Η Ρώμη ήταν μια πόλη-κράτος που την κυβερνούσε η αριστοκρατική τάξη. Το κυριότερο πολιτειακό όργανο ήταν η Σύγκλητος, ένα σώμα που απαρτιζόταν κυρίως από μέλη της ρωμαϊκής αριστοκρατίας τον πυρήνα της οποίας αποτελούσαν οι πατρίκιοι και ως μέλη της Συγκλήτου ονομάζονταν συγκλητικοί. Αυτοί ήταν μεγάλοι γαιοκτήμονες και ο χρόνος και τα οικονομικά μέσα που διέθεταν τους επέτρεπαν να αφιερώσουν ολόκληρη τη ζωή τους στη διακυβέρνηση του κράτους.
Αυτή η παλιά αριστοκρατία δέχθηκε σταδιακά στους κόλπους της τους πλουσιότερους και ικανότερους εκπροσώπους και ηγέτες των πληβείων, όπως και τους ισχυρότερους οικονομικά και κοινωνικά κατοίκους του Λατίου, και άλλων συμμαχικών πόλεων, οι οποίοι είχαν αποκτήσει το δίκαιωμα του Ρωμαίου πολίτη.
Δημιουργήθηκε έτσι μία τάξη η οποία εκπροσωπούσε την οικονομική ευμάρεια και την κοινωνική διάκριση. Από την τάξη αυτή εξέλεγε ο λαός τους άρχοντές του, από αυτήν πληρώνονταν οι κενές θέσεις στη Σύγκλητο. Την δυνατότητα εισδοχής ενός πολίτη στη συγκλητική τάξη -τη nobilitias- την καθόριζε η ιστορία της οικογένειας του: έπρεπε να είναι σε θέση να επιδείξει συγγενείς του που είχαν χρηματίσει άρχοντες του ρωμαϊκού λαού και συγκλητικοί. Υπήρχαν ωστόσο περιπτώσεις, αν και σπάνιες, που οι εξαιρετικές υπηρεσίες κάποιου στα κοινά του άνοιγαν τον δρόμο για τη Σύγκλητο ή συντελούσαν στο να εκλεγεί σε κάποιο αξίωμα. Ο πολίτης αυτός ονομαζόταν τότε «νέος άνθρωπος» (homo novus) και οι παλιές αριστοκρατικές οικογένειες τον αντιμετώπιζαν με κάποια περιφρόνηση και δυσπιστία.
Ο έλεγχος των εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων ανήκε ουσιαστικά στη Σύγκλητο, οι άρχοντες ενεργούσαν σχεδόν πάντα ως όργανά της, Οι αποφάσεις της Συγκλήτου σε θέματα που δεν καλύπτονταν από νόμους επικυρωμένους από τη λαϊκή συνέλευση είχαν την ισχύ νόμου. Η Σύγκλητος καθόριζε την εξωτερική πολιτική της Ρώμης, διαχειριζόταν τα οικονομικά, ήλεγχε τους στρατηγούς σε περίοδο πολέμου και διηύθυνε συνήθως τη νομοθετική δραστηριότητα της λαϊκής συνέλευσης. Οι συγκλητικοί, ως τάξη, είχαν επίσης εκτεταμένη δικαστική εξουσία: από αυτούςκαι μόνο εκλέγονταν οι ένορκοι των δικαστηρίων στα οποία προέδρευαν οι πραίτορες. Έτσι η Σύγκλητος ήταν σχεδόν πάντα παντοδύναμη.
Οι συγκλητικοί είχαν την περισσότερη πολιτική δύναμη στη Ρωμης και για έναν ακόμη λόγο. Οι Ρωμαίοι πολίτες στους ταραγμένους και εμπόλεμους εκείνους καιρούς, είχαν την ανάγκη μιας ενιαίας και ισχυρής ηγεσίας. Ούτε όμως οι άρχοντες ούτε οι δήμαρχοι ήταν σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό το αίτημα. Οι πρώτοι είχαν μονοετή θητεία και, απορροφημένοι από τα τρέχοντα πολιτικά και στρατιωτικά θέματα, δεν μπορούσαν να διοικήσουν το κράτος με σταθερότητα και συνέπεια. Ούτε η λαϊκή συνέλευση ήταν περισσότερο κατάλληλη για αυτό το έργο. Οι καλύτεροι πολίτες, οι συνετότεροι και πιο πεπειραμένοι, πολεμούσαν συνεχώς στα πεδία των μαχών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το να ανατεθεί η κυβέρνηση του κράτους στη λαϊκή συνέλευση θα σήμαινε να εμπιστευθεί κανείς τις τύχες της Ρώμης σε μια ομάδα από τυχαίους πολίτες, σε μια ασήμαντη μειοψηφία.
