οι Μήδιοι στράφηκαν ενάντια στους πρώην κυριάρχους τους. Το 612π.Χ. συμμαχώντας με τους Βαβυλωνίους, επεκτάθηκαν στη Νινευί, την πρωτεύουσα των Ασσυρίων και σε λίγα χρόνια καθυπόταξαν την αυτοκρατορία τους. Σύντομα οι Μήδοι επέβαλαν την ηγεμονία τους και επί των Περσών, οι οποίοι είχαν ήδη εδραιωθεί στα ανατολικά.
Οι Πέρσες δεν είχαν σταματήσει να κινούνται προς Ανατολάς, αρκετά μακριά από την κύρια ζώνη των συγκρούσεων της Μέσης Ανατολής, και είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή βόρεια του κύριου όγκου της οροσειράς του Ζάγρου. Γνωστή ως Παρς ή Φαρς, αυτή αποτελούσε, ήδη από της αρχές της 1π.Χ. χιλιετίας την κύρια περιοχή εγκατάστασης τους και κέντρο του κράτους που επρόκειτο να συγκροτήσουν. Μολονότι οι μετακινήσεις τους συνεχίστηκαν, η Παρς εδραιώθηκε ως πατρογονική ειστία και έκτοτε διατηρούσε πάντοτε ξεχωριστή θέση στη συνείδησή τους. Από την Παρς προήλθε η ονομασία Περσία.
Πηγή: Οι Πέρσες
- Περσίααπό Ζωή Δρακοπούλου
Η Περσία, η χώρα που τη δεκαετία του 1930 άλλαξε επισήμως το όνομά της σε Ιράν, είναι το λίκνο ενός αρχαίου πολιτισμού που ανάγεται στην 1η π.Χ. χιλιετία. Ωστόσο, παρότι βρίσκεται εγγύτερα στην Ευρώπη από ό,τι η υπόλοιπη Ασία, και στους αρχαίους χρόνους είχε στενές, αν και συνήθως εχθρικές, σχέσεις με τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, για την Περσία, ελάχιστα πράγματα μας είναι γνωστά. Στο πέρασμα των αιώνων συλλογές Περσών ποιητών που κυκλοφόρησαν στη Δύση, αντιμετωπίζονταν σε μεγάλο βαθμό σαν εξωτικός απόηχος μιας μυστηριώδους Ανατολής.

Βασιλιάς Τζαμσίντ Η Περσία αντιπροσώπευε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιστορίας τον «άλλον», τον ασιατικό πολιτισμό, που ήταν ριζικά διαφορετικός από τον ελληνορωμαϊκό, ο οποίος αποτέλεσε τη βάση όπου στηρίχθηκαν η ανάπτυξη της Ευρώπης και η διαμόρφωση της κουλτούρας της. Στο πλαίσιο αυτό, ο «άλλος» υπήρξε πάντοτε άγνωστος, συχνά ενοχλητικός και συνήθως επικίνδυνος. Στο διάβα της ιστορίας η σχέση με τους Ευρωπαίους ήταν κανόνα σχέση σύγκρουσης. Η Περσία υπήρξε η πρώτη χώρα που υιοθέτησε τον ρόλο του εχθρού, γύρω στα μέσα της 1ης π.Χ. χιλιετίας, ενώ εκείνοι οι οποίοι πρώτοι ανέδειξαν στην Ευρώπη πόσο διαφορετικοί ήταν οι Πέρσες, ήμασταν εμείς οι Έλληνες, οι κατεξοχήν εχθροί τους.
Από την Περσία στο Ιράν
Με την άνοδο του Ισλάμ τον 7ο μ.Χ. αιώνα, η ιδέα ότι η Ανατολή ενσαρκώνει τον «άλλον» αναθερμάνθηκε, ενώ απέκτησε και μία νέα διάσταση θρησκευτική. Στη νέα αυτή διάσταση της Ανατολής εντασσόταν πλέον ο ισλαμικός κόσμος στο σύνολό του, ο οποίος βέβαια περιλάμβανε την Περσία.
