Ύστερα από τους μακροχρόνιους και σκληρούς πολέμους που οδήγησαν τελικά στον σχηματισμό της ιταλικής ομοσπονδίας, η Ρώμη έγινε μία από τις ισχυρότερες δυνάμεις του τότε πολιτισμένου κόσμου. Μετά τη νίκη της εναντίον της Πύρρου, ενός από τους ικανότερους βασιλείς των ελληνιστικών χρόνων, η Ρώμη διεκδικούσε μια θέση μέσα στην οικογένεια των κρατών του 3ου π.Χ. αιώνα. Το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό και απασχολούσε σοβαρά τους πολιτικούς άνδρες της ελληνιστικής εποχής. Η Αίγυπτος συνήψε πρώτη διπλωματικές σχέσεις με τη Ρώμη. Στον ελλαδικό χώρο, η Μακεδονία άρχισε να παρακολουθεί με προσοχή την πορεία των γεγονότων που διαδραματίζονταν εκεί. Το 273π.Χ. και στην νότια Ελλάδα οι Συμπολιτείες, όπως και οι ανεξάρτητες πόλεις-κράτη αρχίζουν να υπολογίζουν τη νέα δύναμη ως ενδεχόμενο σύμμαχο στις μεταξύ τους διαφορές και στους αγώνες εναντίον των Ιλλυριών πειρατών, η επιθετικότητα των οποίων διαρκώς μεγάλωνε. Όμως η εξωτερική πολιτική της Ρώμης έθιγε περισσότερο την Καρχηδόνα, η οποία είχε εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα στη δυτική Μεσόγειο.
Για την Καρχηδόνα η ύπαρξη της Ρώμης και οι πολιτικές της επιτυχίες δεν ήταν τίποτα το νέο. Στην αρχή οι Καρχηδόνιοι θεωρούσαν τη Ρώμη απλώς διάδοχο της Ετρουρίας και επομένως ήλπιζαν πως η παρουσία της δεν θα είχε δυσάρεστες συνέπειες για το εμπόριο τους. Κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα η Ρώμη δεν ήταν ισχυρή θαλάσσια δύναμη και δεν διέθετε στόλο, ούτε για τον πόλεμο, ούτε για το εμπόριο. Το εμπόριο των λατινικών παραθαλάσσιων πόλεων και όσων ετρουσκικών είχαν απομείνει διατηρούσε ακόμη τον ημιπειρατικό του χαρακτήρα και δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την εμπορική δραστηριότητα της Καρχηδόνας. Γι΄αυτόν τον λόγο η Καρχηδόνα ανανεώνει το 348π.Χ. την εμπορική συμφωνία που είχε συνάψει στα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα με τη Ρώμη. Για τον ίδιο λόγο η συμφωνία αυτή μεταβάλλεται το 279π.Χ. σε στρατιωτική συμμαχία ενατίον του κοινού εχθρού. Είναι φανερό πως η Καρχηδόνα εξακολουθεί να θεωρεί τη Ρώμη αντίβαρο κατά των ελληνικών πόλεων, όπως ακριβώς θεωρούσε στο παρελθόν τους Ετρούσκους.
Ωστόσο η στάση της άλλαξε, όταν όλα τα λιμάνια της νότιας Ιαλίας προσαρτήθηκαν στο ρωμαϊκό κράτος και τα συμφέροντα της Νεάπολη και του Τάραντα, παλιών αντιπάλων της Καρχηδόνας ταυτίστηκαν με τα συμφέροντα της Ρώμης. Οι Καρχηδόνιοι κατάλαβαν πως η Ρώμης, έχοντας κάτω από την ηγεσία της τους Έλληνες της Δύσης, θα επενέβαινε οπωσδήποτε, και μάλιστα σύντομα στις υποθέσεις της Σικελίας και θα βοηθούσε τους Έλληνες του νησιού στον συνεχιζόμενο επί αιώνες αγώνα τους εναντίον των Καρχηδονίων.
Σημαντικό ήταν εξάλλου το γεγονός πως από πολύ πριν η Ρώμη ήταν σύμμαχος της Μασσαλίας, της άλλης ελληνικής πόλης που η Καρχηδόνα θεωρούσε αντίπαλο και φοβόταν. Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί πως οι σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων της Σικελίας και των ιταλικών φύλων είχαν σημειώσει σημαντική ανάπτυξη τον 4ο π.Χ. αιώνα. Συχνά ομ’αδες Σαμνιτών υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στη Σικελία και σε πολλούς από αυτούς οι μισθωτές τούς έδιναν μετά τη λήξη της υπηρεσίας τους κλήρους γης.
