Η Πάτμος (1300π.Χ.-…)

Η Πάτμος είναι γνωστή για το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην κορυφή του λόφου. Γύρω και κάτω από το μοναστήρι απλώνεται ο παραδοσιακός οικισμός της Χώρας. Θυμίζει τόπο άλλης εποχή καθώς τα γραφικά δρομάκια και τα σπίτια εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της άμυνας ενάντια σε κάθε εισβολή, ενώ εκκλησίες με ηλικία ως και πέντε αιώνες αλλά και μοναστήρια δημιουργούν εικόνα βυζαντινού περιβάλλοντος. Στην κατηφοριά το σπήλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πραγματική αποκάλυψη για τον επισκέπτη, συμπληρώνει την ατμόσφαιρα της μυσταγωγίας.

Η Πάτμος
Η Πάτμος

Από την Πάτμο και στην Πάτμο

Ο Όμηρος αναφέρει ότι και άνδρες από την Πάτμο συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως και οι Λέριοι, ακολούθησαν τους Κώες στην Τροία. Το νησί έχει συνδεθεί με τους μύθους που αναφέρονται στα συμβάντα μετά την άλωση της Τροίας και την επιστροφή των ηγετών της εκστρατείας στις εστίες τους.

Απαλλαγμένοι από τον Αγαμέμνονα, που δολοφόνησαν στο λουτρό του, ο σφετεριστής του θρόνου του Άργους, Αίγισθος, και η χήρα του βασιλιά, Κλυταιμήστρα, μπορούσαν πια να χαρούν και το βασίλειο και τον έρωτά τους. Για επτά χρόνια κανένας δεν τους ενόχλησε, στα οκτώ επέστρεψε ο Ορέστης. Είχε φυγαδευτεί στη Φωκίδα, δεκάχρονο παιδί τότε, όταν δολοφόνησαν τον πατέρα του, Αγαμέμνονα. Σκότωσε τον Αίγισθο και τη μητέρα του Κλυταιμήστρα.

Οι τραγικοί ποιητές περιγράφουν με περίσσιο πάθος τα δεινά του, ώσπου να καθαριστεί από το διπλό φονικό και να πάρει το θρόνο του βασιλείου. Κυνηγημένος από τις Ερινύες, βρέθηκε στην Πάτμο. Το «βεβαιώνει» και μια επιγραφή, που σώζεται ως σήμερα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Όταν τα νησιά πέρασαν στη ρωμαϊκή κατοχή, τίμησαν την παράδοση. Κάθε ανεπιθύμητο τον έστελναν στην Πάτμο ή στη Λέρο. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονταν και πολλοί χριστιανοί, που έτσι γλύτωσαν τα βασανιστήρια και την σταύρωση. Ο αυτοκράτορας Τίτος Φλάβιος Δομιτιανός (51-96μ.Χ.) διαδέχθηκε τον αδελφό του Τίτο το 86μ.Χ. Κατεδίωξε τους Χριστιανούς και κυβέρνησε με σκληρότητα. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης, δίδασκε στην περιοχή της μικρασιατικής Εφέσου. Ήταν ένα από τους Δώδεκα Αποστόλους, αγαπημένος μαθητής του Ιησού. Στα 91μ.Χ. οι άνθρωποι του Δομιτιανού τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Πάτμο.

Η Δομιτία Λογγίνα είχε χωρίσει τον πρώτο της άνδρα για να παντρευτεί τον αυτοκράτορα, απέκτησε εραστή κάποιον χορευτή και διώχθηκε από την αυλή. Ανακλήθηκε με απαίτηση του λαού, γιατί η Λογγίνα ήταν δημοφιλής λόγω των αγαθοεργιών της. Η Λογγίνα οργάνωσε συνωμοσία που κατέληξε στη δολοφονία του αυτοκράτορα. Ο Ιωάννης αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Έφεσο όπου συνέχισε τη διδασκαλία του. Πέθανε εκεί γύρω στο 100μ.Χ. Στο διάστημα της εξορίας του, κλεισμένος στο βαθύ σκοτεινό σπήλαιο της Πάτμου, που φέρει το όνομά του, έγραψε την «Αποκάλυψη». Τα επόμενα χρόνια η Πάτμος ερήμωσε.

Η Πάτμος, πνευματικό κέντρο του ελληνισμού

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου χτίστηκε πάνω τσο λόφο με τις προδιαγραφές κάστρου. Ο ναός της Άρτεμης που βρισκόταν στην ίδια θέση, ξηλώθηκε και τα μάρμαρα του χρησιμοποιήθηκαν στο χτίσιμο του μοναστηριού που έχει ισχυρές οχυρώσεις και επάλξεις για την άμυνα εναντίον του όποιου εχθρού.

Με τον καιρό εξελίχθηκε σε σπουδαίο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού και έγινε έδρα πατριαρχικού έξαρχου με τον ηγούμενο να αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη.

