Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Ο Μακεδονικός Αγώνας προέκυψε από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι βουλγαρικές βλέψεις για τη Μακεδονία, οι οποίες απροκάλυπτα εκδηλώθηκαν μετά τη εξέγερση του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903). Η έκβαση των ελληνοβουλγαρικών συρράξεων της τετραετίας 1904-1908 που ακολούθησε, ήταν η σταθεροποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Ένας Αγώνας, στον οποίο συμπαρατάχθηκαν, εκτός από τους εθελοντές από όλα τα μέρη της Ελλάδας, και οι ντόπιοι, ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι, κάτοικοι της Μακεδονίας. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς. Ο θάνατος του Μελά διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα. Αν και λίγοι γνώριζαν πως βρισκόταν στη Μακεδονία, όλοι τον έκλαψαν. Το τέλος του ήταν εκείνο που ο ίδιος στα γράμματα του άφηνε να διαφανεί. Είχε το νόημα της θυσίας, συντάραξε ολόκληρο το Έθνος και παρακίνησε πολλούς συναδέλφους του αξιωματικούς να βγουν με σώματα στη Μακεδονία, για να εκδικηθούν το θάνατό του. Ενώ ως τότε η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν υπόθεση μικρού αριθμού Ελλήνων, από το θάνατο του Μελά γίνεται υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού. Η θυσία του είχε πετύχει ό,τι καμία άλλη δύναμη δεν είχε κατορθώσει και έδειξε στον κόσμο ολόκληρο πως ο Ελληνισμός έξω από τα όρια του μικρού βασιλείου δεν είχε χαθεί.

Μακεδονικός Αγώνας
Σφραγίδα του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου

Σκοπός της στρατιωτικής δράσης

«Ως βαίνουσι τα πράγματα προβλέπω ότι ούτως ή άλλως θα καταλήξωμεν εις πλήρην αναρχίαν. Δεν πρέπει αυτή να εύρη τον Ελληνισμόν όντα ψυχορραγούντα». Οι επισημάνσεις αυτές του γενικού Προξένου της Θεσσαλονίκης, Λάμπρου Κορομηλά, διατυπωμένες το Μάιο του 1904 καταδείκνυαν με σαφήνεια τόσο την κρατούσα κατάσταση στη Μακεδονία την περίοδο αυτή όσο και το αβέβαιο μέλλον που προδικαζόταν για τον Ελληνισμό της περιοχής. Άλλωστε η απρόσκοπτη τρομοκρατική δραστηριότητα των βουλγαρικών «κομιτάτων» σχεδόν σε ολόκληρη την περιφέρεια του Προξενείου δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικών εκτιμήσεων. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στο προξενείο, τόνισε σε έκθεση του στο Υπουργείο Εξωτερικών και την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής απάντησης για την αντίκρουση της. Ο καθορισμός του «εναπομείναντος εθνικού εδάφους», ο υπολογισμός του αριθμού των εντοπίων που θα μπορούσαν να στρατολογηθούν, καθώς και ο εντοπισμός σημείων κατάλληλων για κρησφύγετα και κέντρα αποθήκευσης όπλων αναφέρονται ως πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα, φρόντισε να οργανώσει ο ίδιος αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία ως τη μόνη λύση για την ανάσχεση της βουλγαρικής δραστηριότητας και την ενίσχυση του ηθικού των ελληνικών κοινοτήτων.

Οι στοχεύσεις της ένοπλης παρέμβασης στα μακεδονικά πράγματα καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τόσο το είδος της όσο και το γενικότερο χαρακτήρα της. Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την ελληνική πλευρά δεν αποσκοπούσε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό ούτε απέβλεπε στην κατοχή συγκεκριμένων εδαφών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν οριοθετήθηκε από καθαρά στρατιωτικές επιδιώξεις και προτεραιότητες, όπως αυτές ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ένα εθνικό κράτος συγκρούεται συνολικά με κάποιο άλλο. Αντιθέτως, ως κύριος στόχος παρουσιαζόταν η αναπτέρωση του ηθικού των χειμαζομένων ελληνικών κοινοτήτων, η ανακοπή της τρομοκρατικής δραστηριότητας των Βουλγάρων και γενικότερα η υπεράσπιση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Επρόκειτο δηλαδή για μια επιχείρηση μάλλον ψυχολογικού παρά στρατιωτικού χαρακτήρα, γεγονός που τονιζόταν με έμφαση από τους πλέον εμπνευσμένους οργανωτές της. Ήταν πρωταρχικά μια πολιτική επιχείρηση για τη διεκπεραίωση της οποίας χρησιμοποιήθηκε η ένοπλη βία.

Αυτή ακριβώς η ευρύτερη πολιτική διάσταση της χρήσεως της βίας στο Μακεδονικό Αγώνα υπαγορεύτηκε από την ιδιάζουσα κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία αναφορικά με τον προσδιορισμό της εθνικότητας των κατοίκων και τους λόγους για τους οποίους τα χωριά επέλεγαν τον Έξαρχο ή τον Πατριάρχη. Πράγματι, σε εκτεταμένα τμήματα του μακεδονικού χώρου και ιδιαιτέρως στην περιοχή που βρίσκεται βορείως της νοητής γραμμής που συνδέει την Καστοριά με τη Δράμα, η μικτή εθνολογική σύσταση του πληθυσμού και η ρευστότητα των κριτηρίων που χαρακτήριζαν την επιλογή εθνικής παρατάξεως καθιστούσαν δυσχερή την οριστική ένταξη ενός χωριού στο ένα ή στο άλλο εθνικό στρατόπεδο.

Επιπλέον, τα χωριά αυτά αντιμετώπιζαν πλήθος προβλημάτων τα οποία επέτειναν και μονιμοποιούσαν τη ρευστότητα των επιλογών. Η ενδημική παρουσία του ληστρικού φαινομένου σε πολλές περιοχές, η βουλγαρική τρομοκρατία και η ανάλογη συμπεριφορά του τουρκικού στρατού δημιούργησαν ένα κλίμα διάχυτης ανασφάλειας, δυσπιστίας και φόβου προς όλους, αναγορεύοντας συχνά την επιβίωση σε καθοριστικό κριτήριο της στάσης τους. Κατά συνέπεια η άσκηση της ένοπλης βίας ήταν ο μόνος δρόμος που θα οριστικοποιούσε την προσχώρηση των χωριών στα εθνικά στρατόπεδα.

Η αναγκαιότητα της ανάληψης τρομοκρατικής δραστηριότητας από την ελληνική πλευρά δεν υπαγορευόταν αποκλειστικά από τη δράση των Βουλγάρων αλλά και από τις πιέσεις των εντοπίων πατριαρχικών. Εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μέχρι το 1904, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι μόνο οι αθρόες δολοφονίες κομιτατζήδων και χωρικών θα διαφύλασσαν τα χωριά τους από μελλοντικές επιδρομές, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τα συσσωρευμένα αισθήματα απόγνωσης και εκδίκησης.

Σε κάθε περίπτωση οι συγκρούσεις των ελληνικών σωμάτων με τους κομιτατζήδες δεν έπρεπε να αποτελούν το βασικό στρατηγικό στόχο. Η ίδια η ύπαρξη των σωμάτων και οι συνεχείς περιοδείες τους στα χωριά ήταν αποφασιστικότερης σημασίας από μια άκαιρη συμπλοκή, η οποία, αν προκαλούσε την επέμβαση του τουρκικού στρατού, ενδεχομένως να κατέληγε ακόμη και στη διάλυση του σώματος. Τα σώματα απέφευγαν τις συγκρούσεις και, δεδομένου ότι οι Βούλγαροι από ακόμη μεγαλύτερη απροθυμία για συμπλοκές, στις περισσότερες περιπτώσεις η τύχη μάλλον παρά η καταδίωξη έφερναν αντιμέτωπες τις αντιμαχόμενες ομάδες. Ο τουρκικός στρατός αποτελούσε για τα σώματα ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, οποίος θα έπρεπε πάση θυσία να αποφεύγεται. Οι λόγοι ήταν πολλοί, όχι μόνο τακτικοί αλλά και ευρύτερης πολιτικής. Γεγονός παραμένει ότι τα αντάρτικα σώματα, κατάλληλα για ανταρτοπόλεμο και εκφοβιστικές επιχειρήσεις είχαν κάθε λόγο να αποφεύγουν τις μάχες με τον τουρκικό στρατό, οι οποίες σε τελική ανάλυση ευθύνονταν για τις ελληνικές απώλειες.

Η λίμνη των Γιαννιτσών

Αν και η ελληνική τακτική κατά τις επιθέσεις στα χωριά παρουσιαζόταν σχετικά τυποποιημένη, η αναγκαιότητα της διεξαγωγής του Αγώνα ακόμα και στα πιο δυσχερή από γεωγραφική άποψη σημεία της Μακεδονίας υπαγόρευε και την τροποποίηση της. Αναμφισβήτητα, το πλέον ιδιόμορφο πεδίο μάχης ήταν η λίμνη των Γιαννιτσών, η οποία αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η ελώδης επιφάνεια και η πυκνή βλάστηση της την καθιστούσαν πρόσφορο ορμητήριο ανταρτικών ομάδων, κάτι που αρκετά νωρίς έγινε αντιληπτό από τη βουλγάρική οργάνωση. Κατά το 1905 και ιδίως το 1906 περιοχή αυτή έγινε το θέατρο ακόμη μιας πεισματώδους ελληνοβουλγαρικής αναμέτρησης. Αναγκασμένα να κινηθούν και να εγκατασταθούν σε ένα τόσο ιδιόμορφο χώρο, τα σώματα χρησιμοποιούσαν στις μετακινήσεις τους ελαφρά πλοιάρια, τις πλάβες, χωρητικότητας 2 έως 4 ανδρών. Για καταλύματα έφτιαχναν καλύβες από καλαμιές, κορμούς δέντρων και λάσπη, οι οποίες στηρίζονταν στο βυθό της λίμνης με πασσάλους. Γύρω από την καλύβα με τα ίδια υλικά κατασκεύαζαν αμυντικά αναχώματα. Η στενότητα των υδάτινων διόδων, το πλάτος των οποίων χωρούσε μόνο μία πλάβα, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη «ευρέος μετώπου» κατά των καλυβιών και καθιστούσε την προσβολή τους ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη.

Εκπαίδευση των ανταρτών

Στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις προδοσίες και τις συγκρούσεις με τον στρατό, οι άνδρες των σωμάτων υποχρεώθηκαν να τρόπους κινήσεως που παραδοσιακά χρησιμοποιούσαν οι τοπικοί ληστές. Συνήθισαν έτσι, όχι χωρίς δυσκολία, να πεζοπορούν πολλές ώρες υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες προκειμένου να βρουν ασφαλές μέρος για να καταλύσουν, να αλλάζουν συνεχώς τόπο διαμονής και κυρίως να κινούνται αποκλειστικά τη νύχτα, λαμβάνοντας εξαιρετικά μέτρα προφυλάξεως. Η νύχτα, ωστόσο, δεν ήταν κατάλληλη μόνο για πορείες αλλά και για διενέργεια επιθέσεων στα χωριά, καθώς μεγιστοποιούσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και δυσχέραινε την καταδίωξη του στρατού.

Η όλη επιχείρηση της προσβολής των χωριών σπάνια διαρκούσε μεγάλο διάστημα. Ο κίνδυνος εμφανίσεως τουρκικών αποσπασμάτων ή βουλγάρικων ενισχύσεων επέβαλλε τη συντομότερη δυνατή αποχώρηση. Αρκετά συχνή ήταν και η συνεργασία των ομάδων μιας ευρύτερης περιοχής προκειμένου να προσβληθεί χωριό όπου βρισκόταν μεγάλος αριθμός κομιτατζήδων. Οι ακρότητες που σημειώνονταν σε ορισμένες επιθέσεις οφείλονταν σε αποφάσεις των αρχηγών των σωμάτων, παρά τις αντίθετες οδηγίες που έπαιρναν από τους οργανωτές του Αγώνα. Επιπλέον, τα περισσότερα ατοπήματα διεπράχθησαν κυρίως από συνεργαζόμενους ληστές και ιδιώτες οπλαρχηγούς, που δεν κατόρθωναν πάντοτε να εφαρμόζουν τον «πολιτικό» τρόπο δράσης που τους υποδεικνυόταν. Με δεδομένη όμως την απρόσκοπτη τρομοκρατική δράση της βουλγάρικης οργανώσεως επί σειρά ετών, η λογική των αντιποίνων ήταν αναπόφευκτη.

