Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (1878-1952)

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Σαλαμίνα, 11 Ιανουαρίου 1878 – Κηφισιά, 27 Φεβρουαρίου 1952) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, κινηματίας και συνωμότης κατ΄ επανάληψη, που αναδείχθηκε δικτάτορας, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στους Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στη Μικρασιατική εκστρατεία, στην επανάσταση του 1922, ενώ από το 1925, με το κίνημα της 25ης Ιουνίου ανέλαβε την πρωθυπουργία, ουσιαστικά ως δικτάτορας. Στη συνέχεια υποχρεώνοντας σε παραίτηση τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη, μετά από μια εκλογική παρωδία εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1926, συλλαμβάνοντας και εκτοπίζοντας άνευ δίκης τους πολιτικούς του αντιπάλους στην Νάξο, οπότε και ανατράπηκε από το κίνημα του Κονδύλη. Από το 1926 μέχρι το θάνατό του, το 1952, αποσύρθηκε, με μερικά μικρά διαλείμματα, από την πολιτική ζωή του τόπου. Από τους ιστορικούς έχει χαρακτηριστεί ως αρκετά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Θεωρείται πως είχε ανάμειξη στον σχηματισμό των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας κατά την Κατοχή. Ο πολιτικός Θεόδωρος Πάγκαλος είναι εγγονός του.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος

Ο Βίος του Θεόδωρου Πάγκαλου

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος γεννήθηκε το 1878 στην Σαλαμίνα (στην οικία Κυριάκου Πάλλα επί της οδού Αγίου Μηνά 7, όπου αργότερα λειτούργησε το τριτάξιο ελληνικό σχολείο Σαλαμίνας) και ήταν το τρίτο παιδί του γιατρού και βουλευτή Αττικοβοιωτίας Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη καταγωγή. Η οικογένεια Πάγκαλου καταγόταν από την Μικρά Ασία και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Ανάδοχος του Θεοδώρου ήταν ο στρατηγός και μακρινός συγγενής του, Τιμολέων Βάσσος – Μαυροβουνιώτης. Ο πατέρας του, Δημήτριος, πολιτευόταν με την παράταξη του Χαρίλαου Τρικούπη και είχε εκλεγεί βουλευτής της Η΄ βουλευτικής περιόδου (από τις 23 Σεπτεμβρίου 1879 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1881) μαζί με τον Στέφανο Ν. Δραγούμη.

Αποφοίτησε από την Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά. Το 1895 έκανε αίτηση για τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία απορρίφθηκε. Τελικά κατέληξε να σπουδάζει στην ιατρική σχολή, λογικά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, την οποία όμως εγκατέλειψε δύο χρόνια αργότερα για να εισαχθεί τελικά στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Θεόδωρου Πάγκαλου

Τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον παρακολούθησε ως πρωτοετής της Σχολής Ευελπίδων. Τα συναισθήματα τα οποία ένιωσε μετά την ήττα της Ελλάδας περιγράφονται στα απομνημονεύματά του και είναι τα ίδια με αυτά της πλειονότητας των άλλων αξιωματικών. Υπεύθυνοι για την ήττα, σύμφωνα με τον Πάγκαλο, ήταν οι πολιτικοί, αλλά και ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Η πορεία του Πάγκαλου στην Ευελπίδων ήταν αρκετά αξιόλογη. Ήταν αρχηγός στην τάξη του όλες τις χρονιές, με συμμαθητές όπως τον Αλέξανδρο Οθωναίο, τον πρίγκιπα Ανδρέα, τον Μαργαρίτη κ.ά. Μάλιστα το 1899 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του συνταγματάρχη Νικολάου Ζορμπά, διοικητή της σχολής Ευελπίδων, και της βασιλικής Αυλής εξαιτίας της προαγωγής του Πάγκαλου σε επιλοχία, σε αντίθεση με τον συμμαθητή του, πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος έμεινε στον ίδιο βαθμό. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από τη σχολή Ευελπίδων πρώτος στην τάξη του με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Τον Οκτώβριο του 1908 στο σπίτι του Πάγκαλου συγκεντρώθηκαν οι Πάσσαρης, Σιώχας, Γεωργακόπουλος, Σάρρος, Ψύχας, Πανάς, Κατσούλης, Φαληρέας, Καθενιώτης και Χατζημιχάλης για να συζητήσουν για τα προβλήματα του στρατού και της χώρας. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ιδρύεται ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση του κινήματος στο Γουδί και ο οποίος είχε ως σκοπό να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο στρατό, την οικονομία, τη διοίκηση και γενικά στο κράτος. Εκείνη την εποχή ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπηρετούσε στον 2ο λόχο του 7ου συντάγματος πεζικού υπό τον Σάρρο. Μέχρι το 1909 στην οργάνωση είχαν ενταχθεί και ανώτεροι αξιωματικοί, όπως οι Νικόλαος Ζορμπάς, Επαμεινώνδας Ζυμβρακάκης, Γεώργιος Σ. Καραϊσκάκης, εγγονός του ομώνυμου οπλαρχηγού του ’21, Γεώργιος Κονδύλης κ.ά. Πολλές από τις συνεδριάσεις του στρατιωτικού συνδέσμου πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Πάγκαλου, στην οδό Αριστοτέλους 37 ή σε αυτό στην Ελευσίνα.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος γρήγορα μύησε πολλούς αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Η κυβέρνηση Ράλλη, φιλικά προσκείμενη στα ανάκτορα, εξαπέλυσε κύμα μεταθέσεων και παρέπεμψε 12 αξιωματικούς, μεταξύ αυτών και τον Πάγκαλο, στο Ανακριτικό Συμβούλιο προς απόταξη. Εκτός από τον Πάγκαλο οι υπόλοιποι 11 αξιωματικοί καταδικάστηκαν, αλλά και οι δώδεκα αποτάχθηκαν από το στράτευμα. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, βλέποντας τον κίνδυνο ματαίωσης του κινήματος, πήρε την απόφαση να δράσει.

Στις 14 Αυγούστου του 1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με τη βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Η αποστολή πέτυχε και ο Πάγκαλος με τους συνεργάτες του και τους δραπέτες κατέφυγε στο σπίτι Παπαμαλέκου στην Καστέλλα. Το πρωί όλοι μαζί πήγαν στο Γουδί, όπου είχε δοθεί εντολή να ξεκινήσει η επανάσταση. Το ίδιο πρωί συνέβη ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Πάγκαλο και τον Παπούλα, αρκετά παράξενο αν σκεφτεί κανείς τη μεταξύ τους διαφορά στην ιεραρχία. Ο Παπούλας μαζί με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη έφτασαν νωρίς το πρωί ως απεσταλμένοι του Ράλλη για να διαπραγματευτούν. Τότε ένας στρατιώτης ρώτησε τον Πάγκαλο αν θα έπρεπε να πάρουν εκτός από τα όπλα και το σπαθί του Παπούλα. Τότε ο Πάγκαλος απάντησε: «Όχι, ας το κρατήσει όπως ο Ναπολέων στο Σεντάν». Το επεισόδιο δεν είχε συνέχεια.

Τον Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος αντικατέστησε τον ανθυπολοχαγό Λιδωρίκη στη θέση του γραμματέα στη διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν τον ερχομό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 15 Μαρτίου 1910 και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε, έχοντας πετύχει τις επιδιώξεις του.

