Στα Σάλωνα

Φθάσαμε στα Σάλωνα, διασχίσαμε το Πλειστό, μετά περάσαμε ένα ανοιχτό μέρος στην Κρισαία πεδιάδα, και φθάσαμε στην αριστερή όχθη του ξεροπόταμου των Σαλώνων. Ακολουθήσαμε τον ποταμό, περνώντας μέσα από ένα χωράφι με ελιές, και τον διασχίσαμε για λίγο, κάτω από την είσοδο της κοιλάδας των Σαλώνων. όπου το επίπεδο στις όχθες του είναι λιγότερο από ένα μίλι σε πλάτος, και οριοθετείται από ένα βράχο του βουνού Χρισσού προς τα δεξιά και από μια προέκταση από άλλα βραχώδη βουνά στα αριστερά. Πέρα από το στενό, η κοιλάδα φαρδαίνει, ο δρόμος στρίβει περισσότερο προς τα δυτικά, πάλι μέσα από ελαιώνες, και δύο μίλια από τα Σάλωνα διασχίζουμε πάλι μια ανοιχτή πεδιάδα.

Στα Σάλωνα
Σάλωνα

Το κάστρο των Σαλώνων είναι ένα εκτεταμένο ερείπιο χτισμένο από τους Φράγκους ή από τους Έλληνες στο κατώτερο σημείο του, πάνω στα απομεινάρια των τειχών μιας αρχαίας πόλης. Ο κεντρικός πύργος του κάστρου βρίσκεται στην ακρόπολη και οι εξωτερικοί τοίχοι ακολουθούν σχεδόν εκείνους της πόλης. Τα απομεινάρια των δύο από τους ελληνικούς πύργους φαίνονται στην κατωφέρεια του λόφου προς το Βορρά, πάνω στην κορυφή μιας βραχώδους πλαγιάς, που κρέμεται πάνω από τα καινούργια σπίτια σε αυτό το σημείο.

Η αρχαία πόλη δεν φαίνεται να είχε μεγάλες διαστάσεις και είχε θέα προς τα βουνά. Κάτω από τους βράχους του κάστρου, προς τα νότια, αναβλύζει μια πολύ πλούσια πηγή με πολλούς πίδακες, που σχηματίζουν την κύρια πηγή του ποταμού. Υπάρχει μια άλλη πηγή, με λίγο νερό, στην πλαγιά του λόφου. Ο ποταμός ενώνεται με έναν παραπόταμο από το Βορρά, αλλά το νερό καταναλώνεται στο πότισμα των χωραφιών στην κοιλάδα, και αν δεν πέσουν δυνατές βροχές δεν φτάνει καθόλου νερό στον Πλειστό.

Στα Σάλωνα υπάρχουν 300 τούρκικες και 400 ή 500 ελληνικές οικογένειες. Στα χωριά της περιοχής ζουν μόνο Έλληνες. Σύμφωνα με έναν πρόχειρο υπολογισμό του κοτζαμπάση, υπάρχουν 100.000 ρίζες ελιές, δηλαδή τα ελαιόδεντρα στην περιοχή παράγουν περίπου 5 λίτρα κατά μέσο όρο το καθένα, που είναι για όλη την περιοχή μισό εκατομμύριο λίτρα. Όταν εξάγονται 3 καλά φορτωμένα πλοία, τότε είναι καλή χρονιά. Το λάδι είναι άριστης ποιότητας. Τώρα μαζεύουν τον καρπό, με τον ίδιο τρόπο που τον μαζεύουν και στην Αθήνα, τινάζοντας τα κλαδιά με μια μακριά βέργα, που έχει αποτέλεσμα να πέφτουν κάτω και πολλά φύλλα και μικρά κλαδιά. Οι κάτοικοι λένε ότι αυτό δεν καταστρέφει τον καρπό της επόμενης χρονιάς, γιατί τα δέντρα παράγουν άφθονες ελιές μόνο μια φορά στα δυο χρόνια, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτός ο βάναυσος τρόπος που μαζεύουν τις ελιές μπορεί να είναι η κύρια αιτία που οι ελιές δεν παράγουν καρπό κάθε χρόνο.

William Martin Leake

Δεσφίνα

Η γη στη Δεσφίνα καλλιεργείται με κριθάρι και σιτάρι μόνο μια φορά στα δύο χρόνια, εκτός από συγκεκριμένα μέρη ανάμεσα στους βράχους, όπου καίνε τους θάμνους, ή εκεί που το χώμα εμπλουτίζεται με την κοπριά των προβάτων και των κατσικιών, τα οποία βρίσκονται σε μαντριά στους βράχους.

