Ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός (1877-1961)

Ο Άγιος Λουκάς, αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας (κατά κόσμον Βαλεντίν Φέλιξοβιτς Βόινο-Γιασενέτσκι, ρωσικά: Валентин Феликсович Войно-Ясенецкий‎), αναφερόμενος και ως Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, που αγιοκατατάχθηκε το Μάιο του 1996 από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν Ρώσος αρχιερέας και καθηγητής – χειρουργός.

Ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός
Ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός

Ο Βίος του Αγίου Λουκά

Ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς γεννήθηκε στις 27 Απριλίου 1877 στο Κερτς, στο ανατολικό ακραίο τμήμα της Κριμαίας. Ο πατέρας του, Φέλιξ Στανισλάβοβιτς Βόινο-Γιασενέτσκι (πολωνικά: Feliks Wojno-Jasieniecki‎), ήταν Πολωνός και καθολικός, ενώ η μητέρα του, Μαρία Δημήτριεβνα το γένος Κούντρινα (ρωσικά: Мария Дмитриевна Кудрина‎), ήταν Ορθόδοξη.

Από νεαρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τους πάσχοντες συνανθρώπους του. Αρχικά τον προσέλκυσε η δράση του κινήματος των Ναρόντνικων, στη συνέχεια όμως απομακρύνθηκε από αυτό και επέλεξε να σπουδάσει ιατρική, την εξάσκηση της οποίας είδε ως πεδίο κοινωνικής προσφοράς. Ξεκίνησε τις σπουδές του το 1898 στο Βασιλικό Πανεπιστήμιο του Αγίου Βλαδίμηρου στο Κίεβο.

Το 1920 εξελέγη καθηγητής της ανατομίας και χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Νυμφεύτηκε τη νοσοκόμα Άννα Βασιλίγιεβνα, με την οποία απέκτησαν 4 παιδιά. Σε ηλικία 38 ετών έχασε τη σύζυγό του από φυματίωση. Δεν ξαναπαντρεύτηκε και επισκεπτόταν τον τάφο της συχνά, όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες της ταραχώδους ζωής του. Εργαζόταν αδιάκοπα όλη τη διάρκεια της ημέρας επάνω στην επιστημονική του μελέτη, βαθιά προσηλωμένος στο όνειρό του: να σώζει ανελλιπώς ολοένα και περισσότερες ζωές, ανακουφίζοντας τον άνθρωπο από τον πόνο και το κακό. Στην προσπάθειά του αυτή πολλές φορές έφτανε στην υπερκόπωση, όμως δεν τα παράταγε, αφού αντλούσε δύναμη μέσα από την πολύωρη προσευχή και την του για τον Χριστό. Ο ίδιος υπέστη φοβερά μαρτύρια, φυλακίσεις, εξορίες και διωγμούς εξαιτίας της βαθιάς πίστης και ανυποχώρητης ομολογίας της ορθόδοξης πίστης του μπροστά σε δικαστήρια ή κρατικούς αξιωματούχους.

Το επιστημονικό έργο του

Ο Άγιος Λουκάς ως ιατρός δημοσίευσε σαράντα επιστημονικά έργα. Τα πρώτα 12 χρόνια της δραστηριότητάς του είχε ήδη δημοσιεύσει τα δεκαεννέα από τα σαράντα έργα του. Τον απασχολούσε πολύ η γενική αναισθησία, που όπως έλεγε, την εποχή εκείνη «ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από την ίδια τη χειρουργική επέμβαση». Γύρω στο 1909 κατάφερε να βρει έναν απλό και σίγουρο μαζί τρόπο τοπικής αναισθησίας. Με τη δική του μέθοδο έκανε 538 εγχειρήσεις με μεγάλη επιτυχία. Τότε ήταν 33 ετών.[6]

Ένα κλασικό έργο του, το οποίο εκδόθηκε το 1934 είναι το βιβλίο «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» έθεσε τα θεμέλια για μια ολόκληρη ιατρική ειδικότητα και το έργο του συνεχίζει να χρησιμοποιείται στην ιατρική ως και σήμερα.

To 1946 τιμήθηκε με το Βραβείο Στάλιν, την κορυφαία διάκριση της προπολεμικής Ρωσίας για όλες τις επιστημονικές δημοσιεύσεις του. Ο ίδιος απείχε από την απονομή (αντίδραση αδιανόητη εκείνη την εποχή) χαρίζοντας το χρηματικό ποσό από το βραβείο Στάλιν στους πτωχούς. Όμως στο βιβλίο του για τις πυογόνες λοιμώξεις δεν φαινόταν μόνο η επιστημονική κατάρτιση του συγγραφέα, αλλά και η αγάπη του για τους ασθενείς. Σε ένα σημείο γράφει: «Ξεκινώντας την εξέταση, ο γιατρός πρέπει να έχει υπόψη του, όχι μόνο την κοιλιακή χώρα, αλλά τον ασθενή εξ ολοκλήρου, τον οποίο δυστυχώς οι γιατροί συνήθως αποκαλούν «περίπτωση». Ο άνθρωπος φοβάται και είναι απελπισμένος, η καρδιά του σπαρταρά, όχι μόνο με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, αλλά και με τη μεταφορική της σημασία. Γι’ αυτό πρέπει να δυναμώσετε την καρδιά του, όχι μόνο με κάμφορα ή digulen, αλλά πρέπει να απαλλάξετε τον ασθενή από το άγχος και την ψυχολογική φόρτιση. Ο ασθενής δεν πρέπει να δει το χειρουργικό τραπέζι, τα έτοιμα εργαλεία, τους ανθρώπους με ιατρικές μπλούζες, με τις μάσκες στα πρόσωπα και τα γάντια στα χέρια. Κοιμίστε τον εκτός του χώρου του χειρουργείου. Επίσης φροντίστε να είναι ζεστός καθ’ όλη τη διάρκεια της εγχειρήσεως, διότι είναι πάρα πολύ σημαντικό.».

Ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός και ο Χριστιανός

Ο Άγιος Λουκάς ήταν πάντοτε πιστός Χριστιανός. Δεν έχανε λειτουργία και παρακολουθούσε όρθιος όλες τις παννυχίδες και τους όρθρους, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις ημέρες των ορθοδόξων γιορτών. Στο χειρουργείο είχε πάντα την εικόνα της Παναγίας, μπροστά στην οποία προσευχόταν για λίγα λεπτά πριν από κάθε επέμβαση. Έπειτα, μ’ ένα βαμβάκι ποτισμένο στο ιώδιο, έκανε το σημείο του σταυρού στο σώμα του ασθενούς, εκεί που θα γινόταν η τομή. Μόνο μετά από αυτά έλεγε με επισημότητα «το νυστέρι». Οι άθεοι συνάδελφοί του γρήγορα τον συνήθιζαν και δεν έδιναν σημασία, ενώ οι θρησκευόμενοι τα έβρισκαν αυτά πολύ φυσικά.

Όμως στις αρχές του 1920, μία από τις επιτροπές ελέγχου του νοσοκομείου όπου εργαζόταν τότε, έδωσε εντολή να ξεκρεμάσουν την εικόνα της Παναγίας, με αποτέλεσμα ο άγιος Λουκάς να αρνείται να μπει στο χειρουργείο. Παράλληλα η σύζυγος ενός από τα στελέχη του κόμματος εισήχθη στο νοσοκομείο ως έκτακτο περιστατικό, και ζητούσε να χειρουργηθεί μόνο από τον Βόινο-Γιασενέτσκι, και έτσι ο σύζυγός της του υποσχέθηκε ότι αν η εγχείρηση γινόταν, την επόμενη ημέρα η εικόνα θα ήταν στη θέση της. Η εγχείρηση έγινε και ήταν επιτυχής, και ο σύζυγος της άρρωστης κράτησε την υπόσχεσή του.

Ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός διώκεται

Το 1921 ο Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι χειροτονήθηκε ιερέας και αργότερα (1923) επίσκοπος Τασκένδης. Από τότε συνδύαζε ποιμαντικά και ιερατικά καθήκοντα. Παρέμεινε αρχίατρος του Γενικού Νοσοκομείου Τασκένδης, χειρουργούσε καθημερινά και παρέδιδε μαθήματα στην Ιατρική Σχολή, πάντα με το ράσο και το σταυρό του. Από το 1922 και μέχρι την τελευταία του πνοή γνώρισε συλλήψεις, βασανιστήρια, εξορίες και κακουχίες. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε συνολικά έντεκα χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα εξασκούσε την ιατρική, βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη.

Οι λόγοι των διώξεών του ήταν, οι γενικοί διωγμοί κατά των Ορθοδόξων και η ιδιαίτερη άρνηση του επισκόπου Λουκά να υποστηρίξει τη «Ζωντανή Εκκλησία», ένα εκκλησιαστικό πραξικόπημα, μέσω του οποίου το σοβιετικό καθεστώς προσπαθούσε να ελέγξει τους πιστούς. Σοβαρό λόγο έπαιξε και η αντιπάθεια ενός κομματικού στελέχους ονόματι Πέτερς, ο οποίος ήθελε να καταδικάσει σε θάνατο κάποιους γιατρούς, που αντιμετώπιζαν κατηγορίες αδιαφορίας απέναντι σε ασθενείς, αλλά στην πολύκροτη δίκη που ακολούθησε δεν τα κατάφερε, εξαιτίας της κατάθεσης του επισκόπου Λουκά. Οι ταλαιπωρίες αυτές ουσιαστικά κατέστρεψαν την υγεία του αγίου Λουκά, ο οποίος τα τελευταία 9 έτη της ζωής του ήταν τυφλός από γλαύκωμα.

Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου διεύθυνε το στρατιωτικό νοσοκομείο του Κρασνογιάρσκ, ενώ ήταν και επίσκοπος της πόλης αυτής. Από το 1946 μέχρι το 1961 που πέθανε, ήταν μητροπολίτης της Συμφερούπολης. Παράλληλα το 1947 του απαγορεύθηκε να μιλά στους φοιτητές, σταμάτησαν να τον καλούν στα ιατρικά συμβούλια και τον απέλυσαν από ιατρικό σύμβουλο, επειδή «γνώριζαν ότι δεν είχε καθαρό παρελθόν: φυλακές, εξορίες, κηρύγματα» και επειδή αρνιόταν να πηγαίνει χωρίς το ράσο και το σταυρό του στην εργασία του και σε αυτές τις εκδηλώσεις. Καθώς όμως εκείνος ενδιαφερόταν για τον ανθρώπινο πόνο, έβγαλε ανακοίνωση ότι «δέχεται καθημερινά εκτός Κυριακών και εορτών, κάθε άνθρωπο που θέλει τη βοήθειά του» με αποτέλεσμα να καταφθάνουν στο διαμέρισμά του καθημερινά αμέτρητοι άνθρωποι απ’ όλη την Κριμαία.

Η κοίμηση και η αγιοποίησή του

Ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός εκοιμήθη στις 11 Ιουνίου 1961. Η σορός του Αρχιεπισκόπου τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Οι αρχές αρχικά απαγόρευσαν την εκφορά του νεκρού από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης μέχρι το κοιμητήριο του Ναού των Αγίων Πάντων, πράγμα που προκάλεσε λαϊκή αγανάκτηση. Τελικά οι αρχές υποχώρησαν και η εκφορά έγινε στις 13 Ιουνίου. Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από τον αρχιεπίσκοπο Λάζαρο και μέλη της ερευνητικής επιτροπής που ασχολείτο με τη ζωή, τα έργα και τα θαύματα του, και στις 20 Μαρτίου μεταφέρθηκαν στο Ναό της Αγίας Τριάδας. Αναφέρεται ότι την ανακομιδή παρακολούθησαν 40.000 άτομα. Λέγεται ότι κατά την ανακομιδή σταμάτησε με θαυματουργό τρόπο αμέσως ο δυνατός άνεμος που φυσούσε εκείνη την ώρα· επίσης, μαρτυρούνται θεραπείες πασχόντων κατά το τριήμερο μεταξύ 17 και 20 Μαρτίου. Στις 24-25 Μαΐου 1996 έγιναν μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις για την ανακήρυξή του σε άγιο από το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουνίου.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Άγιος_Λουκάς_Συμφερουπόλεως

Αικατερίνη της Ρωσίας (1729-1796)

Η Αικατερίνη Αλεξέγεβνα απέκτησε με τη γέννηση της, στις 2 Μαΐου 1729, το όνομα Σοφία Αυγούστα Φρειδερίκη. Βαπτίστηκε με το λουθηρανικό τυπικό του Στέτιν και έγινε τυπική Γερμανίδα πριγκίπισσα -ευγενής, αλλά όχι πλούσια.

Αικατερίνη της Ρωσίας
Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας

Οι γονείς κατάγονταν και οι δύο από οικογένειες ευγενών. Όταν γεννήθηκε η Φρειδερίκη ο πατέρας της, δούκας Χριστιανός Αύγουστος υπηρετούσε στον πρωσικό στρατό ως φρούραρχος του Στέτιν. Τα παιδικά χρόνια της πριγκίπισσας ήταν συνηθισμένα όπως για όλα τα παιδιά του κύκλου της. Παρακολουθούσε μαθήματα κατ’ οίκον. Μαζί με τη μητέρα της επισκεπτόταν συχνά τους πύργους των πολυάριθμων Γερμανών συγγενών τους. Αυτός ο τρόπος ζωής από τα μικρά της χρόνια έκανε τη Φρειδερίκη να προσαρμόζεται στις καταστάσεις και τη δίδαξε να γνωρίζεται γρήγορα και άνετα με τους πιο διαφορετικούς ανθρώπους. Δεν διαμόρφωσε μέσα της την αντίληψη του πατρικού σπιτιού και της ιδιαίτερης πατρίδας, πράγμα που τη διευκόλυνε να συνηθίσει τη ζωή στη Ρωσία.

Η Γερμανία πάντα θεωρούνταν «νυφοπάζαρο». Φτωχές, ευγενείς και ανύπανδρες πριγκίπισσες υπήρχαν εκεί άφθονες. Η Φρειδερίκη ευνοήθηκε εξαιρετικά από την τύχη, όταν τη διάλεξε η Αυτοκράτειρα της Ρωσίας Ελισάβετ για σύζυγο του ανηψιού και διαδόχους της Πέτρου Φιοντόροβιτς, ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Πέτρος Γ’. Ο Πέτρος ήταν γιος της εκλιπούσης αδελφής της Άννας Πετρόβνα.

Η Φρειδερίκη που έγινε Αικατερίνη

Αρχές του 1744 η Φρειδερίκη ταξίδεψε με τη μητέρα της στη Ρωσία, μετά την πρόσκληση της Αυτοκράτειρας. Η άγνωστη χώρα εντυπωσίασε τη 15χρονη, τότε, κοπέλα. Αμέσως άρχισε να μαθαίνει ρωσικά, την κυρίευσε μια ακατανίκητη επιθυμία να είναι και να αισθάνεται Ρωσίδα. Η Ρωσία έγινε για πάντα το σπίτι της, η πατρίδα, ο νόημα της ζωής, η μεγαλύτερη αγάπη, την οποία συναγωνιζόταν μόνο η αγάπη για την εξουσία.

Η Φρειδερίκη έκανε καλή εντύπωση στην Αυτοκράτειρα Ελισάβετ. Σύντομα ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα, πήρε το όνομα Αικατερίνη Αλεξέγεβνα και έγινε αρραβωνιαστικιά του Πέτρου Φιοντόροβιτς. Τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής της Αικατερίνης στη Ρωσία ήταν τα πιο δύσκολα. Ο γάμος της με τον Πέτρο ήταν από τους πιο αποτυχημένους. Παρά τις προσπάθειες της Αικατερίνης ο Πέτρος δεν έδινε καμία σημασία στην σύζυγό του. Είχε παιδαριώδη συμπεριφορά και ασχολούνταν μόνο με στρατιωτικά παιχνίδια και το κυνήγι. Εννιά χρόνια δεν είχαν καν σεξουαλική ζωή και δεν απέκτησαν παιδιά. Όταν ανέφερε στην Ελισάβετ το λόγο της ατεκνίας τους εκείνη την ενθάρρυνε να βρει κάποιον εραστή για να γεννήσει το διάδοχο του Πέτρου Φιοντόροβιτς. Όταν η Αικατερίνη γέννησε τον γιο της Παύλο, πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν αμφιβολία για το ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού.

