Η Άρτα (630π.Χ.-…)

Η Άρτα είναι η πρωτεύουσα του νομού Άρτας και του δήμου Αρταίων, καθώς και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου μετά τα Γιάννενα με πληθυσμό 21.895 κατοίκους. Στην είσοδο της πόλης βρίσκεται το φημισμένο πέτρινο γεφύρι της Άρτας, σήμα κατατεθέν της πόλης, γνωστό από το ομώνυμο δημοτικό ποίημα. Η Άρτα έχει σημαντική βυζαντινή παράδοση από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1229) και δείγματά της αποτελούν οι βυζαντινές εκκλησίες της Αγίας Θεοδώρας, των Βλαχερνών, του Αγίου Βασιλείου και της  Παρηγορίτισσας, ένα εντυπωσιακό Βυζαντινό κτίσμα κυβόσχημο του 13ου αιώνα, μοναδικό αρχιτεκτονικό έργο με σπουδαία μωσαϊκά. Στο ναό της Παρηγορίτισσας υπάρχουν και μεταγενέστερες τοιχογραφίες. Η πόλη είναι χτισμένη στην ίδια θέση που κατά την αρχαιότητα υπήρχε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της περιοχής, η Αμβρακία. Κατά μία άλλη άποψη η Άρτα είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Αργιθέας ή κατ’ άλλους του αρχαίου Αμφιλοχικού Άργους. Η ευρύτερη περιοχή της Άρτας είναι γνωστή για την καλλιέργεια εσπεριδοειδών και τα τελευταία χρόνια Ακτινιδίων.

Η Άρτα
Η Άρτα

Η Ιστορία της Άρτας

Η Άρτα την κλασική εποχή – Το Βασίλειο της Ηπείρου (630 π.Χ. -232 π.Χ.)

Η ίδρυση της αρχαίας Αμβρακίας τοποθετείται από τους αρχαιολόγους στο 630-620 πΧ. Η αρχαία Αμβρακία, σημερινή Άρτα, πήρε το όνομά της από τον Άμβρακα, γιό του Θεσπρωτού, ενώ κατά μία άλλη εκδοχή  Αμβρακία ήταν η κόρη του Μελανέα, γιου του Απόλλωνα και περίφημου τοξότη. Ο Θεσπρωτός είναι ήρωας των Θεσπρωτών, γιος του Λυκάονα. Η Αμβρακία, πρακτικά αποικία των Κορινθίων, ιδρύθηκε από τον Γόργο νόθο γιο του Κύψελου, τυράννου της Κορίνθου σε μια περιοχή που ανήκε στους Δρύοπες, ηπειρωτικό φύλο. Ετυμολογικά η λέξη Αμβρακία, ή Αμπρακία (Ambracia), ή Ανπρακία, προέρχεται από το αμφί (αμπί) + ρακία (ραχία) = βραχώδης ακτή, πετρώδης γιαλός, από το ρήμα ράττω ή αράττω = κτυπώ με δύναμη, συντρίβω. Από το αμπί και τη ρίζα ρακ προήλθε μάλλον το τοπωνύμιο Αμπ-ρακ-ία και το υδρωνύμιο (όνομα ποταμού) Ά-ραχ-θος, δηλαδή η πετρώδης ακτή που κτυπιέται εκατέρωθεν (αμπί = αμφί). Η Αμβρακία έλαβε μέρος στους Περσικούς πολέμους, διέθεσε επτά πλοία στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και πεντακόσιους οπλίτες στη Μάχη των Πλαταιών. Στον Αμβρακικό κόλπο υπήρχε επίνειον της Αμβρακίας με το όνομα Άμβρακος. Η Αμβρακία και ο Άμβρακος συνδέονταν με την πλακόστρωτη ή σκυρόστρωτη (χαλικόστρωτη) Ιερά Οδό πλάτος 12 μέτρων, εκ της οποίας έχουν αποκαλυφθεί 300μ κοντά στο στάδιο της Άρτας. Το έτος 582 π.Χ. η Αμβρακία είχε δημοκρατικό πολίτευμα, μετά την τυραννία του Περίανδρου, 74 χρόνια προγενέστερη της Δημοκρατίας του Κλεισθένη στην Αθήνα. Διάσημοι Αμβρακιώτες ήταν ο γλύπτης Πολύστρατος, ο μουσικός Επίγονος, ο ποιητής της μέσης κωμωδίας Επικράτης και ο ολυμπιονίκης Λέων της 96ης Ολυμπιάδας (Παυσανίας). Το 500 π.Χ. κτίσθηκε στην Αμβρακία ο τεράστιος Ναός του Απόλλωνος Σωτήρος. Τα ερείπιά του σώζονται κοντά στην Πλατεία Κιλκίς της σημερινής Άρτας. Επί βασιλέως Πύρρου Α΄, η Αμβρακία γνώρισε μεγαλείο. Κτίστηκε η αρχική μορφή του γεφυριού του Αράχθου, το Μικρό Θέατρο Αμβρακίας (κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο), το Μεγάλο Θέατρο (κοντά στον Ναό του Απόλλωνος), και το Πρυτανείο (δίπλα στο Ναό Απόλλωνος). Δυστυχώς πολλοί καλλιτεχνικοί θησαυροί της Αμβρακίας μεταφέρθηκαν στη Ρώμη το έτος 168 π.Χ., μετά την πολιορκία.

Το Κοινό των Ηπειρωτών (ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ, 232-168 π.Χ.)

Μετά το θάνατο της Βασίλισσας της Ηπείρου Δηϊδάμειας B, το Βασίλειο της Ηπείρου, η δυναστεία των Αιακιδών παύει να υπάρχει και το έτος 232 π.Χ. οι Ηπειρωτικές πόλεις αποφασίζουν να συνενωθούν πολιτικά. Πρωτεργάτης στην συνένωση αυτή που ιστορικά είναι η πρώτη «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία» της Ευρώπης είναι η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου Μυρτάλη – Ολυμπιάς. Η πολιτική αυτή συνένωση ονομάζεται «Κοινό των Ηπειρωτών» (ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ) και διαρκεί περίπου 64 χρόνια (232 π.Χ. – 168 π.Χ.), κατ΄ άλλους συγγραφείς 61 χρόνια (232 π.Χ. – 171 π.Χ.). Στο Κοινό των Ηπειρωτών συμμετέχουν οι πόλεις Αρχαία Ελέα Θεσπρωτίας, Αρχαία Γιτάνη Θεσπρωτίας, Αρχαία Φανοτή (Ντόλιανη) Θεσπρωτίας, Αρχαία Κασσώπη Πρέβεζας, μαζί με αποικίες των Ηλείων Αρχαία Πανδοσία Πρέβεζας, Αρχαία Ελάτρεια Πρέβεζας, Αρχαίο Βουχέτιον Πρέβεζας, Αρχαίες Βατίες Πρέβεζας, και οι πόλεις των Μολοσσών Αρχαία Πασσαρών Ιωαννίνων, Αρχαίο Όρραον Πρέβεζας, Αρχαία Αμβρακία Άρτας, Αρχαία Βερενίκη Πρέβεζας, κλπ. Έτσι τον 3ο αιώνα π.Χ. η Ήπειρος παραμένει μια ισχυρή δύναμη, ενωμένη υπό του «Κοινού των Ηπειρωτών» ως ομόσπονδο κράτος με το δικό της κοινό αντιπροσώπων, ή συνέδριο όπως αναφέρονταν αλλά και κοινό νόμισμα (ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ). Το Κοινό των Ηπειρωτών έπαυσε φυσικά να υπάρχει με την Ρωμαϊκή εισβολή του 168 π.Χ.

Η Άρτα τη Ρωμαϊκή Εποχή (167 π.Χ. – 324 μ.Χ.)