Δεσφίνα
Παρνασσός

Αυτές οι περιοχές καλλιεργούνται κάθε χρόνο χωρίς όργωμα. Φέτος (1805), όλο το νότιο άκρο της είναι ακαλλιέργητο, ενώ το βόρειο είναι καλλιεργημένο. Το χωριό Δεσφίνα ή Τζεσφίνα βρίσκεται στη δυική πλαγιά του ψηλού βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα ξωκκλήσι και ένα μεγάλο πουρνάρι. Το ύψωμα χωρίζεται από τους βραχώδεις πρόποδες του βουνού Ξηρογιάννη με ένα ρέμα, με βόρεια κατεύθυνση, το οποίο αναβλύζει το οποίο αναβλύζει λίγο πιο πάνω από το χωριό, σε ένα σχίσιμο του βράχου ανάμεσα στα δυο βουνά: απέναντι από το χωριό το φαράγγι φαρδαίνει, και κάτω από αυτό εκτείνεται προς την πεδιάδα.

Το χωριό κατοικείται από περίπου 170 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ζουν σε σπίτια με δυο πατώματα, άνετα, αν τα συγκρίνουμε με τα φτωχά αγροτόσπιτα των χωρικών της αλβανικής φυλής στην Αττική και τη Βοιωτία. Εδώ, όπως και στην Αράχοβα, και προς τα δυτικά, η αλβανική γλώσσα είναι άγνωστη, αν και πολύ κοντά στα χωριά και τα μοναστήρια του όρους Ελικώνα η γλώσσα αυτή μιλιέται ευρέως, και πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ούτε καν ελληνικά.

Αν και η Δεσφίνα βρίσκεται στην περιφέρεια Σαλώνων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους Τούρκους, δεν υπάρχει Τούρκος κάτοικος ή ιδιοκτήτης στην περιοχή της Δεσφίνας. Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδων) και τα χωράφια του σπαχή αγοράζονται από ένα ντόπιο Έλληνα, που μαζεύει τους φόρους και δίνει λόγο στο βοεβόδα των Σαλώνων για δεκάτη του ενός ενάτου στο καλαμπόκι, στα σταφύλια και τις ελιές, για δύο παράδες το κεφάλι στα βοοειδή, και πέντε γρόσια το κεφάλι κατά μέσο όρο για όλους τους άνδρες που υπόκεινται στο χαράτσι. Για τον εαυτό του, παίρνει σαν σπαχής ένα άσπρο το κεφάλι στα βοοειδή και τέσσερα γρόσια το στρέμμα στα αμπέλια.

Τελικώς, το χωριό συνεισφέρει 48 γρόσια το χρόνο στο βοεβόδα, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αλή πασά. Τα μοναστήρια πληρώνουν μόνο το χαράτσι για τους καλόγερους, τη δεκάτη για τη γη τους, και το ασπροκέφαλο για τα πράγματα, ή φόρο ενός άσπρου το κεφάλι για τα βοοειδή όλων των ειδών. όταν ρωτάω εδώ αν κάποιος ταξιδιώτης σαν εμένα, έχει επισκεφτεί ποτέ τη Δεσφίνα, κανένας δε θυμάται τίποτα, αν και ένας άνδρας μου δήλωσε ότι θυμάται να έχει δει έναν από τους ανθρώπους που ονομάζονται μιλόρδοι, πολύ κοντά στην Αράχοβα.

William Martin Leake

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί

Το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821 επαναστάτησε σχεδόν ταυτόχρονα και η Ανατολική Στερεά Ελλάδα με πρωτοπόρο στο εγχείρημα αυτό της εθνικής διεκδίκησης τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.

Το κλίμα που επικρατούσε στο χώρο της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ύστερα από τέσσερις αιώνες οθωμανικού ζυγού χαρακτηρίζονταν έντονα από μια διάθεση υποταγής και παρακμής. Βέβαια, οι συνθήκες αυτές αντισταθμίζονταν από δύο μείζονος σπουδαιότητας παραμέτρους, οι οποίες μάλιστα έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην έγκαιρη συνειδητοποίηση και στη δυναμική αφύπνιση του εθνικού φρονήματος των Στερεοελλαδιτών.

