Η Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919)

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών είναι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε επίσημα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην Αντάντ (Entente) και την Γερμανική Αυτοκρατορία.

Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών
Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών

Η υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη των Βερσαλλιών υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρωσία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις των «Δέκα Μεγάλων», που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις, οπότε έμειναν μόνο οι «Τέσσερις Μεγάλοι». Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους «Τρεις Μεγάλους»: ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντσαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόυντ Τζωρτζ (Lloyd George), ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (Georges Clemenceau) και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο (Vittorio Orlando) διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».

Οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Μόνο τρία από τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον πραγματοποιήθηκαν, αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον Κλεμανσώ, τον Λόυντ Τζωρτζ και τον Ορλάντο σε μερικά σημεία για να επιτύχει την έγκρισή τους, προκειμένου να ιδρυθεί το δέκατο τέταρτο σημείο, η Κοινωνία των Εθνών. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ ήταν αυτός που διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση σε βάρος της Γερμανίας, καθώς μεγάλο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Αυτή η συνθήκη θεωρήθηκε υπέρμετρα αυστηρή καθώς έριχνε όλο το βάρος της ευθύνης στους ώμους της Γερμανίας. Η Γερμανία έχασε τα παρακάτω εδάφη:

  • Αλσατία-Λωραίνη (Alsace-Lorraine). Η Γερμανία είχε κερδίσει αυτά τα εδάφη σύμφωνα με την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φεβρουαρίου 1871, και με τη συνθήκη της Φρανκφούρτης στις 10 Μαΐου 1871.
  • Βόρειο Σλέσβιγκ (γερμ.Schleswig), περιλαμβανομένων των γερμανικών πόλεων Τόντερν (Tondern), Απενράντε (Apenrade), Ζόντερμπουργκ (Sonderburg), Χάντερσλέμπεν (Hadersleben) και Λύγκουμ (Lügum) στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν (γερμ. Schleswig-Holstein). Ενσωματώθηκαν στην Δανία.
  • Οι πρωσικές επαρχίες του Πόζεν (Posen, σήμ. Πόζναν) και της Δυτικής Πρωσίας, που είχαν προσαρτηθεί με τον Διαμερισμό της Πολωνίας  (1772-1795), αποδόθηκαν στην νεοδημιουργηθείσα  Πολωνία. Τα εδάφη είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον αυτόχθονα πολωνικό πληθυσμό κατά τη Μεγάλη Εξέγερση της Πολωνίας του 1918-9.

Η Δυτική Πρωσία αποδόθηκε στην Πολωνία για να έχει διέξοδο στη θάλασσα, παρότι η περιοχή είχε σημαντικό γερμανικό πληθυσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Πολωνικός Διάδρομος ή Διάδρομος του Ντάντσιχ και η Ανατολική Πρωσία αποκόπηκε από την υπόλοιπη Γερμανία, όντας έτσι θύλακας της Γερμανίας.

  • Η περιοχή Χλουτσίνσκο Χούλτσιν της Άνω Σιλεσίας παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία 
  • Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας στην Πολωνία
  • Οι γερμανικές πόλεις Όιπεν (Eupen) και Μαλμεντύ (Malmedy) με τις γύρω περιοχές παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο.
  • Η περιοχή του Ζόλνταου (Soldau) της Ανατολικής Πρωσίας στην Πολωνία
  • Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας με την πόλη Μέμελ (στα γερμανικά η περιοχή ονομάζεται Μέμελλαντ, γερμ. Memelland) πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ αργότερα έγινε τμήμα της Λιθουανίας.
  • Η Βάρμια (Warmia) και η Μαζουρία (Masuria) αποδόθηκαν στην Πολωνία.
  • Η περιοχή του Σάαρ πέρασε υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών για 15 χρόνια, στη συνέχεια θα ακολουθούσε δημοψήφισμα, με το οποίο οι κάτοικοι θα επέλεγαν αν η περιοχή θα αποδιδόταν στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Για αυτό το διάστημα η Γαλλία είχε δικαίωμα να εξορύσσει τον άνθρακα.
  • Το λιμάνι του Ντάντσιχ (γερμ. Danzig, πολ. Gdańsk), με το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική δημιούργησε την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών.

Οι γερμανικές αποικίες περιήλθαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών: η Γερμανική Ανατολική Αφρική στη Βρετανία, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στη Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, η Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, τα νησιά Μάρσαλ και τα νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.

Η Γερμανία έχασε το ένα όγδοο των εδαφών της, και περισσότερους από 5.000.000 Γερμανούς κατοίκους.

Επίσης, στη Συνθήκη περιλαμβανόταν ο όρος ότι η Γερμανία αναγνωρίζει και σέβεται την ανεξαρτησία της Αυστρίας.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών και οι γερμανικές υποχρεώσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 156 οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ (Shandong) της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία αντί να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι εξοργίστηκαν με αυτήν την διάταξη και πραγματοποίησαν διαδηλώσεις, ενώ δημιουργήθηκε το λεγόμενο  κίνημα της 4ης Μαρτίου, που συνέβαλε στην άρνηση της Κίνας να υπογράψει την συνθήκη. Η Κίνα ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1919 και υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία το 1921. Πέρα από τις εδαφικές παραχωρήσεις, η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε επίσης τα εξής:

  • Οι Γερμανοί έχασαν τα προνόμια και τα εμπορικά τους δικαιώματα στην Κίνα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
  • Αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και του νησιού Ελιγολάνδη (Heligoland).
  • Ο γερμανικός στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες χωρίς υποβρύχια και εναέριες δυνάμεις, ενώ απαγορευόταν η χρήση βαρέος πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων καθώς και χημικών όπλων. Απαγορευόταν, επίσης, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών εκτοπίσματος άνω των 10.000 κόρων.
  • Τα εμπορικά πλοία εκτοπίσματος άνω των 1600 τόνων, το 1/4 του αλιευτικού στόλου, το 1/5 των ποταμόπλοιων κατασχέθηκαν.
  • Υποχρεώθηκε επίσης να εφοδιάζει την Γαλλία με 140 εκατομμύρια τόνους άνθρακα ετησίως, το Βέλγιο με 80 εκ. τόνους, την Ιταλία 77 εκ. τόνους.
  • Υποχρεώθηκε να ναυπηγήσει για τα επόμενα 5 χρόνια, για λογαριασμό των Συμμάχων της Αντάντ, εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 200.000 τόνων ετησίως.
  • Στρατιωτική κατοχή από τους Συμμάχους της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντς και του Μάιντς από τον Ιανουάριο του 1920.
  • Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρη. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη.
  • Ο Κανονισμός της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ενσωματωμένος στην συνθήκη.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Συνθήκη των Βερσαλλιών

Please follow and like us:
error0

Ο Ρασπούτιν (1869-1916)

Ο Ρασπούτιν (πλήρες όνομα Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν, Григо́рий Ефи́мович Распу́тин, (21 Ιανουαρίου 1869 – 30 Δεκεμβρίου 1916) ήταν Ρώσος μυστικιστής, ο οποίος άσκησε τεράστια επίδραση στο τελευταίο ρωσικό αυτοκρατορικό ζεύγος, του τσάρου  Νικολάου Β’ και της Τσαρίνας Αλεξάνδρας.

Ο Ρασπούτιν γεννήθηκε στο Ποκρόφσκογε της επαρχίας Τομπόλσκ, και από τις επικρατέστερες ημερομηνίες γέννησής του είναι η 21η Ιανουαρίου 1869. Δολοφονήθηκε στο Πέτρογκραντ στις 30 Δεκεμβρίου του 1916.

Ο Ρασπούτιν
Ο Ρασπούτιν

Τα πρώτα χρόνια του Ρασπούτιν

Ο Ρασπούτιν ήταν γιος χωρικών από τη Σιβηρία και παρόλο που πήγε σχολείο, παρέμεινε αμόρφωτος σε σημείο που δεν ήξερε ούτε να γράφει.
Οι πνευματικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν σε ηλικία 18 ετών σε μοναστήρι, όπου μυήθηκε στη διδασκαλία των «Μαστιγουμένων», μίας αίρεσης, τα μέλη της οποίας ονομάζονταν επίσης και πειθαρχούμενοι,  κουκουλοφόροι ή δερόμενοι και οι οποίοι μαστιγώνονταν για λόγους μετανοίας ή εξιλέωσης. Διαστρεβλώνοντας τα κηρύγματα της αίρεσης αυτής, ο Ρασπούτιν διατύπωσε δικό του δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική εξάντληση ήταν το καλύτερο μέσο για να φθάσει ο πιστός στην κατάσταση της «θείας αταραξίας», ώστε να βρεθεί πιο κοντά στον Θεό.

Έφυγε από το μοναστήρι πριν γίνει μοναχός και επέστρεψε στο χωριό του, όπου παντρεύτηκε το 1889 και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Τελικά, όμως, εγκατέλειψε το σπίτι και την οικογένειά του το 1901 για να γίνει προσκυνητής και πέρασε μεγάλο διάστημα περιπλανώμενος φτάνοντας μέχρι το Άγιο Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Στο διάστημα αυτό, ζούσε από τις δωρεές των χωρικών ως αναχωρητής . Στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από τη στιγμή που έφυγε από το Ποκρόφσκογε, κατάφερε να γίνει γνωστός για τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του δυνάμεις, αλλά και για τη σκανδαλώδη σεξουαλική του συμπεριφορά.

Ο Ρασπούτιν και η άρχουσα τάξη

To 1903, ο Ρασπούτιν παρέα με τη φήμη για τις υποτιθέμενες υπερφυσικές ικανότητές του, έφτασε στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί, χάρη σε μια μανία που είχε καταλάβει την υψηλή κοινωνία για τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό, κατάφερε να αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές σε αριστοκρατικούς κύκλους.

