Τη στρατιωτική και κοινωνική βάση του ρωμαϊκού κράτους κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα αποτελεί ακόμη ο αγροτικός πληθυσμός και οι μικροί γαιοκτήμονες των άλλων συμμαχικών κοινοτήτων της Ιταλίας. Όλοι αυτοί σχηματίζουν μια μεγάλη τάξη παράλληλα όμως με αυτήν δημιουργούνται τώρα και άλλες που αυξάνονται γρηγορότερα, εφόσον η εξέλιξη τους ευνοείται από τις νέες οικονομικές συνθήκες.Το βάρος των Καρχηδονιακών πολέμων το είχαν σηκώσει κυρίως οι αγρότες. Αυτούς περισότερο από κάθε άλλον έπληξε το tributum, ο πολεμικός φόρος που επιβαλλόταν επανειλημμένως κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών.

Η τάξη αυτή είχε επίσης μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπους και έχασε τα ισχυρότερα και ικανότερα μέλη της. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες υπέφεραν λιγότερο, οπωσδήποτε όμως και αυτοί πιο πολύ από την ανερχόμενη τάξη των επιχειρηματιών, οι οποίοι αντίθετα πλούτισαν κατά τη διάρκεια των πολέμων εκτελώντας τις παραγγελίες που τους ανέθετε το κράτος, ανεφοδιασμό του στρατού κατασκευές πλοίων και δρόμων και άλλες υπηρεσίες.

Τους Καρχηδονιακούς πολέμους ακολούθησαν νκηφόρες εκστρατείες στην Ανατολή, στις πλούσιες χώρες του ελληνιστικού κόσμου. Ο πόλεμος στην αρχαιότητα δεν ήταν απλώς πολεμική επιχείρηση, ήταν συγχρόνων και εμπορική. Μια πολεμική εισφορά που επέβαλλαν οι κατακτητές μπορούσε βέβαια να φθάσει άθικτη στο ρωμαϊκό θησαυροφυλάκιο. Ένα σημαντικό όμως μέρος της πολεμικής λείας -χρυσός, άργυρος, ζώα, δούλοι,- έμενε, νόμιμα ή μη, στα χέρια των στρατηγών, αξιωματικών και στρατιωτών.

Γι΄αυτό παρουσιάζεται αυτά τα χρόνια στη Ρώμη μια τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου, το οποίο ανήκει είτε σε στρατηγούς είτε σε αξιωματικούς, σε μέλη δηλαδή της συγκλητικής τάξης, είτε σε προμηθευτές του στρατού και σε πρόσωπα που εμπορεύονταν τα πολεμικά λάφυρα. Αυτό το κεφάλαιο έπρεπε οπωσδήποτε κάπου να επενδυθεί. Από την άλλη, το κράτος του οποίου η σταθερή εισοδηματική πηγή ήταν οι δημόσιες γαίες, ζητούσε κεφάλαια για να αυξήσει την απόδοσή τους. Η ασφαλέστερη επένδυση ήταν η απόκτηση γης και οι δούλοι από την Ανατολή και τη Δύση, που πλημύριζαν ασταμάτητα την Ιταλία, εξασφάλιζαν το απαραίτητο για τη γεωργία εργατικό δυναμικό.

Οι υπηρεσίες (ανεφοδιασμό του στρατού κατασκευές πλοίων και δρόμων και άλλες) που προσφέρονταν στο κράτος κατά τη διάρκεια των πολέμων απαγορευόταν να τις προσφέρουν οι συγκλητικοί. Μετά τους πολέμους όμως η Ρώμη απέκτησε τεράστιες εκτάσεις μέσα και έξω από την Ιταλία, οι οποίες περιείχαν δάση, ορυχεία, λατομεία, αλιευτικές ζώνες, αλατορυχεία, αλυκές, λιβάδια για κτηνοτροφία. Όλον αυτόν το φυσικό πλούτο το κράτος έπρεπε να το εκμεταλλευτεί και ο μοναδικός τρόπος για να τον πετύχει ήταν η ενοικίαση των περιοχών αυτών ή η παροχή δικαιώματος εκμετάλλευσης τους κατόπιν συμβολαίου με το δημόσιο.

Η Ρώμη, όμως, με σύστημα μονοετούς παραμονής των αρχόντων στην εξουσία δεν μπορούσε άμεσα να αξιοποιήσει τις πλουτοπαραγωγικές αυτές πηγές. Έτσι περιέρχονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε ανθρώπους που μέσα στις δυσκολίες του πολέμου είχαν στραφεί στο εμπόριο και κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα κεφάλαιο. Ο πόλεμος, λοιπόν, έγινε αιτία να δημιουργηθεί και μία νέα τάξη πλουσίων, που δεν ανήκε στην τάξη των συγκλητικών.

Αυτοί οι άνθρωποι δρούσαν ο καθένας χωριστά ή κατά ομάδες, σχηματίζοντας εταιρείες και ενώσεις με σκοπό να εκμεταλλευτούν από κοινού τα διάφορα είδης της κρατικής ιδιοκτησίας. Με την περιουσία που κατείχαν κατατάσσονταν στο ιππικό και σιγά-σιγά η τάξη αυτή των πλουσίων επιχειρηματιών κατέληξε να ταυτίζεται με τη μερίδα των πολιτών που υπηρετούσαν ως ιππείς, δηλαδή με τους equites, οι οποίοι αποτελούσαν κάποτε τους 18 πρώτους λόχους της πρώτης τάξης.