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί
Ο Αθανάσιος Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες στον Αγώνα

Η πρώτη παράμετρος που είχε απήχηση σε όλο τον κόσμο της Ρούμελης ήταν η βαθιά ριζωμένη παράδοση των αρματολών και των κλεφτών, με αποτέλεσμα στις τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες η Στερεά Ελλάδα να διαθέτει έναν ολιγάριθμο αλλά αρκετά εμπειροπόλεμο στρατό. Οι ηγέτες του μάλιστα είχαν θητεύσει στη μεγάλη τους πλειονότητα σε ένα σημαντικό σχολείο, στην υπηρεσία του στρατού του Αλή Πασά, ο οποίος -αδυνατώντας να τους καθυποτάξει- τους προσεταιρίστηκε στην προσπάθεια του να επιβάλλει τους σχεδιασμούς και τη στρατηγική του σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι αυτοί στρατιωτικοί αρχηγοί ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία και όταν άρχισαν οι πρώτες αψιμαχίες ανάμεσα στα σώματα του Αλή Πασά. και τις τακτικές δυνάμεις του σουλτάνου εγκατέλειψαν το πεδίο της αντιπαράθεσης και επανέκαμψαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, προκειμένου να προετοιμαστούν για την επικείμενη έναρξη της επανάστασης.

Η δεύτερη παράμετρος που βάρυνε ιδιαίτερα στα επαναστατικά δρώμενα ήταν η παρουσία στρατιωτικών ηγετών που διέθεταν σθένος και αγωνιστικότητα, ιδιότητες που ενέπνεαν καθολικά τους σκλαβωμένους ραγιάδες. Ανάμεσα σε αυτούς διακρίνει κανείς ονόματα όπως του:Οδυσσέα Ανδρούτσου, του Αθανασίου Διάκου, του Βασίλη Μπούσγου, του Πανουργιά Πανουργιά, του Γιάννη Γκούρα, του Δήμου Σκαλτσά, του Γιάννη Δυοβουνιώτη κ.α..

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί

Τα Σάλωνα

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί
Ο Μητρόπουλος στήνει την Επαναστατική Σημαία στο φρούριο των Σαλώνων

Τα Σάλωνα ευρισκόμενα σε σημείο συνάντησης της Δυτικής και της Ανατολική Στερεά Ελλάδας και αντικριστά από την Πελοπόννησο, αποτελούσαν το νευραλγικό κόμβο, ο οποίος και χάρη στο άρτια οχυρωμένο κάστρο του ήταν μήλο της Έριδος όλων όσοι θέλησαν να ελέγξουν την ευρύτερη περιοχή.

Ηγετική μορφή της Φωκίδας και αρχικαπετάνιος στο αρματολίκι των Σαλώνων από το 1813 ήταν ο Πανουργιάς ο οποίος ύστερα από τριετή υπηρεσία στον Αλή Πασά στα Ιωάννινα επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, και οργάνωσε οργάνωσε ένα καλά εκπαιδευμένο ένοπλο τμήμα 60 ανδρών με ομοιόμορφη εμφάνιση και αυστηρή πειθαρχία.

Στις 24 Μαρτίου ο Πανουργιάς έλαβε την πληροφορία της εξέγερσης στην Αχαΐα και ευρύτερα στο Μοριά και πήγε με τους 60 ένοπλους άνδρες του στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία, όπου συνάντησε τους προκρίτους των Σαλώνων Νικόλαο Γιαγτζή, Ρήγα Κοντορρήγα και Αναγνώστη Κεχαγιά και τους γνωστοποίησε το ελπιδοφόρο γεγονός. Έτσι, το βράδυ της 24ης προς την 25η Μαρτίου ο Πανουργιάς κήρυξε από τον Προφήτη Ηλία την Επανάσταση στην περιοχή των Σαλώνων, αποστέλλοντας ταυτόχρονα τον Αθανάσιο Μανίκα και τον Παπανδρέα στα Βλαχοχώρια της Δωρίδος να στρατολογήσουν άνδρες και τον Γιάννη Γκούρα στο χωριό Αη-Γιώργης να συναντήσει τους Γαλαξιδιώτες και να τους ζητήσει να συμμετάσχουν στον Αγώνα. Το Γαλαξίδι την εποχή εκείνη διέθετε 40 μεγάλα πλοία και αρκετά μικρά. σημαντική ναυτική και στρατιωτική δύναμη ικανή αφ’ ενός να αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο που ναυλοχούσε στη Ναύπακτο και αφ’ ετέρου να εξασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Κορινθιακό κόλπο και την επικοινωνία με τον Μοριά.

Μέσα στον επαναστατικό αυτό αναβρασμό ο Πανουργιάς πρότεινε στους στρατιωτικούς ηγέτες και προεστούς που είχαν συναχθεί στον Προφήτη Ηλία να επιτεθούν άμεσα και αιφνιδιαστικά εναντίον των Σαλώνων. Επικράστησε όμως επιφυλακτικότητα και προβληματισμός στην ομήγυρη, ίσως και επειδή τις μέρες εκείνες είχαν φτάσει στα Σάλωνα οι Τούρκοι του Αιγίου, ανήσυχοι από τους προεπαναστατικούς τριγμούς, με αποτέλεσμα οι ένοπλοι Οθωμανοί να ανέρχονται στους 600. Ο Πανουργιάς, όμως, έχοντας υπόψιν του το πανόραμα των κινήσεων των αντιπάλων και φοβούμενος την έλευση των άλλων τουρκικών ενισχύσεων στη Φωκίδα, κατάφερε με ένα ευφυές στρατήγημα να πείσει τους συμπατριώτες του για την ανάγκη άμεσης έναρξης του Αγώνα. Άνθρωπος της εμπιστοσύνης του ανακοίνωσε στους συγκεντρωμένους στον Προφήτη Ηλία ότι είδε πλοία του ρωσικού στόλου στον Κορινθιακό.