Η πρώτη επαφή του Ρασπούτιν με το αυτοκρατορικό ζεύγος ήταν το φθινόπωρο του 1905, όταν στη Ρωσία διαδραματίζονταν τα γεγονότα της γνωστής εξέγερσης ενάντια στη μοναρχία. Εκτός όμως από τα γεγονότα αυτά, την αυτοκρατορική οικογένεια είχε κλονίσει και η ανακάλυψη ότι ο Αλεξέι Νικολάγεβιτς, ο διάδοχος του θρόνου, ήταν αιμοφιλικός. Ο Ρασπούτιν, κατόρθωσε με αποστάγματα και γιατροσόφια δικής του εφεύρεσης να απαλύνει το πρόβλημα των αιμορραγιών του αγοριού και με το περιστατικό αυτό άρχισε μια δεκαετία κυριαρχίας του στις υποθέσεις της τσαρικής οικογένειας και του κράτους, αφού είχε φροντίσει να πείσει το ανήσυχο ζεύγος ότι η ζωή του παιδιού εξαρτιόταν από τον ίδιο.

Ο έκλυτος βίος του Ρασπούτιν

Ζώντας στην Πετρούπολη και κηρύσσοντας ότι η σωματική επαφή μαζί του είχε εξαγνιστικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, κατάφερε να αποπλανήσει πολλές γυναίκες και, ενώ οι αναφορές για τη διαγωγή του έφταναν στον τσάρο Νικόλαο, εκείνος δεν τις πίστευε, ενώ τιμωρούσε με πολιτικούς διωγμούς εκείνους που τις μετέφεραν.

Μέχρι το 1911 η συμπεριφορά του Ρασπούτιν είχε πάρει διαστάσεις σκανδάλου και οι ερωτικές ιστορίες για τον ακόλαστο αυτό «καλόγερο» ήταν στα χείλη όλων. Τελικά, ύστερα από πιέσεις, ο τσάρος εξόρισε τον ευνοούμενό του, αλλά κάτω από την επιμονή της τσαρίνας Αλεξάνδρας αναγκάστηκε να ανακαλέσει την απόφασή του λίγους μήνες αργότερα, καθώς δεν ήταν διατεθειμένος να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του γιου του ή να δυσαρεστήσει την σύζυγό του, που ήταν φανατικά πιστή του Ρασπούτιν, επειδή της έλεγε πως ήταν «αγία» και πως την βλέπει στα όνειρά του με φωτοστέφανο.

Η δύναμη του τυχοδιώκτη χωρικού έφτασε στο απόγειό της μετά το 1915, όταν ο Νικόλαος έφυγε για το μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τσάρος Νικόλαος ανέλαβε προσωπικά την ηγεσία του στρατού επειδή ο Ρασπούτιν ισχυρίστηκε ότι είδε σε όραμα, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα χανόταν ο πόλεμος. Με την απουσία του Νικολάου, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα διαδραμάτισε έναν πιο ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση και έτσι ο Ρασπούτιν κατάφερε να ασκεί σημαντική επιρροή διορίζοντας και παύοντας το προσωπικό του κράτους κατά τις επιθυμίες του. Η δύναμη αυτή τον έκανε να παραφέρεται και να αναγκάζει νομάρχες, υπουργούς και διευθυντές να εξευτελίζονται κολακεύοντας τον ευνοούμενο της τσαρίνας. Ο ίδιος ο Ρασπούτιν, αν άλλαζε γνώμη για την ικανότητα κάποιου στελέχους, έπειθε την Αλεξάνδρα να τον διώξει, λέγοντας απλά ότι «μπήκε ο διάβολος μέσα του» και κολακεύοντας ταυτόχρονα τη δική της αφέλεια λέγοντας ότι «βλέπει τον Χριστό να στέκει στο πλάι της».

Η πρώτη απόπειρα δολοφονίας του

Η αυξανόμενη υστερία για τον Ρασπούτιν είχε έλθει σε μια εποχή πολέμου, όπου οι ήττες του στρατού και οι στερήσεις βάραιναν πολύ στη συνείδηση όλων ώστε να μην ανέχονται πλέον τη δύναμη ενός ημι-αναλφάβητου αγρότη στην εξουσία. Παράλληλα, οι άνθρωποι που γνώριζαν από κοντά τη συμπεριφορά του έκριναν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τη χώρα. Ακολούθησαν έτσι κάποιες απόπειρες δολοφονίας του Ρασπούτιν, που όμως απέτυχαν. Σύμφωνα με το βιβλίο του Greg King «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Ρασπούτιν» (The Man Who Killed Rasputin), στις 29 Ιουνίου του 1914 όταν εκείνος είχε επισκεφτεί τη γυναίκα και τα παιδιά του στη γενέτειρά του, στη Σιβηρία, του επιτέθηκε με μαχαίρι μία πρώην πόρνη, η Χιονία Γκούσεβα, που είχε γίνει μαθήτρια του μοναχού Ηλιοδώρου. Ο Ηλιόδωρος ήταν κάποτε φίλος του Ρασπούτιν, αλλά τον είχε σιχαθεί λόγω της συμπεριφοράς του προς την βασιλική οικογένεια, την οποία χρησιμοποιούσε μεν, αλλά μιλούσε άσχημα γι’ αυτήν. Ο Ηλιόδωρος είχε σχηματίσει μια ομάδα από γυναίκες, τις οποίες είχε βλάψει ο Ρασπούτιν, με σκοπό να τον δυσφημίσει ή και να τον σκοτώσει. Η Γκούσεβα μαχαίρωσε τον Ρασπούτιν στην κοιλιά, κι όταν είδε τα σπλάχνα του να ξεπροβάλλουν φώναξε «σκότωσα τον αντίχριστο!». Όμως ο Ρασπούτιν χειρουργήθηκε και επέζησε. Η κόρη του Μαρία σημειώνει ότι μετά από αυτή την επέμβαση δεν ήταν πια ο ίδιος. Συχνά κουραζόταν εύκολα και έπαιρνε όπιο κατά του πόνου. Επίσης, δεν μπορούσε πλέον να μετακινηθεί πουθενά χωρίς την προσωπική του φρουρά.

Το τέλος του Ρασπούτιν

Εναντίον του Ρασπούτιν οργανώθηκε συνωμοσία, στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα του συγγενικού περιβάλλοντος του Τσάρου, με σκοπό να τερματιστούν τα απανωτά πλήγματα που δεχόταν η μοναρχία σε μια τόσο ταραγμένη εποχή, την οποία τελικά θα ακολουθούσε η περίφημη Ρωσική επανάσταση. Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Δεκεμβρίου 1916, ο σύζυγος της ανιψιάς του Τσάρου, Γιουσούποφ, προσκάλεσε τον Ρασπούτιν στο σπίτι του και του προσέφερε δηλητηριασμένο κρασί και γλυκό.

Το τέλος του Ρασπούτιν όμως ήταν εξίσου επεισοδιακό με τη ζωή του. Ενώ ήπιε το δηλητηριασμένο κρασί, ζητά δεύτερο ποτήρι, τρώει και τα γλυκά, όμως δεν δείχνει κανένα ίχνος αδιαθεσίας. Υπάρχει η θεωρία ότι η ζάχαρη εξουδετέρωσε την επίδραση του δηλητηρίου. Έτσι, ο Γιουσούποφ τον πλησιάζει και του ρίχνει μια σφαίρα στην καρδιά. Ο Ρασπούτιν όμως καταφέρνει να συρθεί φωνάζοντας μέχρι την αυλή, όπου τον προφταίνουν και του αδειάζουν ολόκληρο γεμιστήρα επάνω του. Κατόπιν, πήραν το σώμα του, το τύλιξαν μέσα σ’ ένα χοντρό ύφασμα, του έδεσαν ένα βαρίδι και το φόρτωσαν σε ένα αμάξι για να το ρίξουν στο παγωμένο ποτάμι. Καθώς το ξεφόρτωναν όμως, διαπίστωσαν ότι το σώμα του ακόμα κινείτο και την επόμενη μέρα όλη η Ρωσία γνωρίζει ότι ο Ρασπούτιν δεν έπαψε ν’ ανασαίνει παρά μόνο μετά το ρίξιμό του στον ποταμό. Αυτό ήταν αρκετό ώστε τα λαϊκά αναγνώσματα να δημιουργήσουν ένα θρύλο γύρω από τον Ρασπούτιν, κάνοντας τους χωρικούς να φοβούνται το στοιχειωμένο πνεύμα του.

Υπάρχει ακόμα αναφορά ότι, καθώς έκαιγαν τη σωρό του στην πυρά, πολλοί μάρτυρες τον είδαν να «ανακάθεται» μέσα από τις φλόγες, γεγονός που ενίσχυσε το μύθο που είχε δημιουργηθεί γύρω από το πρόσωπό του. Οι επιστήμονες λένε πως αυτό το συμβάν οφείλεται στο ότι δεν προετοίμασαν τη σορό πριν την αποτέφρωση, διαδικασία που περιλαμβάνει το σπάσιμο των συνδέσμων των οστών. Έτσι, από την υπερβολική θερμότητα αυτοί συσπώνται και λυγίζουν και το αποτέλεσμα ήταν η ψευδαίσθηση ότι το πτώμα ανακάθισε στην πυρά!