Πολλούς αιώνες αργότερα, η εξερεύνηση των θαλάσσιων δρόμων προς την Ανατολή από τους Ευρωπαίους θαλασσοπόρους οδήγησε στην ανακάλυψη ότι πλέοντας τη νότια Αφρική διανοιγόταν ένας δρόμος προς την Ινδία. Συνέπεια της ανακάλυψης αυτής ήταν ότι η Μέση Ανατολή, που ως τον 16ο αιώνα αντιπροσώπευε σε μεγάλο βαθμό για τους Ευρωπαίους την ιδέα της «Ανατολής», έγινε πλέον μια μεθόριος και η προσοχή στράφηκε προς τα ανατολικά της.
Η κατάσταση άλλαξε και πάλι με τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ το 1868, καθώς ο νέος θαλάσσιος δρόμος που ένωνε τη Μεσόγειομε την Ερυθρά Θάλασσα αναζωογόνησε το ενδιαφέρον για την περιοχή. Όμως για τους Ευρωπαίους, που είχαν τότε εμπορικές επαφές κυρίως με τη Νότια και την Ανατολική Ασία, η Μέση Ανατολή ήταν απλά και μόνο μια ενδιάμεση περιοχή από όπου περνούσε ο νέος, συντομότερος δρόμος προς τις περιοχές εκείνες, μια περιοχή χωρίς ιδιαίτερη σημασία.
Αρχές του 20ου αιώνα τα πράγματα άλλαξαν, ως απόρροια μιας σημαντικής τεχνολογικής εξέλιξης, της εφεύερεσης της μηχανής εσωτερικής καύσης, που μέχρι τα μέσα του αιώνα επρόκειτο να αντικαταστήσει τα περισσότερα υφιστάμενα κινητήρια μέσα. Η νέα αυτή μηχανή χρησιμοποιούσε ως καύσιμο το πετρέλαιο. Παρότι αυτό αντλούνταν σε διάφορες περιοχές, κυρίως στη νότια Ρωσία, οι σχετικές ποσότητες αποδείχτηκαν για πολλούς λόγους, ανεπαρκείς.
Οι έρευνες για πετρέλαιο εντατικοποιήθηκαν και σύντομα ανακαλύφθηκαν τεράστια κοιτάσματα στην Μέση Ανατολή. Τα πρώτα εντοπίστηκαν από τους Άγγλους στην Περσία και ιδρύθηκε η Αγγλο-Περσική, κατόπιν Αγγλο-Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου. Η Εταιρεία αυτή κατασκεύασε έπειτα ένα τεράστιο διυλιστήριο στο Αμπαντάν, στα νότια παράλια της χώρας, από όπου δεξαμενόπλοια άρχισαν να μεταφέρου πετρέλαιο στην Αγγλία. Έτσι το ενδιαφέρον για την Περσία αναβαθμίστηκε. Αυτή τη φορά είχε να κάνει με την αξιοποίηση ενός φυσικού πόρου, καθώς το πετρέλαιο είχε ζωτική σημασία για την Αγγλία, προκειμένου να διατηρήσει τη θεση της ως ηγετικής αυτοκρατορικής δύναμης στον κόσμο. Η εκμετάλλευση του πετρελαίου προς όφελος της Αγγλίας θεωρούνταν θεμελιώδους σημασίας, γι΄αυτό και ήταν απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η Περσία θα ανήκε σταθερά στην αγγλική σφαίρα επιρροής.
Απότοκη αυτών των επιδιώξεων ήταν η αναζωογόνη του ενδιφέροντος για την περσική γλώσσα, που οδήγησε αναπόφευκτα και στην γνώση -όχι όμως και στην ουσιαστική κατανόηση- της ιστορίας των παραδόσεων και της λογοτεχνίας της χώρας της Μέσης Ανατολής. Ενώ η Περσία δεν αποτέλεσε ποτέ τμήμα της Αγλικής Αυτοκρατορίας πέρασε γρήγορα στην σφαίρα επιρροής της. Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου έγινε πλέον ένα μικρό τμήμα στην ευρύτερη σφαίρα επιρροής της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας των νεώτερων χρόνων.