Το έναυσμα δόθηκε και ξημερώματα της 27ης Μαρτίου τα Σάλωνα πολιορκούνταν από τους επαναστάτες του Πανουργιά. Τέσσερις ώρες διήρκεσε η επίθεση, η οποία ήταν άψογα προετοιμασμένη και οι Τούρκοι υποχωρώντας κλείστηκαν στο κάστρο, η πολιορκία του οποίου άρχισε αμέσως. Σχεδόν ταυτόχρονα συγκροτήθηκε ελληνική διοίκηση στην πόλη.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία των Σαλώνων έπαιξαν τα γαλαξιδιώτκα κανόνια που είχαν μεταφερθεί σε κοντινή απόσταση. Οι Τούρκοι αντιστάθηκαν πεισματικά και ήλπιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή σε βοήθεια από τους ομοεθνείς τους στην Χαλκίδα και τη Λαμία.

Στις 10 Απριλίου, ανήμερα του Πάσχα, και ύστερα από δεκατρείς ημέρες σθεναρής πολιορκίας, άνοιξε η πύλη του κάστρου και οι Τούρκοι ξεκίνησαν να βγαίνουν αφήνοντας τον οπλισμό τους στον Πανουργιά. Ταυτόχρονα, ο Γαλαξιδιώτης Μητρόπουλος έστησε το λάβαρο του ξεσηκωμού σε περίοπτη θέση στο κάστρο.

Η κήρυξη της Επανάστασης στα Σάλωνα, η απελευθέρωση της πόλης και η άλωση του κάστρου διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην ψυχική τόνωση και στην ανόρθωση του φρονήματος των Ελλήνων, που μπήκαν δυναμικά στην εποποιία του εννιάχρονου Αγώνα.

Η Επανάσταση και η Μάχη της Λιβαδειάς

Μία από τις πλέον εύρωστες οικονομικά και πληθυσμιακά πόλεις της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ήταν η Λιβαδειά, η οποία σχεδόν ένα χρόνο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης είχε αναδειχθεί σε διοικητικό κέντρο πρώτης γραμμής. Οι πρόκριτοι της, αξιοποιώντας στο μέγιστο εφικτό βαθμό τον πλούτο και τη φυσική τους ευγένεια, τη διπλωματία και τα μέσα δωροδοκίας, κατάφεραν να αποσπάσουν από την οθωμανική διοίκηση προνόμια και ελευθερίες, κατακτήσεις που συνέλαβαν καθοριστικά στην ανύψωση του βιοτικού επιπέδου σχεδόν όλης της περιοχής. Πρωταγωνιστές στην προσπάθεια αυτή ήταν οι ισχυρές οικογένειες του Νικολάου Νάκου, του Ιωάννη Λογοθέτη, του Ιωάννη Φίλωνος κ.α.

Ο νευραλγικός αυτός ρόλος της Λιβαδειάς στο κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι της Ρούμελη αποτέλεσε και τον πόλο έλξης για τη Φιλική Εταιρεία, η οποία ιδιαίτερα από το 1820 κατέστησε την πόλη επίκεντρο των δραστηριοτήτων της. Τη οργανωτική ευθύνη και λειτουργικότητα του δικτύου αυτού των Φιλικών είχε ο Αθανάσιος Ζαρείφης.

Στις 26 Οκτωβρίου 1820, μετά την καταδίωξη του Οδυσσέα Ανδρούτσου από τον Μπαμπά Πασά, το αρματολίκι της Λιβαδειάς ανέλαβε ο Αθανάσιος Διάκος, ο οποίος αμέσως άρχισε τις επαφές του με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη, προκειμένου να συντονίσουν από κοινού τις ενέργειες τους για τον ξεσηκωμό.

Στις 11 Μαρτίου 1821 επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη ο Σαλώνων Ησαΐας, ο οποίος συνάντησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ και Φιλικούς και συζήτησαν σχετικά με το χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Κέντρο όλων αυτών των ζημώσεων και επαφών έγινε το ιστορικό μοναστήρι του Οσίου Λουκά, η «Αγιά Σοφιά» της Ρούμελης.