Κινήσεις για την αποκατάστασή του

Για κάποιους Ρώσους, ο Ρασπούτιν παρέμεινε σύμβολο των αγροτικών τάξεων, και μέχρι σήμερα θέλουν να πιστεύουν ότι αυτά που λέγονταν εναντίον του ήταν απλώς φήμες. Μετά την κατάρρευση του  κομμουνισμού το 1993, κάποιοι Ρώσοι εθνικιστές προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη φήμη του, ενώ μερικοί πρότειναν έως και την αγιοποίησή του. Όμως, νέα στοιχεία, που προέρχονταν από τις σημειώσεις αυτών που παρακολουθούσαν επί πληρωμή το σπίτι του Ρασπούτιν, και κατέγραφαν πότε έφευγε, πότε επέστρεφε και ποιοι τον επισκέπτονταν, ανέτρεψαν τους ισχυρισμούς περί αγιότητας. Σχολιάζοντας το αίτημα αγιοποίησής του, ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος είπε το 2003:«Αυτό είναι τρέλα! Ποιος θα ήθελε να παραμείνει σε μια εκκλησία που τιμά το ίδιο τους δολοφόνους με τους μάρτυρες, τους ακόλαστους με τους αγίους;»

Όμως, βιβλία που εκδόθηκαν το 1919 ισχυρίζονται ότι οι πηγές από ανθρώπους που παρακολουθούσαν τον Ρασπούτιν είναι αμφισβητήσιμες, καθώς εκείνοι μπορεί να έγραφαν αυτά που ζητούσαν εκείνοι που τους πλήρωναν. Πάντως, η ενασχόληση του κόσμου με τον Ρασπούτιν δεν έχει σταματήσει.

Παιδιά του Ρασπούτιν

Η θεωρούμενη και μοναδική του κόρη, Μαρία, πέθανε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1977 σε προάστιο του Λος Άντζελες.

https://el.wikipedia.org/wiki/Γκριγκόρι_Ρασπούτιν

Please follow and like us:
error0

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831)

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Καποδίστρια

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία
Ο Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 10 Φεβρουαρίου του 1776 και ήταν το έκτο παιδί του Αντωνίου – Μαρία Καποδίστρια, δικηγόρου στο επάγγελμα, και της Διαμαντίνας Γονέμη, κόρης αριστοκρατικής οικογένειας με καταγωγή από την Κύπρο. Καταγόταν από παλιά κερκυραϊκή οικογένεια και συγκεκριμένα από τους Καποδίστρια της Συνοικίας των Τειχών (de la contrada delle mura). Η καταγωγή των Καποδίστρια ήταν από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής (Capo d’Istria), ενώ κατ’ άλλους από τη Βενετία. Το αρχικό της όνομα ήταν Βιττόρι, ενώ πρώτος ονομάστηκε Καποδίστριας ο Βίκτωρ Βιττόρι που κατέφυγε το 1373 στην Κέρκυρα για πολιτικούς λόγους. Το 1477 η οικογένεια αναφέρεται στην Χρυσή Βίβλο (Libro d’oro) των ευγενών της νήσου, ως καθολική.  Όλοι οι απόγονοι των Νικολάου και Αντωνίου Καποδίστρια είχαν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του κόμη, τίτλος που τους είχε απονείμει ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, δούκας της Σαβοΐας, το 1689. Η αναγνώριση του τίτλου από τη Δημοκρατία της Βενετίας πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1796. Η οικογένεια Γονέμη ήταν γραμμένη στη Χρυσή Βίβλο από το 1606. Ανάδοχός του ήταν ο Κώστας Αδάμης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φοίτησε στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης, όπου έμαθε Λατινικά, Ιταλικά και Γαλλικά και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βενετία. Την περίοδο 1795–1797 σπούδασε Ιατρική στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα και μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε αμέσως στην Κέρκυρα όπου άσκησε το ιατρικό επάγγελμα αφιλοκερδώς. Στο ίδιο πανεπιστήμιο σπούδασε επίσης Νομική και Φιλοσοφία. Στις 12 Απριλίου 1799 διορίστηκε, από τον ναύαρχο Καντίρ, διευθυντής του οθωμανικού νοσοκομείου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ιόνιος Πολιτεία

Η πρώτη ανάμειξή του Ιωάννη Καποδίστρια με την πολιτική σκηνή της Ιονίου Πολιτείας πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1801, όταν και κλήθηκε να αντικαταστήσει τον πατέρα του, Αντώνιο – Μαρία Καποδίστρια, στην αποστολή που είχε αναλάβει μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο για την αποκατάσταση της τάξης στην Κεφαλονιά. Στις 27 Απριλίου 1801 αποβιβάστηκε μαζί με τον Σιγούρο στην Κεφαλονιά και με την ιδιότητα των αυτοκρατορικών επιτρόπων έπαυσαν τις τοπικές αρχές αναλαμβάνοντας οι ίδιοι προσωπικά την διοίκησή του νησιού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, και αφού είχε αποκατασταθεί πλήρως η τάξη, επέστρεψαν στην Κέρκυρα. Έναν χρόνο αργότερα συμμετέχει στην ίδρυση του Εθνικού Ιατρικού Συλλόγου, του οποίου διετέλεσε γραμματέας, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους κλήθηκε να μεταβεί, για άλλη μια φορά, στην Κεφαλονιά προκειμένου να αποκαταστήσει την ομαλότητα.

Τον Απρίλιο του 1803 αναλαμβάνει την θέση του γραμματέα του κράτους στο τμήμα εξωτερικών υποθέσεων έχοντας ως αρμοδιότητα την αλληλογραφία με τους επιτετραμμένους της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Στις 24 Νοεμβρίου εκφώνησε εκ μέρους της Γερουσίας τον επικήδειο του Σπυρίδωνος Γεωργίου Θεοτόκη, προέδρου της Επτανησιακής Γερουσίας. Τον Μάρτιο του 1804 τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου 6ου βαθμού από τον Τσάρο Αλέξανδρο. Τον Μάιο του 1805, ύστερα από πρόταση του Ρώσου πληρεξούσιου, η Γερουσία εξέλεξε δεκαμελή επιτροπή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προκειμένου να συντάξει έκθεση με τις διατάξεις του συντάγματος που θα έπρεπε να αναθεωρηθούν. Η έκθεση παραδόθηκε τον επόμενο χρόνο και οι μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Τον Μάιο του 1806 έληξε η θητεία του ως γραμματέα του κράτους και τον επόμενο μήνα ανέλαβε τη διεύθυνση της δημόσιας σχολής της Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί με δική του πρωτοβουλία.

Στις εκλογές του 1806 ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη όγδοος σε ψήφους στην Κέρκυρα. Ο Καποδίστριας διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Ρώσο πληρεξούσιο Γεώργιο Δ. Μοτσενίγο, του οποίου ήταν προστατευόμενος. Εξελέγη γραμματέας της Γερουσίας και στη συνέχεια γραμματέας και εισηγητής της επιτροπής που θα συνέτασσε το σχέδιο του νέου συντάγματος. Από τη θέση αυτή ήρθε σε διαφωνία με τον Ρώσο πληρεξούσιο, καθώς οι αλλαγές που πρότεινε ο πρώτος ήταν κατά πολύ πιο φιλελεύθερες σε σχέση με αυτές της ρωσικής αυλής. Παρ’ όλα αυτά και μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε ο Καποδίστριας εισηγήθηκε στη γερουσία την ψήφιση του συντάγματος με το επιχείρημα ότι κανένα άλλο σύνταγμα δεν είχε εγκριθεί και ότι μόνο αυτό που είχε προτείνει ο Μοτσενίγος θα τύγχανε έγκρισης από τη ρωσική αυλή.

Στις 2 Ιουνίου 1807 η γερουσία τον διόρισε έκτακτο επίτροπο στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) με ουσιαστικό σκοπό την άμυνα του νησιού από τους Οθωμανούς. Ουσιαστικά βρισκόταν υπό τις διαταγές του Ρώσου στρατηγού, ανήκε δηλαδή στη ρωσική υπηρεσία. Μαζί με τον Καποδίστρια έφτασαν 300 Ρώσοι στρατιώτες, καθώς και ο μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος. Υπό την προστασία των Ρώσων ο Ιωάννης Καποδίστριας συνεργάστηκε με τους αρματολούς, οργανώνοντας μάλιστα και την περίφημη μυστική συνέλευση των κλεφτοαρματολών όπου συμμετείχαν όλοι οι οπλαρχηγοί που είχαν καταφύγει στη Λευκάδα (Βαρνακιώτης, Μπουκουβάλας, Μπότσαρης). Στη συνέλευση αυτή, ο Καποδίστριας αναγνώρισε τον Αντώνη Κατσαντώνη ως γενικό αρχηγό των κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα. Όμως η συνθήκη του Τιλσίτ που συνομολογήθηκε μεταξύ Ρώσων και Γάλλων επανέφερε το παλαιό καθεστώς, με αποτέλεσμα ο Καποδίστριας να ανακληθεί πίσω στην Κέρκυρα και οι Έλληνες οπλαρχηγοί να απομονωθούν, παρά τις ρητές οδηγίες του προς τη Γερουσία με τις οποίες συμβούλευε το σώμα να κρατήσει ανεκτική στάση απέναντι στους κλέφτες, έτσι ώστε οι τελευταίοι αφενός να φθείρουν τα στρατεύματα του Αλή Πασά και αφετέρου να τον κρατούν μακριά από τη Λευκάδα.

Αν και ο Γάλλος στρατηγός Μπερτιέ (Berthier) του προσέφερε αξιώματα, ο Ιωάννης Καποδίστριας αρνήθηκε να τα δεχτεί προσμένοντας κάποια καλύτερη πρόταση από τη Ρωσία, με τους αξιωματούχους της οποίας διατηρούσε άριστες σχέσεις.