Τούτη η περίοδος υποτέλειας διήρκεσε το μεγαλύτερο διάστημα του 20ου αιώνα. Η αυλαία της έπεσε με την άνοδο της ισλαμικής ιδεολογίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είχαν πάρει από την Αγγλία τη σκυράλη της κυρίαρχης δύναμης στη Μέση Ανατολή, μολονότι το Ιράν, πλέον, εξακολουθούσε να είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής πετρελαίου της Αγγλίας. Το 1980 γεννήθηκε η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και το καθεστώς υποτέλειας στη Δύση τερματίστηκε ακαριαία. Η Ισλαμική Δημοκρατία ήταν εξαρχής εχθρική προς τη Δύση και αμέσως εκδήλωσε την επιθυμία να αναδείξει ξανά τη χώρα σε παγκόσμια δύναμη.
Τον 21ο αιώνα το όραμα αυτό περιελάμβανε ακόμη και το ενδεχόμενο να γίνει το Ιράν πυρηνική δύναμη. Οι εξελίξεις αυτές προκαλούσαν ανησυχία στη Δύση, καθώς ενέτασσε το Ιράν στις δυνάμεις εκείνες οι οποίες θα μπορούσαν να απειλήσουν την παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Αν και το Ιράν εξακολουθύοσε να αποτελεί μέρος του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου, ο οποίος σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιθέσεις, διατηρούσε εντούτοις μια μοναδική θέση. Είχε τα δικά του διακριτά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, που το διαφοροποιούσαν από την αραβική κουλτούρα η οποία κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο τμήμα της Μέσης Ανατολής, ενώ επίσης είχε αναπτύξει και τη δική του εκδοχή για το ισλάμ. Αυτή η σιιτική εκδοχή δεν εγινε αποδεκτή από τους σουνίτες μουσουλμάνους και αυτό ήταν ένας από τους παράγοντες που διαφοροποιούσαν το Ιράν από τους γείτονές του.
Η διαμόρφωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της χώρας ανάγεται στους προϊσλαμικούς χρόνους, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και στον αρχαίο πολιτισμό της. Μολονότι πρόκειται κατά μία έννοια για έναν «χαμένο» πολιτισμό, στο πέρασμα των αιώνων αυτός ανακαλύφθηκε και εκ νέου, και άφησε το αποτύπωμα του στη διαμόρφωση του σύγχρονου Ιράν.
Πηγή: Οι Πέρσες
- Οικονομία της μεσαιωνικής Δύσηςαπό Ζωή Δρακοπούλου
Η οικονομία της μεσαιωνικής Δύσης αποσκοπεί μόνο στην συντήρηση των ανθρώπων. Όταν φαίνεται να ξεπερνά την ικανοποίηση της αυστηρής αυτής ανάγκης, τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η συντήρηση είναι κοινωνικο-οικονομικός και όχι απολύτως υλικός όρος. Στις μάζες αρκεί η συντήρηση, με την στενή έννοια του όρου, δηλαδή ό,τι είναι αναγκαίο για τη ζωή: τροφή, ρούχα, κατοικία. Η μεσαιωνική οικονομία είναι ουσιαστικά αγροτική, θεμελιώνεται πάνω στη γη η οποία παρέχει τα αναγκαία. Αυτή η απαίτηση της επιβίωσης είναι σαφώς η βάση της μεσαιωνικής οικονομίας, και όταν αυτή η οικονομία εγκαθιδρύεται, κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, προσπαθούν να εγκαταστήσουν κάθε αγροτική οικογένεια -κοινωνικοοικονομική μονάδα- σε ένα τυπικό μερίδιο γης, που πρέπει να συντηρεί μια κανονική οικογένεια.

Αγροτικές εργασίες το Μεσαίωνα Για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα η συντήρηση περιλαμβάνει ικανοποίηση μεγαλύτερων αναγκών. Πρέπει να τους επιτρέπει να διατηρούν την κοινωνική τους θέση, να μην εκπίπτουν. Η συντήρησή τους εξασφαλίζει κατά ένα μικρό μέρος από εισαγωγές από το εξωτερικό και τα υπόλοιπα παρέχονται από την εργασία της μάζας των αγροτών. Αυτή η εργασία δεν έχει σκοπό την οικονομική πρόοδο, ούτε την ατομική, ούτε τη συλλογική. Περιλαμβάνει, μαζί με θρησκευτικούς και ηθικούς σκοπούς, -αποφυγή της οκνηρίας, μετάνοια με τον μόχθο, ταπείνωση του σώματος-, και οικονομικούς στόχους, εξασφάλιση της διαβίωσης για τους ίδιους αλλά και για τους φτωχούς που είναι ανίκανοι να την εξασφαλίσουν από μόνοι τους.