Στρατιώτες του Μακεδονικού Αγώνα

Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για τη φύση και τους σκοπούς του ελληνικού Αγώνα ήταν το ζήτημα της συμμετοχής σ’ αυτόν των εντοπίων πατριαρχικών, καθώς η παρουσία τους στα ελληνικά σώματα θα αποτελούσε την πλέον πειστική απόδειξη του ελληνικού φρονήματος τους, ανατρέποντας την αντίθετη αντίληψη που προσπαθούσε να επιβάλλει στην Ευρώπη, όχι χωρίς επιτυχία, η βουλγαρική πλευρά. Πέρα από αυτούς τους εθνικούς λόγους, και καθαρά στρατιωτικές προτεραιότητες συνηγορούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Οι εντόπιοι, γνωρίζοντας άριστα τις περιοχές όπου δρούσαν, θα είχαν τη δυνατότητα ύστερα από αποτυχημένες συμπλοκές να αποσύρονται στις εστίες τους και να ανασυγκροτούνται σε ευθετότερο χρόνο. Από την άλλη μεριά, οι οπλαρχηγοί που προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα διέπρατταν σοβαρά λάθη τακτικής: παρέμεναν πολλές μέρες μέσα στα ίδια πατριαρχικά χωριά, με αποτέλεσμα να προδίδονται, να εμπλέκονται σε άσκοπες συγκρούσεις και να εκθέτουν παράλληλα και τα χωριά σε αντίποινα. Επεδείκνυαν βιασύνη στις επιχειρήσεις τους, δεν πραγματοποιούσαν συστηματικές κατοπτεύσεις του χώρου, ενώ η άγνοια του εντοπίου ιδιώματος και της τοπικής ψυχολογίας δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα.

Σχέδια δράσης του Μακεδονικού Αγώνα

Όμως η πιεστική ανάγκη για τη συγκρότηση σωμάτων οδήγησε σύντομα το Προξενείο Θεσσαλονίκης στη χρησιμοποίηση ανδρών και οπλαρχηγών από την Ελλάδα, καθώς και παλαιών ληστών για την επάνδρωση τους. Οι τελευταίοι αποτελούσαν το μοναδικό σώμα οπλοφόρων στη Μακεδονία, το οποίο συνδύαζε τη γνώση του τόπου με αυτήν της ανταρτικής ζωής. Η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν ότι η κίνηση αυτή «ήτο σφάλμα», επιδή «επαγγελματίαι αντάρται και τινές ληστές … ήτο αδύνατο να προσαρμοσθώσι εις το έργο του εθνικού αποστόλου» δεν αναιρεί και την αναγκαιότητα της, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο του Αγώνα. Η «απροσάρμοστη» αυτή συμπεριφορά ληστών είχε αποτέλεσμα την απόρριψη από το Προξενείο Θεσσαλονίκης της χρησιμοποίησης τους ως αρχηγών ανταρτικών ομάδων. Τη σκυτάλη του Αγώνα θα έπαιρναν πλέον οι αξιωματικού του ελληνικού στρατού. Τα σώματα στο εξής αποτελούνταν από εντόπιους και άνδρες από το ελληνικό κράτος. Με τον τρόπο αυτό θα αξιοποιούνταν η πείρα των εντόπιων, θα επιβαλλόταν η πειθαρχία και, το κυριότερο, θα διεκπεραιωνόταν από την ηγεσία των αξιωματικών επιτυχώς το «πολιτικό σκέλος» του Αγώνα.

Όπως είναι φυσικό, η απουσία ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνα καθιστούσε την εκπόνηση γενικότερων επιτελικών σχεδίων προβληματική και την πραγματοποίηση τους αμφίβολη. Ωστόσο, δεν έλειψαν τέτοιου είδους σχέδια, τα οποία αποσκοπούσαν σε μια πλησιέστερη έκφραση των ελληνικών στρατηγικών επιδιώξεων σε επί μέρους περιοχές ή και στο σύνολο της Μακεδονίας. Ήδη από το 1904 ο Πρόξενος Δημήτριος Καλλέργης πρότεινε στο Υπουργείο Εξωτερικών να επικεντρωθεί ο Αγώνας στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, με τη δημιουργία σωμάτων από εντόπιους και Κρήτες. Αρκετά διαφορετικό, ως προς το εύρος του και τις προτεραιότητες που έθετε, ήταν το σχέδιο που εκπόνησε ο Νικόλαος Κοντογούρης, στις αρχές του 1905. Κατά τον Κοντογούρη ήταν ζωτικής σημασίας η εδραίωση της ελληνικής άμυνας κυρίως σε βορειότερες περιοχές, στο όρο Περιστέρι και κυρίως στο Μορίχοβο. Παρ’ ότι η άμεση εφαρμογή του σχεδίου αυτού θεωρήθηκε εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και από το συντάκτη του, τα πλεονεκτήματα από την υλοποίηση του θα ήταν αναμφίβολα σημαντικά.

Το πληρέστερο, όμως, επιτελικό σχέδιο που εκπονήθηκε ήταν αυτό που επεξεργάστηκε ο Μαζαράκης, ασφαλώς σε στενή συνεργασία με τον Κορομηλά, στα τέλη του 1904 και αναφερόταν στο σύνολο της Μακεδονίας. Ως επίκεντρο της ελληνικής δράσεως οριζόταν η περιοχή που περικλειόταν από τους άξονες Καστοριάς-Βερμίου-Βέροιας, στο Νότο, και Αχρίδος-Μαριάνσκας-Μπέλες στο Βορρά, μέχρι τη Στρώμνιτσα και το Πετρίτσι. Για την αποτελεσματική κάλυψη του χώρου αυτού υπογραμμιζόταν η αναγκαιότητα του ελέγχου περιοχών όπως το Μορίχοβο και η Αλμωπία, στις οποίες θα εγκαθίσταντο τα τρία, και μεγαλύτερα, από τα δέκα σώματα που προέβλεπε το σχέδιο. Την άνοιξη του επόμενου έτους τα σώματα και οι αρχηγοί που αναφέρονταν στο σχέδιο του Μαζαράκη εισήλθαν στα Μακεδονικά εδάφη, επιτρέποντας έτσι τη υπόθεση ότι είχε γίνει αποδεκτό, έστω και διστακτικά, από την κυβέρνηση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τους γενικούς στρατηγικούς στόχους του.

Χρόνος και τρόπος δράσης

Η επισήμανση του Κορομηλά, ότι η μεγάλη κατανάλωση φυσιγγίων γινόταν κυρίως τους μήνες μετά τον Απρίλιο, υποδηλώνει και το διάστημα κατά το οποίο κορυφωνόταν η δράση των σωμάτων. Πράγματι, οι ελληνικές ομάδες δεν είχαν τη δυνατότητα να περνούν το χειμώνα μέσα στα χωριά, γεγονός που τις εξανάγκαζε να περιστέλλουν τις ενέργειες τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή και να αποσύρονται στις ασφαλέστερες, ελληνόφωνες περιοχές στο Νότο. Εξάλλου αστάθμητοι παράγοντες, όπως βαριές απώλειες ύστερα από συγκρούσεις, συχνά επέσπευδαν την αναχώρηση τους. Για τους λόγους αυτούς φαίνεται ότι τέσσερις μήνες συνεχούς δράσης ήταν ένα όριο που λίγα σώματα κατόρθωσαν να υπερβούν.

Απολογισμός του Μακεδονικού Αγώνα

Τον Ιούλιο του 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων, ο Μακεδονικός Αγώνας έλαβε τέλος. Όλοι είχαν ελπίσει σε ένα καλύτερο ειρηνικό μέλλον με το Σύνταγμα. Η μεγάλη σημασία του Μακεδονικού Αγώνα για τον Ελληνισμό ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο ιδιόμορφος αυτός Αγώνας άργησε να γίνει ευρύτερα γνωστός, γιατί από το χαρακτήρα του έπρεπε να μείνει κρυφός. Από το 1903 μέχρι το 1908 λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να έχουν καθολική εποπτεία του Αγώνα που έκανε ο Ελληνισμός στη Μακεδονία για να σωθεί από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Στον Αγώνα αυτό η προσωπικότητα των αρχηγών έπαιξε κύριο ρόλο, γιατί ήταν Αγώνας επηρεασμού και επικρατήσεως ψυχών και όχι των όπλων. Η συμβολή των εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα Κρητών, ήταν σημαντική, αλλά τίποτα δε θα είχε γίνει χωρίς τη θέληση και την αυτοθυσία τούτων των εντοπίων της Μακεδονίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0

Ο Κώττας Χρήστου, ο Μακεδονομάχος (1860-1905)

Ο Κώττας Χρήστου (Βουλγαρικά: Κώτε Χρήστωφ / Коте Христов, ελληνικά: Κωνσταντίνος Χρήστου) (Ρούλια Φλώρινας, 1860 –Μοναστήρι, 27 Σεπτεμβρίου 1905), γνωστός και με το προσωνύμιο Αετός των Κορεστίων ή Κώττας Ρούλιας, ήταν σλαβόφωνος οπλαρχηγός. Ήταν Έλληνας Μακεδονομάχος, ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα.

Προτομή του Κώττα Χρήστου, του Μακεδονομάχου
Προτομή του Κώττα Χρήστου

Η οικογένεια του Κώττα Χρήστου

Ο Κώττας Χρήστου γεννήθηκε το 1860 στη Ρούλια (σημ. Κώτας, της περιφ. ενότητας Φλώρινας) των Πρεσπών. Βαπτίστηκε την ίδια χρονιά, που συνέπεσε με τη θεμελίωση της εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Ρούλιας, με το όνομα Κωνσταντίνος. Τελικά επικράτησε ο παρεφθαρμένος τύπος ΝτίνοςΚώστας ή Κώττας. Ο πατέρας του ονομάζονταν Χρήστος και η μητέρα του Δέσποινα. Στα εξαπτέρυγα της εκκλησίας του χωριού του, δωρεά του ίδιου του Κώττα, αναγράφεται η αφιέρωση: Ο Κωνσταντίνος Χρήστου και η μητέρα του Δέσποινα. Η οικογένεια του καπετάν Κώττα ήταν από τις παλαιότερες της Ρούλιας (Κώττα) και ζούσε στο χωριό, πριν ακόμα μεταφερθεί στη σημερινή του θέση. Η Ρούλια ή Χρούλια αποτελούνταν αρχικά από αρβανιτοβλάχικες και σαρακατσάνικες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό και βαθμιαία εκσλαβίστηκαν γλωσσικά στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο ίδιος ο Κώττας ήταν σλαβόφωνος. Η Ρούλια ήταν αρχικά κτισμένη βορειοδυτικότερα του σημερινού χωριού, τοποθεσία που ως και σήμερα ονομάζεται Επάνω Χωριό και βρίσκονταν στην παλαιά οδική αρτηρία Φλώρινας – Κορυτσάς. Η θέση του χωριού, πάνω σε κύρια οδική αρτηρία, το είχε καταστήσει εύκολο στόχο σε οθωμανικά στρατεύματα και άτακτες ένοπλες ομάδες που προκαλούσαν κατά καιρούς καταστροφές, λεηλασίες και φόνους. Έτσι, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να κατοικήσουν τη σημερινή τοποθεσία, που τότε βρίσκονταν ανάμεσα σε δάση και ήταν προστατευμένη (μετά το 1880 πέρασε από τον νέο οικισμό η νέα οδική αρτηρία από τη Φλώρινα, που στη Ρούλια διακλαδίζονταν προς Καστοριά και προς Κορυτσά).

Η οικογένεια του Κώττα έφερε αρχικά το επώνυμο Ρουσάνης και ήταν μία από τις λιγοστές οικογένειες που μετοίκησαν από τον παλιό, στον νέο οικισμό. Έτσι η οικογένεια Ρουσάνη κατείχε όλο το βόρειο τμήμα της νέας Ρούλιας. Ένα οικογενειακό κειμήλιο που ρίχνει φως στα προγενέστερα χρόνια της οικογένειας Ρουσάνη, είναι το χάλκινο τραπέζι όπου αναγράφεται Ιωάννης 1735 και Σωτήριος, Αναστάσιος Ρουσάνης 1849. Το τραπέζι αυτό έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία, καθώς εκεί συνέτρωγαν ο Κώττας με τους αξιωματικούς Αλέξανδρο Κοντούλη, Αν. Παπούλα, Παύλο Μελά, Γ, Κολοκοτρώνη. Κατά την προφορική παράδοση, κάποιος πρόγονος του Κώττα, ονόματι Ανδρέας, την εποχή που ακόμα κατοικούνταν το παλιό χωριό, είχε ληστευτεί και δολοφονηθεί από Τούρκους σε τοποθεσία κοντά στο δρόμο προς Κονομπλάτι (Μακρυχώρι). Από τότε αυτή η τοποθεσία ονομάστηκε Τάφος του Ανδρέα και το περιστατικό αποτέλεσε την αιτία να επεκταθεί η Ρούλια έως εκεί, καθώς οι κάτοικοι της Τσίριας (χωριό που εγκαταλείφθηκε αργότερα) αποποιήθηκαν τον χώρο, φοβούμενοι οθωμανικά αντίποινα.