Η Αικατερίνη γέμιζε τις ώρες της με το διάβασμα. Στην αρχή η ανάγνωση αφορούσε μυθιστορήματα και μετέπειτα έγινε πιο συνειδητή και προχωρούσε με κατάλογο «ωφέλιμων βιβλίων». Χάρη σε αυτές τις γνώσεις εξασκούσε το πνεύμα της, οραματιζόμενη τον υψηλό στόχο της: την εξουσία, την επιρροή, τη δόξα.

Μετά τη γέννηση του γιου της η Αικατερίνη κατάφερε να συνάψει σχέσεις με τους ισχυρούς αυλικούς και υπουργούς μεταξύ των οποίων ιδιαιτέρως ξεχώριζε ο καγκελάριος Α. Π. Μπεστούζεφ-Ριούμιν. Ήταν ο πρώτος που εκτίμησε ποια σπάνια γυναίκα είχε απέναντι του, ποια φιλοδοξία την έκαιγε, πόση ενέργεια και πόση δύναμη περιέκλειε η προσωπικότητα της συζύγου του διαδόχου. Ο ίδιος, κατά τη διάρκεια σοβαρής ασθένειας της Ελισάβετ, παρέσυρε την Αικατερίνη σε αυλική συνωμοσία, που κατέρρευσε και εξαιτίας της, ο καγκελάριος έχασε την εξουσία και η Αικατερίνη μόλις που κατάφερε να αποφύγει τη δυσμένεια.

Η Αικατερίνη Αυτοκράτειρα πασών των Ρωσιών

Η συνωμοτική αυτή εμπειρία της φάνηκε χρήσιμη, όταν μερικά χρόνια αργότερα, ανέβηκε στο θρόνο ο σύζυγος της, ως Πέτρος Γ’. Λόγω της αμφίρροπης αντιπάθειας που έτρεφαν οι σύζυγοι, η Αικατερίνη με τους αδελφούς Ορλόφ συνωμότησαν και σε αυτό συνέτεινε και ότι ο αυτοκράτορας στη σύντομη βασιλεία του πρόλαβε να στρέψει εναντίον του πολλούς πατριώτες. Στις 28 Ιουνίου 1762, με τη βοήθεια της φρουράς κατέλαβε την εξουσία, διεξήγαγε αστραπιαίο πόλεμο «συζύγου εναντίον συζύγου», συνέλαβε τον Πέτρο Γ’, για να αναδειχθεί απόλυτος μονάρχης, ως Αικατερίνη η Β’. Στις 6 Ιουλίου του 1762 ο Πέτρος ο Γ’ σκοτώθηκε έξω από την Αγία Πετρούπολη, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η Αικατερίνη διέταξε το θάνατό του, αλλά υπάρχουν μαρτυρίες ότι, αν και γνώριζε το σχέδιο δολοφονίας του, δεν έκανε τίποτα για να το σταματήσει.

Στην αρχή η Αικατερίνη ήταν άπειρη στη διακυβέρνηση και οι αξιωματικοί της φρουράς σπάνια την υπολόγιζαν. Όμως, η νέα Αυτοκράτειρα επέδειξε υπομονή, αποφασιστικότητα, πονηριά και επιμονή. Κατόρθωσε να συγκεντρώσει πραγματική εξουσία στα χέρια της.

Σταθμός στη ζωή της Αικατερίνης υπήρξε το 1767 όταν συγκάλεσε για τη συζήτηση νέου κώδικα νόμων τη «Νομοθετική Επιτροπή» από εκπροσώπους διαφόρων ομάδων της ρωσικής κοινωνίας και τους απηύθυνε ειδική «Εντολή» στην οποία εξέφρασε τις πολιτικές της απόψεις και προσδιόρισε τα καθήκοντα και τις προτεραιότητες που θα πρέπει να επιδιώξει η Ρωσία στο μέλλον. Η Αικατερίνη διατύπωσε με σαφήνεια την ιδέα της αναμόρφωσης, της μετατροπής της Ρωσίας σε «αντιπροσωπευτική μοναρχία», με παραχώρηση στα βασικά κοινωνικά στρώματα της χώρας αναφαίρετων δικαιωμάτων και προνομίων.

Η περαιτέρω τύχη των μεταρρυθμίσεων συνδέθηκε με την ανάπτυξη στη Ρωσία «ταξικής» οργάνωσης, την επεξεργασία θεμελιωδών νόμων και θεσμών, οι οποίοι θα ταίριαζαν με το πλαίσιο της πεφωτισμένης απολυταρχίας. Η Αικατερίνη έπαιξε προεξάρχοντα ρόλο. Μόνο αυτή κατανοούσε το γιγάντιο, σχεδόν ακατόρθωτο, στόχο να μετατραπεί η Ρωσία σε κράτος, όπου κυριαρχεί το δίκαιο και όχι η αυθαιρεσία. Ακολούθησε με πείσμα αυτό το δρόμο και πέτυχε πολλά.

Την εποχή της διακυβέρνησης της Αικατερίνης η κρατική μηχανή επιτάχυνε. Η δραστήρια και επιθετική πολιτική της Αυτοκράτειρας προσέθεσε και νέα εδάφη που αποσπάστηκαν από την Πολωνία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Αικατερίνη, αν και Γερμανίδα, άσκησε εξωτερική πολιτική σαν Ρωσίδα εθνικίστρια, γεγονός που εκφράστηκε ιδιαιτέρως στην ιστορία της διάλυσης του πολωνικού κράτους και τον τεμαχισμό των εδαφών του μεταξύ Ρωσίας, Πρωσίας και Αυστρίας. Η Αικατερίνη ήταν συνεπαρμένη και με κάτι άλλο, τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία στα ερείπια της κρατών-δορυφόρων της Ρωσίας.

Η Αικατερίνη πραγματική διάδοχος του Μεγάλου Πέτρου

Η Αικατερίνη έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τους Διαφωτιστές αν και οι απόψεις τους ήταν διαμετρικά αντίθετες. Εκείνοι ήθελαν με τη βοήθεια του «φωτός της γνώσεως» να συντρίψουν την παλαιά φεουδαρχική τάξη της Ευρώπης και η Αικατερίνη επιθυμούσε με το ίδιο «φως» να εδραιώσει τη Ρωσία και η ίδια να εξελιχθεί σε μονάρχη πεφωτισμένο, με πρωτοβουλίες, αλλά και υπακοή στους νόμους, αφιερωμένη στη μοναρχία και τη δυναστεία του έθνους.

Η ιδεολογία της εξουσίας της Αικατερίνης βασιζόταν στις αρχές που πρώτος είχε θεμελιώσει ο Μεγάλος Πέτρος, εμπλουτισμένες όμως με τις ιδέες του Διαφωτισμού, πράγμα που επέτρεψε στον ιστορικό Α. Β. Κάμενσκι να ονομάσει το καθεστώς της Αικατερίνης Β’ «απολυταρχία με ανθρώπινο πρόσωπο». Παρά την ειλικρινή πεποίθηση της ότι πρέπει να ριζώσουν στη Ρωσία οι αρχές και οι αξίες του Διαφωτισμού, ήταν πολύ μακριά από τις προθέσεις της να τεθούν οποιαδήποτε όρια στην απολυταρχία, να εισαχθούν στοιχεία συνταγματικής μοναρχίας, γεγονός που θα σήμαινε απότομη μείωση της προσωπικής της εξουσίας και διάλυση του πατροπαράδοτου συστήματος διακυβέρνησης στη χώρα. Ήταν πεπεισμένη ότι στη Ρωσία είναι τεράστιος ο ρόλος του κράτους, το οποίο κυρίως δεν τιμωρεί, αλλά φροντίζει για τη ευτυχία των υπηκόων του. Επομένως είναι αναντικατάστατος και ο ρόλος του μονάρχη: του πιο σημαντικού κηδεμόνα και παιδαγωγού του λαού.

Η Αικατερίνη θεωρούσε τη μοναρχία αναγκαίο κακό. Ήταν αναμφίβολα αντίπαλος της δουλοπαροικίας. Όμως, επρόκειτο, κατά την άποψη της, για μια τάξη πραγμάτων που θα ήταν επικίνδυνο να διαταραχθεί. Εναπόθετε όλες τις ελπίδες της στη σταδιακή, εξελικτική διαδικασία ανάπτυξης, οπότε με τη βοήθεια της βελτίωσης της νομοθεσίας, την παιδείας, της καταπράυνσης των παθών και της καθιέρωσης συνετών κανονισμών θα μπορέσει να επιτευχθεί η άρση του καθεστώτος της δουλοπαροικίας.

Το τέλος της Αικατερίνης Αλεξέγεβνα

Η Αικατερίνη ονειρευόταν πως θα πεθάνει όπως ο Σωκράτης ή ο Σενέκας, περιστοιχισμένη από γενναίους, καλούς φίλους, υπό τους ήχους αγαπημένης μουσικής με λουλούδια, εύκολα και άνετα. Όμως ο χάρος τη χτύπησε, στα 67 της χρόνια, άγρια και χωρίς τελετές με το τρομακτικό δρεπάνι του, νωρίς το πρωί της 17ης Νοεμβρίου 1796, όταν η αυτοκράτειρα περνούσε το στενό διάδρομο από το γραφείο στην ιματιοθήκη της. Ένα ισχυρό εγκεφαλικό είχε γκρεμίσει τη παντοδύναμη τσαρίνα. Δεν υπήρχαν πλάι της ούτε λουλούδια, ούτε φίλοι, ούτε μουσική. Η Αικατερίνη βρισκόταν στο πάτωμα και γύρω της στέκονταν οι κυρίες της τιμής και δίπλα έτρεχε βροντώντας τα τακούνια και το μπαστούνι του στο παρκέ ο γιος της Παύλος. Βιαζόταν να πάει στο γραφείο της, να βρει και να εξαφανίσει τη διαθήκη της υπέρ του δικού του γιου, Αλέξανδρου.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)

Ο Κριμαϊκός πόλεμος ήταν, κατά βάση, ρωσοτουρκικός πόλεμος, του οποίου οι κυριότερες φάσεις διεξήχθησαν στην Κριμαία, από όπου πήρε και το όνομα του. Ο πόλεμος αυτός αποτέλεσε μια νέα φάση του Ανατολικού ζητήματος. Η Ρωσία πίστευε ότι ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να επιφέρει ένα νέο πλήγμα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να πραγματοποιήσει τα προαιώνια σχέδια της, να κατέβει δηλαδή στο Αιγαίο και να εξασφαλίσει κηδεμονία των χριστιανικών λαών της Εγγύς Ανατολής. Η Γαλλία, όμως, και η Αγγλία έσπευσαν -στα πλαίσια της διατήρησης του καθεστώτος στην περιοχή- να βοηθήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να αποτραπεί η πραγματοποίηση του ρωσικού σχεδίου.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)
Η πολιορκία της Σεβαστούπολης

Αγγλογάλλοι εναντίον Ρώσων

Η αφορμή της ανακίνησης του Ανατολικού ζητήματος ήταν πάντα πρόχειρη και φυσικά εύκολη για τη Ρωσία. Αυτή τη φορά δόθηκε από τα τοπικού χαρακτήρα επεισόδια μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, τα οποία συνέβησαν το 1850 για την κατοχή ιερών προσκυνημάτων στους Αγίους Τόπους. Συγκεκριμένα, ο νεοανακηρυχθείς Αυτοκράτορας της Γαλλίας Λουδοβίκος Ναπολέων ζήτησε από το σουλτάνο -στα πλαίσια ενίσχυσης του καθολικισμού- και πέτυχε να ανανεωθούν οι παλιές συμφωνίες που είχαν γίνει τον 16ο αιώνα, μεταξύ του τότε σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Γάλλου βασιλιά Φραγκίσκου Α’. Έτσι, κατά την αναδιανομή των προσκυνημάτων ευνοήθηκαν οι Καθολικοί σε βάρος των Ορθοδόξων.

Η αύξηση όμως της επιρροής των Γάλλων, εξερέθισε τον τσάρο Νικόλαο Α’, ο οποίος ζήτησε, ως προστάτης των Ορθοδόξων, όχι μόνο την επιστροφή των προσκυνημάτων σε αυτούς, αλλά και πλήρη ανεξαρτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε θέματα εκκλησιαστικά. Η Υψηλή Πύλη, όμως, η οποία είχε εξασφαλισμένη και την αγγλογαλλική υποστήριξη, αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις ρωσικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Πετρούπολη άπραγος ο απεσταλμένος του τσάρου στην Κωνσταντινούπολη, Αλέξανδρος Μεντζικώφ. Στη συνέχεια, οι Ρώσοι κατέλαβαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τις χρησιμοποίησαν ως μοχλό πίεσης προς την Υψηλή Πύλη.

Από την πλευρά του ο σουλτάνος, ενθαρρυνόμενος και από Αγγλογάλλους, φάνηκε ότι ήταν αποφασισμένος να μην ενδώσει στη ρωσική αυτή πίεση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1853 κήρυξε μάλιστα πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, η οποία αντέδρασε με την ολοσχερή καταστροφή του τουρκικού στόλου κοντά στη Σινώπη (Νοέμβριος 1853). Τότε, ο ενωμένος στόλος των Άγγλων και των Γάλλων εισέπλευσε στον Εύξεινο Πόντο, για να προστατεύσει τα τουρκικά παράλια, ενώ οι διπλωμάτες του ζήτησαν από τον τσάρο να σταματήσει τον πόλεμο και να αποσύρει τα στρατεύματα του από τις Ηγεμονίες. Ο τσάρος απάντησε με την ανάκληση των πρεσβευτών του από το Λονδίνο και το Παρίσι, με αποτέλεσμα η Αγγλία και η Γαλλία να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας με το σουλτάνο (Μάρτιος 1854) και λίγο αργότερα να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Στην αρχή, οι πολεμικές συγκρούσεις διεξήχθησαν στο Δούναβη, αλλά οι σύμμαχες δυνάμεις μετέφεραν τον πόλεμο στην Κριμαία, όπου επιχείρησαν -με την ενίσχυση 15.000 Ιταλών στρατιωτών από το Πεδεμόντιο- να καταλάβουν το λιμάνι της Σεβαστούπολης, για να υποχρεώσουν τον τσάρο σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Οι Ρώσοι, όμως, αντέταξαν σθεναρή άμυνα, η οποία κράτησε δέκα μήνες περίπου, με τεράστιες απώλειες και για τις δύο πλευρές. Το Σεπτέμβριο του 1855 έπεσε η Σεβαστούπολη, αλλά ο τσάρος δεν έδειχνε διατεθειμένος να σταματήσει τον πόλεμο. Τελικά, με την παρέμβαση της Αυστρίας, η οποία απείλησε τη Ρωσία ότι θα προσχωρούσε και αυτή στους αντιπάλους της, αν δεν σταματούσε τον πόλεμο, ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ (ο τσάρος Νικόλαος Α’ είχε πεθάνει από το 1855) δέχθηκε την πρόταση ειρήνης (Ιανουάριος 1856).

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος λήγει στο Παρίσι

Τυπικά, ο Κριμαϊκός πόλεμος έληξε με την Συνθήκη των Παρισίων (30 Μαρτίου 1856). Από αυτή την Συνθήκη κερδισμένη βγήκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία εξασφάλισε και την επίσημη διαβεβαίωση της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας ότι στο εξής θα αναλάμβαναν εγγύηση για την ακεραιότητας της. Η επίλυση ενδεχόμενων διαφορών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με οποιαδήποτε Μεγάλη Δύναμη θα γινόταν με ειρηνικές διαπραγματεύσεις και με την εποπτεία των ευρωπαϊκών κρατών, στα οποία συνυπολογιζόταν πλέον και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος αποκτούσε πλέον το δικαίωμα να παρακάθεται σε ευρωπαϊκά συνέδρια.