Το 1911 εισήχθη στη σχολή πολέμου και στη συνέχεια στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου. Το 1912 τον βρίσκει διοικητή του λόχου του 7ου συντάγματος πεζικού. Με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου στέλνεται στο Ναύπλιο και λίγο αργότερα στη Λάρισα. Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του στη μάχη των Γιαννιτσών στις 19 και 20 Οκτωβρίου του 1912. Ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, από την οποία όμως αναχώρησε λίγο μετά με το 18ο σύνταγμα πεζικού. Στις 24 Νοεμβρίου καταλαμβάνει τη Φλώρινα και επτά μέρες αργότερα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί φεύγει για το οχυρό του Μπιζανίου, το οποίο, όπως εξομολογείται στα απομνημονεύματά του, δεν θα καταλαμβανόταν χωρίς τη συμβολή του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάρτιο του 1913 επιστρέφει μαζί με όλα τα άλλα τάγματα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, και αφού οι πολεμικές συγκρούσεις σταματούν, πετυχαίνει να πάρει ολιγοήμερη άδεια για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τον Βενιζέλο, με τον οποίο συζητά θέματα πολεμικής φύσεως.

Στις 16 Ιουνίου 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας. Συμμετείχε στη μάχη του Λαχανά, όπου μάλιστα εν μέσω εχθρικών πυρών οδήγησε τις πυροβολαρχίες μέσα από την περιοχή των συγκρούσεων με ελάχιστες απώλειες. Τις επόμενες μέρες θα αναλάβει το 9ο ευζωνικό τάγμα, το οποίο και θα οδηγήσει στο Μπέλες, όπου διεξήχθη νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό μάχη. Στις 27 Ιουνίου καταλαμβάνει το Σιδηρόκαστρο και στις 10 Αυγούστου ο σύντομος αυτός πόλεμος έληξε. Ο Πάγκαλος, λόγω των διαφωνιών που αντιμετώπιζε με τον Χατζανέστη, μετατέθηκε στο 1/38 τάγμα ως υπασπιστής.

Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917
Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917

Το Φθινόπωρο του 1913 αναχωρεί για τη Γαλλία, για να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου μέχρι και τον Αύγουστο του 1914, όταν και εξερράγη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα αρχικά κράτησε ουδέτερη στάση, με συνέπεια να ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός και να εκδιωχθεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Συγκεκριμένα ο βασιλιάς, όντας φιλογερμανός, λόγω των συγγενικών δεσμών που είχε η σύζυγός του, Σοφία, με τη γερμανική βασιλική αυλή, και μη μπορώντας να αναγκάσει την κυβέρνηση να εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, άσκησε πιέσεις για να παραμείνει η χώρα ουδέτερη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε, θεωρώντας ως επέμβαση στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης τη στάση του βασιλιά, γεγονός που αντέβαινε στο Σύνταγμα, παραιτήθηκε και λίγο αργότερα προχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Πάγκαλος διορίστηκε επιτελάρχης της 8ης μεραρχίας στην Πρέβεζα. Λίγους μήνες αργότερα μετατέθηκε στην 4η μεραρχία Ναυπλίου. Το καλοκαίρι του 1916 θα είναι καθοριστικό για την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Φικιώρη συστήνουν κρυφή ομάδα αξιωματικών με σκοπό την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαν μυηθεί πάνω από 60 αξιωματικοί του στρατού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, ξεσπά και αμέσως η ομάδα Πάγκαλου σπεύδει να το ενισχύσει.

Στις 12 Σεπτεμβρίου αναχωρεί μαζί με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς με πλοίο από τον Πειραιά και εγκαθίσταται στη Μυτιλήνη, όπου διορίζεται από την Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας διοικητής Αιγαίου. Στη συνέχεια διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Ηρακλείου και τον Μάρτιο του 1917 προάγεται σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας παράλληλα τη διοίκηση του 9ου Συντάγματος. Ο Βενιζέλος με τη βοήθεια των δυνάμεων της Αντάντ καταφέρνει να εκδιώξει τον Κωνσταντίνο, να ανέλθει στην κυβέρνηση και ουσιαστικά να εγκαινιάσει την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Με το 9ο σύνταγμα ο Πάγκαλος εισέρχεται στην Αθήνα και εγκαθίσταται στον στρατώνα του Ρουφ αμέσως μετά την έξωση του Κωνσταντίνου. Στις 15 Μαρτίου του 1917 ο Πάγκαλος, έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του Βενιζέλου, γίνεται προσωπάρχης του υπουργείου στρατιωτικών, το χαρτοφυλάκιο του οποίου είχε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δημιουργήθηκε παρεξήγηση με τον βασιλιά Αλέξανδρο εξαιτίας κάποιων κατηγοριών του Πάγκαλου που εξελήφθησαν ως ύβρεις κατά του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου Α. Ύστερα όμως από τις απαραίτητες εξηγήσεις προς τον βασιλιά Αλέξανδρο, η παρεξήγηση λύθηκε. Ο Πάγκαλος ήταν ο κύριος εισηγητής και εκτελεστής του νόμου με τον οποίο όλοι οι λιποτάκτες θα έπρεπε εντός 48ωρου να επιστρέψουν στις θέσεις τους, αλλιώς θα εκτελούνταν, νόμο που αργότερα ο Βενιζέλος αναίρεσε. Στις 18 Ιανουαρίου του 1918 ο Πάγκαλος παύθηκε από τη θέση του προσωπάρχη. Λίγες μέρες αργότερα μετατέθηκε στη μεραρχία Σερρών και τον Μάιο του ίδιου χρόνου έγινε διοικητής της 1ης μεραρχίας.

Ο Πάγκαλος με τον Παρασκευόπουλο και τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, Οκτώβριος 1920
Ο Πάγκαλος με τον Παρασκευόπουλο και τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, Οκτώβριος 1920

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες, για τις οποίες τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό. Απότοκος όλων αυτών των διακρίσεων ήταν και η επιλογή του από τον αρχιστράτηγο του στρατού Λεωνίδα Παρασκευόπουλο ως γενικού επιτελάρχη της στρατιάς. Τον Μάιο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Οι συγκρούσεις του με τον Αριστείδη Στεργιάδη, αρμοστή της Σμύρνης, ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα να προταθεί από αυτόν και τον Παρασκευόπουλο η αντικατάστασή του. Ο Πάγκαλος εκείνη την εποχή αναχώρησε για το Παρίσι για κατ’ ιδίαν συζητήσεις με τον Βενιζέλο και τους Ευρωπαίους στρατηγούς. Η καλή συνεργασία που είχαν είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή του στη θέση του αρχηγού του επιτελείου.

Χάρη στην εξυπνάδα του ο ελληνικός στρατός προέλασε στη Μικρά Ασία και μάλιστα έφτασε να καταλάβει την Προύσα και να σώσει τους Άγγλους στρατιώτες που βρίσκονταν σε δεινή θέση. Η κίνηση αυτή όμως εξόργισε τον Βενιζέλο, αφού η Προύσα δεν εντασσόταν στο σχέδιο δράσης. Στις 22 Αυγούστου του 1920, και ύστερα από διαμάχη του Βενιζέλου με τον Παρασκευόπουλο, λόγω της κατάληψης της Προύσας, ο δεύτερος παραιτείται. Ο Πάγκαλος, παρών στο επεισόδιο, δηλώνει και αυτός την παραίτησή του. Τελικά δεν γίνονται δεκτές. Τις επόμενες μέρες ο Πάγκαλος προάγεται σε υποστράτηγο.