Το οικονομικό ιδεώδες ορίζεται την εποχή των Καρολιδών από τον Θεοδούλφο, ο οποίος σπεύδει να υπενθυμίσει σε όλους τους εργαζόμενους τους πνευματικούς στόχους της οικονομικής δραστηριότητας -δεκάτη, ελεημοσύνες- και ισχύει σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα. Εκείνοι που επιδίδονται σε συναλλαγές και εμπόριο δεν πρέπει να επιθυμούν τα επίγεια κέρδη περισσότερο από την αιώνια ζωή. Όπως αυτοί που ασχολούνται με τους αγρούς ή σε άλλες εργασίες για να αποκτήσουν την τροφή, τα ρούχα και τα άλλα που τους είναι αναγκαία οφείλουν να δίνουν την δεκάτη και ελεημοσύνες, έτσι και αυτοί που για να κανοποιήσουν τις ανάγκες τους ασχολούνται με το εμπόριο, θα πρέπει να κάνουν το ίδιο. Ο Θεός έδωσε στον καθένα ένα επάγγελμα για να ζει από αυτό, και ο καθένας πρέπει να αντλεί από αυτό το επάγγελμά του, που τού παρέχει ό,τι είναι αναγκαίο για το σώμα του, και μια βοήθεια για την ψυχή του, που είναι ακόμα πιο αναγκαία.
Κάθε οικονομικός υπολογισμός που ξεπερνά την πρόβλεψη των αναγκαίων καταδικάζεται αυστηρά. Δίχως άλλο, οι γαιοκτήμονες, και περισσότερο από όλους οι εκκλησιαστικοί άρχοντες και συγκεκριμένα τα αββαεία που έχουν προσωπικό που διαθέτει καλύτερα πνευματικά εργαλεία, θέλησαν να γνωρίσουν, να προβλέψουν και να βελτιώσουν την παραγωγή των γαιών τους. Ήδη από την εποχή των Καρολιδών, διατάγματα, πολύπτυχα και αυτοκρατορικές ή εκκλησιαστικές απογραφές δηλώνουν αυτό το οικονομικό ενδιαφέρον.
Σε αυτές τις χωροδεσποτείες, ο αγρότης που ήταν υπεύθυνος για την διευθέτηση της εκμετάλλευσης, έπρεπε να αποδίδει όλους τους λογαριασμούς στους γραμματείς που έρχονταν να τους καταγράψυν στη γιορτή του Αγίου Μιχαήλ, για να τους υποβάλλουν έπειτα για επαλήθευση τους εισηγητές του δικαστηρίου. Πρόκειται μάλλον για προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η προαγγελόμενη κρίση, συνεχίζοντας την παραγωγή των αναγκαίων, διοικώντας και υπολογίζοντας καλύτερα, και μια προσπάθεια να αντιμετωπισθεί επίσης η πρόοδος της εγχρηματισμένης οικονομίας.
Όταν υπήρξε οικονομική ανάπτυξη στη Μεσαιωνική Δύση (11ος-12ος αιώνας), η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της δημογραφικής ανάπτυξης. Είχε να κάνει με την αντιμετώπιση μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων που έπρεπε να τραφούν, να ενδυθούν, να αποκτήσουν κατοικία. Οι εκχερσώσεις και η επέκταση της καλλιέργειας ήταν το κυριότερο αντίδοτο που αναζητήθηκε γι΄ αυτό το πληθυσμιακό πλεόνασμα.
Ο Μεσαίωνας, όπως και η Αρχαιότητα, γνώρισε για μεγαλο διάστημα, ως κυρίαρχη αν όχι ως μοναδική μορφή δανείου τον δανεισμό για καταναλωτικούς σκοπούς, ενώ το δάνειο για παραγωγικούς σκοπούς παρέμενε σχεδόν ανύπαρκτο. Ο τόκος για καταναλωτικό δάνειο απαγορευόταν μεταξύ των χριστιανών και συνιστούσε απλή τοκογλυφία που καταδικαζόταν από την Εκκλησία.