Η βιβλιοθήκη της Μονής έφτασε να γίνει ξακουστή για το περιεχόμενο της. Ανάμεσα στα άλλα υπάρχουν εκεί και τα 33 φύλλα του «πορφυρού κώδικα» με αποσπάσματα του 6ου αιώνα από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 247 φύλλα από το βιβλίο του Ιώβ του 8ου αιώνα, καθώς και το κτητορικό έγγραφο του 1088.

Το μοναστήρι απέκτησε εξαιρετικά προνόμια με αυτοδιοίκηση που ούτε οι Βενετοί ούτε οι Τούρκοι κατήργησαν. Περιορίστηκαν μόνο να εισπράττουν χαράτσι.

Στα 1669 ο Κωνσταντινουπολίτης ομογενής Μανωλάκης Καστοριανός έφτασε στην Πάτμο και ίδρυσε την Πατμιάδα Σχολή, στο χώρο του Σπηλαίου του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στα 1713, η Σχολή είχε αναδειχθεί σε μεγάλο πνευματικό κέντρο. Στα 1799, μεταρρυθμίστηκε σε Κοινή του Γένους Σχολή. Λειτούργησε ως τα 1912, όταν το νησί πέρασε στους Ιταλούς. Σήμερα, είναι Εκκλησιαστική Σχολή.

Τον 11ο αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κλυδωνιζόταν από εξεγέρσεις, στάσεις και εισβολές. Αυτοκράτορες της μιας χρήσης άλλαζαν κάθε χρόνο, ή και κάθε μήνα. Στα 1081, η αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών κατέλαβε την εξουσία με τον Αλέξιος Α’ να παγιώνει τη θέση του ως αυτοκράτορας και να σταθεροποιεί το κράτος. Ήταν χρόνια σκοτεινού Μεσαίωνα. Ο μοναχός Χριστόδουλος Λατρινός έπεισε το αυτοκράτορα ότι στον τόπο εξορίας του Ιωάννη στην Πάτμο έπρεπε να χτιστεί μοναστήρι προς τιμήν του. Στα 1088 ο Αλέξιος εξέδωσε Χρυσόβουλο να ιδρύσει το μοναστήρι. Εκείνη την εποχή η Λέρος ανήκε στην κτηματική περιουσία της Άννας Δούκαινας. Χάρισε το νησί στο μοναστήρι ως πηγή πόρων.

Η Σπάρτη (περίπου 1300π.Χ.-…)

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του Νομού Λακωνίας, στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ.

Η Σπάρτη
Η Σπάρτη και ο Ταΰγετος

Η αρχαία Σπάρτη

Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται και από τον Όμηρο στα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς, ένα διαφορετικό ελληνικό φύλο. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και αρχίζουν να επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περιοίκους και κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. συγκροτούν τη γνωστή, σύμφωνα με τους νόμους του Λυκούργου, κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία και θα νικήσουν το Άργος. Θα καταφέρουν να υποτάξουν τη Μεσσηνία και μέρος της Αρκαδίας και θα συνάψουν αρκετές συμμαχίες, με πρώτη σύμμαχό τους την Τεγέα. Όλα αυτά μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ..

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη των Πλαταιών, ζητήθηκε από τη Σπάρτη να αναλάβει επιθετικό πόλεμο στη Μικρά Ασία κατά των Περσών αλλά αρνήθηκε. Αυτή την ευκαιρία άρπαξε η Αθήνα που δημιούργησε την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Περσών στη Μικρά Ασία και την Κύπρο ως το 451 π.Χ.. Η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη φοβήθηκε και αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Μετά από αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η ελπίδα ότι η Σπάρτη θα κυβερνούσε δίκαια την Ελλάδα, αλλά εγκατέστησε ηγεμονία που δυσαρέστησε όλους και οδήγησε σε δύο πολέμους, τον Βοιωτικό πόλεμο ή Κορινθιακό το 396-387 π.Χ. και τον πόλεμο με τη Θήβα. Στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στρατός ηττήθηκε κατά κράτος από τους Θηβαίους που είχαν επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας ο ενωμένος στρατός της Σπάρτης, της Αθήνας και των συμμάχων τους κατάφερε ένα μεγάλο πλήγμα στη Θήβα και τους δικούς της συμμάχους χωρίς όμως να προκύψει οριστικός νικητής και η Ελλάδα να βυθιστεί στην αβεβαιότητα για πολλά χρόνια. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα μικρό ελληνικό βασίλειο του βορρά, τη Μακεδονία, η οποία υπό την ηγεσία του Φιλίππου Β’ συνέτριψε τους Ιλλυριούς το 358 π.Χ.. Τα επόμενα χρόνια η Μακεδονία θα κυριαρχήσει στην Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ η Σπάρτη θα συνεχίσει να βυθίζεται στην εσωτερική της κρίση και μετά τη μάχη της Μεγαλόπολης και της Σελλασίας η Σπάρτη θα καταρρεύσει τελείως μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π.Χ.).