Με την άνοδο της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Γούναρη, ο Πάγκαλος ανακαλείται από το μέτωπο και αποστρατεύεται τον Νοέμβριο του 1920. Μέχρι τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής, ο Πάγκαλος είχε αποσυρθεί στην Ελευσίνα, απ’ όπου παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, παράλληλα με το στρατιωτικό κίνημα της Χίου, ο Πάγκαλος έχοντας συστήσει από καιρό μια ομάδα αξιωματικών, σχηματίζει την επιτροπή Αθηνών, η οποία προχωρεί κατευθείαν σε συλλήψεις πολιτικών και απελευθερώσεις φιλελεύθερων προσωπικοτήτων. Με την έλευση της επαναστατικής επιτροπής Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων. Μέχρι την έλευση της Επαναστατικής Επιτροπής συμπεριφερόταν ως αρχηγός αυτής καθώς είχε την πίστη ότι αυτή θα τίθετο υπό της διαταγές του. Παρ’ όλα αυτά όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά αρκετές αποφάσεις για τη σύλληψη στελεχών της κυβέρνησης που είχαν πραγματοποιηθεί από αυτόν ακυρώθηκαν. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Αλέξανδρο Οθωναίο και τον Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο  αποτελούσαν ανεξάρτητη ομάδα από την επαναστατική επιτροπή, με την οποία αν και συνεργάζονταν διαφωνούσαν ριζικά ως προς το θέμα της τιμωρίας των υπευθύνων για την καταστροφή. Αυτή η ομάδα δεν είχε συμμετάσχει την μικρασιατική εκστρατεία παραμένοντας στην Αθήνα και διατηρώντας ζωντανή τη νοοτροπία του διχασμού. Υποστηρίζεται ότι σε αυτόν οφείλεται η παραπομπή των οκτώ σε στρατιωτικό δικαστήριο μέσω των έντονων πιέσεων που ασκούσε στο Νικόλαο Πλαστήρα.

Στις 5 Οκτωβρίου συστήθηκε ανακριτική επιτροπή για την τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής με πρόεδρο τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Στην επιτροπή κατέθεσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και στις 24 Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα αυτής με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες στους κατηγορουμένους. Στη συνέχεια συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο, του οποίου τα μέλη, σε μεγάλο βαθμό, ορίστηκαν από τον Πάγκαλο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Πάγκαλος και στην ουσιαστική αθώωση του πρίγκιπα Ανδρέα, συμμαθητή του στη σχολή Ευελπίδων, τον οποίο μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος στο Φάληρο απ’ όπου αναχώρησε για το εξωτερικό. Παραδίδεται μάλιστα και χαρακτηριστικός διάλογος μεταξύ των δύο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Στο ερώτημα του Πάγκαλου προς τον πρίγκιπα Ανδρέα αν έχει παιδιά, ο δεύτερος του απάντησε καταφατικά. Τότε ο Πάγκαλος αποκρίθηκε: «Κρίμα που θα μείνουν ορφανά», σίγουρος ότι, παρά τις διεθνείς πιέσεις, το δικαστήριο δεν θα τον αθώωνε, προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Μετά από χρόνια ο ίδιος ο Πάγκαλος δήλωσε ότι «οι έξι εκτελεσθέντες υπήρξαν μοιραία κατ’ ανάγκην θύματα στο βωμό της πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές».

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος και η στρατιά του Έβρου

Στις 14 Νοεμβρίου του 1922 διορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά. Από την θέση αυτή έλεγχε όλες τις προαγωγές και μεταθέσεις προωθώντας, κατά παράβαση της επετηρίδας, τους ευνοούμενούς του. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχιστρατηγία της Στρατιάς του Έβρου. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη έχοντας έκτακτες εξουσίες. Για να διευκολυνθεί στο έργο του η κυβέρνηση, κατόπιν υποδείξεώς του, εξέδωσε δύο νόμους, σύμφωνα με τους οποίους η κλοπή υλικού από τον στρατό και η εκ δόλου έκδοση απαλλακτικού σε στρατιώτη από αξιωματικό της υγειονομίας θα τιμωρείτο με εκτέλεση. Οι δύο αυτοί νόμοι, καθώς και οι φήμες περί δεκάδων εκτελέσεων που επίτηδες άφησε να διαρρεύσουν ο ίδιος ο Πάγκαλος, επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό την πειθαρχία στο καταπονημένο και διαλυμένο στράτευμα.

Σύντομα κατάφερε να μετατρέψει μια διασκορπισμένη μάζα στρατού με χαμηλό ηθικό σε ισχυρό και αξιόμαχο ετοιμοπόλεμο στρατό 115.000 ανδρών. Στην αντίθετη πλευρά ο τουρκικός στρατός της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση με αυτόν του Έβρου. Ο Πάγκαλος πίστευε ότι μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, αφού οι συνθήκες τον ευνοούσαν. Η ελληνική διπλωματία, γνωρίζοντας το αξιόμαχο του στρατού, χρησιμοποίησε αυτόν ως όπλο προκειμένου να συνθηκολογήσει με την Τουρκία. Πράγματι στις 24 Ιουλίου του 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης.

Η συνθηκολόγηση αυτή δεν ικανοποίησε τον Πάγκαλο, αφού θεωρούσε ότι η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης δεν θα ήταν δύσκολη για έναν τέτοιο στρατό. Οι απόψεις του, οι οποίες αντιτίθεντο προς την επαναστατική κυβέρνηση, επέφεραν σύγκρουση μεταξύ της επαναστατικής κυβέρνησης και του ίδιου. Στην Θεσσαλονίκη μάλιστα συγκάλεσε και σύσκεψη με άλλους στρατηγούς προκειμένου να κινηθούν εναντίον της κυβέρνησης. Ο Πλαστήρας έλαβε γνώση της συνάντησης και τον εξανάγκασε σε παραίτηση παρά τις προσπάθειες του Οθωναίου για συνδιαλλαγή.

Μετά από την παραίτηση του ο Πάγκαλος αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική, κάτι που θα μας απασχολήσει σε άλλο άρθρο.

Το τέλος του Θεόδωρου Πάγκαλου

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1952 από φυματίωση στο ξενοδοχείο «Χλόη» της Κηφισιάς, όπου διέμενε. Η κηδεία του έγινε την επομένη, δημοσία δαπάνη. Το 1950 εξεδόθησαν τα απομνημονεύματά του.

https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόδωρος_Πάγκαλος_(στρατιωτικός)

Ο Δημήτριος Βούλγαρης

Ο Δημήτριος Βούλγαρης (Ύδρα, 20 Δεκεμβρίου 1802 – Αθήνα, 29 Δεκεμβρίου 1877) ήταν Έλληνας πολιτικός του 19ου αιώνα. Διετέλεσε 8 φορές πρωθυπουργός σε διάστημα μίας 20ετίας, για 6 χρόνια και 1 μήνα συνολικά. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο Τζουμπές, λόγω της μακριάς μπέρτας/μανδύα που συνήθιζε να φορά.

Ο Δημήτριος Βούλγαρης
Ο Δημήτριος Βούλγαρης

Ο Βίος του Δημητρίου Βούλγαρη

Ο Δημήτριος Βούλγαρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 20 Δεκεμβρίου 1802 και ήταν γιος του Μπέη της Ύδρας Γεωργίου Βούλγαρη. Ο τελευταίος πέθανε όταν ο Δημήτριος Βούλγαρης ήταν δέκα χρονών με αποτέλεσμα να αναλάβουν την επιμέλειά του οι επίτροποι που ορίζονταν από τη διαθήκη του πατέρα του μεταξύ των οποίων ήταν και ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Κατά τα εφηβικά χρόνια παρακολούθησε μαθήματα από τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και τον Άνθιμο Γαζή. Σε ηλικία μόλις 19 χρονών εξελέγη πρόκριτος της Ύδρας (1821).