Σε αντάλλαγμα των ωφελημάτων αυτών οι Τούρκοι αντιπρόσωποι ανακοίνωσαν στο συνέδριο το περιεχόμενο του Χάττ-ι Χουμαγιούν, του νέου, δηλαδή, μεταρρυθμιστικού προγράμματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο για ένα διάταγμα που είχε υπογράψει ο σουλτάνος, στις 18 Φεβρουαρίου 1856 (με τη βεβαιότητα της νίκης του στον πόλεμο, αλλά και με την υπόδειξη των ισχυρών συμμάχων του) και αναφερόταν στις συνταγματικές αναθεωρήσεις (τανζιμάτ) που είχε αποφασίσει να εφαρμόσει σε όλους τους υπηκόους του.

Με το σουλτανικό αυτό διάταγμα:

  1. αναγνωρίζονταν όλα τα προνόμια που είχε παραχωρ’ησει ο Μωάμεθ Β’ στο Πατριαρχείο, υπό την προϋπόθεση της προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της εποχής
  2. οι πιστοί όλων των θρησκειών αποκτούσαν το δικαίωμα της ελεύθερης λατρείας
  3. στο εξής η κατάληψη των δημοσίων θέσεων θα γινόταν με βάση τις ικανότητες των ενδιαφερομένων και όχι την καταγωγή και το θρήσκευμα
  4. κάθε θρησκευτική κοινότητα αποκτούσε το δικαίωμα να ιδρύει ελεύθερα ναούς και σχολεία, αλλά με την προϋπόθεση της έγκρισης, από τις τουρκικές αρχές, των αρχιτεκτονικών σχεδίων για τους ναούς και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα σχολεία
  5. οι τουρκικές φυλακές θα γίνονταν πιο ανθρώπινες, με την κατάργηση των εξευτελιστικών σωματικών ποινών, ραβδισμών κ.λ.π.
  6. οι φόροι θα εισπράττονταν από όλους, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα και την καταγωγή
  7. οι αλλοδαποί θα μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιοκτησία στην Οθωμανική αυτοκρατορία, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους και η απονομή δικαιοσύνης θα γινόταν γενικά με αμεροληψία, ενώ εμπορικές και ποινικές υποθέσεις, κατά τις οποίες οι διάδικοι δεν ήταν μωαμεθανοί, θα δικάζονταν από μικτά δικαστήρια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά αποτελούσαν μεγαλόστομες διακηρύξεις που δόθηκαν κάτω από τη επίδραση των συναισθημάτων της στιγμής και απλές υποσχέσεις που αντιπροσώπευαν το άμεσο αντίτιμο, που κατέβαλε η σουλτανική κυβέρνηση στους Αγγλογάλλους, για την πολύτιμη βοήθεια που του προσέφεραν στον πόλεμο. Άλλωστε, και η πείρα του παρελθόντος δεν δικαιολογούσε μεγάλη αισιοδοξία για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, αργότερα και υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, μερικές μεταρρυθμίσεις που αναφέρονταν στον τομέα του εμπορίου, πραγματοποιήθηκαν. Οι υπόλοιπες παρέμειναν στα χαρτιά.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας (1945)

Κατά το χρονικό διάστημα από 4 έως 11 Φεβρουαρίου του 1945 πραγματοποιείται η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούζβελτ, τον ηγέτη της ΕΣΣΔ Ιωσήφ Στάλιν και τον Βρετανό Πρωθυπουργό Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ εν όψει του τέλους του πολέμου. Οι τρεις νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συναντήθηκαν στην Γιάλτα της Ρωσίας για την πραγματοποίηση της δεύτερης συνόδου κορυφής (είχε προηγηθεί ανάλογη διάσκεψη στην Τεχεράνη από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου του 1943).

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας

Στόχος της Συνδιάσκεψης ήταν να σταθεροποιηθούν οι υπάρχουσες συμφωνίες και να προδιαγραφεί η εικόνα του μεταπολεμικού κόσμου. Επίσης, να συζητηθεί το θέμα του πολέμου στην Ασία, για το οποίο προτείνεται η ανάμειξη της ΕΣΣΔ. Επί του θέματος αυτού, ο Ρούσβελτ και ο σύμβουλος του Χάρρυ Χόπκινς είναι πρόθυμοι να για παραχωρήσεις στις οποίες ο Τσόρτσιλ συναινεί, για να μην τεθεί η Μεγάλη Βρετανία στο πολιτικό περιθώριο. Εξάλλου, η Σοβιετική Ένωση, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Ανατολική και Δυτική Ευρώπη, έχει τόσο ισχυοιποιήσει τη θέση της που φαίνεται ικανή να διαμορφώνει τις εκεί συνθήκες σύμφωνα με τη θέληση της. Τέτοιες τάσεις παρατηρήθηκαν ήδη στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Γιαυτό το λόγο επείγει να βρεθεί για την Πολωνία μια λύση αποδεκτή από τα δυτικά κράτη. Τέλος, το ενδιαφέρον στρέφεται πάνω στο ποια θα είναι η μελλοντική επιρροή της Γαλλίας. όπως και στην Τεχεράνη διεξάγονται διμερείς συζητήσεις ανάμεσα στο Στάλιν και το Ρούσβελτ, ο δε Τσόρτσιλ μόνο εκ των υστέρων συμφωνεί με τα τελικά αποτελέσματα. Για το μέλλον της Γερμανίας και της Ιαπωνίας λαμβάνονται προκαταρκτικές αποφάσεις. Για την Κίνα, τη Γαλλία και την Ιαπωνία καταστρώνονται σχέδια ερήμην τους.

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας και τα αποτελέσματα της

Τα αποτελέσματα της Συνδιάσκεψης μπορούν να συνοψιστούν:

  1. Η ΕΣΣΔ αποδέχεται τη σύγκληση της ιδρυτικής συνόδου του ΟΗΕ στο Σαν Φρανσίσκο, στις 25 Απριλίου 1945. Θα είναι η μοναδική χώρα σ’ αυτόν τον οργανισμό που θα διατηρεί τρεις ψήφους (από μία επιπλέον ψήφο γαι την Ουκρανία και τη Λευκορωσία).
  2. Δυο με τρεις μήνες μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, η ΕΣΣΔ θα εισέλθει στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Ως αντάλλαγμα θα πάρει πίσω τα νησιά Κουρίλες και τη Νότια Σαχαλίνη, που το 1904 περιήλθαν στην κυριότητα της Ιαπωνίας. Ακόμη, της αποδίδονται πίσω τα δικαιώματα ελέγχου των σιδηροδρομικών και ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών στη Μαντζουρία, την οποία είχε επίσης χάσει, ενώ η περιοχή παραμένει στην κυριότητα της Κίνας. Ο Πρόεδρος Ρούσβελτ επωμίζεται την αποστολή να εξασφαλίσει, επί του παρόντος, τη σχετική συγκατάθεση του Στρατηγού Τσανγκ Κάι-Σεκ.
  3. Ως ανατολικό σύνορο της Πολωνία ορίζεται η γραμμή Κόρζον. Έτσι, η ΕΣΣΔ κερδίζει στο Βορρά και στη Δύση «σημαντικά εδαφικά οφέλη», που πρόκειται να συμφωνηθούν με την πολωνική κυβέρνηση σε μια συνδιάσκεψη ειρήνης. Η μελλοντική προσωρινή κυβέρνηση της Πολωνίας, που σχηματίζεται από μέλη τη Επιτροπής του Λιούμπλιν και μερικούς δημοκράτες ηγέτες από τους εξόριστους Πολωνούς, οφείλει να προκηρύξει ελεύθερες εκλογές.
  4. Οι Τρεις Μεγάλες Δυνάμεις χαιρετίζουν τη νέα κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας, που σχηματίστηκε την 1η Νοεμβρίου 1944, από τον Στρατηγό Γιόζιπ Μπροζ Τίτο και τον Πρωθυπουργό της εξόριστης κυβέρνησης Ιβάν Σούμπασιτς.
  5. Οι Τρεις Δυνάμεις αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προσφέρουν βοήθεια στα κράτη τα οποία βρίσκονται εξαρτημένα στον άξονα Χίτλερ-Μουσολίνι «για την επίλυση των πιεστικών οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων τους», ιδιαίτερα «για τη δημιουργία προσωρινών κυβερνήσεων, που θα περιλαμβάνουν μια πλατιά εκπροσώπηση όλων των δημοκρατικών στοιχείων του πληθυσμού».
  6. Ο Στάλιν ανακαλεί τις μέχρι τότε αντιρρήσεις του για τη συμμετοχή της Γαλλίας σε μια μελλοντική στρατιωτική διακυβέρνηση της Γερμανίας. Η Γαλλία αναλαμβάνει μια δική της ζώνη κατοχής, που προκύπτει από εδάφη που προβλέπονταν για τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Σχετικά με το ύψος του ποσού της γερμανικής πολεμικής αποζημίωσης – ο Στάλιν αξιώνει 20 δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία διεκδικεί τα 10 για τη ΕΣΣΔ – θα εισηγηθεί μια μελλοντική ειδική επιτροπή. Η αποζημίωση θα εξασφαλιστεί με τη διάλυση των εγκαταστάσεων, την απόδοση του παραγόμενου προϊόντος και την «εκμετάλλευση της γερμανική εργατικής δύναμης». Οι Σύμμαχοι οφείλουν να συνεισφέρουν στην αποδόμηση του γερμανικού μιλιταρισμού και την εξολόθρευση του εθνικοσοσιαλισμού, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο της Γερμανίας, της οποίας ο διαμελισμός πρόκειται να συζητηθεί στις λεπτομέρειες του.

Την ώρα που ο Ρούσβελτ και ο Τσώρτσιλ αξιολογούν θετικά τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων και υπογραμμίζουν την εμπιστοσύνη τους στην αξιοπιστία της ΕΣΣΔ, ως προς τις συμφωνίες, στο αμερικανικό Κογκρέσο καθώς και στη Βρετανική Κάτω Βουλή, ασκείται κριτική για την ισχύ που παραχωρείται με τα ανωτέρω στη Σοβιετική Ένωση.

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας πρέπει να θεωρείται ως η προβαθμίδα της Συνδιάσκεψης στο Πότσνταμ.

Πηγή: Χρονικό του 20ου αιώνα

Ο Αντόν Τσέχωφ (1860-1904)

Ο Αντόν Τσέχωφ (πλήρες όνομα Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ, ρωσ. Анто́н Па́влович Че́хов), (29 Ιανουαρίου 1860 – 15 Ιουλίου 1904) ήταν Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σπούδασε και εργάστηκε ως γιατρός.

Ο Αντόν Τσέχωφ
Ο Αντόν Τσέχωφ

Ο Βίος του Αντόν Τσέχωφ

Ο Αντόν Τσέχωφ γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1860 (17 Ιανουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο) στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Πέθανε στις 15 Ιουλίου 1904 (2 Ιουλίου με το παλαιό ημερολόγιο) στη γερμανική πόλη Μπάντενβάιλερ και τάφηκε στη Μόσχα στις 22 Ιουλίου 1904. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που «ξοδεύουν» τη ζωή τους μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας.

Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του (Αλέξανδρος, Νικόλαος, Ιβάν, Μαρία, Μιχαήλ) και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο παππούς του Τσέχωφ ήταν δουλοπάροικος, που εξαγόρασε τη ελευθερία του. Ο πατέρας του (Πάβελ Εγκόροβιτς) ήταν έμπορος τρίτης συντεχνίας και διατηρούσε μπακάλικο. Το ελάχιστο κέρδος του πατέρα ήταν αδύνατο να καλύψει τις ανάγκες της μεγάλης οικογένειας, γεγονός που τον ανάγκασε να δηλώσει πτώχευση. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του Τσέχωφ, ο Αλέξανδρος και ο Νικόλαος, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του πατέρα τους και στην καθημερινή τους μιζέρια έφυγαν απ’ το σπίτι. Για να αποφύγει τη δικαστική δίωξη των δανειστών του, ο πατέρας του κατέφυγε στη Μόσχα. Λίγο αργότερα έφυγε και η μητέρα του με τα αδέρφια του, Μαρία και Μιχαήλ. Τα πρώτα του γράμματα ο Αντόν τα έμαθε στην προπαρασκευαστική τάξη του ενοριακού ελληνικού σχολείου του Ταγκανρόγκ και στη συνέχεια φοίτησε στο κλασικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ’ οίκον. Πούλησε ό,τι είχε απομείνει από τα πράγματα του σπιτιού και έστειλε τα λεφτά στους γονείς του στη Μόσχα.

Ο Αντόν Τσέχωφ πρώιμος συγγραφέας

Το 1879 ο Τσέχωφ μπαίνει στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας, από όπου αποφοίτησε το 1884. Από τα χρόνια του γυμνασίου έγραφε χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα και ως φοιτητής δημοσίευσε τα πρώτα του ευθυμογραφήματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ξυπνητήρι, Θεατής, Μόσχα, Φως και σκιά, Θραύσματα κ.ά., με το ψευδώνυμο «Αντόσια Τσεχοντέ». Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων, Τα παραμύθια της Μελπομένης και το 1885 τις Φανταχτερές Ιστορίες .

Το έργο του Αντόν Τσέχωφ

Παράλληλα με το επάγγελμα του ιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο Κύκνειο άσμα. Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του Ιβάνοφ, το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μη δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο το Δαίμονας του δάσους (πρώτη μορφή του έργου Θείος Βάνιας). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφτεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό. Το 1896 ανεβαίνει ανεπιτυχώς στην Πετρούπολη, στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι, το έργο του Ο Γλάρος. Τη χρονιά εκείνη αντιμετωπίζει την πρώτη σοβαρή εκδήλωση της φυματίωσης. Επίσης, το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Νέα κρίση της αρρώστιας του 1897, τον αναγκάζει να πάει στη Ριβιέρα της Νότιας Γαλλίας, ενώ ανεβαίνει στην ρωσική επαρχία ο Θείος Βάνιας.

Το 1898 και 1899 παρουσιάζονται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, τα έργα του Ο Γλάρος και Ο θείος Βάνιας. Η συνεργασία του Τσέχοφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Στανισλάφσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας του. Την εποχή αυτή εγκαθίσταται μόνιμα στη Γιάλτα της Κριμαίας, λόγω της υγείας του. Το 1900 γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται την ηθοποιό Όλγα Κνίππερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα Οι τρεις αδελφές, πάλι από το Θέατρο Τέχνης. Το 1902 παραιτείται από τη Ρωσική Ακαδημία, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη αποδοχή ως μέλους της του Γκόρκι. Το 1904, λίγο πριν τον θάνατό του, το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζει το έργο του Ο βυσσινόκηπος.