Τα πρώτα χρόνια του Κώττα Χρήστου

Ο Κώττας Χρήστου πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Ρούλια και χαρακτηρίζονταν από τότε ως τολμηρός, επαναστατικός και ριψοκίνδυνος. Δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τα γράμματα, αλλά αναγκάστηκε για λόγους βιοποριστικούς να μάθει με μεγάλη επιμονή, ανάγνωση και γραφή. Μετά το θάνατο του πατέρα του Χρήστου, κρατούσε μόνος του τα βιβλία του οικογενειακού παντοπωλείου. Αργότερα άσκησε το επάγγελμα του αγωγιάτη και εξ αιτίας αυτού ταξίδευε για αρκετά χρόνια στη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη φθάνοντας ως τη Σερβία. Το 1886 επέστρεψε στη Ρούλια και άσκησε εκεί τα επαγγέλματα του παντοπώλη, του υποδηματοποιού, του κηροπλάστη και του ξενοδόχου. Απέκτησε αρκετά χρήματα και μέρος αυτών διέθετε για την αρωγή των φτωχών συμπατριωτών του. Ανέγειρε ξενώνα στη Ρούλια, όπου παρέχονταν δωρεάν τροφή και στέγη στους άπορους και με δική του δωρεά ανεγέρθηκε οίκημα στη μονή της Αγίας Τριάδας Πισοδερίου. Νυμφεύτηκε την Ζωή Σφέτκου, από παλιά οικογένεια, μία από τις πρώτες που μετοίκησαν στον νέο οικισμό. Μαζί της ο Κώττας απέκτησε 8 παιδιά, τη Σοφία, τον Δημήτριο, τον Σωτήριο, τη Βασιλική, τον Χρήστο, τον Λάζαρο, την Πασχαλινή και τον Ευάγγελο. Η Βασιλική, η Πασχαλινή και ο Λάζαρος πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Ο Ευάγγελος πέθανε το 1958 στην Αθήνα.

Στην ιδιωτική του ζωή επιδίδονταν με ζήλο στο κυνήγι που ήταν άφθονο στην περιοχή των Κορεστίων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 κατατάχτηκε στα σώματα του φαχρήδων, πολιτοφυλακής που συγκροτούνταν από Χριστιανούς με σκοπό την πάταξη της ληστείας. Το σώμα αυτό οργάνωσε ο βαλής του Μοναστηρίου Ριφαάτ πασάς. Από το 1893 έως το 1896 ο Κώττας διατέλεσε πρόεδρος της Ρούλιας. Τότε ήρθε σε ρήξη με τον Τουρκαλβανό Κασήμ αγά, μπέη της Καπεστίτσας. Ο Κασήμ αγάς ήταν κύριος του ενός από τα δύο πανδοχεία της Ρούλιας. Το άλλο ανήκε στην κοινότητα. Ο Κασήμ αγάς δεν επέτρεπε σε κανέναν να επινοικιάσει και να λειτουργήσει το κοινοτικό πανδοχείο προκειμένου να μη χάσει τα κέρδη του. Οι κάτοικοι του χωριού διαμαρτύρονταν γιατί το πανδοχείο αποτελούσε έσοδο γι αυτούς. Ο Κώττας τότε επινοικίασε ο ίδιος το κοινοτικό πανδοχείο, γεγονός που προκάλεσε τον Κασήμ αγά και τον οδήγησε στην απόπειρα δολοφονίας του Κώττα. Ο Κώττας σώθηκε, καθώς κρύβονταν σε οικίες συγχωριανών του.

Η αρχή της ένοπλης δράσης του Κώττα Χρήστου

Στις αρχές του 1897 ο Κώττας Χρήστου εγκατέλειψε τη Ρούλια και βγήκε στο βουνό ως αντάρτης, ακολουθώντας τους παλαίμαχους οπλαρχηγούς Στέφο Νταλίπη και Γεώργιο Δούκα (Νταβέλη). Η κατάσταση ήταν έκρυθμη λόγω της Μακεδονικής Επανάστασης του 1896 που ήταν ακόμα σε εξέλιξη αλλά και του επικείμενου Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ο Κώττας άρχισε να καταδιώκει Οθωμανούς άρχοντες και έδωσε αρκετές μάχες με οθωμανικά στρατεύματα. Την άνοιξη του 1897, η φήμη της δράσης του Κώττα ήταν τέτοια, που 28 νέοι των καλύτερων οικογενειών του Μοναστηρίου, μεταξύ των οποίων και ο βιομήχανος Νικόλαος Καζάζης, είχαν προετοιμαστεί και εξοπλιστεί, προκειμένου να τεθούν υπό τη ηγεσία του Κώττα. Επίσης, ανάλογες προθέσεις είχαν και αρκετοί νέοι της Φλώρινας και της Καστοριάς. Τα σχέδια αυτά του Ελληνισμού της περιοχής ματαίωσε η ατυχής κατάληξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το πρώτο σώμα του Κώττα αποτελούσαν οι Λάζαρος Τσολάκης και Αθανάσιος Γιόρλης από τον Απόσκεπο Καστοριάς, ο Νάκος από το Σίστεβο (σημ. Σιδηροχώρι), ο Αλέξανδρος Νάστος από το Τσέροβο (σημ. Κλειδί), ο Βασίλειος Μπεκιάρης από το Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό) και ο Σπύρος Παρασκευαΐδης. Αργότερα στο σώμα του προσήλθαν και άλλοι μαχητές, όπως ο Γρηγόριος Βαϊνάς. Η δράση του σώματος του Κώττα ήταν ανεξάρτητη και στρέφονταν κατά των Οθωμανών δυναστών.

Η δράση του Κώττα κατά το 1898 και οι επαφές με την ΕΜΕΟ

Ο Κώττας με το σώμα του περιφέρονταν στις περιοχές Πρεσπών και Φλώρινας καταδιώκοντας Τούρκους και Τουρκαλβανούς μπέηδες που καταδυνάστευαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Την εποχή εκείνη ήρθε σε επαφή με τον κομιτατζή της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) Λάζαρ Ποπτράικωφ, ο οποίος επίσης δρούσε τότε κατά οθωμανικών στόχων. Έτσι παρόλο που διατήρησε την αυτονομία των κινήσεών του, εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ και συνεργάστηκε σε πολλές επιχειρήσεις με αρκετά στελέχη της. Για τον Κώττα, είχε μεγαλύτερη σημασία η συσπείρωση όλων των χριστιανών κατά του οθωμανικού ζυγού. Συνήθιζε να λέει «ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και για το τομάρι, είναι εύκολο να το μοιράσουμε». Το 1898 ο Κώττας με την ομάδα του, κατόρθωσε να συλλάβει και να εξοντώσει τον Τούρκο εισπράκτορα Ταχήρ, ο οποίος καταδυνάστευε τα χωριά της τότε υποδιοίκησης (καζά) Φλώρινας. Στις 29 Ιουλίου του ίδιου έτους εξόντωσε στην Τύρσια (σημ. Τρίβουνο) τον Νουρή μπέη, που ήταν ιδιαίτερα σκληρός με τους Χριστιανούς της υποδιοίκησης (καζά) Φλώρινας.

Η δράση του Κώττα το 1899 και οι πρώτες επαφές με τη μητρόπολη Καστοριάς

Το Πάσχα του 1899, ο Κώττας με το σώμα του κατάφερε να εξοντώσει τους Τουρκαλβανούς μπέηδες Τσαούς Σιαμπάν και Τζέλιο, σε ενέδρα στο Μπούφι (σημ. Ακρίτας). Οι μπέηδες Τζέλιο και Τσαούς Σιαμπάν δρούσαν στην υποδιοίκηση (καζά) Φλώρινας και λυμαίνονταν πολλά χριστιανικά χωριά. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου και το σώμα του συνέχισε καθ’ όλο το 1899 την καταδίωξη Οθωμανών αρχόντων που καταδυνάστευαν τους Χριστιανούς, όπως ο Ομέρ αγάς που λυμαίνονταν τη Δρανοβαίνη (σημ. Κρανιώνας), το Μαύροβο (σημ. Μαυροχώρι), το Κονομπλάτι (σημ. Μακροχώρι), τη Στάτιστα (σημ. Μελάς), την Μπόμπιστα (σημ. Βέργα), την Ντύμπενη (σημ. Δενδροχώρι) και τη Ζουπάνιστα (σημ. Άνω Λεύκη). Την ίδια χρονιά, και καθώς η ΕΜΕΟ είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική προς το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τον Μητροπολίτη Καστοριάς, Φιλάρετο Βαφείδη. Ο μητροπολίτης Φιλάρετος ήταν ιδιαίτερα εγωιστής και αλαζόνας και επέδειξε αδιαφορία για τη θέση του μακεδονικού Ελληνισμού, αρνούμενος κάθε ανάμειξη.

Η δράση του Κώττα το 1900 και η ρήξη με την ΕΜΕΟ

Το Πάσχα του 1900, ο Κώττας με το σώμα του εξόντωσε τον Κασήμ αγά, ο οποίος ήταν ο ισχυρότερος μπέης της περιοχής και εξανάγκαζε σε εξαθλίωση τους κατοίκους του Σμαρδεσίου (σημ. Κρυσταλλοπηγή), της Μπρέσνιτσας (σημ. Βατοχώρι), της Ρούλιας, της Τύρσιας, της Όστιμας (σημ. Τρίγωνο), του Ζελόβου (σημ. Ανταρτικό), της Ποζίβιστας (σημ. Χαλάρα), του Κονομπλατίου και της Στάτιστας, επιβάλλοντας βαρείς φόρους και χρησιμοποιώντας βίαια μέσα. Την ίδια εποχή (άνοιξη του 1900) αναδιοργάνωσε το σώμα του, το οποίο τώρα περιελάμβανε το Σωτήριο Βέλλιο από την Κραπέστινα (σημ. Ατραπός), τον Μήτρο Βλάχο, τον Χρήστο Σφέτκο, τον Ιωάννη Μπούτζωφ, τον Νάκο, τον Δεμίρη και τον Αλέξανδρο Νάστο. Την περίοδο εκείνη, ο Βούλγαρος κομιτατζής Μοσκώφ απαίτησε από την ΕΜΕΟ την αρχηγία στην περιοχή Καστοριάς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς αφενός οι Βούλγαροι δεν μπορούσαν να επιβάλουν κάποιον αρχηγό στον Κώττα, και αφετέρου, η ΕΜΕΟ, σύμφωνα με τον Πάντο Κλιάσεφ, είχε ανάγκη την, ουσιαστικά αναντικατάστατη, ηγετική φυσιογνωμία του Κώττα. Έτσι, η ΕΜΕΟ αποφάσισε την προσωρινή παραμονή του Κώττα, ως στέλεχους της. Τον Ιούλιο του 1900 ο Κώττας, με το νέο σώμα, του εξόντωσε τον Αμπεντίν αγά της Καστοριάς που καταπίεζε τους κατοίκους της περιοχής. Οι επιτυχίες αυτές εδραίωσαν την ηγετική παρουσία του Κώττα στην περιοχή Πρεσπών και Κορεστίων καθώς ανακούφισαν τους κατοίκους από την εκμετάλλευση των επίσημων και ανεπίσημων Οθωμανών δυναστών. Η μορφή του Κώττα έγινε θρύλος και αποτέλεσε την ελπίδα για τους κατοίκους της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Ο Κώττας συγκρούεται με την ΕΜΕΟ