Στις 24 Μαρτίου και ενώ στον Προφήτη Ηλία ο Πανουργιάς ετοιμαζόταν να σηκώσει το λάβαρο της Εθνεγερσίας, ο Αθανάσιος Διάκος έστελνε τον Βασίλη Μπούσγο στην Πάτρα, στον Ιωάννη Βλασσόπουλο, έτσι ώστε να συνεννοηθούν για τις επόμενες κινήσεις τους. Φθάνοντας το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου στο Γαλαξίδι πληροφορήθηκε τα επαναστατικά δρώμενα στο Μοριά και αποφάσισε να επιστρέψει μέσω Αράχωβας στη Λιβαδειά. Στο δρόμο του, στο χάνι του Ζεμενού, ο Μπούσγος συνάντησε ένα Τούρκο ταχυδρόμο μαζί με τον Αλβανό συνοδό του, οι οποίοι μετέφεραν από τα Σάλωνα στη Λιβαδειά την είδηση του ξεσηκωμού του Μοριά, γι’ αυτό αναγκάστηκε να τους σκοτώσει.

Με την άφιξη του Μπούσγου στις 26 Μαρτίου στη Λιβαδειά, ο βοεβόδας Χασάν αγάς πληροφορήθηκε το γεγονός της δολοφονίας του Τούρκου ταχυδρόμου στο Ζεμενό και ζήτησε εξηγήσεις από τον Αθανάσιο Διάκο. Ο αρχικαπετάνιος του αρματολικίου, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το πρωτοπαλίκαρο του, εξασφάλισε συνάμα -με ένα ευφυές τέχνασμα- μαι άδεια στρατολόγησης 5.000 χωρικών, επισείοντας στον Τούρκο αξιωματούχο τον κίνδυνο που διέτρεχε η πόλη από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Έτσι, τα πράγματα προσέλαβαν μια άλλη δυναμική και τα ξημερώματα της 27ης Μαρτίου, στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, έγινε η επίσημη έναρξη του Αγώνα από τον Ησαΐα Σαλώνων, ο οποίος ευλόγησε το λάβαρο του ξεσηκωμού και τον Αθανάσιο Διάκο να πρωτοστατεί στον επαναστατικό οργασμό των ημερών εκείνων.

Αγωνιστές από όλες τις γωνιές της Βοιωτίας συγκεντρώθηκαν στο μοναστήρι της Λυκούρεσης πάνω από την Κάπραινα, τη σημερινή Χαιρώνεια, και τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαρτίου οι επαναστάτες ξεκίνησαν για τη Λιβαδειά, όπου στρατοπέδευσαν στο λόφο του Προφήτη Ηλία,απέναντι από το μεσαιωνικό φρούριο της πόλης. Ακολούθησε η σκληρή μάχη της Λιβαδειάς, έξω από τα μεγάλα κονάκια των Τούρκων και γύρω από το φρούριο και τον πύργο της Ώρας, η οποία είχε αποτέλεσμα την απελευθέρωση της πόλης. την 1η Απριλίου 1821.

Το πρώτο αυτό κεφάλαιο της Εθνεγερσίας στη Λιβαδειά και ευρύτερα στο χώρο της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ολοκληρώθηκε με την εμπνευσμένη ομιλία του Αθανασίου Διάκου, ο οποίος επισήμανε την ανάγκη της αλληλεγγύης και της αυταπάρνησης για την επιτυχία του Αγώνα διατρανώνοντας το επαναστατικό πρόσταγμα του Ρήγα: «Κάλλιο ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!».

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Άμφισσα ή τα Σάλωνα (1200π.Χ.-…)

Η Άμφισσα είναι η πρωτεύουσα του νομού Φωκίδας και της επαρχίας Παρνασσίδας, με πληθυσμό 6.946 κατοίκους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του Ελαιώνα της Άμφισσας, δηλαδή του αρχαίου Κρισαίου Πεδίου, στους πρόποδες του όρους Έλατος της Γκιώνας, ενώ ανατολικά της βρίσκεται ο Παρνασσός. Η Άμφισσα είναι τοποθετημένη νότια της Λαμίας, βορειοδυτικά της Λιβαδειάς και των Δελφών, βορειοανατολικά της Ναυπάκτου και ανατολικά του Λιδωρικίου. Το επίνειό της είναι η Ιτέα. Διοικητικά η Άμφισσα είναι η έδρα του Δήμου Αμφίσσης, ο οποίος έχει πληθυσμό 9.248 κατοίκους και στον οποίο ανήκουν τα χωριά Αγία Ευθυμία, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Κωνσταντίνος, Δροσοχώρι, Ελαιώνας, Βίνιανη, Μοναστήρι, Προσήλιο και Σερνικάκι.