Διηγήματα

  • «Τη νύχτα προ της δίκης» (διήγησις υποδίκου) (1881)
  • «Ο θάνατος ενός υπαλλήλου» (1883)
  • «Γυναίκα χωρίς προκαταλήψεις» (1883)
  • «Περίπτωσις MANIA GRANDIOSA» (1883)
  • «Χαμαιλέων» (1884)
  • «Η τρομερή νύχτα» (1884)
  • «Η θλίψη» (1885)
  • «Οι μπότες» ή «Τα παπούτσια» (1885)
  • «Βάνκα» (1886)
  • «Αίσιο τέλος» (1887)
  • «Εχθροί» (1887)
  • «Καστάνκα» (1887)
  • «Η νύστα» (1888)
  • «Το θαυμαστικό» (1888)
  • «Μια ανιαρή ιστορία» (1889)
  • «Γούσεφ» (1890)
  • «Η μονομαχία» (1891)
  • «Στην εξορία» (1892)
  • «Η ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου» (1893)
  • «Το βιολί του Ρότσιλντ» (1894)
  • «Το έγκλημα» (1895)
  • «Η συκοφαντία» (1896)
  • «Ιόνιτς» (1898)
  • «Τα φραγκοστάφυλα» (1898)
  • «Το στοίχημα» (1899)
  • «Ψυχούλα» (1899)

Νουβέλες

  • «Η στέππα» (1888)
  • «Ο θάλαμος αρ. 6» (1892)
  • «Ο μαύρος μοναχός» (1894)
  • «Η κυρία με το σκυλάκι» (1899)

Θεατρικά έργα

  • «Πλατόνοφ» (Платонов) (1881),
  • «Στο δρόμο», (На большой дороге) (1884),
  • «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» (О вреде табака), (1887)
  • «Το κύκνειο άσμα» (Лебединая песня (Калхас)), (1887)
  • «Ιβάνοφ» (Иванов), (1887)
  • «Η Αρκούδα» (Медведь: Шутка в одном действии), (1888)
  • «Πρόταση γάμου» (Предложение), (1888-1889)
  • «Μια αθέλητη τραγωδία» (Трагик поневоле), (1889)
  • «Ο γάμος» (Свадьба), (1889)
  • «Ο δαίμονας του δάσους» (Леший), (1889)
  • «Τατιάνα Ρέπιν», (Татьяна Репина), (1889)
  • «Η Επέτειος (Юбилей), (1891) μονόπρακτη φάρσα –
  • «Ο Γλάρος» (Чайка), (1896)
  • «Θείος Βάνιας» (Дядя Ваня), (1896)
  • «Τρεις αδελφές» (Три сестры), (1901)
  • «Ο Βυσσινόκηπος» (Вишнёвый сад), (1904),

Διάφορα έργα

  • «Νήσος Σαχαλίνη» (1890) οδοιπορικό
  • «Τα Χριστούγεννα και άλλες χριστουγεννιάτικες ιστορίες»
  • «Η τέχνη της γραφής»
  • «Αλληλογραφία Μαξίμ Γκόρκυ – Άντον Τσέχωφ»

Ελληνικές μεταφράσεις

Θεατρικά έργα

  • «Ιβάνοφ»
  • «Η Αρκούδα» (μονόπρακτο)
  • «Πρόταση γάμου» (μονόπρακτο)
  • «Η επέτειος» (μονόπρακτο)
  • «Ο Γλάρος»
  • «Θείος Βάνιας »
  • «Τρεις αδελφές»
  • «Ο Βυσσινόκηπος»
  • «Ένας γάμος» (μονόπρακτο)

Νουβέλες

  • «Η Στέππα »
  • «Η αρραβωνιαστικιά»
  • «Η μονομαχία»

Διηγήματα

  • «Οι εχθροί και άλλα διηγήματα»
    • Οι εχθροί
    • Οι ταξιδιώτες
    • Αγάθη
    • Πασχαλιάτικη νύχτα
    • Όνειρο
    • Ο Πλούτος
    • Κάλχας
    • Το τέλος ενός ηθοποιού
    • Το φιλί
    • Βολόντια
    • Ο Κοζάκος

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αντόν_Τσέχωφ

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919)

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών είναι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε επίσημα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην Αντάντ (Entente) και την Γερμανική Αυτοκρατορία.

Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών
Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών

Η υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη των Βερσαλλιών υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρωσία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις των «Δέκα Μεγάλων», που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις, οπότε έμειναν μόνο οι «Τέσσερις Μεγάλοι». Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους «Τρεις Μεγάλους»: ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντσαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόυντ Τζωρτζ (Lloyd George), ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (Georges Clemenceau) και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο (Vittorio Orlando) διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».

Οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Μόνο τρία από τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον πραγματοποιήθηκαν, αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον Κλεμανσώ, τον Λόυντ Τζωρτζ και τον Ορλάντο σε μερικά σημεία για να επιτύχει την έγκρισή τους, προκειμένου να ιδρυθεί το δέκατο τέταρτο σημείο, η Κοινωνία των Εθνών. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ ήταν αυτός που διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση σε βάρος της Γερμανίας, καθώς μεγάλο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Αυτή η συνθήκη θεωρήθηκε υπέρμετρα αυστηρή καθώς έριχνε όλο το βάρος της ευθύνης στους ώμους της Γερμανίας. Η Γερμανία έχασε τα παρακάτω εδάφη:

  • Αλσατία-Λωραίνη (Alsace-Lorraine). Η Γερμανία είχε κερδίσει αυτά τα εδάφη σύμφωνα με την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φεβρουαρίου 1871, και με τη συνθήκη της Φρανκφούρτης στις 10 Μαΐου 1871.
  • Βόρειο Σλέσβιγκ (γερμ.Schleswig), περιλαμβανομένων των γερμανικών πόλεων Τόντερν (Tondern), Απενράντε (Apenrade), Ζόντερμπουργκ (Sonderburg), Χάντερσλέμπεν (Hadersleben) και Λύγκουμ (Lügum) στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν (γερμ. Schleswig-Holstein). Ενσωματώθηκαν στην Δανία.
  • Οι πρωσικές επαρχίες του Πόζεν (Posen, σήμ. Πόζναν) και της Δυτικής Πρωσίας, που είχαν προσαρτηθεί με τον Διαμερισμό της Πολωνίας  (1772-1795), αποδόθηκαν στην νεοδημιουργηθείσα  Πολωνία. Τα εδάφη είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον αυτόχθονα πολωνικό πληθυσμό κατά τη Μεγάλη Εξέγερση της Πολωνίας του 1918-9.

Η Δυτική Πρωσία αποδόθηκε στην Πολωνία για να έχει διέξοδο στη θάλασσα, παρότι η περιοχή είχε σημαντικό γερμανικό πληθυσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Πολωνικός Διάδρομος ή Διάδρομος του Ντάντσιχ και η Ανατολική Πρωσία αποκόπηκε από την υπόλοιπη Γερμανία, όντας έτσι θύλακας της Γερμανίας.

  • Η περιοχή Χλουτσίνσκο Χούλτσιν της Άνω Σιλεσίας παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία 
  • Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας στην Πολωνία
  • Οι γερμανικές πόλεις Όιπεν (Eupen) και Μαλμεντύ (Malmedy) με τις γύρω περιοχές παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο.
  • Η περιοχή του Ζόλνταου (Soldau) της Ανατολικής Πρωσίας στην Πολωνία
  • Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας με την πόλη Μέμελ (στα γερμανικά η περιοχή ονομάζεται Μέμελλαντ, γερμ. Memelland) πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ αργότερα έγινε τμήμα της Λιθουανίας.
  • Η Βάρμια (Warmia) και η Μαζουρία (Masuria) αποδόθηκαν στην Πολωνία.
  • Η περιοχή του Σάαρ πέρασε υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών για 15 χρόνια, στη συνέχεια θα ακολουθούσε δημοψήφισμα, με το οποίο οι κάτοικοι θα επέλεγαν αν η περιοχή θα αποδιδόταν στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Για αυτό το διάστημα η Γαλλία είχε δικαίωμα να εξορύσσει τον άνθρακα.
  • Το λιμάνι του Ντάντσιχ (γερμ. Danzig, πολ. Gdańsk), με το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική δημιούργησε την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών.

Οι γερμανικές αποικίες περιήλθαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών: η Γερμανική Ανατολική Αφρική στη Βρετανία, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στη Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, η Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, τα νησιά Μάρσαλ και τα νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.

Η Γερμανία έχασε το ένα όγδοο των εδαφών της, και περισσότερους από 5.000.000 Γερμανούς κατοίκους.

Επίσης, στη Συνθήκη περιλαμβανόταν ο όρος ότι η Γερμανία αναγνωρίζει και σέβεται την ανεξαρτησία της Αυστρίας.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών και οι γερμανικές υποχρεώσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 156 οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ (Shandong) της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία αντί να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι εξοργίστηκαν με αυτήν την διάταξη και πραγματοποίησαν διαδηλώσεις, ενώ δημιουργήθηκε το λεγόμενο  κίνημα της 4ης Μαρτίου, που συνέβαλε στην άρνηση της Κίνας να υπογράψει την συνθήκη. Η Κίνα ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1919 και υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία το 1921. Πέρα από τις εδαφικές παραχωρήσεις, η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε επίσης τα εξής:

  • Οι Γερμανοί έχασαν τα προνόμια και τα εμπορικά τους δικαιώματα στην Κίνα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
  • Αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και του νησιού Ελιγολάνδη (Heligoland).
  • Ο γερμανικός στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες χωρίς υποβρύχια και εναέριες δυνάμεις, ενώ απαγορευόταν η χρήση βαρέος πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων καθώς και χημικών όπλων. Απαγορευόταν, επίσης, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών εκτοπίσματος άνω των 10.000 κόρων.
  • Τα εμπορικά πλοία εκτοπίσματος άνω των 1600 τόνων, το 1/4 του αλιευτικού στόλου, το 1/5 των ποταμόπλοιων κατασχέθηκαν.
  • Υποχρεώθηκε επίσης να εφοδιάζει την Γαλλία με 140 εκατομμύρια τόνους άνθρακα ετησίως, το Βέλγιο με 80 εκ. τόνους, την Ιταλία 77 εκ. τόνους.
  • Υποχρεώθηκε να ναυπηγήσει για τα επόμενα 5 χρόνια, για λογαριασμό των Συμμάχων της Αντάντ, εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 200.000 τόνων ετησίως.
  • Στρατιωτική κατοχή από τους Συμμάχους της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντς και του Μάιντς από τον Ιανουάριο του 1920.
  • Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρη. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη.
  • Ο Κανονισμός της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ενσωματωμένος στην συνθήκη.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Συνθήκη των Βερσαλλιών

Ο Ρασπούτιν (1869-1916)

Ο Ρασπούτιν (πλήρες όνομα Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν, Григо́рий Ефи́мович Распу́тин, (21 Ιανουαρίου 1869 – 30 Δεκεμβρίου 1916) ήταν Ρώσος μυστικιστής, ο οποίος άσκησε τεράστια επίδραση στο τελευταίο ρωσικό αυτοκρατορικό ζεύγος, του τσάρου  Νικολάου Β’ και της Τσαρίνας Αλεξάνδρας.

Ο Ρασπούτιν γεννήθηκε στο Ποκρόφσκογε της επαρχίας Τομπόλσκ, και από τις επικρατέστερες ημερομηνίες γέννησής του είναι η 21η Ιανουαρίου 1869. Δολοφονήθηκε στο Πέτρογκραντ στις 30 Δεκεμβρίου του 1916.

Ο Ρασπούτιν
Ο Ρασπούτιν

Τα πρώτα χρόνια του Ρασπούτιν

Ο Ρασπούτιν ήταν γιος χωρικών από τη Σιβηρία και παρόλο που πήγε σχολείο, παρέμεινε αμόρφωτος σε σημείο που δεν ήξερε ούτε να γράφει.
Οι πνευματικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν σε ηλικία 18 ετών σε μοναστήρι, όπου μυήθηκε στη διδασκαλία των «Μαστιγουμένων», μίας αίρεσης, τα μέλη της οποίας ονομάζονταν επίσης και πειθαρχούμενοι,  κουκουλοφόροι ή δερόμενοι και οι οποίοι μαστιγώνονταν για λόγους μετανοίας ή εξιλέωσης. Διαστρεβλώνοντας τα κηρύγματα της αίρεσης αυτής, ο Ρασπούτιν διατύπωσε δικό του δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική εξάντληση ήταν το καλύτερο μέσο για να φθάσει ο πιστός στην κατάσταση της «θείας αταραξίας», ώστε να βρεθεί πιο κοντά στον Θεό.

Έφυγε από το μοναστήρι πριν γίνει μοναχός και επέστρεψε στο χωριό του, όπου παντρεύτηκε το 1889 και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Τελικά, όμως, εγκατέλειψε το σπίτι και την οικογένειά του το 1901 για να γίνει προσκυνητής και πέρασε μεγάλο διάστημα περιπλανώμενος φτάνοντας μέχρι το Άγιο Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Στο διάστημα αυτό, ζούσε από τις δωρεές των χωρικών ως αναχωρητής . Στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από τη στιγμή που έφυγε από το Ποκρόφσκογε, κατάφερε να γίνει γνωστός για τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του δυνάμεις, αλλά και για τη σκανδαλώδη σεξουαλική του συμπεριφορά.

Ο Ρασπούτιν και η άρχουσα τάξη

To 1903, ο Ρασπούτιν παρέα με τη φήμη για τις υποτιθέμενες υπερφυσικές ικανότητές του, έφτασε στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί, χάρη σε μια μανία που είχε καταλάβει την υψηλή κοινωνία για τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό, κατάφερε να αποκτήσει φανατικούς θαυμαστές σε αριστοκρατικούς κύκλους.

Η πρώτη επαφή του Ρασπούτιν με το αυτοκρατορικό ζεύγος ήταν το φθινόπωρο του 1905, όταν στη Ρωσία διαδραματίζονταν τα γεγονότα της γνωστής εξέγερσης ενάντια στη μοναρχία. Εκτός όμως από τα γεγονότα αυτά, την αυτοκρατορική οικογένεια είχε κλονίσει και η ανακάλυψη ότι ο Αλεξέι Νικολάγεβιτς, ο διάδοχος του θρόνου, ήταν αιμοφιλικός. Ο Ρασπούτιν, κατόρθωσε με αποστάγματα και γιατροσόφια δικής του εφεύρεσης να απαλύνει το πρόβλημα των αιμορραγιών του αγοριού και με το περιστατικό αυτό άρχισε μια δεκαετία κυριαρχίας του στις υποθέσεις της τσαρικής οικογένειας και του κράτους, αφού είχε φροντίσει να πείσει το ανήσυχο ζεύγος ότι η ζωή του παιδιού εξαρτιόταν από τον ίδιο.

Ο έκλυτος βίος του Ρασπούτιν

Ζώντας στην Πετρούπολη και κηρύσσοντας ότι η σωματική επαφή μαζί του είχε εξαγνιστικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, κατάφερε να αποπλανήσει πολλές γυναίκες και, ενώ οι αναφορές για τη διαγωγή του έφταναν στον τσάρο Νικόλαο, εκείνος δεν τις πίστευε, ενώ τιμωρούσε με πολιτικούς διωγμούς εκείνους που τις μετέφεραν.

Μέχρι το 1911 η συμπεριφορά του Ρασπούτιν είχε πάρει διαστάσεις σκανδάλου και οι ερωτικές ιστορίες για τον ακόλαστο αυτό «καλόγερο» ήταν στα χείλη όλων. Τελικά, ύστερα από πιέσεις, ο τσάρος εξόρισε τον ευνοούμενό του, αλλά κάτω από την επιμονή της τσαρίνας Αλεξάνδρας αναγκάστηκε να ανακαλέσει την απόφασή του λίγους μήνες αργότερα, καθώς δεν ήταν διατεθειμένος να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του γιου του ή να δυσαρεστήσει την σύζυγό του, που ήταν φανατικά πιστή του Ρασπούτιν, επειδή της έλεγε πως ήταν «αγία» και πως την βλέπει στα όνειρά του με φωτοστέφανο.

Η δύναμη του τυχοδιώκτη χωρικού έφτασε στο απόγειό της μετά το 1915, όταν ο Νικόλαος έφυγε για το μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τσάρος Νικόλαος ανέλαβε προσωπικά την ηγεσία του στρατού επειδή ο Ρασπούτιν ισχυρίστηκε ότι είδε σε όραμα, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα χανόταν ο πόλεμος. Με την απουσία του Νικολάου, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα διαδραμάτισε έναν πιο ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση και έτσι ο Ρασπούτιν κατάφερε να ασκεί σημαντική επιρροή διορίζοντας και παύοντας το προσωπικό του κράτους κατά τις επιθυμίες του. Η δύναμη αυτή τον έκανε να παραφέρεται και να αναγκάζει νομάρχες, υπουργούς και διευθυντές να εξευτελίζονται κολακεύοντας τον ευνοούμενο της τσαρίνας. Ο ίδιος ο Ρασπούτιν, αν άλλαζε γνώμη για την ικανότητα κάποιου στελέχους, έπειθε την Αλεξάνδρα να τον διώξει, λέγοντας απλά ότι «μπήκε ο διάβολος μέσα του» και κολακεύοντας ταυτόχρονα τη δική της αφέλεια λέγοντας ότι «βλέπει τον Χριστό να στέκει στο πλάι της».