Όλες οι μεσαιωνικές κοινωνικές κατηγορίες ήταν υποταγμένες σε ισχυρές οικονομικές και ψυχολογικές πιέσεις που είχαν ως αποτέλεσμα, να έχουν και ως στόχο, την αντίθεση σε κάθε συσσώρευση ικανή να προκαλέσει οικονομική πρόοδο. Οι κρατήσεις που οι άρχοντες, με τη μορφή φεουδαρχικής προσόδου, και η Εκκλησία, με τη μορφή δεκάτης ή αγαθοεργιών, επέβαλλαν στην παραγωγή της εργασίας της μάζας των αγροτών, περιόριζαν τους αγρότες, στο κατώτατο όριο επιβίωσης.
Η ίδια η Εκκλσηία ξόδευε ένα μέρος από τα πλούτη της σε είδη πολυτελείας προς όφελος ενός τμήματος των μελών της -του υψηλού κλήρου που αποτελούνταν από επισκόπους, αββάδες και κανονικούς ιερείς- ακινητοποίησε ένα άλλο μέρος για τη δόξα του Θεού, με την κατασκευή και τη διακόσμηση εκκλησιών και την τελετή της λειτουργίας, και χρησιμοποιούσε τα υπόλοιπα για να συντηρεί τους φτωχούς.
Όσο για την κοσμική αριστοκρατία , αυτή καλούνταν να σπαταλήσει τα πλεάσματα της σε δωρεές, σε αγαθοεργίες και σε εκδηλώσεις μεγαλοδωρίας στο όνομα του χριστιανικού ιδεώδους της ελεημοσύνης και του ιπποτικού ιδεώδους της γενναιοδωρίας που είχε αξιόλογη οικονομική σημασία. Η αξιοπρέπεια και η τιμή των αρχόντων απαιτούσε να ξοδεύουν χωρίς να υπολογίζουν: η κατανάλωση και η σπατάλη που χαρακτηρίζουν τις πρωτόγονες κοινωνίες απορροφούσαν το σύνολο σχεδόν των εσόδων τους.
Όταν, τέλος, υπήρχε συσσώρευση, επρόκειτο για αποθησαύριση. Αποθησαύριση που αποσκοπούσε στα πολυτελή αντικείμενα και εκτός από τον ρόλο της ως γοήτρου δεν είχε παρά μία μη δημιουργική οικονομική λειτουργία. Πολυτελή σερβίτσια, θησαυροί από λιωμένα νομίσματα, από νομίσματα που τίθενται σε κυκλοφορία όταν προκύψει μια καταστροφή, σε καιρό κρίσης, έρχονταν και αυτά με τη σειρά τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες διαβίωσης σε στιγμές κρίσης και δεν τροφοδοτούσαν μια σταθερή και συνεχή παραγωγική δραστηριότητα.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacque Le Goff
- Το ξύλο και άλλα υλικά του Μεσαίωνααπό Ζωή Δρακοπούλου
Ο Μεσαίωνας είναι ο κόσμος του ξύλου. Το ξύλο ήταν τότε το οικουμενικό υλικό. Πρόκειται για ξύλο μέτριας συνήθως ποσότητας ή για κομμάτια ξύλου που έχουν περιορισμένες διαστάσεις και είναι ανεπαρκώς κατεργασμένα. Τα μεγάλα μονοκόμματα ξύλα που χρησιμεύουν στην κατασκευή των μεγάλων οικοδομημάτων, των ιστίων για τα καράβια και τις ξυλωσιές -το «βαρελοσάνιδο»-, και τα οποία κόβονται και παίρνουν σχήμα δύσκολα, είναι ακριβά, αν όχι πολυτελή υλικά.

Στο Μεσαίωνα το ξύλο μαζί με τα προϊόντα της γης, είναι τόσο πολύτιμο υλικό που γίνεται σύμβολο των επίγειων αγαθών. Μεταξύ των ψυχών που πηγαίνουν στο Καθαρτήριο, ο Χρυσός Θρύλος αναφέρει εκείνες που πεθαίνοντας, φέρνουν μαζί τους «το ξύλο, το χορτάρι και το παράφυλλο», τις ψυχές δηλαδή που αν και λατρεύουν τον Θεό μένουν συνδεδεμένες με τα αγαθά της γης.