Ο Μεσαίωνας της Σπάρτης

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Λακωνίας οι οποίες εγκαταλείφθηκαν τον 4ο αιώνα μ.Χ., τόσο η Σπάρτη όσο και το Γύθειο συνέχισαν να κατοικούνται, παρά τους σεισμούς (όπως αυτός του 365), τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43. Προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού όμως η πόλη ερημώνει, αν και είναι πιθανό η ακρόπολη να συνέχισε να χρησιμοποιείται.

Στο Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Σπάρτης εγκατέλειψαν την περιοχή για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, τη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, μετά από μια σλαβική επιδρομή το 587-588 μ.Χ.. Παρόλα αυτά θεωρείται πλέον απίθανο ότι μια εισβολή προκάλεσε τη φυγή των κατοίκων στη Μονεμβασία και στη Σικελία. Η ίδια η Μονεμβασιά είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης δεν έδινε μεγάλη σημασία σε μία μικρή περιοχή του θέματος Πελοποννήσου και κάποιες σλαβικές φυλές στα ορεινά, όπως οι Μηλιγγοί, κατάφεραν να παραμείνουν ανεξέλεγκτες μέχρι την έλευση των Φράγκων.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων της Δ’ Σταυροφορίας πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους, ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Τις τύχες του τόπου καθορίζει μία τοπική αρχοντική οικογένεια, οι Χαμάρετοι. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία τo 1210. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά. Ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς και για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά.

Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την είχαν εγκαταλείψει και είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για περισσότερη ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους (εκτός από λίγα κάστρα) το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σπάρτη τον 19ο αιώνα

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Στις 20 Οκτωβρίου του 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Τα σχέδια της πόλης έκανε ο Βαυαρός Friedrich Stauffert, με βάση τις αρχές του νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδιασμού που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα συμμετρικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία συγκλίνουν προς την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης και την περιβάλλουν εν μέρει. Ο σχεδιασμός αυτός αφορούσε μια πόλη 100.000 κατοίκων. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία ακολούθησε αργότερα τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Παρότι τα σχέδια της οθωνικής περιόδου δεν ακολουθήθηκαν πιστά, η Σπάρτη παραμένει και σήμερα μια πόλη που διακρίνεται για την καλή ρυμοτομία της, τους δενδροφυτεμένους φαρδείς δρόμους, τα πάρκα και τις μεγάλες πλατείες της, καθώς και για τα πολλά παλιά κτήρια που διατηρούνται σε άριστη κατάσταση.

Κατά τη δεκαετία του 1930, με την ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων και την κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, διαμορφώθηκε σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Σήμερα η Σπάρτη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επαρχιακής πόλης που η βασική της οικονομία στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση αυτής της παραγωγής και στον τουρισμό.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί, ωστόσο, οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών – τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wikiΣπάρτη

Ο Όμηρος (8ος αιώνας π.Χ.)

Ο Όμηρος φέρεται ως ο δημιουργός των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της  Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια. Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.110 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη μετά την κατάληψη της Τροίας).

Ο Όμηρος, έργο του Ρέμπραντ
Ο Όμηρος, έργο του Ρέμπραντ

Η ζωή και το έργο του Ομήρου

Διαθέτουμε επτά βίους του Ομήρου που προέρχονται από την αρχαιότητα. Η καταγωγή του φαίνεται πως ήταν από την Ιωνία και θρυλείται ότι επτά πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του, με επικρατέστερες τη Σμύρνη και τη Χίο. Ως γονείς του αναφέρονται ο Μαίων και η Κριθηίδα και λέγεται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Μελησιγένης, επειδή γεννήθηκε κοντά στον ποταμό Μέλητα της Σμύρνης και ότι πήρε αργότερα το όνομα «Όμηρος», είτε επειδή ήταν τυφλός (στα Αρχαία Ελληνικα «ως μη ορων»), είτε επειδή ήταν όμηρος των Κολοφωνίων στον πόλεμο με τη Σμύρνη. Σύμφωνα με τους βίους του, περιόδευσε απαγγέλλοντας τα έργα του στις ελληνικές πόλεις, απέκτησε μεγάλη φήμη, αλλά σε ένα διαγωνισμό με τον Ησίοδο στη Χαλκίδα δεν πήρε βραβείο, επειδή προτιμήθηκε ο Ησίοδος ως ποιητής που εξυμνούσε την ειρήνη. Ως τόπος θανάτου του παραδίδεται η Ίος.

Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στην αρχαιότητα αποδόθηκαν στον Όμηρο και άλλα έπη του τρωικού κύκλου, αρκετοί θρησκευτικοί ύμνοι, η επική παρωδία Βατραχομυομαχία και μια κωμική διήγηση για έναν χαζό ήρωα, τον Μαργίτη. Στον Όμηρο αποδίδονται και δύο προφανώς ψευδεπίγραφα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (VII 153 και XIV 147).

Η σύγχρονη έρευνα, και ειδικότερα όσοι δέχονται ότι ο Όμηρος μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό πρόσωπο, τοποθετεί τη ζωή του στον 8ο αι. π.Χ. και θεωρεί πιθανό ότι ήταν Ίωνας ραψωδός, συνεχιστής μιας μακραίωνης παράδοσης ηρωικών αφηγήσεων, που συνέθεσε την Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. και την Οδύσσεια (αν όντως συνέθεσε και τα δύο έργα) γύρω στα 710 π.Χ.