Η πρώτη απόπειρα δολοφονίας του

Η αυξανόμενη υστερία για τον Ρασπούτιν είχε έλθει σε μια εποχή πολέμου, όπου οι ήττες του στρατού και οι στερήσεις βάραιναν πολύ στη συνείδηση όλων ώστε να μην ανέχονται πλέον τη δύναμη ενός ημι-αναλφάβητου αγρότη στην εξουσία. Παράλληλα, οι άνθρωποι που γνώριζαν από κοντά τη συμπεριφορά του έκριναν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τη χώρα. Ακολούθησαν έτσι κάποιες απόπειρες δολοφονίας του Ρασπούτιν, που όμως απέτυχαν. Σύμφωνα με το βιβλίο του Greg King «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Ρασπούτιν» (The Man Who Killed Rasputin), στις 29 Ιουνίου του 1914 όταν εκείνος είχε επισκεφτεί τη γυναίκα και τα παιδιά του στη γενέτειρά του, στη Σιβηρία, του επιτέθηκε με μαχαίρι μία πρώην πόρνη, η Χιονία Γκούσεβα, που είχε γίνει μαθήτρια του μοναχού Ηλιοδώρου. Ο Ηλιόδωρος ήταν κάποτε φίλος του Ρασπούτιν, αλλά τον είχε σιχαθεί λόγω της συμπεριφοράς του προς την βασιλική οικογένεια, την οποία χρησιμοποιούσε μεν, αλλά μιλούσε άσχημα γι’ αυτήν. Ο Ηλιόδωρος είχε σχηματίσει μια ομάδα από γυναίκες, τις οποίες είχε βλάψει ο Ρασπούτιν, με σκοπό να τον δυσφημίσει ή και να τον σκοτώσει. Η Γκούσεβα μαχαίρωσε τον Ρασπούτιν στην κοιλιά, κι όταν είδε τα σπλάχνα του να ξεπροβάλλουν φώναξε «σκότωσα τον αντίχριστο!». Όμως ο Ρασπούτιν χειρουργήθηκε και επέζησε. Η κόρη του Μαρία σημειώνει ότι μετά από αυτή την επέμβαση δεν ήταν πια ο ίδιος. Συχνά κουραζόταν εύκολα και έπαιρνε όπιο κατά του πόνου. Επίσης, δεν μπορούσε πλέον να μετακινηθεί πουθενά χωρίς την προσωπική του φρουρά.

Το τέλος του Ρασπούτιν

Εναντίον του Ρασπούτιν οργανώθηκε συνωμοσία, στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα του συγγενικού περιβάλλοντος του Τσάρου, με σκοπό να τερματιστούν τα απανωτά πλήγματα που δεχόταν η μοναρχία σε μια τόσο ταραγμένη εποχή, την οποία τελικά θα ακολουθούσε η περίφημη Ρωσική επανάσταση. Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Δεκεμβρίου 1916, ο σύζυγος της ανιψιάς του Τσάρου, Γιουσούποφ, προσκάλεσε τον Ρασπούτιν στο σπίτι του και του προσέφερε δηλητηριασμένο κρασί και γλυκό.

Το τέλος του Ρασπούτιν όμως ήταν εξίσου επεισοδιακό με τη ζωή του. Ενώ ήπιε το δηλητηριασμένο κρασί, ζητά δεύτερο ποτήρι, τρώει και τα γλυκά, όμως δεν δείχνει κανένα ίχνος αδιαθεσίας. Υπάρχει η θεωρία ότι η ζάχαρη εξουδετέρωσε την επίδραση του δηλητηρίου. Έτσι, ο Γιουσούποφ τον πλησιάζει και του ρίχνει μια σφαίρα στην καρδιά. Ο Ρασπούτιν όμως καταφέρνει να συρθεί φωνάζοντας μέχρι την αυλή, όπου τον προφταίνουν και του αδειάζουν ολόκληρο γεμιστήρα επάνω του. Κατόπιν, πήραν το σώμα του, το τύλιξαν μέσα σ’ ένα χοντρό ύφασμα, του έδεσαν ένα βαρίδι και το φόρτωσαν σε ένα αμάξι για να το ρίξουν στο παγωμένο ποτάμι. Καθώς το ξεφόρτωναν όμως, διαπίστωσαν ότι το σώμα του ακόμα κινείτο και την επόμενη μέρα όλη η Ρωσία γνωρίζει ότι ο Ρασπούτιν δεν έπαψε ν’ ανασαίνει παρά μόνο μετά το ρίξιμό του στον ποταμό. Αυτό ήταν αρκετό ώστε τα λαϊκά αναγνώσματα να δημιουργήσουν ένα θρύλο γύρω από τον Ρασπούτιν, κάνοντας τους χωρικούς να φοβούνται το στοιχειωμένο πνεύμα του.

Υπάρχει ακόμα αναφορά ότι, καθώς έκαιγαν τη σωρό του στην πυρά, πολλοί μάρτυρες τον είδαν να «ανακάθεται» μέσα από τις φλόγες, γεγονός που ενίσχυσε το μύθο που είχε δημιουργηθεί γύρω από το πρόσωπό του. Οι επιστήμονες λένε πως αυτό το συμβάν οφείλεται στο ότι δεν προετοίμασαν τη σορό πριν την αποτέφρωση, διαδικασία που περιλαμβάνει το σπάσιμο των συνδέσμων των οστών. Έτσι, από την υπερβολική θερμότητα αυτοί συσπώνται και λυγίζουν και το αποτέλεσμα ήταν η ψευδαίσθηση ότι το πτώμα ανακάθισε στην πυρά!

Κινήσεις για την αποκατάστασή του

Για κάποιους Ρώσους, ο Ρασπούτιν παρέμεινε σύμβολο των αγροτικών τάξεων, και μέχρι σήμερα θέλουν να πιστεύουν ότι αυτά που λέγονταν εναντίον του ήταν απλώς φήμες. Μετά την κατάρρευση του  κομμουνισμού το 1993, κάποιοι Ρώσοι εθνικιστές προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη φήμη του, ενώ μερικοί πρότειναν έως και την αγιοποίησή του. Όμως, νέα στοιχεία, που προέρχονταν από τις σημειώσεις αυτών που παρακολουθούσαν επί πληρωμή το σπίτι του Ρασπούτιν, και κατέγραφαν πότε έφευγε, πότε επέστρεφε και ποιοι τον επισκέπτονταν, ανέτρεψαν τους ισχυρισμούς περί αγιότητας. Σχολιάζοντας το αίτημα αγιοποίησής του, ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος είπε το 2003:«Αυτό είναι τρέλα! Ποιος θα ήθελε να παραμείνει σε μια εκκλησία που τιμά το ίδιο τους δολοφόνους με τους μάρτυρες, τους ακόλαστους με τους αγίους;»

Όμως, βιβλία που εκδόθηκαν το 1919 ισχυρίζονται ότι οι πηγές από ανθρώπους που παρακολουθούσαν τον Ρασπούτιν είναι αμφισβητήσιμες, καθώς εκείνοι μπορεί να έγραφαν αυτά που ζητούσαν εκείνοι που τους πλήρωναν. Πάντως, η ενασχόληση του κόσμου με τον Ρασπούτιν δεν έχει σταματήσει.

Παιδιά του Ρασπούτιν

Η θεωρούμενη και μοναδική του κόρη, Μαρία, πέθανε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1977 σε προάστιο του Λος Άντζελες.

https://el.wikipedia.org/wiki/Γκριγκόρι_Ρασπούτιν

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831)

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: Иоанн Каподистрия‎, ιταλικά: Giovanni Capodistria‎) (Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο, π.ημ. 27 Σεπτεμβρίου / ν.ημ. 9 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Τα πρώτα χρόνια του Ιωάννη Καποδίστρια

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία
Ο Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 10 Φεβρουαρίου του 1776 και ήταν το έκτο παιδί του Αντωνίου – Μαρία Καποδίστρια, δικηγόρου στο επάγγελμα, και της Διαμαντίνας Γονέμη, κόρης αριστοκρατικής οικογένειας με καταγωγή από την Κύπρο. Καταγόταν από παλιά κερκυραϊκή οικογένεια και συγκεκριμένα από τους Καποδίστρια της Συνοικίας των Τειχών (de la contrada delle mura). Η καταγωγή των Καποδίστρια ήταν από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής (Capo d’Istria), ενώ κατ’ άλλους από τη Βενετία. Το αρχικό της όνομα ήταν Βιττόρι, ενώ πρώτος ονομάστηκε Καποδίστριας ο Βίκτωρ Βιττόρι που κατέφυγε το 1373 στην Κέρκυρα για πολιτικούς λόγους. Το 1477 η οικογένεια αναφέρεται στην Χρυσή Βίβλο (Libro d’oro) των ευγενών της νήσου, ως καθολική.  Όλοι οι απόγονοι των Νικολάου και Αντωνίου Καποδίστρια είχαν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του κόμη, τίτλος που τους είχε απονείμει ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, δούκας της Σαβοΐας, το 1689. Η αναγνώριση του τίτλου από τη Δημοκρατία της Βενετίας πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1796. Η οικογένεια Γονέμη ήταν γραμμένη στη Χρυσή Βίβλο από το 1606. Ανάδοχός του ήταν ο Κώστας Αδάμης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φοίτησε στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης, όπου έμαθε Λατινικά, Ιταλικά και Γαλλικά και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βενετία. Την περίοδο 1795–1797 σπούδασε Ιατρική στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα και μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε αμέσως στην Κέρκυρα όπου άσκησε το ιατρικό επάγγελμα αφιλοκερδώς. Στο ίδιο πανεπιστήμιο σπούδασε επίσης Νομική και Φιλοσοφία. Στις 12 Απριλίου 1799 διορίστηκε, από τον ναύαρχο Καντίρ, διευθυντής του οθωμανικού νοσοκομείου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ιόνιος Πολιτεία

Η πρώτη ανάμειξή του Ιωάννη Καποδίστρια με την πολιτική σκηνή της Ιονίου Πολιτείας πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1801, όταν και κλήθηκε να αντικαταστήσει τον πατέρα του, Αντώνιο – Μαρία Καποδίστρια, στην αποστολή που είχε αναλάβει μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο για την αποκατάσταση της τάξης στην Κεφαλονιά. Στις 27 Απριλίου 1801 αποβιβάστηκε μαζί με τον Σιγούρο στην Κεφαλονιά και με την ιδιότητα των αυτοκρατορικών επιτρόπων έπαυσαν τις τοπικές αρχές αναλαμβάνοντας οι ίδιοι προσωπικά την διοίκησή του νησιού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, και αφού είχε αποκατασταθεί πλήρως η τάξη, επέστρεψαν στην Κέρκυρα. Έναν χρόνο αργότερα συμμετέχει στην ίδρυση του Εθνικού Ιατρικού Συλλόγου, του οποίου διετέλεσε γραμματέας, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους κλήθηκε να μεταβεί, για άλλη μια φορά, στην Κεφαλονιά προκειμένου να αποκαταστήσει την ομαλότητα.

Τον Απρίλιο του 1803 αναλαμβάνει την θέση του γραμματέα του κράτους στο τμήμα εξωτερικών υποθέσεων έχοντας ως αρμοδιότητα την αλληλογραφία με τους επιτετραμμένους της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Στις 24 Νοεμβρίου εκφώνησε εκ μέρους της Γερουσίας τον επικήδειο του Σπυρίδωνος Γεωργίου Θεοτόκη, προέδρου της Επτανησιακής Γερουσίας. Τον Μάρτιο του 1804 τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου 6ου βαθμού από τον Τσάρο Αλέξανδρο. Τον Μάιο του 1805, ύστερα από πρόταση του Ρώσου πληρεξούσιου, η Γερουσία εξέλεξε δεκαμελή επιτροπή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προκειμένου να συντάξει έκθεση με τις διατάξεις του συντάγματος που θα έπρεπε να αναθεωρηθούν. Η έκθεση παραδόθηκε τον επόμενο χρόνο και οι μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Τον Μάιο του 1806 έληξε η θητεία του ως γραμματέα του κράτους και τον επόμενο μήνα ανέλαβε τη διεύθυνση της δημόσιας σχολής της Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί με δική του πρωτοβουλία.

Στις εκλογές του 1806 ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη όγδοος σε ψήφους στην Κέρκυρα. Ο Καποδίστριας διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Ρώσο πληρεξούσιο Γεώργιο Δ. Μοτσενίγο, του οποίου ήταν προστατευόμενος. Εξελέγη γραμματέας της Γερουσίας και στη συνέχεια γραμματέας και εισηγητής της επιτροπής που θα συνέτασσε το σχέδιο του νέου συντάγματος. Από τη θέση αυτή ήρθε σε διαφωνία με τον Ρώσο πληρεξούσιο, καθώς οι αλλαγές που πρότεινε ο πρώτος ήταν κατά πολύ πιο φιλελεύθερες σε σχέση με αυτές της ρωσικής αυλής. Παρ’ όλα αυτά και μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε ο Καποδίστριας εισηγήθηκε στη γερουσία την ψήφιση του συντάγματος με το επιχείρημα ότι κανένα άλλο σύνταγμα δεν είχε εγκριθεί και ότι μόνο αυτό που είχε προτείνει ο Μοτσενίγος θα τύγχανε έγκρισης από τη ρωσική αυλή.

Στις 2 Ιουνίου 1807 η γερουσία τον διόρισε έκτακτο επίτροπο στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) με ουσιαστικό σκοπό την άμυνα του νησιού από τους Οθωμανούς. Ουσιαστικά βρισκόταν υπό τις διαταγές του Ρώσου στρατηγού, ανήκε δηλαδή στη ρωσική υπηρεσία. Μαζί με τον Καποδίστρια έφτασαν 300 Ρώσοι στρατιώτες, καθώς και ο μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος. Υπό την προστασία των Ρώσων ο Ιωάννης Καποδίστριας συνεργάστηκε με τους αρματολούς, οργανώνοντας μάλιστα και την περίφημη μυστική συνέλευση των κλεφτοαρματολών όπου συμμετείχαν όλοι οι οπλαρχηγοί που είχαν καταφύγει στη Λευκάδα (Βαρνακιώτης, Μπουκουβάλας, Μπότσαρης). Στη συνέλευση αυτή, ο Καποδίστριας αναγνώρισε τον Αντώνη Κατσαντώνη ως γενικό αρχηγό των κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα. Όμως η συνθήκη του Τιλσίτ που συνομολογήθηκε μεταξύ Ρώσων και Γάλλων επανέφερε το παλαιό καθεστώς, με αποτέλεσμα ο Καποδίστριας να ανακληθεί πίσω στην Κέρκυρα και οι Έλληνες οπλαρχηγοί να απομονωθούν, παρά τις ρητές οδηγίες του προς τη Γερουσία με τις οποίες συμβούλευε το σώμα να κρατήσει ανεκτική στάση απέναντι στους κλέφτες, έτσι ώστε οι τελευταίοι αφενός να φθείρουν τα στρατεύματα του Αλή Πασά και αφετέρου να τον κρατούν μακριά από τη Λευκάδα.

Αν και ο Γάλλος στρατηγός Μπερτιέ (Berthier) του προσέφερε αξιώματα, ο Ιωάννης Καποδίστριας αρνήθηκε να τα δεχτεί προσμένοντας κάποια καλύτερη πρόταση από τη Ρωσία, με τους αξιωματούχους της οποίας διατηρούσε άριστες σχέσεις.