Διπλωματική σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια

Η πρόταση που περίμενε από τη Ρωσία ήρθε τον Μάιο του 1808, όταν ο κόμης Νικόλαος Πέτροβιτς Ρουμιάντσεφ, επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, του έστειλε επιστολή με την οποία, αφού του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του ιππότη Β’ Τάξεως του τάγματος της Αγίας Άννας, τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έφτασε τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Τελικώς ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως κρατικός σύμβουλος. Αφού παρέμεινε για δύο χρόνια στην Αγία Πετρούπολη, διορίστηκε στις 20 Αυγούστου 1811 ακόλουθος στην πρεσβεία της Βιέννης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1812. Επόμενος σταθμός στην πορεία του ήταν το Βουκουρέστι, όπου διορίστηκε ως αξιωματούχος με πολιτικά καθήκοντα στη στρατιά του Δούναβη. Εκεί συνδέθηκε με τον ναύαρχο Τσιτσαγκώφ, του οποίου έγινε σύμβουλος και διευθυντής του διπλωματικού του γραφείου. Για τις υπηρεσίες του αυτές τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου εν ενεργεία. Την ίδια εποχή ο ναύαρχος Τσιτσαγκώφ αντικαταστάθηκε λόγω δυσμένειας από τον στρατηγό Μπάρκλει ντε Τόλλυ (Barclay de Tolly) χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει τον Καποδίστρια, στον οποίο απονεμήθηκε το παράσημο Γ’ Τάξεως του Αγίου Βλαδίμηρου. Τον Οκτώβριο του 1813 παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο με τον Μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας.

Η άνοδος του Καποδίστρια στη ρωσική αυτοκρατορική Αυλή επιβεβαιώθηκε με τον διορισμό του πρώτου από τον Τσάρο Αλέξανδρο ως μυστικού απεσταλμένου στην Ελβετία με σκοπό να προσεταιριστεί την φιλικά προσκείμενη προς την Γαλλία κυβέρνηση. Εκτός από τον Καποδίστρια, διορίστηκε και ο βαρόνος Λεμπτσέλτερν (Lebzeltern), εκ μέρους της αυστριακής πλευράς, καθώς η αποστολή ήταν κοινή. Παρόλα αυτά οι σκοποί δεν ήταν ακριβώς ίδιοι, καθώς οι Ρώσοι ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της Ελβετίας, ενώ οι Αυστριακοί να εγκαθιδρύσουν φίλα προσκείμενη κυβέρνηση και να εξασφαλίσουν άδεια διέλευσης των αυστριακών στρατευμάτων από την ελβετική επικράτεια. Ο Λεμπτσέλτερν εργάστηκε μυστικά υπό τις οδηγίες του Μέτερνιχ προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στις 20 Δεκεμβρίου 1813 κάλεσε τον Καποδίστρια και του ζήτησε να υπογράψει διακοίνωση, με την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα θα επιτρεπόταν να εισέλθουν στην ελβετική επικράτεια μέχρι να εξασφαλίσουν τα εδάφη που η Γαλλία είχε αποσπάσει από την Ελβετία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος ότι η διακοίνωση ήταν έργο της αυστριακής κυβέρνησης, αρνήθηκε να την υπογράψει, αλλά λίγο αργότερα άλλαξε γνώμη. Αφού την υπέγραψε εκ μέρους της ρωσικής πλευράς, αποχώρησε για τη Βάδη, όπου βρισκόταν το στρατηγείο του Τσάρου. Ο τελευταίος περίμενε ότι ο Καποδίστριας δεν θα είχε υπογράψει τη διακοίνωση. Εξεπλάγη, όμως, όταν ο νεαρός διπλωμάτης του ανέφερε ότι έπραξε το αντίθετο. Σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η ανακοίνωση της διακοίνωσης και η εισβολή του αυστριακού στρατού στην Ελβετία, θα είχαν ως αποτέλεσμα τον διχασμό των κατοίκων και παράλληλα να παρουσιαστούν οι Αυστριακοί ως υποκινητές πραξικοπήματος. Συνέστησε μάλιστα στον Τσάρο να ζητήσει την αποκήρυξη της διακοίνωσης, μιας και οι Αυστριακοί δε θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υπογραφή του μυστικού πράκτορά τους, πράγμα το οποίο και έγινε. Το αποτέλεσμα των διπλωματικών κινήσεων του Καποδίστρια ήταν οι Αυστριακοί να χάσουν κάθε έρεισμα στην Ελβετία, η οποία εξασφάλισε την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της.

Οι διπλωματικές εξελίξεις στη Ζυρίχη συνεχίζονταν χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αφού τα ομόσπονδα κράτη της Ελβετίας διαφωνούσαν μεταξύ τους. Ο Τσάρος Αλέξανδρος διόρισε τον Καποδίστρια έκτακτο απεσταλμένο του και πληρεξούσιο υπουργό για την Ελβετία. Από τη θέση αυτή έφτιαξε το ελβετικό Σύνταγμα και συνεισέφερε με προσωπικά προσχέδια στο ελβετικό πολιτειακό σύστημα το οποίο προέβλεπε αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας. Συγκεκριμένα, απέστειλε υπόμνημα προς τον πρόεδρο της Δίαιτας (βουλής) με τα βασικά στοιχεία που θα έπρεπε να περιέχει το Σύνταγμα. Πράγματι, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το υπόμνημα ακολουθήθηκε. Η συμμετοχή της Γενεύης στο νέο αυτό κρατίδιο ήταν καθαρά δική του πρωτοβουλία. Ανέλαβε και έφτιαξε δηλαδή ένα νέο ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα που ένωσε επιτυχώς τα διάφορα καντόνια. Θεωρείται πάντα ο πρώτος επίτιμος πολίτης της Ελβετίας καθώς με δικά του χρήματα σπούδασαν 300 Ελληνόπουλα στην Ευρώπη αλλά και ο ένας εκ των δυο δολοφόνων του σπούδασε με χρήματά του.

Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι προκειμένου να συνομιλήσει με τον Τσάρο για το θέμα των Επτανήσων, δίχως όμως να λάβει κάποια διαβεβαίωση. Κατά την παραμονή του παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό β΄ τάξεως, του Αγίου Βλαδίμηρου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο της Βιέννης, συνέδριο σταθμός για την ευρωπαϊκή ιστορία, στο οποίο συμμετείχε ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας. Στα τέλη του 1814 διορίστηκε αντιπρόσωπος της Ρωσίας στις επίσημες συνεδριάσεις της Επιτροπής των Πέντε, ενώ τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Λεοπόλδου και τον Μεγαλόσταυρο του Ερυθρού Αετού, από τον βασιλιά της Αυστροουγγαρίας και της Πρωσίας αντίστοιχα. Η παρουσία του Καποδίστρια στη Βιέννη πρέπει να θεωρείται καταλυτική, καθώς με τις συμβουλές του επηρέαζε αποφασιστικά τον Τσάρο. Κατά τον ιππότη φον Γκεντς, σύμβουλο του Μέτερνιχ, η τελική πράξη του συνεδρίου που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815 ήταν δημιούργημα του Καποδίστρια και του ιδίου.

Το 1815 ίδρυσε τη Φιλόμουσο εταιρεία μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Άνθιμο Γαζή, τον Στούρτζα κ.α. Σκοπός της εταιρείας ήταν να βοηθήσει νεαρούς Έλληνες να σπουδάσουν. Τα μέλη της ήταν με το πλευρό των Ρώσων γι΄ αυτό και η αυστριακή αστυνομία παρακολουθούσε τις δραστηριότητές της. Με την είσοδο των συμμαχικών δυνάμεων στο Παρίσι μετά τη μάχη του Βατερλώ, ο Καποδίστριας ανέλαβε την εκπροσώπηση της Ρωσίας στην ομώνυμη συνδιάσκεψη, όπου προσπάθησε να επιβάλει τις ρωσικές απόψεις, επιτυγχάνοντας την ακεραιότητα της Γαλλίας και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Με δική του παρέμβαση πέτυχε η Ιόνιος Πολιτεία να αποκτήσει τα βασικά χαρακτηριστικά κράτους δηλαδή σύνταγμα, ένοπλες δυνάμεις, εκλεγμένη κυβέρνηση και σημαία. Η συνθήκη της 5ης Νοεμβρίου 1815 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του Καποδίστρια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Τσάρος Αλέξανδρος

Μετά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων, ο Τσάρος διόρισε τον Καποδίστρια γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων. Ήδη από το 1814 ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να αφήσει κενή τη θέση του υπουργού Εξωτερικών και να χειριστεί μόνος του την εξωτερική πολιτική, διορίζοντας όμως ως γραμματέα του επί των Εξωτερικών Υποθέσεων τον Νέσελροντ. Τον επόμενο χρόνο (1815) διόρισε και δεύτερο γραμματέα, αυτή τη φορά τον Καποδίστρια, ο οποίος του απάντησε «Μεγαλειότατε, δέχομαι ευχαρίστως το υψηλό αυτό αξίωμα με έναν όρο. Να μην γίνω υπήκοος αλλά υπάλληλός σας». Ο Νέσελροντ είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια από καιρό, οπότε ουσιαστικός διαχειριστής των εξωτερικών υποθέσεων ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος συμβούλευε τον Τσάρο για όλα τα θέματα. Ως γραμματέας πλέον επί των εξωτερικών, ο Καποδίστριας συμμετείχε στο συνέδριο του Άαχεν και στη διάσκεψη του Κάρλσμπαντ. Μετά το τέλος των διπλωματικών του υποχρεώσεων ζήτησε και έλαβε άδεια για να ταξιδέψει στην πατρίδα του, την Κέρκυρα. Μετά από παραμονή δύο μηνών αναχώρησε για την Ιταλία και στη συνέχεια για το Λονδίνο, όπου έτυχε ψυχρής υποδοχής. Στις συζητήσεις του με τους Άγγλους αξιωματούχους σχετικά με το ζήτημα των Ιονίων νήσων δε βρήκε ανταπόκριση με αποτέλεσμα να αποχωρήσει άπρακτος για την Αγία Πετρούπολη.

