Ηιόνα

Στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα, προς τα ανατολικά υπήρχε μια πόλη με το το όνομα «Ηιόνα», που αργότερα έγινε το επίνειο της Αμφίπολης. Εκεί για αρκετά χρόνια είχε εγκατασταθεί περσική φρουρά. Την Ηιόνα διοικούσε από χρόνια ο Πέρσης Βόγης.

Ηιόνα
Ερείπια Ηιόνας

Ο Κίμων στην Ηιόνα

Προς τα εκεί έπλευσε από το Βυζάντιο, το 476π.Χ. ο στόλος των συμμάχων με αρχηγό τον Κίμωνα. Την πόλη προστάτευε ισχυρό τείχος και η κατάληψη της δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επειδή την εποχή εκείνη δεν υπήρχε πολιορκητική τέχνη, και λόγω του ισχυρού της τείχους η πόλη δεν μπορούσε να κυριευθεί. Ο Κίμων μπορούσε να υπολογίζει μόνο σε παράδοση. Υποχρεώθηκε έτσι να συνεχίσει τις επιχειρήσεις όλο το χειμώνα περιμένοντας να εξαντληθούν τα εφόδια και τα τρόφιμα των αντιπάλων.

Ο Κίμων πρότεινε στον Βόγη, ότι αφού κάποια στιγμή θα τελείωναν εφόδια και τρόφιμα και βοήθεια από τους Πέρσες δεν ήταν δυνατό να έρθει, να του παραδώσει την πόλη. Επίσης, ο Κίμων του υποσχέθηκε ότι θα άφηνε ελεύθερους τους Πέρσες να φύγουν στη Μικρά Ασία.

Ο υπερήφανος, όμως, Βόγης ενώ είχε κάθε δικαιολογία να συνθηκολογήσει, δεν δέχθηκε να συζητήσει καν τις προτάσεις του Κίμωνα. Έφθασε, όμως, η στιγμή, που κάθε ελπίδα για το Βόγη χάθηκε. Τότε φάνηκε και το στρατηγικό δαιμόνιο του Κίμωνα. Εφάρμοσε μια πρωτοφανή για την εποχή εκείνη λύση, που έμεινε θρυλική: έστριψε τα νερά του Στρυμόνα προς το πλίθινο τείχος της πόλης, οπότε ήταν ζήτημα χρόνου η διάβρωση του κάτω μέρους του περιβόλου. Με το ρήγμα που θα γινόταν θα έπεφτε το πάνω μέρος του τείχους και οι Έλληνες θα ορμούσαν μέσα στην πόλη. Επειδή τα τρόφιμα είχαν ήδη εξαντληθεί ο Βόγης «άναψε μεγάλη φωτιά, έσφαξε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, τις παλακίδες, τους υπηρέτες και τους έριξε στη φωτιά. Πήρε έπειτα όλο το χρυσάφι και το ασήμι της πόλης και τα σκόρπισε από το τείχος στον Στρυμόνα. Και αφού έκανε όλα αυτά έπεσε και ο ίδιος στη φωτιά. Γι΄αυτό επαινείται μέχρι σήμερα από τους Πέρσες», σημειώνει ο Ηρόδοτος.

Η άλωση της Ηιόνας άνοιξε τον δρόμο και για την πόλη του Δορίσκου που ήταν το τελευταίο οχυρό των Περσών στη Θράκη. Από τη στιγμή που η Ηιόνα απελευθερώθηκε και αρκετές πόλεις στα παράλια της Θράκης ήταν μέλη της Α΄Αθηναϊκής συμμαχίας, ο Δορίσκος έχοντας πια απομονωθεί τελείως, δεν ήταν δυνατόν να μείνει για πολύ καιρό ακόμα στα χέρια των Περσών.

Η εκστρατεία στη Θράκη ήταν η πρώτη επιχείρηση της συμμαχίας. Η επέκταση της κυριαρχίας των Αθηναίων σε αυτήν την περιοχή άνοιγε νέους ορίζοντες για την πόλη. Μπορούσαν να υπολογίζουν οι Αθηναίοι ότι μέσα σε λίγο διάστημα θα είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν εκεί τους δικούς τους αποίκους και να εκμεταλλευτούν τις σπουδαίες πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Γι’ αυτό θέλησαν να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην πρώτη τους επιτυχία, αφού με αυτή άρχιζε «μια νέα εποχή». Για πρώτη φορά ο δήμος επέτρεψε να στηθεί από τον Κίμωνα στην Αγορά λίθινη -ίσως τρίεδρη- στήλη με τρία επιγράμματα που τα αναφέρει ο Πλούταρχος στον «Βίο» του Κίμωνα:

«Ήταν γενναίοι και εκείνοι που κάποτε με το φοβερό σπαθί τους προκάλεσαν πείνα μεγάλη στα παιδιά των Περσών στην Ηιόνα, στις όχθες του Στρυμόνα, και πρώτοι προκάλεσαν στους εχθρούς απελπισία.»

«Αυτή είναι η ανταμοιβή από τους Αθηναίους στους ηγεμόνες ως ευεργεσία για μεγάλα αγαθά. Βλέποντας κάποιος από τους μεταγενέστερους αυτά, θα φιλοτιμηθεί να αγωνιστεί κι αυτός για τις κοινές υποθέσεις».

«Από αυτήν την πόλη κάποτε μαζί με τους Ατρείδες κίνησε για τη ιερή Τροία ο Μενεσθέας, για τον οποίο ο Όμηρος ότι έφτασε εκεί ανάμεσα στους θωρακοφόρους Δαναούς άριστος ηγέτης μάχης. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αταίριαστο για τους Αθηναίους να ονομάζονται ηγέτες του πολέμου και συνάμα της γενναιότητας».

Κίμων Μιλτιάδου (506π.Χ.-450π.Χ)

Ο Κίμων γεννήθηκε γύρω στο 506π.Χ.. Ήταν γιος του Μιλτιάδη, στρατηγού της μάχης του Μαραθώνα. Μετά την καταδίκη του πατέρα του σε μεγάλο χρηματικό πρόστιμο και τον άδοξο θάνατό του, ο Κίμων πέρασε τα νεανικά του χρόνια με πολλές δυσκολίες και στερήσεις και αρκετά άτακτα, κατηγορούμενος ακόμα και για σχέσεις με την αδελφή του Ελπινίκη.

Κίμων Μιλτιάδου
Κίμων Μιλτιάδου

Δεν ευτύχησε να πάρει την απαραίτητη μόρφωση. Ήταν όμως προικισμένος από τη φύση με τις αρετές της δικαιοσύνης και της τόλμης, και με την ενηλικίωση του υπέδειξε εξαιρετική πολιτική συγκρότηση με χαρακτηριστική την επιλογή του να συνταχθεί από τους πρώτους με την άποψη του Θεμιστοκλή να εγκαταλείψουν οι Αθηναίοι την πόλη και να συγκρουστούν με τους Πέρσες στη θάλασσα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το παράδειγμα του το ακολούθησαν και άλλοι Αθηναίοι, και η γενναία αυτή στάση θύμισε στους συμπολίτες του το τρόπαιο στο Μαραθώνα του πατέρα του.

Λίγα χρόνια μετά τη Σαλαμίνα οι Αθηναίοι, κουρασμένοι από τον Θεμιστοκλή που τελικά τον κατηγόρησαν για προδοτική συνεργασία με τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία και τους Πέρσες, ανέδειξαν αρχηγό του αριστοκρατικού κόμματος τον Κίμωνα (471π.Χ.), που είχε την αμέριστη συμπαράσταση και του Αριστείδη.

Ο στρατηγός Κίμων

Στο πλαίσιο των πολέμων των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Μικρά Ασία ο Κίμων κέρδισε τη συμπάθεια των συμμάχων ως στρατηγός των Αθηναίων λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του Παυσανία και συνετέλεσε να αναγνωρισθεί η Αθήνα αρχηγική δύναμη. Με τη συγκρότηση λοιπόν της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία μετέχουν οι πόλεις της Ιωνίας και πολλά νησιά του Αιγαίου, ο Κίμων αναλαμβάνει σημαντικές πρωτοβουλίες με πρώτη του επιτυχία την άλωση της Ηιόνας, κοντά στον Στρυμόνα (475π.Χ.) που μέχρι τότε την κατείχαν οι Πέρσες. Ύστερα κατέλαβε τη Σκύρο, απαλλάσσοντας την από το πειρατικό γένος των Δολόπων και μεταφέροντας στην Αθήνα τα οστά του Θησέα.

Οι πολεμικές επιτυχίες του Κίμωνα εναντίον των Περσών συνεχίζονται με τη συντριβή τους στις εκβολές του Ευρυμέδοντα ποταμού της Παμφυλίας στη Μικρά Ασία (467π.Χ.). Στη θάλασσα και στη στεριά ο Κίμων σημειώνει νίκες που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είναι ανώτερες και από τις νίκες στη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές, αφού οι Πέρσες υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα και να μην ενοχλούν πια τις Ιωνικές πόλεις. Και τα παρακείμενα νησιά μέχρι την εποχή του Περικλή.

Οι επιτυχίες του Κίμωνα συνεχίζονται με την κατάληψη της Θάσου που αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία (464π.Χ.) ενώ συνάμα εκδηλώνεται και η πρώτη ζηλόφθονη αντίδραση των πολιτικών του αντιπάλων στην Αθήνα (με αρχηγούς τον Εφιάλτη και τον Περικλή) που τον κατηγόρησαν για δωροδοκία του από τον βασιλιά των Μακεδόνων για να μην καταλάβει τα χρυσωρυχεία της Θράκης. Αυτή η κατηγορία δεν απέδωσε αλλά η πολιτική ζηλοφθονία συνεχίστηκε με νέες κατηγορίες εναντίον του Κίμωνα για φιλολακωνισμό, ιδίως μετά την ταπεινωτική επιστροφή του αθηναϊκού στρατού από τη Σπάρτη που είχε κληθεί να βοηθήσει τη Λακεδαίμονα στον πόλεμο εναντίον των Μεσσηνίων, αλλά διατάχθηκε εύσημα να επιστρέψει άπρακτος. Επειδή υπέρμαχος της αποστολής βοήθειας ήταν ο Κίμων, χρέωσαν σε αυτόν την ταπείνωση οι πολιτικοί του αντίπαλοι και πέτυχαν τον εξοστρακισμό του. Οι περιπλοκές, όμως, στις σχέσεις Αθήνας-Σπάρτης και η γνήσια πατριωτική του στάση στη μάχη της Τανάγρας (457π.Χ.) συνετέλεσαν στην ανάκληση του Κίμωνα από την εξορία με ψήφισμα του Περικλή και στην εξομάλυνση των σχέσεων των δύο πόλεων με υπογραφή πενταετών σπονδών (453π.Χ), στις οποίες σημαντικότατο ρόλο έπαιξε ο Κίμων. 

Στα πλαίσια της αρχηγικής του θητείας στο αριστοκρατικό κόμμα ο Κίμων ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση, γνωρίζοντας τα προβλήματα των φτωχών, αφού και ο ίδιος πέρασε φτωχικά κάποια χρόνια της ζωής του. Οργανώνει γεύματα για τους φτωχούς συμπολίτες του και άλλου είδους ενισχύσεις, με χρήματα που είχε εξασφαλίσει από τις στρατηγίες του.

Θάνατος και Υστεροφημία του Κίμωνα

Τελευταία εκστρατεία του Κίμωνα ήταν αυτή εναντίον των Περσών στην Κύπρο, όπου και πέθανε στο Κίτιο (450π.Χ.), θάνατος που κρατήθηκε κρυφός για την ασφαλή επιστροφή του αθηναϊκού στόλου, σε βαθμό που να λέγεται ότι και νεκρός ο Κίμων νίκησε τους Πέρσες. Οι Αθηναίοι μετέφεραν τα λείψανα του λαμπρού τους στρατηγού για ταφή στην Αττική.  

Ο Πλούταρχος, στο έργο του για τον Βίο του Κίμωνα, αναφέρει ότι μετά τον Κίμωνα κανείς δεν πέτυχε σημαντική νίκη εναντίον των Περσών, αφού οι Έλληνες με τους εμφυλίους πολέμους προσέφεραν ανάπαυλα στον Πέρση βασιλιά και στη συνέχεια παρέδωσαν τις ιωνικές πόλεις βορά στη φορολογική αφαίμαξη τους από τον Πέρση μονάρχη.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (1797-1864)

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (πραγματικό όνομα Ιωάννης Τριανταφύλλου) ήταν Έλληνας αγωνιστής και οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στρατηγός και συγγραφέας.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης

Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη

Η πατρίς της γεννήσεως μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικίου ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε διά ξύλα εις τον λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμο, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα, μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις τον χωρίον. Σε κάμποσον καιρόν έγινα τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη και ο πατέρας μου. Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε διά νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και θα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν απόνα γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε και δεκαοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κι’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κι’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέροντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γεφύρι και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν να με πετάξουν εις το δάσος, εις το Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρησαν διά το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μάνα μου και τους λέγει: «Η αμαρτία του βρέφου θα μας χάση, τους είπε, περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε. Το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνουμε». η μητέρα μου και ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα έλεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο όπου πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά.

Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με έβαλαν να εργάζωμαι σε έναν εκατό παράδες το χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια. Αφού έκανα πολλές δουλειές, ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου. Δεν ήθελα να κάμω αυτό το έργον και μ’ έδερναν και οι αφεντάδες και οι συγγενείς. Σηκώθηκα και πήρα και άλλα παιδιά και πήγαμε εις Φήβα. Η κακή τύχη και εκεί οι συγγενείς ήρθαν και μας πιάσανε και με φέραν πίσω εις την Λιβαδειά και εις τον ίδιον αφέντη. Και την ίδια ‘πηρεσία ξακολουθούσα κάμποσον καιρόν. Τότε διά να γλιτώσω από αυτήν την ‘πηρεσίαν, ότι η φιλοτιμία μου δεν μ’ άφηνε ήσυχον ούτε μέρα ούτε νύχτα, άρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια των παιδιών και της ίδιας μου της μητέρας και έφευγα μέσα τις ράχες. Και μ’ αυτό βαρέθηκαν και με λευτέρωσαν, ότι αυτείνη η ‘πηρεσία μ’ είχε καταντήση να χαθώ.

……………………………………………………………………………..

Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς (912-969)

Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς (912 – 11 Δεκεμβρίου 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963 έως το 969. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην αναζωπύρωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα.

Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς
Ο Νικηφόρος Β΄΄ Φωκάς

Ο Βίος του Νικηφόρου Β΄ Φωκά

O Νικηφόρος Β΄Φωκάς καταγόταν από τη μεγάλη στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ακολούθησε και ο ίδιος στρατιωτική σταδιοδρομία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαγίστρου. Το 960, με την ιδιότητα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (Άραβες). Συγκέντρωσε το βυζαντινό στρατό στα Φύγελα της Μ. Ασίας, κατέπλευσε στον κόλπο του Αλμυρού και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Στρατοπέδευσε κοντά στο Xάνδακα (σημ. Ηράκλειο), την πρωτεύουσα της Κρήτης, επιχειρώντας ταυτόχρονα επιθέσεις εναντίον των τειχών και εξορμήσεις στο εσωτερικό, για να υποτάξει ολόκληρο το νησί. Ύστερα από εννέα μήνες δραματικής πολιορκίας, το Μάρτιο του 961, κατέλαβε το Χάνδακα και επανέφερε την Κρήτη στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος.

Πριν από την αναχώρησή του, ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά το νησί (αφήνοντας μάλιστα για τη θρησκευτική στήριξη, αναμόρφωση και τον επανεκχριστιανισμό του νησιού, τον εκ του Πολεμονιακού Πόντου καταγόμενο Άγιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε») και άφησε αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα, όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Ωστόσο, η νέα πρωτεύουσα δεν κατάφερε να επιβληθεί, με αποτέλεσμα ο Χάνδακας να αναβιώσει και να γίνει έπειτα από λίγο το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Κρήτης. Κατά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, τελέστηκε θρίαμβος ενώπιον του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ και μεγάλου πλήθους.

Ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄Φωκάς

Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’, η χήρα του Θεοφανώ κάλεσε το Νικηφόρο στην πρωτεύουσα, έχοντας πρόθεση να του ζητήσει προστασία για τα παιδιά της και την ίδια. Με την άφιξή του στην Πόλη, και μπροστά στην απαστράπτουσα ομορφιά της Θεοφανούς, φαίνεται ότι την ερωτεύτηκε ειλικρινά και ξέχασε τους προηγούμενους όρκους του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Η αυτοκράτειρα, παρ’ όλα αυτά, με χαρά δέχτηκε το γάμο που της πρότεινε ο Νικηφόρος, διότι προστάτευε σε μεγάλο βαθμό τα οικογενειακά και προσωπικά της συμφέροντα, με προστάτη έναν αδέκαστο και αφοσιωμένο στρατιώτη. Έτσι, ο Νικηφόρος Φωκάς παντρεύτηκε την Θεοφανώ και τον Αύγουστο του 963 στέφθηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας από τον πατριάρχη Πολύευκτο.

Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή, τους οποίους είχε εγκαινιάσει με επιτυχία σε όλα τα επίπεδα. Απομάκρυνε τους Άραβες από την Κιλικία, ανακατέλαβε την Κύπρο και προσάρτησε μεγάλο μέρος της Συρίας, προχωρώντας έως την Τρίπολη. Παράλληλα, έδειξε ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των βυζαντινών συμφερόντων στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Επιβεβαίωσε έτσι τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο και εκτίναξε τα σύνορα της αυτοκρατορίας έως πέρα από τον ποταμό Ευφράτη. Με ανάλογη ευαισθησία αντιμετώπισε και τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, επιχειρώντας σύντομη εκστρατεία κατά μήκος των βυζαντινο-βουλγαρικών συνόρων και καταλαμβάνοντας χωρίς δυσκολίες όλα τα σημαντικά φρούρια.

Ωστόσο, η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις.

Η δολοφονία του Νικηφόρου Β΄Φωκά

Ο ανιψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνιση του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ’ ολίγο να του έσωζε τη ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη.

Τα μέλη της συνωμοσίας είχαν ορίσει την 10η Δεκεμβρίου ως την ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου τους για την δολοφονία του αυτοκράτορα. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Θεοφανώ (από τους πρωτεργάτες της συνωμοσίας) είχε βοηθήσει στην είσοδο των υπολοίπων μελών κρυφά στο παλάτι ντύνοντας τους με γυναικεία ρούχα, κάτω από τα όποια έκρυβαν τα φονικά τους όπλα. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο όποιος είχε ηγετικό ρολό σε αυτήν την συνωμοσία, για να μην κινήσει υποψίες βρισκόταν στο Πέραν. Ωστόσο οι ενέργειες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες και έφτασαν στα αυτιά του Νικηφόρου. Αυτός ανήσυχος έστειλε τον Μιχαήλ, έναν από τους πιο έμπιστους ευνούχους του, όπως πίστευε, για να ερευνήσει το παλάτι. Αυτός όμως από ότι φαίνεται είχε ταχθεί με το μέρος της Θεοφανούς και έτσι δεν ανέφερε τίποτα το ασυνήθιστο στον αυτοκράτορα. Τη νύχτα αυτή, όπως αναφέρεται από τον Λέοντα τον Διάκονο, μια τρομερή χιονοθύελλα είχε ξεσπάσει στην Πόλη. Οι συνεργάτες του Τσιμισκή φοβούνταν μήπως δεν κατάφερνε να διασχίσει εγκαίρως τον φουρτουνιασμένο Κεράτιο κόλπο καθώς επέβαινε σε μικρή βάρκα και δεν είχε δάδα αναμμένη, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς των τειχών. Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι, έτοιμος για δράση.

Ο αυτοκράτορας, ανυποψίαστος για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δίπλα του, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα, συνήθεια που είχε αποκτήσει όσο καιρό ήταν στρατιωτικός, σε μια γωνία του αυτοκρατορικού δωματίου. Την προκαθορισμένη ώρα οι συνωμότες οδηγημένοι από κάποιον έμπιστο του αυτοκράτορα βρέθηκαν στην κάμαρά του. Όταν είδαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι άδειο τους κυρίευσε τρόμος και πανικός γιατί πίστευαν ότι η συνωμοσία τους είχε αποκαλυφθεί και οι αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες τους είχαν στήσει παγίδα για να τους συλλάβουν την ώρα που θα εκτελούσαν την αποτρόπαια ενέργειά τους. Τελικά τη λύση την έδωσε πάλι ο έμπιστος του Φωκά που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, δείχνοντας τους την σκοτεινή γωνία του δωματίου που κοιμόταν ο Νικηφόρος. Τότε ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης τράβηξε το ξίφος του και κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα στον αυτοκράτορα με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Την στιγμή αυτή φαίνεται να ξύπνησε ο Νικηφόρος και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξεφύγει, χτυπήθηκε στο πρόσωπο από το σπαθί του ταξίαρχου αλλά δεν σκοτώθηκε. Στην τραγική κατάσταση που βρισκόταν, τυφλωμένος απ τα αίματα, ανήμπορος να αντιδράσει και εγκαταλελειμμένος από όλους, έστρεψε τις τελευταίες του ελπίδες στην Παναγία που τόσο ευλαβούταν. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Οι αυτοκρατορικοί φρουροί θορυβημένοι από τον φασαρία μπήκαν στην καμάρα. Όταν αντίκρισαν το ακέφαλο σώμα του Νικηφόρου μέσα σε μια λίμνη αίματος κατάλαβαν ότι είχαν φτάσει πολύ αργά.

Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας Ιωάννη Τσιμισκή. Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παραπεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για το Νικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».

Ο άνθρωπος Νικηφόρος Β΄Φωκάς

Ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας.

Πριν γίνει αυτοκράτορας, ο Νικηφόρος Β΄Φωκάς αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε τη σωματική αντοχή και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Πριν παντρευτεί τη Θεοφανώ, ήταν χήρος και είχε ορκιστεί αποχή.

Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και, αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος. Λίγο αργότερα, με ιδιαίτερη διακριτικότητα παντρεύτηκε τη Θεοφανώ, αντιμετωπίζοντας όμως εκκλησιαστικές αντιδράσεις, κυρίως του πατριάρχη Πολύευκτου, διότι ήταν νονός κάποιου από τα παιδιά της Θεοφανούς. Η στρατιωτική του πολιτική ήταν απόλυτα επιτυχής, ήταν όμως μάλλον κακός διπλωμάτης, προκαλώντας αναταραχή στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Δυτικούς, τους Βούλγαρους και τους Ρως. Γνωστό είναι το περιστατικό με το Λιουτπράνδο, απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α’. Ατυχώς δε, έλαβε μέτρα ευνοϊκά για τη μεγάλη γαιοκτησία, με αποτέλεσμα να γίνει αντιπαθής στο λαό.

Βοήθησε τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη να χτίσει την πρώτη μονή του Αγίου Όρους, τη σημερινή Μεγίστη Λαύρα, θέτοντας ένα επίσημο πλαίσιο λειτουργίας της μονής και όλης της περιοχής. Λέγεται ότι κάτω από το αυτοκρατορικό ένδυμα φορούσε ράσα και είχε εκδηλώσει την επιθυμία να εγκαταλείψει το θρόνο και να γίνει μοναχός. Αξίζει να σημειωθεί η προσπάθειά του να τιμήσει ως μάρτυρες όλους τους στρατιώτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων του με τους μουσουλμάνους. Η προσπάθεια αυτή όμως βρήκε αντίθετους την Εκκλησία και ως εκ τούτου ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του.

Σήμερα, μία Φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομά του, και πιο συγκεκριμένα η Φ/Γ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ (F-466).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νικηφόρος_Β’_Φωκάς

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης (1858-1940)

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης (20 Σεπτεμβρίου 1858 – 4 Μαΐου 1940) ήταν Έλληνας αντιστράτηγος και υπουργός Στρατιωτικών.

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης, Έλληνας αντιστράτηγος και υπουργός Στρατιωτικών.
Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης

Ο Βίος του Κωνσταντίνου Καλλάρη

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1858 και ήταν γιος του Φρούραρχου Αθηνών Γεωργίου Καλλάρη. Εξήλθε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1880 και κατατάχθηκε στο κλάδο του Μηχανικού. Μετείχε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και το 1905 τοποθετήθηκε ως ταγματάρχης στο νέο Σώμα των Γενικών Επιτελών μέχρι το 1909. Το 1911 διορίσθηκε διοικητής των στρατιωτικών σχολών Ευελπίδων και Υπαξιωματικών μέχρι το 1912. Μετά από πρόταση της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής διορίσθηκε διοικητής της 2ης Μεραρχίας την οποία και κατέστησε υποδειγματική, για τον λόγο και τον οποίο προάχθηκε σε υποστράτηγο.

Με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου επικεφαλής της μεραρχίας του μετείχε αρχικά στο μέτωπο της Μακεδονίας. Στη συνέχεια στις επιχειρήσεις του Μπιζανίου ανέπτυξε νικηφόρο δράση που τον έκανε ιδιαίτερα γνωστό. Κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ηπείρου ο μεγαλύτερος γιος του Σπυρίδων, έφεδρος ανθυπολοχαγός, σκοτώθηκε πολεμώντας.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο ο Κ. Καλλάρης στη μάχη της Κρέσνας έπεσε από το άλογό του και τραυματίσθηκε. Μετά τον πόλεμο χρημάτισε για κάποιο διάστημα πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και όταν συστάθηκαν τα Σώματα Στρατού ανέλαβε, ως αντιστράτηγος, διοικητής του Α΄ Σώματος (1914). Το 1916 ανέλαβε υπουργός των Στρατιωτικών και στις 29 Ιουνίου του 1918 παραιτήθηκε κατόπιν αιτήσεώς του. Στο γήρας του ο Κ. Καλλάρης δοκιμάσθηκε ακόμη μια φορά με το χαμό του δεύτερου γιου του, Άγγελου, λοχαγού του πυροβολικού, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος το 1922 στη Μικρασιατική εκστρατεία. Πέθανε στις 4 Μαΐου του 1940.

Ο Κωνσταντίνος Καλλάρης, το πρωί στρατηγός, το βράδυ πατέρας

Ο Στρατηγός Κωνσταντίνος Καλλάρης ήταν διοικητής της 2ης Μεραρχίας που ήρθε από τη Μακεδονία τον Νοέμβριο του 1912. Ο γιος του Σπύρος Καλλάρης ήταν Ανθυπολοχαγός που υπηρετούσε στην ίδια Μεραρχία. Ο Ανθυπολοχαγός Καλλάρης για αρκετές ημέρες είχε υψηλό πυρετό και ο γιατρός δεν του επέτρεπε να λάβει μέρος στις μάχες. Ο πατέρας του, όμως, στρατηγός επέτρεψε στο γιο του να φύγει από τη σκηνή και να λάβει πάλι μέρος στον αγώνα.
Είχε σκοτωθεί ο λοχαγός του και ο ανθυπολοχαγός Καλλάρης ανέλαβε τη διοίκηση του λόχου του. Σε λίγο άρχισε η επίθεση. Οι άνδρες του λόχου άρχισαν να ζαλίζονται από τις σφαίρες και τις οβίδες που έπεφταν βροχή. Ο νέος Καλλάρης σηκώνεται όρθιος, σύρει το σπαθί του, ορμά εμπρός και παρασύρει πλέον το λόχο του με ενθουσιασμό στην ηρωική επίθεση. Μια σφαίρα βρήκε τον ανθυπολοχαγό στο μέτωπο και τον σκότωσε.
Ο Στρατηγός με σκυθρωπή σοβαρότητα άκουσε την ιστορία του θανάτου του παιδιού του. Κατόπιν ερώτησε: «Τον έχετε εδώ;» Χωρίς να απαντήσει ο επιτελάρχης οδήγησε τον Στρατηγό στη σορό του γιου του. Ο Καλλάρης βγάζει το πηλίκιό του, σκύβει, ασπάζεται το αιματωμένο μέτωπο του παιδιού του και λέει με μεγάλη ηρεμία: «Η ημέρα αυτή, παιδί μου, είναι ημέρα ευτυχίας διά τον στρατηγόν και δυστυχίας διά τον πατέρα. Ανθυπολοχαγέ Καλλάρη, εξετέλεσες λαμπρά το καθήκον σου. Εύγε! Aιωνία σου η μνήμη, παιδί μου»!
Και επανέλαβαν οι παρευρισκόμενοι με δάκρυα: «Αιωνία σου η μνήμη».
Ο Στρατηγός στράφηκε κατόπιν προς τον υπολοχαγό Τσακμάκη και του είπε: «Φροντίσατε, παρακαλώ, διά την κηδείαν του παιδού μου».
Έπειτα είπε στον δεκανέα που τον ακολουθούσε: «Φέρε μου τη φοράδα μου. Οι κύριοι αξιωματικοί επί των ίππων τους»! Έφυγαν όλοι καλπάζοντας γιατί σε λίγο θα άρχιζε η μάχη. Ο Στρατηγός όλη την ημέρα διηύθυνε τη μάχη, που ήταν μια από τις πιο πεισματώδεις μάχες όλου του πολέμου.
Το βράδυ αργά επέστρεψε στη σκηνή, όπου είχαν ετοιμάσει το νεκρό. Κατέβηκε από το άλογό του, μπήκε μέσα στη σκηνή, έσφιξε το μέτωπό του και έκλαψε σαν πατέρας, σαν άνθρωπος, αφού σαν στρατηγός εξετέλεσε σπαρτιατικότατα το καθήκον του.

Πηγή: http://mathainoumeellinikiistoria.blogspot.com/2011/01/blog-post_341.html