Ο πολιτικός Δημήτριος Βούλγαρης

Το 1825 εξελέγη πληρεξούσιος για την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και το 1829 για την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους ως πληρεξούσιος Ύδρας. Κατά την καποδιστριακή εποχή συντάχθηκε με τους αντικαποδιστριακούς τηρώντας σκληρή αντιπολιτευτική στάση και λαμβάνοντας μέρος στα γεγονότα της ανταρσίας της Ύδρας ως εκλεγμένος δημογέροντας.

Το 1832 διορίστηκε υπουργός ναυτικών, θέση από την οποία παραιτήθηκε μη δεχόμενος να υποβιβάσει τους αγωνιστές του 1821. Το 1837 εξελέγη δήμαρχος Ύδρας παραμένοντας στον δημαρχιακό θώκο για έξι χρόνια. Το 1845 διορίστηκε γερουσιαστής και δύο χρόνια αργότερα ορκίστηκε υπουργός ναυτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Τα επόμενα χρόνια ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών στην κυβέρνηση Κανάρη (1848) από όπου όμως παραιτήθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1855  ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση, στην οποία και κράτησε για τον εαυτό του το υπουργείο εσωτερικών. Η κυβέρνηση τελικώς παραιτήθηκε δύο χρόνια αργότερα ύστερα από προσωπική σύγκρουση Βασιλιά – Βούλγαρη και ενώ πριν 13 μήνες είχε κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή κατά τις Εκλογές του 1856 που διεξήγαγε.

Με την έξωση του Όθωνα, ο Βούλγαρης σχημάτισε την επαναστατική κυβέρνηση του 1862, την οποία διοικούσε Επιτροπεία (Ρούφος, Κανάρης, Βούλγαρης) υπό την προεδρία του. Παράλληλα γίνεται αρχηγός της παράταξης των Πεδινών και διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εμφύλια διαμάχη των Ιουλιανών. Τον Φεβρουάριο, μετά τα  Φεβρουαριανά παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία για να σχηματίσει πάλι κυβέρνηση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1863). Το 1865 σχημάτισε βραχύβια κυβέρνηση τριών ημερών και τον Ιανουάριο του 1866  διορίστηκε πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1868 κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση διάρκειας ενός έτους. Το 1871 κέρδισε τις εκλογές αναλαμβάνοντας για έβδομη φορά την πρωθυπουργία ενώ τον Φεβρουάριο του 1874 ανέλαβε για τελευταία φορά την πρωθυπουργία. Στις εκλογές που ακολούθησαν βγήκε νικητής ύστερα από παρερμηνεία σχετικού άρθρου του συντάγματος.
Έτσι το 1874, μέσα σε κλίμα πολιτικής αυθαιρεσίας της τότε κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη, o Χαρίλαος Τρικούπης έγραψε στην εφημερίδα «Καιροί» ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουνίου του 1874, στο οποίο κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα της εποχής, αλλά ουσιαστικά κατηγορούσε το Βασιλιά, επειδή μετά την πτώση του Δεληγιώργη, εξ αιτίας των Λαυρεωτικών, είχε χρήσει κυβέρνηση εκείνη του Βούλγαρη που ήταν μειοψηφίας. Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη με το υφιστάμενο Σύνταγμα κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πλειοψηφήσει από μόνο του. Έτσι όλοι οι τότε κυβερνητικοί σχηματισμοί ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο δε Βασιλιάς, προκειμένου ν’ αποφύγει κατάσταση ακυβερνησίας με συνεχείς επαναλαμβανόμενες και ατελέσφορες εκλογές, αναγκαζόταν κάθε φορά να χρίζει κυβέρνηση το κόμμα εκείνο με τη λιγότερη μειοψηφία.

Τον δε Μάρτιο του 1875 ο Δ. Βούλγαρης διέπραξε εκλογική λαθροχειρία στη Βουλή, γεγονότα που έχουν μείνει στην ιστορία ως με την ονομασία Στηλιτικά. Τελικά με παρέμβαση του Βασιλιά και προ της απειλής του για παραίτηση εκ του θρόνου ακόμα και των ανήλικων τέκνων του ο Δ. Βούλγαρης υποχρεώθηκε σε παραίτηση υπέρ του Χαρ. Τρικούπη. Αλλά και ο τελευταίος λαμβάνοντας εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την πολυπόθητη πλειοψηφία όπου και παραιτήθηκε υπέρ του Κουμουνδούρου.

Η πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης Κουμουνδούρου ήταν η παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο, για έγκλημα σιμωνίας δύο υπουργών του Δ. Βούλγαρη και η καταδίκη τους σε φυλάκιση 1-2 έτη, τα λεγόμενα Σιμωνιακά. Αυτών ακολούθησε άλλο ειδικό δικαστήριο με παραπομπή του ίδιου του Δ. Βούλγαρη και όλων των μελών της τελευταίας κυβέρνησής του για αθέμιτες πολιτικές ενέργειες με τις οποίες στιγμάτισε αυτόν ηθικά, πλην όμως δεν καταδίκασε λόγω μη προβλεπόμενης σχετικής ποινής ή ρήτρας. Η διπλή αυτή καταδίκη, η πρώτη ποινική στον γαμβρό του, η δεύτερη ηθική προς το πρόσωπό του κατέβαλαν ψυχικά τον Δ. Βούλγαρη με συνέπεια να παραιτηθεί και της ενεργού πολιτικής σκηνής και να οδηγηθεί στον πολιτικό θάνατο, στο μαρασμό του οποίου δεν άργησε ν΄ ακολουθήσει και ο φυσικός.

Η οικογένεια του Δημητρίου Βούλγαρη

Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Διέμενε στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου 1877. Ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν παντρεμένος με την Μαρία Κουντουριώτη, κόρη του Λάζαρου Κουντουριώτη και απέκτησε πέντε παιδιά:

  • την Σταματίνα Βούλγαρη, σύζυγο του βουλευτή και υπουργού Βασίλειου Νικολόπουλου
  • την Ελένη Βούλγαρη, σύζυγο του βουλευτή και υπουργού Δημήτριου Πατρινού
  • τον Γεώργιο Βούλγαρη, διπλωματικό υπάλληλο και υπουργό ναυτικών
  • τον Λάζαρο Βούλγαρη (1850 – 1893), βουλευτή
  • την Αθανασούλα Βούλγαρη, σύζυγο του Φρειδερίκος Σμιτ

Κριτικές για τον Δημήτριο Βούλγαρη

Ο Δημήτριος Βούλγαρης αντιπροσώπευσε καθ´ολη τη διάρκεια της πορείας του τον κοτζαμπασισμό. Ήταν άνδρας ισχυρής θέλησης και υψηλής νοημοσύνης. Δεν ήταν πολύ μορφωμένος, αλλά ήταν έμπειρος σε πολλές περιστάσεις της ζωής. Ήταν ευσυνείδητος και αυστηρός στην διοίκηση μεν, φειδωλός και τίμιος στην διαχείριση των δημοσίων δε. Ενδιαφερόταν για τους φίλους του, εκτίθετο πολλές φορές για χάρη τους και ποτέ δεν τους θυσίαζε για χάρη των πολιτικών συμφερόντων. Και όμως, ο σιδερένιος και αξιοπρεπής αυτός χαρακτήρας, που επιβάλλονταν σε όλους και έμπνεε σεβασμό, είχε το μειονέκτημα της ισχυρογνωμοσύνης και του εγωισμού, μέχρι του σημείου να γίνεται δεσποτικός και τυραννικός. Ήταν τολμηρός και αποφασιστικός στις πράξεις του. Το 1874 προέβη μέχρι και σε πραξικόπημα κατά του πολιτεύματος. Λέγεται ότι συνήθιζε να δίνει την απάντηση «άστε ντούα» («Έτσι θέλω» στα αρβανίτικα), όταν του ζητούσαν να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτριος_Βούλγαρης

Η Γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου (2004)

Η Γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου ή, επίσημα, Γέφυρα «Χαρίλαος Τρικούπης» είναι καλωδιωτή γέφυρα που ολοκληρώθηκε και τέθηκε σε λειτουργία το 2004 μεταξύ του Ρίου (προάστιο της Πάτρας) και του Αντιρρίου, που συνδέει την Πελοπόννησο με τη δυτική ηπειρωτική Ελλάδα και προς τα πάνω και ευρύτερα με το υπόλοιπο της Ευρώπης. Αποτελεί τμήμα της Ιόνιας Οδού (Α5) και της Ευρωπαϊκής Οδού 55 (Ε55) και κατασκευάστηκε από την Γαλλική εταιρεία Vinci.