Το ομηρικό ζήτημα

Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης. 3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό μουσείο
Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης. 3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό μουσείο

Υπό τον όρο «ομηρικό ζήτημα» ομαδοποιούνται πολλά ερωτήματα που έχουν σχέση με την πατρότητα, τον τρόπο σύνθεσης και την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ειδικότερα, έχουν τεθεί τα θέματα:

  • Ήταν πραγματικό πρόσωπο ο Όμηρος; Πότε έζησε, πώς συνέθεσε ή έγραψε τα έργα του και ποια είναι αυτά;
  • Ποια από τα γεγονότα, τοποθεσίες και πρόσωπα που αναφέρει ο Όμηρος έχουν ιστορικό υπόβαθρο; Μετά την ανακάλυψη των ερειπίων της Τροίας και των Μυκηνών αυτό το ερώτημα άρχισε να αποκτά μεγάλο βάρος.
  • Τα κείμενα που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα είναι έργα του ίδιου ποιητή; Κάποιες υφολογικές αλλά και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των δύο ποιημάτων καθιστούν πιθανό το γεγονός να μην γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα, χωρίς κάτι τέτοιο να μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα.
  • Τα κείμενα είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις ή αποτελούνται από διάφορα στρώματα; Αρκετοί έχουν υποστηρίξει ότι τα σημερινά κείμενα προέρχονται από συνένωση πολλών τμημάτων ή επέκταση παλαιοτέρων. Απέναντι σε αυτήν την «αναλυτική» θεωρία τάσσονται οι «ενωτικοί» που υποστηρίζουν ότι στο καθένα μπορεί να διακριθεί μία συνεπής λογοτεχνική σύλληψη και πραγμάτωση από ένα άτομο. Η σύγκριση με προφορικά έπη έδειξε ότι οι προφορικοί ποιητές, με τεχνικές που δεν είναι οικείες σε μια εγγράμματη κοινωνία, μπορούν να συνθέσουν και να απομνημονεύσουν ποιήματα μεγάλης έκτασης.
  • Από την προφορική θεωρία, προκύπτει το ερώτημα ποια ήταν η συμβολή της γραφής στη σύνθεση των ποιημάτων: καταγράφηκαν την εποχή που συνετέθηκαν κατά τη διάρκεια της απαγγελίας, υπαγορεύτηκαν από τον ποιητή ή επιβίωσαν προφορικά και καταγράφηκαν αργότερα;

Προφορικότητα και γραφή

Διαφορετική κατεύθυνση δόθηκε στην ομηρική έρευνα από τη σύγκριση με τις τεχνικές της προφορικής ποίησης. Φιλόλογοι βασισμένοι στη διαπίστωση ότι τα δύο έπη εμφανίζουν στερεότυπες σκηνές και εκφράσεις, που συχνά επαναλαμβάνονται αυτούσιες, αξιοποίησαν έρευνες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα δύο κείμενα παρουσιάζουν ανάλογη τεχνική, αφού βασίζονται σε ένα σύνολο στερεότυπων μικρότερων ή μεγαλύτερων φράσεων (λογοτύπων) και τυποποιημένων σκηνών.

Σήμερα είναι εν μέρει αποδεκτό το γεγονός ότι οι τεχνικές στις οποίες βασίστηκε η σύνθεση των δύο επών είναι οι τεχνικές της προφορικής ποίησης, όπως είχαν διαμορφωθεί τους προηγούμενους αιώνες. Η παράδοση τροφοδότησε τον ποιητή τους με μια ειδική τεχνητή διάλεκτο, με στοιχεία διαφόρων εποχών και περιοχών και πολλά συνώνυμα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικές μετρικές θέσεις, ένα σύνολο λογοτύπων που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες θέσεις του στίχου, τυπικές σκηνές και τυποποιημένα ευρύτερα επεισόδια. Η συμβολή της γραφής στη σύνθεση ή την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι δύσκολο να καθοριστεί και έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις: μπορεί ο ποιητής να χρησιμοποίησε τη γραφή για να κάνει ένα σχέδιο της δομής και της σύνδεσης διαφόρων επεισοδίων, ή να υπαγόρευσε σε κάποιον το ποίημα. Είναι βέβαιο ότι και τους επόμενους αιώνες τα έπη είχαν συντηρηθεί τουλάχιστον στην προφορική παράδοση και απαγγέλλονταν, αλλά δεν έχουμε απτές αποδείξεις παρά μόνον ισχυρές ενδείξεις περί του αν υπήρχε κάποιο παγιωμένο γραπτό κείμενο.