Παλιότερα, οι κάτοικοι της ασχολούνταν με επαγγέλματα όπως η βυρσοδεψεία, η κωδωνοποιΐα και η σχοινοποιΐα, για τα οποία η Άμφισσα ήταν γνωστή, ενώ σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι που ασχολούνται με αυτά. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της ασχολείται με την καλλιέργεια της ελιάς, αφού υπάρχει στην περιοχή τεράστια συνεχόμενη έκταση με ελιές, η οποία ονομάζεται «Ελαιώνας της Άμφισσας», όπου παράγονται οι «ελιές Αμφίσσης», και η οποία προστατεύεται ως μέρος του Δελφικού Τοπίου.

Η Άμφισσα
Η Άμφισσα

Το όνομα της Άμφισσας

Αναζητώντας την ιστορία της Άμφισσας, διαβάζουμε ότι οφείλει το όνομά της, κατά μια τουλάχιστον εκδοχή, στην Άμφισσα, που σύμφωνα με τη μυθολογία ήταν κόρη του Μάκαρος, γιου του Αιόλου, και ερωμένη του θεού Απόλλωνα και, κατά μια άλλη, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, στο ρήμα αμφιέννυμι, που σημαίνει περιβάλλω επειδή η πόλη περιβάλλεται από βουνά: «Άμφισσα ονομάσθη διά το όρεσιν περιέχεσθαι». Κατά τον 13ο αιώνα η πόλη γίνεται γνωστή με την ονομασία Σάλωνα ή Σάλονα, για την οποία υπάρχουν επίσης δύο εκδοχές: είτε πρόκειται για παραφθορά της λέξης Σαλονίκη (Θεσσαλονίκη) και δόθηκε στην Άμφισσα από τον Φράγκο βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο Μομφερρατικό, ο οποίος την κατέλαβε, είτε προέρχεται από τη λέξη σάλος που σημαίνει τράνταγμα, εξαιτίας των πολλών σεισμών που συνέβαιναν στην περιοχή. Η πρώτη εκδοχή είναι ευρύτερα αποδεκτή, ενώ να σημειώσουμε ότι η πόλη ξαναπήρε το όνομα Άμφισσα μόλις το 1833.

Η Άμφισσα στην αρχαιότητα

Η ιστορία της Αμφισσας ξεκινάει από την αρχαιότητα, αφού κατοικούνταν από τους πανάρχαιους χρόνους όπως μαρτυρούν τα «Κυκλώπεια Τείχη» της Ακρόπολής της, αλλά και η αναφορά του Παυσανία σε δύο αξιομνημόνευτους τάφους που υπήρχαν στην πόλη, της Αμφισσας και του Ανδραίμονος που ήταν γιος του βασιλέα των Αιτωλών και ήρωα του Τρωικού Πολέμου, Θόαντος. Η Άμφισσα αποτελούσε μεγάλη πόλη-κράτος και πρωτεύουσα των Εσπερίων ή Οζολών Λοκρών. Ο Ηρόδοτος την αναφέρει ως «ύπερθεν του Κρισαίου πεδίου», ενώ σύμφωνα με τον Παυσανία είχε πληθυσμό 70.000 κατοίκους το 180 π.Χ.
Το 338 π.Χ. η Αμφισσα καταστράφηκε από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, ο οποίος έχοντας κληθεί από τους Αμφικτύονες κατά τον Γ΄ Ιερό Πόλεμο την κατέσκαψε εκ θεμελίων και γκρέμισε την ακρόπολή της, ως τιμωρία επειδή οι Αμφισσαίοι είχαν καλλιεργήσει κτήματα του Κρισαίου Πεδίου που ανήκαν στο Αμφικτυονικό Συνέδριο.

Η πόλη ανοικοδομήθηκε και αποτέλεσε μέρος της Αιτωλικής Συμπολιτείας και μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της. Κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. η Άμφισσα γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή της, κόβοντας δικά της νομίσματα, ενώ διέθετε Βουλή και Εκκλησία του Δήμου. Έτσι, σύμφωνα με το δόγμα της Ρωμαϊκής Συγκλήτου, αποτέλεσε την πρωτεύουσα της Οζολίας Λοκρίδας. Το 190 π.Χ. ο Ρωμαίος ύπατος Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίωνας απέτυχε να εκπορθήσει την πόλη, ενώ την περίοδο 174-160 π.Χ. γνώρισε μεγάλες καταστροφές από τον πόλεμο μεταξύ των φιλορωμαίων Αιτωλών και των εθνικιστών, και πολλά κτίριά της πυρπολήθηκαν. Το 27 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος, σε ανάμνηση της νίκης του στο Άκτιο, ίδρυσε τη Νικόπολη, αλλά πολλοί Αιτωλοί δεν υπάκουσαν στη διαταγή του να εποικίσουν τη νέα πόλη και προτίμησαν να μετοικήσουν στην Άμφισσα, όπως τους υπαγόρευαν αρχαιότατοι συγγενικοί δεσμοί. Τότε, η Άμφισσα απέκτησε πολύ μεγάλο πληθυσμό και έγινε μία από τις πλέον ακμάζουσες πόλεις της Ελλάδας των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών χρόνων, ακμή που κράτησε για τουλάχιστον δύο αιώνες.