Τον Ιούλιο του 1900 κατέφτασε στην περιοχή Καστοριάς – Φλώρινας, ο κομιτατζής Γκεόργκι Ιβάνωφ, γνωστός ως Μάρκο. Έκτοτε, το Βουλγαρικό Κομιτάτο εκδήλωσε την αντιπάθειά του προς τον Κώττα. Ο Ιβάνωφ ανέλαβε τη γενική αρχηγία στις περιφέρειες Καστοριάς – Φλώρινας και ο Κώττας διατάχθηκε να τον υπακούει. Πολλοί ήταν τότε που εκδήλωσαν ανοιχτά τις διαφωνίες τους με τη νέα ηγεσία, όπως ο Σωτήριος Βέλλιος από την Κραπέστινα, ο οποίος επέστρεψε στον Κώττα. Ο Κώττας τότε αποσύρθηκε στο Κονομπλάτι (σημ. Μακροχώρι) και αρνήθηκε να συμμετάσχει σε επιχειρήσεις υπό τον Ιβάνωφ που είχαν σκοπό την τρομοκράτηση του μακεδονικού Ελληνισμού. Οι επιχειρήσεις αυτές αποφασίστηκαν από την ΕΜΕΟ, καθώς έως τότε η βουλγαρική κίνηση δεν είχε μεγάλη απήχηση στους πληθυσμούς. Τον Αύγουστο του 1900 ήρθε η οριστική ρήξη του Κώττα με την ΕΜΕΟ, καθώς ο Ιβάνωφ του ζήτησε να μεσολαβήσει ώστε να μπορέσει να κινηθεί ελεύθερα στον κάμπο της Φλώρινας, προκειμένου να καταδιώξει τον επίσης αντιρρησία Χρήστο Ποπόφσκι, εκμεταλλευόμενος την επιρροή του Κώττα στους ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής. Ο Κώττας ύστερα από πιέσεις αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να παράσχει στον Ιβάνωφ ασφαλή πορεία, όταν όμως επέστρεψε αργότερα στα Κορέστια με τον Σωτήριο Βέλλιο, πληροφορήθηκε ότι ο Ιβάνωφ είχε σκοπό να δολοφονήσει τον Έλληνα προύχοντα του Αγίου Παντελεήμονα. Ακολούθησε η οριστική ρήξη του Κώττα με την ΕΜΕΟ και πολλά μέλη έως τότε της βουλγαρικής οργάνωσης, που διέβλεπαν την επικείμενη στροφή του Κομιτάτου εναντίον των Ελλήνων, αποχώρησαν. Ο Κώττας τότε ανασυγκρότησε το σώμα του, το οποίο αποτελούσαν τότε ο Σωτήριος Βέλλιος, ο Ιβάντσος Κιτσεβίτης από τη Μπελίτσα Κιτσέβου και ο Νάκος, και διέφυγε το φθινόπωρο του 1900 στην περιοχή της Καστοριάς, όπου τους παρείχε ασφαλές καταφύγιο ο Λάζαρος Τσολάκης από τον Απόσκεπο. Έτσι, το Κομιτάτο προσπάθησε να απαλλαγεί διά παντός από τον Κώττα Χρήστου, ο οποίος αποτελούσε πλέον πολύ σοβαρό κίνδυνο για την επίτευξη των στόχων του. Ο κομιτατζής Πάβελ Χρήστωφ κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1900 προσπάθησε να εντοπίσει τον Κώττα προκειμένου να τον απομονώσει αλλά χωρίς επιτυχία. Το Κομιτάτο μάλιστα, διά των Γκεόργκι Ιβάνωφ (Μαρκώφ) και Πάβελ Χρήστωφ, προσπάθησε να πείσει τον Κώττα να μεταβεί στη Σόφια για συζητήσεις και όταν αυτό δεν έφερε αποτέλεσμα, προσπάθησε να εξαγοράσει τους συντρόφους του, αλλά και πάλι δίχως αποτέλεσμα. Τον Οκτώβριο ο Κώττας με το σώμα του εγκαταστάθηκε στο Κονομπλάτι, όπου είχε ισχυρά ερείσματα ανάμεσα στους ντόπιους Έλληνες κατοίκους. Στην προσπάθειά του για στρατολόγηση νέων μαχητών στο σώμα του, δέχθηκε επίθεση από το σώμα του κομιτατζή Τάνε Κλιάντσεφ, ανάμεσα στην Μπάνιτσα (σημ. Βεύη) και το Γκορνίτσοβο (σημ. Κέλλη). Κατά τη συμπλοκή ο Κώττας τραυματίστηκε στην ωμοπλάτη και νοσηλεύτηκε στην οικία του φίλου του Τραϊανού Κεσίνη, στη Ρούλια, από τους Καστοριανούς γιατρούς Μενέλαο Μπατρίνο και Κύρο Καραμπίνα.

Το φθινόπωρο εκείνο του 1900 ο Κώττας Χρήστου προσπάθησε εκ νέου να επικοινωνήσει με τον μητροπολίτη Καστοριάς που τώρα ήταν ο Αθανάσιος Καπουράλης (1899 – 1900). Ο μητροπολίτης Αθανάσιος όμως, όντας γέρος και ασθενικός, δεν μπορούσε να βοηθήσει και ουσιαστικά δεν αναμείχθηκε στα γεγονότα. Τα Χριστούγεννα του 1900 η ΕΜΕΟ επικοινώνησε με τον Κώττα, που είχε αναρρώσει από τα τραύματά του και γνώριζε πλέον τους σκοπούς της ΕΜΕΟ για τον ίδιο, αλλά και για τους ελληνικούς πληθυσμούς. Τότε ο Πάβελ Χρήστωφ του δήλωσε ότι η δολοφονική απόπειρα σε βάρος του έγινε χωρίς να το γνωρίζει. Ο Κώττας τότε, φοβούμενος για τη ζωή του, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο προτείνοντας να συμμετάσχει ο ίδιος στο σώμα του Αθανάς Πετρώφ. Ο Πετρώφ εκείνη την περίοδο στρατολογούσε πολλούς Έλληνες της περιοχής με το πρόσχημα της κοινής ελληνοβουλγαρικής συμμαχίας κατά των Οθωμανών εν όψει της επικείμενης εξέγερσης το 1901 (όπως ήταν σχεδιασμένο τότε), καθώς η προσέλκυση Χριστιανών στην Εξαρχία ήταν πολύ περιορισμένη.

Η γνωριμία του Κώττα με τον Καραβαγγέλη

Το Μουσείο καπετάν Κώττα, στο σπίτι του στο χωριό Κώττας Φλώρινας
Το Μουσείο καπετάν Κώττα, στο σπίτι του στο χωριό Κώττας Φλώρινας

Μετά τη ρήξη του Κώττα με τη βουλγαρική πλευρά, ήλθε σε επαφή με τον Έλληνα πρόξενο Μοναστηρίου Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά, με τον οποίον έκτοτε ήταν σε συχνή επικοινωνία προκειμένου να συντονιστεί η ελληνική δράση.

Τον Ιανουάριο του 1901 ο Κώττας βρήκε ευκαιρία να αποκηρύξει τη φαινομενική συνεργασία του με τον Αθανάς Πετρώφ και όταν πληροφορήθηκε ότι το σώμα του τελευταίου βρίσκονταν στο Νεστράμι (Νεστόριο), επιτέθηκε με τους λιγοστούς άντρες του. Δεν κατάφερε όμως να εξοντώσει τον Αθανάς Πετρώφ, καθώς οθωμανική φρουρά έφτασε στο χωριό και έτρεψε τους αντάρτες σε φυγή. Μετά απ’ αυτό το επεισόδιο και αφού είχε πλέον και επίσημα συγκρουστεί με την ΕΜΕΟ, ανασυγκρότησε το σώμα του, εντάσσοντας πλέον σε αυτό, τον Σωτήριο Βέλλιο από την Κραπέστινα (Ατραπό), τον Ιβάντσο Κιτσεβίτη, τον Γεώργιο Γκέκα από την Άνω Μπεάλα (Άνω Μπελίτσα) της Αχρίδας και τον Σπύρο Παρασκευαΐδη. Ο Αθανάς Πετρώφ μετά από αυτές τις εξελίξεις περιέπεσε στη δυσμένεια της ΕΜΕΟ. Ο Κώττας με το νέο σώμα του κινήθηκε στα Κορέστια, τη Ζουπάνιστα (Άνω Λεύκη) και τελικά κατευθύνθηκε στη Ρούλια. Ο κομιτατζής Πάβελ Χρήστο ανέθεσε στον εξαρχικό ιερέα της Ντύμπενης (Δενδροχωρίου), Φίλιππο, να μεσολαβήσει στον Κώττα, ώστε να συμφιλιωθεί και να επιστρέψει στη βουλγαρική οργάνωση, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε κάθε συνομιλία. Τότε, το Κομιτάτο ανέθεσε στον Πάντο Κλιάσεφ να εξοντώσει τον Κώττα, ως επιβλαβές στοιχείο, και ο Κλιάσεφ προφασίστηκε διαπραγματεύσεις, επιδιώκοντας συνάντηση με τον Έλληνα οπλαρχηγό. Ο Κώττας όμως αντιλήφθηκε την παγίδα και δεν εμφανίστηκε.

Εν τω μεταξύ είχε αφιχθεί στην Καστοριά (αρχές του 1901), νέος μητροπλίτης, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και μάλιστα σε μια περίοδο που η ΕΜΕΟ είχε εξαπολύσει βία κατά των ελληνικών πληθυσμών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας με αθρόες δολοφονίες ιερέων, προκρίτων και δασκάλων. Η δολοφονία του δάσκαλου Βασίλειου Μελεγγάνου, δασκάλου στη Σέτομα (Κεφαλάρι), την εποχή εκείνη, είχε τρομοκρατήσει τους ελληνικούς πληθυσμούς οι οποίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τα χωριά της υπαίθρου και να συσσωρεύονται, ως πρόσφυγες, στην πόλη της Καστοριάς. Οι Έλληνες μετά τις προτροπές του Κώττα που περιόδευε στα χωριά της υπαίθρου άρχισαν σταδιακά να δηλώνουν φανερά τα εθνικά τους αισθήματα και αυτό, είχε από τη μία τονώσει το ελληνικό φρόνημα, αλλά από την άλλη, είχε προκαλέσει τη μήνι των Βουλγάρων. Ο Κώττας την εποχή εκείνη θεωρούνταν, όπως διαπίστωσε και ο Γερμανός Καραβαγγέλης, «προστάτης των Ορθοδόξων και το φόβητρο των Βουλγάρων» και είχε καλλιεργήσει το κλίμα ώστε να δημιουργηθούν οι πρώτοι αντιστασιακοί πυρήνες. Στα μέσα Ιουλίου του 1901 και ενώ ο Κώττας βρίσκονταν στη Ρούλια, οι δύο συμπολεμιστές του, οι Γεώργιος Γκέκας και Σπύρος Παρασκευαΐδης δολοφόνησαν, εν αγνοία του Κώττα, τον γιο του μπέη Τζεμάλ της Κορυτσάς, κοντά στο Τύρνοβο (σημ. Πράσινο), με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν βίαια οθωμανικά αντίποινα σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών και να συλληφθούν 16 χωρικοί από το Κονομπλάτι, την Μπρέσνιτσα (σημ. Βατοχώρι) και την Μπεσφήνα (σημ. Σφηκιά). Ο Κώττας, εξοργισμένος, έδιωξε από το σώμα του τους δυο αντάρτες και διέταξε τους χωρικούς να μην τους παράσχουν άσυλο. Εκείνοι, τότε, συνέλαβαν τον δεκαπεντάχρονο γιο του Κώττα, Δημήτριο, και απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν γίνονταν δεκτοί, πίσω. Ο Κώττας δεν κάμφθηκε από την απειλή και έτσι οι δύο αντάρτες ελευθέρωσαν τον γιο του και κατατάχθηκαν στο σώμα του Αθανάς Πετρώφ που τότε βρίσκονταν στο Σμάρδεσι (σημ. Κρυσταλλοπηγή). Μετά την απελευθέρωση του γιου του, ο Κώττας αποφάσισε να τον στείλει μαζί με τον άλλο γιο του, τον Σωτήριο, στην Αθήνα. Την εποχή εκείνη, επέστρεψε από την Αθήνα ο Βασίλ Τσακαλάρωφ, όπου είχε οργανώσει εκτεταμένο δίκτυο προμήθειας και μεταφοράς όπλων για λογαριασμό της ΕΜΕΟ, και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τα συμβάντα, χρησιμοποιώντας τους δύο Έλληνες αντάρτες προκειμένου να συλλάβει και να εξοντώσει τον Κώττα. Ο Σπύρος Παρασκευαΐδης και ο Γεώργιος Γκέκας, αντιλαμβανόμενοι ότι η ζωή η δική τους, αλλά και του Κώττα, κινδυνεύει από την ΕΜΕΟ, επέστρεψαν μετανοιωμένοι και έγιναν δεκτοί από τον Κώττα.

Τον Αύγουστο του 1901 συνελήφθη από τους Οθωμανούς ο Ιβάντσος Κιτσεβίτης, άλλοτε συνεργάτης του Κώττα και τυπικά μέλος της ΕΜΕΟ. Ο Ιβάντσος Κιτσεβίτης αποκάλυψε στους Οθωμανούς όλα όσα γνώριζε για τη βουλγαρική δράση στην περιοχή, με αποτέλεσμα, τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1901, να συλληφθούν πολλοί κομιτατζήδες και να εξαρθρωθεί ένα μεγάλο μέρος του δικτύου της ΕΜΕΟ. Κάποιες από τις πληροφορίες όμως, ενοχοποίησαν τον Κώττα και τότε οι οθωμανικές αρχές εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό κατά του Κώττα, αλλά ο τελευταίος διέφυγε τη σύλληψη. Μετά τη σύλληψη όμως του έμπιστου φίλου του, Τραϊανού Κεσίνη, ο Κώττας, για να εκδικηθεί, προσπάθησε ανεπιτυχώς να ληστέψει χρηματαποστολή στη δημόσια οδό Μοναστηρίου – Ρέσνας (σημ. Ρέσεν) – Κορυτσάς. Τον Οκτώβριο του 1901, η ΕΜΕΟ προσπάθησε εκ νέου να εξοντώσει τον Κώττα. Η αποστολή ανατέθηκε στον Αθανάς Πετρώφ, ο οποίος αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή και κατέφυγε στο σώμα του Κώττα. Τότε, η ΕΜΕΟ διέγραψε και τυπικά τον Κώττα από μέλος της. Στη συνέχεια ο Κώττας επιχείρησε να συναντηθεί με τον μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανό Καραβαγγέλη. Εξουσιοδότησε τον έμπιστο φίλο του, Νικόλαο Σιδέρη, δάσκαλο στο Ζέλοβο (Ανταρτικό), να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Ο μητροπολίτης δέχτηκε και η συνάντηση έγινε στο Τύρνοβο. Η συνάντηση είχε σκοπό τον συντονισμό των ενεργειών των δύο ανδρών κατά της ΕΜΕΟ και όχι τη μεταστροφή του Κώττα, όπως επιχείρησε να τονίσει ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του. Λίγο μετά τη συνάντηση, στις 2 Δεκεμβρίου, ο μητροπολίτης Καστοριάς ανέθεσε στον οπλαρχηγό Ναούμ Σπανό από τη Χρούπιστα (Άργος Ορεστικό), να συνοδεύσει στην Αθήνα τους γιους του Κώττα, Δημήτριο (15 ετών) και Σωτήριο (12 ετών), που ήταν ως τότε τρόφιμοι του βουλγαρικού Γυμνασίου Καστοριάς. Ο Ναούμ Σπανός αναχώρησε με τους δυο γιους του Κώττα στις 21 Δεκεμβρίου του 1901 και παρουσιάστηκε στον υπουργό Εξωτερικών, Στέφανο Δραγούμη, στις 25 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Ναούμ Σπανός συντηρούσε τα τέκνα του Κώττα για πέντε μήνες έως ότου με τη μεσολάβηση του Στέφανου Δραγούμη, ο Παύλος Μελάς και ο Αθανάσιος Κοντούλης, με την οικονομική ενίσχυση της κόμησας Λουίζας Ριανκούρ, ανέλαβαν να εγγράψουν τα δυο αγόρια στο Λύκειο του Ιωάννη Δέλλιου.