Ενώ συχνά το μήκος μιας γέφυρας τέτοιου τύπου αναφέρεται ότι είναι το σύνολο των καταστρωμάτων της, στην πραγματικότητα επιστημονικά κατά την στατική ανάλυση (και σε κάποιες διεθνείς λίστες μεγαλύτερων γεφυρών), το ενεργό της μήκος θεωρείται μόνο το μεγαλύτερο από τα οδοστρώματα κάτω από ένα «κατάρτι» (κάνοντας έτσι τη γέφυρα μικρότερη).

Η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου
Η Γέφυρα «Χαρίλαος Τρικούπης» 

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Το μήκος της γέφυρας που στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες, ανέρχεται στα 2.252 μέτρα, ενώ μαζί με τις προσβάσεις φτάνει γύρω στα 2.883 μέτρα (βλέπε σχεδιάγραμμα παρακάτω). Η γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε, παρά τις δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες, ενώ το μέγιστο βάθος θεμελίωσης φθάνει τα 65 μέτρα υπό την επιφάνεια της θάλασσας. Πρόκειται για μία καλωδιωτή γέφυρα, οι αντοχές της οποίας είναι εντυπωσιακές. Σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε με προδιαγραφές να αντέξει σε σεισμό μεγαλύτερο από αυτόν που σημειώθηκε στις 17 Αυγούστου 1999 στο Ιζμίτ της Τουρκίας, ο οποίος ήταν μεγέθους 7,4 της Κλίμακας Ρίχτερ. Έχει υπολογιστεί, επίσης, πως αντέχει σε ενδεχόμενη σύγκρουση δεξαμενοπλοίου με εκτόπισμα 180.000 τόνων, καθώς και σε ταχύτητα ανέμου 265 χλμ./ώρα, ταχύτητα που αντιστοιχεί σε τυφώνα Κατηγορίας 5, το ανώτατο δυνατό επίπεδο στην Κλίμακα Σαφίρ-Σίμπσον. Τέλος, η γέφυρα είναι σχεδιασμένη να απορροφά πιθανές μετατοπίσεις μεταξύ δύο βάθρων, σε οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Η γέφυρα περιλαμβάνει και πεζόδρομο/ποδηλατόδρομο, η χρήση των οποίων απαλλάσσεται πληρωμής διοδίων. Έχει σχεδιαστεί για συνολική διάρκεια ζωής 120 ετών, αν και με τη διαρκή συντήρησή της το όριο αυτό ενδέχεται να παραταθεί.

Κατασκευή

Η γέφυρα σχεδιάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και κατασκευάστηκε από την ελληνογαλλική κοινοπραξία με επικεφαλής εταιρεία την Vinci, η οποία περιλαμβάνει επίσης και τις Ελληνικές εταιρείες Ελληνική Τεχνοδομική-ΤΕΒ, J&P-ΑΒΑΞ, Αθηνά, Προοδευτική και Παντεχνική. Η κοινοπραξία διαχειρίζεται τη γέφυρα μέσω της θυγατρικής της εταιρείας ΓΕΦΥΡΑ ή ΓαλλοΕλληνικός Φορέας Υπερθαλάσσιας ζεύξης Ρίου- Αντιρίου. Ο επικεφαλής αρχιτέκτονας ήταν ο Μπερτζ Μικαελιάν. Η προετοιμασία του χώρου και η δικτύωση ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1998, και η κατασκευή των πυλώνων υποστήριξης το 2000. Με την ολοκλήρωση των συγκεκριμένων το 2003, ξεκίνησαν οι εργασίες στο κατάστρωμα κυκλοφορίας με την κατασκευή χάλυβα από την Cleveland Bridge U.K. και τα υποστηρικτικά καλώδια από την Freyssinet. Στις 21 Μαΐου του 2004 ολοκληρώθηκε η κύρια κατασκευή. Απέμενε η εγκατάσταση του εξοπλισμού και της υδατοπροστασίας.

Η γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου εγκαινιάστηκε στις 7 Αυγούστου του 2004, μια εβδομάδα πριν από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 στην Αθήνα. Λαμπαδηδρόμοι της Ολυμπιακής Φλόγας ήταν οι πρώτοι που διέσχισαν επίσημα τη γέφυρα σε όλο της το μήκος. Ένας από αυτούς ήταν ο Ότο Ρεχάγκελ, ο Γερμανός προπονητής της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου κατά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου 2004. Ένας ακόμη ήταν ο Κώστας Λαλιώτης, ο πρώην Υπουργός Δημοσίων Έργων, κατά τη θητεία του οποίου ξεκίνησε η κατασκευή του έργου.

Το συνολικό κόστος της κατασκευής ανερχόταν στα 630 εκατομμύρια ευρώ. Η κατασκευή χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό δημόσιο, την κοινοπραξία και δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Η κατασκευή ολοκληρώθηκε πριν από την αρχική εκτίμηση, η οποία προέβλεπε ολοκλήρωση των έργων μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου του 2004, και εντός προϋπολογισμού. Άλλες πηγές αναφέρουν συνολικό κόστος 839 εκατομμυρίων ευρώ.

Ονομασία

Στις 25 Μαΐου του 2007 σε ειδική τελετή προ του κτηρίου της Διοίκησης της Ζεύξης ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας ονόμασε την εν λόγω γέφυρα «Γέφυρα Χαρίλαος Τρικούπης», προβαίνοντας στη συνέχεια στα αποκαλυπτήρια εικαστικού έργου με τη μορφή του Χ. Τρικούπη. Ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε οραματιστεί την κατασκευή σιδηροδρομικής γέφυρας, κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του κατά τον 19ο αιώνα, το έργο όμως κρίθηκε ακριβό για την εποχή του. Η ονομασία της γέφυρας συμπληρώθηκε επίσημα δια του νόμου 3555/2007 που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ΦΕΚ 81Α/2007. Στη τελετή την Κυβέρνηση εκπροσώπησε ο υφυπουργός ΥΠΕΧΩΔΕ Σταύρος Καλογιάννης ενώ παρέστησαν ο Περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας, οι νομάρχες Αιτωλοακαρνανίας και Αχαΐας, οι δήμαρχοι, πολλοί βουλευτές, καθώς και οι διοικητές πολιτικών στρατιωτικών και δικαστικών αρχών της περιοχής.