Στη Βυζαντινή περίοδο οι πληροφορίες για την Άμφισσα προέρχονται κυρίως από το «Χρονικό του Γαλαξιδίου», το οποίο γράφτηκε από τον Ιερομόναχο Ευθύμιο και βρέθηκε από τον Κωνσταντίνο Σάθα, ο οποίος το επεξεργάστηκε και το δημοσίευσε. Η Άμφισσα δέχθηκε επίθεση από τις ορδές των Βούλγαρων του Σαμουήλ, στα τέλη του 10ου αιώνα, οι οποίοι την κατέλαβαν και σκότωσαν πολλούς από τους κατοίκους της μετά την ήττα τους στο Γαλαξίδι. Το 1054 η πόλη υπέφερε από πανούκλα.

Η Άμφισσα στο Μεσαίωνα

Στις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η περίοδος της Λατινοκρατίας στην Ελλάδα και η πόλη κυριεύθηκε από τον Βασιλιά της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Οι Φράγκοι μετονόμασαν την Άμφισσα σε La Sole και στα ελληνικά Σάλωνα, ιδρύοντας την Κομητεία των Σαλώνων. Πρώτος κόμης των Σαλώνων ορίστηκε ο Θωμάς Α΄ ντ’Ωτρεμενκούρ (1204 – 1210), ο οποίος έχτισε το πανίσχυρο Κάστρο των Σαλώνων πάνω στα θεμέλια της αρχαίας ακρόπολης της Άμφισσας, ενώ το 1210 η πόλη και ολόκληρη η περιοχή περιήλθε προσωρινά στον Δεσπότη της Ηπείρου, Μιχαήλ Α΄ Κομνηνού Δούκα, μέχρι το 1212, όταν η περιοχή ανακαταλήφθηκε από τους Φράγκους. Η Αυθεντία των Σαλώνων τέθηκε αρχικά υπό την επικυριαρχία του Πριγκηπάτου της Αχαΐας και από το 1278 εμφανίζεται ως υποτελής στο Δουκάτο των Αθηνών.

Το 1311, η Αυθεντία των Σαλώνων καταλήφθηκε από τους Καταλανούς, περνώντας το 1318 στα χέρια της οικογένειας Φαδρίκ, οπότε και προήχθη σε Κομητεία. Το Μάιο του 1380, καταλήφθηκε από την Εταιρεία των Ναβαρραίων για μικρό διάστημα, ενώ μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου Φαδρίκ το 1382 και μέχρι το 1394 την εξουσία άσκησε η συζυγός του και βυζαντινή κόμισσα Ελένη Ασανίνα Καντακουζηνή. Το 1397 η κομητεία πέρασε στα χέρια του Τούρκου σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄, μετά από πρόσκληση του δεσπότη Σεραφείμ προς τους Τούρκους να έρθουν να καταλάβουν τα Σάλωνα και να γλιτώσουν τους κατοίκους από τον Φράγκο δυνάστη, Κόντο. Το 1402 περίπου περιήλθε στον Δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο, ο οποίος δεν είχε τη δύναμη να την κρατήσει και έτσι την πούλησε στους Ιωαννίτες Ιππότες. Κατά την περίοδο της Καταλανοκρατίας, η κομητεία διοικείτο με βάση την καταλανική νομοθεσία, είχε κατά πάσα πιθανότητα επιβληθεί στα Σάλωνα η καταλανική ως επίσημη γλώσσα, ενώ πριν το 1327 στην κομητεία των Σαλώνων είχε προσαρτηθεί το Λιδωρίκι και η Βιτρινίτσα, η οποία μάλλον λειτουργούσε ως αυτόνομο φέουδο. Το 1410 περιήλθε οριστικά στους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1580 έγινε στην περιοχή φοβερός σεισμός που κατέστρεψε πολλά σπίτια στα Σάλωνα και τα γύρω χωριά. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, θα γίνουν διάφορες εξεγέρσεις στην περιοχή της Παρνασσίδας, με κυριότερη αυτή του 1687, όταν ο Επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος και ο αρματολός Κούρμας θα ελευθερώσουν την περιοχή από τους Τούρκους, μέχρι το 1698 και την Συνθήκη του Κάρλοβιτς.