Ένα άλλο προϊόν εξαγωγής προς την Ανατολή, ήδη από την εποχή των Καρολιδών, ήταν ο σίδηρος ή μάλλον τα σπαθιά -τα φραγκικά σπαθιά αφθονούσαν στις μουσουλμανικές πηγές του πρώιμου Μεσαίωνα. Αλλά πρόκειται για προϊόν πολυτελείας, που είναι καρπός της επιδεξιότητας των βαρβάρων σιδηρουργών, που ήταν ειδικοί στις μεταλλουργικές τεχνικές, οι οποίες, διαμέσου της στέππας, ήρθαν από την κεντρική Ασία, που ήταν ο κόσμος των μετάλλων.
Ο σίδηρος είναι ένα αντικείμενο που έλκει την προσοχή. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο σιδηρουργός, ήδη από τον πρώιμο Μεσαίωνα, είναι εξαιρετική προσωπικότητα. Οφείλει αυτό το φωτοστέφανο στη δραστηριότητά του ως κατασκευαστής όπλων, σπαθιών και σε μια παράδοση που τον ανάγει, μαζί με τον χρυσοχόο, σε ένα ιερό ον που παρέδωσε στη μεσαιωνική Δύση η βάρβαρη σκανδιναβική και γερμανική παράδοση.
Το υλικό όμως που στο Μεσαίωνα ανταγωνίζεται το ξύλο δεν είναι ο σίδηρος, που γενικά η συμβολή του είναι ποσοτικά μικρή -κόψεις των εργαλείων, καρφιά, πέταλα, συνδετικοί δοκοί και οπλισμός τοίχων- αλλά η πέτρα. Το ξύλο και η πέτρα είναι το ζεύγος των βασικών υλικών της μεσαιωνικής τεχνικής. Εξάλλου οι αρχιτέκτονες είναι ταυτόχρονα ξυλουργοί και κτίστες και οι εργάτες των οικοδομών χαρακτηρίζονται ως εργάτες του ξύλου και της πέτρας. Επίσης για μεγάλο χρονικό διάστημα η πέτρα θεωρείται πολυτέλεια σε σχέση με το ξύλο. Από τον 11ο αιώνα, η μεγάλη ανάπτυξη της οικοδομής, που ήταν βασικό φαινόμενο της μεσαιωνικής οικονομικής εξέλιξης, συνίσταται συχνά στην αντικατάσταση της ξύλινης κατασκευής από τη λίθινη. Αυτό ισχύει για τις εκκλησίες, τα γεφύρια και τα σπίτια. Σε σχέση με το ξύλο,η πέτρα είναι ευγενές υλικό.
Η κατοχή ενός πέτρινου σπιτιού είναι ένδειξη πλούτου και ισχύος -ο Θεός, η Εκκλησία και οι άρχοντες είναι οι πρώτοι που απέκτησαν πέτρινη οικία- , αλλά η κατοχή της πέτρας θα γίνει λίγο αργότερα η ένδειξη της ανόδου των πλουσιότερων αστών. Πρόοδος, τιμή και κατόρθωμα για τον Μεσαίωνα είναι να βρει κανείς μια εκκλησία από ξύλο και να την κάνει πέτρινη.
Ο Μεσαίωνας είναι μια ένδοξη συλλογή από πέτρες, καθεδρικούς ναούς και πύργους. Αλλά οι πέτρες αυτές αντιπροσωπεύουν ένα ελάχιστο μέρος από, ότι υπήρξε. Από το ξύλινο σώμα απέμειναν μερικά μόνο οστά και κάποια ακόμη πιο ταπεινά άφαρτα υλικά: άχυρα, λάσπη και αχυρόλασπη. Τίποτα δεν εικονίζει καλύτερα τη θεμελιώδη πίστη του Μεσαίωνα στον διαχωρισμό της ψυχής από το σώμα και την επιβίωση της ψυχής μονάχα. Αυτό που μας άφησε – αφού το σώμα έγινε σκόνη- είναι η ψυχή που ενσαρκώνεται στην πέτρα που διαρκεί.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacque Le Goff
- Εξοπλισμένος κόσμοςαπό Ζωή Δρακοπούλου
Η μεσαιωνική Δύση θεωρείται ως ένας κόσμος μέτρια εξοπλισμένος, ή πιο σωστά υποεξοπλισμένος. Αυτό γιατί λανθασμένα την συγκρίνουμε με το σύγχρονο του Βυζάντιο και την Κίνα, που υπερέχουν χάρη στη λάμψη της εκχρηματισμένης οικονομίας, του αστικού πολιτισμού και της πολυτελούς παραγωγής. Το επίπεδο των τεχνικών είναι και εκεί μέτριο. Ο πρώιμος Μεσαίωνας γνωρίζει σε αυτό το πεδίο μια βέβαιη οπισθοδρόμηση σε σχέση με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Αντίστροφα, από τον 12ο αιώνα και στο εξής, εμφανίζονται και αναπτύσσονται σημαντικές τεχνολογικές πρόοδοι. Ωστόσο ανάμεσα στον 5ο και τον 14ο αιώνα οι εφευρέσεις είναι ισχνές. Πάντως, η πρόοδος, που είναι κυρίως ποσοτική παρά ποιοτική δεν είναι αμελητέα. Η θετική όψη της τεχνικής εξέλιξης στη μεσαιωνική Δύση προσφέρεται από τη διάδοση εργαλείων, μηχανών και τεχνικών, που ήταν γνωστά από την αρχαιότητα αλλά παρέμειναν μάλλον σπάνια και αξιοπερίεργα παρά καινοτομίες.
