Από την εποχή της Μεταρρύθμισης οι αρχές αντιλήφθηκαν την σημασία που είχε η προσωπική γνώμη και επιχείρησαν να την επηρεάσουν. Ο Λούθηρος απευθύνθηκε σε ένα πρώιμο στάδιο της στους Γερμανούς ως άτομα, ελπίζοντας με αυτό τον τρόπο να παράκαμψει τις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές. Σε μια εποχή χαμηλής εγγραμματοσύνης όχημα της άμεσης επαφής με τον απλό άνθρωπο ήταν ο προφορικός λόγος μέσω του άμβωνος.
Την μεσαιωνική περίοδο ο άμβωνας ήταν ο κύριος ρυθμιστής της κοινής γνώμης. Από τον 16ο αιώνα οι Καθολικοί και οι προτεστάντες επανακάλυψαν τις δυνατότητες που έκρυβε το κήρηγμα. Δεν πρέπει, όμως, να θεωρηθεί ότι αυτό επιτεύχθηκε με ευλοκία. Οι περισσότεροι κληρικοί, προτεστένες και καθολικοί δεν γνώριζαν την τέχνη του κηρύγματος: στην Ευρώπη προ της Μεταρρύθμισης τα κηρύγματα ήταν συχνά στις μεγάλες πόλεις όχι όμως και στις αγροτικές περιοχές.

Σε ολόκληρη την Ισπανία τη δεκαετία του 1560 χρειάστηκε να στηθούν άμβωνες στις ενοριακές εκκλησίες, όπου το κήρυγμα ήταν μέχρι τότε άγνωστο. Το εκκλησίασμα έπρεπε να υποχρεωθεί να ακούει το κήρυγμα με σεβασμό: η σιωπή μέσα στην εκκλησία ήταν ένα από τα σημαντικότερα νεωτερικά επιτεύγματα της περιόδου της δογματικής διαίρεσης. Εφόσον δεν υπήρχαν άλλες μορφές ελέγχου του περιεχομένου των κηρυγμάτων ενός ημιεγγράμματου κλήρου, κλήθηκε η Ιερά Εξέταση για την πειθάρχηση των κηρυγμάτων.
Προκειμένου να μπορεί ένας ιερέας να κηρύττει ήταν παραίτητη η εκκλησιαστική άδεια. Η Μεταρρύθμιση στην ηπειρωτική Ευρώπη απελευθέρωσε τον άμβωνα από τον έλεγχο της Εκκλησίας. Στην επισκοπική Αγγλία, όμως, οι επίσκοποι συνέχιζαν να ασκούν αυστηρό έλεγχο στη δημόσια έκφραση ετερόδοξων απόψεων. Αυτό ενθάρρυνε τις πουριτανικές κοινότητες να διορίζουν ανεπίσημα «ομιλητές», που ακριβώς επειδή δεν ήταν μέλη του κλήρου, δεν απαιτούνταν άδεια να κηρύττουν και είχαν τη δυνατότητα να εκφράζουν απόψεις που διέφεραν από τις επίσημες θέσεις της Εκκλησίας. Αυτό είχε ως συνέπεια την απρόσκοπτη διάχυση των πουριτανικών ιδεών σε όλη τη χώρα, απειλώντας την καθεστηκυία τάξη. Οι ομιλητές «προέρχονται από τον λαό και κηρύττουν την ανταρσία». η μάχη του άμβωνα ήταν μια μάχη για να κερδηθεί η κοινή γνώμη.
Ο προφορικός λόγος είχε δύναμη, αλλά ήταν εφήμερος. Ήταν η μονιμότητα του έντυπου λόγου που θορύβησε τις αρχές, ωθώντας τες στην καταστολή και τον έλεγχο της πληροφόρησης. Οι τυπογράφοι ήταν στην πρώτη γραμμή αυτής της ιδεολογικής σύγκρουσης. Την περίοδο μετά τη Μεταρρύθμιση πολλοί μετανάστευσαν από τις καθολικές στις προτεσταντικές χώρες από τη νότια προς τη βόρεια Γερμανία, από το Βέλγιο προς την Ολλανδία.
Η εξάπλωση της εγγραμματοσύνης και της τυπογραφίας είχε πλήθος συνεπειών. Δεν απείλησε την πρωτοκαθεδρία της προφορικής κουλτούρας, που παρέμεινε κυρίαρχη για όλη τη μεσογειακή λεκάνη και τη Ρωσία έως και τον 19ο αιώνα. Κατά την περίοδο της δογματικής διαμάχης στη Γερμανία οι Ιησουΐτες έστρεψαν τα πυρά τους εναντίον του θεάτρου και οι Λουθηρανοί εναντίον της υμνολογίας. Το βιβλίο ήταν ένα παραγωγικό εργαλείο, τα μεγάλα του, όμως, επιτεύγματα ανήκαν ακόμη στο μέλλον.
Οι εγγράμματες ελίτ σε όλη την Ευρώπη εγκοπλώθηκαν ακόμη περισσότερο τη λόγια κουλτούρα, δεν έπαψαν, όμως, να μοιράζονται το ίδιο περιβάλλον με τους λιγότερο εγγράμματους, οπότε δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί το κατά πόσον οι διαφορές μεταξύ κουλτούρας των ελίτ και της λαϊκής κουλτούρας έγιναν πιο έντονες. Από μόνη της η εγγραμματοσύνη δεν αρκούσε. Αυτή αποτελούσε παρεπόμενο αλλά όχι και αίτιο αλλαγών. Είχε μια σαφή επίδραση στη σφαίρα της πληροφόρησης και της κρατικής διοίκησης, αλλά στην προβιομηχανική εποχή δεν είχε κάποια μετρήσιμη επίδραση στο πολιτιστικό επίπεδο ή στην ανάπτυξη του ατομισμού.