Το 1820 και 1821 συμμετείχε στα συνέδρια του Τροππάου και του Λάιμπαχ. Στα δύο αυτά συνέδρια ο Τσάρος Αλέξανδρος, επηρεασμένος από τον Μέτερνιχ, ακολούθησε την πολιτική της Αυστρίας παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον Καποδίστρια. Στο συνέδριο του Λάιμπαχ ήρθε η είδηση για την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Ο Υψηλάντης μάλιστα απέστειλε επιστολή στον Τσάρο ζητώντας του τη βοήθειά του. Η απάντηση του Τσάρου ήταν η επίσημη καταδίκη της Επανάστασης, η απόταξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και η άδεια εισόδου του οθωμανικού στρατού στις Ηγεμονίες, μέτρα που στον Υψηλάντη ειδικά ανακοινώθηκαν με επιστολή γραμμένη και υπογεγραμμένη από τον Καποδίστρια. Παρ’ όλα αυτά, ο Καποδίστριας μυστικά πίεζε τον Τσάρο να ταχθεί υπέρ των Ελλήνων. Στο δε συνέδριο έδωσε πραγματική μάχη για να μην αποσταλεί βοήθεια προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι ξένες δυνάμεις να κρατήσουν αυστηρή ουδετερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο κινήσεων εξηγείται και το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη στον Σουλτάνο ύστερα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τις σφαγές των Ελλήνων. Η διαφωνία μεταξύ Τσάρου και Καποδίστρια δεν άργησε να εκδηλωθεί. Ο δεύτερος υποστήριζε την ανάληψη μονομερούς ενέργειας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ο πρώτος ενδιαφερόταν μόνο για τη στάση του Λονδίνου. Από τα τέλη του 1821 ο Καποδίστριας είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια και στις αρχές του 1822 ο Τσάρος αποφάσισε να αφαιρέσει τη διαχείριση του ανατολικού ζητήματος από τον Καποδίστρια. Το Φεβρουάριο του 1822 ο Τσάρος απέστειλε στη Βιέννη, εν αγνοία του Καποδίστρια, τον Τατίτσεφ με εντολές να εξουσιοδοτήσει τον Μέτερνιχ να διαπραγματευθεί για λογαριασμό της Ρωσίας με την Υψηλή Πύλη. Λίγες μέρες πριν ο Αυστριακός πρεσβευτής είχε παραπονεθεί στον Τσάρο ότι ο Καποδίστριας επίτηδες συκοφαντούσε τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας στον Τσάρο προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του σχετικά με το ανατολικό ζήτημα.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Επανάσταση

Ο παραγκωνισμός του στην αυλή από τον Νέσελροντ και η συνεχής διαφωνία του με τον Τσάρο τον ανάγκασαν να ζητήσει ιδιαίτερη ακρόαση από τον τελευταίο. Σε αυτή του ανακοίνωσε τη διαφωνία του σχετικά με τη νέα εξωτερική πολιτική. Απότοκος της συζήτησης αυτής ήταν η παραχώρηση άδειας για λόγους υγείας στον Καποδίστρια. Ο Τσάρος απέφυγε να τον απομακρύνει από την θέση του υπουργού Εξωτερικών για να μη γίνει γνωστή η διαφωνία τους. Στις 19 Αυγούστου 1822 αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη, αφού πρώτα παραιτήθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση, και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, προκειμένου να βοηθήσει την Ελληνική Επανάσταση. Εκεί συναναστρεφόταν με τον γνωστό τραπεζίτη Εϋνάρδο και έκανε τα πάντα για την επαναστατημένη Ελλάδα ενισχύοντας τον φιλελληνισμό. Παράλληλα, πραγματοποιούσε επαφές με διακεκριμένες προσωπικότητες, όπως τον Στράτφορντ Κάνινγκ (Stratford Canning), ξάδελφο του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Γεώργιου Κάνινγκ και πρεσβευτή της στην Κωνσταντινούπολη κ.α.

Ο Καποδίστριας ανήκε, τουλάχιστον τυπικά και επισήμως, σ’ εκείνους που πίστευαν ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα, δεν είχαν ωριμάσει δηλαδή οι συνθήκες, για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Όπως αφηγείται ο ίδιος, το 1818, οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Πανταζόγλου «προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα ρωσσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον». Η απάντησή του ήταν ότι από την ημέρα της ελευθερίας «η κοινή ημών πατρίς ευρίσκεται ακόμη μακράν». Η άρνησή του προς τον Γαλάτη ν’ αναλάβει την αρχή της Φιλικής Εταιρείας μπορεί ν’ αποδοθεί στο ότι το άτομο εκείνο δεν του ενέπνευσε καμιάν εμπιστοσύνη και στο υπόμνημά του ο ίδιος χαρακτηρίζει τον Γαλάτη «τυχοδιώκτη». Αλλά και προς τον Ξάνθο η ίδια άρνηση και τα ίδια περίπου λόγια : ν’ αποτραπούν «διά παντός τρόπου οι Έλληνες από των ολεθρίων τούτων βουλευμάτων». Προσπάθησε τέλος να συγκρατήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, λέγοντάς του τη γνώμη του για τους Εταιριστές : «ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον … ελεεινοί … αφαιρούντες νυν το χρήμα των αφελών ψυχών … προφυλαχθήτε από τοιούτους άνδρας». Κι όταν ο Υψηλάντης προχώρησε στην κήρυξη της Επανάστασης, ο Ιωάννης Καποδίστριας τον κατηγόρησε ότι με τις «ανόητες προκηρύξεις του» ενίσχυε τις κατηγορίες περί ιακωβινισμού που εκτοξεύονταν από Μέτερνιχ και άλλους. Βέβαια, όταν πια δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής, «ηγωνίσθη εκ παντός τρόπου να πείση τον αυτοκράτορα [Αλέξανδρο] εις άμεσον πολεμικήν παρέμβασιν».

Ο Ιωάννης Καποδίστριας Κυβερνήτης της Ελλάδας

Την ιδέα να κληθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδας την είχε διατυπώσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην από 27-10-1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης επίσης υπέγραψε πρόσκληση του Καποδίστρια το 1822 και ο Πετρόμπεης το 1824. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1827, στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε Κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο Κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το Σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως θα αναθεωρείτο από τη Συνέλευση. Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα διαδραμάτισε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχηγός του Αγγλικού κόμματος τότε, αν και αρχικά ήταν κατά της εκλογής του. Άλλαξε όμως γνώμη στη συνέχεια και ήταν αυτός που υφήρπασε την έγκριση του Άγγλου μοιράρχου Χάμιλτον, που είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Στράτφορντ Κάνινγκ. Παρά ταύτα η εκλογή του θεωρήθηκε ως ήττα της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας. Και είναι γεγονός ότι μεταξύ Καποδίστρια και Αγγλίας υπήρχε αμοιβαία δυσπιστία.

Πριν δεχθεί την πρόταση που του έγινε, ο Ιωάννης Καποδίστριας επισκέφθηκε την Πετρούπολη προκειμένου να αποδεσμευθεί επισήμως από την υπηρεσία του Τσάρου. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Λονδίνο, όπου έφτασε σε ατυχή συγκυρία, δεδομένου ότι την επομένη της άφιξής του κηδευόταν ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Η υποδοχή που του έγινε εκεί ήταν τουλάχιστον ψυχρή. Ύστερα από σύντομη παραμονή στο Παρίσι, όπου έγινε θερμά δεκτός, αναχώρησε για την Αγκώνα, όπου έφτασε στις 8 Νοεμβρίου. Εκεί θα τον παρελάμβανε αγγλικό πλοίο να τον μεταφέρει στην Ελλάδα. Παρέμεινε όμως εκεί για 49 μέρες και κατόπιν το πλοίο που τον παρέλαβε στις 26 Δεκεμβρίου, αντί να τον μεταφέρει στην Κέρκυρα να προσκυνήσει τους τάφους των προγόνων του και κατόπιν στην Ελλάδα, κατά παράβαση της συμφωνίας του με τους Άγγλους, τον μετέφερε στην Μάλτα, όπου συναντήθηκε με τον ναύαρχο Κόδριγκτον για να τον ενημερώσει για τις διαθέσεις της πολιτικής της Αγγλίας, που στο μεταξύ, μετά τον θάνατο του Κάνιγκ, είχε μετατοπιστεί σε λιγότερο φιλελληνικές θέσεις. Ο Κόδριγκτον του είπε χαρακτηριστικά πως ενδιαφέρεται μόνο για τα συμφέροντα της χώρας του.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας απέπλευσε επιτέλους από τη Μάλτα για την Ελλάδα στις 14 Ιανουαρίου, με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Warspite 74, με συνοδεία δύο ακόμη πολεμικών πλοίων, ενός γαλλικού κι ενός ρωσικού. Αυτή η ιδιότυπη συμπεριφορά (πολιτικό καθαρτήριο) των Άγγλων απέναντι στον κυβερνήτη της Ελλάδας σκοπό είχε να καταστήσει σαφές ότι η Αγγλία δεν θα δεχόταν καμία προσπάθεια του Καποδίστρια για επέκταση των συνόρων του νεοπαγούς κράτους και θα έπρεπε να αρκεστεί σε αυτά που καθόριζε η Συνθήκη της 6ης Ιουλίου, δηλαδή αυτονομία και όχι ανεξαρτησία και σύνορα που καθόριζε η γραμμή Αχελώου-Μαλιακού, καθώς και να αποστασιοποιηθεί («αποστειρωθεί») από την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας ως πρώην υπουργός εξωτερικών αυτής.