Οι δύο πιο θεαματικές και επαναστατικές «μεσαιωνικές εφευρέσεις» χρονολογούνται στην Αρχαιότητα, αλλά για τον ιστορικό η ημερομηνία γέννησής τους, που είναι αυτής της διάδοσης και όχι της εφεύρεσης τους, είναι ο Μεσαίωνας. Ο νερόμυλος είναι γνωστός στην Ιλλυρία ήδη από τον 2ο π.Χ. αιώνα, στην Μικρά Ασία από τον 1ο π.Χ. αιώνα και υπήρχε και στον ρωμαϊκό κόσμο. Τον περιγράφει ο Βιτρούβιος και η περιγραφή του δείχνει ότι οι Ρωμαίοι είχαν τελειοποιήσει σημαντικά τους πρώτους νερόμυλους, αντικαθιστώντας τους πρωτόγονους οριζόντιους τροχούς με κάθετους τροχούς με γρανάζια, που συνέδεαν τον οριζόντιο άξονα των τροχών με τον κάθετο άξονα της μυλόπετρας.
Αντίστοιχα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το μεσαιωνικό άροτρο προέρχεται από το άροτρο με τροχούς που περιγράφει ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος τον 1ο αιώνα. Διαδίδεται και τελειοποιείται με αργό ρυθμό κατά την διάρκεια του πρώιμου Μεσαίωνα. Φιλοσοφικές μελέτες καθιστούν πολύ εύλογη μια κάποια διάδοση του αρότρου στις σλαβικές χώρες.
Από την άλλη, είναι πιθανός ένας μεγάλος αριθμός μεσαιωνικών εφευρέσεων που δεν αποτελούν ελληνορωμαϊκή κληρονομιά, είναι δάνεια από την Ανατολή. Χωρίς να έχει αποδειχθεί το γεγονός, ισχύει πιθανώς για τον ανεμόμυλο που είναι γνωστός στην Κίνα και ύστερα στην Περσία από τον 7ο αιώνα, στην Ισπανία παρατηρείται τον 10ο, αλλά και στον χριστιανικό κόσμο δεν εμφανίζεται πριν από το τέλος του 12ου αιώνα.
Ωστόσο, ο εντοπισμός των πρώτων ανεμόμυλων που έχουν καταγραφεί σήμερα σε μια περιορισμένη ζώνη γύρω από τη Μάγχη και οι διαφορές στη μορφή ανάμεσα στον ανατολικό ανεμόμυλο που δεν έχει πτερύγια αλλά διαθέτει υψηλές πολεμίστρες που συγκεντρώνουν τη δράση των ανέμων σε μεγάλους κάθετους τροχούς, τον δυτικό τύπο ανεμόμυλου με τέσσερα μεγάλα πτερύγια και τον μεσογειακό, τέλος, τύπο με πολυάριθμα τριγωνικά υφάσματα που τεντώνονται από ένα σύνολο σκοινιών, όπως αυτοί της Μυκόνου, καθιστούν πιθανή την ανεξάρτητη εμφάνιση του ανεμόμυλου στις τρεις αυτές γεωγραφικές ζώνες.