Από την άλλη μεριά, υπήρχε η Σύγκλητος, το μόνο πολιτειακό σώμα με διαρκή λειτουργία που συγκέντρωνε τη γενική εκτίμηση και αποτελούνταν από πρόσωπα με μεγάλη πείρα στα δημόσια πράγματα, άνδρες οι οποίοι είχαν μακρόχρονη και πολύπλευρη άσκηση σε θέματα διοίκησης. Και η Σύγκλητος απέδειξε την υπεροχή της στον χειρισμό των κρατικών υποθέσεων. Οι συγκλητικοί δεν διακρίνοναταν βέβαια πάντα από εξαιρετική οξυδέρκεια και δεν ακολουθούσαν πάντα στη διαχείριση των κοινών τακτική αλάνθαστη. Συχνά έπεφταν σε σφάλματα, πολλές φορές ταλατεύονταν και κάθε άλλο παρά συνέπεια έδειχναν στην εξωτερική τους πολιτική. Πρέπει όμως να τους αναγνωριστεί ο πατριωτισμός τους, η παράμιλλη σταθερότητα και η ψυχική δύναμη, με την οποία αντιμετώπιζαν κάθε αποτυχία και καταστροφή. Γνωρίζοντας όλα αυτά οι Ρωμαίοι πολίτες έδιναν στους συγκλητικούς απόλυτη σχεδόν εξουσία στη διακυβέρνηση του κράτους.
Συγκλητικοί και ρωμαϊκός στρατός

Στη Σύγκλητο ανήκε επίσης η γενική εποπτεία του στρατού. Οι ρωμαϊκές λεγεώνες, δηλαδή οι μονάδες που αποτελούνταν από Ρωμαίους πολίτες, εύπορους και κατά κανόνα γαιοκτήμονες, μαζί με το πεζικό και το ιππικό που προέρχονταν από τους συμμάχους, έγιναν το όπλο που έδωσε στη Ρώμη τη δυνατότητα όχι μόνο να συνενώσει την Ιταλία κάτω από την ηγεσία της, αλλά και να δημιουργήσει τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ένα κράτος που απλώθηκε σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Οι ίδιοι αυτοί άνδρες πολέμησαν και στον στόλο των Ρωμαίων, όταν χρειάστηκε να πολεμήσουν στη θάλασσα, όπως έγινε στη σύγκρουση με την Καρχηδόνα.
Τον ρωμαϊκό στρατό διοικούσαν ύπατοι και πραίτωρες -άρχοντες που εκλέγονταν κάθε χρόνο στη Ρώμη- και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι έμεναν στο αξίωμα ένα χρόνο, αν τους εξέλεγε ο λαός, ή ως το τέλος της εκστρατείας, αν τους όριζε ο ανώτατος διοικητής των ρωμαϊκών δυνάμεων. Όμως η πραγματική δύναμη του στρατού δεν οφειλόταν σε αυτούς τους ευγενούς καταγωγής στρατιωτικούς με την τόσο σύντομη θητεία αλλά στους εκαντόνταρχους (centuriones-κεντυρίωνες) των διαφόρων βαθμών που διοικούσαν τις εκατονταρχίες (centuriae) και τις σπείρες (manipuli), τις ευκίνητες μονάδες στις οποίες διαιρούνταν η λεγεώνα.
Οι άνδρες αυτοί ήξεραν πολύ καλά την πολεμική τέχνη, διατηρούσαν τη ρωμαϊκή πειθαρχία και τις ρωμαϊκές στρατιωτικές παραδόσεις και ήταν ειδικοί στην κατασκευή οχειρωμένων στρατοπέδων, στα οποία βασιζόταν πάντα ο ρωμαϊκός στρατός σε περίοδο εκστρατείας. Χάρη σε αυτούς και σε ορισμένους μεγάλους στρατιωτικούς ηγέτες, χάρη τέλος στη Σύγκλητο, η οποία περιφρουρούσε με αυστηρότητα τη συνοχή τους στρατεύματος και ήταν πρόθυμη να δέχεται κάθε τεχνική βελτίωση, ο παλιός στρατός των αγροτών εξελίχθηκε γρήγορα, μέσα στην ένταση των πολεμικών συγκρούσεων, σε μια αξιόμαχη δύναμη ένοπλων πολιτών.
Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