Κριτική

Αρχικά, η επένδυση ενός τόσο μεγάλου ποσού (€ 630.000.000) στη γέφυρα δέχτηκε κριτική, επειδή το οδικό δίκτυο από την πλευρά της Πάτρας κατά το χρόνο κατασκευής της γέφυρας ήταν ελλιπές και υπερφορτωμένο και από την πλευρά της Στερεάς Ελλάδας ανεπαρκές. Ενδεικτικά ο Εκόνομιστ ανέφερε ότι η γέφυρα συνδέει το «πουθενά συγκεκριμένα με το εντελώς πουθενά».

Ωστόσο, από το 2007 άρχισαν να κατασκευάζονται σύγχρονοι αυτοκινητόδρομοι και στις δύο πλευρές, συγκεκριμένα η Ολυμπία Οδός και η Ιόνια Οδός, στα πλαίσια εκσυγχρονισμού του Ελληνικού οδικού δικτύου. Το καλοκαίρι του 2017 οι δύο αυτοί αυτοκινητόδρομοι ολοκληρώθηκαν και συνδέονται πλήρως με τη Γέφυρα.

Υπήρξε επίσης και κριτική, ότι δεν ήταν παράλληλα και σιδηροδρομική η γέφυρα (όπως προέβλεπαν τα αρχικά σχέδια), ώστε να επεκταθεί ο προαστιακός της Πάτρας προς το Μεσολόγγι και το Αγρίνιο, όπου υπάρχει ανενεργή σιδηροδρομική υποδομή.

Ένα ειδικό στοιχείο του συστήματος είναι η δυνατότητα του να ανιχνεύει και να κατηγοριοποιεί πιθανά σεισμικά συμβάντα.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γέφυρα_Ρίου_-_Αντιρρίου


Ο Δημήτριος Ράλλης (1844-1921)

Ο Δημήτριος Ράλλης ήταν πανεπιστημιακός και πολιτικός. Διετέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Καταγόταν από τον αθηναϊκό κλάδο της βυζαντινής οικογένειας των Ράλληδων.

Ο Δημήτριος Ράλλης, πανεπιστημιακός και πολιτικός.
Ο Δημήτριος Ράλλης

Ο Δημήτριος Ράλλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1844 και ήταν γιος του νομοδιδασκάλου και πολιτικού Γεώργιου Ράλλη. Ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά η συμμετοχή του στις αντιοθωνικές φοιτητικές εξεγέρσεις ανάγκασε τον πατέρα του (Υπουργό Δικαιοσύνης των κυβερνήσεων Μιαούλη), να τον στείλει στο Παρίσι για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του, επειδή κινδύνευε με διαγραφή. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1866 με την αναγόρευσή του σε διδάκτορα νομικής για τη διατριβή του «Περί ναυτικών δανείων».

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα αποφάσισε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα και εξελέγη υφηγητής του Εμπορικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το μικρόβιο της πολιτικής αποδείχτηκε ανθεκτικότερο και το 1872 εξελέγη βουλευτής Αττικής, εκλεγόμενος έκτοτε σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις έως τον θάνατό του. Ήταν τέτοια η πολιτική του δύναμη στην Αττική, που πρώτος αυτός έλαβε το προσωνύμιο Αττικάρχης.

Στη Βουλή αναδείχθηκε δεινός πολέμιος της φαύλης διακυβέρνησης του Δημήτριου Βούλγαρη και διακρίθηκε για το ρητορικό του ύφος, αλλά και την οξύτητα του χαρακτήρα του. Το 1875 προσχώρησε στην εκσυγχρονιστική παράταξη που συνέπηξε ο Χαρίλαος Τρικούπης και τον ίδιο χρόνο ανέλαβε το Υπουργείο Παιδείας, ενώ στη δεύτερη κυβέρνηση Τρικούπη το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το Τρίτο Κόμμα

Το 1884 αποχώρησε από το Τρικουπικό Κόμμα και ίδρυσε δικό του, με την επωνυμία «Τρίτον Κόμμα», στο οποίο προσχώρησαν διακεκριμένοι βουλευτές. Για πρώτη φορά ανέλαβε πρωθυπουργός στις 18 Απριλίου 1897, όταν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο. Παρότι φιλοπόλεμος, η σκληρά πραγματικότητα τον ανάγκασε με μεταβάλει ύφος και να προτείνει αυτός τη συνθηκολόγηση με την Τουρκία. Όμως, ανετράπη στη Βουλή (21 Σεπτεμβρίου 1897) και τον διαδέχτηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος υπέγραψε την ειρήνη.

Βραχύβιες Κυβερνήσεις

Στη συνέχεια συντάχθηκε με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στα «Σανιδικά» και στις 28 Ιουνίου 1903 έγινε για δεύτερη φορά πρωθυπουργός, διαδεχθείς τον Γεώργιο Θεοτόκη, που ήταν ο διάδοχος του Τρικούπη. Παρέμεινε στην εξουσία έως τις 6 Δεκεμβρίου 1903, όταν έχασε την εμπιστοσύνη της Βουλής και παραιτήθηκε.

Μετά τη δολοφονία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, σχημάτισε για τρίτη φορά κυβέρνηση (9 Ιουνίου 1905), η οποία δεν μακροημέρευσε, αφού κατέπεσε στις 8 Δεκεμβρίου 1905. Για τέταρτη φορά ανέλαβε πρωθυπουργός στις 7 Ιουλίου 1909, μετά την παραίτηση του μεγάλου αντιπάλου του Γεώργιου Θεοτόκη και παρέμεινε στην εξουσία έως τις 15 Αυγούστου 1909, όταν καταργήθηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο με την Επανάσταση στου Γουδή.

Για πέμπτη και τελευταία φορά έγινε πρωθυπουργός μετά της εκλογές του 1920, όταν ο ελληνικός στρατός πολεμούσε στη Μικρά Ασία. Παρέμεινε επί δίμηνο στην εξουσία (4 Νοεμβρίου 1920 – 24 Ιανουαρίου 1921) και παραιτήθηκε, λόγω διαφωνιών με τον ισχυρό άνδρα της αντιβενιζελικής παράταξης Δημήτριο Γούναρη. Ενδιάμεσα και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε διατελέσει υπουργός στις βασιλόφρονες κυβερνήσεις των Αλεξάνδρου Ζαΐμη και Στέφανου Σκουλούδη.

Τέλος του Δημητρίου Ράλλη

Ο Δημήτριος Ράλλης πέθανε στις 6 Αυγούστου 1921 από ανίατη ασθένεια. Διακρίθηκε για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την εντιμότητα και την ειλικρίνειά του, ενώ ανάλωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για πατριωτικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Όμως, η οξύτητα και η βιαιότητα του χαρακτήρα του, τον εμπόδισαν να δημιουργήσει ισχυρό πολιτικό κόμμα για να αναδείξει στην πράξη τις αναμφισβήτητες πολιτικές του ικανότητες. Εν τούτοις, με τα πέρασμα του χρόνου έγινε μετριοπαθέστερος και ίσως αν ζούσε θα μπορούσε να διαδραματίσει συμβιβαστικό ρόλο στις κατοπινές δραματικές εξελίξεις, που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Γιος του ήταν ο κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης (1878 – 1946) και εγγονός του ο επίσης πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης (1918 – 2006).

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/380

Ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832-1896)

Ο Χαρίλαος Τρικούπης ήταν Έλληνας διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός. Ο Τρικούπης κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας επί 19 χρόνια (1875-1894) παίρνοντας τη θέση του πρωθυπουργού επτά φορές και κυβέρνησε τη χώρα για σχεδόν 10 χρόνια.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης
Ο Χαρίλαος Τρικούπης

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και καταγόταν από την ιστορική οικογένεια Τρικούπη του Μεσολογγίου και την οικογένεια Καρατζά της  Κωνσταντινούπολης. Ήταν γιος του Σπυρίδωνα Τρικούπη πολιτικού, ιστορικού και επίσης πρωθυπουργού της Ελλάδας και της Αικατερίνης το γένος Μαυροκορδάτου. Ανάδοχός του ήταν ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης. Μετά τη φοίτησή του σε γυμνάσιο της Αθήνας, όπου γυμνασιάρχης του ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος, σπούδασε νομική  στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου μετά τριετή φοίτηση συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι.