Οι Ρωμαίοι εισέβαλαν από την θάλασσα στη Δυτική Ελλάδα, από τη Θεσπρωτία το 168 π.Χ., και ακολούθησαν οι πόλεις της Πρέβεζας. Το έτος 167 π.Χ. η Αμβρακία κατελήφθη από τους Ρωμαίους του Αιμίλιου Παύλου  ύστερα από σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της. Στο Μουσείο της Άρτας εκτίθενται λίθινα βλήματα από ρωμαϊκούς καταπέλτες. Οι Ρωμαίοι την απογύμνωσαν από όλα της τα καλλιτεχνήματα, αργότερα την ερήμωσαν και από τον πληθυσμό της, που τον εγκατέστησαν δια της βίας στη γειτονική Αρχαία Νικόπολη μετά τη Ναυμαχία του Ακτίου με διαταγή του Οκταβιανού. Στην Αμβρακία έμεινε μικρός αριθμός κατοίκων.

Η Άρτα τη Βυζαντινή Εποχή (324 μ.Χ. – 1205 μ.Χ.)

Η ερειπωμένη και αραιοκατοικημένη Άρτα, μετά το 31 π.Χ. ακολούθησε την πορεία της γειτονικής μεγάλης πόλης Νικόπολη. Με την ίδρυση του Βυζαντίου επίσης ακολούθησε την πορεία του «Θέματος Νικόπολης» (Βυζαντινή διοικητική περιφέρεια). Περί το έτος 1000 μ.Χ. εμφανίζεται το όνομα Άρτα, από το λατινικό artus, arta, artum = στενός, στενή, στενό. Κατ’ άλλη άποψη το όνομα προήλθε από το αρτίζομαι, και τη φράση  «Άρτα αρτυμή του κόσμου» λόγω της παραγωγής σιτηρών που τάιζε τον κόσμο. Μετά την εκτροπή της Δ΄ Σταυροφορίας και την Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), έγινε μια εδαφική μετάβαση. Μεγάλος μέρος του Βυζαντίου εδραιώθηκε στη Νίκαια της Μ. Ασίας, στη λεγόμενη Αυτοκρατορία της Νίκαιας,ενώ άλλο ήταν το Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την πόλη της Άρτας. Ένα ακόμα κράτος- συνέχεια του Βυζαντινού ιδρύθηκε στην Πελοπόννησο, το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου (1205-1449)

Το έτος 1205 μ.Χ. γίνεται η ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, υπήρξε ο ιδρυτής και ο πρώτος Δεσπότης του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1205-1215). Το Δεσποτάτο της Ηπείρου ήταν ένα από τα κράτη που προέκυψαν από την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Τέταρτη Σταυροφορία το 1204 μ.Χ. Μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας θεωρούνταν η νόμιμη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ Α΄ Άγγελος Κομνηνός Δούκας ήταν εξάδελφος των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου και Αλεξίου Γ΄. Αρχικά είχε συνάψει συμμαχία με τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Στη συνέχεια προσπάθησε να ανακόψει την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους αν και δεν τα κατάφερε, χάνοντας στη Μάχη του Ελαιώνα του Κούνδουρου (ή ελαιώνας του Κούντουρα). Το έτος 1205 μ.Χ., ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, επιστρέφει εσπευσμένα στην Ήπειρο, κατόπιν έκκλησης για βοήθεια από τον διοικητή της Νικοπόλεως Σεναχηρείμ, αλλά τον βρίσκει νεκρό από τους στασιαστές Νικοπολίτες, οι οποίοι τον είχαν ήδη δολοφονήσει. Έτσι ο Μιχαήλ Κομνηνός βρίσκει την ευκαιρία να σφετερισθεί την περιουσία του Σεναχηρείμ και φυσικά την κηδεμονία της πρώην αυτοκρατορικής επαρχίας του «Θέματος Νικοπόλεως» και αμέσως ιδρύει ένα νέο καθεστώς, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με νέα έδρα, την Άρτα διαλύοντας τη συμμαχία με τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Επί εποχής του Μιχαήλ Κομνηνού κτίζεται το Κάστρο της Άρτας. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου γεωγραφικά εκτείνονταν, νότια από την Πάτρα έως και τη μισή περίπου σημερινή Αλβανία μέχρι το  Δυρράχιο (Durres) και δυτικά από την Πρέβεζα έως τη Θεσσαλία και τις Πρέσπες. Το έτος 1210 μ.Χ. ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, συμμάχησε με την Βενετία και επιτέθηκε στην Θεσσαλονίκη. Έχει υποστηριχθεί από ιστορικούς ότι ο ίδιος υπήρξε ιδιαίτερα σκληρός με τους αιχμαλώτους του, σταυρώνοντας Λατίνους ιερείς. Αυτό οδήγησε στον αφορισμό του από τον Πάπα. Τελικά με ενισχύσεις από τον Λατίνο Αυτοκράτορα προς τους πολιορκημένους, η Θεσσαλονίκη δεν καταλήφθηκε. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας κατέλαβε μία σειρά από πόλεις επεκτείνοντας τα όρια του Δεσποτάτου: Λάρισα (έτος 1212), Δυρράχιο (1214), Κέρκυρα (1214). Επίσης κατέλαβε την παραλιακή ζώνη του Κορινθιακού κόλπου. Ήρθε σε σύγκρουση με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Δολοφονήθηκε το έτος 1215 από κάποιον υπηρέτη του και τον διαδέχτηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας.

Η Οθωμανική κυριαρχία στην Άρτα – A΄ περίοδος (1449-1788)

Το έτος 1449 μ.Χ., Οι Οθωμανοί φθάνουν στην Άρτα και την Ήπειρο πριν την Άλωση της Πόλης. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρίσκεται σε παρακμή. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου επίσης. Οθωμανικές δυνάμεις αποβιβάζονται στα παράλια της Ηπείρου από την Πρέβεζα και την Άρτα μέχρι το Δυρράχιο της Αλβανίας και την καταλαμβάνουν. Είναι βέβαιο ότι η Άρτα κατελήφθη από τους Οθωμανούς στις 24 Μαρτίου 1449 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της εξουσίας του Κάρλο Β΄ Τόκκου. Στη συνέχεια, ίσως και πριν, κυρίευσαν την Πρέβεζα, την Αμφιλοχία, το Αγγελόκαστρο, την Ακαρνανία, και αργότερα τη Ναύπακτο. Το 1470 μ.Χ. γεννήθηκε στην Άρτα ο Μάξιμος Γραικός. Ο Μάξιμος ο Γραικός (1470-1555), μετοίκησε στη Ρωσία όπου σπούδασε και διέπρεψε ως λογοτέχνης. Έγραψε 365 έργα και η προσφορά του στο Ρωσικό πολιτισμό είναι τεράστια όπως και η συμβολή του στην αναμόρφωση των εκκλησιαστικών της Ρωσίας. Έχει ανακηρυχθεί άγιος από την Ρωσική εκκλησία. Τέσσερις είναι οι διάσημοι Έλληνες στη Ρωσία. Ο Μάξιμος Γραικός, λογοτέχνης, ο Θεοφάνης ο Γραικός, ζωγράφος, αγιογράφος (Πινακοθήκη Tritiakov, Μόσχας) και οι Μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος. Τα έτη 1602-1606 μ.Χ. κτίζεται στην Άρτα το διάσημο πέτρινο Γεφύρι της Άρτας. Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας, είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το χρωστάει στο θρύλο για τη «θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα», που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι. Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια της κλασικής Αμβρακίας επί βασιλέως Πύρρου Α΄. Συνεπώς, οι αρχαίοι Αμβρακιώτες είχαν ανάγκη να κατασκευάσουν στο σημείο αυτό κάποιο πέρασμα, γεφύρι, έργο που ασφαλώς θα βελτιώθηκε στα Ελληνιστικά χρόνια, όταν ο βασιλιάς Πύρρος Α΄ έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, κι ακόμη αργότερα – στα ρωμαϊκά χρόνια – με την άνθηση της Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης. Τη σημερινή του μορφή, το Γεφύρι της Άρτας απέκτησε το έτος 1602-1606 μ.Χ. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της Άρτας, έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο, ο οποίος προφανώς είχε εμπορικές δραστηριότητες και ενδιαφερόταν για τη διάβαση του Αράχθου ποταμού από τα μουλάρια με τα φορτία του. Τα έτη 1644-1646 μ.Χ., εξαπλώθηκε επιδημία πανώλης στην Άρτα και την Πρέβεζα. Στις περιοχές της Πρέβεζας, Λευκάδας και Άρτας ξεσπάει επιδημία πανώλης (πανούκλα), η οποία είναι μια λοιμώδης ασθένεια που μεταδίδεται από τα τρωκτικά και προσβάλει τους πνεύμονες και τους λεμφαδένες. Ιστορικά στοιχεία για κρούσματα και αριθμό θανάτων στην Άρτα δεν είναι διαθέσιμα. Υπολογίζεται πάντως ότι η θνητότητα ήταν 30% επί του γενικού πληθυσμού της πόλης. Το έτος 1650 μ.Χ., κτίσθηκε το Οθωμανικό Ρολόι της Άρτας. Σε αντίθεση με το ρολόι Πύργο της Πρέβεζας πού είναι Ενετικό του 18ου αιώνα, δεν ισχύει το ίδιο με αυτό της Άρτας, αν και μοιάζουν. Το ρολόι της Άρτας είναι πύργος τετράγωνος ύψους 21 μέτρων και κτίσθηκε επί Οθωμανικής κυριαρχίας, αρχικά είχε αραβικούς αριθμούς και ήταν διακοσμημένο με σμάλτο. Ήταν το πρώτο και μοναδικό ρολόι με δίσκο σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Β΄ Οθωμανική περίοδος, η Άρτα του Αλή Πασά Τεπελενλή (1788-1822)