Διπλωματική σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια

Η πρόταση που περίμενε από τη Ρωσία ήρθε τον Μάιο του 1808, όταν ο κόμης Νικόλαος Πέτροβιτς Ρουμιάντσεφ, επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, του έστειλε επιστολή με την οποία, αφού του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του ιππότη Β’ Τάξεως του τάγματος της Αγίας Άννας, τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έφτασε τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Τελικώς ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως κρατικός σύμβουλος. Αφού παρέμεινε για δύο χρόνια στην Αγία Πετρούπολη, διορίστηκε στις 20 Αυγούστου 1811 ακόλουθος στην πρεσβεία της Βιέννης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1812. Επόμενος σταθμός στην πορεία του ήταν το Βουκουρέστι, όπου διορίστηκε ως αξιωματούχος με πολιτικά καθήκοντα στη στρατιά του Δούναβη. Εκεί συνδέθηκε με τον ναύαρχο Τσιτσαγκώφ, του οποίου έγινε σύμβουλος και διευθυντής του διπλωματικού του γραφείου. Για τις υπηρεσίες του αυτές τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου εν ενεργεία. Την ίδια εποχή ο ναύαρχος Τσιτσαγκώφ αντικαταστάθηκε λόγω δυσμένειας από τον στρατηγό Μπάρκλει ντε Τόλλυ (Barclay de Tolly) χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει τον Καποδίστρια, στον οποίο απονεμήθηκε το παράσημο Γ’ Τάξεως του Αγίου Βλαδίμηρου. Τον Οκτώβριο του 1813 παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο με τον Μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας.

Η άνοδος του Καποδίστρια στη ρωσική αυτοκρατορική Αυλή επιβεβαιώθηκε με τον διορισμό του πρώτου από τον Τσάρο Αλέξανδρο ως μυστικού απεσταλμένου στην Ελβετία με σκοπό να προσεταιριστεί την φιλικά προσκείμενη προς την Γαλλία κυβέρνηση. Εκτός από τον Καποδίστρια, διορίστηκε και ο βαρόνος Λεμπτσέλτερν (Lebzeltern), εκ μέρους της αυστριακής πλευράς, καθώς η αποστολή ήταν κοινή. Παρόλα αυτά οι σκοποί δεν ήταν ακριβώς ίδιοι, καθώς οι Ρώσοι ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της Ελβετίας, ενώ οι Αυστριακοί να εγκαθιδρύσουν φίλα προσκείμενη κυβέρνηση και να εξασφαλίσουν άδεια διέλευσης των αυστριακών στρατευμάτων από την ελβετική επικράτεια. Ο Λεμπτσέλτερν εργάστηκε μυστικά υπό τις οδηγίες του Μέτερνιχ προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στις 20 Δεκεμβρίου 1813 κάλεσε τον Καποδίστρια και του ζήτησε να υπογράψει διακοίνωση, με την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα θα επιτρεπόταν να εισέλθουν στην ελβετική επικράτεια μέχρι να εξασφαλίσουν τα εδάφη που η Γαλλία είχε αποσπάσει από την Ελβετία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος ότι η διακοίνωση ήταν έργο της αυστριακής κυβέρνησης, αρνήθηκε να την υπογράψει, αλλά λίγο αργότερα άλλαξε γνώμη. Αφού την υπέγραψε εκ μέρους της ρωσικής πλευράς, αποχώρησε για τη Βάδη, όπου βρισκόταν το στρατηγείο του Τσάρου. Ο τελευταίος περίμενε ότι ο Καποδίστριας δεν θα είχε υπογράψει τη διακοίνωση. Εξεπλάγη, όμως, όταν ο νεαρός διπλωμάτης του ανέφερε ότι έπραξε το αντίθετο. Σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η ανακοίνωση της διακοίνωσης και η εισβολή του αυστριακού στρατού στην Ελβετία, θα είχαν ως αποτέλεσμα τον διχασμό των κατοίκων και παράλληλα να παρουσιαστούν οι Αυστριακοί ως υποκινητές πραξικοπήματος. Συνέστησε μάλιστα στον Τσάρο να ζητήσει την αποκήρυξη της διακοίνωσης, μιας και οι Αυστριακοί δε θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υπογραφή του μυστικού πράκτορά τους, πράγμα το οποίο και έγινε. Το αποτέλεσμα των διπλωματικών κινήσεων του Καποδίστρια ήταν οι Αυστριακοί να χάσουν κάθε έρεισμα στην Ελβετία, η οποία εξασφάλισε την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της.

Οι διπλωματικές εξελίξεις στη Ζυρίχη συνεχίζονταν χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αφού τα ομόσπονδα κράτη της Ελβετίας διαφωνούσαν μεταξύ τους. Ο Τσάρος Αλέξανδρος διόρισε τον Καποδίστρια έκτακτο απεσταλμένο του και πληρεξούσιο υπουργό για την Ελβετία. Από τη θέση αυτή έφτιαξε το ελβετικό Σύνταγμα και συνεισέφερε με προσωπικά προσχέδια στο ελβετικό πολιτειακό σύστημα το οποίο προέβλεπε αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας. Συγκεκριμένα, απέστειλε υπόμνημα προς τον πρόεδρο της Δίαιτας (βουλής) με τα βασικά στοιχεία που θα έπρεπε να περιέχει το Σύνταγμα. Πράγματι, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το υπόμνημα ακολουθήθηκε. Η συμμετοχή της Γενεύης στο νέο αυτό κρατίδιο ήταν καθαρά δική του πρωτοβουλία. Ανέλαβε και έφτιαξε δηλαδή ένα νέο ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα που ένωσε επιτυχώς τα διάφορα καντόνια. Θεωρείται πάντα ο πρώτος επίτιμος πολίτης της Ελβετίας καθώς με δικά του χρήματα σπούδασαν 300 Ελληνόπουλα στην Ευρώπη αλλά και ο ένας εκ των δυο δολοφόνων του σπούδασε με χρήματά του.

Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι προκειμένου να συνομιλήσει με τον Τσάρο για το θέμα των Επτανήσων, δίχως όμως να λάβει κάποια διαβεβαίωση. Κατά την παραμονή του παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό β΄ τάξεως, του Αγίου Βλαδίμηρου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο της Βιέννης, συνέδριο σταθμός για την ευρωπαϊκή ιστορία, στο οποίο συμμετείχε ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας. Στα τέλη του 1814 διορίστηκε αντιπρόσωπος της Ρωσίας στις επίσημες συνεδριάσεις της Επιτροπής των Πέντε, ενώ τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Λεοπόλδου και τον Μεγαλόσταυρο του Ερυθρού Αετού, από τον βασιλιά της Αυστροουγγαρίας και της Πρωσίας αντίστοιχα. Η παρουσία του Καποδίστρια στη Βιέννη πρέπει να θεωρείται καταλυτική, καθώς με τις συμβουλές του επηρέαζε αποφασιστικά τον Τσάρο. Κατά τον ιππότη φον Γκεντς, σύμβουλο του Μέτερνιχ, η τελική πράξη του συνεδρίου που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815 ήταν δημιούργημα του Καποδίστρια και του ιδίου.

Το 1815 ίδρυσε τη Φιλόμουσο εταιρεία μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Άνθιμο Γαζή, τον Στούρτζα κ.α. Σκοπός της εταιρείας ήταν να βοηθήσει νεαρούς Έλληνες να σπουδάσουν. Τα μέλη της ήταν με το πλευρό των Ρώσων γι΄ αυτό και η αυστριακή αστυνομία παρακολουθούσε τις δραστηριότητές της. Με την είσοδο των συμμαχικών δυνάμεων στο Παρίσι μετά τη μάχη του Βατερλώ, ο Καποδίστριας ανέλαβε την εκπροσώπηση της Ρωσίας στην ομώνυμη συνδιάσκεψη, όπου προσπάθησε να επιβάλει τις ρωσικές απόψεις, επιτυγχάνοντας την ακεραιότητα της Γαλλίας και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Με δική του παρέμβαση πέτυχε η Ιόνιος Πολιτεία να αποκτήσει τα βασικά χαρακτηριστικά κράτους δηλαδή σύνταγμα, ένοπλες δυνάμεις, εκλεγμένη κυβέρνηση και σημαία. Η συνθήκη της 5ης Νοεμβρίου 1815 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του Καποδίστρια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Τσάρος Αλέξανδρος

Μετά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων, ο Τσάρος διόρισε τον Καποδίστρια γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων. Ήδη από το 1814 ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να αφήσει κενή τη θέση του υπουργού Εξωτερικών και να χειριστεί μόνος του την εξωτερική πολιτική, διορίζοντας όμως ως γραμματέα του επί των Εξωτερικών Υποθέσεων τον Νέσελροντ. Τον επόμενο χρόνο (1815) διόρισε και δεύτερο γραμματέα, αυτή τη φορά τον Καποδίστρια, ο οποίος του απάντησε «Μεγαλειότατε, δέχομαι ευχαρίστως το υψηλό αυτό αξίωμα με έναν όρο. Να μην γίνω υπήκοος αλλά υπάλληλός σας». Ο Νέσελροντ είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια από καιρό, οπότε ουσιαστικός διαχειριστής των εξωτερικών υποθέσεων ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος συμβούλευε τον Τσάρο για όλα τα θέματα. Ως γραμματέας πλέον επί των εξωτερικών, ο Καποδίστριας συμμετείχε στο συνέδριο του Άαχεν και στη διάσκεψη του Κάρλσμπαντ. Μετά το τέλος των διπλωματικών του υποχρεώσεων ζήτησε και έλαβε άδεια για να ταξιδέψει στην πατρίδα του, την Κέρκυρα. Μετά από παραμονή δύο μηνών αναχώρησε για την Ιταλία και στη συνέχεια για το Λονδίνο, όπου έτυχε ψυχρής υποδοχής. Στις συζητήσεις του με τους Άγγλους αξιωματούχους σχετικά με το ζήτημα των Ιονίων νήσων δε βρήκε ανταπόκριση με αποτέλεσμα να αποχωρήσει άπρακτος για την Αγία Πετρούπολη.

Το 1820 και 1821 συμμετείχε στα συνέδρια του Τροππάου και του Λάιμπαχ. Στα δύο αυτά συνέδρια ο Τσάρος Αλέξανδρος, επηρεασμένος από τον Μέτερνιχ, ακολούθησε την πολιτική της Αυστρίας παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον Καποδίστρια. Στο συνέδριο του Λάιμπαχ ήρθε η είδηση για την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Ο Υψηλάντης μάλιστα απέστειλε επιστολή στον Τσάρο ζητώντας του τη βοήθειά του. Η απάντηση του Τσάρου ήταν η επίσημη καταδίκη της Επανάστασης, η απόταξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και η άδεια εισόδου του οθωμανικού στρατού στις Ηγεμονίες, μέτρα που στον Υψηλάντη ειδικά ανακοινώθηκαν με επιστολή γραμμένη και υπογεγραμμένη από τον Καποδίστρια. Παρ’ όλα αυτά, ο Καποδίστριας μυστικά πίεζε τον Τσάρο να ταχθεί υπέρ των Ελλήνων. Στο δε συνέδριο έδωσε πραγματική μάχη για να μην αποσταλεί βοήθεια προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι ξένες δυνάμεις να κρατήσουν αυστηρή ουδετερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο κινήσεων εξηγείται και το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη στον Σουλτάνο ύστερα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τις σφαγές των Ελλήνων. Η διαφωνία μεταξύ Τσάρου και Καποδίστρια δεν άργησε να εκδηλωθεί. Ο δεύτερος υποστήριζε την ανάληψη μονομερούς ενέργειας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ο πρώτος ενδιαφερόταν μόνο για τη στάση του Λονδίνου. Από τα τέλη του 1821 ο Καποδίστριας είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια και στις αρχές του 1822 ο Τσάρος αποφάσισε να αφαιρέσει τη διαχείριση του ανατολικού ζητήματος από τον Καποδίστρια. Το Φεβρουάριο του 1822 ο Τσάρος απέστειλε στη Βιέννη, εν αγνοία του Καποδίστρια, τον Τατίτσεφ με εντολές να εξουσιοδοτήσει τον Μέτερνιχ να διαπραγματευθεί για λογαριασμό της Ρωσίας με την Υψηλή Πύλη. Λίγες μέρες πριν ο Αυστριακός πρεσβευτής είχε παραπονεθεί στον Τσάρο ότι ο Καποδίστριας επίτηδες συκοφαντούσε τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας στον Τσάρο προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του σχετικά με το ανατολικό ζήτημα.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Επανάσταση

Ο παραγκωνισμός του στην αυλή από τον Νέσελροντ και η συνεχής διαφωνία του με τον Τσάρο τον ανάγκασαν να ζητήσει ιδιαίτερη ακρόαση από τον τελευταίο. Σε αυτή του ανακοίνωσε τη διαφωνία του σχετικά με τη νέα εξωτερική πολιτική. Απότοκος της συζήτησης αυτής ήταν η παραχώρηση άδειας για λόγους υγείας στον Καποδίστρια. Ο Τσάρος απέφυγε να τον απομακρύνει από την θέση του υπουργού Εξωτερικών για να μη γίνει γνωστή η διαφωνία τους. Στις 19 Αυγούστου 1822 αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη, αφού πρώτα παραιτήθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση, και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, προκειμένου να βοηθήσει την Ελληνική Επανάσταση. Εκεί συναναστρεφόταν με τον γνωστό τραπεζίτη Εϋνάρδο και έκανε τα πάντα για την επαναστατημένη Ελλάδα ενισχύοντας τον φιλελληνισμό. Παράλληλα, πραγματοποιούσε επαφές με διακεκριμένες προσωπικότητες, όπως τον Στράτφορντ Κάνινγκ (Stratford Canning), ξάδελφο του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Γεώργιου Κάνινγκ και πρεσβευτή της στην Κωνσταντινούπολη κ.α.

Ο Καποδίστριας ανήκε, τουλάχιστον τυπικά και επισήμως, σ’ εκείνους που πίστευαν ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα, δεν είχαν ωριμάσει δηλαδή οι συνθήκες, για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Όπως αφηγείται ο ίδιος, το 1818, οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Πανταζόγλου «προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα ρωσσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον». Η απάντησή του ήταν ότι από την ημέρα της ελευθερίας «η κοινή ημών πατρίς ευρίσκεται ακόμη μακράν». Η άρνησή του προς τον Γαλάτη ν’ αναλάβει την αρχή της Φιλικής Εταιρείας μπορεί ν’ αποδοθεί στο ότι το άτομο εκείνο δεν του ενέπνευσε καμιάν εμπιστοσύνη και στο υπόμνημά του ο ίδιος χαρακτηρίζει τον Γαλάτη «τυχοδιώκτη». Αλλά και προς τον Ξάνθο η ίδια άρνηση και τα ίδια περίπου λόγια : ν’ αποτραπούν «διά παντός τρόπου οι Έλληνες από των ολεθρίων τούτων βουλευμάτων». Προσπάθησε τέλος να συγκρατήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, λέγοντάς του τη γνώμη του για τους Εταιριστές : «ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον … ελεεινοί … αφαιρούντες νυν το χρήμα των αφελών ψυχών … προφυλαχθήτε από τοιούτους άνδρας». Κι όταν ο Υψηλάντης προχώρησε στην κήρυξη της Επανάστασης, ο Ιωάννης Καποδίστριας τον κατηγόρησε ότι με τις «ανόητες προκηρύξεις του» ενίσχυε τις κατηγορίες περί ιακωβινισμού που εκτοξεύονταν από Μέτερνιχ και άλλους. Βέβαια, όταν πια δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής, «ηγωνίσθη εκ παντός τρόπου να πείση τον αυτοκράτορα [Αλέξανδρο] εις άμεσον πολεμικήν παρέμβασιν».