Διπλωμάτης

Με το τέλος των σπουδών του χρημάτισε ιδιαίτερος γραμματέας του πατέρα του Σπυρίδωνα, που τότε ήταν πρέσβης στο Λονδίνο. Ακολούθως το 1856 διορίστηκε επίσημος γραμματέας της πρεσβείας στο Λονδίνο ακολουθώντας το διπλωματικό σώμα. Το 1862 εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης της ελληνικής παροικίας του Λονδίνου και αποσυρθέντος του πατέρα του ανέλαβε ως επιτετραμμένος της πρεσβείας. Αν και η διπλωματική σταδιοδρομία του υπήρξε βραχεία, διακρίθηκε για την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του, το 1863, κατά τις διαπραγματεύσεις με την αγγλική κυβέρνηση, ως πληρεξούσιος της ελληνικής κυβέρνησης, στη σχετική συνθήκη της παραχώρησης των Ιονίων νήσων από τη Μεγάλη Βρετανία στο Βασίλειο της Ελλάδος, που ήταν ο κυρίαρχος όρος αποδοχής του στέμματος του Βασιλείου από τον πρίγκιπα και μετέπειτα Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄.

Το θέμα της παραχώρησης, στην πραγματικότητα εκχώρησης, των νήσων αυτών δεν ήταν τόσο απλό μετά την αντίδραση της Βασιλικής Αυλής της Δανίας, όπου η σχετική συνθήκη είχε συνομολογηθεί ερήμην της ελληνικής κυβέρνησης, συνέπεια της οποίας ήταν να ακολουθήσει δεύτερη σχετική συνθήκη με το διπλωματικό όρο «ενσωμάτωση». Επί της δεύτερης αυτής συνθήκης ήταν πληρεξούσιος ο Χ. Τρικούπης, του οποίου η διπλωματική καριέρα κράτησε 8 έτη (1856-1864).

Πολιτική καριέρα

Το 1864 παραιτήθηκε από τη διπλωματική υπηρεσία για να συμμετάσχει στις εκλογές. Το 1865 εξελέγη βουλευτής Μεσολογγίου υπό τη σκέπη του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, ο οποίος όταν κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση στις 18 Δεκεμβρίου, του εμπιστεύθηκε το κρίσιμο Υπουργείο Εξωτερικών, σε μια δύσκολη περίοδο, καθώς είχε ξεσπάσει η Κρητική Επανάσταση. Ο Τρικούπης ήταν μόλις 33 ετών.

Από τις πρώτες μέρες του στην κυβέρνηση φρόντισε να αποκαταστήσει το κύρος του κράτους απέναντι στους ξένους. Ως νέος Υπουργός Εξωτερικών δεν επισκέφθηκε πρώτος τους ξένους πρεσβευτές στην Αθήνα, αλλά απαίτησε να τον επισκεφθούν αυτοί πρώτοι. Διαμόρφωσε, έτσι, μία εθιμοτυπία, που ισχύει απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα. Στους επόμενους μήνες ήρθε σε διάσταση απόψεων με τον Κουμουνδούρο και απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση. Για τέσσερα χρόνια πολιτεύτηκε (1868-1872) ανεξάρτητα από τα κόμματα που υπήρχαν.

Το 1872 ίδρυσε το «Πέμπτο κόμμα», στο οποίο συγκεντρώθηκαν οι πιο φιλελεύθερες και προοδευτικές προσωπικότητες της εποχής. Μεγάλοι του αντίπαλοι θα είναι αρχικά ο πολιτικός του μέντορας  Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και στη συνέχεια ο «λαϊκιστής»  Θεόδωρος Δηλιγιάννης, που εκπροσωπούσαν τα «παλιά τζάκια».

Το 1874, μέσα σε κλίμα πολιτικής αυθαιρεσίας της τότε κυβέρνησης  του Δημήτριου Βούλγαρη, έγραψε στην εφημερίδα «Καιροί» ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουνίου του 1874, στο οποίο κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα της εποχής, αλλά ουσιαστικά κατηγορούσε το Βασιλιά, επειδή μετά την πτώση του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, είχε χρίσει κυβέρνηση εκείνη του Βούλγαρη που ήταν μειοψηφίας. Την εποχή εκείνη με το υφιστάμενο Σύνταγμα κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πλειοψηφήσει από μόνο του. Έτσι όλοι οι τότε κυβερνητικοί σχηματισμοί ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο δε Βασιλεύς, προκειμένου ν’ αποφύγει κατάσταση ακυβερνησίας με αλλεπάλληλες εκλογές, αναγκαζόταν κάθε φορά να χρίζει κυβέρνηση το κόμμα εκείνο με τη σχετική πλειοψηφία.

Ο Χ. Τρικούπης μετά το πρώτο του εκείνο άρθρο δημοσίευσε και δεύτερο στις 9 Ιουλίου του 1874 με τον τίτλο «Παρελθόν και Ενεστώς», με το οποίο έθετε ως δόγμα της Βουλής τη «δεδηλωμένη» (εμπιστοσύνη) της Βουλής, που αργότερα και καθιερώθηκε ως «αρχή της δεδηλωμένης». Για το τόλμημα όμως των άρθρων του αυτών συνελήφθη ο εκδότης της εφημερίδας Π. Κανελλίδης θεωρούμενος ως ο συντάκτης. Κατά την ανάκριση απροσδόκητα αποκαλύφθηκε ότι πραγματικός συντάκτης ήταν ο Χ. Τρικούπης, που παρουσιάστηκε αυθόρμητα και ανέλαβε την ευθύνη των ανυπόγραφων άρθρων του. Έτσι, αναγκάστηκε η Δικαιοσύνη να προφυλακίσει τον Τρικούπη με μόνο τέσσερις ημέρες φυλάκιση, πλην όμως αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και τελικά αθωώθηκε με βούλευμα.

Παρά ταύτα λίγους μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1875, πήρε εντολή από το Βασιλιά να σχηματίσει κυβέρνηση διαλύοντας τη Βουλή και τη διενέργεια στη συνέχεια εκλογών. Παρέμεινε έτσι στην εξουσία για 5,5 περίπου μήνες, μέχρι τις 15 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, όπου κατά τις εκλογές που διεξήχθησαν, διατηρώντας και αυτός μειοψηφία αναγκάστηκε σε παραίτηση υπέρ του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, που είχε πλειοψηφήσει.

Το 1879 κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές και το Μάρτιο του 1880 σχημάτισε κυβέρνηση, αλλά τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Tον Μάρτιο του 1882 επανήλθε στην πρωθυπουργία, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1885. Επανήλθε το 1886. Ένα χρόνο αργότερα κέρδισε τις εκλογές του 1887, αλλά έχασε εκείνες του 1890, οπότε και έπεσε η κυβέρνησή του. Ανέλαβε πάλι την πρωθυπουργία το 1892. Στην τελευταία περίοδο της πρωθυπουργίας του (1893-1895) η Ελλάδα πτώχευσε και σταμάτησε μονομερώς να αποπληρώνει δάνεια που είχε λάβει από το εξωτερικό.