Η Άρτα περιήλθε στην εξουσία του Αλή Πασά Τεπελενλή το έτος 1788 και τερματίσθηκε με τον αποκεφαλισμό του το 1822. Η Επανάσταση του  1821 έχει να επιδείξει πολλές ιστορικές μάχες στην περιοχή της Άρτας και στα γύρω χωριά. Στις 15-17 Νοεμβρίου 1821 έγινε η ομώνυμη  Μάχη της Άρτας (1821). Μετά τις νικηφόρες μάχες του Σουλιώτη Γώγου Μπακόλα στη Λαγκάδα, στο Πέτα, στην Πλάκα, στα Άγναντα και στο Σταυρό Θεοδώριανων, επιτίθεται και κλείνει τις πύλες επικοινωνίας στο όρος Μακρυνόρος, μεταξύ Αμφιλοχίας και Άρτας. Οι Οθωμανοί πανικοβάλλονται, γιατί εγκλωβίστηκαν πλέον στην Άρτα. Κλεισμένοι στην Άρτα οι Οθωμανοί ξεσπούν σε αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό και σε αιχμαλώτους κρατούμενους στο κάστρο της πόλης. Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, Αρτινός αγωνιστής του 1821 γράφει: «Και μόριχναν εμένα ξύλο! Και από τα χτυπήματα επρίστηκε το σώμα μου και εκαντήλιασε και ήμουν εις θάνατον… ενώ η πόλις της Άρτας επλημμύρει αίματος και μαρτυρίων». Άλλος αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει: «Αι εκτελέσεις ελάμβανον χώραν εις την πλατείαν, την καλουμένην Μονοπωλειό… Η πέτρινη γέφυρα της Αρτας ήτο στολισμένη με ανθρωπίνους κεφαλάς και άπειρα κορμιά έκειντο άνευ κεφαλής επί της γεφύρας…». Μέσα στο κλίμα αυτό, γίνεται σύσκεψη στο Κομπότι και αποφασίζεται η επίθεση στην Άρτα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γώγος Μπακόλας και αρκετοί συνεργαζόμενοι Μουσουλμάνοι Αρβανίτες αγωνιστές, επιτίθενται στην Άρτα από το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 1821. Ο Γάλλος Πουκεβίλ γράφει: «Οι στρατιώται του Χριστού και του Μωάμεθ επολέμουν υπό τας αυτάς σημαίας. Οι άνδρες του Καραϊσκάκη και του Μπότσαρη κατέλαβον το γεφύρι, επήραν τα κανόνια των Τούρκων και πάτησαν πρώτοι εις την πόλιν». Η Άρτα κατελήφθη από τους Έλληνες και Αρβανίτες αγωνιστές στις 17 Νοεμβρίου 1821. Στις 2 Δεκεμβρίου 1821 έγινε εγκατάλλειψη της Αρτας. Παράλληλα με την κατάληψη των τριών τετάρτων της Άρτας από δυνάμεις Ελλήνων Σουλιωτών, Ακαρνάνων και Αλβανών πιστών στον Αλή Πασά, υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, και Μάρκο Μπότσαρη, άλλοι πολεμιστές συνέχιζαν την πολιορκία της πόλης και άλλοι αγωνίζονταν στο Πετροβούνι (=το βουνό της Αρτας). Όμως οι Αρβανίτες σύμμαχοι στην Άρτα, δεν τήρησαν τη συμφωνία συνεργασίας, είχαν τάσεις προσχώρησης στις σουλτανικές δυνάμεις του Κιουταχή και του Χουρσίτ, πιθανώς είτε γιατί φοβήθηκαν τις ερχόμενες επικουρίες των Τούρκων, είτε γιατί δωροδοκήθηκαν. Έτσι, σε λίγες μέρες ο λαός της Άρτας και το στρατόπεδο των Ελλήνων πολεμιστών κινδύνευσε να εγκλωβισθεί από την ερχόμενη νέα Οθωμανική δύναμη με επικεφαλής τον Κιουταχή Πασά. Η εξυπνάδα όμως του Γεώργιου Καραϊσκάκη τους έσωσε έγκαιρα, και διέφυγαν όλοι, αγωνιστές και 500 οικογένειες Αρτινών, στο Πετροβούνι και από εκεί πρός το Πέτα, το Κομπότι και στα ορεινά των Τζουμέρκων. Η πόλη άδειασε και ο Καραϊσκάκης απεχώρησε τελευταίος με τη σάλπιγγα στο χέρι στις 2 Δεκεμβρίου 1821. Έτσι ο Καραϊσκάκης διατήρησε ακέραιες τις δυνάμεις του, τις οποίες χρησιμοποίησε σύντομα στα όρη του Βάλτου (Πύργος της Σουμερού, Μεσόπυργος, Μάχη του Γαύρογου) τον Φεβρουάριο 1822.