Η σύγκρουση μεταξύ Ρώμης και Καρχηδόνας ήταν επομένως αναπόφευκτη. Όσο γρηγορότερα ξεσπούσε τόσο το καλύτερο για την Καρχηδόνα. Οι δύο αντίπαλοι ήταν σχεδόν εξίσου ισχυροί. Και οι δύο δυνάμεις βασίζονταν σε μια κοινότητα ελεύθερων πολιτών και στηρίζονταν κυρίως σε έναν πολυάριθμο, καλά γυμνασμένο στρατό. Επίσης είχαν και οι δύο συμμάχους, που ήταν υποχρεωμένοι, σε περίπτωση πολέμου, να παραχωρούν τα στρατεύματά τους στην ηγετική δύναμη. Έτσι από τη μια μεριά βρίσκονταν Ετρούσκοι, Σαμνίτες, Ούμβριοι και Έλληνες της Ιταλίας, ενώ το αφρικανικό κράτος της Καρχηδόνας μπορούσε να υπολογίζει στη βοήθεια των Βερβέρων ή των Λιβύων που κατοικούσαν στο έδαφος του και στους Νουμιδούς γείτονες και υποτελείς του.
Και οι δύο ήταν πολεμικοί λαοί και κάθε άλλο παρά απολίτιστοι. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά υπήρχε ισχυρό αίσθημα αφοσίωσης εκ μέρους των συμμάχων προς την ηγέτιδα δύναμη, ωστόσο κάτω από ομαλές συνθήκες τόσο η Ρώμη, όσο και η Καρχηδόνα μπορούσαν να υπολογίζουν στη βοήθειά τους. Η Καρχηδόνα είχε περισσότερο και ικανότερο ιππικό, καλά οπλισμένο επίσης ήταν το πεζικό της. Επίσης διέθετε ένα μεγάλο αριθμό άριστα γυμνασμένων μισθοφόρων που είχαν περάσει τη σκληρή δοκιμασία της πολεμικής εκπαίδευσης των ελληνιστικών χρόνων. Διέθετε ακόμη έναν υπολογίσιμο αριθμό πολεμικών ελεφάντων -πρόσφατο απόκτημα στο πολεμικό δυναμικό των ελληνιστικών κρατών. Τέλος, είχαν ένα ισχυρό στόλο και αρκετούς πόρους.

Ωστόσο όσον αφορά τον πόλεμο στην ξηρά οι Ρωμαίοι βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση. Και αυτό γιατί την εποχή εκείνη κανείς σχεδόν από τους πολίτες της Καρχηδόνας δεν υπηρετούσε πια στον στρατό. Τους είχαν αντικαταστήσει μισθοφόροι και σύμμαχοι που την κρίσιμη στιγμή ήταν πιθανόν να φυγομαχήσουν. Στον ρωμαϊκό στρατό αντίθετα δεν υπήρχαν μισθοφόροι, τον αποτελούσαν αποκλειστικά Ρωμαίοι πολίτες και σύμμαχοι. Μάλιστα μερικοί από αυτούς τους συμμάχους, οι Λατίνοι, δεν υστερούσαν σε αφοσίωση από τους ίδιους τους Ρωμαίους πολίτες.
Το γεγονός πως οι δύο αντίπαλοι ήταν από στρατιωτική άποψη εξίσου ισχυροί έκανε αδύνατη κάθε πρόβλεψη για τον τελικό νικητή. Πάντως η αναμέτηρση θα άρχιζε αναπόφευκτα στη Σικελία, και έτσι αποφασιστική σημασία είχε η στάση που θα τηρούσαν οι Έλληνες της Σικελίας.
Μετά από τρεις πολέμους που ονομάστηκαν Καρχηδονιακοί, η Καρχηδόνα καταστράφηκε το 146π.Χ. από το Σκιπίωνα τον Αιμιλιανό (εγγονό του Σκιπίωνα του Αφρικανού) και εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Η γη πέρασε στα χέρια των πλουσίων Ρωμαίων γαιοκτημόνων, οι οποίοι στη συνέχεια τη νοίκιασαν. Η περιοχή γύρω από την Καρχηδόνα προσαρτήστηκε στο ρωμαϊκό κράτος ως επαρχία με το όνομα Africa.
Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