Όπως όμως γνωρίζουμε μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Γραφής Β απεδείχθη ότι η ΓΓΒ όχι μόνον ήταν καθαρά Ελληνική γλώσσα της Μεσομινωικής περιόδου (ΜΜ) γύρω στο 1850 π.Χ., αλλά απόγονος της Γραμμικής Γραφής Α και της εικονογραφικής, περί των οποίων γνωρίζουμε αδρομερώς μόνον το «terminus ante quem» (το χρονολογικό πλαίσιο πριν) και όχι το «terminus post quem» (το χρονολογικό πλαίσιο μετά). Δεδομένου ότι κατά την ΜΜ περίοδο και έπειτα είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος ότι η Ελληνική γλώσσα ομιλείτο και εγράφετο στον χώρο του Αιγαίου 500 έως 700 χρόνια τουλάχιστον πριν την συμβατική χρονολογία κατά την οποίαν ο Όμηρος συνέθεσε τα δύο μεγάλα του έπη. Επί τη βάσει όμως του ζητήματος της ηλικίας της Ελληνικής γλώσσης εμπλέκεται και η Δωρική διάλεκτος (δωρίς), η οποία χαρακτηρίζεται από αρχαϊσμούς οι οποίοι δεν εμφανίζονται στην Γραμμική γραφή και το ζήτημα περί της «καθόδου» ή «επιστροφής» τους στον Ελλαδικό χώρο από τον Βορρά πριν ομαλοποιηθεί στις γραμμικές γραφές.

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι δεν έχει βρεθεί κάποιο κείμενο, είτε ιστορικό είτε λογοτεχνικό είτε έστω επιστολή από την μία πόλη σε κάποια άλλη γραμμένο σε διάλεκτο προ του Ομήρου αλλά ίσως πρέπει να θεωρήσουμε την ύπαρξή του τουλάχιστον πολύ πιθανή, καθώς οι αναλογίες με άλλους συγχρόνους τους λαούς καθιστούν πολύ πιθανό το να χρησιμοποιούσαν την γραφή για τέτοιους σκοπούς. Άρα η επιστημονική έρευνα δεν αποκλείει αλλά τουναντίον αποδέχεται ότι η γραφή υπήρχε στην Ελλάδα πολύ πριν από αυτήν του Ομήρου με ένα κενό 400 χρόνων (1150-750 π.Χ.) μεταξύ των τελευταίων επιγραφών σε ΓΓΒ και των επιγραφών σε αλφαβητικό σύστημα. Εύλογη λοιπόν η υπόθεση ότι μπορεί να έγινε κάποια μεταγραφή όπως έχουμε βρει να γίνεται από την εικονογραφική στην Γραμμική.

Από τον 6ο αι. π.Χ. μαρτυρείται και μια επαγγελματική ένωση ραψωδών που ονομάζονταν «ὁμηρίδες», οι οποίοι απήγειλλαν κάποια εκδοχή των επών, αλλά δεν γνωρίζουμε αν είχαν στην κατοχή τους κάποιο γραπτό κείμενο. Σημαντική θεωρείται στο θέμα της παγίωσης του ομηρικού κειμένου η συμβολή του Πεισιστράτου που λέγεται ότι καθιέρωσε απαγγελίες του Ομήρου στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση ένα σταθερό κείμενο (η λεγόμενη «πεισιστράτεια διόρθωση»).

Γλώσσα και μέτρο που χρησιμοποίησε ο Όμηρος

Το μέτρο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος. Βάση του είναι ο δακτυλικός πους, δηλαδή μια μονάδα που αποτελείται από μία μακρόχρονη συλλαβή και δύο βραχύχρονες (που μπορεί να αντικατασταθούν από μία μακρόχρονη). Ο κάθε στίχος απαρτίζεται από έξι πόδες. Οι πέντε πρώτοι είναι δάκτυλοι και ο έκτος αποτελείται από δύο συλλαβές, την πρώτη υποχρεωτικά μακρόχρονη και τη δεύτερη αδιάφορη. Συνολικά ένας δακτυλικός στίχος μπορεί να αποτελείται από δώδεκα έως δεκαεπτά συλλαβές. Υπάρχει μια ισχυρή νοηματική παύση περίπου στο μέσον του στίχου, καθώς και άλλες μικρότερες που χωρίζουν τον στίχο έως και σε τέσσερις μικρές νοηματικές ενότητες.

Η γλώσσα του Ομήρου είναι τεχνητή, η οποία ουδέποτε μιλήθηκε, αλλά κατανοητή απ’ όλον τον ελληνόφωνο κόσμο. Το υλικό της προέρχεται από διάφορες διαλέκτους και χρονικές περιόδους. Βάση είναι η ιωνική διάλεκτος όπως είχε διαμορφωθεί τον 8ο αι. π.Χ. στα παράλια της Μικράς Ασίας. Υπάρχουν ακόμη πολλά αιολικά στοιχεία αλλά και τύποι παλαιότεροι αναγόμενοι στη μυκηναϊκή εποχή. Δωρικά στοιχεία δεν υπάρχουν, ενώ κάποιοι αττικοί τύποι ενδέχεται να είναι μεταγενέστερες προσθήκες. Η ύπαρξη πολλών συνώνυμων τύπων οι οποίοι προέρχονταν από ποικίλες διαλέκτους ή περιόδους παρείχε μετρικές ευκολίες στον ποιητή, αφού ανάλογα με τη θέση του στίχου μπορούσε να χρησιμοποιήσει μία από πολλές νοηματικά ισοδύναμες λέξεις. Για παράδειγμα η προσωπική αντωνυμία σοῦ είχε ισοδύναμους τύπους τα σεῖοσέθενσέοσεῦτεοῖο.