Γ΄ Οθωμανική περίοδος στην Άρτα (1822-1881)

Μετά τον αποκεφαλισμό του Αλή Πασά Τεπελενλή το 1822, η Άρτα περιήλθε στην εξουσία του Χουρσίτ Πασά και σύντομα στόν Κιουταχή Πασά. Στις 4 Ιουλίου 1822 έγινε δίπλα στην Άρτα η Μάχη του Πέτα. Το Πέτα, είναι κωμόπολη, έδρα ομώνυμου δήμου του νομού Άρτας. Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Άρτα. Το Πέτα έμεινε διάσημο στην ιστορία για την Μάχη του Πέτα το έτος 1822. Η Μάχη του Πέτα ήταν μια από τις μεγαλύτερες ήττες που γνώρισαν οι Έλληνες κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Στη Μάχη αυτή έλαβαν μέρος ονομαστοί οπλαρχηγοί αλλά και αρκετοί Φιλέλληνες, όπως και Επτανήσιοι με το Σπύρο Πανά αρχηγό. Οι ντόπιοι οπλαρχηγοί με 900 περίπου άνδρες τοποθετήθηκαν στο σημερινό Μνημείο Ηρώων, δίπλα κατέλαβε θέση ο Μάρκος Μπότσαρης, πιο δεξιά ο Πρεβεζάνος Αλέξιος Βλαχόπουλος, και ο Βαρνακιώτης και στην άκρη το ψηλότερο ύψωμα Κορακοφωλιά ο Γώγος Μπακόλας με τον Δήμο Τσέλιο Ράγκο και άλλους. To Τάγμα των Φιλελλήνων με δύο λόχους. Ο πρώτος λόχος είχε κυρίως Γάλλους, Ιταλούς, και Έλληνες του εξωτερικού, ιδίως επτανήσιους, με διοικητή τον Ελβετό Chevalier και ο δεύτερος λόχος είχε Γερμανούς, Πολωνούς, Πρώσους με διοικητή τον Πολωνό Mirzewski (Μιρζέφσκι). Διοικητής όλου του τάγματος ορίσθηκε ο Ιταλός Andrea Dania . Τιμής ένεκεν ορίστηκε από την νεοσύστατη κυβέρνηση ως Συνταγματάρχης – Διοικητής ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. To σύνταγμα από 350 άνδρες βρισκόταν υπό την καθοδήγηση του Γερμανού Στρατηγού Norman και του Ιταλού Πέτρου Ταρέλλα. Η ευθύνη για την ήττα βαρύνει κυρίως τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Από τους Φιλέλληνες μόνο 25 γλίτωσαν που με έφοδο κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τις λόγχες τους και να περάσουν. Μεταξύ αυτών σώθηκε τραυματισμένος ο Γερμανός Norman. Στο σημερινό Πέτα Άρτας, υπάρχει ένα μεγαλοπρεπές Μνημείο. Tελικά, η πορεία της Επανάστασης του 1821 δεν κατάφερε να προσαρτήσει την Άρτα στα εδάφη του νέου κράτους. Έτσι η Άρτα παρέμεινε όπως και η Ήπειρος, η μισή Θεσσαλία, η Μακεδονία, η Θράκη και η Κρήτη υπό Οθωμανική κυριαρχία.

H Απελευθέρωση της Άρτας (1881)

Τελικά στις 28 Μαρτίου 1881, η Θεσσαλία και η Άρτα περιέρχονται στην Ελλάδα: Ανακοινώνεται μετά από τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η προσάρτηση της Θεσσαλίας και λωρίδας της Ηπείρου μέχρι και της Άρτας στο Ελληνικό Κράτος. Οι Οθωμανοί αποχωρούν από την Άρτα προς την Οθωμανική Ήπειρο. Στο παλιό γεφύρι της Άρτας διατηρείται το Τουρκικό φυλάκιο-τελωνείο, που έχει μετατραπεί σήμερα σε Εθνογραφικό Λαογραφικό Μουσείο. Τότε έγινε μια τελευταία επιδιόρθωση στο Γεφύρι της Άρτας, πρίν τη σύγχρονη στήριξη και αναπαλαίωση της πενταετίας 1980-1985. Η Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (1881) ήταν διμερής διάσκεψη μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συνομολογήθηκε τελικά ως Συμφωνία, στις 28 Μαρτίου του 1881 στη Κωνσταντινούπολη, ημερομηνία της τελευταίας συνεδρίασης όπου και καθορίστηκε μεταξύ των δύο Βασιλείων η γραμμή των νέων συνόρων. Σύμφωνα με τη Συμφωνία αυτή παραχωρήθηκαν de facto στο Ελληνικό Βασίλειο οι πρώην Οθωμανικές περιοχές της Θεσσαλίας και ένα τμήμα της Ηπείρου. Το Ελληνικό Βασίλειο υποχρεώθηκε στην αποζημίωση όλων των τουρκικών περιουσιών των κατοίκων που υπήρχαν στις περιοχές αυτές, με όποιες δυσκολίες αυτό συνεπάγεται. Όλες τις επιμέρους συμφωνίες, κατά περιοχή, της Συμφωνίας αυτής υπέγραψαν τελικά και οι Πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων κατά τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης που ακολούθησε δύο μήνες μετά (Μάϊος 1881). Τέλος, η Συμφωνία αυτή επικυρώθηκε με ιδιαίτερη Σύμβαση στις 2 Ιουλίου 1881. Η Συμφωνία αυτή προκλήθηκε «αμαχητί» μετά την Συνθήκη του Βερολίνου (1878) και τη Διάσκεψη του Βερολίνου (1880) που είχε ακολουθήσει, και ιδιαίτερα μετά τη έντονη Διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων (1880) που συμπλήρωσε τη προηγούμενη, κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συνέχιζε να αρνείται την εφαρμογή του ΙΓ΄ Πρωτοκόλλου της πρώτης παραπάνω συνθήκης. Το έτος 1882 έγινε σύγκρουση τσιφλικάδων με κολίγους στην Άρτα, τριάντα χρόνια πριν τα παρόμοια γεγονότα στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας (1910). Δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες αν το κίνημα αυτό επεκτάθηκε και στην Πρέβεζα, αλλά είναι μάλλον απίθανο, γιατί η Πρέβεζα ήταν υπό Οθωμανική κατοχή. Το έτος 1884 εξεδόθη το πρώτο βιβλίο για την Άρτα και την Πρέβεζα: Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου εκδίδει το βιβλίο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης». Αναδημοσίευση του βιβλίου έγινε από το «Ίδρυμα Σκουφάς» Άρτας το έτος 1986 και παρέχει σημαντικά ιστορικά στοιχεία για το Νομό Πρέβεζας και Άρτας. Στον ατυχή Πόλεμο του 1897 η Άρτα αποτέλεσε βάση εξόρμησης και εφοδιασμού του Ελληνικού Στρατού. Οι περισσότερες όμως μάχες έλαβαν χώρα στον σημερινό Νομό Πρέβεζας .

Η Άρτα μετά την απελευθέρωση

Μετά την de facto απελευθέρωση της Άρτας το 1881, η πόλη άρχισε να εντάσσεται σταδιακά στον ιστό του νέου κράτους. Το έτος 1897 έγινε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Τελικά μετά το 1912-1913 η Άρτα συνέχισε την πορεία της πλέον σαν μέλος της Ηπείρου και αναπτύχθηκε σημαντικά.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εμφύλιος πόλεμος που τον ακολούθησε αργότερα, έχουν πολλά σημεία συνδεδεμένα με την Άρτα. Στον Νομό Άρτας (Γάβρογο) ιδρύθηκε ο ΕΔΕΣ από τον Ναπολέοντα Ζέρβα και στον Νομό Άρτας (Μεσούντα) αυτοκτόνησε ο Άρης Βελουχιώτης του ΕΛΑΣ. Στις 21 και 22 Δεκεμβρίου διεξάγονταν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πόλης, η έκβαση της μάχης απέβη υπέρ του ΕΛΑΣ και οι αντάρτες του ΕΔΕΣ αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη μαζί με πλήθος αμάχων. Οι απώλειες και για τις δύο πλευρές των ανταρτών ήταν βαρύτατες.