Στις 18 Ιανουαρίου 1828, δέκα μήνες μετά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έφτασε στο Ναύπλιο, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Λίγο αργότερα αποφασίστηκε το Ναύπλιο να ξαναγίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

Η εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Το γραφείο και το κάθισμα του Ιωάννη Καποδίστρια όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Το γραφείο και το κάθισμα
του Ιωάννη Καποδίστρια

Στο εσωτερικό της χώρας ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, καθώς ο ίδιος υπήρξε θιασώτης του δόγματος της πεφωτισμένης δεσποτείας ήταν η αναστολή του Συντάγματος και η διάλυση της Βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της Βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η Κεντρική Γραμματεία, είδος υπουργικού συμβουλίου διοικούμενου από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Αρχικά είχε δεσμευθεί για τη διενέργεια εκλογών τον Απρίλιο του 1828, στη συνέχεια όμως προχώρησε στην αναβολή τους, λόγω της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στο εσωτερικό. Όταν αυτές διεξήχθησαν, διατυπώθηκαν βάσιμες κατηγορίες για νοθεία. Αν και κυβερνήτης, ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συνεργατών του, ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό από πληρεξούσιος και αναχώρησε για την Ύδρα. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε και για τη δημιουργία δικαστηρίων θεσπίζοντας και κώδικα πολιτικής δικονομίας.

Μία από τις πρώτες κινήσεις του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης. Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της Κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των μέχρι τότε τοπαρχών. Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το τουρκικό γρόσι. Όσον αφορά στην εκπαίδευση, κατασκεύασε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, καθώς και το Ορφανοτροφείο Αίγινας, σε μια προσπάθεια να οργανώσει το σχεδόν ανύπαρκτο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ίδρυσε όμως πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία). Μερίμνησε επίσης για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, όπου έστειλε τον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα.

Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (διευθυντής της οποίας ανέλαβε ο Θανάσης Βάγιας) και ενθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας, για την οποία είχαν ήδη γίνει κάποιες ενέργειες τα προηγούμενα χρόνια.

Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η οποία όμως απέτυχε είτε γιατί, κατά μία άποψη, το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτό θεσμό.

Αν και δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα, πραγματοποίησε διώξεις εναντίον του Τύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των εφημερίδων ΑνεξάρτητοςΗώς και Απόλλων, που είτε έκλεισαν λόγω αντικυβερνητικών θέσεων είτε οι εκδότες τους διώχθηκαν. Σφοδρή κριτική υπήρξε και για την τοποθέτηση των δύο αδελφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αρχιναυάρχου και αρχιστράτηγου αντίστοιχα. Κατά γενική ομολογία, και οι δύο θεωρούντο ακατάλληλοι για τις θέσεις αυτές, ενώ κάποιοι ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του κυβερνήτη.

Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε τον Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των Συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ (Sax-Coburg), ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια. Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα εκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Καποδίστριας λόγω της ισχνής οικονομικής κατάστασης του κράτους επιχείρησε να συνάψει δάνειο με τράπεζες του εξωτερικού, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε λόγω των αντιδράσεων της Μεγάλης Βρετανίας. Παρόλα αυτά η Ρωσία και η Γαλλία ανέλαβαν να ενισχύσουν οικονομικά την Ελλάδα, ενώ ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε ο Τσάρος, αποστέλλοντας 3.750.000 γαλλικά φράγκα.

Ως κυβερνήτης ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους.

Αντιπολίτευση και δολοφονία

Η δολοφονία του Καποδίστρια (πίνακας του Διονύσιου Τσόκου)
Η δολοφονία του Καποδίστρια

Πέραν των πιεστικότατων οικονομικών, κοινωνικών και διπλωματικών προβλημάτων, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά εμπόδια στην πολιτική του για την οικοδόμηση του νεοπαγούς ελλαδικού κράτους: πρώτον την εχθρότητα Γαλλίας και Αγγλίας, τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των οποίων στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού κράτους έξω από τον έλεγχό τους ή, χειρότερα, υπό την επιρροή της Ρωσίας, δεύτερον, τους φατριασμούς και τα τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, Φαναριωτών και πλοιοκτητών, οι οποίοι και επεδίωκαν διατήρηση των προνομίων και συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Εν τέλει ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων προετοίμασε το έδαφος και οδήγησε στην πολιτική και φυσική εξόντωση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας στις 9 Οκτωβρίου 1831 (27 Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο).

Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Ιωάννης Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Ιωάννη Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέλφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούσαν για δεσποτισμό, καθώς δεν δεχόταν να παρουσιάσει συνταγματικό χάρτη, ενώ καθυστερούσε τη διενέργεια εθνοσυνέλευσης. Ο ίδιος, απαντώντας στις αιτιάσεις έκανε λόγο για άλλες προτεραιότητες, όπως η ίδρυση σχολείων (αλληλοδιδακτικά, τεχνικές σχολές) και διανομή καλλιεργήσιμων γαιών στους φτωχούς ακτήμονες. Με τον τρόπο αυτό (παιδεία και εξασφάλιση πόρων), πίστευε πως οι Έλληνες θα απαλλάσσονταν από τη δουλεία της εκμετάλλευσης των λίγων και θα καθίσταντο έτοιμοι να απολαύσουν πλήρη, πολιτικά δικαιώματα. Κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες. Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την άμεση καταβολή αυτών των αποζημιώσεων, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.

Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους, τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κωνσταντίνου Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Ιωάννη Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «μεγαλουργόν έγκλημα».Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι’ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πληροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους …». Και πρόσθετε ότι στην Ύδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν … και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον …».

Ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους …». Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι, πρίγκηπα Α. Σούτσο, επιστολή με την οποία διαμαρτύρεται με αγανάκτηση και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.

Ήδη από το προηγούμενο έτος, το 1830, είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους, και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδελφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας. Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο (δηλαδή στις 9 Οκτωβρίου 1831), έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν θανάσιμα τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Τον Ιωάννη Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του Γεώργιος Κοζώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο ετοιμοθάνατος κυβερνήτης μεταφέρθηκε από τον κόσμο σε παρακείμενο φαρμακείο, όπου εξέπνευσε. Προηγουμένως όμως, εξετάσθηκε επί τόπου από το γιατρό και προσωπικό φίλο του θανόντα Σπύρο Καρβελά, που συνέταξε τη σχετική έκθεση η οποία περιέχεται σε ιστορικό ντοκουμέντο. Σύμφωνα με αυτήν, ο θάνατος του Κυβερνήτη προήλθε από τραύματα στην ινιακή χώρα και στη δεξιά κοιλιακή χώρα. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί, ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.

Έχει υποστηριχθεί ότι καταλυτικό ρόλο στη δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παρέμενε, τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο του 2014, ακόμη απόρρητος. Στον σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη. Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η οικονομική κρίση, και η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες. Κατά τον Β. Κρεμμυδά, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της υπόθεσης, κύριο ρόλο έπαιξε η Γαλλία, ενώ ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι αναμίχθηκε η Βρετανία. Η τελευταία ενδεχομένως γνώριζε τη συνωμοσία αλλά δεν παρενέβη να την εμποδίσει. Κατά τον Κρεμμυδά, δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για ανάμιξη της Ύδρας στη συνωμοσία.

Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από την πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια, ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς: «Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν». Ο σύγχρονος με τα γεγονότα, ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, αναφέρει ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, δηλώνοντάς του: «Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας».

Ο Γάλλος πρέσβης παρέσχε άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη αρνήθηκε να τον παραδώσει, ζητώντας ένταλμα σύλληψης. Πάντως, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η στάση του πρέσβη της Αγγλίας ο οποίος, αμέσως μετά την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινή Διοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Αρκετά αργότερα, το 1840, ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: «Δεν μετράς καλά φιλόσοφε …. Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα …». Για τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν».

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τη θέση του κυβερνήτη ανέλαβε για κάποιο διάστημα ο αδελφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως πρόεδρος της προαναφερθείσας Διοικητικής Επιτροπής που διόρισε η Γερουσία. Τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια την μετέφερε ο αδελφός του στην Κέρκυρα, όπου και ενταφιάστηκε στη Μονή Πλατυτέρας.

Κριτική και τιμές για τον Ιωάννη Καποδίστρια

Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια στην οδό Πανεπιστημίου, φιλοτεχνημένο από τον Γεώργιο Μπονάνο
Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια
στην οδό Πανεπιστημίου

Σχετικά με την προσωπικότητα του Καποδίστρια έχουν εκφραστεί από τους ιστορικούς αντικρουόμενες απόψεις. Από τους παλαιότερους, ο κόμης Γκομπινώ τον συγκαταλέγει στους τρεις μεγαλύτερους διπλωμάτες της εποχής μαζί με τον Μέτερνιχ και τον Ταλλεϋράνδο, και ο Χέρτσμπεργκ αναφέρει ότι ήταν διπλωμάτης δεξιώτατος, ο Γιάννης Κορδάτος τον χαρακτηρίζει τυφλό όργανο των Ρώσων, ενώ ο Καρλ Μαρξ τον χαρακτηρίζει πολιτικά ανυπόληπτο. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, εκφράζεται μεν θετικά, δεν παραλείπει όμως να τον κατηγορήσει για την κατάλυση του Συντάγματος.