Διάσταση απόψεων με το Βασιλιά Γεώργιο τον Α΄

Στον Τρικούπη αποδίδεται η φράση «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» ενώπιον της Βουλής, την οποία, όμως ουδέποτε διετύπωσε, όπως αποδεικνύεται από την ανάγνωση των πρακτικών της Βουλής. Πέραν αυτού, από μελέτη των στοιχείων εκτιμάται ότι η πτώχευση θα είχε αποφευχθεί, αν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αποδεχόταν τους χειρισμούς του Χαριλάου Τρικούπη για τη σύναψη νέου δανείου για την αντιμετώπιση του χρέους.

Ο Γεώργιος δεν δέχτηκε την πρόταση του Τρικούπη να κυρωθεί η σύμβαση του δανείου – όπως προέβλεπε σχετικός Νόμος – και τη σύσταση «Ταμείου Δανείου» με βασιλικό διάταγμα και αντιπρότεινε να δώσει η Βουλή ειδική εξουσιοδότηση. Πιεζόμενος από τον Τρικούπη ζήτησε προθεσμία 48 ωρών «για να σκεφτεί». Στο διάστημα αυτό με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα που εστάλη στο Λονδίνο από τα Ανάκτορα δινόταν η εντολή να πουλήσουν στο χρηματιστήριο πολλών εκατομμυρίων ομολογίες ελληνικών δανείων, που οι τιμές τους ανέβαιναν καθημερινά εν όψει του νέου δανείου. Όλα αυτά οδήγησαν αμέσως τον Τρικούπη σε παραίτηση και τη χώρα, ύστερα από λίγο, στην πτώχευση. Στις εκλογές του 1895 απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής με αποτέλεσμα να αυτοεξοριστεί στις Κάννες της Γαλλίας.

Έργο του Χαρίλαου Τρικούπη

Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του θα θέσει σε εφαρμογή ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στους τομείς της γεωργίας, της φορολογίας και της άμυνας, καθώς και ένα πολυδάπανο πρόγραμμα έργων υποδομής,.

Τον Οκτώβριο του 1867 ως υπουργός Εξωτερικών υπέγραψε σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας με τον ηγεμόνα Μιχαήλ της Σερβίας.

Το Μάρτιο του 1880 με πρότασή του καταργήθηκε ο φόρος της δεκάτης στα δημητριακά προϊόντα και αντικαταστάθηκε με το φόρο επί των αροτριώντων κτηνών.

Με την κυβέρνηση που συγκρότησε το Μάρτιο του 1882 αναδιοργάνωσε την αστυνομία, την αγροφυλακή και τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Μείωσε τη στρατιωτική θητεία σε ένα έτος αντί τριών που ήταν μέχρι τότε. Θέσπισε νόμους για προσόντα, μονιμότητα και προαγωγή δημοσίων υπαλλήλων. Αποφάσισε την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδα και τη δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1882 υπήρχαν σε λειτουργία μόνο 9 περίπου χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεαν την Αθήνα (Θησείο) με το επίνειό της, τον Πειραιά, το 1893 λειτουργούσαν 914 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών και άλλα 490 ήταν υπό κατασκευή. Για τη χρηματοδότηση των έργων πήρε δύο μεγάλα δάνεια και επέβαλε φορολογία στον καπνό και το κρασί. Η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου επετεύχθη χάρη στον Τρικούπη, ο οποίος και την εγκαινίασε το 1893. Επίσης έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη της παιδείας.

Στην επόμενη διακυβέρνησή του (1886-1890) μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150 (το κατώτατο όριο που προέβλεπε τότε το Σύνταγμα) και επίσης ενίσχυσε το Βασιλικό Ναυτικό με παραγγελία τριών μεγάλων πλοίων, των θωρηκτών ΎδραΣπέτσαι και Ψαρά, για τη χρηματοδότηση των οποίων αναγκάστηκε να πάρει και άλλο ένα δάνειο. Επέβαλε και φόρο επί των οικοδομών.

Συνέπειες της πολιτικής του Χαρίλαου Τρικούπη

Ο Χαρίλαος Τρικούπης επιδίωξε έναν ιδιαίτερα αισιόδοξο εκσυγχρονισμό, ο οποίος παρουσίασε πάντως προβλήματα, καθώς οι αλλαγές δε βρήκαν πρόσφορο έδαφος λόγω της προβληματικής  ελληνικής οικονομίας και του συντηρητικού πνεύματος της εποχής.

Χαρακτηριστικό της προοδευτικότητάς του είναι το παράτολμο, για την εποχή του, όραμά του για τη ζεύξη του στενού Ρίου-Αντιρρίου, ιδέα που υλοποιήθηκε πάνω από έναν αιώνα αργότερα, το 2004, με την κατασκευή της Γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, στην οποία δόθηκε το όνομά του στις 25 Μαΐου 2007.

Η πρωτόγονη οικονομία της εποχής του δεν θα αντέξει το φιλόδοξο πρόγραμμα του Τρικούπη. Ο ίδιος θα προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στο λαό, λόγω της φορολογικής του πολιτικής. «Φορομπήκτης» και «Πετρέλαιος» ήταν δύο από τα προσωνύμια που του «κόλλησε» ο Τύπος. Τελικά, η χώρα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει τα δυσβάστακτα χρέη της. Η Βουλή κηρύσσει χρεοστάσιο το 1893. Τα επόμενα χρόνια η χώρα θα τεθεί υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, με τα γνωστά μονοπώλια στο οινόπνευμα, τα σπίρτα κ.λ.π, οι επιπτώσεις του οποίου θα φθάσουν μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 το κόμμα του παθαίνει πανωλεθρία και ο ίδιος αποτυγχάνει να εκλεγεί βουλευτής Μεσολογγίου. Στη συνέχεια αναχωρεί για ένα ταξίδι στην Ευρώπη, αλλά η απουσία του από τα πολιτικά πράγματα καθίσταται εμφανής. Οι πολιτικοί του φίλοι τον εκθέτουν υποψήφιο για την αναπληρωματική εκλογή της επαρχίας Βάλτου (επαρχία και σήμερα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας), χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει. Εκλέγεται σχεδόν παμψηφεί στις 17 Μαρτίου 1896, αλλά πέντε μέρες αργότερα η Αθήνα μαθαίνει εμβρόντητη ότι ασθενεί βαρέως στις Κάννες.

Γενικότερα, η δράση του Χαριλάου Τρικούπη στην Ελλάδα θεωρείται από τις πιο καθοριστικές για τη μετάβαση της χώρας στον 20ό αιώνα. Το έργο του προκάλεσε πολλές φορές διχογνωμίες και αντιδράσεις την εποχή εκείνη, όμως τα αποτελέσματά του σε πολλές περιπτώσεις είναι ορατά ακόμα και στη μεταγενέστερη και σύγχρονη Ελλάδα.

Συνοψίζοντας, ο Χαρίλαος Τρικούπης υλοποίησε πολλά έργα στη χώρα με στόχο τον εκσυγχρονισμό της και γι’ αυτό αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους μεγαλύτερους πολιτικούς που πέρασαν από αυτήν.

Το τέλος του Χαρίλαου Τρικούπη

Ο Χαρίλαος Τρικούπης άφησε την τελευταία του πνοή στις Κάννες στις 30 Μαρτίου 1896 σε ηλικία 64 ετών, την ώρα που η ελληνική πρωτεύουσα φιλοξενούσε τους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες. Η σορός του έφτασε στον Πειραιά στις 9 Απριλίου και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής. Ετάφη χωρίς επισημότητες, όπως το είχε ζητήσει, στον οικογενειακό τάφο των Τρικούπηδων στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/273