Λογότυποι και τυπικές σκηνές

Από την προφορική επική παράδοση ο Όμηρος είχε κληρονομήσει ένα σύνολο στερεοτυπικού υλικού το οποίο προσάρμοζε ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Η μικρότερη τυπική μονάδα είναι οι σύντομες φράσεις που αποτελούνται από ένα όνομα και επίθετο. Ανάλογα με τη θέση του στίχου, προκύπτουν διάφοροι συνδυασμοί όπως Παλλὰς Ἀθήνηγλαυκῶπις Ἀθήνηθεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη. Κάποιες φορές τα τυπικά επίθετα χρησιμοποιούνται ακόμη και όταν τα νοηματικά συμφραζόμενα δεν επιτρέπουν τη χρήση τους. Μεγαλύτερης έκτασης λογότυποι χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν την αρχή και το τέλος μιας ομιλίας, την μετακίνηση ενός ήρωα ή τα γεγονότα των μαχών.

Εκτός από τις εκφραστικές στερεοτυπίες, υπήρχαν και τυποποιημένες ακολουθίες πράξεων για να περιγράψουν εκτενή γεγονότα όπως η θυσία, η ικεσία, η υποδοχή ενός φιλοξενούμενου, ένα γεύμα, μία μονομαχία. Για παράδειγμα η αφήγηση μιας αριστείας, δηλαδή μιας σειράς κατορθωμάτων ενός ήρωα, βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο: πρώτα περιγράφεται ο εξοπλισμός του ήρωα. Όταν αρχίζει η μάχη, ο πρωταγωνιστής σκοτώνει κάποιους εχθρούς σε μονομαχίες και έπειτα επιτίθεται εναντίον του εχθρικού στρατού τον οποίο ωθεί σε φυγή. Η καταδίωξη διακόπτεται όταν αυτός πληγώνεται, αλλά με προσευχή σε ένα θεό θεραπεύεται, επιστρέφει στη μάχη και μονομαχεί με τον αρχηγό των εχθρών. Τον σκοτώνει και ακολουθεί μάχη των δύο παρατάξεων για το πτώμα, το οποίο αποκτούν τελικά οι φίλοι του νεκρού με θεϊκή παρέμβαση. Παρά την τυποποίηση, κάθε φορά που εμφανίζονται τυπικές σκηνές υπάρχουν διαφορές στις λεπτομέρειες ανάλογα με τις ανάγκες.

Πηγή: A Companion to Homer, A. Wace & Fr. Stubbings, εκδ. Καρδαμίτσα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Όμηρος

Ο Τρωικός πόλεμος (13ος αιώνας π.Χ.)

Ο Τρωικός πόλεμος θεωρείται πλέον γεγονός πέρα για πέρα αληθινό από κάθε σοβαρό μελετητή. Οι πηγές πάντως αν και δεν συμφωνούν σχετικά με τον ακριβή χρόνο διεξαγωγής του, εν τούτοις βρίσκονται πολύ κοντά η μία στην άλλη. Ο Δούρις ο Σάμιος τοποθέτησε τα τρωικά μεταξύ 1334-1333 π.Χ. Το «Πάριο Χρονικό» τοποθετεί τα γεγονότα μεταξύ 1209-08 π.Χ. Ο ιστορικός Έφορος τα τοποθετεί στο 1135 π.Χ., ο Ερατοσθένης στο 1184 π.Χ. και ο Ηρόδοτος στα μέσα του 13ου αιώνα. Ο Τρωικός πόλεμος διήρκεσε 10 έτη. Κανείς ιστορικός δεν αμφισβήτησε αυτήν την διάρκεια.

Ύστερα από την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη, η οποία προφανώς φανερώνει την διενέργεια ναυτικής επιδρομής των Τρώων κατά της Λακωνίας ή γενικότερα κατά της νοτίου Ελλάδας, στα πλαίσια ενός γενικευμένου πολέμου, ο οποίος διεξήγετο ήδη ή απλώς την ενέργεια μιας πειρατικής επιδρομής, η οποία όμως απετέλεσε την αφορμή, την σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της οργής των Αχαιών. Έτσι οι Αχαιοί εξεστράτευσαν κατά των Τρώων.

Ο Τρωικός πόλεμος ήταν η αντίδραση των Αχαιών στην εμπορική κα συνάμα οικονομική εξάπλωση των εχθρών τους Τρώων.
Μάχη κοντά στα πλοία των Ελλήνων στα παράλια της Τροίας, Αθηναϊκή σαρκοφάγος, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, δεύτερο τέταρτο του 3ου αιώνα π.Χ..