Μεταπολιτευτικά το σημαντικό έργο του Φράγματος Πουρναρίου της  Δ.Ε.Η., κατασκευασμένο από Σοβιετικούς, αναβάθμισε οικονομικά την Άρτα. Είναι ενδιαφέρον ότι το κόστος κατασκευής του καλύφθηκε από εξαγωγές εσπεριδοειδών της Άρτας στην αχανή Σοβιετική Ένωση. Μια νέα οικονομική ώθηση δόθηκε μετά το 1977, οι επιχορηγήσεις της  Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα εσπεριδοειδή. Σημαντικό επίτευγμα είναι για την Άρτα το νέο Νοσοκομείο Άρτας (στο Λόφο Περάνθης), το ΤΕΙ Ηπείρου (με έδρα την Άρτα) και τελευταία το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άρτα

Please follow and like us:
error0

Η Πρέβεζα (100.000π.Χ.-…)

Η Πρέβεζα είναι πόλη και λιμάνι της Ηπείρου. Βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου, παρά την είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Είναι έδρα του Δήμου Πρέβεζας και πρωτεύουσα του Νομού Πρέβεζας. Στην  απογραφή του 2011 ο πληθυσμός της πόλης ήταν 19.042 κάτοικοι, ενώ ο πληθυσμός της Δημοτικής Ενότητας Πρέβεζας ήταν 20.795 κάτοικοι.

Η Πρέβεζα
Η Πρέβεζα

Η Γεωγραφία της Πρέβεζας

Η χερσόνησος της Πρέβεζας αποτελεί το νοτιότερο σημείο της Ηπείρου.
Η πόλη της Πρέβεζας είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του ομώνυμου πορθμού (κέντρο της φωτογραφίας). Στη νότια πλευρά του πορθμού (κάτω δεξιά) είναι η ακαρνανική ακτή, όπου το αεροδρόμιο της Πρέβεζας και το ακρωτήριο του Ακτίου

Η πόλη της Πρέβεζας βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου και στο μέσον περίπου της βορειοδυτικής ακτογραμμής της Ελλάδας. Είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του πορθμού της Πρέβεζας, ο οποίος συνδέει τον Αμβρακικό κόλπο με το Ιόνιο πέλαγος. Απέναντί της και σε απόσταση μόλις 600 μέτρων βρίσκεται το αμμώδες ακρωτήριο του Ακτίου, γνωστό από τη φημισμένη ομώνυμη ναυμαχία του 31 π.Χ. Η θαλάσσια περιοχή κοντά στην Πρέβεζα αποτέλεσε για μια ακόμη φορά το επίκεντρο της παγκόσμιας ιστορίας κατά τη ναυμαχία της Πρέβεζας του 1538 μ.Χ., επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική θέση στην οποία βρίσκεται η πόλη.

Βόρεια της Πρέβεζας και σε απόσταση επτά χιλιομέτρων βρίσκεται ο εκτεταμένος ερειπιώνας της αρχαίας Νικόπολης, η οποία κτίστηκε από τον Οκταβιανό περί το 30 π.Χ., σε ανάμνηση της νίκης του επί των αντιπάλων του, Μάρκου Αντωνίου και Κλεοπάτρας, μετά τη ναυμαχία του Ακτίου. Αν και η Πρέβεζα είναι κτισμένη κοντά στο μεγαλύτερο λιμάνι της αρχαίας Νικόπολης, στον όρμο Βαθύ, και παρά το γεγονός ότι τα ερείπια της Νικόπολης ήταν για αιώνες γνωστά ως Παλαιοπρέβεζα, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι η Πρέβεζα αποτελεί συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, καθώς υπάρχει ένα μεγάλο χρονικό κενό μεταξύ των ιστοριών των δύο πόλεων.

Το όνομα της Πρέβεζας

Παρά τις τρεις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την ετυμολογία του ονόματος Πρέβεζα, η ευρύτερα αποδεκτή άποψη των ερευνητών είναι ότι Πρέβεζα σημαίνει Πέρασμα και ότι η λέξη έφτασε στη μορφή αυτή από τη σλαβική γλώσσα, μέσω της αλβανικής.

  • Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι το όνομα Πρέβεζα προέρχεται από τη σλαβική λέξη prěvozъ που σημαίνει πέρασμα.
  • Η δεύτερη άποψη υποστηρίζει ότι προέρχεται από την παλιά αλβανική λέξη prevëzë -za, που σημαίνει πέρασμα, διάβαση, μεταφορά, διαμετακόμιση.
  • Η τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι προέρχεται από την ιταλική λέξη prevesione, που σημαίνει προμήθεια.

Η Ιστορία της Πρέβεζας

Η ευρύτερη περιοχή της Πρέβεζας

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την κατοίκηση του χώρου από τα παλαιολιθικά χρόνια. Πολλαπλά ευρήματα στη Βραχοσκεπή του Ασπροχάλικου Πρέβεζας και στη θέση Κοκκινόπηλος, κοντά στο χωριό Άγιος Γεώργιος Πρέβεζας, μαρτυρούν την κατοίκηση στα βόρεια του Νομού ήδη από το 100.000 π.Χ. Στη χερσόνησο του Αγίου Θωμά, απέναντι από την πόλη της Πρέβεζας, έχουν εντοπισθεί τόσο παλαιοντολογικά όσο και αρχαία ευρήματα της εποχής του χαλκού.

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας σώζονται, επίσης, ερείπια πολλών αρχαίων πόλεων, όπως της Κασσώπης, πρωτεύουσας των Κασσωπαίων, του Ορράου, πόλης των Μολοσσών, των Βατιών, του Βουχετίου και της Πανδοσίας, αποικιών των αρχαίων Ηλείων, του Τρικάστρου, της Ελάτρειας, της Εφύρας και της Νικόπολης, αποδεικνύοντας τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του έτους 31 π.Χ., έγινε στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της σημερινής Πρέβεζας η περίφημη Ναυμαχία του Ακτίου μεταξύ των δυνάμεων του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από τη μία πλευρά και του Οκταβιανού από την άλλη. Μετά τη νικηφόρα για τον Οκταβιανό ναυμαχία του Ακτίου, ο μονοκράτορας πλέον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διέταξε την ανέγερση πόλης εις ανάμνηση της νίκης του, που θα έφερε το όνομα Νικόπολις, τα ερείπια της οποίας σώζονται περί τα έξι χιλιόμετρα βόρεια της Πρέβεζας.

Η ίδρυση της Πρέβεζας

Ο Πέτρος Φουρίκης, κατά την ώριμη επιστημονική του φάση, επεσήμανε πρώτος, το 1924, την αναφορά του ονόματος «Πρέβεζα» στο Χρονικόν του Μορέως. Το όνομα «Πρέβεζα» εμφανίζεται στην περιγραφή της αμφίβιας επιχείρησης ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου από συμμαχικές προς τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο δυνάμεις. Οι επιχειρήσεις αυτές τοποθετούνται χρονικά το 1292 ή κατ’ άλλους το 1290.

Ο Φουρίκης στηριζόμενος μόνον σε αυτή την αναφορά του ονόματος  Πρέβεζα, προβαίνει σε μια θεωρητική κατασκευή, σύμφωνα με την οποία μετά την ερήμωση της αρχαίας Νικόπολης ένα νέο λιμάνι ήταν αναγκαίο. Θεωρεί ότι το λιμάνι αυτό θα είχε μια οικιστική εξέλιξη την οποία πρέπει να φανταστούμε ως εξής: «εμπορικός σταθμός (σκάλα), συνοικισμός, χωρίδιον, χωρίον, κώμη, κωμόπολη». Υποστηρίζει επιπλέον ότι αυτή η εξέλιξη πρέπει να είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον 100 χρόνια πριν το 1292 (χρόνο κατά τον οποίο έγινε η επιχείρηση ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου) και, έτσι, συμπεραίνει ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε κατά τον 12ο αιώνα και είναι οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, μετά την ερήμωση της τελευταίας. Οι απόψεις του Φουρίκη επέδρασαν καθοριστικά στη μετέπειτα έρευνα για την ίδρυση και την πορεία της Πρέβεζας.

Νεότερες ιστορικές έρευνες, όμως, υποστηρίζουν ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε, ως οικισμός, στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, μετά την κατασκευή από τους Οθωμανούς, το 1478, του Κάστρου της Μπούκας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πόλη αποτελεί την οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης.