Στο μεταξύ, στην περιοχή είχε αφιχθεί (ήδη από τον Νοέμβριο του 1901) ο κομιτατζής Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος ενημερώθηκε για τον «κακό δαίμονα» του βουλγαρικού Κομιτάτου, Κώττα Χρήστου. Στο Κονομπλάτι, οι Βούλγαροι αρχηγοί εισηγήθηκαν στον Ντέλτσεφ την εξόντωση του Κώττα, που βρίσκονταν στο ίδιο χωριό με τον συμπολεμιστή του, Ευάγγελο (Γκέλη) Πλιάσκο και τον Αθανάς Πετρώφ που είχε καταφύγει στο σώμα του. Η βουλγαρική επιχείρηση αναβλήθηκε, καθώς αφενός ο Μήτρο Βλάχο ολιγώρησε εσκεμμένα, και αφετέρου στο χωριό βρίσκονταν ισχυρή οθωμανική φρουρά. Λίγο αργότερα όμως ο Ντέλτσεφ συνέλαβε τον Κώττα, αιφνιδιάζοντάς τον. Παρά τις εισηγήσεις των Τσακαλάρωφ, Αθανάς Πετρώφ (ο οποίος επέστρεψε στην ΕΜΕΟ), Γ. Ιβάνωφ (Μαρκώφ) και Σιλιάνωφ περί εξόντωσης του Κώττα, ο Ντέλτσεφ αποφάσισε να εκβιάσει την επιστροφή του στο Κομιτάτο, γιατί τον θεωρούσε ιδιαίτερα ικανό και χρήσιμο. Έτσι, ο Κώττας συνοδευόμενος από τους Μήτρο Βλάχο, Βασίλ Τσακαλάρωφ και άλλους κομιτατζήδες, υποχρεώθηκε δέσμιος να τους ακολουθήσει στη Ρούλια και να παρακολουθήσει ιδίοις όμμασι τη φρικτή δολοφονία του Στογιάννη Κεσίνη, πατέρα του φίλου του, Τραϊανού Κεσίνη. Με τον τρόπο αυτό ο Γ. Ντέλτσεφ απέσπασε τη μεταμέλεια του Κώττα και όταν ο τελευταίος του ζήτησε άδεια για να επισκεφτεί τους γονείς του στη Ρούλια, ο Γ. Ντέλτσεφ δέχτηκε. Μη έχοντάς του όμως εμπιστοσύνη, ανέθεσε στον Μήτρο Βλάχο και άλλους κομιτατζήδες να τον συνοδεύσουν στη γενέτειρά του. Εκεί ο Κώττας, μόλις βρέθηκε ανάμεσα σε συμπατριώτες του, δήλωσε στους άντρες του Γκότσε Ντέλτσεφ ότι απαρνείται την ΕΜΕΟ. Μετά από αυτά τα γεγονότα, οι εξοργισμένοι Βούλγαροι κομιτατζήδες δολοφόνησαν τον επιστήθιο φίλο του Κώττα, Τραϊανό Κεσίνη, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1901.

Η δράση του Κώττα κατά το 1902

Στις αρχές του 1902 ο Κώττας ανέλαβε, με τη συνδρομή του Μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανού Καραβαγγέλη, να συγκροτήσει ένοπλα σώματα Ελλήνων σε διάφορα χωριά των Κορεστίων και των Πρεσπών, όπου η δράση των Βουλγάρων ήταν ακόμα δύσκολη. Με τον τρόπο αυτό, και υπό τη συνεχή καθοδήγηση του Κώττα, οι κάτοικοι των χωριών ένιωθαν πλέον ασφαλείς από τις επιθέσεις των βουλγαρικών σωμάτων, ενώ οι ιερείς και δάσκαλοι μπόρεσαν ξανά να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, χωρίς προβλήματα. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1902, ο Αθανάς Πετρώφ διαφώνησε εκ νέου με την ΕΜΕΟ και εντάχθηκε ξανά στο σώμα του Κώττα. Οι Βασίλ Τσακαλάρωφ και Πάντο Κλιάσεφ μόλις επέστρεψαν από την Αθήνα τον Μάιο του 1902, όπου βρίσκονταν πάλι με σκοπό την αγορά όπλων, συναντήθηκαν στην Τύρσια με τον Γ. Ιβάνωφ (Μάρκο), προκειμένου να καταστρώσουν σχέδιο για την εξόντωση του Κώττα Χρήστου. Την περίοδο εκείνη σκοτώθηκε και ο Αθανάς Πετρώφ, πιθανόν από ενέργεια του Κώττα, ο οποίος τον υποπτεύονταν για διπλό ρόλο. Στα τέλη Μαΐου ο καπετάν Κώττας κινήθηκε από τις Πρέσπες όπου έδρευε, στα Κορέστια, όπου διαπίστωσε ότι το σώμα του Τσακαλάρωφ προέβαινε σε βιαιότητες και δολοφονίες κατά Ελλήνων. Τότε, ο Κώττας προειδοποίησε τον Τσακαλάρωφ να τηρήσει τον όρκο που είχαν δώσει στην ΕΜΕΟ, ότι Έλληνες και Βούλγαροι θα συνεργαστούν κατά των Οθωμανών και να σταματήσει τις καταπιέσεις των ελληνικών πληθυσμών. Του πρότεινε μάλιστα να συναντηθούν στο Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή), πιστεύοντας ότι μπορεί να τον μεταπείσει. Ο Β. Τσακαλάρωφ δέχτηκε να συναντηθεί στις 26 Μαΐου του 1902, αλλά έδωσε εντολή στον κομιτατζή Αθανάσιο Καρσάκωφ να στήσει ενέδρα στο σώμα του Κώττα. Στη συμπλοκή που ακολούθησε το σώμα του Κώττα διέφυγε αφήνοντας 2 νεκρούς για την πλευρά των Βουλγάρων.

Τον Ιούνιο του 1902 το σώμα του Κώττα Χρήστου δέχτηκε σφοδρή επίθεση από ισχυρό οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα στη Ρούλια. Ο Κώττας οχυρώθηκε στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού, στη θέση Μαύρη Πέτρα, και ακολούθησε πολυήμερη σύγκρουση με τις οθωμανικές δυνάμεις που υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Τις ημέρες των συγκρούσεων οι Ρουλιώτες εγκατέλειψαν το χωριό τους και εγκαταστάθηκαν στη γειτονική Μπρέσνιτσα (Βατοχώρι), για λόγους ασφαλείας. Οι Οθωμανοί, βλέποντας ότι δεν μπορούν να κάμψουν την αντίσταση του Κώττα, λεηλάτησαν τη Ρούλια.

Στα τέλη Ιουλίου του 1902, οι Π. Κλιάσεφ και Β. Τσακαλάρωφ εισέβαλαν στο Κονομπλάτι και συνέλαβαν τον Γκέλη (Ευάγγελο) Ανδρέου Πλιάσκο, πρόκριτο του Αγίου Γερμανού και μυστικό πληροφοριοδότη του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου, ήδη από τις αρχές του 1901. Με απειλή θανάτου, του ιδίου και της οικογενείας του, ανέθεσαν στον Γκέλη Πλιάσκο να εξοντώσει τον Κώττα. Ο Γκέλης Πλιάσκος συναντήθηκε με τον Κώττα και τον Σπύρο Παρασκευαΐδη στη Στάτιστα και τους εξιστόρησε τα γεγονότα. Έτσι στα μέσα Αυγούστου του 1902 οι Κώττας, Σπύρος Παρασκευαΐδης και Γκέλης Πλιάσκος εισέβαλαν κρυφά στο Κονομπλάτι και απελευθέρωσαν την οικογένεια του Πλιάσκου. Τότε τα ενωμένα σώματα των Κλιάσεφ και Τσακαλάρωφ συγκρούστηκαν με το σώμα του Κώττα για τέσσερις ημέρες (έως τις 19 Αυγούστου) σε διάφορες τοποθεσίες μεταξύ Ζελόβου και Κονομπλατίου. Ο Σπύρος Παρασκευαΐδης με το σώμα του και τον Γκέλη Πλιάσκο κατέφυγαν στην Όστιμα (Τρίγωνο). Εκεί, στις 19 Αυγούστου, επιτέθηκαν τα ενωμένα σώματα των Τσακαλάρωφ, Κλιάσεφ, Ρίζωφ και Μήτρο Βλάχο. Οι Έλληνες, με τον Σπύρο Παρασκευαΐδη, τον Γκέλη Πλιάσκο και τους Πισοδερίτες υπό τον παπα-Σταύρο Τσάμη, αμύνθηκαν σθεναρά και εξανάγκασαν τα βουλγαρικά σώματα σε υποχώρηση.

Στις 30 Αυγούστου του 1902 έφτασε στην περιοχή Καστοριάς, με 50 άνδρες, ο συνταγματάρχης του βουλγαρικού στρατού, Α. Γιάγκωφ, στενός συνεργάτης του Βούλγαρου στρατηγού της ΕΜΕΟ, Ι. Τσόντσεφ. Ο σκοπός του Α. Γιάγκωφ ήταν να προετοιμάσει βουλγαρική εξέγερση μικρής κλίμακας, έτσι ώστε να αποκοπούν τα περάσματα του οθωμανικού στρατού προς τα σύνορα με Βουλγαρία ή να δημιουργήσει κάποιον αντιπερισπασμό, ώστε να διευκολυνθεί η προετοιμαζόμενη εξέγερση του Ράζλογκ. Οι Βούλγαροι αρχηγοί της περιοχής εξέθεσαν στον Γιάγκωφ τη δυσμενή, για τα βουλγαρικά συμφέροντα, κατάσταση στην περιοχή και ιδιαίτερα ο Τσακαλάρωφ τόνισε την ισχύ του Ελληνισμού λόγω της δράσης του Κώττα Χρήστου. Ο Γιάγκωφ γνώριζε τη δράση και την προσωπικότητα του Κώττα και επιδίωξε να τον συναντήσει, προκειμένου να τον πείσει σε συνεργασία. Έτσι, στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κώττας δέχτηκε να συναντήσει αντιπροσωπεία της ΕΜΕΟ υπό τον Α. Γιάγκωφ, τον Β. Τσακαλάρωφ και τον Λ. Ποπτράικωφ στην οικία του Λάζαρου Κώττα, στη Ρούλια. Στη συζήτηση ο Λ. Ποπτράικωφ προσπάθησε να εκθέσει τον Κώττα, κατηγορώντας τον ως ληστή, αλλά ο Κώττας παρέθεσε όλες τις δολοφονίες, τους βασανισμούς και τις ληστείες που είχε διαπράξει το βουλγαρικό Κομιτάτο στην περιοχή. Κατόπιν αυτών, ο Ποπτράικωφ αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ο Κώττας έπεισε τον Γιάγκωφ ότι θα συνεργαστεί με την ΕΜΕΟ και μάλιστα θα φροντίσει ώστε η βουλγαρική εξέγερση να έχει τη συνδρομή του ελληνικού κράτους. Τον έπεισε μάλιστα ότι θα έπρεπε να εξοντωθεί ο Β. Τσακαλάρωφ. Η προσπάθεια του Κώττα Χρήστου ήταν αφενός να αναστείλει τη δράση των κομιτατζήδων και να ματαιώσει τα σχέδια για μια αμιγώς βουλγαρική εξέγερση, και αφετέρου να εκθέσει τους Βούλγαρους κομιτατζήδες της περιοχής στην ηγεσία της ΕΜΕΟ και να προκαλέσει έτσι τη διάσπασή της.