Σχέσεις Ελλαδιτών και Τρώων πριν τον Τρωικό πόλεμο

Οι Τρώες εκείνη την εποχή είχαν φτάσει να ελέγχουν όλη τη Θράκη και τη Μακεδονία και ίσως και το βόρειο και κεντρικό Αιγαίο. Οι οικονομικά ασφυκτιούντες Αχαιοί θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι αντέδρασαν στην εξάπλωση αυτή των οικονομικών εχθρών τους. Άλλωστε όλοι οι πόλεμοι κρύβουν πίσω τους και ένα οικονομικό κίνητρο. Οι πρώτες μάχες του ακήρυχτου τότε πολέμου είχαν δοθεί στη θάλασσα. Και οι δύο αντίπαλοι είχαν ισχυρό ναυτικό. Οι Τρώες σε αυτή την προπαρασκευαστική φάση θα επιχειρούσαν να αποκλείσουν τους αντιπάλους τους στην ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ οι Μυκηναίοι με τη σειρά τους θα επιχειρούσαν να διασπάσουν τον αποκλεισμό, να συγκρουστούν κατά θάλασσα με τους αντιπάλους τους και να εκμεταλλευτούν ενδεχόμενη νίκη τους περιορίζοντας τους Τρώες στην Μικρασιατική χερσόνησο και μεταφέροντας τον πόλεμο στην «έδρα» του αντιπάλου.

Οι Μυκηναίοι φαίνεται ότι εξήλθαν νικητές από τις ναυτικές συγκρούσεις και ότι κατόρθωσαν να ανακτήσουν τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου, αλλά όχι και των στενών του Ελλησπόντου. Οι περιοχές της Αβύδου και της Σηστού αποτέλεσαν ανεφοδιαστικά κέντρα των δυνάμεων της Τροία, μέσω των οποίων έφθαναν εφόδια αλλά και ενισχύσεις στην πόλη. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι οι Τρώες, αν και διέθεταν ισχυρό ναυτικό, δεν έπραξαν το παραμικρό για να αναχαιτίσουν την αχαϊκή αρμάδα έξω από τα παράλια τους. ίσως βέβαια να είχε καταστραφεί ο στόλος τους πρι. Ακόμη στον κατάλογο των πλοίων δεν αναφέρονται αποσπάσματα από τις Κυκλάδες ή τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου, εκτός από αυτά της Κρήτης και των Δωδεκανήσων. Αυτό σημαίνει είτε ότι τα πλοία τους είχαν καταστραφεί μαζί με των Τρώων είτε ότι βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Κρήτης ή άλλων Αχαιών βασιλέων.

Μετά την ανάκτηση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, οι Μυκηναίοι είχαν αρκετό χρόνο στη διάθεση να προπαρασκευαστούν και να ξεκινήσουν για την Τροία. Οι Τρώες με τον στόλο τους κατεστραμμένο δεν ήταν σε θέση παρά να τους αναμένουν.

Η Τροία πριν το τέλος του Τρωικού πολέμου

Με τη βοήθεια του Δούρειοι Ίππου οι Αχαιοί γκρέμισαν τα τείχη του Ιλίου και εισήλθαν. Οι περιορισμένοι εντός της πόλεως Τρώες δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν το μοιραίο, αν και αγωνίσθηκαν γενναία. Οι φάλαγγες των Αχαιών συνέτριψαν τις τελευταίες εστίες αντιστάσεως και κυρίευσαν και πυρπόλησαν την πόλη. Ακολούθησε πραγματικό πανδαιμόνιο. Όσοι επιχειρούσαν να αντισταθούν εσφαγιάζοντο. Μια τεράστια πυρκαγιά κατέκαψε το Ίλιον. Η καταστροφή δε θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Οι επιζώντες Τρώες αιχμαλωτίστηκαν.

Στις ανασκαφές στην Τροία βρέθηκαν τεράστιοι αποθηκευτικοί πίθοι εμφυτευμένοι εντός του εδάφους, ως το ύψος του στομίου τους, πρακτική εντελώς ασυνήθιστη υπό φυσιολογικές συνθήκες, η οποία αποσκοπούσε στην εξοικονόμηση χώρου. Είναι φανερό ότι οι Τρώες ανέμεναν την επίθεση και είχαν συγκεντρώσει τον πληθυσμό εντός της πόλεως, φοβουμένοι προφανώς τη διενέργεια εχθρικών επιδρομών κατά των αγροτικών οικισμών γύρω από την πόλη. Ο συνωστισμός εντός των τειχών επρόκειτο να έχει καταστροφικές συνέπειες με την είσοδο των Αχαιών στην πόλη. Με τον εχθρικό στρατό να τους πολιορκεί οι Τρώες δεν ήταν σε θέση να απαλλαγούν ούτε καν από τα απορρίμματα που παρήγαγαν . όταν λοιπόν η πύρινη λαίλαπα απλώθηκε στην πόλη οι σωροί των άχρηστων αυτών υλικών πήραν επίσης φωτιά και μαζί με τα χαλάσματα των οικιών απέκλεισαν τις οδούς διαφυγής των δύσμοιρων Τρώων, πολλοί από τους οποίους βρήκαν φρικτό θάνατο. Σύμφωνα με τους επιστήμονες οι οδοί της πόλεως είχα αποκλεισθεί από φλεγόμενα υλικά σε ύψος τουλάχιστον 1,5 μέτρων. Μια λεπτομέρεια που αποδεικνύει ότι η μάχη συνεχίστηκε γύρω και μέσα στην πόλη είναι η ανακάλυψη δύο ανθρώπινων σκελετών. Ο ένας βρέθηκε σε οικία χωρίς κεφάλι, το οποίο βρέθηκε έξω από την οικία, επί της οδού. Ο δεύτερος σκελετός βρέθηκε στη δυτική κλιτύ του λόφου της ακροπόλεως της Τροίας, από όπου είχε προφανώς κατακρημνισθεί. Έτσι σφραγίσθηκε η μοίρα του ξακουστού κάστρου του Πρίαμου. Ύστερα από μακροχρόνιο πόλεμο και σχετικά σύντομη πολιορκία, η Τροία αφανίσθηκε.

Οι εμπορικές οδοί άνοιξαν και πάλι για τους Αχαιούς, οι οποίο όμως ήταν πια πολύ εξαντλημένοι για να καρπωθούν τα αποτελέσματα του θριάμβου τους.

Τα ελληνικά βασίλεια μετά τον Τρωικό πόλεμο

Μετά τη νίκη τους επί της Τροίας, τα αχαϊκά βασίλεια άρχισαν σταδιακά να καταρρέουν. Είχαν ξοδέψει και την τελευταία ικμάδα της δυνάμεως τους για να επικρατήσουν των ομοφύλων αντιπάλων τους. Τα μυκηναϊκά βασίλεια, εξαντλημένα οικονομικά και δημογραφικά, συγκλονίστηκαν και από έντονες πολιτικές διαμάχες.

Τα αίτια καταρρεύσεως του μυκηναϊκού κόσμου πρέπει να αναζητηθούν σε εσωτερικά αίτια. Η μακροχρόνια απουσία των ηγετών στην Τροία είχε συντελέσει στην επικράτηση νεωτεριζουσών αντιλήψεων. Εσωτερικές αναταραχές παρατηρούνται κυρίως στα πιο εύφορα μέρη, τη Θεσσαλία, τη Βοιωτία και ο το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, διότι εκεί ορισμένοι εκμεταλλευόμενοι την ευφορία της γης αποκτούν περισσότερη δύναμη και προκαλούν την αντιπάθεια των υπόλοιπων κατοίκων. Οι αναταραχές επιφέρουν τη φθορά και άλλη μείωση του πληθυσμού που οφείλεται στη δημιουργία ρεύματος φυγάδων.

Η δημιουργία μεταναστευτικού ρεύματος και η εξασθένιση των μυκηναϊκών κρατών συνδέεται και με τις αναστατώσεις που σημειώθηκαν στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου από τους ονομαζόμενους «Λαούς της θάλασσας», δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος της ευημερίας των κρατών αυτών εξαρτιόταν από το εμπόριο με την Ανατολή. Με την απονέκρωση του εμπορίου χάνεται ο κυριότερος κλάδος της ανακτορικής οικονομίας και παραλύει η άσκηση των επαγγελμάτων. που βρίσκονταν υπό τη διοίκηση των ανακτόρων. Αυτή η κατάσταση είχε ως άμεσες συνέπειες την εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και τη μετανάστευση εξαιτίας της πτώσης του βιοτικού επιπέδου.

Η εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και η αραίωση του πληθυσμού, είτε συνέπεια μετανάστευσης προς αναζήτηση καλύτερων βιοτικών συνθηκών είτε εξαιτίας στάσεων, συντελούν στη μετακίνηση συγγενών προς τους Αχαιούς φύλα από τα ορεινά όπου κατοικούσαν στα πεδινά. Οι πρώτες μετακινήσεις τοποθετούνται στο 1125 π.Χ. περίπου και με αυτές συμπίπτει και το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού. Οι μεγάλες ηγεμονίες κερματίζονται και καταρρέει η οργάνωση και η λειτουργία των μυκηναϊκών κρατών.Η ολοκληρωτική κατάρρευση του συστήματος που επικρατούσε φανερώνεται από την εξαφάνιση της γραφής.

Αλλά οι νέες δυνάμεις που εμφανίζονται, τόσο οι πληθυσμοί που δεν έχουν δεχθεί την επίδραση του μυκηναϊκού πολιτισμού, όσο και εκείνοι, που είχαν διατελέσει υπήκοοι των μυκηναϊκών κρατών, θα γίνουν φορείς δημιουργίας ενός νέου αυτόχθονου πολιτισμού.

Πηγή: Από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική», Άννα Ραμού-Χαψιάδη, εκδ. Καρδαμίτσα