Κεφαλαιούχοι, οι νέοι γαιοκτήμονες

Γαιοκτήμονες και κεφαλαιούχοι

Σύμφωνα με το παλιό σύστημα, ο αγρότης, που ήταν Ρωμαίος πολίτης, έμενε στα κτήματά του και τα καλλιεργούσε με τη βοήθεια της οικογένειας του ή μερικών δούλων του, οι οποίοι, από οικονομική άποψη, αποτελούσαν και αυτοί μέλη της οικογένειας (η έννοια familia στην Αρχαία Ρώμη δεν κάλυπτε αποκλειστικά μόνο τα μέλη της οικογένειας, αλλά όλους τους πελάτες και δούλους οι οποίοι έπαιρναν ενεργό μέρος στις εργασίες του σπιτιού).

Η άνοδος μιας πολυάριθμης τάξης κεφαλαιούχων, οι οποίοι επιθυμούσαν να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους στη γη, προκάλεσε την εισαγωγή ενός συστήματος καλλιέργειας που για την Ιταλία ήταν νέο, μολονότι στην ελληνιστική Ανατολή και στην Καρχηδόνα εφαρμοζόταν από πολύ πριν. Παράλληλα, λοιπόν με το παλαιό σύστημα εμφανίζεται και αυτό που βασίζεται στο κεφάλαιο και στην εργασία των δούλων. Οι γαιοκτήμονας διευθύνει τα κτήματά του από μακριά, ζώντας στη Ρώμη ή σε κάποια άλλη ιταλική πόλη, όπου αφιερώνει τον χρόνο του σε διάφορες επιχειρήσεις. Οι νέοι αυτοί γαιοκτήμονες βλέπουν τη γη μόνο ως επένδυση των κεφαλαίων τους και γι΄αυτό επιδιώκουν να ανακαλύπτουν τις αποδοτικότερες μεθόδους καλλιέργειας.

Τέτοιου είδους μέθοδοι είχαν ανακαλυφθεί από τους Έλληνες πολύ πριν. Στις βοτανολογικές του έρευνες ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του έδιναν πάντα την πρώτη θέση στη σπουδή εκείνων των φυτών που είναι χρήσιμα στον άνθρωπο. Επίσης οι ζωολογικές μελέτες τους είχαν ως κύριο αντικείμενο τα κατοικίδια ζώα.

Τις περισσότερες παρατηρήσεις των βοτανολόγων και ζωολόγων είχε αξιοποιήσει στην πράξη μια ολόκληρη σειρά καλλιεργητές. Συνδυάζοντας την επιστημονική θεωρία με την πείρα συνέταξαν γεωπονικά εγχειρίδια στα οποία υποδείκνυαν τις αποδοτικότερες και πιο κατάλληλες για τις διάφορες περιοχές μεθόδους καλλιέργειας. Τα εγχειρίδια αυτά δεν απευθύνονταν βέβαια στους μικροκαλλιεργητές αλλά στους πλούσιους γαιοκτήμονες που διέθεταν κεφάλαια και άφθονα εργατικά χέρια, δούλους και δουλοπαροίκους. Οι οδηγίες που έδιναν είχαν αντικεμενικό σκοπό όχι τη συντήρηση μιας οικογένειας, αλλά την ευνοϊκότερη για τον ιδιοκτήτη διάθεση των προϊόντων του στην αγορά.

Οι οικονομικές μεταβολές του 2ου π.Χ. αιώνα στο ρωμαϊκό κράτος είχαν μεγάλη πολιτική και κοινωνική σημασία. Ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι της νότιας Ιταλίας, τα κτήματα των οποίων αγοράστηκαν από κερδοσκόπους, μεταναστεύουν προς τις χώρες της Ανατολής και της Δύσης. Επίσης σταματά η αύξηση του αγροτικού πληθυσμού της Ιταλίας.

Οι πιο δραστήριοι από την τάξη των αγροτών έγιναν μεγάλοι γαιοκτήμονες. Οι λιγότεροι ικανοί, αυτοί που έμειναν προσκολλημένοι στο παλαιό σύστημα γεωργικής εκμετάλλευσης, χώριζαν τη γη τους όλο και σε μικρότερα τμήματα για να τη μοιράσουν στα παιδιά τους, δημιουργώντας χρέη και τελικά αφού πουλούσαν ό,τι τους είχε απομείνει, κατέφευγαν στις πόλεις. Άλλοι παρέμεναν στην ύπαιθρο και εργάζονταν στα κτήματα ως έμμισθοι εργάτες ή ως ενοικιαστές δημιουργώντας έτσι ένα αγροτικό προλεταριάτο.

Συνέπεια όλων αυτών ήταν να μειώνεται συνεχώς η επιρροή των μικροκαλλιεργητών στη διαμόρφωση της ρωμαϊκής πολιτικής, κα από την άλλη αυξανόταν η επιρροή των μεγάλων γαιοκτημόνων. Αυτοί ζούσαν στην πόλη και με τον πλούτο τους ασκούσαν ισχυρή επιρροή πάνω στον πληθυσμό της πόλης.

Παράλληλα άρχισε να γίνεται σισθητή η παρουσία του πλήθους των άνεργων προλεταρίων, οι οποίοι συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας στην πρωτεύουσα, όπου δεν είχαν κανένα τρόπο να συντηρηθούν παρά μόνο από όσα τους εξασφάλιζε η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Επίσης αυξανόταν αδιάκοπα ο αριθμός των «πελατών» των μεγάλων οικογενειών.

Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».