Από τους νεότερους ιστορικούς, ο Τάσος Βουρνάς εκφράζεται θετικά ως προς το έργο του Καποδίστρια, όπως και οι Παύλος Καρολίδης και Διονύσιος Κόκκινος, ένας από τους φανατικότερους υποστηρικτές του. Με την άποψη ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν εκτελεστικό όργανο των Ρώσων διαφωνεί και ο Ντάγκλας Ντέικιν. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης χαρακτηρίζει το έργο του αξιόλογο αλλά όχι αξιέπαινο. Σε γενικές γραμμές οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν σημαντικό το έργο του Καποδίστρια, χωρίς να παραλείπουν να αναφέρουν όμως την αυταρχικότητα με την οποία άσκησε την εξουσία. Η φιλοπατρία του μάλιστα αναγνωρίζεται από σχεδόν όλους τους ιστορικούς. Σχετικά με τη φιλοπατρία του, ο Τάκης Σταματόπουλος συμπεραίνει πώς «για να είμαστε δίκαιοι δεν μπορούμε να αρνηθούμε την αγαθή πρόθεσή του, την καταπληκτική και φιλότιμη εργατικότητά του να δημιουργήσει κράτος από το χάος».

Είχε τιμηθεί πλείστες φορές από τον Τσάρο Αλέξανδρο και είχε ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης του καντονιού Βω με πρωτεύουσα τη Λωζάνη. Σήμερα πολλοί δρόμοι και πλατείες φέρουν το όνομά του. Ο Κρατικός Αερολιμένας Κερκύρας ονομάζεται «Ιωάννης Καποδίστριας», ενώ από το 1911, κατόπιν επιθυμίας του ευεργέτη Ιωάννη Δόμπολη, το Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάστηκε σε «Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών» και στα Προπύλαια μάλιστα υπάρχει ανδριάντας του. Επίσης, η μορφή του Καποδίστρια απεικονίζεται στο κέρμα των 20 λεπτών (υπομονάδα του ευρώ) της ελληνικής έκδοσης, όπως και στο χαρτονόμισμα των 500 δραχμών (1983 – 2001). «Ιωάννης Καποδίστριας» (ή Σχέδιο Καποδίστρια) ονομάζεται και το πρόγραμμα σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Σημίτη. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της , παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί – Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ. Ανδριάντας υπάρχει επίσης στην κεντρική πλατεία της πόλης Κάπο ντ’ Ίστρια της Σλοβενίας.

Στο εξοχικό της οικογένειας Καποδίστρια, το οποίο δωρήθηκε από τη δισέγγονη του Γεωργίου Καποδίστρια, αδελφού του κυβερνήτη, Μαρία Δεσσύλα – Καποδίστρια, στη θέση Κουκουρίτσα της Κέρκυρας, λειτουργεί το Μουσείο Ιωάννη Καποδίστρια, όπου φυλάσσονται κειμήλια της οικογένειας και προσωπικά του αντικείμενα. Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Αθήνα, φιλοξενούνται επίσης προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη, καθώς και το γραφείο του

Επιπλέον, την 24η Φεβρουαρίου 2007, στην Κέρκυρα, οι Δήμοι Κερκυραίων, Αίγινας, Ναυπλίου (Ελλάδα), Αμμόχωστου (Κύπρος) και Koper-Capodistria (Σλοβενία) αποφάσισαν και συνέστησαν το Δίκτυο Πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας». Το παραπάνω δίκτυο συγκροτήθηκε από τις πόλεις – χώρες στις οποίες έζησε και έδρασε ο Ιωάννης Καποδίστριας και στόχος του είναι η προαγωγή της προσωπικότητας και του έργου του Κυβερνήτη τόσο σε τοπικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Καποδίστριας

Please follow and like us:
error0

Ο Λέων Τολστόι (1828-1910)

Ο Λέων Τολστόι (ρωσ. Лев Никола́евич Толсто́й, Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι) 9 Σεπτεμβρίου 1828 – 20 Νοεμβρίου 1910 (ή με το τότε ισχύον ημερολόγιο στη Ρωσία 28 Αυγούστου 1828 – 7 Νοεμβρίου 1910) ήταν Ρώσος συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών. Είναι γνωστός για τα έργα του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα», που συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών.

 Ο Λέων Τολστόι, Ρώσος συγγραφέας.
Ο Λέων Τολστόι

Ο Βίος του Λέοντα Τολστόι

Ο Λέων Τολστόι γεννήθηκε στη Γιάσναγια Πολιάνα (το οικογενειακό κτήμα 12 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Τούλα) το 1828  από αριστοκρατική οικογένεια. Ορφάνεψε, όμως, προτού κλείσει τα δέκα του χρόνια και από πατέρα και από μητέρα. Από το 1844 ως το 1847 σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Καζάν. Από το τέλος της δεκαετίας 1850-1860 ο Τολστόι εγκαταστάθηκε στη Γιάσναγια Πολλιάννα, άνοιξε σχολείο για τα αγροτόπαιδα και ίδρυσε το περιοδικό «Γιάσναγια Πολλιάννα». Προηγουμένως ταξίδεψε στη Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία και Γερμανία.

Έχοντας μεγάλα χρέη από τη χαρτοπαιξία, αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Ο Λέων Τολστόι πήρε μέρος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ως αξιωματικός του πυροβολικού και του απονεμήθηκαν πολλές ανώτερες διακρίσεις. Στον πόλεμο της Κριμαίας γνώρισε την ψυχή του Ρώσου στρατιώτη και τη φρίκη του πολέμου. Στη συνέχεια επιχείρησε δύο ταξίδια και γυρίζοντας στη Ρωσία, παντρεύτηκε (1862), έκανε οικογένεια κι έζησε ευτυχισμένος «σαν πατριάρχης», όπως έγραψε ο ίδιος. Με την κατά 16 χρόνια μικρότερη σύζυγό του Σοφία Μπερς απέκτησε 13 παιδιά. Την περίοδο εκείνη έγραψε τα δύο αριστουργήματά του «Πόλεμος και Ειρήνη» (1869), το οποίο ζωντανεύει τη Ναπολεόντεια εποχή και την «Άννα Καρένινα» (1877), ένα δυνατό ψυχογραφικό και οικογενειακό δράμα.

Ο Λέων Τολστόι είχε ανήσυχο πνεύμα

Η ανησυχία του, όμως, ταράζει και πάλι τη ζωή του. Είχε τύψεις που ζούσε μέσα στα πλούτη, ενώ τόσοι άλλοι δυστυχούν. Θέλει να τα αφήσει όλα, περιουσία, οικογένεια, δόξα και να ζήσει απλά, σύμφωνα με τις ιδέες του. Τότε γράφει τα έργα του με τα μεγάλα προβλήματα και τις υψηλές ηθικές αρχές της αγάπης, της καλοσύνης και της συμπόνοιας: «Πάτερ Σέργιος» (1898), «Σονάτα του Κρόιτσερ» (1889), «Κύριος και δούλος» (1895) και «Ανάσταση» (1899). Έγραψε, ακόμα, ένα δραματικό έργο, «Το κράτος του ζόφου» (1886) κι ένα θαυμάσιο μεγάλο διήγημα «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1866).

Το 1910 αποφασίζει να εγκαταλείψει τα «εγκόσμια», να τα αρνηθεί όλα και να ζήσει μία απλή ζωή μέσα στη φύση. Μα είναι πια 82 ετών και η υγεία του κλονίζεται. Στις 20 Νοεμβρίου (7 Νοεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) ο σπουδαίος ρώσος συγγραφέας, «ο γίγας της ρωσικής γης», όπως τον αποκαλούν, άφησε την τελευταία του πνοή στη σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Αστάκοβο της Ρωσίας.

Κριτική για τον Λέοντα Τολστόι

Η ζωή του Λέοντα Τολστόι χαρακτηρίστηκε από μεγάλες αντιθέσεις, καθώς τα πρώτα άσωτα χρόνια της αριστοκρατίας τα διαδέχτηκε η ριζοσπαστική μεταστροφή του προς την άρνηση του πλούτου, τη φιλανθρωπία και προς έναν ιδιόμορφο ειρηνιστικό και χριστιανικό αναρχισμό, που έτυχε θαυμασμού από προσωπικότητες όπως ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε όμως σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901.

Προσπάθησε να βρει το αληθινό νόημα του Χριστιανισμού, πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής δεν είναι να εξυπηρετεί την κατώτερη ζωική φύση, αλλά τη φωτεινή δύναμη, που βρίσκεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και η οποία βοηθάει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει το αγαθό. Εκτός όμως από αυτές τις αντιλήψεις, ο Τολστόι κατάφερε ν’ απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα. Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ως καλλιτέχνης ο Τολστόι διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των κρυφών πτυχών της ψυχής και την άμεση καθαρότητα του αισθήματος. Το έργο του είχε τεράστια σημασία και άσκησε γόνιμη επίδραση στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Εκδόσεις στα Ελληνικά

Μυθιστορήματα

  • ΟΙ ΚΟΖΑΚΟΙ (1863)
  • ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ (1864-1869)
  • ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ (1873-1877)
  • ΑΝΑΣΤΑΣΗ (1899)

Νουβέλες και διηγήματα

  • ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗΣ (1855)
  • (ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗ)
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ (γνωστό και με τον τίτλο ΚΑΤΙΑ) (1859)
  • ΠΟΛΙΚΟΥΣΚΑ (1863)
  • Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ (1886)
  • Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΚΡΟΪΤΣΕΡ (1889)
  • ΑΦΕΝΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (1895)
  • ΧΑΤΖΗ-ΜΟΥΡΑΤ (1904)
  • ΦΙΟΝΤΟΡ ΚΟΥΖΜΙΤΣ
  • ΠΑΤΗΡ ΣΕΡΓΙΟΣ (1911)
  • Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ (1911)
  • ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 1851-1863
  • ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 1884-1903
  • Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Θεατρικά

  • ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΖΟΦΟΥ (1887)
  • Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ
  • Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ
  • ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΠΤΩΜΑ (1900)

Αυτοβιογραφικά

  • ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ-ΕΦΗΒΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
  • ΜΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Διάφορα

  • ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ
  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ
  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ—Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ—ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ
  • ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΟΦΙΑΣ
  • ΠΟΣΗ ΓΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;
  • ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΧΡΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ;
  • ΓΙΑΤΙ;
  • ΑΠΟ ΤΙ ΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;
  • ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΗΜΙΤΕΣ:
  • ΑΛΜΠΕΡΤ-ΛΟΥΚΕΡΝΗ
  • Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ
  • ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/964

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λέων_Τολστόι

Please follow and like us:
error0

Η Αγία Όλγα της Ρωσίας (889-969)

Η  Αγία Όλγα
Αγία Όλγα, πρώτη αγία προερχόμενη από τους Ρως,

Η Αγία Όλγα (Ольга) είναι η πρώτη αγία προερχόμενη από τους Ρως, τους προγόνους των σημερινών Ρώσων και Ουκρανών. Γεννήθηκε στο Πσκοβ, μεταξύ 890 και 925 – η ακριβής ημερομηνία γέννησης είναι άγνωστη. Για το ακριβές έτος γέννησής της δεν είμαστε βέβαιοι. Το μεταγενέστερο Πρώτο Χρονικό την τοποθετεί το 879, όμως με βάση αυτή τη χρονολογία φαίνεται πως γέννησε το μοναχογιό της Σβιάτοσλαβ σε ηλικία άνω των 60 ετών! Πιθανότερο είναι να γεννήθηκε το 889. Ήταν κόρη βαράγγων ευγενών – το αυθεντικό σκανδιναβικό της όνομα ήταν Χέλγκα (Helga). Σε πολύ νεαρή ηλικία (~903) η Όλγα παντρεύτηκε το ρουρικίδα Ιγκόρ, μετέπειτα αρχηγό του Κράτους των Ρως, και εγκαταστάθηκε στο Κίεβο.

Διοίκηση

Ο σύζυγός της δολοφονήθηκε το 945 από τους Δρεβλιανούς κατά τη συλλογή φόρου υποτέλειας, με αποτέλεσμα ο θρόνος να περάσει στο μικρό γιο τους Σβιάτοσλαβ που ήταν ακόμη βρέφος. Έτσι η Όλγα ανέλαβε χρέη επιτρόπου μέχρι την ενηλικίωσή του, ασκώντας για σχεδόν δύο δεκαετίες την πραγματική εξουσία στο κράτους.

Πρώτο μέλημά της ήταν να λάβει εκδίκηση για το χαμό του άνδρα της, πράγμα που έπραξε με μεγάλη αγριότητα. Λέγεται ότι κατέσφαξε πολλούς Δρεβλιανούς και έκλεισε άλλους ζωντανούς μέσα σε πλοία, τα οποία κατόπιν βύθισε. Άλλοι εκτελέσθηκαν στην πυρά, ενώ τέλος μαρτυράται η εξής χαρακτηριστική ιστορία: Ενώ πολιορκούσε μια πόλη, υποσχέθηκε να αποχωρήσει εάν κάθε σπίτι τής χάριζε από ένα οικόσιτο περιστέρι για εξευμενισμό. Οι πολιορκημένοι την πίστεψαν και της παρέδωσαν τα δώρα, αλλά καθώς αποχωρούσε η Όλγα έβαλε φωτιά στα πόδια των περιστεριών. Αυτά τρομαγμένα γύρισαν ενστικτωδώς στις εστίες τους, βάζοντας φωτιά στις ξύλινες στέγες των σπιτιών. Έτσι κάηκε ολόκληρη η πόλη. Κάτι το οποίο δύσκολα αποδεικνύεται γιατί η Αγία Όλγα έζησε σε μια εποχή που δεν υπήρχε γραπτή καταγραφή και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την αλήθεια από το μύθο. Όμως το απάνθρωπο εθιμικό δίκαιο της εποχής της την απομάκρυνε σταδιακά από την ειδωλολατρεία και την οδήγησε στον Χριστιανισμό, στον οποίο κατηχήθηκε από τον Κιεβινό Χριστιανό Ιερέα Γρηγόριο.

Κυβερνώντας με σοφία και ευσπλαγχνία και επιδεικνύοντας συνάμα έναν ενεργητικό χαρακτήρα, η πριγκίπισσα κατόρθωσε να συγκεντρώσει την μέχρι τότε διάχυτη εξουσία και μπόρεσε να βάλει τέλος στις φονικές εισβολές των σλαβικών φύλων. Οργάνωσε το εμπόριο και ευνόησε τις ανταλλαγές με το Βυζάντιο με σκοπό να προσφέρει στο λαό της τα σπέρματα του πολιτισμού. Το 957 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου έγινε δεκτή με τιμές από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο, ο οποίος την τοποθέτησε μεταξύ των ανώτερων κυριών της αυλής του, όπου και φαίνεται πως έλαβε το Βάπτισμα από τον πατριάρχη Πολύευκτο με το όνομα Ελένη. Το 957 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου έγινε δεκτή με τιμές από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο, ο οποίος την τοποθέτησε μεταξύ των ανώτερων κυριών της αυλής του, όπου και φαίνεται πως έλαβε το Βάπτισμα από τον πατριάρχη Πολύευκτο με το όνομα Ελένη. Η Όλγα βαπτίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 957. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ο Πορφυρογέννητος ήταν ο ανάδοχός της και ο ίδιος έγραψε για την επίσκεψή της. Όπως αναφέρει, ο Πατριάρχης Πολύευκτος που την βάπτισε, της πρόσφερε τον Σταυρό της, σαν ευλογία γι’ αυτήν.

Η Αγία Όλγα θρησκευτική ηγέτης

Σε θρησκευτικό επίπεδο, η Όλγα ήταν ο πρώτος ηγέτης των Ρως που εγκατέλειψε τον παγανισμό για το χριστιανισμό. Η βάπτισή της έγινε το 955 μ.Χ. με μεγάλη επισημότητα στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε το χριστιανικό όνομα Ελένη από τη νονά της Ελένη Λεκαπηνή, σύζυγο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’. Μία άλλη επίσκεψή της στην Πόλη, δύο χρόνια αργότερα, περιγράφεται λεπτομερώς από τον Κωνσταντίνο στο σύγγραμμά του De Ceremoniis Aulae Byzantinae. Σλαβικές πηγές αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά της και την ζήτησε σε γάμο, φήμη όμως που αναιρείται τόσο από την ηλικία της όσο και από το γεγονός ότι ήδη ο Κωνσταντίνος ήταν παντρεμένος. Επιστρέφοντας στη Ρωσία περιέτρεξε τη χώρα κηρύσσοντας τον Χριστό και ίδρυσε την πόλη Πσκωφ, μετά από την εμφάνιση μιας τριπλής ακτίνας φωτός που κατέβαινε από τον ουρανό. Κατά την απουσία του γιου της Σβιατοσλάβ που μετείχε σε εκστρατείες, η αγία Όλγα ανέλαβε τη μόρφωση των τριών γιων του, Ιαροπόλκ, Όλεγκ και Βλαδίμηρο. Δεν κατάφερε όμως να τους βαπτίσει, εξαιτίας της αντίθεσης του πατέρα τους που παρέμενε αμετάπειστος ειδωλολάτρης. Το 969 αρρώστησε και προσπάθησε για τελευταία φορά να μεταστρέψει το μεγάλο ηγεμόνα, συνάντησε όμως την πείσμονα άρνησή του. Η αγία προείπε τότε την επικείμενη μεταστροφή της Ρωσίας στον Χριστιανισμό καθώς και το θλιβερό τέλος του γιου της, που δολοφονήθηκε τρία χρόνια αργότερα από τους Πετσενέγκους.

Τελευταία χρόνια

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, μετά την ενηλικίωση του Σβιάτοσλαβ και τη λήξη της επιτροπείας (965), τα πέρασε στο κάστρο του Βίσγκοροντ κοντά στο Κίεβο μαζί με τα εγγόνια της. Ένας από τους εγγονούς της, ο Βλαδίμηρος, θα γινόταν αργότερα ο ηγέτης των Ρως που εισήγαγε το χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Ταυτόχρονα η Όλγα ασκούσε την εσωτερική διοίκηση, αφού ο Σβιάτοσλαβ απουσίαζε διαρκώς σε μακροχρόνιες εκστρατείες. Ο θάνατος την βρήκε σε προχωρημένη ηλικία στις 11 Ιουλίου 969. Τα [άφθαρτα] λείψανά της μεταφέρθηκαν στο Κίεβο από τον άγιο Βλαδίμηρο, φυλάχθηκαν κρυμμένα κατά τις συχνές λεηλασίες της πόλης και δεν γνωρίζει κανείς που βρίσκονται σήμερα. Παρά τις προσπάθειες της ισαποστόλου πριγκίπισσας, η μεταστροφή της δεν είχε άμεσο αντίκτυπο στον λαό της. Προετοίμασε εντούτοις εκείνην του εγγονού της Βλαδίμηρου και έπαιξε το ρόλο της ζύμης για την ανάπτυξη του χριστιανικού βίου της Ρωσίας. Για τις προσπάθειές της να διαδώσει το χριστιανισμό στην επικράτεια των Ρως ανακηρύχθηκε αγία και ισαπόστολος από την ρωσική ορθόδοξη εκκλησία το 1587. Η μνήμη της εορτάζεται την ημερομηνία του θανάτου της (σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο), στις 11 Ιουλίου.

Πηγή: https://antexoume.wordpress.com/

Please follow and like us:
error0