A´ Οθωμανική Περίοδος (1463-1684)

Πρόσφατες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά συμπόσια υποστηρίζουν ότι η κατάληψη της περιοχής της Πρέβεζας από τους Οθωμανούς πραγματοποιήθηκε το 1463 και ότι την εποχή εκείνη το διοικητικό κέντρο της περιοχής ήταν πιθανότατα η Ρηνιάσσα, ενώ δεν υφίστατο ακόμη οικισμός με το όνομα Πρέβεζα. Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της περιοχής, οι Οθωμανοί οχύρωσαν τη βόρεια πλευρά του πορθμού που οδηγεί από το Ιόνιο Πέλαγος στον Αμβρακικό κόλπο, ανεγείροντας το Κάστρο της Μπούκας, το 1478. Με την κατασκευή του κάστρου αυτού, οι Οθωμανοί έλεγχαν ολόκληρο τον Αμβρακικό κόλπο, τον οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως φυσικό ναύσταθμο στα δυτικά όρια της αυτοκρατορίας τους και να εκστρατεύσουν από εκεί για τη σχεδιαζόμενη κατάκτηση της Ρώμης, το 1480. Στη διάρκεια της πρώτης Οθωμανικής Περιόδου της Πρέβεζας έγιναν τέσσερις, τουλάχιστον, προσπάθειες κατάληψής της από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα: η πρώτη το 1481, η δεύτερη το 1501, η τρίτη το 1538 και η τέταρτη το 1605.

Πρώτη Ενετοκρατία (1684-1701)

Στο ξεκίνημα του 6ου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι ενετικές δυνάμεις και άλλες συμμαχικές με αυτές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του αρχιναυάρχου Φραντσέσκο Μοροζίνι, κατέλαβαν αρχικά τη Λευκάδα και στη συνέχεια το Ξηρόμερο και την Πρέβεζα, μετά από ολιγοήμερη επίθεση που ολοκληρώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1684. Με την κατάληψη του κάστρου της Μπούκας το οθωμανικό τέμενος, που υπήρχε σε αυτό, μετατράπηκε σε καθολικό ναό του αρχαγγέλου Μιχαήλ, καθώς η κατάληψη της Πρέβεζας συνέπεσε με την εορτή του στην Καθολική Εκκλησία.

Η Πρέβεζα θα έμενε στα χέρια των Ενετών για λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς στο τέλος του Πολέμου και με την υπογραφή της  Συνθήκης του Κάρλοβιτς τον Ιανουάριο του 1699, η Βενετία κατόρθωσε μεν να διατηρήσει την Πελοπόννησο και τη Λευκάδα, αλλά υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεταξύ άλλων οχυρών θέσεων, την Πρέβεζα, τη Ναύπακτο και το Αντίρριο.

Β´ Οθωμανική Περίοδος (1701-1717)

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς, τον Ιανουάριο του 1699, καθόρισε την επιστροφή της περιοχής της Πρέβεζας στους Οθωμανούς και η διμερής Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, της 12 Ιουνίου 1700, επέλυσε τα θέματα συνόρων των περιοχών που θα περιέρχονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης του Κάρλοβιτς, οι Οθωμανοί δεν μπορούσαν να οχυρώσουν τη θέση του ανατιναχθέντος κάστρου. Οχύρωσαν, όμως, πολύ σύντομα την Πρέβεζα κατασκευάζοντας, βορειότερα του κατεδαφισθέντος κάστρου της Μπούκας, ένα μεγάλο σε έκταση νέο κάστρο, το οποίο σε έγγραφα της εποχής εκείνης αναφέρεται ως «το κάστρο στο κυπαρίσσι» και το οποίο μετά από αρκετές αλλαγές και βελτιώσεις είναι το σημερινό κάστρο του αγίου Αντρέα. Το νέο αυτό οχυρό συνετέλεσε στη μετατόπιση του οικιστικού ιστού της Πρέβεζας βορειότερα, ώστε να βρίσκεται πιο κοντά στο νέο κάστρο.

Όταν η Πρέβεζα περιήλθε για δεύτερη φορά στους Οθωμανούς, 78 Πρεβεζάνικες οικογένειες ζήτησαν να μετοικήσουν στη βενετοκρατούμενη γειτονική Λευκάδα και με απόφαση του Ενετού γενικού προβλεπτή θαλάσσης Ντανιέλ Ντολφίν (Daniel Dolfin) 300 περίπου Πρεβεζάνοι πήραν γαίες και μετοίκησαν στο Καλλιγόνι και τη Βασιλική Λευκάδας.

Η δεύτερη Οθωμανική Περίοδος της Πρέβεζας διήρκεσε λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς τον Οκτώβριο του 1717 ενετικές δυνάμεις κατέλαβαν το «κάστρο στο κυπαρίσσι» και εκδίωξαν τις οθωμανικές δυνάμεις από την Πρέβεζα.

Δεύτερη Ενετοκρατία (1717-1797)

Οι δυνάμεις του Ενετού ναυάρχου Αντρέα Πιζάνι (Andrea Pisani) κατέλαβαν το φρούριο της Πρέβεζας στις 22 Οκτωβρίου 1717. Η πόλη θα περιερχόταν και επίσημα στους Ενετούς μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Πασάροβιτς μεταξύ Αψβούργων, Βενετών και Οθωμανών, στις 21 Ιουλίου 1718, η οποία επισφράγισε τον τελευταίο Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Ξεκίνησε, ἐτσι, η ογδοντάχρονη δεύτερη ενετοκρατία της Πρέβεζας, που θα αποδεικνυόταν περίοδος ανάπτυξης και ευημερίας. Πολλές Πρεβεζάνικες οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη το 1701 επέστρεψαν στην πατρώα τους γη.

Ακόμη, στην πόλη εγκαταστάθηκαν, επίσης, Χριστιανοί έποικοι από τον Μωριά, ο οποίος με τη λήξη του πολέμου περιήλθε στους Οθωμανούς, καθώς και από τη γειτονική Ακαρνανία. Η Βενετική διοίκηση αντάμειψε τους Έλληνες συμμάχους της οπλαρχηγούς με φέουδα στην περιοχή της Πρέβεζας. Μεταξύ αυτών ήταν οι οικογένειες των οπλαρχηγών Μπότσαρη από το Σούλι, Τσαβαλά, Διγώνη, Γερογιάννη, Καραβέλα, Τσουμάνη, Χάιδα ή Τριανταφύλλη, Σκέφερη, Τσαρλαμπά, Μαλτέζου, Παπαδόπουλου, κλπ.

Με την ενσωμάτωση της Πρέβεζας στο κράτος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου έφθασαν στην πόλη Ενετοί αξιωματούχοι, στους οποίους ανατέθηκε η διοίκηση και η φύλαξη της περιφέρειας της Πρέβεζας. Οι αξιωματούχοι αυτοί καλούνταν να ασκήσουν καθήκοντα διοικητικά, διαχειριστικά αλλά και δικαστικά. Οι πράξεις τους διέπονταν από το βενετικό δίκαιο, παράλληλα όμως επιτρεπόταν στους κατακτημένους να διατηρήσουν και να χρησιμοποιούν τους προϋπάρχοντες στον τόπο κανόνες δικαίου. Η Διοίκηση αποτελούνταν από τον προβλεπτή και δύο συμβούλους του. Και οι τρεις ήταν Ενετοί, και εκλέγονταν από το «Μείζων Συμβούλιο» με διετή θητεία. Το τριμελές αυτό όργανο πλαισίωνε ένας γραμματέας και ένας αξιωματούχος υπεύθυνος για τον τοπικό ναύσταθμο. Αρωγοί στο έργο τους ήταν ο ταμίας της διοίκησης, ο οποίος εισέπραττε τα έσοδα από φόρους και οι γραφείς στις υπηρεσίες που ασχολούνταν με τις αστικές, ποινικές και οικονομικές υποθέσεις.