Όποια κι αν είναι η σημασία της διάδοσης της τεχνολογικής προόδου, αυτό που παρ΄ όλα αυτά χαρακτηρίζει το σύμπαν των τεχνικών της μεσαιωνικής Δύσης, περισσότερο και από την έλλειψη εφευρετικού πνεύματος, είναι ο υποτυπώδης τους χαρακτήρας. Οι νοοτροπίες είναι αναμφίβολα, εν πολλοίς, υπεύθυνες για τούτην την ένδεια και την τεχνική στασιμότητα.
Μονάχα μια κυρίαρχη μειοψηφία από λαϊκούς και εκκλησιαστικούς άρχοντες έχει και μπορεί να ικανοποιήσει ανάγκες σε είδη πολυτελείας. Τα προμηθεύεται χάρη σε εισαγωγές ξένων προϊόντων που προέρχονταν από το Βυζάντιο ή τον μουσουλμανικό κόσμο ή τα αποκτά χωρίς βιοτεχνική ή βιομηχανική επεξεργασία ή ακόμα τα παραγγέλνει σε μικρές ποσότητες από ειδικούς.
Οι μάζες, αν και δεν προσφέρουν πια στους άρχοντες τόσο φθηνό και εκμεταλλεύσιμο εργατικό δυναμικό όσο οι αρχαίοι σκλάβοι, είναι ακόμη αρκετά πολυάριθμες και υποταγμένες στις οικονομικές απαιτήσεις για να συντηρούν τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και οι ίδιες ζουν λίγο πολύ άθλια, χρησιμοποιώντας υποτυπώδη εργαλεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυριαρχία της λαϊκής και κληρικής αριστοκρατίας είχε μονάχα αρνητικές όψεις, ανασταλτικές για τον τεχνικό τομέα. Σε ορισμένους τομείς, οι ανάγκες ή οι επιθυμίες της ευνόησαν κάποια πρόοδο.
Η εξέλιξη του εξοπλισμού και της στρατιωτικής τέχνης, που προορίζεται βασικά για μια αριστοκρατία πολεμιστών επιφέρει πρόοδο στη μεταλλουργία και τη βαλλιστική.
Η Εκκλησία συμβάλλει στην πρόοδο της μέτρησης του χρόνου για τις ανάγκες του εκκλησιαστικού ημερολογίου και της ανέγερσης εκκλησιών -των πρώτων μεγάλων οικοδομημάτων στον Μεσαίωνα- δίνει ώθηση στην τεχνική πρόοδο, όχι μόνο στις τεχνικές της οικοδόμησης αλλά και τα εργαλεία, τις μεταφορές και στις ελάσσονες τέχνες όπως η υαλουργία.
Μολαταύτα, η νοοτροπία των κυρίαρχων τάξεων είναι αντιτεχνολογική. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του μεσαίωνα, μέχρι τον 13ο αιώνα και εν μέρει μετά από αυτόν, το εργαλείο, το όργανο και οι τεχνικές όψεις της εργασίας, εμφανίζονται στην λογοτεχνία και την τέχνη ως σύμβολα. Τις αναπαραστάσεις που διαθέτουμε, τις οφείλουμε σε χριστολογικές αλληγορίες για τον μύλο, τον μυστικό ληνό και το κάρο. Μερικά εργαλεία εμφανίζονται ως σύμβολα, διακριτικά ενός αγίου.
Δεν υπάρχει όμως τομέας της μεσαιωνικής ζωής όπου ένα άλλο χαρακτηριστικό της νοοτροπίας, η φρίκη που προκαλούν οι καινοτομίες, να έδρασε με μεγαλύτερη δύναμη εναντίον της πρόοδου από ό,τι το πεδίο της τεχνικής. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η ανανέωση θεωρούνταν αμαρτία. Έθετε σε κίνδυνο την οικονομική, κοινωνική και διανοητική ισορροπία. Και οι καινοτομίες καθώς στρέφονται προς όφελος του άρχοντα, συγκρούονται με τη βίαιη ή την παθητική αντίσταση των μαζών.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο δυτικός Μεσαίωνας δεν συνέθεσε τεχνική πραγματεία διότι τα πράγματα αυτά θεωρούνταν ανάξια να γραφτούν ή συνιστούσαν ένα μυστικό που δεν έπρεπε να διαδοθεί.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff
