Το μεγαλύτερο το τμήμα της αστικής τάξης πετύχαινε την κοινωνική του άνοδο μέσω κυρίως τριών οδών: του εμπορίου, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων και των δημοσίων αξιωμάτων. Η εμπορευόμενη αστική τάξη, η οποία είχε δραστηριότητα από την εποχή του Μεσαίωνα, απεικονίστηκε από τους μεγάλους Ολλανδούς ζωγράφους του 17ου αιώνα. Ήταν παρούσα σε όλα τα σημαντικά λιμάνια και τα βιομηχανικά και εμπορικά αστικά κέντρα της Ευρώπης: σε πόλεις όπως η Αμβέρσα, η Λιέγη και η Μεδίνα.

Σε αντίθεση με τον «πολίτη» της μπουρζουαζίας, γερά ριζωμένο εντός των γεωγραφικών ορίων της περιοχής του, ο εμπορευόμενος αστός είχε ευρύτερους ορίζοντες, καθώς προχωρούσε σε διαπραγματεύσεις με πιστωτές και εμπόρους από όλη τη χώρα και εκτός των ορίων της. Ήταν σε θέση να διαχειρίζεται μεγάλα κεφάλαια υπό μορφή συναλλαγματικών και να κάνει παράτολμες επενδύσεις, των δικών του χρημάτων και αυτών των συνεργατών του.

Η ευρωπαϊκή εμπορική κοινότητα ήταν ήδη διεθνοποιημένη στις αρχές του 16ου αιώνα με Γενοβέζους εμπόρους στη Σεβίλη, Ισπανούς εμπόρους στη Νάντη και την Αμβέρσα, και Ολλανδούς εμπόρους στη Βαλτική. Τα σημαντικότερα εμπορικά έθνη ήταν όλα καθολικά στο δόγμα, με την Αμβέρσα να αποτελεί την καρδιά του συστήματος.

Η εμπορευόμενη αστική τάξη

Η Μεταρρύθμιση, καταλαμβάνοντας πολλές από τις εμπορικές οδούς του συστήματος, έδωσε νέα ώθηση στις προτεσταντικές εμπορικές δραστηριότητες στο χώρο της βόρειας Ευρώπης. Η ανάπτυξη του Άμστερνταμ ήταν ιδαίτερα εντυπωσιακή. Εκεί η εμπορική τάξη σταδιακά στεγανοποιήθηκε με την αύξηση του πλούτου της. Εν μέρει αυτό οφειλόταν στους γάμους που συνάπτονταν με σκοπό την επικύρωση εμπορικών δεσμών μεταξύ οικογενειών, εν μέρει αξαιτίας της επιθυμίας συντήρησης του ελέγχου της πολιτικής ζωής.

Το 1615 ο δήμαρχος του Άμστερνταμ ανέφερε ότι η ελίτ των πατρικίων δραστηριοποιούνταν ακόμη στον τομέα του εμπορίου. Το 1652 αυτοί δεν αναμειγνύονταν πλέον στο εμπόριο αλλά «αντλούσαν τα εισοδήματά τους από ακίνητα, γαίες και δανειοδοτικές τοκογλυφικές δραστηριότητες». Παραδείγματα από την υπόλοιπη Ευρώπη δείχνουν ότι είναι λανθασμένη μια θεώρηση της εμπορικής αστικής τάξης ως αποκλειστικά επενδύουσας στο εμπόριο. Όλοι οι έμποροι που αποκτούσαν περιουσία προχωρούσαν στη διαφοροποίηση των εισοδηματικών τους πηγών. Στη Λιέγη τα περισσότερα μέλη της ανώτερης αστικής τάξης αντλούσαν τα εισοδήματά τους τόσο από το εμπόριο όσο και από τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τον Jacques Savary και το έργο του Le Parfait Négociant (1675), από τη στιγμή που ένας Γάλλος έμπορος συσσωρεύει πλούτο από το εμπόριο, τα παιδιά του, αντί να τον ακολουθήσουν στο επάγγελμά του, εισέρχονται στο δημόσιο τομέα. Στην Ολλανδία, αντίθετα, τα παιδιά των εμπόρων ακολουθούν τα βήματα των γονέων τους και δραστηριοποιούνται στον ίδιο εμπορικό τομέα με αυτούς. Δεν αποσύρονται κεφάλαια από το εμπόριο, αλλά συνεχίζουν να εισρέουν σε αυτό, από τον πατέρα στο γιο και από οικογένεια σε οικογένεια, ως αποτέλεσμα των συμμαχιών που συνάπτουν μεταξύ τους οι έμποροι.

Την οπτική αυτή του Savary προοιωνιζόταν εν μέρει μια ανάφορα του 1626 προς τον Ρισελιέ: «Αυτό που επέδρασε δυσμενώς στο εμπόριο είναι το γεγονός ότι όλοι οι έμποροι όταν πλουτίζουν διακόπτουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες και διοχετεύουν τα κεφάλαιά τους στην αγορά κρατικών αξιωμάτων για τα παιδιά τους». Την εποχή εκείνη ήταν κοινή συνείδηση ότι μια σειρά εναλλακτικών επενδυτικών πεδίων προσέλκυαν κεφάλαια που αποσύρονταν από το εμπόριο.

Αρχές του 18ου αιώνα, ένας έμπορος στη Λυών διαμαρτυρόταν ότι το «εμπόριο παράγει πλούτο, και σχεδόν όλοι οι γενάρχες διακεκριμένων οικογενειών του Παρισιού, της Λυών, της Ρουέν, της Ορλεάνης και του Μπορντό, δεν είναι μόνο δικηγόροι και συμβολαιογράφοι, αλλά και έμποροι […]. Ο έμπορος συσσωρεύει πλούτο, ο κρατικός αξιωματούχος τον συντηρεί, ο ευγενής τον σπαταλά».

Οι δυσμενείς αυτές διαπιστώσεις για τη Γαλλία, αν εκλαμβάνονταν κατά λέξη, θα καταδείκνυαν μια παρακμή της τάξης των εμπόρων στις αρχές του 18ου αιώνα, ένα συμπέρασμα εμφανώς ανυπόστατο. Αυτό που έλαβε χώρα ήταν μια διαρκής και σταδιακή μετατόπιση προς την εξασφάλιση του μέλλοντος των επιγόνων με την επένδυση σε απτές μοφές πλούτου και σε δημόσια αξιώαμτα.

Η εμπορευόμενη αστική τάξη είχε τη δική της εσωτερική διαστρωμάτωση με κριτήριο τον πλούτο και τους μικροεμπόρους, μια διαφορά που ίσως αντικατοπτρίζεται με σαφήνεια στο σύστημα των συντεχνιών. Οι μεγαλέμποροι της Γαλλίας ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες, γνωστές ως «εταιρικά σώματα εμπόρων», ενώ οι μικρέμποροι ήταν ομαδοποιημένοι σε «επαγγελματικές κοινότητες». Υπήρχαν, αναπόφευκτα, πολλές διαφοροποιήσεις από πόλη σε πόλη και από κράτος σε κράτος. Στην Ισπανία του 17ου αιώνα οι χρυσοχόοι, για παράδειγμα, συνέχιζαν να διακηρύσσουν ότι δεν ήταν απλοί πολίτες και τον 18ο αιώνα πλέον πέτυχαν να ανναγνωριστούν ως εν δυνάμει αποδέκτες αριστοκρατικού τίτλου.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».