Μετά από τη συνάντηση αυτή ο Κώττας προχώρησε σε στενή συνεργασία με τον Γιάγκωφ, τον οποίο κατάφερε να προσεταιριστεί και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων χωρικών που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ μισητό εχθρό, αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του βουλγαρικού Κομιτάτου. Έτσι, όταν ο Κώττας σχεδίασε, με τον Γιάγκωφ και τους άντρες του, την επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές, που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε, τότε, επιστολή στον Έλληνα ιατρό Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν, και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας, που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις ελληνικές ενέργειες. Επίσης, και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης φαίνεται να είχε ειδοποιήσει τις οθωμανικές αρχές.

Στις αρχές Οκτωβρίου του ίδιου έτους ο Κώττας, με τη συνεργασία του Γιάγκωφ, επιχείρησαν επίθεση στην πόλη της Καστοριάς, αφού προηγουμένως είχαν ενημερώσει σχετικά τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη. Στις 5 Οκτωβρίου κατέλαβαν τα υψώματα της Μπόμπιστας (σημ. Βέργα), όπου συγκρούστηκαν με οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η μάχη ήταν σφοδρή και προκάλεσε σημαντικές απώλειες στην πλευρά του Κώττα. Μετά από αυτή τη μάχη, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Στη συνέχεια πολλοί άνδρες του καπετάν Κώττα κατέφυγαν στο ελληνικό κράτος προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη. Μεταξύ αυτών, ο Γεώργιος Πέτρου από τη Νεγόβανη (σημ. Φλάμπουρο), ο Νικόλαος Νεδέλκος από το Λάζετς της Πελαγονίας, ο Τόσης από τη Λάγκα, ο Νάκος από το Σίστεβο (σημ. Σιδηροχώρι), Αλέξανδρος Νάστος από το Τσέροβο (σημ. Κλειδί) και ο Ευθύμιος από τις Πρέσπες. Την ίδια στιγμή, ο Α. Γιάγκωφ, λόγω της διάστασής του με τους εκπροσώπους της ΕΜΕΟ στην περιοχή αλλά και λόγω της φιλικής στάσης που επέδειξε προς τον ελληνικό πληθυσμό κατά την παραμονή του εκεί, εκδήλωσε την επιθυμία του να καταφύγει και αυτός στο ελληνικό κράτος. Τότε ο Κώττας μεσολάβησε στον Έλληνα πρόξενο του Μοναστηρίου, Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά, και έτσι χορηγήθηκε η σχετική άδεια στον Γιάγκωφ.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, σκλήρυνε η αντίδραση των οθωμανικών αρχών κατά των Χριστιανών κατοίκων. Η δράση της ΕΜΕΟ στην περιοχή περιορίστηκε, καθώς έχασε τα λαϊκά ερείσματα και, ιδιαίτερα στην περιοχή Πρεσπών, οι κομιτατζήδες δεν τολμούσαν να πιέσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς, λόγω της ισχυρής παρουσίας του Κώττα.

Η δράση του Κώττα κατά το 1903 και η στάση του στην εξέγερση του Ίλιντεν

Στις αρχές του 1903 ο Κώττας Χρήστου βρίσκονταν στην περιοχή Καστοριάς προκειμένου να αναζητήσει πόρους για τη συντήρηση των πολυάριθμων σωμάτων. Το ελληνικό κράτος και η Μητρόπολη Καστοριάς ήταν τότε ιδιαίτερα φειδωλοί στις οικονομικές ενισχύσεις και γι αυτό το λόγο ο Κώττας ήλθε σε επαφή με τους Αλβανούς μπέηδες της Καστοριάς που τον συνέδραμαν οικονομικά, με αντάλλαγμα την προστασία των αλβανικών οικογενειών της περιοχής. Στη συνέχεια μετέβη στις Πρέσπες, όπου προχώρησε σε αναδιοργάνωση του σώματός του. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1903, ο Κώττας συγκρούστηκε με τμήμα οθωμανικού στρατού κοντά στο Λουμπόινο (Σκόπια) των Πρεσπών, με αποτέλεσμα να μπορέσει να διαφύγει ο περικυκλωμένος κομιτατζής Σ. Αρσώφ (στο σώμα του Αρσώφ είχε ενταχθεί ο σύντροφος του Κώττα, Νικόλαος Νεδέλκος με σκοπό να ενημερώνει τον Έλληνα πρόξενο Μοναστηρίου Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά).

Την ίδια περίοδο (Απρίλιος του 1903) πραγματοποιούνταν συνέδριο της ΕΜΕΟ στο Σμίλεβο (στη σημ. ΠΓΔΜ) προκειμένου να προετοιμαστεί η επικείμενη εξέγερση. Στο συνέδριο αυτό τέθηκε εκ νέου το ζήτημα του Κώττα και η ανάγκη εξόντωσής του. Κρυπτογραφημένο μήνυμα του Τσακαλάρωφ που ζητούσε από τους σύνεδρους, την άμεση εξόντωση του Κώττα, έφτασε στα χέρια του τελευταίου κι έτσι εκείνος οχυρώθηκε στη Ρούλια. Στις 12 Απριλίου του 1903, ισχυρό σώμα 300 Βουλγάρων κομιτατζήδων επιτέθηκαν στη Ρούλια αλλά, μπροστά στην οργανωμένη αντίδραση του καπετάν Κώττα, αποχώρησαν. Στα τέλη Μαΐου του ίδιου έτους, τα ενωμένα σώματα των Β. Τσακαλάρωφ, Π. Κλιάσεφ και Λ. Ποπτράικωφ, έστησαν ενέδρα στον σύντροφο του Κώττα, Νάκο, στην Ντύμπενη (σημ. Δενδροχώρι). Ο Νάκος επέστρεφε τότε από τη Θεσσαλία, όπου είχε μεταβεί με 30 άντρες για να προμηθευτεί όπλα. Οι κομιτατζήδες κατάφεραν να τον συλλάβουν και να τον θανατώσουν.

Στα τέλη Ιουνίου του 1903, οι Ντάμιεν Γκρούεφ και Μπόρις Σαράφωφ επισκέφτηκαν τα Κορέστια ώστε να προετοιμάσουν την εξέγερση του Ιουλίου. Το ζήτημα της εξόντωσης του Κώττα, ήταν πλέον επιτακτικό καθώς ο καπετάν Κώττας ασκούσε ηγεμονική επιρροή σε μεγάλο μέρος των πληθυσμών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας και αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπόδιο στην κάμψη των ελληνικών πληθυσμών. Εντούτοις, ο Γκρούεφ δεν ήταν θετικός στη δίωξη του Κώττα. Στα τέλη Ιουλίου, ο Α. Καρσάκωφ επιτέθηκε στο Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό), έκαψε τρεις ελληνικές οικίες αλλά αναγκάστηκε σε υποχώρηση λόγω της ισχυρής αντίστασης της ελληνικής πλευράς. Λίγο αργότερα, ο Κώττας επιτέθηκε στο σώμα του Καρσάκωφ στο Σμάρδεσι και, κατά τη συμπλοκή, ο Καρσάκωφ τραυματίστηκε βαριά.

Στις αρχές Ιουλίου του 1903, αντιπροσωπεία της ΕΜΕΟ επισκέφτηκε τον Κώττα Χρήστου, προκειμένου να τον ενημερώσει για την ημερομηνία της επικείμενης εξέγερσης και να του ζητήσει συμμετοχή. Ο Κώττας δέχτηκε να συμμετάσχει αλλά ζήτησε να αναβληθεί χρονικά η εξέγερση καθώς θεωρούσε ότι θα οδηγούσε σε καταστροφή των χριστιανικών πληθυσμών. Γι αυτό το λόγο, η συμμετοχή του περιορίστηκε στην προστασία των Πρεσπών και Κορεστίων από ενδεχόμενα οθωμανικά αντίποινα. Αμέσως μετά περιόδευσε στα χωριά των Πρεσπών και των Κορεστίων, όπου ασκούσε μεγάλη επιρροή και παρότρεινε τους κατοίκους να μη συμμετάσχουν. Στα μέσα Ιουλίου συγκέντρωσε το σώμα του στη Μπεσφήνα και από ‘κεί κατευθύνθηκε στη Ρούλια, όπου συγκρούστηκε επιτυχώς με οθωμανικό λόχο πεζικού. Από τη Ρούλια, φρόντισε να κρατήσει ανοικτές τις διόδους προς Κορέστια στον Νότο και Κορυτσά στα Δυτικά. Στη συνέχεια ανέλαβε στην περιοχή Πρεσπών τη φύλαξη των διαβάσεων Πισοδερίου από τα Ανατολικά και Ρέσεν από Βορρά, ώστε να αποτρέψει ενδεχόμενη οθωμανική επίθεση. Κατάφερε μάλιστα να αναχαιτίσει οθωμανική επίθεση από Βορρά στο Στέρκοβο (σημ. Πλατύ). Μετά όμως από τις αρχικές επιτυχίες των επαναστατών, ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν ταυτόχρονα από Φλώρινα και Καστοριά. Οι δυνάμεις από Φλώρινα υποχρεώθηκαν σε οπισθοχώρηση αφού κατέκαψαν το Αρμένσκο (σημ. Άλωνα), ενώ οι δυνάμεις από την Καστοριά διέσπασαν τα σώματα των Τσακαλάρωφ και Ποπτράικωφ στα Κορέστια και προέλασαν στην περιοχή Κορεστίων – Πρεσπών, όπου λεηλάτησαν τα χωριά και ανάγκασαν τους κατοίκους να καταφύγουν στα γύρω βουνά. Ο Κώττας τότε, σε μια προσπάθεια ανακατάληψης της περιοχής, αφού πρώτα ήλθε σε συμφωνία με τον Ποπτράικωφ για να εξασφαλίσει τα νώτα του, κινήθηκε στις 25 Ιουλίου προς τις Πρέσπες και πολιόρκησε ανεπιτυχώς στην Πόπλη (σημ. Λευκώνας) τις οθωμανικές δυνάμεις. Στη συνέχεια, με τους οπλαρχηγούς Σπύρο Παρασκευαΐδη και Σίμο Ιωαννίδη, επιτέθηκε σε οθωμανικά αποσπάσματα στον Άγιο Γερμανό και στο Στέρκοβο, όπου μετά από πολύωρη και πολύνεκρη μάχη, αναγκάστηκε σε οπισθοχώρηση. Στη μάχη του Στερκόβου σκοτώθηκε και ο οπλαρχηγός Σπύρος Παρασκευαΐδης. Κατά την οπισθοχώρησή του προς τον Άγιο Γερμανό, πληροφορήθηκε ότι οι κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ Κοκάρεφ και Ηλίεφ του έστησαν ενέδρα. Τότε, διέταξε τη λύση της πολιορκίας της Πόπλης και συγκέντρωσε τους άνδρες του για να τους αναλύσει τους πραγματικούς στόχους του βουλγαρικού Κομιτάτου και της εξέγερσης. Κατόπιν, συμφώνησε ανακωχή με τους Οθωμανούς, οι οποίοι του επέτρεψαν να κινείται ελεύθερα στην περιοχή με το πολυμελές σώμα του, των 600 ανδρών. Μόνος του στόχος εν τέλει, απέμεινε η εξόντωση του Τσακαλάρωφ, ο οποίος είχε συγκεντρώσει 1.000 άνδρες.

Μετά την αποτυχία της Εξέγερσης του Ίλιντεν, οι Βούλγαροι κομιτατζήδες στράφηκαν κατά των Ελλήνων και αφού επιτέθηκαν στο Πισοδέρι σφάζοντας τους 4 πρόκριτους, εισέβαλαν με επικεφαλής τον Β. Τσακαλάρωφ και 400 άνδρες, στη Μπρέσνιτσα, συνέλαβαν τον πρόεδρο της κοινότητας Γεώργιο Καραολάνο και, αφού τον βασάνισαν, τον θανάτωσαν. Στη συνέχεια έκαψαν την οικία του στενού φίλου του Κώττα, Ιωάννη Ζάικου, θανάτωσαν τον τελευταίο, τον αδελφό του, καθώς και τον Αντώνιο Σφέτκο. Ο Κώττας λίγες μέρες μετά, εκδικήθηκε το χαμό του φίλου του, σκοτώνοντας τον κομιτατζή Ντίνε Γιάννεφ, ενώ κατόπιν συνέλαβε τον Λάζαρ Ποπτράικωφ και τον καταδίκασε σε θάνατο, στη θέση Λισίτσα. Στην ίδια θέση, είχε στήσει ενέδρα παλαιότερα ο Τσακαλάρωφ προκειμένου να εξοντώσει τον Κώττα, αλλά ο τελευταίος σώθηκε μετά από ειδοποίηση του Ναούμ Γιάμου.

Σύμφωνα με επιστολή των τελών του Αυγούστου 1903, από τον Ίωνα Δραγούμη στον Παύλο Μελά, η επαμφοτερίζουσα εθνικά στάση του Κώττα έκανε το Υπουργείο Εξωτερικών να εξετάσει την κατάργηση των υποτροφιών που είχε χορηγήσει στους δύο γιους του.