Το Κάστρο της Άμφισσας

Η Άμφισσα

Το «Κάστρο των Σαλώνων» ονομάστηκε «Κάστρο της Ωριάς» την περίοδο που η Άμφισσα βρισκόταν υπό καταλανική διοίκηση, όταν κυβερνούσε την πόλη για λογαριασμό της χήρας του τελευταίου Καταλανού κόμη, Ελένης Κατακουζηνής, ένας Φράγκος ιερέας, με την ονομασία Στράτος, τυραννικός και φιλοχρήματος. To 1394 άρπαξε την όμορφη ανιψιά του Επισκόπου Σεραφείμ, Αρετή και τη φυλάκισε στο κάστρο. Ο Σεραφείμ τότε κάλεσε τους Τούρκους να έρθουν σε βοήθεια. Όταν πληροφορήθηκε ο παπά-Στράτος ότι οι Τούρκοι έρχονται με πρόσκληση του επισκόπου, σκότωσε την Αρετή πετώντας την από το κάστρο. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, όταν οι Τούρκοι πήραν το κάστρο, τον 15ο αιώνα, η βασιλοπούλα Μαρία Φαντρίκ αυτοκτόνησε πέφτοντας από τα βράχια του κάστρου για να γλιτώσει. Έτσι δημιουργήθηκε ο θρύλος του «Κάστρου της Ωριάς». Δεν είναι ξεκάθαρο τελικά αν η «Ωριά» ήταν η ανιψιά του δεσπότη Αρετή ή η βασιλοπούλα Μαρία.

Η πρώτη ελεύθερη πόλη της Ρούμελης

Η περιοχή των Σαλώνων είχε μεγάλη συνεισφορά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με την ανάδειξη αγωνιστών όπως ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Πανουργιάς, ο Γιάννης Γκούρας, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο Δυοβουνιώτης, ο Τράκας, ο Γκούρας, ο Μητρόπουλος και άλλοι, ενώ ήταν η πρώτη πόλη της Ρούμελης που επαναστάτησε και καταλήφθηκε από τον Πανουργιά στις 27 Μαρτίου 1821. Ανήμερα το Πάσχα, στις 10 Απριλίου 1821, το Κάστρο των Σαλώνων αλώθηκε από τους Έλληνες και έγινε το πρώτο κάστρο το οποίο επανήλθε σε ελληνικά χέρια, εξοντώνοντας τους 600 έγκλειστους Τούρκους και παίρνοντας ταυτόχρονα τα όπλα τους. Το 1825 οι Τούρκοι ανακατέλαβαν ξανά τα Σάλωνα, για μερικούς μήνες. Τη δεύτερη φορά, κράτησαν την πόλη μέχρι το 1829, οπότε την παρέδωσαν στον Δημήτριο Υψηλάντη. Μετά την απελευθέρωση, τα Σάλωνα έγιναν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας με την ίδρυση του Αρείου Πάγου των Σαλώνων, όπου ψηφίστηκε το Σύνταγμα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η πόλη ξαναπήρε επίσημα το αρχαίο όνομα Άμφισσα, το 1833. Έχοντας επίσημα ξαναπάρει το όνομα Αμφισσα, η πόλη προοδεύει και τα οθωμανικά κτίρια, μεταξύ των οποίων και έξι τζαμιά, κατεδαφίζονται, όμως ο σεισμός του 1870 γκρεμίζει πολλά παλιά κτίρια στην πόλη.

Η Άμφισσα στην Κατοχή

Στα χρόνια της Κατοχής από τους Ιταλούς και Γερμανούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη και η γύρω περιοχή δοκιμάστηκε άσχημα και υπήρξαν καταστροφές (κάψιμο χωριών, εκτελέσεις) σε γειτονικά χωριά (Αγία Ευθυμία, Βουνιχώρα, Σεγδίτσα κ.λπ.). Από την άλλη, στα γύρω βουνά έδρασε οργανωμένο αντάρτικο, το οποίο είχε και νικηφόρες μάχες εναντίον των κατακτητών. Η πόλη, επίσης, δοκιμάστηκε και στον εμφύλιο πόλεμο με πολλές απώλειες για τους κατοίκους της.

Πηγή: http://www.odigostoupoliti.eu/amfissa-h-filoxeni-protevousa-tis-fokidas/

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άμφισσα

Πηγή: http://www.mixanitouxronou.gr/ti-schesi-echi-to-kastro-tis-amfissas-me-tin-saloniki-ta-salona-ine-to-proto-elliniko-kastro-pou-eleftherothike-apo-tous-tourkous-to-pascha-tou-1821/