Την περίοδο αυτή ανεγέρθηκαν στην Πρέβεζα δέκα νέοι ιεροί ναοί. Πρόκειται για τους ναούς του Αγίου Νικολάου του Νέου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Χαραλάμπους, της Παναγίας των ξένων, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του Αγίου Αθανασίου, των Αγίων Αποστόλων, του Αγίου Ανδρέα και του Προφήτη Ηλία. Στα πρώτα χρόνια της περιόδου αυτής βελτιώθηκε αμυντικά το κάστρο του Αγίου Αντρέα και η έκτασή του μειώθηκε στη μισή περίπου της αρχικής. Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε ο λεγόμενος σήμερα Ενετικός Ελαιώνας, ο οποίος καταγράφεται να αριθμεί 4.000 ελαιόδενδρα και έτσι η έκτασή του να περιορίζεται σε 400 περίπου στρέμματα. Προς το τέλος της βενετοκρατίας της Πρέβεζας, το 1792, κτίστηκε ο πύργος του ρολογιού, δίπλα στον ναό του Αγίου Χαραλάμπους, και τοποθετήθηκε σε αυτόν βενετσιάνικος μηχανισμός ρολογιού και καμπάνα.

Γαλλοκρατία ενός έτους (1797-1798)

Η Πρέβεζα και οι υπόλοιπες Βενετικές κτήσεις θα περιέλθουν αυτοδικαίως στους Γάλλους, τον Μάιο του 1797, μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από τον Ναπολέοντα Α΄. Στις 29 Ιουνίου 1797, αποβιβάζεται στη Κέρκυρα ο Γάλλος στρατηγός Ζεντιγί (Gentilli), με τα στρατεύματά του. Όλα τα Επτάνησα και οι παράλιες Ηπειρωτικές κτήσεις των Ενετών, μεταξύ των οποίων και η Πρέβεζα, τέθηκαν υπό τις διαταγές του και μετά την αναχώρησή του, τον Ιούλιο του 1797, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σαμπώ (Chabot). Ο Γάλλος ταγματάρχης Ιωσήφ Γκες (Gues) ορίσθηκε διοικητής της Λευκάδας, στην οποία υπαγόταν και η Πρέβεζα. Οι Σουλιώτες της περιοχής, με υπόμνημά τους προς τον Γάλλο υποστράτηγο Ρόουζ (Rose), ζήτησαν να τεθούν υπό την προστασία τους.

Ο Μέγας Ναπολέων έστειλε ως πολιτικούς εκπροσώπους του στην Πρέβεζα τους επιφανείς Έλληνες της Κορσικής αδελφούς Στεφανόπολι. Ο στρατηγός Λα Σαλσέτ (La Salcette) με 280 Γάλλους Γρεναδιέρους στρατιώτες (κατ’ άλλη άποψη 700) φτάνει με πλοία, ειρηνικά, στην Πρέβεζα. Οι Πρεβεζάνοι υποδέχονται με χαρά τους Γάλλους και το Γαλλικό Ημερολόγιο υιοθετείται στα δημόσια έγγραφα της πόλης.

Η βραχύβια Γαλλική κατοχή της Πρέβεζας θα επισφραγιστεί το επόμενο έτος, 1798, με την άνιση σε αριθμό αντίπαλων δυνάμεων και αιματηρή Μάχη της Νικοπόλεως και τον επακόλουθο Χαλασμό της Πρέβεζας από τον Αλή Πασά Τεπελενλή. Στις 12/23 Οκτωβρίου 1798, δυνάμεις 7.000 έφιππων και πεζών Τουρκαλβανών επιτέθηκαν κατά της Γαλλικής Φρουράς της Πρέβεζας, που είχε οχυρωθεί στα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης και αποτελούταν από 280 Γάλλους γρεναδιέρους, 60 Σουλιώτες πολεμιστές υπό τον καπετάν Χριστάκη και 200 Πρεβεζάνους πολιτοφύλακες. Η μάχη διήρκεσε ολόκληρη τη μέρα και περιγράφεται λεπτομερώς στα απομνημονεύματα του στρατηγού Λ. Α. Καμύ ντε Ρισμώντ (Louis Auguste Camus de Richemont), ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη και τραυματίστηκε σοβαρά. Της Μάχης της Νικοπόλεως ακολούθησαν αψιμαχίες μέσα στην πόλη της Πρέβεζας, με σφαγές αμάχων και λεηλασίες, που έμειναν γνωστές στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας. Σημαντικός αριθμός Πρεβεζάνων σφαγιάστηκε λίγες ημέρες αργότερα στο τελωνείο της Σαλαώρας.

Α΄περίοδος Αλή πασά (1798-1800)

Μετά τη βίαιη κατάληψη της Πρέβεζας και τη γενική λεηλασία και εκδιώξεις του πληθυσμού της, που έμειναν γνωστά στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας, ο Αλή πασάς εγκατέστησε στην πόλη ευνοούμενούς του. Αναγκάστηκε, όμως, να εγκαταλείψει την πόλη μετά από ενάμισι περίπου χρόνο, τον Μάρτιο του 1800, σε υλοποίηση Ρωσοτουρκικής συνθήκης.

Η Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου (1800-1806)

Με τη Ρωσοτουρκική Συνθήκη της 21ης Μαρτίου 1800 συστήθηκε αφενός μεν η Επτάνησος Πολιτεία, αφετέρου δε η «Συμπολιτεία των Ηπειρωτικών Πόλεων» (Πρέβεζας, Πάργας, Βόνιτσας και Βουθρωτού). Οι πόλεις αυτές, ως πρώην εξαρτήματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας  απολάμβαναν προνομιακό καθεστώς μέχρι την κατάλυσή της, το 1797, και το 1800 αυτονομήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9 και 10 της παραπάνω Συνθήκης. Η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης επικυρώθηκε με σουλτανικό φιρμάνι την 21η Απριλίου 1800 και την 25η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους υπογράφηκε κοινή απόφαση των Ηπειρωτικών Πόλεων και της Επτανήσου Πολιτείας. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τον εκπρόσωπο του σουλτάνου στη Συμπολιτεία των πόλεων, Αβδουλάχ μπέη, και αποτέλεσε τον Καταστατικό Χάρτη βάση του οποίου ασκήθηκε η διοίκηση στις πόλεις αυτές. Αποτέλεσμα της Συνθήκης αυτής ήταν η άριστη λειτουργία των τριών εξουσιών, Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής, που συνιστούν και αποτελούν τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η αυτοδιοίκηση των πόλεων αυτών είναι γνωστή και ως «Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου» (Ακτίου), ή απλώς «Συμπολιτεία». Διοικούταν από Γερουσία (Κογκλάβιο) αποτελούμενη από εκπροσώπους των πόλεων της Συμπολιτείας. Πρωτεύουσά της ορίσθηκε η Πρέβεζα. Της εκτελεστικής εξουσίας προΐστατο ο εκπρόσωπος του σουλτάνου, Αβδουλάχ μπέης, ο οποίος διέμενε εκτός των ορίων της αυτονόμου Πρέβεζας, βόρεια αυτής.