Η καθοριστική συμβολή του Κώττα στην έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα (1904)

Στις αρχές του 1904, ο Κώττας Χρήστου με τους οπλαρχηγούς Νικόλαο Πύρζα, Παύλο Κύρου, Γεώργιο Κολίτση, Σίμο Ιωαννίδη, τους συντρόφους του Βασίλειο Ράμμο από την Όστιμα και Ηλία Γκαδούτση από το Ζέλοβο και τον μεγαλέμπορο του Μοναστηρίου και ιδρυτή της Εσωτερικής Οργάνωσης Μοναστηρίου Σπυρίδωνα Δούμα, μετέβησαν στην Αθήνα για να καταστρώσουν από κοινού με τους αξιωματικούς, την επίσημη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα. Εκεί, ο Στέφανος Δραγούμης μεσολάβησε, ώστε ο διάδοχος Κωνσταντίνος να συναντήσει τον Κώττα Χρήστου. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου εξέθεσε στον διάδοχο Κωνσταντίνο την κρίσιμη κατάσταση του Ελληνισμού της Βορειοδυτικής Μακεδονίας και ζήτησε την αρωγή του ελληνικού κράτους. Η συνάντηση αυτή, τον Ιανουάριο του 1904 έμελε να αποτελέσει την επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους στην υπόθεση της Μακεδονίας.

Πράγματι, στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904, πραγματοποίησε την πρώτη του περιοδεία στη Μακεδονία, ο αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, Παύλος Μελάς, με τους Αλ. Κοντούλη, Αν. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη. Την περίοδο εκείνη (Μάιος) ο Κώττας είχε συμπεριλάβει στο σώμα του τους παλιούς συντρόφους του Ευάγγελου Νάτση Γεωργίου, ο οποίος βρίσκονταν στο Μοναστήρι, Δημήτριο Ντάλιπη, Σίμο Ιωαννίδη, Παύλο Κύρου, Χρήστο Παναγιωτίδη, Γρηγόριο Βαϊνά, Γεώργιο Κολίτση, Στέφανο Γρηγορίου, Νικόλαο Νταηλάκη και Φώτιο Παππά, καθώς και τους πρώτους Κρητικούς μαχητές που είχαν καταφτάσει μερικούς μήνες νωρίτερα και αγωνίζονταν επίσης, στο πλευρό του Στρεμπενιώτη οπλαρχηγού, Ευθ. Καούδη, Γ. Δικώνυμο Μακρή και Γ. Περάκη. Ο Παύλος Μελάς αναγνώρισε αμέσως την ηγετική μορφή του Κώττα Χρήστου στη Δυτική Μακεδονία, ο οποίος τότε επιχειρούσε εναντίον βουλγαρικών στόχων στην Όστιμα. Η βουλγαρική πλευρά αμέσως αντιλήφθηκε ότι ο Κώττας είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης που έως τότε ήταν αμέτοχη, και τον απειλούσαν συνεχώς με επιστολές. Τον παγίδευσαν μάλιστα με πλαστή επιστολή του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου, γράφοντάς του ότι πράκτορας του προξενείου επιθυμούσε να τον συναντήσει στην Όστιμα. Όταν ο Κώττας με τον Ευθ. Καούδη και τους άνδρες τους έφτασαν εκεί, ειδοποιήθηκε ο οθωμανικός στρατός, αλλά οι Έλληνες κατάφεραν να διαφύγουν.

Έως το Μάιο του 1904, τα ενωμένα σώματα των Μακεδόνων και Κρητικών οπλαρχηγών, υπό τις γενικές οδηγίες του Κώττα Χρήστου έδρασαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, προσπαθώντας να εξοντώσουν τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Στο διάστημα αυτό ο Κώττας Χρήστου συνδέθηκε με όρκο φιλίας με τον Ευθ. Καούδη.

Η σύλληψη του Κώττα

Στα μέσα Μαΐου ο Κώττας με τους άνδρες του στρατοπέδευσαν στην Όστιμα. Ο Κώττας με αρκετούς άνδρες μετέβη στη γενέτειρά του Ρούλια προκειμένου να επισκεπτεί την οικογένειά του. Το ίδιο βράδυ, η ομάδα του Μήτρο Βλάχο εισέβαλε στην Όστιμα και εξανάγκασε τους κατοίκους να υπογράψουν ότι προσέρχονται στην Εξαρχία και δεν επιθυμούν πλέον Έλληνα δάσκαλο. Η μικρή ομάδα που είχε αφεθεί εκεί από τον Κώττα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πολυπληθή ομάδα του Μήτρο Βλάχο. Ο Κώττας, πληροφορούμενος τα γεγονότα, προσήλθε στην Όστιμα αλλά, εκτιμώντας την κατάσταση προτίμησε να μην συγκρουστεί με τη ομάδα του Μήτρο Βλάχο και τον προσκάλεσε σε διαπραγμάτευση. Απέφυγε όμως να ενημερώσει τους συντρόφους του σχετικά με τις πρωτοβουλίες του. Ο ίδιος με τον Σίμο Ιωαννίδη εισήλθαν στο χωριό και ακολούθησε πολύωρη συνομιλία με τον Μήτρο Βλάχο. Ο Μήτρο Βλάχο του πρότεινε να επανέλθει στην ΕΜΕΟ και ο Κώττας Χρήστου του αντιπρότεινε να προσέλθει στην ελληνική πλευρά με την υπόσχεση ότι θα υπάρξει επίσημη ελληνική συμπαράσταση για τη Μακεδονία. Του υποσχέθηκε μάλιστα ότι θα φροντίσει να πάει η οικογένειά του στην Αθήνα, ώστε να μην εκβιάζεται από την ΕΜΕΟ. Συμφώνησαν τελικά να ξανασυναντηθούν το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους για να προβούν σε τελική συμφωνία.

Το επόμενο βράδυ, ο Κώττας και οι λοιποί οπλαρχηγοί στρατοπέδευσαν στη Ρούλια και εκεί οι Κρητικοί μαχητές Γ. Δικώνυμος Μακρής και Γ. Περάκης αλλά και οι Μακεδόνες Χρήστος Παναγιωτίδης, Γρηγόριος Βαϊνάς, Γεώργιος Κολίτσης και Νικόλαος Νταηλάκης, ήλθαν σε διαφωνία με τον Κώττα, κατηγορώντας τον ότι ενώ είχε την ευκαιρία να σκοτώσει τον Μήτρο Βλάχο, αυτός αδρανούσε. Ο Κώττας είχε δώσει όρκο φιλίας με το Μήτρο Βλάχο από το 1900 (ήταν και ξάδελφός του), όταν τον είχε στο σώμα του, και του ήταν δύσκολο να αθετήσει τον όρκο του. Ο Ευθ. Καούδης κατανόησε τον Κώττα και γι αυτό, όταν οι άλλοι δύο Κρητικοί αποφάσισαν να αποχωρήσουν, αυτός προτίμησε να μείνει. Έτσι οι διαφωνούντες οπλαρχηγοί αποχώρησαν με σκοπό να συναντήσουν τον Ευάγγελο Νάτση, ενώ με τον Κώττα έμειναν μόνο ο ψυχογιός του Βασίλειος Τσίλης, ο Ευθ. Καούδης, ο Σίμος Ιωαννίδης και ο Δημήτριος Νταλίπης.

Οι αποχωρήσαντες οπλαρχηγοί στρατοπέδευσαν το επόμενο βράδυ στο Ζέλοβο και διηγήθηκαν στον Παύλο Κύρου τα σχετικά. Στη συνέχεια πέρασαν, μέσω Βέρνου, στη Μονή Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου, όπου έμαθαν για τον χαμό του οπλαρχηγού Ευάγγελου Νάτση Γεωργίου. Ο Κώττας Χρήστου την περίοδο εκείνη προσπάθησε να έλθει σε συνεννόηση με τους πρόκριτους της Καστοριάς. Η πρωτοβουλία του αυτή προκάλεσε τη μήνι του Γερμανού Καραβαγγέλη, από φόβο να μην αποκαλυφθεί η δράση του τελευταίου στις οθωμανικές αρχές. Στα τέλη Μαΐου, οι αποχωρήσαντες οπλαρχηγοί έστειλαν μήνυμα, μέσω του μεγαλύτερου γιου του Νταλίπη, στον Ευθ. Καούδη να αποχωρήσει με το πρόσχημα ότι ο Βασίλειος Τσίλης προτίθεται να τον δολοφονήσει. Έτσι ο Καούδης αποχώρησε και συνάντησε τον Γ. Δικώνυμο Μακρή, τον Παύλο Κύρου και τον Γ. Περάκη στη Μονή Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου, όπου λίγο αργότερα ήλθαν και οι Σίμος Ιωαννίδης και Δημήτριος Νταλίπης. Εκεί ο Σίμος Ιωαννίδης τους ενημέρωσε για τη συνομιλία του Κώττα με τον Μήτρο Βλάχο και τα όσα ειπώθηκαν σ’ αυτή. Ο Παύλος Κύρου, που είχε μεγάλη αφοσίωση στον Γερμανό Καραβαγγέλη, έσπευσε να τον ενημερώσει σχετικά. Στις 9 Ιουνίου του 1904, οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε το κρησφύγετο του καπετάν Κώττα Χρήστου στη Ρούλια όπου είχε απομείνει με τρεις στενούς συνεργάτες του και τον συνέλαβε. Αργότερα κατηγορήθηκε ο Παύλος Κύρου ως αυτός που υπέδειξε το κρησφύγετο του Κώττα στους Οθωμανούς. 

Το τέλος του Κώττα

Μετά τη σύλληψή του ο Κώττας Χρήστου, μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές Καστοριάς, στη συνέχεια στις φυλακές Κορυτσάς και τελικά στις φυλακές Μοναστηρίου. Η σύζυγός του, Ζωή, για λόγους ασφαλείας εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της στην Καστοριά και επανήλθε στη Ρούλια το φθινόπωρο του 1904. Τον Αύγουστο του 1905 ο Μήτρο Βλάχο εισέβαλε με το πολυπληθές σώμα του στη Ρούλια, πότισε με πετρέλαιο την οικία του Κώττα και έβαλε φωτιά. Με τη συμπαράσταση των κατοίκων του χωριού, η Ζωή με τα τέκνα της κατάφεραν να σωθούν.

Κατά την κράτησή του στην φυλακή, ο Έλληνας πρόξενος του Μοναστηρίου Σταμάτιος Κιουζές Πεζάς και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, προσπάθησαν να τον αποφυλακίσουν αλλά οι οθωμανικές αρχές ήταν ανένδοτες, καθώς εκκρεμούσαν σε βάρος του πολλές καταδίκες. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης πέτυχε συμφωνία με τους Οθωμανούς, ώστε να αποφυλακιστεί ο Κώττας με αντάλλαγμα την υπηρεσία του στον οθωμανικό στρατό, κάτι που ο ίδιος φυσικά αρνήθηκε. Ο απαγχονισμός του αποφασίστηκε για το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου του 1905. Απαίτησε να του φέρουν Έλληνα ορθόδοξο ιερέα που τον μετάλαβε και στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πλατεία Ατ Παζάρ της πόλης του Μοναστηρίου. Κατά τη διαδρομή έως την πλατεία ο Κώττας Χρήστου, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ξέφυγε από τους φρουρούς του και διέφυγε στα στενά σοκάκια της πόλης. Ακολούθησε τεράστια κινητοποίηση των Οθωμανικών δυνάμεων και ανθρωποκυνηγητό στους δρόμους της πόλης και τελικά συνελήφθη. Οδηγήθηκε τελικά στην πλατεία Ατ Παζάρ και εκεί ο Κώττας απαίτησε να του λύσουν τα χέρια. Ανέβηκε μόνος του στο ικρίωμα και αποφασισμένος, αφού φώναξε για τελευταία φορά Ντα ζίβι Γκ(ά)ρτσια! (Ζήτω η Ελλάς), ή «Ζήτω το έθνος!» κλώτσησε μόνος του το υποπόδιο.