Ο Ιωάννης Καποδίστριας Κυβερνήτης της Ελλάδας

Την ιδέα να κληθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδας την είχε διατυπώσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην από 27-10-1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης επίσης υπέγραψε πρόσκληση του Καποδίστρια το 1822 και ο Πετρόμπεης το 1824. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1827, στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε Κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο Κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το Σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως θα αναθεωρείτο από τη Συνέλευση. Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα διαδραμάτισε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχηγός του Αγγλικού κόμματος τότε, αν και αρχικά ήταν κατά της εκλογής του. Άλλαξε όμως γνώμη στη συνέχεια και ήταν αυτός που υφήρπασε την έγκριση του Άγγλου μοιράρχου Χάμιλτον, που είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Στράτφορντ Κάνινγκ. Παρά ταύτα η εκλογή του θεωρήθηκε ως ήττα της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας. Και είναι γεγονός ότι μεταξύ Καποδίστρια και Αγγλίας υπήρχε αμοιβαία δυσπιστία.

Πριν δεχθεί την πρόταση που του έγινε, ο Ιωάννης Καποδίστριας επισκέφθηκε την Πετρούπολη προκειμένου να αποδεσμευθεί επισήμως από την υπηρεσία του Τσάρου. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Λονδίνο, όπου έφτασε σε ατυχή συγκυρία, δεδομένου ότι την επομένη της άφιξής του κηδευόταν ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Η υποδοχή που του έγινε εκεί ήταν τουλάχιστον ψυχρή. Ύστερα από σύντομη παραμονή στο Παρίσι, όπου έγινε θερμά δεκτός, αναχώρησε για την Αγκώνα, όπου έφτασε στις 8 Νοεμβρίου. Εκεί θα τον παρελάμβανε αγγλικό πλοίο να τον μεταφέρει στην Ελλάδα. Παρέμεινε όμως εκεί για 49 μέρες και κατόπιν το πλοίο που τον παρέλαβε στις 26 Δεκεμβρίου, αντί να τον μεταφέρει στην Κέρκυρα να προσκυνήσει τους τάφους των προγόνων του και κατόπιν στην Ελλάδα, κατά παράβαση της συμφωνίας του με τους Άγγλους, τον μετέφερε στην Μάλτα, όπου συναντήθηκε με τον ναύαρχο Κόδριγκτον για να τον ενημερώσει για τις διαθέσεις της πολιτικής της Αγγλίας, που στο μεταξύ, μετά τον θάνατο του Κάνιγκ, είχε μετατοπιστεί σε λιγότερο φιλελληνικές θέσεις. Ο Κόδριγκτον του είπε χαρακτηριστικά πως ενδιαφέρεται μόνο για τα συμφέροντα της χώρας του.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας απέπλευσε επιτέλους από τη Μάλτα για την Ελλάδα στις 14 Ιανουαρίου, με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Warspite 74, με συνοδεία δύο ακόμη πολεμικών πλοίων, ενός γαλλικού κι ενός ρωσικού. Αυτή η ιδιότυπη συμπεριφορά (πολιτικό καθαρτήριο) των Άγγλων απέναντι στον κυβερνήτη της Ελλάδας σκοπό είχε να καταστήσει σαφές ότι η Αγγλία δεν θα δεχόταν καμία προσπάθεια του Καποδίστρια για επέκταση των συνόρων του νεοπαγούς κράτους και θα έπρεπε να αρκεστεί σε αυτά που καθόριζε η Συνθήκη της 6ης Ιουλίου, δηλαδή αυτονομία και όχι ανεξαρτησία και σύνορα που καθόριζε η γραμμή Αχελώου-Μαλιακού, καθώς και να αποστασιοποιηθεί («αποστειρωθεί») από την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας ως πρώην υπουργός εξωτερικών αυτής.

Στις 18 Ιανουαρίου 1828, δέκα μήνες μετά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έφτασε στο Ναύπλιο, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Λίγο αργότερα αποφασίστηκε το Ναύπλιο να ξαναγίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

Η εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Το γραφείο και το κάθισμα του Ιωάννη Καποδίστρια όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Το γραφείο και το κάθισμα
του Ιωάννη Καποδίστρια

Στο εσωτερικό της χώρας ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, καθώς ο ίδιος υπήρξε θιασώτης του δόγματος της πεφωτισμένης δεσποτείας ήταν η αναστολή του Συντάγματος και η διάλυση της Βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της Βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η Κεντρική Γραμματεία, είδος υπουργικού συμβουλίου διοικούμενου από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Αρχικά είχε δεσμευθεί για τη διενέργεια εκλογών τον Απρίλιο του 1828, στη συνέχεια όμως προχώρησε στην αναβολή τους, λόγω της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στο εσωτερικό. Όταν αυτές διεξήχθησαν, διατυπώθηκαν βάσιμες κατηγορίες για νοθεία. Αν και κυβερνήτης, ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συνεργατών του, ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό από πληρεξούσιος και αναχώρησε για την Ύδρα. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε και για τη δημιουργία δικαστηρίων θεσπίζοντας και κώδικα πολιτικής δικονομίας.

Μία από τις πρώτες κινήσεις του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης. Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της Κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των μέχρι τότε τοπαρχών. Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το τουρκικό γρόσι. Όσον αφορά στην εκπαίδευση, κατασκεύασε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, καθώς και το Ορφανοτροφείο Αίγινας, σε μια προσπάθεια να οργανώσει το σχεδόν ανύπαρκτο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ίδρυσε όμως πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία). Μερίμνησε επίσης για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, όπου έστειλε τον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα.

Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (διευθυντής της οποίας ανέλαβε ο Θανάσης Βάγιας) και ενθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας, για την οποία είχαν ήδη γίνει κάποιες ενέργειες τα προηγούμενα χρόνια.

Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η οποία όμως απέτυχε είτε γιατί, κατά μία άποψη, το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτό θεσμό.

Αν και δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα, πραγματοποίησε διώξεις εναντίον του Τύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των εφημερίδων ΑνεξάρτητοςΗώς και Απόλλων, που είτε έκλεισαν λόγω αντικυβερνητικών θέσεων είτε οι εκδότες τους διώχθηκαν. Σφοδρή κριτική υπήρξε και για την τοποθέτηση των δύο αδελφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αρχιναυάρχου και αρχιστράτηγου αντίστοιχα. Κατά γενική ομολογία, και οι δύο θεωρούντο ακατάλληλοι για τις θέσεις αυτές, ενώ κάποιοι ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του κυβερνήτη.

Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε τον Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των Συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ (Sax-Coburg), ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια. Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα εκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Καποδίστριας λόγω της ισχνής οικονομικής κατάστασης του κράτους επιχείρησε να συνάψει δάνειο με τράπεζες του εξωτερικού, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε λόγω των αντιδράσεων της Μεγάλης Βρετανίας. Παρόλα αυτά η Ρωσία και η Γαλλία ανέλαβαν να ενισχύσουν οικονομικά την Ελλάδα, ενώ ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε ο Τσάρος, αποστέλλοντας 3.750.000 γαλλικά φράγκα.

Ως κυβερνήτης ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους.

Αντιπολίτευση και δολοφονία

Η δολοφονία του Καποδίστρια (πίνακας του Διονύσιου Τσόκου)
Η δολοφονία του Καποδίστρια

Πέραν των πιεστικότατων οικονομικών, κοινωνικών και διπλωματικών προβλημάτων, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά εμπόδια στην πολιτική του για την οικοδόμηση του νεοπαγούς ελλαδικού κράτους: πρώτον την εχθρότητα Γαλλίας και Αγγλίας, τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των οποίων στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού κράτους έξω από τον έλεγχό τους ή, χειρότερα, υπό την επιρροή της Ρωσίας, δεύτερον, τους φατριασμούς και τα τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, Φαναριωτών και πλοιοκτητών, οι οποίοι και επεδίωκαν διατήρηση των προνομίων και συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Εν τέλει ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων προετοίμασε το έδαφος και οδήγησε στην πολιτική και φυσική εξόντωση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας στις 9 Οκτωβρίου 1831 (27 Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο).

Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Ιωάννης Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Ιωάννη Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέλφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγορούσαν για δεσποτισμό, καθώς δεν δεχόταν να παρουσιάσει συνταγματικό χάρτη, ενώ καθυστερούσε τη διενέργεια εθνοσυνέλευσης. Ο ίδιος, απαντώντας στις αιτιάσεις έκανε λόγο για άλλες προτεραιότητες, όπως η ίδρυση σχολείων (αλληλοδιδακτικά, τεχνικές σχολές) και διανομή καλλιεργήσιμων γαιών στους φτωχούς ακτήμονες. Με τον τρόπο αυτό (παιδεία και εξασφάλιση πόρων), πίστευε πως οι Έλληνες θα απαλλάσσονταν από τη δουλεία της εκμετάλλευσης των λίγων και θα καθίσταντο έτοιμοι να απολαύσουν πλήρη, πολιτικά δικαιώματα. Κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες. Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την άμεση καταβολή αυτών των αποζημιώσεων, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.

Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους, τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κωνσταντίνου Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Ιωάννη Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «μεγαλουργόν έγκλημα».Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι’ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πληροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους …». Και πρόσθετε ότι στην Ύδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν … και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον …».

Ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους …». Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι, πρίγκηπα Α. Σούτσο, επιστολή με την οποία διαμαρτύρεται με αγανάκτηση και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.

Ήδη από το προηγούμενο έτος, το 1830, είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους, και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδελφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας. Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο (δηλαδή στις 9 Οκτωβρίου 1831), έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν θανάσιμα τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Τον Ιωάννη Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του Γεώργιος Κοζώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο ετοιμοθάνατος κυβερνήτης μεταφέρθηκε από τον κόσμο σε παρακείμενο φαρμακείο, όπου εξέπνευσε. Προηγουμένως όμως, εξετάσθηκε επί τόπου από το γιατρό και προσωπικό φίλο του θανόντα Σπύρο Καρβελά, που συνέταξε τη σχετική έκθεση η οποία περιέχεται σε ιστορικό ντοκουμέντο. Σύμφωνα με αυτήν, ο θάνατος του Κυβερνήτη προήλθε από τραύματα στην ινιακή χώρα και στη δεξιά κοιλιακή χώρα. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί, ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.

Έχει υποστηριχθεί ότι καταλυτικό ρόλο στη δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παρέμενε, τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο του 2014, ακόμη απόρρητος. Στον σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη. Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η οικονομική κρίση, και η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες. Κατά τον Β. Κρεμμυδά, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της υπόθεσης, κύριο ρόλο έπαιξε η Γαλλία, ενώ ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι αναμίχθηκε η Βρετανία. Η τελευταία ενδεχομένως γνώριζε τη συνωμοσία αλλά δεν παρενέβη να την εμποδίσει. Κατά τον Κρεμμυδά, δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για ανάμιξη της Ύδρας στη συνωμοσία.

Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από την πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια, ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς: «Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν». Ο σύγχρονος με τα γεγονότα, ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, αναφέρει ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, δηλώνοντάς του: «Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας».

Ο Γάλλος πρέσβης παρέσχε άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη αρνήθηκε να τον παραδώσει, ζητώντας ένταλμα σύλληψης. Πάντως, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η στάση του πρέσβη της Αγγλίας ο οποίος, αμέσως μετά την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινή Διοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Αρκετά αργότερα, το 1840, ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: «Δεν μετράς καλά φιλόσοφε …. Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα …». Για τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν».

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τη θέση του κυβερνήτη ανέλαβε για κάποιο διάστημα ο αδελφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως πρόεδρος της προαναφερθείσας Διοικητικής Επιτροπής που διόρισε η Γερουσία. Τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια την μετέφερε ο αδελφός του στην Κέρκυρα, όπου και ενταφιάστηκε στη Μονή Πλατυτέρας.

Κριτική και τιμές για τον Ιωάννη Καποδίστρια

Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια στην οδό Πανεπιστημίου, φιλοτεχνημένο από τον Γεώργιο Μπονάνο
Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια
στην οδό Πανεπιστημίου

Σχετικά με την προσωπικότητα του Καποδίστρια έχουν εκφραστεί από τους ιστορικούς αντικρουόμενες απόψεις. Από τους παλαιότερους, ο κόμης Γκομπινώ τον συγκαταλέγει στους τρεις μεγαλύτερους διπλωμάτες της εποχής μαζί με τον Μέτερνιχ και τον Ταλλεϋράνδο, και ο Χέρτσμπεργκ αναφέρει ότι ήταν διπλωμάτης δεξιώτατος, ο Γιάννης Κορδάτος τον χαρακτηρίζει τυφλό όργανο των Ρώσων, ενώ ο Καρλ Μαρξ τον χαρακτηρίζει πολιτικά ανυπόληπτο. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, εκφράζεται μεν θετικά, δεν παραλείπει όμως να τον κατηγορήσει για την κατάλυση του Συντάγματος.

Από τους νεότερους ιστορικούς, ο Τάσος Βουρνάς εκφράζεται θετικά ως προς το έργο του Καποδίστρια, όπως και οι Παύλος Καρολίδης και Διονύσιος Κόκκινος, ένας από τους φανατικότερους υποστηρικτές του. Με την άποψη ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν εκτελεστικό όργανο των Ρώσων διαφωνεί και ο Ντάγκλας Ντέικιν. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης χαρακτηρίζει το έργο του αξιόλογο αλλά όχι αξιέπαινο. Σε γενικές γραμμές οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν σημαντικό το έργο του Καποδίστρια, χωρίς να παραλείπουν να αναφέρουν όμως την αυταρχικότητα με την οποία άσκησε την εξουσία. Η φιλοπατρία του μάλιστα αναγνωρίζεται από σχεδόν όλους τους ιστορικούς. Σχετικά με τη φιλοπατρία του, ο Τάκης Σταματόπουλος συμπεραίνει πώς «για να είμαστε δίκαιοι δεν μπορούμε να αρνηθούμε την αγαθή πρόθεσή του, την καταπληκτική και φιλότιμη εργατικότητά του να δημιουργήσει κράτος από το χάος».

Είχε τιμηθεί πλείστες φορές από τον Τσάρο Αλέξανδρο και είχε ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης του καντονιού Βω με πρωτεύουσα τη Λωζάνη. Σήμερα πολλοί δρόμοι και πλατείες φέρουν το όνομά του. Ο Κρατικός Αερολιμένας Κερκύρας ονομάζεται «Ιωάννης Καποδίστριας», ενώ από το 1911, κατόπιν επιθυμίας του ευεργέτη Ιωάννη Δόμπολη, το Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάστηκε σε «Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών» και στα Προπύλαια μάλιστα υπάρχει ανδριάντας του. Επίσης, η μορφή του Καποδίστρια απεικονίζεται στο κέρμα των 20 λεπτών (υπομονάδα του ευρώ) της ελληνικής έκδοσης, όπως και στο χαρτονόμισμα των 500 δραχμών (1983 – 2001). «Ιωάννης Καποδίστριας» (ή Σχέδιο Καποδίστρια) ονομάζεται και το πρόγραμμα σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Σημίτη. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της , παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί – Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ. Ανδριάντας υπάρχει επίσης στην κεντρική πλατεία της πόλης Κάπο ντ’ Ίστρια της Σλοβενίας.

Στο εξοχικό της οικογένειας Καποδίστρια, το οποίο δωρήθηκε από τη δισέγγονη του Γεωργίου Καποδίστρια, αδελφού του κυβερνήτη, Μαρία Δεσσύλα – Καποδίστρια, στη θέση Κουκουρίτσα της Κέρκυρας, λειτουργεί το Μουσείο Ιωάννη Καποδίστρια, όπου φυλάσσονται κειμήλια της οικογένειας και προσωπικά του αντικείμενα. Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Αθήνα, φιλοξενούνται επίσης προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη, καθώς και το γραφείο του

Επιπλέον, την 24η Φεβρουαρίου 2007, στην Κέρκυρα, οι Δήμοι Κερκυραίων, Αίγινας, Ναυπλίου (Ελλάδα), Αμμόχωστου (Κύπρος) και Koper-Capodistria (Σλοβενία) αποφάσισαν και συνέστησαν το Δίκτυο Πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας». Το παραπάνω δίκτυο συγκροτήθηκε από τις πόλεις – χώρες στις οποίες έζησε και έδρασε ο Ιωάννης Καποδίστριας και στόχος του είναι η προαγωγή της προσωπικότητας και του έργου του Κυβερνήτη τόσο σε τοπικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Καποδίστριας

Ο Λέων Τολστόι (1828-1910)

Ο Λέων Τολστόι (ρωσ. Лев Никола́евич Толсто́й, Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι) 9 Σεπτεμβρίου 1828 – 20 Νοεμβρίου 1910 (ή με το τότε ισχύον ημερολόγιο στη Ρωσία 28 Αυγούστου 1828 – 7 Νοεμβρίου 1910) ήταν Ρώσος συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών. Είναι γνωστός για τα έργα του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα», που συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών.