Β΄περίοδος Αλή πασά (1806-1820)

H Μάχη της Νικόπολης και ο Χαλασμός της Πρέβεζας (1798) είναι η δεύτερη μεγάλη καταστροφή στην ιστορία της πόλης. Αυτή είναι η τελευταία τουρκική κατοχή που κράτησε μέχρι την απελευθέρωση του 1912 και κατά την οποία η Πρέβεζα γνώρισε περιόδους μεγάλης εξέλιξης και αύξησης του πληθυσμού της. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα οχυρωματικών και άλλων έργων από τον Αλή Πασά Τεπελενλή και το γιο του Βελή. Με την επανακατάληψη της Πρέβεζας το 1807, ο Αλή Πασάς, με έδρα τα Ιωάννινα, διόρισε Διοικητή τον Μπεκίρ Αγά, και αναφέρονται γι αυτόν εκτεταμένες δημεύσεις περιουσιών Χριστιανών Πρεβεζάνων και πολλές τρομοκρατικές ενέργειες. Πάντως τα κυριότερα οχυρωματικά και άλλα έργα που έγιναν επί Αλή Πασά στήν πόλη της Πρέβεζας είναι τα εξής:

  • Κάστρο Αγίου Γεωργίου. Βελτιώσεις και ολοκλήρωσή του. Έναρξη εργασιών το 1807.
  • Κάστρο Αγίου Ανδρέα, βελτιώσεις και ολοκλήρωσή του.
  • Κάστρο Παντοκράτορα
  • Θερινό Σεράι Πρέβεζας (Παλιοσάραγα). Κάηκε από τον Βελή Πασά το 1822
  • Οθωμανικά Λουτρά Αλή πασά. Διασώζονται μερικώς
  • Προμαχώνας Βρυσούλα

Γ´ Οθωμανική περίοδος (1820-1912)

Η περίοδος μετά το θάνατο του Αλή Πασά το 1822 μέχρι την απελευθέρωση του 1912 ονομάζεται Γ´ Οθωμανική περίοδος. Το έτος 1897 η Πρέβεζα αποτέλεσε θέατρο πολλών επιχειρήσεων του αποτυχημένου πολέμου του 1897 που έληξε άδοξα.

Η Πρέβεζα εντάσσεται στο Ελληνικό Κράτος (21 Οκτωβρίου 1912

Απελευθέρωση και Μεσοπόλεμος (1912-1940)

Στις 21 Οκτωβρίου 1912, μια ημέρα μετά τη μάχη της Νικόπολης, η Πρέβεζα παραδόθηκε de jure στον ελληνικό στρατό μετά από μεσολάβηση των προξένων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Αυστρίας, υπό τον όρο να μην εισέλθουν στην πόλη σώματα ατάκτων. Η παράδοση έγινε στον ταγματάρχη του ελληνικού επιτελείου, Παναγιώτη Σπηλιάδη.

Ο ιστορικός πυρήνας (Ιστορικό Κέντρο) της πόλης, διαμορφώθηκε το 19ο αιώνα και διασώζει τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης (πυκνός οικιστικός ιστός με στενούς δρόμους-καλντερίμια, Σεϊτάν Παζάρ, περιορισμένους κοινόχρηστους χώρους κλπ). Το υπόλοιπο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης είναι αποτέλεσμα διαδοχικών επεκτάσεων μετά το 1920. Η μεσοπολεμική περίοδος σφραγίσθηκε από την παρουσία του γνωστού ποιητή Κώστα Καρυωτάκη στην Πρέβεζα, και την αυτοκτονία του στη θέση Βαθύ Μαργαρώνας με πιστόλι το 1929. Ο Κώστας Καρυωτάκης έζησε στην Πρέβεζα μόλις 33 μέρες. Εργαζόταν στη Νομαρχία, σε κτίριο που δεν σώζεται (σημερινή οδός Σπηλιάδη 10), ενώ διέμενε σε οικία της οδού Δαρδανελίων στο Σεϊτάν Παζάρ, η οποία σώζεται.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και Εμφύλιος Πόλεμος (1940-1949)

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Πρέβεζα δέχθηκε ανελέητους βομβαρδισμούς από Ιταλικά αεροπλάνα με σκοπό να εμποδίσουν τη μεταφορά εφοδίων από το λιμάνι προς τα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Υπολογίζεται ότι έγιναν 92 περίπου αεροπορικές επιδρομές με πολλές καταρρεύσεις κτιρίων και αρκετούς νεκρούς. Το έτος 2016 έγιναν τα αποκαλυπτήρια μαρμάρινης επιγραφής με όλα τα ονόματα των φονευθέντων, έμπροσθεν του Φρουρίου Αγίου Ανδρέα. Ένα από τα κτίρια που κατέρρευσαν μερικώς είναι το Οθωμανικό Τζαμί Ιτς Καλέ, που λειτουργούσε ως Αρχαιολογικό Μουσείο Πρέβεζας. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ναζί από την Πρέβεζα, τον Σεπτέμβριο 1944, οι αντίπαλες ανταρτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ κατέλαβαν ταυτόχρονα την Πρέβεζα. Στα τέλη του μήνα ξέσπασε «πολυαίμακτη σύγκρουση που επισφραγίσθηκε με μαζικές εκτελέσεις μελών του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ από το εδεσίτικο τμήμα του Δ. Γαλάνη. Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε μετά την αποχώρηση των ελασίτικων τμημάτων».

Η μεταπολεμική Πρέβεζα

Η μεταπολεμική Πρέβεζα χαρακτηρίζεται από σταδιακή παρακμή αφ’ ενός μεν γιατί η αστική τάξη έφυγε στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, και αφ’ ετέρου γιατί το λιμάνι έπεσε σε παρακμή λόγω της κατασκευής οδικού δικτύου. Η ανάκαμψη ήρθε επί Δικτατορίας των Συνταγματαρχών οπότε έγιναν σημαντικότατα έργα ανάπτυξης όπως επαρχιακή οδός Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, Ναυτικές Σχολές Πρέβεζας, Νοσοκομείο Πρέβεζας, Λιμάνι Πρέβεζας, Κλωστήρια Πρέβεζας, Γυμνάσια, Λύκεια, Σχολεία, κλπ. Μετά το 1983 η Πρέβεζα εντάχθηκε στον ενιαίο πολεοδομικό σχεδιασμό (Ε.Π.Α.). Σήμερα η πόλη διαθέτει πλήρη κοινωνική και τεχνική υποδομή και λειτουργίες Νομαρχιακού και Περιφερειακού επιπέδου: Διοίκηση, Νοσοκομείο, Εκπαίδευση και λοιπή κοινωνική υποδομή, αθλητικές εγκαταστάσεις, κεντρικές λειτουργίες πόλης, Λιμεναρχείο, Τελωνείο κλπ. Σε επίπεδο παραγωγικής υποδομής αναφέρουμε τη Βιομηχανική Ζώνη Πρέβεζας, περιοχή στην περιφέρεια της πόλης, καθώς και τις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και ιχθυογένεσης στον Αμβρακικό. Σημαντικός παράγων οικονομίας της πόλης είναι τα Θερμοκήπια Πρέβεζας, με κύριο προϊόν τη ντομάτα και άλλα οπωροκηπευτικά. Στη μεταφορική υποδομή σημαντική είναι η ύπαρξη του Λιμανιού και της Μαρίνας, το Διεθνές Αεροδρόμιο του Ακτίου σε απόσταση 8 χιλιομέτρων περίπου και της έδρας ΚΤΕΛ για τα λεωφορεία του Νομού. Μεγάλο άλμα για τη σύνδεση της Πρέβεζας με την υπόλοιπη Ελλάδα έγινε αφ’ ενός μεν με την  Υποθαλάσσια σήραγγα Πρέβεζας – Ακτίου (2003) και αργότερα με την αποπεράτωση της Εγνατίας Οδού.

https://el.wikipedia.org/Πρέβεζα

Please follow and like us:
error0

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Ο Κώστας Καρυωτάκης επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Ο Κώστας Καρυωτάκης την ημέρα της αυτοκτονίας του
Ο Καρυωτάκης στο σημείο που αυτοκτόνησε.

Ο βίος του

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκορδύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουάριο του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του.

Το έργο του

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.

Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.

Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/204

Please follow and like us:
error0