Κριτική του έργου του Κώττα

Ο Κώττας ενσάρκωσε για την περίοδο 1901 – 1904 τον πρωτοπόρο Έλληνα μαχητή που κυριάρχησε στο προσκήνιο της νεώτερης ελληνικής ιστορίας στο μεταίχμιο δύο κρίσιμων αιώνων. Ξεκίνησε ήδη τη δράση του από τη Μακεδονική Επανάσταση του 1896 και μετά την αποτυχία της, ελλείψει οποιασδήποτε βοήθειας από τις επίσημες ελληνικές αρχές (κράτος, εκκλησία) ακολούθησε ανεξάρτητη δράση. Ειλικρινής υποστηρικτής της ελληνοβουλγαρικής συνεργασίας για τη Μακεδονία, (συνήθιζε να λέει: ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και για το τομάρι είναι εύκολο να το μοιράσουμε.), συμμετείχε αρχικά σε πολλαπλές κοινές επιχειρήσεις με την ΕΜΕΟ, αλλά διαχώρισε τη θέση του όταν η βουλγαρική οργάνωση έθεσε ως προτεραιότητα την εκκαθάριση των Ελλήνων. Στη συνέχεια αποδύθηκε σε σκληρό αγώνα κατά του βουλγαρικού Κομιτάτου και ιδιαίτερα κατά κομιτατζήδων που επιδίδονταν σε αγριότητες σε βάρος Ελλήνων αλλά και άλλων Χριστιανών. Ήδη από το 1901 αποτελούσε τον κυριότερο εχθρό των Βουλγάρων στη Βορειοδυτική Μακεδονία. Η ηγετική του παρουσία στην περιοχή και η μεγάλη επιρροή που ασκούσε σε μεγάλους πληθυσμούς, τον κατέστησαν τον βασικό εκφραστή της ελληνικής ιδέας στην περιοχή και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα των Ελλήνων κατοίκων ανυψώνοντας το ηθικό τους σε περιόδους που η βουλγαρική τρομοκρατία ήταν ολοκληρωτική. Έτσι, όταν το 1901 μπόρεσε να εδραιωθεί εξασφαλίζοντας την υποστήριξη της Μητρόπολης Καστοριάς, αλλά και του ελληνικού κράτους, μέσω του προξενείου του Μοναστηρίου, αντιμετώπισε το Κομιτάτο επί ίσοις όροις και μπόρεσε να ασκήσει την προσωπική του πολιτική επιλογή που ήταν η εξεύρεση κοινού πλαισίου δράσης μεταξύ όλων των Χριστιανών. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης τον χαρακτήριζε προστάτη των Χριστιανών και φόβητρο των Βουλγάρων. Η επικράτηση των ακραίων στοιχείων στην ΕΜΕΟ που ακολούθησε τη βουλγαρική διαμάχη μεταξύ Σεντραλιστών (αυτονομιστών) και Βερχοβιστών (της Ανώτατης Επιτροπής), οδήγησε σε σκλήρυνση της στάσης κατά των Ελλήνων με αποκορύφωμα την Εξέγερση του Ίλιντεν, κάτι που ο Κώττας προσπάθησε να αποτρέψει. Για αντιστάθμιση των ακραίων βουλγαρικών κινήσεων ,προκάλεσε την επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους με την επίσκεψή του στην Αθήνα και τη συνάντησή του με τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ήταν σαφές όμως, ότι η συσσωρευμένη κατάσταση ήταν μοιραίο να οδηγήσει στα άκρα, κάτι που ο Κώττας δεν μπορούσε να παρακολουθήσει. Έως και την ύστατη στιγμή (1904) προσπάθησε να βρει τρόπους συνεννόησης με τοπικούς αρχηγούς της ΕΜΕΟ, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από καμία πλευρά. Η προδοσία εναντίον του ήταν το φυσικό αποτέλεσμα της προσωπικής πολιτικής στρατηγικής του που προσπάθησε να επιβάλει, μέσα σε ιδιαίτερα κρίσιμες συνθήκες. Όταν ο Ευθύμιος Καούδης πληροφορήθηκε τη σύλληψή του, σημείωσε «ελέχθη ότι τον Κώττα τον επρόδωσε ο δεσπότης, πράγμα που δυσκολεύομαι να πιστέψω. Αλλά λάθη έγιναν τόσα πολλά…». Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, έγινε αντιληπτό το δυσαναπλήρωτο κενό που άφηνε πίσω του, γι αυτό και ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης ουδέποτε παραδέχτηκε την προδοσία. Προσπάθησε μάλιστα έως το τέλος να τον αποφυλακίσει. Η θυσία του συγκίνησε τους Μακεδόνες και αποτέλεσε την έναρξη της ελληνικής αντεπίθεσης στη Μακεδονία. Για τη συνολική του δράση και το τέλος του, υμνήθηκε από τη λαϊκή μούσα. Έχει διασωθεί ένα δημοτικό τραγούδι στα αλβανικά και δύο στα ελληνικά.

Για τη ζωή του Κώττα δεν υπάρχουν αξιόπιστες πληροφορίες, αλλά προέρχονται κυρίως από ανθρώπους που λίγο μόνο τον γνώρισαν, όπως ο Γερμανός Καραβαγγέλης, ο οποίος στα απομνημονεύματα του αυτοπεριορίζεται και δεν προσφέρει παρά τις ελάχιστες δυνατές πληροφορίες, επειδή ο Κώττας είχε εν τω μεταξύ λάβει θέση στο πάνθεο των Ελλήνων ηρώων. Ήταν ένας από τους τελευταίος και πλέον χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της κλέφτικης παράδοσης της περιοχής. Οι στόχοι του Κώττα δεν είναι εύκολα καθορίσιμοι. Θεωρείται Έλληνας ήρωας από τους Έλληνες, αλλά φιλοχρήματος οπλαρχηγός από τους Σλάβους. Η συμπαράταξή του, πρώτα με την ΕΜΕΟ και αργότερα με την ελληνική πλευρά, δεν αποδεικνύει ότι απέβλεπε μόνο στις υλικές απολαβές που ανέμενε ένας οπλαρχηγός σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά μάλλον ότι κύριος στόχος του ήταν η απελευθέρωση από την Οθωμανική αυτοκρατορία,. Παρά την απέχθεια που προξενούσε σε πατριώτες αξιωματικούς και αρχιερείς ο τυχοδιωκτισμός που επεδείκνυε, και παρά την ανακούφιση που τους προκάλεσε η σύλληψη και η εκτέλεσή του από τους Τούρκους, όλοι οι οπλαρχηγοί τον αναγνώριζαν ως αρχηγό των ατάκτων. Η σύνταξή του με μία πλευρά, την ελληνική, περισσότερο απ’ ότι συνηθιζόταν σε ανθρώπους της συνομοταξίας του, δεν του επέτρεπε να δρα ως παραδοσιακός καπετάνιος και δεν ήταν δυνατό να μείνει επί μακρόν χωρίς συνέπειες. Τόσο νεκρός όσο και ζωντανός, ο Κώττας δύσκολα μπορεί να στρατευθεί σε μία εθνική παράταξη ή ιστορία.

Δημόσια μνήμη

Προς τιμήν του υπάρχει η οδός Κώττα Ρούλια στη περιοχή του Παλαιού Σταθμού στη Θεσσαλονίκη και οδός Κώττα στην Αθήνα όπως και σε άλλες πόλεις (Καβάλα, Έδεσσα, Καστοριά, Κορδελιό, Πυλαία κ.α.), ενώ προτομές του ανεγέρθηκαν στην πατρίδα του Ρούλια που σήμερα φέρει το όνομά του, στη Φλώρινα, κ.α. Ακόμη, το σπίτι στο χωριό του έχει μετατραπεί σε Μουσείο Καπετάν Κώττα.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κώττας_Χρήστου

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης

Ο Ίων Δραγούμης ήταν ο πέμπτος γιος του αρχικά δικαστικού και μετέπειτα πρωθυπουργού της Ελλάδας Στέφανου Δραγούμη και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη. Ο Ίων Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1878. Η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από το Βογατσικό της Καστοριάς κάτι που θα φανεί πως τον επηρέασε ιδιαίτερα στη γεωγραφία των λογοτεχνικών του κειμένων, στα μέρη, δηλαδή, που τοποθετεί τη δράση τους.

Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός, λογοτέχνης.
Ο Ίων Δραγούμης

Μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του, ο Ίων Δραγούμης θα εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Νομική Σχολή, τα μαθήματα τς οποίας θα παρακολουθήσει έως το 1897, όταν και θα καταταγεί ως εθελοντής στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, που κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας, τον λεγόμενο ”Ατυχή πόλεμο”.

Το 1899 θα εισέλθει στο διπλωματικό σώμα και το 1902 με το βαθμό του υποπρόξενου θα τοποθετηθεί στο Γενικό Προξενείο του Μοναστηρίου. Από τη θέση αυτή, δεδομένων των διασυνδέσεων που δημιούργησε με τη συνεργασία του πατέρα του και του γαμπρού του, Παύλου Μελά, εργάστηκε επίμονα για την οργάνωση των ορθόδοξων κατοίκων της Μακεδονίας κατά των Βουλγάρων σχισματικών, των γνωστών κομιτατζήδων, των οποίων οι βαρβαρότητες έφθασαν σε όρια μυθιστορηματικά, αγγίζοντας την οθωμανική σκληρότητα της πρώιμης οθωμανοκρατίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν τοποθετήθηκε πρόξενος στις Σέρρες (1903), στον Πύργο της Βουλγαρίας, στη Φιλιππούπολη (1904), στην Αλεξανδρούπολη και στην Αλεξάνδρεια, όπου θα συναντήσει που θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη ζωή του: την Πηνελόπη Δέλτα και τη Μαρίκα Κοτοπούλη.

Από εκεί, το 1907 ο Ίων Δραγούμης μετακινήθηκε στο προξενείο Κωνσταντινούπολης με το βαθμό του γραμματέα. Η παραμονή του εκεί θα συμπέσει με την Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 και τη ριζική αλλαγή που εκείνη συνεπάγεται στη μετέπειτα ιστορία της Ελλάδας. Οι προκηρύξεις των Νεοτούρκων ”περί ισοπολιτείας των διαφόρων εθνοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία” φάνηκαν να ταυτίζονται και να δικαιώνουν ορισμένες απόψεις του Δραγούμη, που θεωρούσαν ότι η λύση του ελληνικού ζητήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί όχι με την ενσωμάτωση των αλύτρωτων πατρίδων στο ελληνικό κράτος, αλλά με τη ”δημιουργία των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα”. Ο Δραγούμης, κάτι που εν μέρει διακρίνεται και στη θεματολογία που επιλέγει στα έργα του, πίστευε στην ελληνοτουρκική συνεννόηση και φοβόταν τον από βορρά σλαβικό κίνδυνο. Σλάβοι είναι οι κομιτατζήδες που μάχονται οι Μακεδόνες.

Από το 1909 και εξής υπηρέτησε διαδοχικά στις πρεσβείες της Ρώμης και του Λονδίνου, αναμείχθηκε στο Επαναστατικό Κίνημα στο Γουδί (1909), ενώ το 1911 οργάνωσε στην Πάτμο συνέδριο για την εμσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Κατή τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στο επιτελείο του αρχιστρατήγου διαδόχου Κωνσταντίνου, γεγονός που υπολανθάνει στις περιγραφές των ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στα έργα του, και τον Οκτώβριο του 1912 ήταν ένας από τους βασικούς διαπραγματευτές με τους Τούρκους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης στα ελληνικά όπλα.

Ακολουθούν οι διορισμοί του, αρχικά, επιτετραμμένος στις πρεσβείες της Πετρούπολης, της Βιέννης, του Βερολίνου και το 1914 πρεσβευτής στην Πετρούπολη. Τον Μάιο του 1915 ο Δραγούμης παραιτείται από τη διπλωματική υπηρεσία για να πολιτευθεί. Λαμβάνει μέρος στις εκλογές της 31ης Μαΐου και εκλέγεται ανεξάρτητος βουλευτής Φλώρινας. Αρχικά θα υποστηρίξει το Βενιζέλο, αλλά στη συνέχεια θα έρθει σε ρήξη μαζί του, καθώς διέκρινε σημάδια αυταρχισμού και εθνικής υποτέλειας στην πολιτική του. Δείγμα της αντιβενιζελικής του στάσης ήταν η έκδοση τον Ιανουάριο του 1916 του περιοδικού Πολιτική Επιθεώρησις, που συμμεριζόταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης.

Μετά την επιτυχία του βενιζελικού κινήματος το 1917 εξορίστηκε με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς στην Κορσική, όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος του πολέμου το 1918. θα επανέλθει στην Ελλάδα για να εξοριστεί για δεύτερη φορά στη Σκόπελο. Απελευθερώθηκε στα τέλη του 1919 και ανέπτυξε δράση υπέρ της ‘‘Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως” , η οποία συσπείρωνε τότε όλους τους αντιβενιζελικούς και ο Ίων Δραγούμης θα αναδειχθεί σε έναν από τους ηγέτες της παράταξης.

Η τραγική ειρωνεία είναι πως την επομένη της απόπειρας δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι στις 30 Ιουλίου 1920, ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από βενιζελικούς αξιωματικούς στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Παπαδιαμαντοπούλου.

Ο Κωστής Παλαμάς από τις στήλες της καθημερινής θα του αφιερώσει, ελάχιστο φόρο τιμής στη φιλία τους, τη ”Νεκρική Ωδή”, τον επίλογο της ζωής του πολιτικού άνδρα που τόσο με τη ζωή, όσο και το έργο του θα στιγματίσει μια εποχή:

Λευκή, ας βαλθεί όπου έπεσες, κολώνα

(πως έπεσες, γραφή να μην το λέη)

λευκή, με της Πατρίδας την εικόνα.

Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίη,

βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίη!

Πηγή: Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Ίων Δραγούμης, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία

Please follow and like us:
error0