 Ο Λέων Τολστόι, Ρώσος συγγραφέας.
Ο Λέων Τολστόι

Ο Βίος του Λέοντα Τολστόι

Ο Λέων Τολστόι γεννήθηκε στη Γιάσναγια Πολιάνα (το οικογενειακό κτήμα 12 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Τούλα) το 1828  από αριστοκρατική οικογένεια. Ορφάνεψε, όμως, προτού κλείσει τα δέκα του χρόνια και από πατέρα και από μητέρα. Από το 1844 ως το 1847 σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Καζάν. Από το τέλος της δεκαετίας 1850-1860 ο Τολστόι εγκαταστάθηκε στη Γιάσναγια Πολλιάννα, άνοιξε σχολείο για τα αγροτόπαιδα και ίδρυσε το περιοδικό «Γιάσναγια Πολλιάννα». Προηγουμένως ταξίδεψε στη Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία και Γερμανία.

Έχοντας μεγάλα χρέη από τη χαρτοπαιξία, αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Ο Λέων Τολστόι πήρε μέρος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ως αξιωματικός του πυροβολικού και του απονεμήθηκαν πολλές ανώτερες διακρίσεις. Στον πόλεμο της Κριμαίας γνώρισε την ψυχή του Ρώσου στρατιώτη και τη φρίκη του πολέμου. Στη συνέχεια επιχείρησε δύο ταξίδια και γυρίζοντας στη Ρωσία, παντρεύτηκε (1862), έκανε οικογένεια κι έζησε ευτυχισμένος «σαν πατριάρχης», όπως έγραψε ο ίδιος. Με την κατά 16 χρόνια μικρότερη σύζυγό του Σοφία Μπερς απέκτησε 13 παιδιά. Την περίοδο εκείνη έγραψε τα δύο αριστουργήματά του «Πόλεμος και Ειρήνη» (1869), το οποίο ζωντανεύει τη Ναπολεόντεια εποχή και την «Άννα Καρένινα» (1877), ένα δυνατό ψυχογραφικό και οικογενειακό δράμα.

Ο Λέων Τολστόι είχε ανήσυχο πνεύμα

Η ανησυχία του, όμως, ταράζει και πάλι τη ζωή του. Είχε τύψεις που ζούσε μέσα στα πλούτη, ενώ τόσοι άλλοι δυστυχούν. Θέλει να τα αφήσει όλα, περιουσία, οικογένεια, δόξα και να ζήσει απλά, σύμφωνα με τις ιδέες του. Τότε γράφει τα έργα του με τα μεγάλα προβλήματα και τις υψηλές ηθικές αρχές της αγάπης, της καλοσύνης και της συμπόνοιας: «Πάτερ Σέργιος» (1898), «Σονάτα του Κρόιτσερ» (1889), «Κύριος και δούλος» (1895) και «Ανάσταση» (1899). Έγραψε, ακόμα, ένα δραματικό έργο, «Το κράτος του ζόφου» (1886) κι ένα θαυμάσιο μεγάλο διήγημα «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1866).

Το 1910 αποφασίζει να εγκαταλείψει τα «εγκόσμια», να τα αρνηθεί όλα και να ζήσει μία απλή ζωή μέσα στη φύση. Μα είναι πια 82 ετών και η υγεία του κλονίζεται. Στις 20 Νοεμβρίου (7 Νοεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) ο σπουδαίος ρώσος συγγραφέας, «ο γίγας της ρωσικής γης», όπως τον αποκαλούν, άφησε την τελευταία του πνοή στη σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Αστάκοβο της Ρωσίας.

Κριτική για τον Λέοντα Τολστόι

Η ζωή του Λέοντα Τολστόι χαρακτηρίστηκε από μεγάλες αντιθέσεις, καθώς τα πρώτα άσωτα χρόνια της αριστοκρατίας τα διαδέχτηκε η ριζοσπαστική μεταστροφή του προς την άρνηση του πλούτου, τη φιλανθρωπία και προς έναν ιδιόμορφο ειρηνιστικό και χριστιανικό αναρχισμό, που έτυχε θαυμασμού από προσωπικότητες όπως ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε όμως σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901.

Προσπάθησε να βρει το αληθινό νόημα του Χριστιανισμού, πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής δεν είναι να εξυπηρετεί την κατώτερη ζωική φύση, αλλά τη φωτεινή δύναμη, που βρίσκεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και η οποία βοηθάει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει το αγαθό. Εκτός όμως από αυτές τις αντιλήψεις, ο Τολστόι κατάφερε ν’ απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα. Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ως καλλιτέχνης ο Τολστόι διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των κρυφών πτυχών της ψυχής και την άμεση καθαρότητα του αισθήματος. Το έργο του είχε τεράστια σημασία και άσκησε γόνιμη επίδραση στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Εκδόσεις στα Ελληνικά

Μυθιστορήματα

  • ΟΙ ΚΟΖΑΚΟΙ (1863)
  • ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ (1864-1869)
  • ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ (1873-1877)
  • ΑΝΑΣΤΑΣΗ (1899)

Νουβέλες και διηγήματα

  • ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗΣ (1855)
  • (ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗ)
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ (γνωστό και με τον τίτλο ΚΑΤΙΑ) (1859)
  • ΠΟΛΙΚΟΥΣΚΑ (1863)
  • Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ (1886)
  • Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΚΡΟΪΤΣΕΡ (1889)
  • ΑΦΕΝΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (1895)
  • ΧΑΤΖΗ-ΜΟΥΡΑΤ (1904)
  • ΦΙΟΝΤΟΡ ΚΟΥΖΜΙΤΣ
  • ΠΑΤΗΡ ΣΕΡΓΙΟΣ (1911)
  • Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ (1911)
  • ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 1851-1863
  • ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 1884-1903
  • Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Θεατρικά

  • ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΖΟΦΟΥ (1887)
  • Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ
  • Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ
  • ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΠΤΩΜΑ (1900)

Αυτοβιογραφικά

  • ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ-ΕΦΗΒΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
  • ΜΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Διάφορα

  • ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ
  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ
  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ—Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ—ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ
  • ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΟΦΙΑΣ
  • ΠΟΣΗ ΓΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;
  • ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΧΡΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ;
  • ΓΙΑΤΙ;
  • ΑΠΟ ΤΙ ΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;
  • ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΗΜΙΤΕΣ:
  • ΑΛΜΠΕΡΤ-ΛΟΥΚΕΡΝΗ
  • Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ
  • ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/964

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λέων_Τολστόι

Η Αγία Όλγα της Ρωσίας (889-969)

Η  Αγία Όλγα
Αγία Όλγα, πρώτη αγία προερχόμενη από τους Ρως,

Η Αγία Όλγα (Ольга) είναι η πρώτη αγία προερχόμενη από τους Ρως, τους προγόνους των σημερινών Ρώσων και Ουκρανών. Γεννήθηκε στο Πσκοβ, μεταξύ 890 και 925 – η ακριβής ημερομηνία γέννησης είναι άγνωστη. Για το ακριβές έτος γέννησής της δεν είμαστε βέβαιοι. Το μεταγενέστερο Πρώτο Χρονικό την τοποθετεί το 879, όμως με βάση αυτή τη χρονολογία φαίνεται πως γέννησε το μοναχογιό της Σβιάτοσλαβ σε ηλικία άνω των 60 ετών! Πιθανότερο είναι να γεννήθηκε το 889. Ήταν κόρη βαράγγων ευγενών – το αυθεντικό σκανδιναβικό της όνομα ήταν Χέλγκα (Helga). Σε πολύ νεαρή ηλικία (~903) η Όλγα παντρεύτηκε το ρουρικίδα Ιγκόρ, μετέπειτα αρχηγό του Κράτους των Ρως, και εγκαταστάθηκε στο Κίεβο.

Διοίκηση

Ο σύζυγός της δολοφονήθηκε το 945 από τους Δρεβλιανούς κατά τη συλλογή φόρου υποτέλειας, με αποτέλεσμα ο θρόνος να περάσει στο μικρό γιο τους Σβιάτοσλαβ που ήταν ακόμη βρέφος. Έτσι η Όλγα ανέλαβε χρέη επιτρόπου μέχρι την ενηλικίωσή του, ασκώντας για σχεδόν δύο δεκαετίες την πραγματική εξουσία στο κράτους.

Πρώτο μέλημά της ήταν να λάβει εκδίκηση για το χαμό του άνδρα της, πράγμα που έπραξε με μεγάλη αγριότητα. Λέγεται ότι κατέσφαξε πολλούς Δρεβλιανούς και έκλεισε άλλους ζωντανούς μέσα σε πλοία, τα οποία κατόπιν βύθισε. Άλλοι εκτελέσθηκαν στην πυρά, ενώ τέλος μαρτυράται η εξής χαρακτηριστική ιστορία: Ενώ πολιορκούσε μια πόλη, υποσχέθηκε να αποχωρήσει εάν κάθε σπίτι τής χάριζε από ένα οικόσιτο περιστέρι για εξευμενισμό. Οι πολιορκημένοι την πίστεψαν και της παρέδωσαν τα δώρα, αλλά καθώς αποχωρούσε η Όλγα έβαλε φωτιά στα πόδια των περιστεριών. Αυτά τρομαγμένα γύρισαν ενστικτωδώς στις εστίες τους, βάζοντας φωτιά στις ξύλινες στέγες των σπιτιών. Έτσι κάηκε ολόκληρη η πόλη. Κάτι το οποίο δύσκολα αποδεικνύεται γιατί η Αγία Όλγα έζησε σε μια εποχή που δεν υπήρχε γραπτή καταγραφή και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την αλήθεια από το μύθο. Όμως το απάνθρωπο εθιμικό δίκαιο της εποχής της την απομάκρυνε σταδιακά από την ειδωλολατρεία και την οδήγησε στον Χριστιανισμό, στον οποίο κατηχήθηκε από τον Κιεβινό Χριστιανό Ιερέα Γρηγόριο.

Κυβερνώντας με σοφία και ευσπλαγχνία και επιδεικνύοντας συνάμα έναν ενεργητικό χαρακτήρα, η πριγκίπισσα κατόρθωσε να συγκεντρώσει την μέχρι τότε διάχυτη εξουσία και μπόρεσε να βάλει τέλος στις φονικές εισβολές των σλαβικών φύλων. Οργάνωσε το εμπόριο και ευνόησε τις ανταλλαγές με το Βυζάντιο με σκοπό να προσφέρει στο λαό της τα σπέρματα του πολιτισμού. Το 957 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου έγινε δεκτή με τιμές από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο, ο οποίος την τοποθέτησε μεταξύ των ανώτερων κυριών της αυλής του, όπου και φαίνεται πως έλαβε το Βάπτισμα από τον πατριάρχη Πολύευκτο με το όνομα Ελένη. Το 957 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου έγινε δεκτή με τιμές από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο, ο οποίος την τοποθέτησε μεταξύ των ανώτερων κυριών της αυλής του, όπου και φαίνεται πως έλαβε το Βάπτισμα από τον πατριάρχη Πολύευκτο με το όνομα Ελένη. Η Όλγα βαπτίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 957. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ο Πορφυρογέννητος ήταν ο ανάδοχός της και ο ίδιος έγραψε για την επίσκεψή της. Όπως αναφέρει, ο Πατριάρχης Πολύευκτος που την βάπτισε, της πρόσφερε τον Σταυρό της, σαν ευλογία γι’ αυτήν.

Η Αγία Όλγα θρησκευτική ηγέτης

Σε θρησκευτικό επίπεδο, η Όλγα ήταν ο πρώτος ηγέτης των Ρως που εγκατέλειψε τον παγανισμό για το χριστιανισμό. Η βάπτισή της έγινε το 955 μ.Χ. με μεγάλη επισημότητα στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε το χριστιανικό όνομα Ελένη από τη νονά της Ελένη Λεκαπηνή, σύζυγο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’. Μία άλλη επίσκεψή της στην Πόλη, δύο χρόνια αργότερα, περιγράφεται λεπτομερώς από τον Κωνσταντίνο στο σύγγραμμά του De Ceremoniis Aulae Byzantinae. Σλαβικές πηγές αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά της και την ζήτησε σε γάμο, φήμη όμως που αναιρείται τόσο από την ηλικία της όσο και από το γεγονός ότι ήδη ο Κωνσταντίνος ήταν παντρεμένος. Επιστρέφοντας στη Ρωσία περιέτρεξε τη χώρα κηρύσσοντας τον Χριστό και ίδρυσε την πόλη Πσκωφ, μετά από την εμφάνιση μιας τριπλής ακτίνας φωτός που κατέβαινε από τον ουρανό. Κατά την απουσία του γιου της Σβιατοσλάβ που μετείχε σε εκστρατείες, η αγία Όλγα ανέλαβε τη μόρφωση των τριών γιων του, Ιαροπόλκ, Όλεγκ και Βλαδίμηρο. Δεν κατάφερε όμως να τους βαπτίσει, εξαιτίας της αντίθεσης του πατέρα τους που παρέμενε αμετάπειστος ειδωλολάτρης. Το 969 αρρώστησε και προσπάθησε για τελευταία φορά να μεταστρέψει το μεγάλο ηγεμόνα, συνάντησε όμως την πείσμονα άρνησή του. Η αγία προείπε τότε την επικείμενη μεταστροφή της Ρωσίας στον Χριστιανισμό καθώς και το θλιβερό τέλος του γιου της, που δολοφονήθηκε τρία χρόνια αργότερα από τους Πετσενέγκους.

Τελευταία χρόνια

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, μετά την ενηλικίωση του Σβιάτοσλαβ και τη λήξη της επιτροπείας (965), τα πέρασε στο κάστρο του Βίσγκοροντ κοντά στο Κίεβο μαζί με τα εγγόνια της. Ένας από τους εγγονούς της, ο Βλαδίμηρος, θα γινόταν αργότερα ο ηγέτης των Ρως που εισήγαγε το χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Ταυτόχρονα η Όλγα ασκούσε την εσωτερική διοίκηση, αφού ο Σβιάτοσλαβ απουσίαζε διαρκώς σε μακροχρόνιες εκστρατείες. Ο θάνατος την βρήκε σε προχωρημένη ηλικία στις 11 Ιουλίου 969. Τα [άφθαρτα] λείψανά της μεταφέρθηκαν στο Κίεβο από τον άγιο Βλαδίμηρο, φυλάχθηκαν κρυμμένα κατά τις συχνές λεηλασίες της πόλης και δεν γνωρίζει κανείς που βρίσκονται σήμερα. Παρά τις προσπάθειες της ισαποστόλου πριγκίπισσας, η μεταστροφή της δεν είχε άμεσο αντίκτυπο στον λαό της. Προετοίμασε εντούτοις εκείνην του εγγονού της Βλαδίμηρου και έπαιξε το ρόλο της ζύμης για την ανάπτυξη του χριστιανικού βίου της Ρωσίας. Για τις προσπάθειές της να διαδώσει το χριστιανισμό στην επικράτεια των Ρως ανακηρύχθηκε αγία και ισαπόστολος από την ρωσική ορθόδοξη εκκλησία το 1587. Η μνήμη της εορτάζεται την ημερομηνία του θανάτου της (σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο), στις 11 Ιουλίου.

Πηγή: https://antexoume.wordpress.com/