Το εγγράμματο κοινό ήταν λιγότερο πιθανό να διαβάζει ογκώδη βιβλία από ό,τι chapbooks, μπροσούρες και φυλλάδια. Οι σύντομες, καλογραμμένες πραγματείες, με σαφή επιχειρηματολογία και απλή γλώσσα έγιναν το κύριο όχημα της ιδεολογικής διαμάχης. Από τον πόλεμο της προπαγάνδας κατά τη Μεταρρύθμιση έως τη συχνά ωμή προπαγάνδα της Σφενδόνης και του Τριαντακονταετούς Πολέμου, ήταν αυτή η κατηγορία που παρείχε έντυπο υλικό για μαζική κατανάλωση. Οι μικρές αφίσες συνήθως περιείχαν σατιρική εικονογράφηση εύστοχα σχεδιασμένη για την προσέλκυση της προσοχής του αναγνώστη.
Στις περισσότερες περιπτώσεις το κείμενο ήταν άτεχνο και έμμετρο, με περισσότερες της μιας στροφές. Παρ΄όλο που η πρώιμη νεότερη περίοδος ήταν μια περίοδος διαμάχης και αμφισβήτησης, η προπαγάνδα μέσω του τύπου δεν ήταν διαρκές στοιχείο της. Η συντριπτική πλειοψηφία των σωζόμενων φυλλαδίων προέρχονται από μια συγκεκριμένη περίοδο, των μέσων του 17ου αιώνα, και αφορούν τρία γεγονότα μεγάλης σημασίας, τον Τριαντακονταετή Πόλεμο, τη Σφενδόνη και την Αγγλική Επανάσταση.
Η συντριπτική πλειοψηφία των γερμανικών φυλαδίων με θέμα τον Τριαντακονταετή Πόλεμο αποπειρώνταν να νομιμοποιήσει τη μία και την άλλη πλευρά και να καυτηριάσει τις αγριότητες της αντίπαλης πλευράς. Ο όγκος της παραγωγής του είδους αυτού σηματοδότησε την ανάδυση ενός συγκεκριμένου είδους συγγραφέα: του επαγγελματία πολιτικού αρθρογράφου. Οι Γερμανοί παρήγαν μεγάλο αριθμό συγγραφέων του είδους στη διάρκεια του πολέμου. Όλες οι τεχνικές χονδροειδούς προπαγάνδας -παραποίηση, υπερβολή, ωμή φαλκίδευση- επιστρατεύτηκαν χωρίς φειδώ από τους συγγραφείς αυτούς. Δε αποτελεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι για τον ιστορικό οι πιο ενδιαφέρουσες αφίσες δεν είναι οι στρατευμένες, αλλά αυτές που ασκούν κριτική προς όλες τις πλευρές και κάνουν έκκληση για ειρήνη.

Λογοκρισία
Η λογοκρισία ήταν αυστηρή στις αρχές του 16ου αιώνα, όπως και κατά την μεσαιωνική περίοδο πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Η τυπογραφία αντιμετωπίστηκε ως μέγιστη απειλή για την καθεστηκυία τάξη. Κάθε χώρα διέθετε το δικό της μηχανισμό ελέγχου της εκδοτικής παραγωγής: στην Αγγλία ο πρώτος κατάλογος απαγορευμένων βιβλίων δημοσιεύτηκε το 1529 και το 1530 επιβλήθηκε ένα σύστημα χορήγησης αδειών έκδοσης. Το περίφημο διάταγμα Star Chamber εκδόθηκε το 1586. Στην ηπειρωτική Ευρώπη οι ιταλικές και ισπανικές αρχές εξέδωσαν καταλόγους απαγορευμένων βιβλίων τους περίφημους Indexes. Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι ο Index ήταν εξαιρετικά χρήσιμος για τους βιβλιόφιλους που αναζητούσαν αντικαθολικό έντυπο υλικό.
Μετά την παλινόρθωση στην Αγγλία σημειώθηκε μια οργανωμένη προσπάθεια αναφοράς στην κοινή γνώμη. Παρ΄όλο που το σύστημα χορήγησης εκδοτικών αδειών επιβλήθηκε το 1662, μετά το 1695 αυτό εγκαταλείφθηκε. Συνέχισαν να υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί, αλλά υπήρχε αρκετή ελευθερία ώστε να αναδυθεί ένας ακμαίος πολιτικός τύπος. Η δημοσιογραφία εξελίχθηκε σε αξιοσέβαστο επάγγελμα. Όταν ο Defoe δημιούργησε το Review (πολιτικό περιοδικό) το 1704 στόχευε «στο να ανοίξει τα μάτια στο κοινό που είχε εξαπατηθεί» και το έντυπό του γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Ένας σύγχρονος του ανέφερε ότι «το μεγαλύτερο τμήμα του λαού δεν γνωρίζει καθόλου ανάγνωση, αλλά μαζεύονται γύρω από κάποιον που ξέρει και τους διαβάζει το Review, που τους ενσταλάζει όλες τις αρχές της εξέγερσης».
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

